Κανέλα και Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 2: Μπορεί πραγματικά να βοηθήσει;

1Καβαλιώτη Χριστίνα, 1Πυλιώτη Αναστασία.
Επιμέλεια κειμένου: 1Παξιμαδάς Χρήστος
Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ ΝΙΜΤΣ


Η κανέλα αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή μπαχαρικά παγκοσμίως και χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες τόσο στη μαγειρική όσο και στην παραδοσιακή ιατρική. Τα τελευταία χρόνια, το ενδιαφέρον έχει στραφεί στο κατά πόσο η κανέλα μπορεί να συμβάλει στη ρύθμιση του σακχάρου σε άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2). Αν και τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν πιθανό όφελος, η επιστημονική κοινότητα παραμένει προσεκτική ως προς τα συμπεράσματα.

Τι είναι ο Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 2;

Ο ΣΔΤ2 είναι μια χρόνια μεταβολική διαταραχή, με επιπολασμό που συνεχώς αυξάνεται, που χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Βασικός μηχανισμός της νόσου είναι η ινσουλινοαντίσταση, δηλαδή η μειωμένη ικανότητα των κυττάρων να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στην ινσουλίνη. Με την πάροδο του χρόνου, το πάγκρεας δυσκολεύεται να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες του οργανισμού, οδηγώντας σε διαταραχή της γλυκαιμικής ρύθμισης.

Η αντιμετώπιση του ΣΔΤ2 βασίζεται κυρίως στη σωστή διατροφή, στη σωματική δραστηριότητα, στη διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και όταν αυτό απαιτείται στη φαρμακευτική αγωγή. Παράλληλα, πολλοί ασθενείς αναζητούν φυσικές ή συμπληρωματικές επιλογές που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τη θεραπεία τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η κανέλα έχει προσελκύσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Γιατί η κανέλα τράβηξε το ενδιαφέρον;

Η κανέλα περιέχει βιοδραστικές ενώσεις, όπως πολυφαινόλες και κινναμαλδεΰδη (cinnamaldehyde), οι οποίες φαίνεται να διαθέτουν αντιοξειδωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες που μπορεί να επηρεάζουν θετικά τον μεταβολισμό της γλυκόζης και την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Πιθανοί μηχανισμοί δράσης περιλαμβάνουν την ενίσχυση της δράσης της ινσουλίνης, τη βελτίωση της πρόσληψης γλυκόζης από τα κύτταρα, τη μείωση του οξειδωτικού στρες και πιθανή επίδραση στη γαστρική κένωση, η οποία μπορεί να συμβάλλει σε ηπιότερες μεταγευματικές αυξήσεις του σακχάρου. Παρότι οι μηχανισμοί αυτοί θεωρούνται υποσχόμενοι, η επίδρασή τους στον ανθρώπινο οργανισμό συνεχίζει να μελετάται.

Τι δείχνουν οι έρευνες;

Τα τελευταία χρόνια έχουν δημοσιευθεί αρκετές συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις που αξιολογούν την επίδραση της κανέλας σε άτομα με ΣΔΤ2. Αρκετές μελέτες αναφέρουν ότι η κατανάλωση κανέλας μπορεί να σχετίζεται με μικρή μείωση της γλυκόζης νηστείας, βελτίωση της  γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) και πιθανή βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης. Τα αποτελέσματα αυτά φαίνεται να είναι πιο εμφανή όταν η κατανάλωση πραγματοποιείται για αρκετές εβδομάδες ή μήνες. Ωστόσο, η βελτίωση που παρατηρείται συνήθως χαρακτηρίζεται από ήπια έως μέτρια και όχι αρκετή ώστε να αντικαταστήσει τη συμβατική θεραπεία.

Ορισμένες έρευνες δείχνουν επίσης πιθανή θετική επίδραση στα τριγλυκερίδια, στη LDL χοληστερόλη και γενικότερα στο μεταβολικό προφίλ. Παράλληλα, έχουν αναφερθεί αντιφλεγμονώδεις και αντιοξειδωτικές ιδιότητες, οι οποίες ενδέχεται να παίζουν ρόλο στη συνολική μεταβολική υγεία.

Ωστόσο, παρά τις θετικές ενδείξεις που έχουν καταγραφεί, η επιστημονική βιβλιογραφία εξακολουθεί να παρουσιάζει αντικρουόμενα αποτελέσματα. Σε αρκετές περιπτώσεις, άλλες μελέτες βρίσκουν σημαντικό όφελος, ενώ άλλες παρουσιάζουν περιορισμένα ή μη στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα. Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες τονίζουν ότι απαιτούνται περισσότερες καλά σχεδιασμένες κλινικές μελέτες πριν εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.

Γιατί υπάρχουν διαφορετικά αποτελέσματα στις μελέτες;

Η διαφοροποίηση των αποτελεσμάτων πιθανόν οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες, όπως το διαφορετικό είδος κανέλας που χρησιμοποιείται, οι διαφορετικές δόσεις, η διάρκεια της παρέμβασης και τα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων. Επιπλέον, άλλες μελέτες χρησιμοποιούν σκόνη κανέλας, ενώ άλλες χρησιμοποιούν συμπυκνωμένα εκχυλίσματα ή συμπληρώματα, γεγονός που δυσκολεύει τη σύγκριση των αποτελεσμάτων.

Σε αρκετές περιπτώσεις, το μέγεθος του δείγματος είναι μικρό, ενώ η διάρκεια των μελετών δεν είναι αρκετά μεγάλη ώστε να αξιολογηθούν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η επιστημονική κοινότητα αντιμετωπίζει με προσοχή τα μέχρι σήμερα δεδομένα.

Υπάρχουν κίνδυνοι από την κατανάλωση κανέλας;

Παρότι η κανέλα θεωρείται γενικά ασφαλής όταν καταναλώνεται σε φυσιολογικές ποσότητες μέσω της διατροφής, η υπερβολική κατανάλωση (ιδιαίτερα μέσω συμπληρωμάτων) χρειάζεται προσοχή. Η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη ποικιλία, η Cassia κανέλα, περιέχει υψηλότερες ποσότητες κουμαρίνης (coumarin), μιας ουσίας που σε μεγάλες ποσότητες μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το ήπαρ.  Αντιθέτως, η κανέλα Κεϋλάνης (Ceylon cinnamon) θεωρείται γενικά ασφαλέστερη επιλογή για συχνότερη κατανάλωση, καθώς περιέχει μικρότερες ποσότητες κουμαρίνης. Επιπλέον, άτομα που λαμβάνουν αντιδιαβητικά ή αντιπηκτικά φάρμακα θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό ή τον διαιτολόγο τους πριν προχωρήσουν σε συστηματική χρήση συμπληρωμάτων κανέλας.

Τελικά, αξίζει να καταναλώνει κάποιος κανέλα;

Με βάση τα μέχρι σήμερα επιστημονικά δεδομένα, η κανέλα φαίνεται να μπορεί να λειτουργήσει ως ένα συμπληρωματικό εργαλείο στη διαχείριση του ΣΔΤ2, ιδιαίτερα όταν εντάσσεται σε ένα συνολικά υγιεινό πρότυπο διατροφής. Ωστόσο, είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι δεν αποτελεί θεραπεία για τον διαβήτη και δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φαρμακευτική αγωγή ή τις βασικές αρχές αντιμετώπισης της νόσου.

