Ο σακχαρώδης διαβήτης και τα επίπεδα σακχάρου αίματος σχετίζονται με αυξημένη εμβρυική και βρεφική θνησιμότητα

zaxΣύμφωνα με πρόσφατη μελέτη από τη Μεγάλη Βρετανία, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 και τύπου 2 και ο κακός γλυκαιμικός έλεγχος σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά θνησιγένειας ή θανάτου του βρέφους μετά τη γέννηση.

Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία από περισσότερες από 1200 έγκυες γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και από 340 έγκυες γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Ως θνησιγένεια ορίστηκε ο θάνατος του εμβρύου μετά από 20 εβδομάδες κύησης, ενώ ως βρεφικός θάνατος ο θάνατος κατά το πρώτο έτος της ζωής του βρέφους. Από τη μελέτη αποκλείστηκαν έμβρυα και βρέφη με συγγενείς ανωμαλίες. Η συχνότητα του εμβρυικού θανάτου ήταν 4.5 φορές μεγαλύτερη και του βρεφικού θανάτου σχεδόν 2 φορές μεγαλύτερη στις γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη, ανεξαρτήτως τύπου, σε σύγκριση με τις γυναίκες χωρίς διαβήτη. Τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) μεγαλύτερες από 6.6% κατά τη σύλληψη, η ύπαρξη αμφιβληστροειδοπάθειας και η μη χορήγηση φυλλικού οξέος πριν την εγκυμοσύνη ήταν παράγοντες που σχετίζονταν ανεξάρτητα με την αυξημένη θνησιγένεια και τη βρεφική θνησιμότητα.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μέση τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στις έγκυες γυναίκες που συμπεριλήφθησαν στη μελέτη ήταν 7.8%, τιμή πολύ υψηλότερη από τις τιμές που συστήνονται από την Αμερικάνικη Εταιρεία Διαβήτη (American Diabetes Association) και το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας της Αγγλίας (National Institute for Health and Care Excellence). Επίσης, τονίζουν ότι τα ποσοστά εμβρυικών και βρεφικών θανάτων ήταν μικρά και επισημαίνουν ότι αν οι έγκυες γυναίκες στη μελέτη είχαν τα συνιστώμενα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, η θνησιγένεια και η βρεφική θνησιμότητα θα μπορούσε να είχε μειωθεί κατά 40%.

Οι συγγραφείς της μελέτης συστήνουν στις γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη που προγραμματίζουν μια εγκυμοσύνη να ζητούν συμβουλές όσο το δυνατόν νωρίτερα από το γιατρό τους, καθώς ακόμη και μια μικρή μείωση στα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είναι πιθανό να ωφελήσει το μωρό.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Νοεμβρίου του Diabetologia.

 

 

Pre-existing diabetes, maternal glycated haemoglobin, and the risks of fetal and infant death: a population-based study.

Tennant PW, Glinianaia SV, Bilous RW, Rankin J, Bell R.

Diabetologia. 2013 Nov 29. [Epub ahead of print]

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Ασφαλής η ασπαρτάμη σύμφωνα με την πρόσφατη ανακοίνωση της EFSA

Aspartami-570Στις 10 Δεκεμβρίου 2013, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (γνωστή ως EFSA) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ασπαρτάμη είναι ασφαλής προς κατανάλωση από όλες τις ομάδες του πληθυσμού στα σημερινά επίπεδα κατανάλωσης και στο ήδη υπάρχον επίπεδο Αποδεκτής Ημερήσιας Πρόσληψης (ADI = 40mg/ κιλό βάρους/ ημέρα), επιβεβαιώνοντας όλες τις προηγούμενες αξιολογήσεις.

Η Αρχή της EFSA αξιολόγησε όλες τις διαθέσιμες επιστημονικές μελέτες και τα υπάρχοντα βιβλιογραφικά δεδομένα που σχετίζονται με την ασπαρτάμη και τα προϊόντα μεταβολισμού της, συμπεριλαμβανομένων και όλων τωννέων μελετών σε ανθρώπους. Η έκθεση αυτή αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες και διεξοδικές αξιολογήσεις ασφάλειας κινδύνου που έχουν γίνει ποτέ για την ασπαρτάμη, ακριβώς λόγω της υψηλής κατανάλωσης της αλλά και όλης της παραπληροφόρησης που υπάρχει σχετικλά με την επικινδυνότητα της.

