Η σωματική δραστηριότητα και η ευθυγράμμιση του χρόνου γευμάτων με τον χρονοτύπο και οι συσχετίσεις τους με τον μεταβολισμό της γλυκόζης: Η Μελέτη του Maastricht. 

Marvin Y Chong, Joseph Henson, Martijn J L Bours, Hans Bosma, Bastiaan E de Galan, Carla J H van der Kallen, Ree M Meertens, Hans H C M Savelberg, Miranda T Schram, Matty P Weijenberg, Thomas Yates, Annemarie Koster, Simone J P M Eussen. Physical activity and meal timing alignment with chronotype and their associations with glucose metabolism: The Maastricht Study.

Diabetes Obes Metab. 2026;28:1934–1946


1Καβαλιώτη Χριστίνα, 1Πυλιώτη Αναστασία

Επιμέλεια: 1Παξιμαδάς Χρήστος

1Διαιτολογικό Γραφείο ΓΝΑ ΝΙΜΤΣ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔΤ2) τοποθετείται ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας παγκοσμίως, με επιπολασμό που συνεχώς αυξάνεται [1]. Η ανάπτυξη του, επηρεάζεται από γενετικούς, περιβαλλοντικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες, ενώ η διαταραχή της ομοιόστασης της γλυκόζης βρίσκεται στο επίκεντρο της παθοφυσιολογίας της νόσου [2,3]. Τα τελευταία χρόνια, το επιστημονικό ενδιαφέρον έχει στραφεί προς τη χρονοβιολογία και τον ρόλο των κιρκάδιων ρυθμών στη μεταβολική υγεία [4].

Οι κιρκάδιοι ρυθμοί αποτελούν ενδογενείς κύκλους, περίπου 24 ωρών, που ρυθμίζουν λειτουργίες όπως ο ύπνος, η ενεργειακή ομοιόσταση και ο μεταβολισμός της γλυκόζης. Η διαταραχή τους, γνωστή ως κιρκάδια απορρύθμιση, έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο καρδιομεταβολικών νοσημάτων [4,5]. Εκτός από το φως της ημέρας, παράγοντες τρόπου ζωής όπως ο χρονισμός των γευμάτων και η φυσική δραστηριότητα επηρεάζουν τα περιφερικά μεταβολικά «ρολόγια» [6].

Σημαντικό στοιχείο της χρονοβιολογίας αποτελεί ο χρονότυπος, δηλαδή η προτίμηση ως προς τον χρόνο ύπνου και δραστηριότητας [7]. Οι βραδινοί χρονότυποι φαίνεται να εμφανίζουν δυσμενέστερο μεταβολικό προφίλ, χαμηλότερη ευαισθησία στην ινσουλίνη και χειρότερο γλυκαιμικό έλεγχο συγκριτικά με τους πρωινούς χρονότυπους [8-11]. Παράλληλα, η ανοχή στη γλυκόζη που ακολουθεί κιρκάδιο ρυθμό, έχει καλύτερη λειτουργία κατά τη διάρκεια της ημέρας και χαμηλότερη τις βραδινές ώρες [12].

Παρότι υπάρχουν ξεχωριστά  δεδομένα σχετικά με τη σημασία του χρονισμού γευμάτων και άσκησης [13-17], οι μελέτες που εξετάζουν αν η ευθυγράμμιση αυτών των συμπεριφορών με τον χρονότυπο επηρεάζει τον μεταβολισμό της γλυκόζης είναι περιορισμένες. Η παρούσα μελέτη διερευνά τη σχέση μεταξύ χρονότυπου, χρονισμού γευμάτων και φυσικής δραστηριότητας με δείκτες γλυκαιμικού ελέγχου και την παρουσία προδιαβήτη ή ΣΔΤ2.

ΣΚΟΠΟΣ

Σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνηθεί αν η ευθυγράμμιση της χρονικής στιγμής των γευμάτων και της φυσικής δραστηριότητας με τον ατομικό χρονότυπο σχετίζεται με ευνοϊκότερο μεταβολισμό της γλυκόζης, χαμηλότερες τιμές HbA1c, γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG), γλυκόζης 2 ωρών μετά από φόρτιση (2hPLG), καθώς και με μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης προδιαβήτη ή ΣΔΤ2.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η μελέτη βασίστηκε στη Maastricht Study, μια μεγάλη πληθυσμιακή μελέτη στην Ολλανδία, που αξιοποίησε δεδομένα από 1384 ενήλικες συμμετέχοντες, ηλικίας 40-75 ετών, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε εκτεταμένη μεταβολική και συμπεριφορική αξιολόγηση [18]. Η φυσική δραστηριότητα καταγράφηκε αντικειμενικά μέσω επιταχυνσιομέτρου activPAL το οποίο φορέθηκε για οκτώ ημέρες για την αποτύπωση της ημερήσιας κινητικής δραστηριότητας [19-21], ενώ ο χρονότυπος αξιολογήθηκε μέσω του Munich Chronotype Questionnaire (MCTQ) [22-25]. Ο χρονισμός γευμάτων αξιολογήθηκε μέσω εξειδικευμένου ερωτηματολογίου chrono-nutrition.

Οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν σε 3 κατηγορίες: πρωινούς, ενδιάμεσους και βραδινούς χρονότυπους. Ως «ευθυγραμμισμένη» συμπεριφορά ορίστηκε η κύρια φυσική δραστηριότητα ή τα περισσότερα γεύματα, στη χρονική ζώνη που αντιστοιχούσε στον χρονότυπο του ατόμου: πρωί για πρωινούς τύπους, απόγευμα για ενδιάμεσους και βράδυ για βραδινούς χρονότυπους.

Ο μεταβολισμός της γλυκόζης αξιολογήθηκε με δοκιμασία ανοχής γλυκόζης από το στόμα (OGTT), καθώς και με μέτρηση HbA1c και γλυκόζης νηστείας. Οι στατιστικές αναλύσεις προσαρμόστηκαν για σημαντικούς συγχυτικούς παράγοντες, όπως ηλικία, φύλο, ΔΜΣ, κάπνισμα, ποιότητα διατροφής, επίπεδα φυσικής δραστηριότητας και χρήση αντιδιαβητικής αγωγής.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η ευθυγράμμιση της χρονικής στιγμής φυσικής δραστηριότητας με τον χρονότυπο τις καθημερινές συσχετίστηκε με χαμηλότερα επίπεδα HbA1c. Συγκεκριμένα, κάθε επιπλέον ευθυγραμμισμένη καθημερινή ημέρα αντιστοιχούσε σε μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση της HbA1c (~0.2 mmol/mol). Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ ευθυγράμμισης φυσικής δραστηριότητας και γλυκόζης νηστείας ή 2hPLG. Επιπλέον, η ευθυγράμμιση τα Σαββατοκύριακα δεν εμφάνισε σημαντικές συσχετίσεις με τους μεταβολικούς δείκτες.

Όσον αφορά τον χρονισμό των γευμάτων, τα άτομα που παρουσίαζαν ευθυγράμμιση με τον χρονότυπό τους, είχαν σημαντικά χαμηλότερες πιθανότητες εμφάνισης προδιαβήτη ή ΣΔΤ2 σε σύγκριση με τα μη ευθυγραμμισμένα άτομα. Επιπλέον, όταν η ευθυγράμμιση εξετάστηκε συνολικά σε επίπεδο εβδομάδας, καλύτερη ευθυγράμμιση των γευμάτων σχετίστηκε με χαμηλότερες τιμές 2hPLG. Δεν εντοπίστηκαν σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ χρονισμού γευμάτων και φυσικής δραστηριότητας, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι δύο παράγοντες φαίνεται να επιδρούν ανεξάρτητα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η ευθυγράμμιση της χρονικής στιγμής φυσικής δραστηριότητας και γευμάτων με τον ατομικό χρονότυπο ενδέχεται να σχετίζεται με ευνοϊκότερο γλυκαιμικό προφίλ και μειωμένο κίνδυνο προδιαβήτη ή ΣΔΤ2. Τα ευρήματα αυτά καταγράφηκαν κυρίως κατά τις καθημερινές, γεγονός που ενδέχεται να σχετίζεται με τη μεγαλύτερη συνέπεια του ημερήσιου προγράμματος.

Τα ευρήματα ενισχύουν τη σύγχρονη αντίληψη της «χρονοδιατροφής» και της εξατομικευμένης ιατρικής, σύμφωνα με την οποία όχι μόνο η ποιότητα και η ποσότητα της διατροφής και της άσκησης, αλλά και ο χρονισμός τους, ενδέχεται να επηρεάζουν τη μεταβολική υγεία [17, 26-28].