Η αποτελεσματική διαχείριση του ΣΔΤ2 εξακολουθεί να βασίζεται στη σωστή διατροφή, στη φυσική δραστηριότητα, στη διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους και στην εξατομικευμένη ιατρική παρακολούθηση. Η κανέλα μπορεί να αποτελέσει μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής, όμως οι προσδοκίες γύρω από τη δράση της θα πρέπει να παραμένουν ρεαλιστικές και επιστημονικά τεκμηριωμένες.

 

Βιβλιογραφία

del Bosque-Plata L, Gragnoli C. Cinnamon treatment shows promise for glycemic control but may cause adverse effects in some people. Clin Nutr Open Sci. 2025;59:184‐188. doi:10.1016/j.nutos.2025.01.003.

de Moura SL, Rocha Gomes BG, Guilarducci MJ, et al. Effects of cinnamon supplementation on metabolic biomarkers in individuals with type 2 diabetes: a systematic review and meta-analysis. Nutr Rev. 2025;83(2):249‐279. doi:10.1093/nutrit/nuae058.

Gou H, Zhong L, Wei Q, et al. The effects of cinnamon on patients with metabolic diseases: an umbrella review of meta-analyses of randomized controlled trials. Front Nutr. 2025;12:1683477. doi:10.3389/fnut.2025.1683477.

Hasanzade F, Toliat M, Emami SA, et al. The effect of cinnamon on glucose of type II diabetes patients. J Tradit Complement Med. 2013;3(3):171‐174. doi:10.4103/2225-4110.114900.

Silva ML, Bernardo MA, Singh J, et al. Cinnamon as a complementary therapeutic approach for dysglycemia and dyslipidemia control in type 2 diabetes mellitus and its molecular mechanism of action: a review. Nutrients. 2022;14(13):2773. doi:10.3390/nu14132773.

Tjandrawinata RR, Rosari BP, Syahputra RA, et al. Cinnamon-derived phytonutrients as modulators of ion channels and G protein-coupled receptor signaling in metabolic diseases. Nutrients. 2026;18(3):547. doi:10.3390/nu18030547.

Wang R, Yang K, Liu X, et al. The antidiabetic mechanisms of cinnamon extract: insights from network pharmacology, gut microbiota, and metabolites. Curr Issues Mol Biol. 2025;47(7):543. doi:10.3390/cimb47070543.

Zarezadeh M, Musazadeh V, Foroumandi E, et al. The effect of cinnamon supplementation on glycemic control in patients with type 2 diabetes or with polycystic ovary syndrome: an umbrella meta-analysis on interventional meta-analyses. Diabetol Metab Syndr. 2023;15(1):127. doi:10.1186/s13098-023-01057-2.

Η σωματική δραστηριότητα και η ευθυγράμμιση του χρόνου γευμάτων με τον χρονοτύπο και οι συσχετίσεις τους με τον μεταβολισμό της γλυκόζης: Η Μελέτη του Maastricht. 

Marvin Y Chong, Joseph Henson, Martijn J L Bours, Hans Bosma, Bastiaan E de Galan, Carla J H van der Kallen, Ree M Meertens, Hans H C M Savelberg, Miranda T Schram, Matty P Weijenberg, Thomas Yates, Annemarie Koster, Simone J P M Eussen. Physical activity and meal timing alignment with chronotype and their associations with glucose metabolism: The Maastricht Study.

Diabetes Obes Metab. 2026;28:1934–1946


1Καβαλιώτη Χριστίνα, 1Πυλιώτη Αναστασία

Επιμέλεια: 1Παξιμαδάς Χρήστος

1Διαιτολογικό Γραφείο ΓΝΑ ΝΙΜΤΣ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔΤ2) τοποθετείται ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας παγκοσμίως, με επιπολασμό που συνεχώς αυξάνεται [1]. Η ανάπτυξη του, επηρεάζεται από γενετικούς, περιβαλλοντικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες, ενώ η διαταραχή της ομοιόστασης της γλυκόζης βρίσκεται στο επίκεντρο της παθοφυσιολογίας της νόσου [2,3]. Τα τελευταία χρόνια, το επιστημονικό ενδιαφέρον έχει στραφεί προς τη χρονοβιολογία και τον ρόλο των κιρκάδιων ρυθμών στη μεταβολική υγεία [4].

Οι κιρκάδιοι ρυθμοί αποτελούν ενδογενείς κύκλους, περίπου 24 ωρών, που ρυθμίζουν λειτουργίες όπως ο ύπνος, η ενεργειακή ομοιόσταση και ο μεταβολισμός της γλυκόζης. Η διαταραχή τους, γνωστή ως κιρκάδια απορρύθμιση, έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο καρδιομεταβολικών νοσημάτων [4,5]. Εκτός από το φως της ημέρας, παράγοντες τρόπου ζωής όπως ο χρονισμός των γευμάτων και η φυσική δραστηριότητα επηρεάζουν τα περιφερικά μεταβολικά «ρολόγια» [6].

Σημαντικό στοιχείο της χρονοβιολογίας αποτελεί ο χρονότυπος, δηλαδή η προτίμηση ως προς τον χρόνο ύπνου και δραστηριότητας [7]. Οι βραδινοί χρονότυποι φαίνεται να εμφανίζουν δυσμενέστερο μεταβολικό προφίλ, χαμηλότερη ευαισθησία στην ινσουλίνη και χειρότερο γλυκαιμικό έλεγχο συγκριτικά με τους πρωινούς χρονότυπους [8-11]. Παράλληλα, η ανοχή στη γλυκόζη που ακολουθεί κιρκάδιο ρυθμό, έχει καλύτερη λειτουργία κατά τη διάρκεια της ημέρας και χαμηλότερη τις βραδινές ώρες [12].

Παρότι υπάρχουν ξεχωριστά  δεδομένα σχετικά με τη σημασία του χρονισμού γευμάτων και άσκησης [13-17], οι μελέτες που εξετάζουν αν η ευθυγράμμιση αυτών των συμπεριφορών με τον χρονότυπο επηρεάζει τον μεταβολισμό της γλυκόζης είναι περιορισμένες. Η παρούσα μελέτη διερευνά τη σχέση μεταξύ χρονότυπου, χρονισμού γευμάτων και φυσικής δραστηριότητας με δείκτες γλυκαιμικού ελέγχου και την παρουσία προδιαβήτη ή ΣΔΤ2.

ΣΚΟΠΟΣ

Σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνηθεί αν η ευθυγράμμιση της χρονικής στιγμής των γευμάτων και της φυσικής δραστηριότητας με τον ατομικό χρονότυπο σχετίζεται με ευνοϊκότερο μεταβολισμό της γλυκόζης, χαμηλότερες τιμές HbA1c, γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG), γλυκόζης 2 ωρών μετά από φόρτιση (2hPLG), καθώς και με μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης προδιαβήτη ή ΣΔΤ2.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η μελέτη βασίστηκε στη Maastricht Study, μια μεγάλη πληθυσμιακή μελέτη στην Ολλανδία, που αξιοποίησε δεδομένα από 1384 ενήλικες συμμετέχοντες, ηλικίας 40-75 ετών, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε εκτεταμένη μεταβολική και συμπεριφορική αξιολόγηση [18]. Η φυσική δραστηριότητα καταγράφηκε αντικειμενικά μέσω επιταχυνσιομέτρου activPAL το οποίο φορέθηκε για οκτώ ημέρες για την αποτύπωση της ημερήσιας κινητικής δραστηριότητας [19-21], ενώ ο χρονότυπος αξιολογήθηκε μέσω του Munich Chronotype Questionnaire (MCTQ) [22-25]. Ο χρονισμός γευμάτων αξιολογήθηκε μέσω εξειδικευμένου ερωτηματολογίου chrono-nutrition.

Οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν σε 3 κατηγορίες: πρωινούς, ενδιάμεσους και βραδινούς χρονότυπους. Ως «ευθυγραμμισμένη» συμπεριφορά ορίστηκε η κύρια φυσική δραστηριότητα ή τα περισσότερα γεύματα, στη χρονική ζώνη που αντιστοιχούσε στον χρονότυπο του ατόμου: πρωί για πρωινούς τύπους, απόγευμα για ενδιάμεσους και βράδυ για βραδινούς χρονότυπους.

Ο μεταβολισμός της γλυκόζης αξιολογήθηκε με δοκιμασία ανοχής γλυκόζης από το στόμα (OGTT), καθώς και με μέτρηση HbA1c και γλυκόζης νηστείας. Οι στατιστικές αναλύσεις προσαρμόστηκαν για σημαντικούς συγχυτικούς παράγοντες, όπως ηλικία, φύλο, ΔΜΣ, κάπνισμα, ποιότητα διατροφής, επίπεδα φυσικής δραστηριότητας και χρήση αντιδιαβητικής αγωγής.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η ευθυγράμμιση της χρονικής στιγμής φυσικής δραστηριότητας με τον χρονότυπο τις καθημερινές συσχετίστηκε με χαμηλότερα επίπεδα HbA1c. Συγκεκριμένα, κάθε επιπλέον ευθυγραμμισμένη καθημερινή ημέρα αντιστοιχούσε σε μικρή αλλά στατιστικά σημαντική μείωση της HbA1c (~0.2 mmol/mol). Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ ευθυγράμμισης φυσικής δραστηριότητας και γλυκόζης νηστείας ή 2hPLG. Επιπλέον, η ευθυγράμμιση τα Σαββατοκύριακα δεν εμφάνισε σημαντικές συσχετίσεις με τους μεταβολικούς δείκτες.

Όσον αφορά τον χρονισμό των γευμάτων, τα άτομα που παρουσίαζαν ευθυγράμμιση με τον χρονότυπό τους, είχαν σημαντικά χαμηλότερες πιθανότητες εμφάνισης προδιαβήτη ή ΣΔΤ2 σε σύγκριση με τα μη ευθυγραμμισμένα άτομα. Επιπλέον, όταν η ευθυγράμμιση εξετάστηκε συνολικά σε επίπεδο εβδομάδας, καλύτερη ευθυγράμμιση των γευμάτων σχετίστηκε με χαμηλότερες τιμές 2hPLG. Δεν εντοπίστηκαν σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ χρονισμού γευμάτων και φυσικής δραστηριότητας, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι δύο παράγοντες φαίνεται να επιδρούν ανεξάρτητα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η ευθυγράμμιση της χρονικής στιγμής φυσικής δραστηριότητας και γευμάτων με τον ατομικό χρονότυπο ενδέχεται να σχετίζεται με ευνοϊκότερο γλυκαιμικό προφίλ και μειωμένο κίνδυνο προδιαβήτη ή ΣΔΤ2. Τα ευρήματα αυτά καταγράφηκαν κυρίως κατά τις καθημερινές, γεγονός που ενδέχεται να σχετίζεται με τη μεγαλύτερη συνέπεια του ημερήσιου προγράμματος.

Τα ευρήματα ενισχύουν τη σύγχρονη αντίληψη της «χρονοδιατροφής» και της εξατομικευμένης ιατρικής, σύμφωνα με την οποία όχι μόνο η ποιότητα και η ποσότητα της διατροφής και της άσκησης, αλλά και ο χρονισμός τους, ενδέχεται να επηρεάζουν τη μεταβολική υγεία [17, 26-28].