Η ασπαρτάμη είναι ένα από τα πιο εκτενώς μελετημένα πρόσθετα τροφίμων που η ασφάλειά της έχει επιβεβαιωθεί από πολυάριθμες μελέτες, κλινικές και εργαστηριακές, τόσο σε πειραματόζωα όσο και σε διάφορους πληθυσμούς. Όλες αυτές οι μελέτες έχουν δείξει ότι η ασπαρτάμη είναι ασφαλής, για το σύνολο του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με διαβήτη, τις γυναίκες που είναι έγκυες ή θηλάζουν και τα παιδιά.

Βέβαια υπάρχει πάντα μία ειδική ομάδα ατόμων που απαγορεύεται να προσλαμβάνουν ασπαρτάμη και είναι αυτή με το σπάνιο γενετικό νόσημα φαινυλκετονουρία (PKU). Τα άτομα αυτά δε μπορούν να μεταβολίσουν το αμινοξύ φαινυλαλανίνη και για αυτό πρέπει να αποφεύγουν τα τρόφιμα που την περιέχουν (π.χ. το κρέας, τα γαλακτοκομικά κ.λπ) αλλά και την ασπαρτάμη.

Η ασπρτάμη έχει αξιολογηθεί πάρα πολλές φορές μετά την αρχική έγκριση της τη δεκαετία του ’80. Από το 2000 και μετά, η Ευρωπαϊκή Επιστημονική Επιτροπή για τα Τρόφιμα (SCF) και η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια Τροφίμων (EFSA), αξιολόγησαν και επιβεβαίωσαν την ασφάλεια της ασπαρτάμης με αναφορές τους το 2002, το 2006, το 2009, το 2011 και μόλις λίγες ημέρες πριν και το 2013 ενώ λόγω της ολοένα και υψηλότερης χρήσης της ασπρτάμης θα επαναξιολογείται μαζί με όλα τα άλλα πρόσθετα τροφίμων από την EFSA έως το 2020.

Δεδομένου ότι τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά είναι πλέον κομμάτι της διατροφής όλων μας αλλά και ειδικότερα των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη είναι σημαντικό να τονιστεί ότι είναι ένα απόλυτα ασφαλές συστατικό της διατροφής, διεξοδικά μελετημένο από επίσημες Αρχές και μέσα από μεγάλες επιστημονικές μελέτες.

 

Μπορείτε να δείτε το δελτίο τύπου που εξέδωσε η EFSA στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

http://www.efsa.europa.eu/en/press/news/131210.htm http://www.sweeteners.org/en/

Η πρόσληψη φλαβονοειδών και η εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2

flavoΗ κατανάλωση τροφών πλούσιων σε φλαβονοειδή σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Τα φλαβονοειδή είναι ουσίες που υπάρχουν στα φρούτα και στα λαχανικά (μήλα, σταφύλια, πορτοκάλια, μπρόκολα, κρεμμύδια κ.α.) και φαίνεται να είναι ευεργετικά για την υγεία λόγω των αντιοξειδωτικών τους ιδιοτήτων.

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από μεγάλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε οχτώ ευρωπαϊκές χώρες προκειμένου να εξετάσουν αν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης φλαβονοειδών και λιγνανών με την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2. Η κατανάλωση φλαβονοειδών και λιγνανών υπολογίσθηκε με ειδικά ερωτηματολόγια διατροφής. Η κατανάλωση φλαβονοειδών και συγκεκριμένα φλαβονολών και φλαβανολών, βρέθηκε να σχετίζεται με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Η κατανάλωση λιγνανών δε φάνηκε να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι μια διατροφή πλούσια σε φλαβονοειδή, δηλαδή ένα διατροφικό πρότυπο που βασίζεται σε φρούτα και λαχανικά, προστατεύει από την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2.
 