Παρότι οι επιδράσεις ήταν σχετικά μικρές, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν έναν πιθανό νέο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για τον ΣΔΤ2. Ωστόσο, λόγω του συγχρονικού σχεδιασμού της μελέτης, δεν μπορούν να εξαχθούν αιτιολογικά συμπεράσματα. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες ώστε να διευκρινιστεί αν η προσαρμογή του χρονισμού γευμάτων και φυσικής δραστηριότητας στον χρονότυπο μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική στρατηγική πρόληψης και διαχείρισης του ΣΔΤ2.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Sun H, Saeedi P, Karuranga S, et al. IDF diabetes atlas: global, regional and country‐level diabetes prevalence estimates for 2021 and projections for 2045. Diabetes Res Clin Pract. 2022; 183:109119.
  2. Yusuf S, Joseph P, Rangarajan S, et al. Modifiable risk factors, cardiovascular disease, and mortality in 155 722 individuals from 21 high‐income, middle‐income, and low‐income countries (PURE): a prospective cohort study. Lancet. 2020; 395(10226): 795‐808.
  3. Khera AV, Emdin CA, Drake I, et al. Genetic risk, adherence to a healthy lifestyle, and coronary disease. N Engl J Med. 2016; 375(24): 2349‐2358.
  4. Panda S. Circadian physiology of metabolism. Science. 2016; 354(6315): 1008‐1015.
  5. Scheer FA, Hilton MF, Mantzoros CS, et al. Adverse metabolic and cardiovascular consequences of circadian misalignment. Proc Natl Acad Sci USA. 2009; 106(11): 4453‐4458.
  6. Hower IM, Harper SA, Buford TW. Circadian rhythms, exercise, and cardiovascular health. J Circadian Rhythms. 2018; 16:7.
  7. Adan A, Archer SN, Hidalgo MP, et al. Circadian typology: a comprehensive review. Chronobiol Int. 2012; 29(9): 1153‐1175.
  8. Remchak M‐ME, Heiston EM, Ballantyne A, et al. Insulin sensitivity and metabolic flexibility parallel plasma TCA levels in early chronotype with metabolic syndrome. J Clin Endocrinol Metab. 2022; 107(8): e3487‐e3496.
  9. Malin SK, Remchak MME, Heiston EM, et al. Intermediate versus morning chronotype has lower vascular insulin sensitivity in adults with obesity. Diabetes Obes Metab. 2024; 26(5): 1582‐1592.
  10. Remchak M‐ME, Dosik JK, Pappas G, et al. Exercise blood pressure and heart rate responses to graded exercise testing in intermediate versus morning chronotypes with obesity. Am J Physiol Heart Circ Physiol. 2023; 325(4): H635‐H644.
  11. Osonoi Y, Mita T, Osonoi T, et al. Morningness–eveningness questionnaire score and metabolic parameters in patients with type 2 diabetes mellitus. Chronobiol Int. 2014; 31(9): 1017‐1023.
  12. Kalsbeek A, la Fleur S, Fliers E. Circadian control of glucose metabolism. Mol Metab. 2014; 3(4): 372‐383.
  13. Muñoz JG, Gallego MG, Soler ID, et al. Effect of a chronotype‐adjusted diet on weight loss effectiveness: a randomized clinical trial. Clin Nutr. 2020; 39(4): 1041‐1048.
  14. Malin SK. Exercise time of day and blood pressure: considering chronotype for precision health. J Hum Hypertens. 2024; 38(7): 580‐581.
  15. Chen Y, Geng T, Xu X, et al. Misalignment between circadian preference and accelerometer‐derived sleep‐wake cycle with increased risk of cardiometabolic diseases. JACC Adv. 2024; 3(12): 101406.
  16. Martínez‐Montoro JI, Benítez‐Porres J, Tinahones FJ, et al. Effects of exercise timing on metabolic health. Obes Rev. 2023; 24(10): e13599.
  17. Hawley JA, Sassone‐Corsi P, Zierath JR. Chrono‐nutrition for the prevention and treatment of obesity and type 2 diabetes: from mice to men. Diabetologia. 2020; 63(11): 2253‐2259.
  18. Schram MT, Sep SJ, Van Der Kallen CJ, et al. The Maastricht study: an extensive phenotyping study on determinants of type 2 diabetes, its complications and its comorbidities. Eur J Epidemiol. 2014; 29(6): 439‐451.
  19. van der Berg JD, Willems PJ, van der Velde JH, et al. Identifying waking time in 24‐h accelerometry data in adults using an automated algorithm. J Sports Sci. 2016; 34(19): 1867‐1873.
  20. Wu Y, Petterson JL, Bray NW, et al. Validity of the activPAL monitor to measure stepping activity and activity intensity: a systematic review. Gait Posture. 2022; 97: 165‐173.
  21. Lyden K, Keadle SK, Staudenmayer J, et al. The activPAL™ accurately classifies activity intensity categories in healthy adults. Med Sci Sports Exerc. 2017; 49(5): 1022.
  22. Roenneberg T, Wirz‐Justice A, Merrow M. Life between clocks: daily temporal patterns of human chronotypes. J Biol Rhythm. 2003; 18(1): 80‐90.
  23. Roenneberg T, Keller LK, Fischer D, et al. Human activity and rest in situ. Methods Enzymol. 2015; 552: 257‐283.
  24. Kitamura S, Hida A, Aritake S, et al. Validity of the Japanese version of the Munich ChronoType questionnaire. Chronobiol Int. 2014; 31(7): 845‐850.
  25. Zavada A, Gordijn MC, Beersma DG, et al. Comparison of the Munich chronotype questionnaire with the Horne‐Östberg’s morningness‐eveningness score. Chronobiol Int. 2005; 22(2): 267‐278.
  26. Cederroth CR, Albrecht U, Bass J, et al. Medicine in the fourth dimension. Cell Metab. 2019; 30(2): 238‐250.
  27. Levi F, Zidani R, Misset J‐L. Randomised multicentre trial of chronotherapy with oxaliplatin, fluorouracil, and folinic acid in metastatic colorectal cancer. Lancet. 1997; 350(9079): 681‐686.
  28. Lévi FA, Okyar A, Hadadi E, et al. Circadian regulation of drug responses: toward sex‐specific and personalized chronotherapy. Annu Rev Pharmacol Toxicol. 2024; 64(1): 89‐114.

Οι αγωνιστές των υποδοχέων του Γλυκαγονόμορφου Πεπτιδίου-1 (GLP-1 Receptor Agonists) σχετίζονται με μειωμένη θνησιμότητα σε ασθενείς που παρουσιάζουν Διαβητικό Πόδι: Μελέτη παρατήρησης με δεδομένα από το εθνικό σύστημα υγείας της Γαλλίας.

GLP-1 Receptor Agonists Are Associated With Reduced Mortality Following Diabetic Foot Ulcers: A Nationwide Observational Study;J.B Bonnet, H.Huguet, A. Avignon et al.Diabetes Care 2026;49(5):730-739

https://doi.org/10.2337/dc25-2120


Επιμέλεια : Δρ. Αγγελική Μερίτση, Επιμελήτρια Α’, Β’ Παθολογική Κλινική ΝΙΜΤΣ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Το Διαβητικό Πόδι  (ΔΠ) ως επιπλοκή του Σακχαρώδους Διαβήτη (ΣΔ) σχετίζεται με υψηλή νοσηρότητα και θνησιμότητα  ακόμη και μέσα στο πρώτο έτος  μετά την εμφάνισή του1. Μελέτες δείχνουν ότι ο 5ετης κίνδυνος θνησιμότητας  ο οποίος υπερβαίνει το 30% είναι συγκρίσιμος με αυτόν του καρκίνου, ενώ το συνολικό κόστος διαχείρισης είναι δυσανάλογα μεγάλο2. Πέρα από τις άμεσες δαπάνες που αποτελούν πολύ μεγάλη πρόκληση για τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης και τις κοινωνικές δομές, πρέπει να προστεθεί και η χαμένη παραγωγικότητα και ο αντίκτυπος στην κινητικότητα και την ανεξαρτησία των ατόμων που πάσχουν από ΔΠ.

Οι αγωνιστές του υποδοχέα  GLP-1 (GLP-1 Ras) είναι  γνωστοί για  τα καρδιομεταβολικά τους οφέλη, αλλά ο ρόλος τους στην επιβίωση των ασθενών με ΔΠ δεν είναι πλήρως διερευνημένος.