Παρότι οι επιδράσεις ήταν σχετικά μικρές, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν έναν πιθανό νέο τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για τον ΣΔΤ2. Ωστόσο, λόγω του συγχρονικού σχεδιασμού της μελέτης, δεν μπορούν να εξαχθούν αιτιολογικά συμπεράσματα. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες ώστε να διευκρινιστεί αν η προσαρμογή του χρονισμού γευμάτων και φυσικής δραστηριότητας στον χρονότυπο μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική στρατηγική πρόληψης και διαχείρισης του ΣΔΤ2.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Sun H, Saeedi P, Karuranga S, et al. IDF diabetes atlas: global, regional and country‐level diabetes prevalence estimates for 2021 and projections for 2045. Diabetes Res Clin Pract. 2022; 183:109119.
  2. Yusuf S, Joseph P, Rangarajan S, et al. Modifiable risk factors, cardiovascular disease, and mortality in 155 722 individuals from 21 high‐income, middle‐income, and low‐income countries (PURE): a prospective cohort study. Lancet. 2020; 395(10226): 795‐808.
  3. Khera AV, Emdin CA, Drake I, et al. Genetic risk, adherence to a healthy lifestyle, and coronary disease. N Engl J Med. 2016; 375(24): 2349‐2358.
  4. Panda S. Circadian physiology of metabolism. Science. 2016; 354(6315): 1008‐1015.
  5. Scheer FA, Hilton MF, Mantzoros CS, et al. Adverse metabolic and cardiovascular consequences of circadian misalignment. Proc Natl Acad Sci USA. 2009; 106(11): 4453‐4458.
  6. Hower IM, Harper SA, Buford TW. Circadian rhythms, exercise, and cardiovascular health. J Circadian Rhythms. 2018; 16:7.
  7. Adan A, Archer SN, Hidalgo MP, et al. Circadian typology: a comprehensive review. Chronobiol Int. 2012; 29(9): 1153‐1175.
  8. Remchak M‐ME, Heiston EM, Ballantyne A, et al. Insulin sensitivity and metabolic flexibility parallel plasma TCA levels in early chronotype with metabolic syndrome. J Clin Endocrinol Metab. 2022; 107(8): e3487‐e3496.
  9. Malin SK, Remchak MME, Heiston EM, et al. Intermediate versus morning chronotype has lower vascular insulin sensitivity in adults with obesity. Diabetes Obes Metab. 2024; 26(5): 1582‐1592.
  10. Remchak M‐ME, Dosik JK, Pappas G, et al. Exercise blood pressure and heart rate responses to graded exercise testing in intermediate versus morning chronotypes with obesity. Am J Physiol Heart Circ Physiol. 2023; 325(4): H635‐H644.
  11. Osonoi Y, Mita T, Osonoi T, et al. Morningness–eveningness questionnaire score and metabolic parameters in patients with type 2 diabetes mellitus. Chronobiol Int. 2014; 31(9): 1017‐1023.
  12. Kalsbeek A, la Fleur S, Fliers E. Circadian control of glucose metabolism. Mol Metab. 2014; 3(4): 372‐383.
  13. Muñoz JG, Gallego MG, Soler ID, et al. Effect of a chronotype‐adjusted diet on weight loss effectiveness: a randomized clinical trial. Clin Nutr. 2020; 39(4): 1041‐1048.
  14. Malin SK. Exercise time of day and blood pressure: considering chronotype for precision health. J Hum Hypertens. 2024; 38(7): 580‐581.
  15. Chen Y, Geng T, Xu X, et al. Misalignment between circadian preference and accelerometer‐derived sleep‐wake cycle with increased risk of cardiometabolic diseases. JACC Adv. 2024; 3(12): 101406.
  16. Martínez‐Montoro JI, Benítez‐Porres J, Tinahones FJ, et al. Effects of exercise timing on metabolic health. Obes Rev. 2023; 24(10): e13599.
  17. Hawley JA, Sassone‐Corsi P, Zierath JR. Chrono‐nutrition for the prevention and treatment of obesity and type 2 diabetes: from mice to men. Diabetologia. 2020; 63(11): 2253‐2259.
  18. Schram MT, Sep SJ, Van Der Kallen CJ, et al. The Maastricht study: an extensive phenotyping study on determinants of type 2 diabetes, its complications and its comorbidities. Eur J Epidemiol. 2014; 29(6): 439‐451.
  19. van der Berg JD, Willems PJ, van der Velde JH, et al. Identifying waking time in 24‐h accelerometry data in adults using an automated algorithm. J Sports Sci. 2016; 34(19): 1867‐1873.
  20. Wu Y, Petterson JL, Bray NW, et al. Validity of the activPAL monitor to measure stepping activity and activity intensity: a systematic review. Gait Posture. 2022; 97: 165‐173.
  21. Lyden K, Keadle SK, Staudenmayer J, et al. The activPAL™ accurately classifies activity intensity categories in healthy adults. Med Sci Sports Exerc. 2017; 49(5): 1022.
  22. Roenneberg T, Wirz‐Justice A, Merrow M. Life between clocks: daily temporal patterns of human chronotypes. J Biol Rhythm. 2003; 18(1): 80‐90.
  23. Roenneberg T, Keller LK, Fischer D, et al. Human activity and rest in situ. Methods Enzymol. 2015; 552: 257‐283.
  24. Kitamura S, Hida A, Aritake S, et al. Validity of the Japanese version of the Munich ChronoType questionnaire. Chronobiol Int. 2014; 31(7): 845‐850.
  25. Zavada A, Gordijn MC, Beersma DG, et al. Comparison of the Munich chronotype questionnaire with the Horne‐Östberg’s morningness‐eveningness score. Chronobiol Int. 2005; 22(2): 267‐278.
  26. Cederroth CR, Albrecht U, Bass J, et al. Medicine in the fourth dimension. Cell Metab. 2019; 30(2): 238‐250.
  27. Levi F, Zidani R, Misset J‐L. Randomised multicentre trial of chronotherapy with oxaliplatin, fluorouracil, and folinic acid in metastatic colorectal cancer. Lancet. 1997; 350(9079): 681‐686.
  28. Lévi FA, Okyar A, Hadadi E, et al. Circadian regulation of drug responses: toward sex‐specific and personalized chronotherapy. Annu Rev Pharmacol Toxicol. 2024; 64(1): 89‐114.

Webinar ΕΔΕ για το κοινό (29/6/2026, 20:30)

ΟΜΙΛΙΕΣ:

1) Διαχείριση του σακχαρώδους διαβήτη τους θερινούς μήνες
Ασημίνα Γανωτοπούλου, ειδικός Παθολόγος – Διαβητολόγος, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Επιστ. Συνεργάτης Διαβητολογικού Κέντρου Γ.Ν. “Τζάνειο”, Πειραιάς.

2) Διαβητικό πόδι: τι πρέπει να γνωρίζει το άτομο με διαβήτη.
Νικόλαος Παπάνας, Καθηγητής Παθολογίας-Σακχαρώδους Διαβήτη, Υπεύθυνος Διαβητολογικού Κέντρου-Ιατρείου Διαβητικού ποδιού, Β’ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, τ. Πρόεδρος Ευρωπαϊκής Ομάδας Μελέτης Διαβητικού Ποδιού, Αντιπρόεδρος Εταιρείας Μελέτης Παθήσεων Διαβτηικού Ποδιού.

Σύνδεσμος ελεύθερης εγγραφής στο webinar: https://us06web.zoom.us/webinar/register/WN_bZb4OIyGQkmyMVBiY9VURA

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

Ο Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Σ. Λιάτης

IDF Europe newsletter – May 2026

ΕΔΕ Webinar (Τετάρτη 3/6/2026, 20:00): “Θεραπεία ΣΔτ2 χωρίς υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο”

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Την Τετάρτη 3/6/2026 στις 20:00 πραγματοποιείται το webinar της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας στο πλαίσιο των μετεκπαιδευτικών της μαθημάτων μέσω διαδικτύου.

ΘΕΜΑ:
“Θεραπεία ΣΔτ2 χωρίς υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο”

ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ / ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ:

  • Α. Καμαράτος, Παθολόγος – Διαβητολόγος, MD, PhD, Διευθυντής ΕΣΥ, Επιστημονικός Υπεύθυνος Διαβητολογικού Κέντρου Γ.Ν. «ΤΖΑΝΕΙΟ», Πειραιάς, Συντονιστής Εκπαίδευσης Γενικών Ιατρών Γ.Ν. «ΤΖΑΝΕΙΟ», Πειραιάς

ΟΜΙΛΙΕΣ:

  • Ε. Γκούβερη, Επίκουρη Καθηγήτρια Παθολογίας – Μεταβολικών Νοσημάτων, Ιατρική Σχολή Δ.Π.Θ., Διαβητολογικό Κέντρο, Β ́ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γ.Ν. Αλεξανδρούπολης.
  • Ε. Ρίζος, Αναπληρωτής Καθηγητής Παθολογίας, Τμήμα Νοσηλευτικής, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Σύνδεσμος βιντεοσκοπημένου webinar:

You must be logged in


 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

 

Ο Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Σ. Λιάτης

Ανακοίνωση ΕΔΕ για την απώλεια του Καθηγητή Ele Ferrannini

Η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία εκφράζει τη βαθιά θλίψη της για την απώλεια του καθηγητή Ele Ferrannini, ενός εκ των σημαντικότερων ερευνητών παγκοσμίως στον τομέα του σακχαρώδους διαβήτη και του μεταβολισμού.

Ο Ele Ferrannini αφιέρωσε τη ζωή του στην έρευνα, συμβάλλοντας καθοριστικά στην κατανόηση της παθοφυσιολογίας της αντίστασης στην ινσουλίνη, του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 και των καρδιομεταβολικών νοσημάτων. Το επιστημονικό του έργο, πρωτοποριακό και διεθνώς αναγνωρισμένο, επηρέασε βαθιά τη σύγχρονη διαβητολογία και εκπαίδευσε γενιές ερευνητών και κλινικών ιατρών.