Η μελέτη θα εμφανιστεί στο τεύχος Δεκεμβρίου του Diabetes Care.

The Association Between Dietary Flavonoid and Lignan Intakes and Incident Type 2 Diabetes in European Populations: The EPIC-InterAct study.

Zamora-Ros R, Forouhi NG, Sharp SJ, González CA, Buijsse B, Guevara M, van der Schouw YT, Amiano P, Boeing H, Bredsdorff L, Clavel-Chapelon F, Fagherazzi G, Feskens EJ, Franks PW, Grioni S, Katzke V, Key TJ, Khaw KT, Kühn T, Masala G, Mattiello A, Molina-Montes E, Nilsson PM, Overvad K, Perquier F, Quirós JR, Romieu I, Sacerdote C, Scalbert A, Schulze M, Slimani N, Spijkerman AM, Tjonneland A, Tormo MJ, Tumino R, van der A DL, Langenberg C, Riboli E, Wareham NJ.

Diabetes Care. 2013 Dec;36(12):3961-70. doi: 10.2337/dc13-0877. Epub 2013 Oct 15.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

 

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών σχετίζεται με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2

polyΈνα ποσοστό της τάξης του 6-21% των γυναικών εμφανίζουν το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Το σύνδρομο αυτό φαίνεται να σχετίζεται σημαντικά και ανεξάρτητα με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης και διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. 

Ερευνητές από Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας εξέτασαν στοιχεία από περισσότερες από 9.100 γυναίκες ηλικίας 28-33 ετών. Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών εμφάνιζε το 5.8% των συμμετεχόντων. Από τις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, 11.2% αυτών είχαν εμφανίσει διαβήτη κύησης σε προηγούμενη εγκυμοσύνη, ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 5.1% αυτών εμφάνισαν διαβήτη τύπου 2. Τα αντίστοιχα ποσοστά στις γυναίκες χωρίς σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών ήταν 3.8% για το διαβήτη κύησης και 0.3% για το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Μετά από προσαρμογή για την ηλικία, το δείκτη μάζας σώματος (body mass index, BMI), την αρτηριακή υπέρταση, το κάπνισμα και άλλους δημογραφικούς παράγοντες, φάνηκε ότι οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είχαν διπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη κύησης και 8.8 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με τις γυναίκες χωρίς σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη για προληπτικό έλεγχο, πρόληψη και πρώιμη αντιμετώπιση του διαταραγμένου μεταβολισμού της γλυκόζης σε γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Σεπτεμβρίου του Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.

Gestational Diabetes and Type 2 Diabetes in Reproductive-Aged Women with Polycystic Ovary Syndrome.

Ae J, S R, S Z, L M, Hj T.

J Clin Endocrinol Metab. 2013 Sep 30. [Epub ahead of print]

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

 

 

Η πρώιμη εμμηναρχή μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη

girlΤα κορίτσια που έχουν πρώιμη εμμηναρχή είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν διαβήτη τύπου 2 στην ενήλικη ζωή τους, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι τα κορίτσια με πρώιμη εμμηναρχή έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν παχυσαρκία, καρδιακές παθήσεις, καθώς και ορισμένες μορφές καρκίνου.

Ερευνητές από 26 ερευνητικά κέντρα σε όλη την Ευρώπη εξέτασαν ιατρικά αρχεία από περισσότερες από 15.100 γυναίκες. Η μέση ηλικία εμφάνισης της πρώτης έμμηνου ρύσης κυμαινόταν από 12.6 ως 13.6 έτη. Κάθε χρόνος που περνούσε μέχρι την έναρξη της έμμηνου ρύσης σχετιζόταν με 0.32 kg/m2 μικρότερο δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ, body mass index) στην ενήλικη ζωή. Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι τα κορίτσια που είχαν την πρώτη τους έμμηνο ρύση μεταξύ των ηλικιών 8 και 11 είχαν 70% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στην ενήλικη ζωή τους σε σύγκριση με τα κορίτσια που είχαν την πρώτη τους έμμηνο ρύση σε ηλικία 13 ετών. Μετά από προσαρμογή για να αφαιρεθεί οποιαδήποτε επίδραση της παχυσαρκίας, τα κορίτσια με την πρώιμη εμμηναρχή φάνηκε να έχουν 42% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη σε σύγκριση με τα κορίτσια που άρχισαν να έχουν έμμηνο ρύση σε ηλικία 13 ετών. Ωστόσο, έχοντας την πρώτη περίοδο μετά την ηλικία των 15 ετών δεν παρέχει στα κορίτσια προστασία από την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 στην ενήλικο ζωή.