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ:

Σκοπός της μελέτης ήταν  αρχικά ο εντοπισμός παραγόντων που σχετίζονται με τη θνησιμότητα εντός έτους από την εμφάνιση ΔΠ. Ως δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν ομοίως ο εντοπισμός παραγόντων που σχετίζονται με τη θνησιμότητα εντός έτους από μείζονα ακρωτηριασμό.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ:

Πρόκειται για  μια πανεθνική, αναδρομική μελέτη κοόρτης χρησιμοποιώντας δεδομένα από εθνικά μητρώα υγείας της Γαλλίας για τον εντοπισμό ενηλίκων με πρωτοεμφανιζόμενη επιπλοκή ΔΠ μεταξύ Ιανουαρίου 2017 και Δεκεμβρίου 2018 με 12 μήνες παρακολούθησης. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με τη χρήση μοντέλων  αναλογικών κινδύνων Cox για την εκτίμηση των συσχετίσεων με τη θνησιμότητα, με προσαρμογή για δημογραφικές, κλινικές και θεραπευτικές παραμέτρους.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ:

Στη μελέτη πήραν μέρος 133.791 άτομα με πρωτοεμφανιζόμενη επιπλοκή ΣΔ ΔΠ. Το 14,6% απεβίωσε εντός έτους και το 3,5% υποβλήθηκε σε μείζονα ακρωτηριασμό. Από τα άτομα που ακρωτηριάστηκαν, το 28,8% απεβίωσε εντός έτους. Η μέση ηλικία των ατόμων που πήραν μέρος στη μελέτη ήταν 72,7 ± 13,1 έτη με 56,7% να είναι άνδρες. Ομοίως η μέση ηλικία των ατόμων που υποβλήθηκαν σε μείζονα ακρωτηριασμό ήταν 71.1 ± 11.4 έτη με 77%  να είναι άνδρες. Ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες θνησιμότητας εντός ενός έτους ήταν το ανδρικό φύλο (aHR [95%CI]  = 1,15 [1,11-1,18]), η μεγαλύτερη ηλικία (για ηλικιακή αύξηση κάθε 10 έτη aHR [95% CI] =1,64 [1,62-1,67]),  ΔΠ που έχρηζε νοσοκομειακής περίθαλψης (aHR [95% CI] = 2,16 [ 2.09-2.23]), η θεραπεία με ινσουλίνη (aHR [95%CI] = 1,27 [1,23-1,31]), ο μείζονας ακρωτηριασμός (a HR [95%CI] = 1,16 [1.09-1.24]), η συνύπαρξη καρδιαγγειακής νόσου (aHR [95%CI] =1,84 [1,78-1,91]), καρκίνου (aHR [95% CI] = 2,27 [2,20-2,35]), άνοιας (aHR [95%CI] = 1,59 [1,53-1,65]), τελικού σταδίου χρόνιας νεφρικής νόσου ( aHR [95%CI] = 1,61 [1,52-1,71]) και ηπατικής  ή εξωγενούς παγκρεατικής μοίρας του παγκρέατος αντιστοίχως νόσου (aHR [95%CI] = 1,71 [1,64-1,79]). Αντιθέτως, προστατευτικοί παράγοντες αναδείχθηκαν η θεραπεία με υπολιπιδαιμικά φάρμακα (aHR [95%CI] = 0,78 [0,76-0,81]), GLP-1 Ras (aHR [95%CI] = 0,75 [0,68-0,82]) και στενή παρακολούθηση από διαβητολόγους, (aHR [95%CI] = 0,82 [0,79-0,86]), οφθαλμιάτρους  (aHR [95%CI] = 0,74 [0.71-0,76]) και ποδιάτρους (aHR [95%CI] = 0,96 [0,93-1,00]). Παρόμοια πρότυπα παρατηρήθηκαν και για τη θνησιμότητα μετά από ακρωτηριασμό στο έτος  με τους  GLP-1 Ras να παρουσιάζουν σταθερό όφελος επιβίωσης (aHR [95%CI] = 0,72 [0,53-0,98]).

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΜΕΛΕΤΗΣ:

Στους βασικούς περιορισμούς της μελέτης είναι η έλλειψη καταγραφής  τόσο του τύπου όσο και της διάρκειας του ΣΔ των συμμετεχόντων καθώς επίσης και  βασικών κλινικών και βιολογικών παραμέτρων  όπως είναι το κάπνισμα, η αρτηριακή πίεση, το λιπιδαιμικό profile και η HbA1c που σχετίζονται βιβλιογραφικά με τα καταληκτικά σημεία. Επίσης, τα δεδομένα από το εθνικό μητρώο της Γαλλίας αντικατοπτρίζουν απλά τη  σύσταση για χορήγηση κι όχι την πραγματική συστηματική αγωγή του υπό μελέτη πληθυσμού. Τέλος, τα όποια ευρήματα εξαρτώνται άμεσα από την εγκυρότητα διαγνωστικών και θεραπευτικών κωδικών, επομένως είναι απαραίτητη η επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων σε στοχευμένους υποπληθυσμούς ατόμων με ΣΔ κι άλλες διεθνείς βάσεις δεδομένων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:

Η θνησιμότητα εντός έτους από την εμφάνιση του ΔΠ ως επιπλοκή του ΣΔ παραμένει υψηλή και σχετίζεται τόσο με την ηλικία όσο και με τις συννοσηρότητες των ατόμων με ΣΔ. Οι GLP-1 Ras και η δομημένη διεπιστημονική παρακολούθηση σχετίζονται με καλύτερη επιβίωση  σε αυτούς τους ασθενείς. Παρόλα αυτά απαιτείται σχεδιασμός τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών για την επιβεβαίωση των παραπάνω συμπερασμάτων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Armstrong DG, Boulton AJM, Bus SA. Diabetic foot ulcers and their recurrence. N Engl J Med 2017;376:2367-2375
  2. Armstrong DG, Swerdlow MA, Armstrong AA, Conte MS, Padula WV, Bus SA. Five year mortality and direct costs of care for people with diabetic foot complications are comparable to cancer. J Foot Ankle Res 2020; 13:16

Η αποτελεσματικότητα δίαιτας με χαμηλή περιεκτικότητα υδατανθράκων, σε συνδυασμό με άσκηση, στον γλυκαιμικό έλεγχο και τη μεταβολική υγεία σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2: Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Ye He, Zihan Dai, Angus Pak-hung Yu, Stephen Heung-sang Wong, Eric Tsz-chun Poon. Efficacy of a low-carbohydrate diet combined with exercise on glycemic control and metabolic health in type 2 diabetes mellitus: A systematic review and meta-analysis.  https://doi.org/10.1111/dom.70379


Επιμέλεια: Παξιμαδάς Χρήστός, Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc
Υπεύθυνος Διαιτολογικού Γραφείου ΓΝΑ ΝΙΜΤΣ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔΤ2) αποτελεί σημαντική πρόκληση για τη δημόσια υγεία. Το 2024 εκτιμάται ότι 588,7 εκατομμύρια ενήλικες παγκοσμίως ζούσαν με διαβήτη, αντιπροσωπεύοντας το 11,1% του παγκόσμιου πληθυσμού, κυρίως λόγω του ΣΔΤ2 [1,2]. Το βασικό χαρακτηριστικό του ΣΔΤ2 είναι η διαταραχή της ρύθμισης της γλυκόζης, η οποία συνοδεύεται από μεταβολικές διαταραχές, όπως η δυσλιπιδαιμία [3]. Αυτές οι ανωμαλίες όχι μόνο επιβαρύνουν τη μεταβολική υγεία αλλά αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επιπλοκών [4]. Παρεμβάσεις που βελτιώνουν αποτελεσματικά τους μεταβολικούς δείκτες είναι κρίσιμες για την επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου και τη μείωση των μακροπρόθεσμων κινδύνων [5]. Οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, όπως οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων και η άσκηση, αποτελούν από τις πιο σημαντικές και εφαρμόσιμες στρατηγικές για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου και της μεταβολικής υγείας στον ΣΔΤ2 [6]. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατροφικές οδηγίες [7], οι υδατάνθρακες συνεισφέρουν συνήθως το 45%-65% της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης, εύρος που θεωρείται μη περιοριστικό. Συνεπώς, δίαιτες με λιγότερο από 45% ενέργειας από υδατάνθρακες θεωρούνται περιοριστικές [8]. Ο περιορισμός των υδατανθράκων μπορεί να κατηγοριοποιηθεί περαιτέρω ως εξής: ήπια δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων: 26%–45% και σε πολύ χαμηλή: <26% ή <130 g/ημέρα [8-10]. Η υψηλότερη πρόσληψη υδατανθράκων έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο νόσου [11]. Παράλληλα, η δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων (LCD), έχει αναγνωριστεί για την ικανότητα της να στοχεύει άμεσα τη μεταγευματική γλυκαιμία, να βελτιώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη και να προάγει τη μείωση του σωματικού βάρους, παράγοντες που είναι ιδιαίτερα σημαντικοί στην παθοφυσιολογία του ΣΔΤ2 [9,12]. Η έλλειψη σωματικής άσκησης έχει χαρακτηριστεί ως πραγματικός αιτιολογικός παράγοντας χρόνιων νοσημάτων (όπως ο ΣΔΤ2 και τα καρδιαγγειακά νοσήματα), καθώς και θνησιμότητας [13]. Οι δομημένες παρεμβάσεις άσκησης, συμπεριλαμβανομένης της αερόβιας άσκησης, της προπόνησης αντιστάσεων, της διαλειμματικής προπόνησης υψηλής έντασης και των συνδυαστικών προγραμμάτων, έχουν επιδείξει ευνοϊκά αποτελέσματα στον γλυκαιμικό έλεγχο και στους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου [14-17]. Τα οφέλη της άσκησης στον γλυκαιμικό έλεγχο εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση της συνολικής ευαισθησίας του οργανισμού στην ινσουλίνη, γεγονός που έχει υποστηριχθεί από προηγούμενες μελέτες οι οποίες καταδεικνύουν σημαντικά οφέλη στη συγγένεια των υποδοχέων και στη μυϊκή δύναμη, με αποτέλεσμα την αύξηση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη σε άτομα με ΣΔΤ2 [18,19]. Μέσω της μείωσης της αντίστασης στην ινσουλίνη και της ενίσχυσης της οξείδωσης των λιπιδίων, η δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων (LCD) ενδέχεται να δρα συνεργατικά με την άσκηση, ώστε να βελτιστοποιηθεί περαιτέρω ο γλυκαιμικός έλεγχος και ο έλεγχος του σωματικού λίπους [20,21]. Ωστόσο, η υπάρχουσα έρευνα επικεντρώνεται κυρίως σε μεμονωμένες συγκρίσεις της LCD έναντι άλλων διατροφικών προτύπων, συμπεριλαμβανομένων των διαιτών χαμηλών λιπαρών και των διαιτών υψηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες [22,23], ενώ παρατηρείται έλλειψη συστηματικής διερεύνησης των συνδυασμένων επιδράσεων της LCD και της άσκησης.