Η συμμετοχή του σε δύο Πανελλήνια Διαβητολογικά Συνέδρια υπήρξε ιδιαίτερα τιμητική για την ΕΔΕ, καθώς το 1995 προσκλήθηκε να δώσει την Αρεταίειο Διάλεξη, ενώ το 2020 συμμετείχε ως ομιλητής σε Στρογγυλή Τράπεζα.

Η διεθνής διαβητολογική κοινότητα χάνει έναν σπουδαίο επιστήμονα, έναν οραματιστή ερευνητή και έναν άνθρωπο με εξαιρετική ακαδημαϊκή προσφορά.

Εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου και των μελών της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στην οικογένεια, τους συνεργάτες και τους μαθητές του.

Η μνήμη και το έργο του θα παραμείνουν ζωντανά στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα.

 

Οι αγωνιστές των υποδοχέων του Γλυκαγονόμορφου Πεπτιδίου-1 (GLP-1 Receptor Agonists) σχετίζονται με μειωμένη θνησιμότητα σε ασθενείς που παρουσιάζουν Διαβητικό Πόδι: Μελέτη παρατήρησης με δεδομένα από το εθνικό σύστημα υγείας της Γαλλίας.

GLP-1 Receptor Agonists Are Associated With Reduced Mortality Following Diabetic Foot Ulcers: A Nationwide Observational Study;J.B Bonnet, H.Huguet, A. Avignon et al.Diabetes Care 2026;49(5):730-739

https://doi.org/10.2337/dc25-2120


Επιμέλεια : Δρ. Αγγελική Μερίτση, Επιμελήτρια Α’, Β’ Παθολογική Κλινική ΝΙΜΤΣ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Το Διαβητικό Πόδι  (ΔΠ) ως επιπλοκή του Σακχαρώδους Διαβήτη (ΣΔ) σχετίζεται με υψηλή νοσηρότητα και θνησιμότητα  ακόμη και μέσα στο πρώτο έτος  μετά την εμφάνισή του1. Μελέτες δείχνουν ότι ο 5ετης κίνδυνος θνησιμότητας  ο οποίος υπερβαίνει το 30% είναι συγκρίσιμος με αυτόν του καρκίνου, ενώ το συνολικό κόστος διαχείρισης είναι δυσανάλογα μεγάλο2. Πέρα από τις άμεσες δαπάνες που αποτελούν πολύ μεγάλη πρόκληση για τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης και τις κοινωνικές δομές, πρέπει να προστεθεί και η χαμένη παραγωγικότητα και ο αντίκτυπος στην κινητικότητα και την ανεξαρτησία των ατόμων που πάσχουν από ΔΠ.

Οι αγωνιστές του υποδοχέα  GLP-1 (GLP-1 Ras) είναι  γνωστοί για  τα καρδιομεταβολικά τους οφέλη, αλλά ο ρόλος τους στην επιβίωση των ασθενών με ΔΠ δεν είναι πλήρως διερευνημένος.

ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ:

Σκοπός της μελέτης ήταν  αρχικά ο εντοπισμός παραγόντων που σχετίζονται με τη θνησιμότητα εντός έτους από την εμφάνιση ΔΠ. Ως δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν ομοίως ο εντοπισμός παραγόντων που σχετίζονται με τη θνησιμότητα εντός έτους από μείζονα ακρωτηριασμό.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ:

Πρόκειται για  μια πανεθνική, αναδρομική μελέτη κοόρτης χρησιμοποιώντας δεδομένα από εθνικά μητρώα υγείας της Γαλλίας για τον εντοπισμό ενηλίκων με πρωτοεμφανιζόμενη επιπλοκή ΔΠ μεταξύ Ιανουαρίου 2017 και Δεκεμβρίου 2018 με 12 μήνες παρακολούθησης. Η ανάλυση πραγματοποιήθηκε με τη χρήση μοντέλων  αναλογικών κινδύνων Cox για την εκτίμηση των συσχετίσεων με τη θνησιμότητα, με προσαρμογή για δημογραφικές, κλινικές και θεραπευτικές παραμέτρους.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ:

Στη μελέτη πήραν μέρος 133.791 άτομα με πρωτοεμφανιζόμενη επιπλοκή ΣΔ ΔΠ. Το 14,6% απεβίωσε εντός έτους και το 3,5% υποβλήθηκε σε μείζονα ακρωτηριασμό. Από τα άτομα που ακρωτηριάστηκαν, το 28,8% απεβίωσε εντός έτους. Η μέση ηλικία των ατόμων που πήραν μέρος στη μελέτη ήταν 72,7 ± 13,1 έτη με 56,7% να είναι άνδρες. Ομοίως η μέση ηλικία των ατόμων που υποβλήθηκαν σε μείζονα ακρωτηριασμό ήταν 71.1 ± 11.4 έτη με 77%  να είναι άνδρες. Ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες θνησιμότητας εντός ενός έτους ήταν το ανδρικό φύλο (aHR [95%CI]  = 1,15 [1,11-1,18]), η μεγαλύτερη ηλικία (για ηλικιακή αύξηση κάθε 10 έτη aHR [95% CI] =1,64 [1,62-1,67]),  ΔΠ που έχρηζε νοσοκομειακής περίθαλψης (aHR [95% CI] = 2,16 [ 2.09-2.23]), η θεραπεία με ινσουλίνη (aHR [95%CI] = 1,27 [1,23-1,31]), ο μείζονας ακρωτηριασμός (a HR [95%CI] = 1,16 [1.09-1.24]), η συνύπαρξη καρδιαγγειακής νόσου (aHR [95%CI] =1,84 [1,78-1,91]), καρκίνου (aHR [95% CI] = 2,27 [2,20-2,35]), άνοιας (aHR [95%CI] = 1,59 [1,53-1,65]), τελικού σταδίου χρόνιας νεφρικής νόσου ( aHR [95%CI] = 1,61 [1,52-1,71]) και ηπατικής  ή εξωγενούς παγκρεατικής μοίρας του παγκρέατος αντιστοίχως νόσου (aHR [95%CI] = 1,71 [1,64-1,79]). Αντιθέτως, προστατευτικοί παράγοντες αναδείχθηκαν η θεραπεία με υπολιπιδαιμικά φάρμακα (aHR [95%CI] = 0,78 [0,76-0,81]), GLP-1 Ras (aHR [95%CI] = 0,75 [0,68-0,82]) και στενή παρακολούθηση από διαβητολόγους, (aHR [95%CI] = 0,82 [0,79-0,86]), οφθαλμιάτρους  (aHR [95%CI] = 0,74 [0.71-0,76]) και ποδιάτρους (aHR [95%CI] = 0,96 [0,93-1,00]). Παρόμοια πρότυπα παρατηρήθηκαν και για τη θνησιμότητα μετά από ακρωτηριασμό στο έτος  με τους  GLP-1 Ras να παρουσιάζουν σταθερό όφελος επιβίωσης (aHR [95%CI] = 0,72 [0,53-0,98]).