Οι συγγραφείς τονίζουν ότι τα αποτελέσματα της μελέτης δεν επιβεβαιώνουν ότι η πρόωρη εφηβεία προκαλεί διαβήτη, αλλά ότι αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισής του.

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Νοεμβρίου του Diabetes Care.

 

Age at Menarche and Type 2 Diabetes Risk: The EPIC-InterAct study.

Elks CE, Ong KK, Scott RA, van der Schouw YT, Brand JS, Wark PA, Amiano P, Balkau B, Barricarte A, Boeing H, Fonseca-Nunes A, Franks PW, Grioni S, Halkjaer J, Kaaks R, Key TJ, Khaw KT, Mattiello A, Nilsson PM, Overvad K, Palli D, Quirós JR, Rinaldi S, Rolandsson O, Romieu I, Sacerdote C, Sánchez MJ, Spijkerman AM, Tjonneland A, Tormo MJ, Tumino R, van der A DL, Forouhi NG, Sharp SJ, Langenberg C, Riboli E, Wareham NJ; InterAct Consortium.

Diabetes Care. 2013 Nov;36(11):3526-34. doi: 10.2337/dc13-0446.

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

 

Υψηλότερη πρόσληψη μαγνησίου μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη

MgΗ μεγαλύτερη πρόσληψη μαγνησίου μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη ιδιαίτερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Tufts στη Βοστόνη μελέτησαν στοιχεία από 2.500 άτομα, ηλικίας 26-81 ετών, χωρίς σακχαρώδη διαβήτη. Η πρόσληψη μαγνησίου υπολογίσθηκε με ειδικά ερωτηματολόγια. Οι συμμετέχοντες ανάλογα με τα επίπεδα σακχάρου (νηστείας και 2 ωρών μετά από φόρτιση με 75gr γλυκόζης) και ινσουλίνης αίματος ταξινομήθηκαν στις παρακάτω ομάδες: φυσιολογικού μεταβολισμού γλυκόζης, παθολογικής γλυκόζης νηστείας, παθολογικής ανοχής στη γλυκόζη, ινσουλινοαντίστασης (με βάση τον δείκτη HOMA-IR) και υπερινσουλιναιμίας.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι από τα άτομα με φυσιολογικό μεταβολισμό γλυκόζης στην αρχή της μελέτης, αυτοί με την υψηλότερη πρόσληψη μαγνησίου είχαν 37% χαμηλότερο κίνδυνο να εμφανίσουν οποιαδήποτε διαταραχή στο μεταβολισμό της γλυκόζης μετά από 7 χρόνια παρακολούθησης σε σύγκριση με αυτούς με τη χαμηλότερη πρόσληψη μαγνησίου. Στις 4 ομάδες συμμετεχόντων με παθολογικό μεταβολισμό γλυκόζης στην αρχή της μελέτης, η  υψηλότερη πρόσληψη μαγνησίου σχετίστηκε με 32% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη στο τέλος της μελέτης. Στο συνολικό πληθυσμό ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη για τα άτομα με την υψηλότερη πρόσληψη ήταν 53% χαμηλότερος σε σύγκριση με τα άτομα με τη χαμηλότερη πρόσληψη.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η πρόσληψη μαγνησίου μπορεί να είναι ευεργετική και να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη, ειδικά σε άτομα που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Οκτωβρίου του Diabetes Care.

 

Higher magnesium intake reduces risk of impaired glucose and insulin metabolism, and progression from prediabetes to diabetes in middle-aged Americans.

Hruby A, Meigs JB, O’Donnell CJ, Jacques PF, McKeown NM.