ΣΚΟΠΟΣ

Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας μιας δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες σε συνδυασμό με άσκηση (LCD + EX), σε σύγκριση με μια δίαιτα χωρίς περιορισμό υδατανθράκων σε συνδυασμό με άσκηση (NRD + EX), ως προς τον γλυκαιμικό έλεγχο και άλλες κλινικά σημαντικές εκβάσεις μεταβολικής υγείας σε ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2).

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Πραγματοποιήθηκε συστηματική αναζήτηση σε πέντε βάσεις δεδομένων από την έναρξή τους έως την 1η Αυγούστου 2025. Οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές (RCTs) αναλύθηκαν με τη χρήση μοντέλων τυχαίων επιδράσεων, με τα αποτελέσματα να εκφράζονται ως μέση διαφορά (MD) και 95% διαστήματα εμπιστοσύνης (CI).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συμπεριλήφθηκαν δώδεκα RCTs με συνολικά 805 συμμετέχοντες. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων LCD + EX και NRD + EX στη συνολική ανάλυση για: γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c), (MD [95% CI]: 0.18 [0.43, 0.07] %, p= 0.16, γλυκόζη νηστείας (0.30 [ 0.67, 0.07] mmol/L, p= 0.11), επίπεδα ινσουλίνης (1.45 [ 3.62, 0.73] μIU/mL, p= 0.19) και δείκτη HOMA-IR (0.17 [ 0.46, 0.11] arbitrary unit, p= 0.23). Επιπλέον, δεν εντοπίστηκαν διαφορές μεταξύ των ομάδων ως προς τη σύσταση σώματος, την αρτηριακή πίεση, την ολική χοληστερόλη και την LDL χοληστερόλη. Ωστόσο, οι μεταβολές στην HDL χοληστερόλη και στα τριγλυκερίδια ευνόησαν την ομάδα LCD + EX. Η υποομαδική ανάλυση για διάρκεια παρέμβασης ≤6 μηνών έδειξε τάση βελτίωσης για: HbA1c (0.30 [ 0.57, 0.03] %, p= 0.03) και γλυκόζη νηστείας (0.34 [ 0.69, 0.00] mmol/L, p= 0.05) στην ομάδα LCD + EX.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Συμπερασματικά, τα συνολικά αποτελέσματα της σύγκρισης μεταξύ δίαιτας χαμηλών υδατανθράκων σε συνδυασμό με άσκηση (LCD + EX) και δίαιτας χωρίς περιορισμό υδατανθράκων σε συνδυασμό με άσκηση (NRD + EX) δεν έδειξαν διαφορές στον γλυκαιμικό έλεγχο και στους περισσότερους μεταβολικούς δείκτες σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Τα ευρήματά ανέδειξαν ένα μέτριο όφελος του σχήματος LCD + EX στον γλυκαιμικό έλεγχο κατά το αρχικό στάδιο της παρέμβασης, συγκριτικά με το NRD + EX, καθώς και επιλεκτικές βελτιώσεις στο λιπιδαιμικό προφίλ. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν ότι το LCD + EX αποτελεί μια βιώσιμη προσέγγιση στις μη φαρμακολογικές στρατηγικές διαχείρισης του ΣΔΤ2 και αναδεικνύουν την ανάγκη ενσωμάτωσης αλλαγών στον τρόπο ζωής ως βασικού συστατικού του θεραπευτικού πλάνου. Μελλοντικές μελέτες θα μπορούσαν να εστιάσουν στις διαφορές μεταξύ διαφορετικών τύπων δίαιτας χαμηλών υδατανθράκων, επιτρέποντας εξατομικευμένες κλινικές συστάσεις.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. GBD 2021 Diabetes Collaborators. Global, regional, and national burden of diabetes from 1990 to 2021, with projections of prevalence to 2050: a systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2021. Lancet. 2023;402(10397):203-234.
  2. International Diabetes Federation. Diabetes Atlas. 11th ed. International Diabetes Federation; 2025.
  3. Sacks DB, Arnold M, Bakris GL, et al. Guidelines and recommendations for laboratory analysis in the diagnosis and management of diabetes mellitus. Clin Chem. 2023;69(8):808-868.
  4. Wang Z, Chen J, Zhu L, et al. Metabolic disorders and risk of cardiovascular diseases: a two-sample mendelian randomization study. BMC Cardiovasc Disord. 2023;23(1):529.
  5. Handelsman Y, Butler J, Bakris GL, et al. Early intervention and intensive management of patients with diabetes, cardiorenal, and metabolic diseases. J Diabetes Complications. 2023;37(2):108389.
  6. Espinola OP, Tobias DK, Manson JE. The role of lifestyle interventions for the prevention and treatment of type 2 diabetes: a narrative review. Am J Lifestyle Med. 2025; (in press).
  7. U.S. Department of Agriculture and U.S. Department of Health and Human Services. Dietary Guidelines for Americans 2020–2025. U.S. Government Publishing Office; 2020.
  8. Silverii GA, Cosentino C, Santagiuliana F, et al. Effectiveness of low carbohydrate diets for long-term weight loss in obese individuals: a meta-analysis of randomized controlled trials. Diabetes Obes Metab. 2022;24(8):1458-1468.
  9. Evert AB, Dennison M, Gardner CD, et al. Nutrition therapy for adults with diabetes or prediabetes: a consensus report. Diabetes Care. 2019;42(5):731-754.
  10. Merrill JD, Soliman D, Kumar N, et al. Low carbohydrate and very-low-carbohydrate diets in patients with diabetes. Diabetes Spectr. 2020;33(2):133-142.
  11. Dehghan M, Mente A, Zhang X, et al. Associations of fats and carbo- hydrate intake with cardiovascular disease and mortality in 18 countries from five continents (PURE): a prospective cohort study. Lancet. 2017;390(10107):2050-2062.
  12. Blaak EE, Antoine JM, Benton D, et al. Impact of postprandial glycaemia on health and prevention of disease. Obes Rev. 2012;13(10):923-984.
  13. Fiuza-Luces C, Santos-Lozano A, Joyner M, et al. Exercise benefits in cardiovascular disease: beyond attenuation of traditional risk factors. Nat Rev Cardiol. 2018;15(12):731-743.
  14. Kanaley JA, Colberg SHERIR, Corcoran MATTHEWH, et al. Exercise/physical activity in individuals with type 2 diabetes: a consensus statement from the american college of sports medicine. Med SciSports Exerc. 2022;54(2):353-368.
  15. Al-Mhanna SB, Poon ET-C, Franklin BA, et al. Comparative effectiveness of high-intensity interval training and moderate-intensity continuous training on cardiometabolic health in patients with diabesity: a systematic review and meta-analysis of randomized controlled trials. Diabetol Metab Syndr. 2025;17(1):331. 1945
  16. Poon ET, Li H-Y, Kong APS, et al. Efficacy of high-intensity interval training in individuals with type 2 diabetes mellitus: an umbrella review of systematic reviews and meta-analyses. Diabetes Obes Metab. 2025;27(4):1719-1734.
  17. Poon ET, Wong PS, Kong APS, et al. Efficacy of exercise-based interventions for prediabetes: an umbrella review of meta-analyses of randomised controlled trials. EClinicalMedicine. 2025;90:103606.
  18. Syeda USA, Battillo D, Visaria A, et al. The importance of exercise for glycemic control in type 2 diabetes. Am J Med Open. 2023;9:100031.
  19. Zhao X, He Q, Zeng Y, et al. Effectiveness of combined exercise in people with type 2 diabetes and concurrent overweight/obesity: a systematic review and meta-analysis. BMJ Open. 2021;11(10):e046252.
  20. Kelly T, Unwin D, Finucane F. Low-carbohydrate diets in the management of obesity and type 2 diabetes: a review from clinicians using the approach in practice. Int J Environ Res Public Health. 2020;17(7):2557.
  21. Han Y, Cheng B, Guo Y, et al. A low-carbohydrate diet realizes medication withdrawal: a possible opportunity for effective glycemic control. Front Endocrinol (Lausanne). 2021;12:779636.
  22. Santos FL, Esteves SS, da Costa Pereira A, et al. Systematic review and meta-analysis of clinical trials of the effects of low carbohydrate diets on cardiovascular risk factors. Obes Rev.2012;13(11):1048-1066.
  23. Bueno NB, de Melo ISV, de Oliveira SL, et al. Very-low carbohydrate ketogenic diet v. low-fat diet for long-term weight loss: a meta-analysis of randomised controlled trials. Br J Nutr. 2013;110(7):1178-1187.
  24. Kelly T, Unwin D, Finucane F. Low-carbohydrate diets in the management of obesity and type 2 diabetes: a review from clinicians using the approach in practice. Int J Environ Res Public Health. 2020;17(7):2557.
  25. Han Y, Cheng B, Guo Y, et al. A low-carbohydrate diet realizes medication withdrawal: a possible opportunity for effective glycemic control. Front Endocrinol (Lausanne). 2021;12:779636.
  26. Santos FL, Esteves SS, da Costa Pereira A, et al. Systematic review and meta-analysis of clinical trials of the effects of low carbohydrate diets on cardiovascular risk factors. Obes Rev. 2012;13(11):1048-1066.
  27. Bueno NB, de Melo ISV, de Oliveira SL, et al. Very-low carbohydrate ketogenic diet v. low-fat diet for long-term weight loss: a meta-analysis of randomised controlled trials. Br J Nutr. 2013;110(7):1178-1187.