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΜΕΛΕΤΗΣ:

Στους βασικούς περιορισμούς της μελέτης είναι η έλλειψη καταγραφής  τόσο του τύπου όσο και της διάρκειας του ΣΔ των συμμετεχόντων καθώς επίσης και  βασικών κλινικών και βιολογικών παραμέτρων  όπως είναι το κάπνισμα, η αρτηριακή πίεση, το λιπιδαιμικό profile και η HbA1c που σχετίζονται βιβλιογραφικά με τα καταληκτικά σημεία. Επίσης, τα δεδομένα από το εθνικό μητρώο της Γαλλίας αντικατοπτρίζουν απλά τη  σύσταση για χορήγηση κι όχι την πραγματική συστηματική αγωγή του υπό μελέτη πληθυσμού. Τέλος, τα όποια ευρήματα εξαρτώνται άμεσα από την εγκυρότητα διαγνωστικών και θεραπευτικών κωδικών, επομένως είναι απαραίτητη η επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων σε στοχευμένους υποπληθυσμούς ατόμων με ΣΔ κι άλλες διεθνείς βάσεις δεδομένων.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:

Η θνησιμότητα εντός έτους από την εμφάνιση του ΔΠ ως επιπλοκή του ΣΔ παραμένει υψηλή και σχετίζεται τόσο με την ηλικία όσο και με τις συννοσηρότητες των ατόμων με ΣΔ. Οι GLP-1 Ras και η δομημένη διεπιστημονική παρακολούθηση σχετίζονται με καλύτερη επιβίωση  σε αυτούς τους ασθενείς. Παρόλα αυτά απαιτείται σχεδιασμός τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών για την επιβεβαίωση των παραπάνω συμπερασμάτων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Armstrong DG, Boulton AJM, Bus SA. Diabetic foot ulcers and their recurrence. N Engl J Med 2017;376:2367-2375
  2. Armstrong DG, Swerdlow MA, Armstrong AA, Conte MS, Padula WV, Bus SA. Five year mortality and direct costs of care for people with diabetic foot complications are comparable to cancer. J Foot Ankle Res 2020; 13:16

Η αποτελεσματικότητα δίαιτας με χαμηλή περιεκτικότητα υδατανθράκων, σε συνδυασμό με άσκηση, στον γλυκαιμικό έλεγχο και τη μεταβολική υγεία σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2: Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Ye He, Zihan Dai, Angus Pak-hung Yu, Stephen Heung-sang Wong, Eric Tsz-chun Poon. Efficacy of a low-carbohydrate diet combined with exercise on glycemic control and metabolic health in type 2 diabetes mellitus: A systematic review and meta-analysis.  https://doi.org/10.1111/dom.70379


Επιμέλεια: Παξιμαδάς Χρήστός, Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc
Υπεύθυνος Διαιτολογικού Γραφείου ΓΝΑ ΝΙΜΤΣ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔΤ2) αποτελεί σημαντική πρόκληση για τη δημόσια υγεία. Το 2024 εκτιμάται ότι 588,7 εκατομμύρια ενήλικες παγκοσμίως ζούσαν με διαβήτη, αντιπροσωπεύοντας το 11,1% του παγκόσμιου πληθυσμού, κυρίως λόγω του ΣΔΤ2 [1,2]. Το βασικό χαρακτηριστικό του ΣΔΤ2 είναι η διαταραχή της ρύθμισης της γλυκόζης, η οποία συνοδεύεται από μεταβολικές διαταραχές, όπως η δυσλιπιδαιμία [3]. Αυτές οι ανωμαλίες όχι μόνο επιβαρύνουν τη μεταβολική υγεία αλλά αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επιπλοκών [4]. Παρεμβάσεις που βελτιώνουν αποτελεσματικά τους μεταβολικούς δείκτες είναι κρίσιμες για την επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου και τη μείωση των μακροπρόθεσμων κινδύνων [5]. Οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, όπως οι δίαιτες χαμηλών υδατανθράκων και η άσκηση, αποτελούν από τις πιο σημαντικές και εφαρμόσιμες στρατηγικές για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου και της μεταβολικής υγείας στον ΣΔΤ2 [6]. Σύμφωνα με τις ισχύουσες διατροφικές οδηγίες [7], οι υδατάνθρακες συνεισφέρουν συνήθως το 45%-65% της συνολικής ενεργειακής πρόσληψης, εύρος που θεωρείται μη περιοριστικό. Συνεπώς, δίαιτες με λιγότερο από 45% ενέργειας από υδατάνθρακες θεωρούνται περιοριστικές [8]. Ο περιορισμός των υδατανθράκων μπορεί να κατηγοριοποιηθεί περαιτέρω ως εξής: ήπια δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων: 26%–45% και σε πολύ χαμηλή: <26% ή <130 g/ημέρα [8-10]. Η υψηλότερη πρόσληψη υδατανθράκων έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο νόσου [11]. Παράλληλα, η δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων (LCD), έχει αναγνωριστεί για την ικανότητα της να στοχεύει άμεσα τη μεταγευματική γλυκαιμία, να βελτιώνει την αντίσταση στην ινσουλίνη και να προάγει τη μείωση του σωματικού βάρους, παράγοντες που είναι ιδιαίτερα σημαντικοί στην παθοφυσιολογία του ΣΔΤ2 [9,12]. Η έλλειψη σωματικής άσκησης έχει χαρακτηριστεί ως πραγματικός αιτιολογικός παράγοντας χρόνιων νοσημάτων (όπως ο ΣΔΤ2 και τα καρδιαγγειακά νοσήματα), καθώς και θνησιμότητας [13]. Οι δομημένες παρεμβάσεις άσκησης, συμπεριλαμβανομένης της αερόβιας άσκησης, της προπόνησης αντιστάσεων, της διαλειμματικής προπόνησης υψηλής έντασης και των συνδυαστικών προγραμμάτων, έχουν επιδείξει ευνοϊκά αποτελέσματα στον γλυκαιμικό έλεγχο και στους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου [14-17]. Τα οφέλη της άσκησης στον γλυκαιμικό έλεγχο εξηγούνται σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση της συνολικής ευαισθησίας του οργανισμού στην ινσουλίνη, γεγονός που έχει υποστηριχθεί από προηγούμενες μελέτες οι οποίες καταδεικνύουν σημαντικά οφέλη στη συγγένεια των υποδοχέων και στη μυϊκή δύναμη, με αποτέλεσμα την αύξηση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη σε άτομα με ΣΔΤ2 [18,19]. Μέσω της μείωσης της αντίστασης στην ινσουλίνη και της ενίσχυσης της οξείδωσης των λιπιδίων, η δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων (LCD) ενδέχεται να δρα συνεργατικά με την άσκηση, ώστε να βελτιστοποιηθεί περαιτέρω ο γλυκαιμικός έλεγχος και ο έλεγχος του σωματικού λίπους [20,21]. Ωστόσο, η υπάρχουσα έρευνα επικεντρώνεται κυρίως σε μεμονωμένες συγκρίσεις της LCD έναντι άλλων διατροφικών προτύπων, συμπεριλαμβανομένων των διαιτών χαμηλών λιπαρών και των διαιτών υψηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες [22,23], ενώ παρατηρείται έλλειψη συστηματικής διερεύνησης των συνδυασμένων επιδράσεων της LCD και της άσκησης.

ΣΚΟΠΟΣ

Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας μιας δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες σε συνδυασμό με άσκηση (LCD + EX), σε σύγκριση με μια δίαιτα χωρίς περιορισμό υδατανθράκων σε συνδυασμό με άσκηση (NRD + EX), ως προς τον γλυκαιμικό έλεγχο και άλλες κλινικά σημαντικές εκβάσεις μεταβολικής υγείας σε ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2).

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Πραγματοποιήθηκε συστηματική αναζήτηση σε πέντε βάσεις δεδομένων από την έναρξή τους έως την 1η Αυγούστου 2025. Οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές (RCTs) αναλύθηκαν με τη χρήση μοντέλων τυχαίων επιδράσεων, με τα αποτελέσματα να εκφράζονται ως μέση διαφορά (MD) και 95% διαστήματα εμπιστοσύνης (CI).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συμπεριλήφθηκαν δώδεκα RCTs με συνολικά 805 συμμετέχοντες. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων LCD + EX και NRD + EX στη συνολική ανάλυση για: γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c), (MD [95% CI]: 0.18 [0.43, 0.07] %, p= 0.16, γλυκόζη νηστείας (0.30 [ 0.67, 0.07] mmol/L, p= 0.11), επίπεδα ινσουλίνης (1.45 [ 3.62, 0.73] μIU/mL, p= 0.19) και δείκτη HOMA-IR (0.17 [ 0.46, 0.11] arbitrary unit, p= 0.23). Επιπλέον, δεν εντοπίστηκαν διαφορές μεταξύ των ομάδων ως προς τη σύσταση σώματος, την αρτηριακή πίεση, την ολική χοληστερόλη και την LDL χοληστερόλη. Ωστόσο, οι μεταβολές στην HDL χοληστερόλη και στα τριγλυκερίδια ευνόησαν την ομάδα LCD + EX. Η υποομαδική ανάλυση για διάρκεια παρέμβασης ≤6 μηνών έδειξε τάση βελτίωσης για: HbA1c (0.30 [ 0.57, 0.03] %, p= 0.03) και γλυκόζη νηστείας (0.34 [ 0.69, 0.00] mmol/L, p= 0.05) στην ομάδα LCD + EX.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Συμπερασματικά, τα συνολικά αποτελέσματα της σύγκρισης μεταξύ δίαιτας χαμηλών υδατανθράκων σε συνδυασμό με άσκηση (LCD + EX) και δίαιτας χωρίς περιορισμό υδατανθράκων σε συνδυασμό με άσκηση (NRD + EX) δεν έδειξαν διαφορές στον γλυκαιμικό έλεγχο και στους περισσότερους μεταβολικούς δείκτες σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Τα ευρήματά ανέδειξαν ένα μέτριο όφελος του σχήματος LCD + EX στον γλυκαιμικό έλεγχο κατά το αρχικό στάδιο της παρέμβασης, συγκριτικά με το NRD + EX, καθώς και επιλεκτικές βελτιώσεις στο λιπιδαιμικό προφίλ. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν ότι το LCD + EX αποτελεί μια βιώσιμη προσέγγιση στις μη φαρμακολογικές στρατηγικές διαχείρισης του ΣΔΤ2 και αναδεικνύουν την ανάγκη ενσωμάτωσης αλλαγών στον τρόπο ζωής ως βασικού συστατικού του θεραπευτικού πλάνου. Μελλοντικές μελέτες θα μπορούσαν να εστιάσουν στις διαφορές μεταξύ διαφορετικών τύπων δίαιτας χαμηλών υδατανθράκων, επιτρέποντας εξατομικευμένες κλινικές συστάσεις.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. GBD 2021 Diabetes Collaborators. Global, regional, and national burden of diabetes from 1990 to 2021, with projections of prevalence to 2050: a systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2021. Lancet. 2023;402(10397):203-234.
  2. International Diabetes Federation. Diabetes Atlas. 11th ed. International Diabetes Federation; 2025.
  3. Sacks DB, Arnold M, Bakris GL, et al. Guidelines and recommendations for laboratory analysis in the diagnosis and management of diabetes mellitus. Clin Chem. 2023;69(8):808-868.
  4. Wang Z, Chen J, Zhu L, et al. Metabolic disorders and risk of cardiovascular diseases: a two-sample mendelian randomization study. BMC Cardiovasc Disord. 2023;23(1):529.
  5. Handelsman Y, Butler J, Bakris GL, et al. Early intervention and intensive management of patients with diabetes, cardiorenal, and metabolic diseases. J Diabetes Complications. 2023;37(2):108389.
  6. Espinola OP, Tobias DK, Manson JE. The role of lifestyle interventions for the prevention and treatment of type 2 diabetes: a narrative review. Am J Lifestyle Med. 2025; (in press).
  7. U.S. Department of Agriculture and U.S. Department of Health and Human Services. Dietary Guidelines for Americans 2020–2025. U.S. Government Publishing Office; 2020.
  8. Silverii GA, Cosentino C, Santagiuliana F, et al. Effectiveness of low carbohydrate diets for long-term weight loss in obese individuals: a meta-analysis of randomized controlled trials. Diabetes Obes Metab. 2022;24(8):1458-1468.
  9. Evert AB, Dennison M, Gardner CD, et al. Nutrition therapy for adults with diabetes or prediabetes: a consensus report. Diabetes Care. 2019;42(5):731-754.
  10. Merrill JD, Soliman D, Kumar N, et al. Low carbohydrate and very-low-carbohydrate diets in patients with diabetes. Diabetes Spectr. 2020;33(2):133-142.
  11. Dehghan M, Mente A, Zhang X, et al. Associations of fats and carbo- hydrate intake with cardiovascular disease and mortality in 18 countries from five continents (PURE): a prospective cohort study. Lancet. 2017;390(10107):2050-2062.
  12. Blaak EE, Antoine JM, Benton D, et al. Impact of postprandial glycaemia on health and prevention of disease. Obes Rev. 2012;13(10):923-984.
  13. Fiuza-Luces C, Santos-Lozano A, Joyner M, et al. Exercise benefits in cardiovascular disease: beyond attenuation of traditional risk factors. Nat Rev Cardiol. 2018;15(12):731-743.
  14. Kanaley JA, Colberg SHERIR, Corcoran MATTHEWH, et al. Exercise/physical activity in individuals with type 2 diabetes: a consensus statement from the american college of sports medicine. Med SciSports Exerc. 2022;54(2):353-368.
  15. Al-Mhanna SB, Poon ET-C, Franklin BA, et al. Comparative effectiveness of high-intensity interval training and moderate-intensity continuous training on cardiometabolic health in patients with diabesity: a systematic review and meta-analysis of randomized controlled trials. Diabetol Metab Syndr. 2025;17(1):331. 1945
  16. Poon ET, Li H-Y, Kong APS, et al. Efficacy of high-intensity interval training in individuals with type 2 diabetes mellitus: an umbrella review of systematic reviews and meta-analyses. Diabetes Obes Metab. 2025;27(4):1719-1734.
  17. Poon ET, Wong PS, Kong APS, et al. Efficacy of exercise-based interventions for prediabetes: an umbrella review of meta-analyses of randomised controlled trials. EClinicalMedicine. 2025;90:103606.
  18. Syeda USA, Battillo D, Visaria A, et al. The importance of exercise for glycemic control in type 2 diabetes. Am J Med Open. 2023;9:100031.
  19. Zhao X, He Q, Zeng Y, et al. Effectiveness of combined exercise in people with type 2 diabetes and concurrent overweight/obesity: a systematic review and meta-analysis. BMJ Open. 2021;11(10):e046252.
  20. Kelly T, Unwin D, Finucane F. Low-carbohydrate diets in the management of obesity and type 2 diabetes: a review from clinicians using the approach in practice. Int J Environ Res Public Health. 2020;17(7):2557.
  21. Han Y, Cheng B, Guo Y, et al. A low-carbohydrate diet realizes medication withdrawal: a possible opportunity for effective glycemic control. Front Endocrinol (Lausanne). 2021;12:779636.
  22. Santos FL, Esteves SS, da Costa Pereira A, et al. Systematic review and meta-analysis of clinical trials of the effects of low carbohydrate diets on cardiovascular risk factors. Obes Rev.2012;13(11):1048-1066.
  23. Bueno NB, de Melo ISV, de Oliveira SL, et al. Very-low carbohydrate ketogenic diet v. low-fat diet for long-term weight loss: a meta-analysis of randomised controlled trials. Br J Nutr. 2013;110(7):1178-1187.
  24. Kelly T, Unwin D, Finucane F. Low-carbohydrate diets in the management of obesity and type 2 diabetes: a review from clinicians using the approach in practice. Int J Environ Res Public Health. 2020;17(7):2557.
  25. Han Y, Cheng B, Guo Y, et al. A low-carbohydrate diet realizes medication withdrawal: a possible opportunity for effective glycemic control. Front Endocrinol (Lausanne). 2021;12:779636.
  26. Santos FL, Esteves SS, da Costa Pereira A, et al. Systematic review and meta-analysis of clinical trials of the effects of low carbohydrate diets on cardiovascular risk factors. Obes Rev. 2012;13(11):1048-1066.
  27. Bueno NB, de Melo ISV, de Oliveira SL, et al. Very-low carbohydrate ketogenic diet v. low-fat diet for long-term weight loss: a meta-analysis of randomised controlled trials. Br J Nutr. 2013;110(7):1178-1187.

Τι πρέπει να ξέρουμε για το ΑΝΘΕΚΤΙΚΟ ΑΜΥΛΟ;

1Γραμματικού Μαρία, 1Ζάχας Δημήτρης, 1Τσάνα Μαρινέλα, 1Χαρίση Λυδία
Επιμέλεια κειμένου: 1Δημοσθενόπουλος Χαρίλαος
1 Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό


Ο όρος «ανθεκτικό άμυλο» ακούγεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια σχετικά με τον ρόλο του στη διατροφή για τον Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ). Πρόκειται για έναν τύπο υδατάνθρακα που φαίνεται να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο για τον γλυκαιμικό έλεγχο όσο και για την υγεία του εντέρου. Το άμυλο γενικά αποτελεί βασική πηγή ενέργειας για τον οργανισμό, ωστόσο δεν συμπεριφέρεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Η δομή του και ο τρόπος επεξεργασίας των τροφίμων επηρεάζουν σημαντικά το πόσο γρήγορα πέπτεται και απορροφάται, άρα και το πόσο αυξάνει τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Πού βρίσκουμε ανθεκτικό άμυλο;

Τρόφιμα όπως τα ζυμαρικά, το ρύζι, οι πατάτες και τα δημητριακά είναι πλούσια σε άμυλο. Σε αντίθεση όμως με το «κοινό» άμυλο, το ανθεκτικό άμυλο δεν διασπάται στο λεπτό έντερο. Αντίθετα, φτάνει στο παχύ έντερο, όπου υφίσταται ζύμωση από τα βακτήρια του μικροβιώματος. Μέσα από αυτή τη διαδικασία παράγονται λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου, όπως το βουτυρικό οξύ, τα οποία φαίνεται να έχουν σημαντικά οφέλη για την υγεία του εντέρου και όχι μόνο.

Το ανθεκτικό άμυλο μπορεί να βρεθεί φυσικά σε ορισμένα τρόφιμα, όπως τα όσπρια, τα δημητριακά ολικής άλεσης, καθώς και στις άγουρες (πράσινες) μπανάνες. Επιπλέον, μπορεί να σχηματιστεί και κατά την επεξεργασία των τροφίμων. Όταν, για παράδειγμα, μαγειρεύουμε αμυλούχα τρόφιμα όπως πατάτες, ρύζι ή ζυμαρικά και τα αφήνουμε να κρυώσουν, ένα μέρος του αμύλου μετατρέπεται σε ανθεκτικό άμυλο. Αυτό σημαίνει ότι ένα πιάτο μακαρόνια ή ρύζι που έχει μαγειρευτεί και καταναλώνεται την επόμενη ημέρα – ακόμη και αν ξαναζεσταθεί – μπορεί να έχει διαφορετική επίδραση στο σάκχαρο σε σχέση με το φρέσκο.

Ποια είναι τα πιθανά οφέλη;

Τα τελευταία χρόνια, αρκετές μελέτες έχουν εξετάσει τις πιθανές ευεργετικές δράσεις του ανθεκτικού αμύλου. Φαίνεται ότι μπορεί να συμβάλλει σε πιο ήπια αύξηση της γλυκόζης στο αίμα μετά το γεύμα, κάτι που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για άτομα με ΣΔ ή προδιαβήτη. Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να βελτιώνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη, βοηθώντας τον οργανισμό να διαχειρίζεται πιο αποτελεσματικά τη γλυκόζη. Μέσω της δράσης του στο έντερο, αυξάνει την παραγωγή βουτυρικού οξέος, το οποίο συνδέεται με καλύτερη λειτουργία του εντερικού φραγμού, μείωση της φλεγμονής και υποστήριξη ενός υγιούς μικροβιώματος. Επιπλέον, φαίνεται ότι μπορεί να επηρεάζει θετικά ορμόνες που σχετίζονται με το αίσθημα κορεσμού, όπως οι GLP-1 και PYY.

Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα διαθέσιμα δεδομένα, αν και ενθαρρυντικά, δεν είναι ακόμη οριστικά. Τα οφέλη φαίνεται να είναι πιο έντονα σε άτομα με ήδη υπάρχουσες μεταβολικές διαταραχές και εξαρτώνται από την ποσότητα που καταναλώνεται. Επομένως, το ανθεκτικό άμυλο δεν αποτελεί «μαγική λύση», αλλά μπορεί να ενταχθεί ως μέρος μιας συνολικά ισορροπημένης διατροφής. Μικρές πρακτικές αλλαγές, όπως η συχνή κατανάλωση οσπρίων, η επιλογή προϊόντων ολικής άλεσης και η κατανάλωση ορισμένων αμυλούχων τροφίμων αφού πρώτα κρυώσουν, μπορούν να αυξήσουν την πρόσληψή του και ενδεχομένως να συμβάλουν θετικά στη διαχείριση του σακχάρου και στην υγεία του εντέρου.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Chen, R., Zhang, C., Xu, F., Yu, L., Tian, F., Chen, W. and Zhai, Q. (2023). Meta-analysis reveals gut microbiome and functional pathway alterations in response to resistant starch. Food & function, [online] 14(11), pp.5251–5263.
  2. Xiong, K., Wang, J., Kang, T., Xu, F. and Ma, A. (2020). Effects of resistant starch on glycemic control: a systematic review and meta-analysis. British Journal of Nutrition, [online] pp.1–29.