Diabetes Care. 2013 Oct 2. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Η καθημερινή κατανάλωση γάλατος από τις μητέρες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ψηλότερους εφήβους με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη

milkΑρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι τα βρέφη των γυναικών που πίνουν γάλα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι ψηλότερα και αναπτύσσονται πιο γρήγορα από τα βρέφη γυναικών που δεν καταναλώνουν γάλα κατά την κύηση. Πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι τα οφέλη της κατανάλωσης γάλατος κατά τη διάρκεια της κύησης μπορεί να διαρκέσουν ως την ενηλικίωση των παιδιών.

Στη μελέτη συμμετείχαν περισσότερες από 800 γυναίκες από τη Δανία, που ήταν έγκυες κατά το χρονικό διάστημα 1988-1989. Η κατανάλωση γάλατος (περισσότερο ή λιγότερο από 150 ml την ημέρα) υπολογίσθηκε με ειδικό ερωτηματολόγιο. Το βάρος και το ύψος των παιδιών μετρήθηκε κατά τον τοκετό, ενώ 20 χρόνια αργότερα μετρήθηκε το ύψος τους και τα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα τους.

Η καθημερινή κατανάλωση περισσότερο από 150 ml γάλατος από τις έγκυες γυναίκες σχετιζόταν με ψηλότερα και πιο μεγάλα βρέφη κατά τον τοκετό. Μετά από 20 χρόνια, οι έφηβοι των οποίων οι μητέρες κατανάλωναν περισσότερο από 150 ml γάλατος την ημέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, έτειναν να είναι ψηλότεροι και να έχουν υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα τους σε σύγκριση με τους εφήβους των οποίων οι μητέρες κατανάλωναν καθημερινά λιγότερο από 150 ml γάλατος. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα μπορεί να υποδηλώνουν ότι οι έφηβοι αυτοί έχουν μικρότερο κίνδυνο να εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στο μέλλον.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Οκτωβρίου του European Journal of Clinical Nutrition.

 

Maternal milk consumption, birth size and adult height of offspring: a prospective cohort study with 20 years of follow-up.

Hrolfsdottir L, Rytter D, Hammer Bech B, Brink Henriksen T, Danielsen I, Steingrimsdottir L, Olsen SF, Halldorsson TI.

European Journal of Clinical Nutrition. 2013 Oct;67(10):1036-1041. doi: 10.1038/ejcn.2013.151. Epub 2013 Sep 4.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

 

Η μεσογειακή διατροφή μπορεί να αποτρέψει την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2

meditΗ μεσογειακού τύπου και η χαμηλή σε υδατάνθρακες διατροφή μπορεί να μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με μια νέα μελέτη. Η μεσογειακή διατροφή αποτελείται κυρίως από ελαιόλαδο, ψάρια, φρούτα, λαχανικά, όσπρια και πλούσια σε φυτικές ίνες μη επεξεργασμένα δημητριακά.

Για τη μελέτη οι ερευνητές παρακολούθησαν για περίπου 11 χρόνια περισσότερα από 22.200 άτομα στην Ελλάδα. Κατά την περίοδο παρακολούθησης περίπου 2.300 συμμετέχοντες εμφάνισαν σακχαρώδη διαβήτη. Οι διατροφικές συνήθειες των συμμετεχόντων εκτιμήθηκαν με ειδικό ερωτηματολόγιο και οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα σκορ μεσογειακής διατροφής με κλίμακα από 0 (χαμηλή συμμόρφωση με τη μεσογειακή δίαιτα) ως 10 (υψηλή συμμόρφωση με τη μεσογειακή δίαιτα).

Οι συμμετέχοντες με σκορ μεγαλύτερο από 6 είχαν 12% λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη σε σύγκριση με εκείνους με σκορ μεσογειακής διατροφής χαμηλότερο ή ίσο του 3. Οι συμμετέχοντες που προσλάμβαναν τις μεγαλύτερες ποσότητες υδατανθράκων στη διατροφή τους είχαν 21% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη σε σύγκριση με εκείνους με τη χαμηλότερη πρόσληψη υδατανθράκων στη διατροφή τους. Οι συμμετέχοντες με υψηλό σκορ μεσογειακής διατροφής και μικρή πρόσληψη υδατανθράκων είχαν 20% λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν διαβήτη σε σύγκριση με τα άτομα με χαμηλό σκορ μεσογειακής διατροφής και υψηλή πρόσληψη υδατανθράκων.