Συνδυαστική συσχέτιση των αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1 (GLP-1 RAs) και των συνηθειών υγιεινού τρόπου ζωής με τα καρδιαγγειακά αποτελέσματα σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2: προοπτική μελέτη κοόρτης

Nguyen XT, Li Y, Czernichow S, et al.; VA Million Veteran Program. Combined associations of GLP-1 receptor agonists and a healthy lifestyle with cardiovascular outcomes among individuals with type 2 diabetes: a prospective cohort study. Lancet Diabetes Endocrinol. 2026 Apr;14(4):317-326. doi: 10.1016/S2213-8587(25)00395-X. PMID: 41763234.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 (GLP-1 RAs) έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικοί στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) και εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες συνδυαστικές επιδράσεις της χρήσης GLP-1 RAs και της υιοθέτησης υγιεινών συνηθειών τρόπου ζωής στα καρδιαγγειακά αποτελέσματα δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της συνδυαστικής συσχέτισης μεταξύ της χρήσης GLP-1 RAs και της τήρησης οκτώ συνηθειών χαμηλού κινδύνου με τα καρδιαγγειακά αποτελέσματα σε άτομα με ΣΔΤ2.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Διεξήχθη προοπτική μελέτη κοόρτης στο πλαίσιο του Million Veteran Program (MVP) του Υπουργείου Υποθέσεων Βετεράνων των ΗΠΑ (VA), κατά την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2011 έως τον Σεπτέμβριο του 2023. Συμμετείχαν άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) χωρίς ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου, εγκεφαλικού επεισοδίου ή προχωρημένης χρόνιας νεφρικής νόσου. Αξιολογήθηκαν οκτώ συνήθειες χαμηλού κινδύνου: υγιεινή διατροφή, σωματική δραστηριότητα, μη καπνιστική συμπεριφορά, ποιοτικός ύπνος, αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, διαχείριση του άγχους, κοινωνική σύνδεση και υποστήριξη, και απουσία διαταραχής χρήσης οπιοειδών. Πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν τα μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα (major adverse cardiovascular events, MACE), οριζόμενα ως μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο ή καρδιαγγειακός θάνατος. Ο κίνδυνος εμφάνισης MACE εκτιμήθηκε με χρήση πολυμεταβλητών μοντέλων αναλογικών κινδύνων Cox, σε συνάρτηση με τη χρήση GLP-1 RAs και τον αριθμό των τηρούμενων συνηθειών χαμηλού κινδύνου.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Από τα 963.753 εγγεγραμμένα άτομα, συμπεριλήφθηκαν συνολικά 98.261 συμμετέχοντες, αντιστοιχώντας σε 632.543 ανθρωπο-έτη παρακολούθησης, κατά τη διάρκεια των οποίων καταγράφηκαν 10.443 συμβάντα MACE. Τα κύρια ευρήματα ήταν τα εξής:

  • Ο πολυμεταβλητά προσαρμοσμένος λόγος κινδύνου (HR) για MACE ήταν 0,40 (95% CI: 0,30-0,54) για τα άτομα που τηρούσαν και τις 8 συνήθειες χαμηλού κινδύνου, σε σύγκριση με εκείνα που τηρούσαν 1 ή καμία.
  • Ο HR για MACE ήταν 0,84 (95% CI: 0,76-0,92) για χρήστες GLP-1 RAs σε σύγκριση με μη χρήστες.
  • Τα άτομα που χρησιμοποιούσαν GLP-1 RAs και τηρούσαν 6–8 συνήθειες χαμηλού κινδύνου είχαν κατά 43% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης MACE σε σύγκριση με όσους τηρούσαν ≤3 συνήθειες και δεν χρησιμοποιούσαν GLP-1 RAs (HR: 0,57; 95% CI: 0,46-0,71).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η τήρηση συνηθειών χαμηλού κινδύνου σε συνδυασμό με τη χρήση GLP-1 RAs συσχετίστηκε με μεγαλύτερη μείωση του κινδύνου MACE σε σύγκριση με καθεμία από τις παρεμβάσεις μεμονωμένα. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία της ενσωμάτωσης παρεμβάσεων τρόπου ζωής με τη φαρμακοθεραπεία στη διαχείριση του ΣΔΤ2, αναδεικνύοντας τη συνεργιστική τους δράση. Συνολικά, τα αποτελέσματα ενισχύουν την ανάγκη για μια ολιστική προσέγγιση στη διαχείριση του ΣΔΤ2, που συνδυάζει φαρμακοθεραπεία και τροποποίηση του τρόπου ζωής.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Marso SP, Daniels GH, Brown-Frandsen K, et al.; LEADER Steering Committee; LEADER Trial Investigators. Liraglutide and cardiovascular outcomes in type 2 diabetes. N Engl J Med. 2016;375(4):311-322. doi: 10.1056/NEJMoa1603827.
  2. Marso SP, Bain SC, Consoli A, et al.; SUSTAIN-6 Investigators. Semaglutide and cardiovascular outcomes in patients with type 2 diabetes. N Engl J Med. 2016;375(19):1834-1844. doi: 10.1056/NEJMoa1607141.
  3. Xie Y, Bowe B, Xian H, Loux T, McGill JB, Al-Aly Z. Comparative effectiveness of SGLT2 inhibitors, GLP-1 receptor agonists, DPP-4 inhibitors, and sulfonylureas on risk of major adverse cardiovascular events: emulation of a randomised target trial using electronic health records. Lancet Diabetes Endocrinol. 2023 Sep;11(9):644-656. doi: 10.1016/S2213-8587(23)00171-7.

 

Εθνικές τάσεις στις δαπάνες για αντιδιαβητικά φάρμακα σε ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη στις ΗΠΑ, 2000-2022

Wang Y, Bullard KM, Zhang P. National Trends in Expenditures on Glucose-Lowering Medications in U.S. Adults With Diabetes: 2000-2022. Diabetes Care. 2026 Apr 1;49(4):571-577. doi: 10.2337/dc25-2016. PMID: 41701609.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Η εισαγωγή νέων κατηγοριών αντιδιαβητικών φαρμάκων – όπως οι GLP-1RA και οι SGLT-2 αναστολείς – καθώς και οι αλλαγές στις ασφαλιστικές πολιτικές ενδέχεται να έχουν μεταβάλει σημαντικά τις δαπάνες για τα αντιδιαβητικά φάρμακα. Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν η ανάλυση των εθνικών τάσεων των κατά κεφαλήν δαπανών για αντιδιαβητικά φάρμακα σε ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) στις ΗΠΑ κατά την περίοδο 2000-2022, συνολικά και ανά υποομάδες πληθυσμού.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από τις Έρευνες Ιατρικών Δαπανών (Medical Expenditure Panel Survey, MEPS). Η ανάλυση αφορούσε τις ετήσιες κατά κεφαλήν δαπάνες για αντιδιαβητικά φάρμακα σε ενήλικες (≥18 ετών) με αυτοαναφερόμενο ΣΔ. Τα φάρμακα κατατάχθηκαν σε τέσσερις κατηγορίες: (1) παλαιότερα από του στόματος φάρμακα (μετφορμίνη, σουλφονυλουρίες, θειαζολιδινεδιόνες, αναστολείς α-γλυκοσιδάσης, μεγλιτινίδες), (2) νεότερα μη ινσουλινικά φάρμακα (αναστολείς DPP-4, GLP-1 RAs, SGLT2i, ανάλογα αμυλίνης, σύνθετα σκευάσματα), (3) ανθρώπινη ινσουλίνη και (4) ανάλογα ινσουλίνης. Για τον εντοπισμό μεταβολών στις τάσεις εφαρμόστηκε ανάλυση παλινδρόμησης Joinpoint. Εκτιμήθηκαν επίσης οι μεταβολές στον αριθμό των χρηστών και στις δαπάνες ανά χρήστη για κάθε κατηγορία φαρμάκων.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Τα κυριότερα ευρήματα της μελέτης ήταν:

  • Οι συνολικές κατά κεφαλήν δαπάνες για αντιδιαβητικά φάρμακα αυξήθηκαν κατά 335%, από 856 $ το 2000 σε 3.725 $ το 2022.
  • Κατά την περίοδο 2000-2012, οι δαπάνες αυξάνονταν κατά 29 $ ετησίως. Μετά το 2012 η αύξηση επιταχύνθηκε σε 224 $ ετησίως.
  • Καταγράφηκε αξιοσημείωτη αύξηση των δαπανών για νεότερα μη ινσουλινικά φάρμακα (GLP-1RA, SGLT2i, αναστολείς DPP-4), ενώ οι δαπάνες για παλαιότερα από του στόματος φάρμακα και ανθρώπινη ινσουλίνη μειώθηκαν.
  • Οι δαπάνες για ανάλογα ινσουλίνης αυξήθηκαν αρχικά αλλά σταθεροποιήθηκαν μετά το 2016.
  • Η ανοδική τάση στα νεότερα φάρμακα υψηλού κόστους οφειλόταν κυρίως στην αύξηση του αριθμού χρηστών.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι κατά κεφαλήν δαπάνες για νεότερα αντιδιαβητικά φάρμακα έχουν αυξηθεί σημαντικά κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες στις ΗΠΑ, κυρίως λόγω της ευρύτερης χρήσης αποτελεσματικών αλλά υψηλού κόστους θεραπειών. Η ανάδειξη των βασικών παραγόντων που οδηγούν σε αυτή την αύξηση – συμπεριλαμβανομένης της διεύρυνσης των ενδείξεων, της εξέλιξης των κλινικών κατευθυντήριων οδηγιών και των μεταβολών στην ασφαλιστική κάλυψη – είναι κρίσιμη για τη βελτίωση της προσβασιμότητας και της οικονομικής προσιτότητας των θεραπειών για τον ΣΔ. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές φαρμάκου που θα διασφαλίζουν ισότιμη πρόσβαση για ασθενείς από διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά υπόβαθρα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. American Diabetes Association Professional Practice Committee for Diabetes*; 9. Pharmacologic Approaches to Glycemic Treatment: Standards of Care in Diabetes—2026. Diabetes Care1 January 2026; 49 (Supplement_1): S183–S215. https://doi.org/10.2337/dc26-S009
  2. Hua X, Carvalho N, Tew M, Huang ES, Herman WH, Clarke P. Expenditures and prices of antihyperglycemic medications in the United States: 2002-2013. JAMA. 2016;315(13):1400-1402. doi: 10.1001/jama.2016.0126.
  3. Dieleman JL, Cao J, Chapin A, et al. US health care spending by payer and health condition, 1996-2016. JAMA. 2020;323(9):863-884. doi: 10.1001/jama.2020.0734.

 

Σύστημα αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης χωρίς σωληνάκι έναντι πολλαπλών ημερήσιων ενέσεων σε παιδιά και ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και αυξημένη HbA1c (RADIANT): Πολυκεντρική τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη

Wilmot EG, Beltrand J, Guerci B, et al. Tubeless automated insulin delivery versus multiple daily injections in children and adults with type 1 diabetes with elevated HbA1c (RADIANT): a multicentre, international, parallel-group, open-label, randomised, controlled trial. Lancet Diabetes Endocrinol. 2026 Apr;14(4):305-316. doi: 10.1016/S2213-8587(25)00364-X. PMID: 41747751.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗΣΚΟΠΟΣ

Τα συστήματα αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης (Automated Insulin Delivery, AID) έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στη βελτίωση της γλυκαιμικής ρύθμισης σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1) που χρησιμοποιούν αντλία ινσουλίνης. Ωστόσο, δεν υπήρχαν έως τώρα τυχαιοποιημένες μελέτες που να αξιολογούν τα οφέλη των συστημάτων AID χωρίς σωληνάκι (tubeless) τόσο σε ενήλικες όσο και σε παιδιά με υποβέλτιστη γλυκαιμική ρύθμιση, σε σύγκριση με πολλαπλές ημερήσιες ενέσεις ινσουλίνης (Multiple Daily Injections, MDI). Στόχος της μελέτης RADIANT ήταν η αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας ενός tubeless AID συστήματος σε σχέση με τις MDI σε αυτόν τον πληθυσμό.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η RADIANT ήταν μια πολυκεντρική, διεθνής, παράλληλων ομάδων, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη κλινική δοκιμή ανοιχτής σχεδίασης, που διεξήχθη σε 19 νοσοκομεία του Ηνωμένου Βασιλείου, του Βελγίου και της Γαλλίας. Συμμετείχαν άτομα ηλικίας 4-70 ετών με ΣΔΤ1 που ελάμβαναν MDI και χρησιμοποιούσαν συνεχή παρακολούθηση γλυκόζης (CGM), με HbA1c 7,5-11%. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν τυχαία σε αναλογία 2:1 σε tubeless AID ή συνέχιση MDI (ομάδα ελέγχου). Πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η διορθωμένη διαφορά μεταξύ των ομάδων ως προς την HbA1c στις 13 εβδομάδες, η οποία αξιολογήθηκε για ανωτερότητα.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Μεταξύ του Σεπτεμβρίου 2023 και του Απριλίου 2024 τυχαιοποιήθηκαν συνολικά 188 συμμετέχοντες (ομάδα AID: n=125, ομάδα ελέγχου: n=63). Τα κυριότερα αποτελέσματα ήταν:

  • Στην ομάδα AID, η HbA1c μειώθηκε από 8,1% (SD 0,7; 65 mmol/mol) στην έναρξη σε 7,2% (SD 0,6; 55 mmol/mol) στις 13 εβδομάδες.
  • Στην ομάδα ελέγχου η HbA1c παρέμεινε σταθερή: από 8,1% (SD 0,6; 65 mmol/mol) σε 8,0% (SD 0,7; 64 mmol/mol).
  • Η διορθωμένη μέση διαφορά μεταξύ των ομάδων ήταν -0,8% (95% ΔΕ: -1,0 έως -0,6; -8,7 mmol/mol [95% ΔΕ: -10,9 έως -6,6]; p<0,0001).
  • Δεν καταγράφηκαν επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας ή διαβητικής κετοξέωσης σε καμία από τις δύο ομάδες κατά τη διάρκεια της μελέτης.
  • Αναφέρθηκαν 39 ανεπιθύμητες ενέργειες σε 28 συμμετέχοντες της ομάδας AID και 3 σε 3 συμμετέχοντες της ομάδας ελέγχου. Δύο σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα (νόσος Kawasaki και οξύ στεφανιαίο σύνδρομο) στην ομάδα AID κρίθηκαν άσχετα με τη συσκευή ή τη διαδικασία της μελέτης.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τα αποτελέσματα της μελέτης RADIANT καταδεικνύουν την κλινική αποτελεσματικότητα της άμεσης μετάβασης από MDI σε tubeless AID σε ενήλικες και παιδιά με ΣΔΤ1 που δεν επιτυγχάνουν τους γλυκαιμικούς τους στόχους, χωρίς ανησυχίες ασφαλείας. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν την ένταξη των tubeless AID συστημάτων ως θεραπευτική επιλογή στο τυπικό θεραπευτικό πλαίσιο για άτομα με ΣΔΤ1 και υπογλυκαιμική ρύθμιση κάτω από τον επιθυμητό στόχο υπό MDI, τόσο στον παιδιατρικό όσο και στον ενήλικο πληθυσμό.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Bergenstal RM, Nimri R, Beck RW, et al. A comparison of two hybrid closed-loop systems in adolescents and young adults with type 1 diabetes (FLAIR): a multicentre, randomised, crossover trial. Lancet. 2021;397(10270):208-219. doi: 10.1016/S0140-6736(20)32514-9.
  2. Breton MD, Kanapka LG, Beck RW, et al. A randomized trial of closed-loop control in children with type 1 diabetes. N Engl J Med. 2020;383(9):836-845. doi: 10.1056/NEJMoa2004736.
  3. Kovatchev BP. The artificial pancreas in 2017: the year of transition from research to clinical practice. Nat Rev Endocrinol. 2018;14(2):74-76. doi: 10.1038/nrendo.2017.170.

 

Θεραπεία με teplizumab στο στάδιο 2 του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1: αξιολόγηση μεταβολικών και ανοσολογικών αποτελεσμάτων σε πραγματικές συνθήκες

Επιμέλεια: Σωκράτης Κατωπόδης, Ειδικός Παθολόγος


Karakus KE, Chesshir L, Walker S, et al. Diabetologia. 2026 Jan 15. doi: 10.1007/s00125-025-06646-6.

 

ΣΚΟΠΟΣ

Η παρούσα μελέτη αποτελεί την πρώτη προοπτική μελέτη παρατήρησης πραγματικών συνθηκών (real-world) σχετικά με τη χρήση του teplizumab μετά την έγκρισή του από τον Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων των Ηνωμένων Πολιτειών (FDA) σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1) σταδίου 2. Διερευνήθηκε κατά πόσο οι γλυκαιμικές αποκρίσεις που είχαν παρατηρηθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές αναπαράγονται στην καθημερινή κλινική πρακτική, καθώς και οι ανοσολογικοί βιοδείκτες που σχετίζονται με τη θεραπευτική παρέμβαση.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Παιδιά και ενήλικες με ΣΔτ1 σταδίου 2 παρακολουθήθηκαν προοπτικά στην Κλινική Πρώιμου Σακχαρώδους Διαβήτη Τύπου 1 (Early Type 1 Diabetes Clinic) του Barbara Davis Center. Τα άτομα που έλαβαν teplizumab μεταξύ Απριλίου 2023 και Φεβρουαρίου 2025 (n=30) συγκρίθηκαν με ομάδα ατόμων που δεν έλαβαν θεραπεία (n=10). Οι κύριες αξιολογήσεις περιλάμβαναν δοκιμασίες ανοχής γλυκόζης από το στόμα (OGTT), μετρήσεις γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) και δεδομένα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM), πριν και μετά τη θεραπεία. Διαχρονικά μεταβολικά δεδομένα ήταν διαθέσιμα για έως και 22 συμμετέχοντες που έλαβαν θεραπεία, με επανεκτιμήσεις για 2 έως 13 μήνες μετά τη χορήγηση της θεραπείας. Οι μεταβολές στις β αλυσίδες των αλληλουχιών του υποδοχέα των Τ-λεμφοκυττάρων (TCR) που στοχεύουν τον ιό Epstein–Barr (EBV) και αντιγόνα των νησιδίων μετρήθηκαν διαχρονικά από γονιδιωματικό DNA, μέσω στοχευμένης αλληλούχισης TCR βασισμένης σε PCR.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Μεταξύ των ατόμων που έλαβαν θεραπεία και επανεκτιμήθηκαν 2–6 μήνες μετά, παρατηρήθηκε βελτίωση της τιμής της γλυκόζης στις 2 ώρες της καμπύλης OGTT (10,7 ± 2,1 σε 8,8 ± 2,8 mmol/l, p=0,007), καθώς και της HbA1c (40 ± 4 σε 39 ± 6 mmol/mol [5,8 ± 0,4% σε 5,7 ± 0,5%], p=0,044). Επιπλέον, το 67% των συμμετεχόντων εμφάνισε σταθερό ή μειωμένο ποσοστό χρόνου CGM ≥7,8 mmol/l. Οι CD4, ειδικοί για την προπροϊνσουλίνη, υποδοχείς των Τ-λεμφοκυττάρων (TCR) μειώθηκαν μετά τη θεραπεία, χωρίς αντίστοιχη μεταβολή στην ομάδα σύγκρισης. Οι μειώσεις αυτές συσχετίστηκαν με υψηλότερη επιφάνεια κάτω από την καμπύλη (AUC) του C-πεπτιδίου (r = −0,656, p = 0,013). Οι αλληλουχίες TCR έναντι του EBV παρέμειναν παρόμοιες πριν και μετά τη θεραπεία με teplizumab.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Το teplizumab μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια και αποτελεσματικότητα στην καθημερινή κλινική πράξη. Οι πρώιμες βελτιώσεις των γλυκαιμικών δεικτών και η μείωση των CD4, ειδικών για την προπροϊνσουλίνη, TCR υποδηλώνουν ότι οι ανοσολογικές μεταβολές μετά τη θεραπεία ενδέχεται να αποτελέσουν βιοδείκτες για την καθοδήγηση πρώιμων παρεμβάσεων σε αρχικά στάδια της νόσου.

 

Έκθεση σε αντιβιοτικά κατά την πρώιμη ζωή και κίνδυνος εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1: συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Επιμέλεια: Σωκράτης Κατωπόδης, Ειδικός Παθολόγος


 

Callum De Pasquale, Leonard C. Harrison. Front. Endocrinol., 13 Feb 2026 Sec. Clinical Diabetes vol.17, https://doi.org/10.3389/fendo.2026.1764522.

 

ΣΚΟΠΟΣ

Η έκθεση σε αντιβιοτικά επηρεάζει το εντερικό μικροβίωμα και ενδέχεται να τροποποιεί την ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος του βρέφους, με πιθανή συνέπεια την εμφάνιση αυτοάνοσων νοσημάτων, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 (ΣΔτ1). Τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη συσχέτιση της έκθεσης σε αντιβιοτικά κατά τα πρώτα στάδια της ζωής με τον κίνδυνο εμφάνισης ΣΔτ1 παραμένουν αντικρουόμενα. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διενέργεια συστηματικής ανασκόπησης και μετα-ανάλυσης για τη διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ της πρώιμης έκθεσης σε αντιβιοτικά και της ανάπτυξης ΣΔτ1.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Συμπεριλήφθηκαν μελέτες παρατήρησης που αξιολόγησαν τη σχέση μεταξύ έκθεσης σε αντιβιοτικά κατά τα πρώτα στάδια της ζωής και εμφάνισης ΣΔτ1. Εξετάστηκαν τέσσερις χρονικές περίοδοι: οι 12 μήνες πριν από τη σύλληψη, η προγεννητική περίοδος (κατά τη διάρκεια της κύησης), η νεογνική περίοδος και η περίοδος έως και 24 μήνες μετά τη γέννηση. Πραγματοποιήθηκε συστηματική αναζήτηση στις βάσεις δεδομένων Medline, Embase, Web of Science Core Collection και Scopus από την έναρξη έως την ημερομηνία 28 Αυγούστου 2024. Όλες οι αναφορές εισήχθησαν στο σύστημα Covidence για αυτοματοποιημένη αφαίρεση διπλών εγγραφών και διαδοχικό έλεγχο περιλήψεων και πλήρων κειμένων από δύο ανεξάρτητους αξιολογητές.

Τα δεδομένα από 20 μελέτες, που περιλάμβαναν συνολικά 10.960 περιπτώσεις ΣΔτ1, αναλύθηκαν με μετα-ανάλυση τυχαίων επιδράσεων. Υπολογίστηκαν συνδυαστικοί λόγοι πιθανοτήτων (odds ratios, ORs) και λόγοι κινδύνου (hazard ratios, HRs) με τα αντίστοιχα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% (95% confidence interval, CI).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Κατά την περίοδο πριν τη σύλληψη, η μητρική έκθεση σε μακρολίδες (OR = 1,23 [95% CI: 1,02–1,48]), σουλφοναμίδη/τριμεθοπρίμη (OR = 1,34 [95% CI: 1,07–1,69]) ή τετρακυκλίνη (OR = 1,26 [95% CI: 1,11–1,44]) συσχετίστηκε με αυξημένες πιθανότητες εμφάνισης ΣΔτ1 στους απογόνους. Αντίθετα, η έκθεση σε αντιβιοτικά κατά την προγεννητική, νεογνική και μεταγεννητική περίοδο δεν συσχετίστηκε στατιστικά σημαντικά με κίνδυνο εμφάνισης ΣΔτ1.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η έκθεση πριν τη σύλληψη σε συγκεκριμένες κατηγορίες αντιβιοτικών ενδέχεται να αποτελεί έναν τροποποιήσιμο μητρικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση ΣΔτ1 στους απογόνους. Το εύρημα αυτό θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στις κατευθυντήριες οδηγίες συνταγογράφησης αντιβιοτικών, όμως απαιτείται επιβεβαίωση μέσω περαιτέρω μελετών που θα εξετάσουν συγκεκριμένες κατηγορίες αντιβιοτικών και τον ακριβή χρόνο έκθεσης πριν τη σύλληψη.

Καταχώριση συστηματικής ανασκόπησης: Το πρωτόκολλο καταχωρήθηκε εκ των προτέρων στο PROSPERO (CRD42024589374) και ακολούθησε τις κατευθυντήριες οδηγίες PRISMA.

Από του στόματος σεμαγλουτίδη και εκβάσεις καρδιακής ανεπάρκειας σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2: δευτερογενής ανάλυση της τυχαιοποιημένης κλινικής δοκιμής SOUL

Επιμέλεια: Σωκράτης Κατωπόδης, Ειδικός Παθολόγος


 

Pop-Busui R, Rasmussen S, Deanfield JE, et al. JAMA Intern Med. 2026 Feb 2:e257774. doi: 10.1001/jamainternmed.2025.7774.

 

ΣΗΜΑΣΙΑ

Η καρδιακή ανεπάρκεια (ΚΑ) αποτελεί συχνή επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2). Στη μελέτη SOUL, η χορήγηση από του στόματος σεμαγλουτίδης μείωσε τον κίνδυνο μειζόνων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβαμάτων (MACE· περιλαμβάνοντας καρδιαγγειακό θάνατο, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) σε άτομα με ΣΔ2. Ωστόσο, η επίδρασή της στις εκβάσεις της καρδιακής ανεπάρκειας στους συγκεκριμένους συμμετέχοντες δεν είναι γνωστή.

ΣΚΟΠΟΣ

Η αξιολόγηση της επίδρασης της από του στόματος σεμαγλουτίδης σε συμβάματα καρδιακής ανεπάρκειας, στο MACE και στην ασφάλεια, σε συμμετέχοντες με ή χωρίς ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας κατά την έναρξη της μελέτης.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ, ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ

Πρόκειται για δευτερογενή ανάλυση της διπλά-τυφλής, ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο (placebo), καθοδηγούμενης από συμβάματα, κλινικής δοκιμής φάσης 3b SOUL, η οποία διεξήχθη σε 444 κέντρα σε 33 χώρες. Οι συμμετέχοντες εντάχθηκαν από τις 17 Ιουνίου 2019 έως τις 24 Μαρτίου 2021 και είχαν ΣΔτ2 και αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο ή/και χρόνια νεφρική νόσο. Η τυχαιοποίηση πραγματοποιήθηκε με διαστρωμάτωση ανάλογα με την παρουσία ή απουσία ιστορικού καρδιακής ανεπάρκειας κατά την έναρξη. Η ανάλυση των δεδομένων πραγματοποιήθηκε από τον Δεκέμβριο του 2024 έως τον Αύγουστο του 2025.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Επιπροσθέτως της καθιερωμένης θεραπευτικής αγωγής, χορηγήθηκε από του στόματος σεμαγλουτίδη άπαξ ημερησίως ή εικονικό φάρμακο.

ΚΥΡΙΕΣ ΕΚΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ

Προκαθορισμένο σύνθετο καταληκτικό σημείο σχετιζόμενο με καρδιακή ανεπάρκεια (χρόνος έως την πρώτη εμφάνιση νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας, επείγουσας επίσκεψης για καρδιακή ανεπάρκεια ή καρδιαγγειακού θανάτου).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά, 9.650 συμμετέχοντες (διάμεση ηλικία [IQR], 66,0 [61,0–72,0] έτη· 2.790 [28,9%] γυναίκες) τυχαιοποιήθηκαν, με μέση (ΤΑ) διάρκεια παρακολούθησης 47,5 (10,9) μήνες. Από αυτούς, 2.229 (23,1%) είχαν ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας (991 [10,3%] με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης, 592 [6,1%] με μειωμένο κλάσμα εξώθησης και 646 [6,7%] με άγνωστο υπότυπο). Στους συμμετέχοντες με καρδιακή ανεπάρκεια κατά την έναρξη, ο λόγος κινδύνου (HR) για τη σύνθετη έκβαση καρδιακής ανεπάρκειας με από του στόματος σεμαγλουτίδη έναντι placebo ήταν 0,78 (95% διάστημα εμπιστοσύνης [ΔΕ], 0,63–0,96), ενώ στους συμμετέχοντες χωρίς καρδιακή ανεπάρκεια κατά την έναρξη ήταν 1,01 (95% ΔΕ, 0,84–1,20) (p = 0,06). Μεταξύ των συμμετεχόντων με καρδιακή ανεπάρκεια, ο HR ήταν 0,59 (95% ΔΕ, 0,39–0,86) σε εκείνους με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης και 0,98 (95% ΔΕ, 0,70–1,38) σε εκείνους με μειωμένο κλάσμα εξώθησης. Δεν παρατηρήθηκε ετερογένεια ως προς τη μείωση του κινδύνου MACE με τη σεμαγλουτίδη μεταξύ συμμετεχόντων με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας (HR, 0,83· 95% ΔΕ, 0,68–1,01) και χωρίς ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας (HR, 0,86· 95% ΔΕ, 0,75–0,98) (p = 0,77). Η συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στους συμμετέχοντες με καρδιακή ανεπάρκεια ήταν παρόμοια μεταξύ της ομάδας της σεμαγλουτίδης (594 [53,8%]) και της ομάδας placebo (642 [57,1%]).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στη δευτερογενή αυτή ανάλυση της τυχαιοποιημένης κλινικής δοκιμής SOUL, σε άτομα με ΣΔτ2, αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο ή/και χρόνια νεφρική νόσο, παρατηρήθηκε μείωση των συμβαμάτων καρδιακής ανεπάρκειας με τη χορήγηση από του στόματος σεμαγλουτίδης έναντι placebo σε όσους είχαν ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, χωρίς αύξηση του κινδύνου σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών. Τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν το πιθανό όφελος της από του στόματος σεμαγλουτίδης στη μείωση των συμβαμάτων καρδιακής ανεπάρκειας σε άτομα με ΣΔ2 και καρδιακή ανεπάρκεια.

 

Αναστολείς του συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης 2, αγωνιστές του υποδοχέα του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 και εξέλιξη της ευθραυστότητας σε ηλικιωμένους με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ
Επιμελητής Β΄ Παθολογίας, Β΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Π.Γ.Ν. «ΑΤΤΙΚΟΝ», Αθήνα. Senior Clinical Fellow in Diabetes and Endocrinology, University College London Hospital, London.


Park, Chan Mi et al. “Sodium-Glucose Cotransporter 2 Inhibitors, Glucagon-Like Peptide 1 Receptor Agonists, and Frailty Progression in Older Adults With Type 2 Diabetes.” Diabetes care vol. 49,1 (2026): 147-151.

 

ΣΚΟΠΟΣ
Οι ηλικιωμένοι με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης ευθραυστότητας (frailty). Οι επιδράσεις των αγωνιστών του υποδοχέα του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1RAs) και των αναστολέων του συμμεταφορέα νατρίου–γλυκόζης 2 (SGLT-2is) στην ευθραυστότητα παραμένουν ασαφείς.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΡΕΥΝΑΣ
Χρησιμοποιώντας ένα τυχαίο δείγμα 7% των δεδομένων Medicare, συγκρίθηκαν νέοι χρήστες αναστολέων της διπεπτιδυλοπεπτιδάσης-4 (DPP-4is), GLP-1RAs, SGLT-2is και σουλφονυλουριών ως προς την εξέλιξη της ευθραυστότητας σε διάστημα 1 έτους, όπως αυτή μετρήθηκε με έναν δείκτη ευθραυστότητας βασισμένο σε δεδομένα αποζημιώσεων (claims-based frailty index, CFI) (εύρος: 0–1· υψηλότερες τιμές υποδηλώνουν μεγαλύτερη ευθραυστότητα). Πραγματοποιήθηκαν αναλύσεις διαμεσολάβησης (mediation analyses) για να εκτιμηθεί κατά πόσο τα καρδιαγγειακά ή τα συμβάματα ασφάλειας εξηγούν τις διαφορές στην εξέλιξη της ευθραυστότητας.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Σε σύγκριση με τους χρήστες DPP-4i, η μέση μεταβολή του CFI (95% διάστημα εμπιστοσύνης [ΔΕ]) ήταν σημαντικά χαμηλότερη στους χρήστες GLP-1RA (−0,007 [−0,011 έως −0,004]) και SGLT-2i (−0,005 [−0,008 έως −0,002]), ενώ δεν παρατηρήθηκε διαφορά στους χρήστες σουλφονυλουριών. Οι συσχετίσεις αυτές διαμεσολαβούνταν σε ελάχιστο βαθμό από καρδιαγγειακά ή συμβάματα ασφάλειας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Οι GLP-1RAs και οι SGLT-2is ενδέχεται να επιβραδύνουν την εξέλιξη της ευθραυστότητας μέσω μηχανισμών ανεξάρτητων από τα καρδιαγγειακά οφέλη. Μελλοντικές κλινικές δοκιμές θα πρέπει να επιβεβαιώσουν αυτά τα προκαταρκτικά ευρήματα.