Σύμφωνα με τους ερευνητές η μελέτη δείχνει σαφή συσχέτιση μεταξύ μεσογειακής διατροφής και μείωσης του κινδύνου εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, αλλά προς το παρόν δεν μπορεί να αποδειχθεί σχέση αιτίου και αποτελέσματος.

Η μελέτη θα εμφανιστεί στο τεύχος Νοεμβρίου του Diabetologia.

Mediterranean diet and glycaemic load in relation to incidence of type 2 diabetes: results from the Greek cohort of the population-based European Prospective Investigation into Cancer and Nutrition (EPIC).

Rossi M, Turati F, Lagiou P, Trichopoulos D, Augustin LS, La Vecchia C, Trichopoulou A.

Diabetologia. 2013 Nov;56(11):2405-2413. Epub 2013 Aug 22.

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

 

Διατροφικές επιλογές μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης νεφρικής νόσου σε διαβητικούς ασθενείς.

pyramid3Η υγιεινή διατροφή και η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να βοηθήσει τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης χρόνιας νεφρικής νόσου ή να επιβραδύνει την εξέλιξή της, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από περισσότερους από 6.200 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 χωρίς νεφρική νόσο κατά την έναρξη της μελέτης. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης των ασθενών ήταν 5.5 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της μελέτης το 32% των συμμετεχόντων ανέπτυξε χρόνια νεφρική νόσο και περίπου το 8% απεβίωσε. Οι διατροφικές συνήθειες εκτιμήθηκαν με ειδικό ερωτηματολόγιο.

Υψηλά επίπεδα σακχάρου και άνοια

anoiaΗλικιωμένοι άνθρωποι με υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα, όχι όμως τόσο υψηλά ώστε να διαγνωσθούν με σακχαρώδη διαβήτη,  φαίνεται να αντιμετωπίζουν ένα ελαφρώς μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν άνοια, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο New England Journal of Medicine.  

Στη μελέτη συμμετείχαν περισσότεροι από 2000 ηλικιωμένοι εθελοντές μέσης ηλικίας τα 76 έτη, με ή χωρίς σακχαρώδη διαβήτη. Μετά από σχεδόν 7 χρόνια παρακολούθησης, το 32% των διαβητικών συμμετεχόντων και το 25% των μη διαβητικών είχε αναπτύξει κάποια μορφή άνοιας .

Τιμές γλυκόζης αίματος μεγαλύτερες από 126 mg/dl χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση του διαβήτη. Οι μη διαβητικοί συμμετέχοντες με μέση τιμή γλυκόζης τα 115 mg/dl κατά τη διάρκεια των τελευταίων 5 ετών της μελέτης, είχαν 18% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν άνοια σε σχέση με τους εθελοντές των οποίων η μέση τιμή γλυκόζης ήταν 100 mg/dl. Όσον αφορά τους συμμετέχοντες με σακχαρώδη διαβήτη, αυτοί με μέση τιμή γλυκόζης τα 190 mg/dl είχαν 40% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν άνοια σε σύγκριση με αυτούς με μέση τιμή γλυκόζης τα 160 mg/dl.

Η έρευνα, όπως τονίζουν οι ερευνητές, δεν αποδεικνύει ότι τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης προκαλούν άμεσα άνοια. Υποστηρίζουν όμως ότι τα υψηλά επίπεδα σακχάρου μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη γήρανση του εγκεφάλου.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Αυγούστου του New England Journal of Medicine.

Glucose levels and risk of dementia.

Crane PK, Walker R, Hubbard RA, Li G, Nathan DM, Zheng H, Haneuse S, Craft S, Montine TJ, Kahn SE, McCormick W, McCurry SM, Bowen JD, Larson EB.

N Engl J Med. 2013 Aug 8;369(6):540-8. doi: 10.1056/NEJMoa1215740.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου