Εμπαγλιφλοζίνη και μειωμένος κίνδυνος νεφρολιθίασης: ένας πιθανός νέος ρόλος για την SLGT2 αναστολή;

Balasubramanian P, Wanner C, Ferreira JP, et al. Empagliflozin and Decreased Risk of Nephrolithiasis: A Potential New Role for SGLT2 Inhibition? [published correction appears in J Clin Endocrinol Metab. 2022 Jun 09;:]. J Clin Endocrinol Metab. 2022;107(7):e3003-e3007. doi:10.1210/clinem/dgac154

 

Ο διαβήτης αποτελεί γνωστό παράγοντα κινδύνου για νεφρολιθίαση. Σε αυτή τη μελέτη μελετήθηκε η συσχέτιση μεταξύ νεφρολιθίασης και εμπαγλιφλοζίνης, χρησιμοποιώντας δεδομένα από τις υπάρχουσες τυχαιοποιημένες μελέτες.

Συγκεντρώθηκαν δεδομένα από 15 081 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε εμπαγλιφλοζίνη (n = 10 177) ή εικονικό φάρμακο (n = 4904) από 20 μελέτες φάσης I-IV, συμπεριλαμβανομένης της EMPA-REG OUTCOME. Η επίπτωση των συμβαμάτων νεφρολιθίασης εντοπίστηκε βάσει μιας προκαθορισμένης συλλογής MedRA όρων. Πραγματοποιήθηκε επίσης ανάλυση ευαισθησίας χρησιμοποιώντας έναν πιο περιορισμένο προσδιορισμό. Τα ποσοστά επίπτωσης (IRR) και τα όρια αξιοπιστίας (95% CIs) υπολογίστηκαν χρησιμοποιώντας την εκτίμηση σχετικού κινδύνου (relative risk estimate), διαστρωματωμένη ανά μελέτη.

Ο διάμεσος χρόνος έκθεσης στο φάρμακο ήταν 543 ημέρες για το εικονικό φάρμακο και 549 ημέρες για την εμπαγλιφλοζίνη. 183 ασθενείς είχαν ένα επεισόδιο ουρολιθίασης κατά το follow-up (placebo: 79, εμπαγλιφλοζίνη: 104), με την ετήσια επίπτωση να υπολογίζεται σε 1.01 έναντι 0.63 συμβάματα/100 ασθενοέτη στα αντίστοιχα γκρουπ. Ο σχετικός κίνδυνος ήταν 0.64 (95% CI, 0.48-0.86) υπέρ της εμπαγλιφλοζίνης. In the sensitivity analysis, the results were similar (IRR, 0.62 [95% CI, 0.45-0.85]). Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα και στην ανάλυση ευαισθησίας (IRR, 0.62 [95% CI, 0.45-0.85]).

Συμπερασματικά, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η εμπαγλιφλοζίνη σχετίζεται με μείωση κατά 40% περίπου του κινδύνου για συμβάματα νεφρολιθίασης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Οι μηχανισμοί είναι άγνωστοι, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν αλλαγές στο λιθογόνο προφίλ των ούρων. Στοχευμένες, τυχαιοποιημένες, προοπτικές μελέτες απαιτούνται για να επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα αυτά σε ασθενείς με, αλλά και χωρίς, διαβήτη τύπου

 

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της μονοθεραπείας με εβδομαδιαία χορήγηση εφπεγλενατίδης έναντι εικονικού φαρμάκου στον διαβήτη τύπου 2:  Η μελέτη AMPLITUDE-M

Frias JP, Choi J, Rosenstock J, et al. Efficacy and Safety of Once-Weekly Efpeglenatide Monotherapy Versus Placebo in Type 2 Diabetes: The AMPLITUDE-M Randomized Controlled Trial. Diabetes Care. 2022;45(7):1592-1600. doi:10.2337/dc21-2656

 

Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης ήταν να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της εφπεγλενατίδης, ενός GLP-1 αγωνιστή, έναντι της χορήγησης εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ανεπαρκώς ρυθμιζόμενο με δίαιτα και άσκηση.

Πρόκειται για διπλα τυφλή, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3, όπου ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 ανεπαρκώς ελεγχόμενο με δίαιτα και άσκηση μόνο τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν άπαξ εβδομαδιαίως εφπεγλενατίδη (2, 4, ή 6 mg) ή εικονικό φάρμακο για 56 εβδομάδες. Ο πρωταρχικός στόχος ήταν να αποδειχθεί η ανωτερότητα της εφπεγλενατίδης έναντι του εικονικού φαρμάκου για τη μείωση της HbA1c στην εβδομάδα 30. Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν οι μεταβολές σε άλλες παραμέτρους του γλυκαιμικού ελέγχου και στο σωματικό βάρος στις εβδομάδες 30 και 56.

Στην εβδομάδα 30, η HbA1c μειώθηκε από την αρχική τιμή του 8.1% (65 mmol/mol) σε 6.9% (52 mmol/mol), 6.6% (49 mmol/mol), και 6.4% (47 mmol/mol) με τη χορήγηση εφπεγλενατίδης σε δόση 2, 4, και 6 mg, αντιστοίχως. Οι μέσες τιμές μείωσης της HbA1c σε σχέση με το baseline ήταν στατιστικά σημαντικά ανώτερες για κάθε δοσολογία της εφπεγλενατίδης έναντι του placebo (2 mg, -0.5% [95% CI -0.9, -0.2; P = 0.0054]; 4 mg, -0.8% [-1.2, -0.5; P < 0.0001]; 6 mg, -1.0% [-1.4, -0.7; P < 0.0001]). Ένα μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν εφπεγλενατίδη, ανεξαρτήτως δοσολογίας, πέτυχε τιμή HbA1c <7% (53 mmol/mol) έναντι των ασθενών που έλαβαν placebo μέχρι την εβδομάδα 30 (P < 0.0001), ενώ παρατηρήθηκαν επίσης σημαντικές μειώσεις στο σωματικό βάρος και τη γλυκόζη νηστείας με τη χορήγηση εφπεγλενατίδης (4 και 6 mg) έναντι του placebo στην εβδομάδα 30 (P < 0.05). Όπως και με τους υπόλοιπους GLP-1 RAs, οι πιο κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γαστρεντερικές, οι οποίες ήταν γενικά παροδικές και ήπιες έως μέτριες σε επίπεδο βαρύτητας. Λίγοι ασθενείς ανέφεραν υπογλυκαιμία.

Συμπερασματικά, η εβδομαδιαία χορήγηση εφπεγλενατίδης ως μονοθεραπεία σε ασθενείς με διαβήτητ τύπου 2 βελτίωσε τον γλυκαιμικό έλεγχο και το σωματικό βάρος με το προφίλ ασφάλειας να είναι παρόμοιο με αυτό των άλλων GLP-1 αγωνιστών.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

Σύγκριση της αποτελεσματικότητας της εβδομαδιαίας χορήγησης τιρζεπατίδης έναντι της ημερήσιας χορήγησης ινσουλίνης degludec στον γλυκαιμικό έλεγχο με τη χρήση συνεχούς καταγραφής γλυκόζης σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 (SURPASS-3 CGM): μια υπο-μελέτη της τυχαιοποιημένης, φάσης 3 μελέτης SURPASS-3

Battelino T, Bergenstal RM, Rodríguez A, et al. Efficacy of once-weekly tirzepatide versus once-daily insulin degludec on glycaemic control measured by continuous glucose monitoring in adults with type 2 diabetes (SURPASS-3 CGM): a substudy of the randomised, open-label, parallel-group, phase 3 SURPASS-3 trial [published correction appears in Lancet Diabetes Endocrinol. 2022 Jun 22;:]. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022;10(6):407-417. doi:10.1016/S2213-8587(22)00077-8

 

Η τιρζεπατίδη είναι ένας νέος διπλός GIP/GLP-1 αγωνιστής για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2. Σε αυτή τη μελέτη, χρησιμοποιήθηκε συνεχής καταγραφή γλυκόζης (CGM) για να συγκριθεί το ημερήσιο γλυκαιμικό προφίλ σε ασθενείς που έλαβαν τιρζεπατίδη σε σχέση με αυτούς που έλαβαν ινσουλίνη degludec.

Αυτή η υπο-μελέτη της τυχαιοποιημένης, φάσης 3 μελέτης SURPASS-3 έλαβε χώρα σε 45 κέντρα σε 6 χώρες (Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Ισπανία, Ουκρανία, ΗΠΑ). Κατάλληλοι ασθενείς ήταν ενήλικες με διαβήτη τύπου 2, αρχική τιμή HbA1c 7–10.5%, και BMI τουλάχιστον 25 kg/m2, οι οποίοι δεν ελάμβαναν ινσουλίνη και ελάμβαναν θεραπεία μόνο με μετφορμίνη ή σε συνδυασμό με έναν SGLT2 αναστολέα για τουλάχιστον 3 μήνες πριν τη διαλογή.  Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1:1 να λάβουν εβδομαδιαία υποδόρια τιρζεπατίδη σε δόση των 5 mg, 10 mg, ή 15 mg, ή ημερήσια υποδόρια ινσουλίνη degludec (100 U/mL). Έγινε διαστρωμάτωση των ασθενών βάσει χώρας, τιμής HbA1c και λαμβανόμενης αντιδιαβητικής αγωγής. Ένα υποσύνολο αυτών των ασθενών με φυσιολογικό κύκλο ύπνου-αφύπνισης τελικά εντάχθηκε στη μελέτη, και οι τιμές γλυκόζης βάσει CGM καταγράφηκαν για 7 ημέρες στην έναρξη, 24 εβδομάδες, και 52 εβδομάδες. Ο πρωτεύων στόχος ήταν να συγκριθούν οι ασθενείς που έλαβαν 10 mg και 15 mg τιρζεπατίδης έναντι όσων έλαβαν ινσουλίνη degludec όσον αφορά τη διάρκεια κατά την οποία οι μετρήσεις μέσω CGM ήταν εντός στόχου (71–140 mg/dL) στις 52 εβδομάδες. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν να συγκριθούν οι ασθενείς που έλαβαν (5 mg, 10 mg, και 15 mg) έναντι όσων έλαβαν degludec για τη διάρκεια εντός στενού εύρους στόχου στις 24 και 52 εβδομάδες.

Μεταξύ 1/4/2019 και 27/11/2019, 313 ασθενείς πέρασαν από διαλογή, εκ των οποίων 243 εντάχθηκαν τελικώς (τιρζεπατίδη 5 mg, n=64; τιρζεπατίδη 10 mg, n=51; τιρζεπατίδη 15 mg, n=73; ινσουλίνη degludec, n=55). Οι ασθενείς που έλαβαν τιρζεπατίδη 10 και 15 mg είχαν μεγαλύτερη διάρκεια εντός εύρους στόχου σε σχέση με όσους έλαβαν degludec (υπολογιζόμενη διαφορά 25% [95% CI 16–33]; p<0.0001). Οι ασθενείς οι οποίοι έλαβαν τιρζεπατίδη πέρασαν σημαντικά περισσότερο χρόνο εντός εύρους στόχου στις 52 εβδομάδες συγκριτικά με όσους έλαβαν degludec (5 mg 12% [1–22], p=0.031; 10 mg 24% [13–35], p<0.0001; και 15 mg 25% [14–35], p<0.0001). Οι ασθενείς που έλαβαν τιρζεπατίδη 10 και 15 mg, αλλά όχι αυτοί που έλαβαν 5 mg, πέρασαν σημαντικά περισσότερο χρόνο εντός στόχου στις 24 εβδομάδες συγκριτικά με όσους έλαβαν ινσουλίνη degludec (10 mg 19% [8–30], p=0.0008; 15 mg 21% [11–31], p<0.0001).

Συμπερασματικά, η εβδομαδιαία χορήγηση τιρζεπατίδης προσέφερε ανώτερο γλυκαιμικό έλεγχο όπως αυτός εκτιμήθηκε βάσει CGM συγκριτικά με την ινσουλίνη degludec σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 σε μετφορμίνη, με ή χωρίς συγχορήγηση SGLT2 αναστολέα. Αυτά τα δεδομένα προσθέτουν περισσότερα στοιχεία για τις επιδράσεις της τιρζεπατίδης και τη δυνατότητά της για γλυκαιμική ρύθμιση χωρίς τον κίνδυνο για υπογλυκαιμία που συνεπάγεται η προσθήκη βασικής ινσουλίνης.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

Σύγκριση της τιρζεπατίδης με τη σεμαγλουτίδη εβδομαδιαίας χορήγησης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2- Μελέτη Surpass-2

Juan P. Frias, M.D., Melanie J. Davies, M.D., Julio Rosenstock, M.D.,Federico C. Perez Manghi, M.D., Laura Fernandez Lando, M.D.,Brandon K. Bergman, Pharm.D., Bing Liu, Ph.D., Xuewei Cui, Ph.D.,and Katelyn Brown, Pharm.D. N Engl J Med 2021; 385: 503-15

 

Εισαγωγή: H τιρζεπατίδη αποτελεί ένα διπλό αγωνιστή του γλυκοζοεξαρτώμενου, ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP) και του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1). Στη μελέτη αυτή συγκρίθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της εβδομαδιαίως χορηγούμενης τιρζεπατίδης με τη σεμαγλουτίδη, η οποία αποτελεί έναν εκλεκτικό αγωνιστή των υποδοχέων GLP-1.

 

Mέθοδος: Σε μία ανοιχτή, διάρκειας 40 εβδομάδων μελέτη φάσης 3, τυχαιoποιήθηκαν 1879 ασθενείς με αναλογία 1:1:1:1 ώστε να λάβουν είτε τιρζεπατίδη σε δόση 5mg, 10 mg ή 15 mg, είτε σεμαγλουτίδη σε δόση 1 mg. Στο baseline η μέση τιμή της HbA1c ήταν 8,28%, η μέση ηλικία 56,6 έτη και το μέσο σωματικό βάρος 93,7 kgr. To πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η μεταβολή της HbA1c από το baseline έως τις 40 εβδομάδες.

 

Αποτελέσματα: Η μέση εκτιμώμενη μεταβολή της HbA1c από το baseline ήταν – 2,01%, -2,24% και -2,3% με την τιρζεπατίδη σε δόση 5mg, 10 mg και 15 mg αντιστοίχως και -1,86% με τη σεμαγλουτίδη. Οι εκτιμώμενες διαφορές μεταξύ των δόσεων 5 mg, 10 mg και 15 mg της τιρζεπατίδης και της σεμαγλουτίδης ήταν −0,15% [95% (CI) −0,28, −0,03 P = 0,02], −0,39% [95% (CI) −0,51, −0,26; P<0,001] και −0,45 % [95%(CI) −0,57,−0,32; P<0,001] αντιστοίχως. Η τιρζεπατίδη σε όλες τις δόσεις ήταν μη-κατώτερη και ανώτερη από τη σεμαγλουτίδη. Η μείωση του σωματικού βάρους ήταν μεγαλύτερη με την τιρζεπατίδη συγκριτικά με τη σεμαγλουτίδη (εκτιμώμενη μέση διαφορά ελαχίστων τετραγώνων – 1,9 kgr, – 3,6 kgr και -5,5 kgr, αντιστοίχως, p<0,001 για όλες τις συγκρίσεις). Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν οι γαστρεντερικές διαταραχές και ήταν κυρίως ήπιας έως μέτριας βαρύτητας στην ομάδα της τιρζεπατίδης και της σεμαγλουτίδης (ναυτία 17-22% και 18%, διάρροια 13-16% και 12%, έμετοι 6-10% και 8%, αντιστοίχως). Το ποσοστό των ασθενών, που έλαβαν τιρζεπατίδη κι εμφάνισαν υπογλυκαιμία (γλυκόζη < 54 mg/dl) ήταν 0,6% (δόση 5 mg), 0,2% (δόση 10 mg) και 1,7% (δόση 15 mg), ενώ στην ομάδα της σεμαγλουτίδης ήταν 0,4%. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν σε 5-7% των ασθενών, που έλαβαν τιρζεπατίδη και σε 3% των ασθενών, που έλαβαν σεμαγλουτίδη.

 

Συμπεράσματα: Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, η τιρζεπατίδη ήταν μη-κατώτερη και ανώτερη της σεμαγλουτίδης όσον αφορά τη μέση μεταβολή της HbA1c από το baseline έως τις 40 εβδομάδες.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

 

Σύγκριση της καρδιοαγγειακής και νεφρικής αποτελεσματικότητας των αναστολέων SGLT2 και των αγωνιστών GLP-1: Μία Σκανδιναβική μελέτη κοορτής

Peter Ueda MD, Viktor Wintzell PhD, Elisabeth Dahlqwist PhD,Björn Eliasson MD, Ann-Marie Svensson PhD, Stefan Franzén PhD, Soffia Gudbjörnsdottir MD, Kristian Hveem MD, Christian Jonasson PhD, Mads Melbye MD, Anders Hviid DrMedSci, Henrik Svanström PhD, Björn Pasternak MD, Diabetes Obes Metab. 2022; 24: 473-485

 

Σκοπός: Nα συγκριθεί η καρδιοαγγειακή και νεφρική αποτελεσματικότητα των αναστολέων SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 στην καθημερινή κλινική πρακτική.

 

Υλικό και μέθοδος: Πρόκειται για μία μελέτη κοορτής εθνικών μητρώων από τη Σουηδία, τη Δανία και τη Νορβηγία, στην οποία συμπεριλήφθηκαν 87525 νέοι χρήστες αναστολέων SGLT2 και 63921 νέοι χρήστες αγωνιστών GLP-1 και χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από το 2013 έως το 2018. Τα συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν τα μείζονα  καρδιοαγγειακά συμβάματα (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιοαγγειακός θάνατος), η καρδιακή ανεπάρκεια (νοσηλεία ή θάνατος λόγω καρδιακής ανεπάρκειας) και σοβαρά νεφρικά συμβάματα (θεραπεία  υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας, νοσηλεία λόγω νεφρικών συμβαμάτων και θάνατος από νεφρικά αίτια).

 

Αποτελέσματα: H χρήση των αναστολεών SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 σχετίσθηκε με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης μειζόνων καρδιοαγγειακών συμβαμάτων (15,2 έναντι 14,4 επεισοδίων ανά 1000 ανθρωπο-έτη HR:1,07 [95% CI 1,01-1,15]), παρόμοιο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας (6,0 έναντι 6,0 επεισοδίων ανά 1000 ανθρωπο-έτη HR:1,02 [0,92-1,12]) και χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών νεφρικών συμβαμάτων (2,9 έναντι 4,0 επεισοδίων ανά 1000 ανθρωπο-έτη HR:0,76 [0,66-0,87]). Σε αναλύσεις δευτερευόντων καταληκτικών σημείων, η χρήση των αναστολέων SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 δε σχετίσθηκε με στατιστικά σημαντική διαφορά για τον κίνδυνο οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου(HR: 1,09 [95% CI 1,00-1,19]), καρδιοαγγειακού θανάτου (HR:0,97 [95% CI 0,84-1,12]), θανάτου από νεφρικά αίτια HR:0,75 [95% CI 0,41-1,35] ή θανάτου από οποιαδήποτε αιτία (HR:1,01 [95% CI 0,94-1,09]). Ο κίνδυνος αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν υψηλότερος (HR:1,14 [95% CI 1,03-1,26]), ενώ ο κίνδυνος θεραπείας υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας (HR:0,74 [95% CI 0,56-0,97]) και νοσηλείας λόγω νεφρικών συμβαμάτων (HR: 0,75 [95% CI 0,65-0,88]) ήταν χαμηλότερος με τη χρήση αναστολέων SGLT2.

 

Συμπεράσματα: H χρήση των αναστολέων SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 σχετίσθηκε με παρόμοιο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας και χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών νεφρικών συμβαμάτων, ενώ η χρήση αγωνιστών GLP-1 σχετίσθηκε με ελαφρώς χαμηλότερο κίνδυνο μειζόνων καρδιοαγγειακών συμβαμάτων.

 

Eπιμέλεια: Eλευθερία Παπαχριστοφόρου

Εβδομαδιαία χορήγηση της τιρζεπατίδης για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας

Ania M. Jastreboff, M.D., Ph.D., Louis J. Aronne, M.D., Nadia N. Ahmad, M.D., M.P.H., Sean Wharton, M.D., Pharm.D., Lisa Connery, M.D., Breno Alves, M.D., Arihiro Kiyosue, M.D., Ph.D, Shuyu Zhang, M.S., Bing Liu, Ph.D., Mathijs C. Bunck, M.D., Ph.D and Adam Stefanski, M.D., Ph.D. Νew Engl J Med, June 4 2022

 

Εισαγωγή: H παχυσαρκία είναι μία χρόνια νόσος με μεγάλη νοσηρότητα και θνησιμότητα παγκοσμίως. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της τιρζεπατίδης, ενός νέου αγωνιστή των υποδοχέων του γλυκοζοεξαρτώμενου ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP) και του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) σε άτομα με παχυσαρκία, δεν έχει μελετηθεί.

 

Μέθοδος: Πρόκειται για μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη κλινική μελέτη φάσης 3, στην οποία εντάχθηκαν 2539 μη-διαβητικοί ασθενείς με BMI ≥ 30 kg/m² ή ≥ 27 kg/m² με τουλάχιστον μία σχετιζόμενη με την παχυσαρκία συννοσηρότητα. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1:1:1, έτσι ώστε να λάβουν υποδορίως τιρζεπατίδη (5 mg, 10 mg ή 15 mg) μία φορά εβδομαδιαίως ή εικονικό φάρμακο για 72 εβδομάδες, με μία αρχική περίοδο τιτλοποίησης διάρκειας 20 εβδομάδων. Τα συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η % μεταβολή του σωματικού βάρους από το baseline και η απώλεια βάρους ≥ 5%. Η ανάλυση, που έγινε βάσει της θεραπευτικής αγωγής, αφορούσε στην επίδραση της τιρζεπατίδης ανεξαρτήτως διακοπής της θεραπείας, σε όλους τους ασθενείς, που τυχαιοποιήθηκαν κι έλαβαν έστω και μία δόση του φαρμάκου.

 

Αποτελέσματα: Στο baseline το μέσο σωματικό βάρος ήταν 104,8 kg, το μέσο BMI ήταν 38,0 και 94,5 % των ασθενών είχαν BMI ≥ 30 kg/m². Η % μέση μεταβολή του σωματικού βάρους από το baseline έως τις 72 εβδομάδες ήταν −15.0% (95%  [CI], −15.9 ,−14.2) με τη δόση 5 mg της τιρζεπατίδης, −19.5% (95% [CI] −20.4,−18.5) με τη δόση 10 mg, −20.9% (95% [CI], −21.8 , −19.9) με τη δόση 15-mg  και −3.1% (95% [CI],−4.3 to −1.9) με το εικονικό φάρμακο (P<0.001 για όλες τις συγκρίσεις με το εικονικό φάρμακο). Τα ποσοστό των ασθενών, που εμφάνισαν απώλεια βάρους ≥ 5% ήταν 85% (95% [CI], 82 – 89), 89% (95% [CI], 86-92) και 91% (95% [CI], 88 -94) με τη δόση 5 mg, 10 mg και 15 mg της τιρζεπατίδης αντιστοίχως και  35% (95% [CI], 30-39) με το εικονικό φάρμακο. 50% (95% [CI], 46-54) και 57% (95% [CI], 53- 61) των συμμετεχόντων,που έλαβαν τις δόσεις της τιρζεπατίδης 10 mg και 15 mg είχαν απώλεια σωματικού βάρους  ≥ 20%, συγκριτικά με 3% (95% [CI], 1-5) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (P<0.001 για όλες τις συγκρίσεις με το εικονικό φάρμακο). Παρατηρήθηκε βελτίωση όλων των προκαθορισμένων καρδιομεταβολικών παραμέτρων με την τιρζεπατίδη. Οι πιο συνηθισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες με την τιρζεπατίδη ήταν οι γαστρεντερικές διαταραχές και οι περισσότερες εμφανίσθηκαν την περίοδο της τιτλοποίησης και ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας σε 4,3%, 7,1%, 6,2%, και 2,6% των συμμετεχόντων, που έλαβαν τιρζεπατίδη σε δόση 5 mg, 10 mg και 15 mg και εικονικό φάρμακο, αντιστοίχως.

 

Συμπεράσματα: Σε αυτή τη μελέτη διάρκειας 72 εβδομάδων, στην οποία συμμετείχαν παχύσαρκα άτομα, η εβδομαδιαία χορήγηση τιρζεπατίδης οδήγησε σε ουσιαστική και συνεχή μείωση του σωματικού βάρους.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

 

Webinar ΕΔΕ: “Λάθη κατά τη χορήγηση ινσουλίνης” (6/7/2022, 20:00)

 

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ: “Λάθη κατά τη χορήγηση ινσουλίνης”

Συντονιστής:

  • Α. Γκρόζου, Επισκέπτρια Υγείας, τ. Πρόεδρος Π.Σ.Ε.Υ, Διαβητολογικό Κέντρο Γ΄ Παθολογικού Τμήματος, ΓΝ Νίκαιας Πειραιά «ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ».

Ομιλητής:

  • Α. Καϊσίδης, Επισκέπτης Υγείας, Διαβητολογικό Κέντρο, ΓΝ Βενιζέλειο – Πανάνειο, Ηράκλειο Κρήτης.

 

Μπορείτε να παρακολουθήσετε το βιντεοσκοπημένο webinar μέσω της διεύθυνσης: https://youtu.be/U5asFB8xJ-c

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

Η Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Υπερτριγλυκεριδαιμία και λοιποί παράγοντες κινδύνου για χρόνια νεφρική νόσο στον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2: Μια σειρά από -νοσοκομειακά εδραζόμενο- κλινικό πληθυσμό

Hypertriglyceridemia and Other Risk Factors of Chronic Kidney Disease in Type 2 Diabetes: A Hospital-Based Clinic Population in Greece Ilias N. Migdalis1,*, Ioannis M. Ioannidis 2, Nikolaos Papanas3, Athanasios E. Raptis4, Alexios E. Sotiropoulos5,George D. Dimitriadis4 and on behalf of the Hellenic Diabetic Nephropathy Study (HDNS) †/. J. Clin.Med. 2022, 11, 3224.

https://doi.org/10.3390/jcm11113224

 

Εισαγωγή: Ο Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔ2)  και η Αρτηριακή Υπέρταση (ΑΥ) συνιστούν τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ) [1]. Προηγούμενες μελέτες αναδεικνύουν αυξημένο επιπολασμό (27.9–63.9%) διαβητικής χρόνιας νεφρικής νόσου (ΔΧΝΝ) στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2)[2]. Στην Ελλάδα μάλιστα, πρόσφατα ανακοινώθηκε 45% συνολικός επιπολασμός ΔΧΝΝ (ήπια, μέτρια και σοβαρή) σε νοσοκομειακό πληθυσμό διαβητικών ασθενών, που παρακολουθούνται σε εξωτερικά διαβητολογικά ιατρεία (Μελέτη Redit-2-Diag) [3]. Ο ρυθμός εξέλιξης σε ΔΧΝΝ εμφανίζει βέβαια σημαντική μεταβλητότητα και παρότι γενικά χαρακτηρίζεται από χρόνια προοδευτική πορεία σχετιζόμενη με αρκετούς παράγοντες κινδύνου, σε συγκεκριμένες υποομάδες ασθενών με ΣΔ2, η ΔΧΝΝ εξελίσσεται ιδιαιτέρως γρήγορα. Η υπεργλυκαιμία και η υπέρταση συνιστούν τους κυριότερους παράγοντες για ανάπτυξη και εξέλιξη της ΧΝΝ. Παρά βέβαια την επίτευξη των στόχων που προτείνονται για τα επίπεδα γλυκόζης και αρτηριακής πίεσης (ΑΠ), ο υπολειπόμενος κίνδυνος της ΔΧΝΝ παραμένει σχετικά υψηλός κυρίως εξαιτίας της δυσλιπιδαιμίας, που παρατηρείται, με την υπερτριγλυκεριδαιμία να αποτελεί την πιο συχνά απαντώμενη διαταραχή [4–6].  Σκοπόςτηςπαρούσας μελέτηςυπήρξεναεξετασθείηδυσλιπιδαιμία και λοιποί κύριοι παράγοντες κινδύνου με στόχο την πρόληψη και θεραπεία του υπολειπόμενου κινδύνου για ΧΝΝ.

Υλικό και μέθοδοι: Οι συμμετέχοντες προέρχονται από τη μελέτη Redit-2-Diag, η οποία συμπεριέλαβε 1759 ασθενείς σε μια περίοδο 6 μηνών από τον Ιούνιο του 2015 ως τον Μάρτιο του 2016 [3].Εργαστηριακός έλεγχος (ουρία, κρεατινίνη,  λεύκωμα ούρων, ACR, HbA1c, λιπίδια) ελήφθη σε όλους τους συμμετέχοντες 6 μήνες πριν την έναρξη της μελέτης. Η βαρύτητα της ΧΝΝ κατηγοριοποιήθηκε σύμφωνα με τα KDIGO κριτήρια. Όλοι οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν ανάλογα με τον eGFR τους (mg/mL/1.73 m2): G1 > 90, G2 60–89, G3a45–59, G3b 30–44, G4 15–29 καιG5 < 15 αλλά και με βάση την τιμή ACR(albumin/creatinine ratio-mg/g Cr): A1 < 30, A2 30–300 και A3 > 300. Οι κατηγορίες G1A1 και G2A1 θεωρήθηκαν εντός φυσιολογικών ορίων. 4 τελικές κατηγορίες οργανώθηκαν ακολούθως: φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ήπια, μέτρια και σοβαρή ΧΝΝ.

Αποτελέσματα: Συνολικά, 1372 ασθενείς(77.9%) εμφάνιζαν δυσλιπιδαιμία και 1363 (77%) αρτηριακή υπέρταση. Οι ασθενείς με ΔΧΝΝ συγκρινόμενοι με εκείνους χωρίς ΔΧΝΝ είχαν υψηλότερη μέση τιμή HbA1c (7.2 vs. 7.0%), ΣΑΠ (137.7 vs. 130.7 mmHg) και τριγλυκεριδίων (160.3 vs. 136.1 mg/dL), με            p< 0.01 σε όλα τα παραπάνω. Αύξηση στην τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης HbA1C (κατά 1 μονάδα %) και της συστολικής αρτηριακής πίεσης (ΣΑΠ κατά 1 mmHg) αυξάνει την πιθανότητα να ταξινομηθεί κανείς σε σοβαρότερο στάδιο ΧΝΝ κατά 14% και 26%, αντιστοίχως. Επιπρόσθετα, αύξηση της τιμής των τριγλυκεριδίων κατά 88.5 mg/dLαυξάνει τον κίνδυνο ταξινόμησης σε σοβαρότερο στάδιο ΧΝΝ κατά 24%. Σημειώνεται ότι για τη θεραπεία της δυσλιπιδαιμίας τους, οι περισσότεροι ασθενείς λάμβαναν ήδη στατίνες (1690 ασθενείς ,96%), ενώ ακολουθούσε η χρήση της εζετιμίμπης (181 ασθενείς, 10.2%).

Συζήτηση: Η υπεργλυκαιμία και η υπέρταση συνιστούν παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου για ΧΝΝ σε ασθενείς με ΣΔ2, ενώ  ταυτόχρονα συμμετέχουν ενεργά στην ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου, η οποία μοιράζεται την αντίσταση στην ινσουλίνη με την παραπάνω ως κοινό παθογενετικό μηχανισμό  [7,8]. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες κινδύνου επιτείνουν τη βλάβη του ενδοθηλίου οδηγώντας αναπόφευκτα σε αθηροσκλήρωση τόσο τα μεγάλα όσο και τα μικρά αγγεία του νεφρού [9,10]. Στην παρούσα μελέτη, οι αυξημένες τιμές τριγλυκεριδίων, ΣΑΠ και η πτωχή γλυκαιμική ρύθμιση αυξάνουν τον κίνδυνο για ΧΝΝ στον ΣΔ2 και θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις στρατηγικές θεραπείας.

Η παρουσία ΔΧΝΝ επηρεάζει τον γλυκαιμικό έλεγχο, η ίδια η υπεργλυκαιμία επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία του νεφρού με σπειραματική υπερδιήθηση, αγγειοσύσπαση και αυξημένη παραγωγή προϊόντων τελικής γλυκοζυλίωσης (AGEs), ενώ την ίδια στιγμή η πρόοδος της νεφρικής νόσου επηρεάζει τη νεογλυκογένεση.

Στους ασθενείς με ΔΧΝΝ, η ιδεατή ΑΠ για ελαχιστοποίηση του κινδύνου για εξέλιξη της ΔΧΝΝ και αποφυγή καρδιαγγειακών συμβαμάτων παραμένει ασαφής [11]. Μερικές κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν στόχο ΑΠ< 130/80 mmHg και ΑΠ<140/90 mmHg για τους περισσότερους ασθενείς με ΣΔ2 και ΔΧΝΝ [11,12], με τους περισσότερους διαβητικούς ασθενείς βέβαια να έχουν ήδη υπέρταση στη διάγνωσή τους.

Οι ασθενείς με ΣΔ2 και ΔΧΝΝ παρουσιάζουν χαρακτηριστικό λιπιδαιμικό προφίλ με σημαντική υπερτριγλυκεριδαιμία και χαμηλά επίπεδα HDL-C πλάσματος [13].  Στην παρούσα μελέτη, 77.9% των συμμετεχόντων είχαν δυσλιπιδαιμία.  Αρκετές μελέτες αναγνωρίζουν τη δυσλιπιδαιμία ως παράγοντα κινδύνου ανάπτυξης και εξέλιξης της ΔΧΝΝ στον ΣΔ2, παρότι ο ρόλος της παραμένει ασαφής[14,15]. Εφόσον η υπερτριγλυκεριδαιμία στον ΣΔ2 οφείλεται –τουλάχιστον εν μέρει- στην αντίσταση στην ινσουλίνη[16,17,18], η χρήση αντι-υπεργλυκαιμικών φαρμάκων ενδέχεται να παρεμβαίνει σε κάποιο βαθμό στα κλινικά αποτελέσματα στην παρούσα μελέτη, χωρίς να δύναται να επηρεάσει ωστόσο τα αποτελέσματά της, καθώς τα επίπεδα τριγλυκεριδίων πλάσματος ήταν σημαντικά αυξημένα στην ομάδα των διαβητικών ασθενών με ΔΧΝΝ έναντι της ομάδας χωρίς ΔΧΝΝ  και η υπερτριγλυκεριδαιμία εμπλεκόταν στην εξέλιξη της νεφρικής ανεπάρκειας όπως υπολογίστηκε από τον GFR.

Συμπεράσματα: Η υπερτριγλυκεριδαιμία και η υπέρταση συνιστούν ισχυρούς παραδοσιακούς  παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της ΔΧΝΝ. Παρά την επίτευξη των προτεινόμενων στόχων γλυκόζης και ΑΠ, ο υπολειπόμενος κίνδυνος ΔΧΝΝ παραμένει σχετικά υψηλός, όπως και η επίπτωση της υπερτριγλυκεριδαιμίας.  Στην παρούσα μελέτη, αυξήσεις στην HbA1C κατά 1%, της ΣΑΠ κατά 1 mmHg και του επιπέδου τριγλυκεριδίων πλάσματος κατά 88.5 mg/dL αύξησε την εξέλιξη της ΔΧΝΝ κατά 14%, 26% και 24%, αντιστοίχως. Επομένως,  μαζί με την υπεργλυκαιμία και την ΑΠ, και τα αυξημένα τριγλυκερίδια θα πρέπει να θεραπεύονται εντατικά, με στόχο την πρόληψη της εξέλιξης της ΔΧΝΝ στον ΣΔ2, παρότι χρειάζονται περαιτέρω μακροχρόνιες προοπτικές μελέτες, που θα επιβεβαιώσουν τα ευρήματά μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Koye, D.N.; Magliano, D.J.; Nelson, R.G.; Pavkov, M.E. The global epidemiology of diabetes and kidney disease. Adv. ChronicKidney Dis. 2018, 25, 121–132.
  2. Griffin, T.P.; O’Shea, P.M.; Smyth, A.; Islam, M.N.; Wall, D.; Ferguson, J.; O’Sullivan, E.; Finucane, F.M.; Dinneen, S.F.;Dunne, F.P.; et al. Burden of chronic kidney disease and rapid decline in renal function among adults attending a hospitalbased diabetes center in Northern Europe. BMJ Open Diab. Res. Care. 2021, 9, e002125.
  3. Migdalis, I.N.; Papanas, N.; Raptis, A.E.; Ioannidis, I.M.; Sotiropoulos, A.E.; Dimitriadis, G.D. The prevalence of diabetic chronickidney disease in adult Greek subjects with type 2 diabetes mellitus: A series from hospital-based diabetes clinics. Diabetes Res.Clin.Pract. 2020, 11, 1–8.
  4. Webster, A.C.; Nagler, E.V.; Morton, R.L.; Masson, P. Chronic Kidney Disease. Lancet 2017, 389, 1238–1252.
  5. Fioretto, P.; Dodson, P.M.; Ziegler, D.; Rosenson, R.S. Residual microvascular risk in diabetes: Unmet needs and future directions.Nat. Rev. Endocrinol. 2010, 6, 19–25.
  6. American Diabetes Association. Microvascular complications and foot care: Standards of medical care in diabetes–2021. Diabetes Care 2021, 44, S151–S167.
  7. Ortiz, A.; Covic, A.; Fliser, D.; Fouque, D.; Goldsmith, D.; Kanbay, M.; Mallamaci, F.; Massy, Z.A.; Rossignol, P.; Vanholder, R.; et al.Board of the EURECA-m Working Group of ERA-EDTA. Epidemiology, contributors to, and clinical trials of mortality risk inchronic kidney failure. Lancet 2014, 383, 1831–1843.
  8. Major, R.W.; Cheng, M.R.I.; Grant, R.A.; Shantikumar, S.; Xu, G.; Oozeerally, I.; Brunskill, N.J.; Gray, L.J. Cardiovascular diseaserisk factors in chronic kidney disease: A systematic review and meta-analysis. PLoS ONE 2018, 13, e0192895.J. Clin. Med. 2022, 11, 3224 8 of 9
  9. Wilson, P.W.; D’Agostino, R.B.; Levy, D.; Belanger, A.M.; Silbershatz, H.; Kannel, W.B. Prediction of coronary heart disease usingrisk factor categories. Circulation 1998, 97, 1837–1847.
  10. Centers for Disease Control and Prevention. National Chronic Kidney Disease Fact Sheet, 2017; Department of Health and HumanServices, Centers for Disease Control and Prevention: Atlanta, GA, USA, 2017.
  11. Cheung, A.K.; Chang, T.I.; Cushman, W.C.; Furth, S.L.; Ix, J.H.; Pecoits-Filho, R.; Perkovic, V.; Sarnak, M.J.; Tobe, S.W.;Tomson, C.R.V.; et al. Blood pressure in chronic kidney disease: Conclusions from a Kidney Disease: Improving Global Outcomes(KDIGO) Controversies Conference. Kidney Int. 2019, 95, 1027–1036.
  12. Whelton, P.K.; Carey, R.M.; Aronow, W.S.; Casey Jr, D.E.; Collins, K.J.; Himmelfarb, C.D.; DePalma, S.M.; Gidding, S.Jamerson, K.A.; Jones, D.W.; et al. 2017ACC/AHA/AAPA/ABC/ACPM/AGS/APhA/ASH/ASPC/NMA/PCNA Guidelinefor the prevention, detection, evaluation, and management of high blood pressure in adults: A report of the American College ofCardiology/American Heart Association Task Force on Clinical Practice Guidelines. J. Am. Coll. Cardiol.2018, 71, e127–e248.
  13. Hu, F.; Zhang, T. Study on risk factors of diabetic nephropathy in obese patients with type 2 diabetes mellitus. Int. J. Gen. Med.2020, 13, 351–360. Iglay, K.; Hannachi, H.; Howie, P.J.; Xu, J.; Li, X.; Engel, S.S.; Moore, L.M.; Rajpathak, S. Prevalence and co-prevalence ofcomorbidities among patients with type 2 diabetes mellitus. Curr.Med. Res. Opin. 2016, 32, 1243–1252.
  14. Muntner, P.; Coresh, J.; Smith, J.C.; Eckfeldt, J.; Klag, M.J. Plasma lipids and risk of developing renal dysfunction: Theatherosclerosis risk in communities study. Kidney Int. 2000, 58, 293–301.
  15. Lin, J.; Hu, F.B.; Rimm, E.B.; Rifai, N.; Curhan, G.C. The association of serum lipids and inflammatory biomarkers with renalfunction in men with type II diabetes mellitus. Kidney Int. 2006, 69, 336–342.
  16. Mitrou, P.; Boutati, E.; Lambadiari, V.; Maratou, E.; Komesidou, V.; Papakonstantinou, A.; Sidossis, L.; Tountas, N.; Kaisilambros,N.; Economopoulos, T.; et al. Rates of lipid fluxes in adipose tissue in vivo after a mixed meal in morbid obesity. Int. J. Obes. 2010,34, 770–774.

17.Dimitriadis, G.; Lambadiari, V.; Mitrou, P.; Maratou, E.; Boutati, E.; Panagiotakos, D.B.; Economopoulos, T.; Raptis, S.A. Impaired postprandial blood flow in adipose tissue may be an early marker of insulin resistance in type 2 diabetes. Diabetes Care 2007, 30,3128–3130.

  1. 18. Mitrou, P.; Boutati, E.; Lambadiari, V.; Maratou, E.; Papakonstantinou, A.; Komesidou, V.; Sidossis, L.; Tountas, N.;Katsilambros, N.; Economopoulos, T.; et al. Rates of glucose uptake in adipose tissue and muscle in vivo after a mixed meal inwomen with morbid obesity. J. Clin. Endocrinol. 2009, 94, 2958–2961.

 

Επιμέλεια: Α. Παπαζαφειροπούλου

ADA 22nd Scientific Sessions HIGHLIGHTS

ADA 22nd SCIENTIFIC SESSIONS, NEW ORLEANS, USA

HIGHLIGHTS

 

Επιμέλεια: Φουστέρης Ευάγγελος, M.D., Ph.D., Παθολόγος με εξειδίκευση στο ΣΔ

 

  1. Προσχέδιο της Συναινετικής Έκθεσης των ADAEASD 2022 για τη διαχείριση της υπεργλυκαιμίας στον διαβήτη τύπου 2
    1. Η παχυσαρκία έχει γίνει συν-πρωταρχικός στόχος για τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2
    2. Πρώιμη συνδυαστική θεραπεία
    3. Εστίαση στην εκπαίδευση και αλλαγή στον τρόπο ζωής
    4. Ιατρική με ενσυναίσθηση με επίκεντρο τον ασθενή
    5. Πρόληψη των επιπλοκών του διαβήτη

 

  1. Συναινετική Έκθεση της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας για την 1. Καρδιακή ανεπάρκεια: Μια υποτιμημένη επιπλοκή του διαβήτη:
    1. Ο σκοπός αυτής της συναινετικής έκθεσης της Αμερικανικής Ένωσης Διαβήτη σε συνεργασία με το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας είναι να παρέχει σαφή καθοδήγηση στους επαγγελματίες υγείας σχετικά με τις καλύτερες προσεγγίσεις για τον έλεγχο και τη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας σε άτομα με διαβήτη ή προδιαβήτη με στόχο τη διασφάλιση της πρόσβασης στη βέλτιστη τεκμηριωμένη διαχείριση για όλους και για τον μετριασμό των κινδύνων σοβαρών επιπλοκών (ελεύθερο pdf online στο Diabetes Care)

 

  1. H Σεμαγλουτίδη στα 2,4 mg ανά εβδομάδα μειώνει τον 10ετή κίνδυνο εμφάνισης ΣΔτ2 σε άτομα υπέρβαρα ή με παχυσαρκία
    1. Οι ερευνητές υπολόγισαν τον 10ετή κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 μεταξύ των συμμετεχόντων των μελετών STEP 1 & 4 μέσω ειδικού λογιστικού μοντέλου που ονομάζεται Σταδιοποίηση Καρδιομεταβολικής Νόσου (CMDS), η οποία σταδιοποιεί τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο σε 5 επίπεδα από μεταβολικά υγιή (στάδιο 0) έως εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακή νόσο (στάδιο 4)
    2. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σεμαγλουτίδη στην STEP 1 μείωσαν τη μέση βαθμολογία κινδύνου για διαβήτη τύπου 2 από 18,2% σε 7,1% (μείωση κινδύνου 61%), έναντι μείωσης του σκέλους εικονικού φαρμάκου από 17,8% σε 15,6% (μείωση κινδύνου 13%, P <,01)
    3. Στην STEP 4, οι ασθενείς που έλαβαν σεμαγλουτίδη είχαν δείκτη κινδύνου για διαβήτη τύπου 2 20,6%. Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν θεραπεία, ο μέσος κίνδυνος μειώθηκε στο 11,4% την εβδομάδα 20 και μετά στο 7,7% την εβδομάδα 68 (μετά την περίοδο απόσυρσης). Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, ο μέσος κίνδυνος μειώθηκε στο 10,7% την εβδομάδα 20, αλλά στη συνέχεια αυξήθηκε έως και 15,4% μετά την περίοδο απόσυρσης, δείχνοντας συνολική μείωση 32% με τη σεμαγλουτίδη έναντι αύξησης 41% με εικονικό φάρμακο (P <,01)
    4. Η θεραπεία με σεμαγλουτίδη μειώνει τον 10ετή κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 κατά περίπου 60% ανεξάρτητα από την αρχική γλυκαιμική κατάσταση, ενώ απαιτείται συνεχής θεραπεία για τη διατήρηση αυτού του οφέλους

 

  1. Μελέτη AWARDPEDS
    1. Η AWARD-PEDS έδειξε ότι παιδιά και έφηβοι 10-18 ετών με διαβήτη τύπου 2 (με ή χωρίς μετφορμίνη ή βασική ινσουλίνη ) και παχυσαρκία που έλαβαν θεραπεία με εβδομαδιαίες ενέσεις 0,75 mg ή 1,5 mg ντουλαγλουτίδης είχαν χαμηλότερη A1c στις 26 εβδομάδες από τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο
    2. Τα πιο κοινά ανεπιθύμητα συμπτώματα ήταν γαστρεντερικά και το προφίλ ασφάλειας ήταν συνεπές με αυτό στους ενήλικες
    3. Το φάρμακο δεν είχε καμία επίδραση στον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ)
    4. Η Eli Lilly υποβάλλει τώρα αυτά τα αποτελέσματα στον FDA για να λάβει τη σχετική ένδειξη

 

  1. Μελέτη SURPASS-4 και νεφρικό όφελος
    1. Η μία φορά την εβδομάδα υποδορίως χορηγούμενη τιρζεπατίδη σε σύγκριση με θεραπεία με ινσουλίνη glargine οδήγησε σε σημαντική βελτίωση στη μείωση του εκτιμώμενου GFR, μείωσε τον λόγο λευκωματίνης ούρων προς κρεατινίνη UACR και μείωσε τον κίνδυνο νεφρικής νόσου τελικού σταδίου
    2. Η ανάλυση έδειξε επίσης χαμηλό κίνδυνο κλινικά σημαντικής υπογλυκαιμίας στους συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο και διάφορα στάδια χρόνιας νεφρικής νόσου
    3. Αυτά είναι πολύ μεγάλα οφέλη και δείχνουν ξεκάθαρα τη δυνατότητα της τιρζεπατίδης να είναι ένα πολύ ισχυρό προστατευτικό φάρμακο για τα νεφρά

 

  1. Η ύφεση είναι δυνατή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2
    1. Μια νέα προσέγγιση που περιλαμβάνει αισθητήρες, τεχνητή νοημοσύνη και εξατομικευμένη καθοδήγηση στον τρόπο ζωής σε πραγματικό χρόνο από μια εφαρμογή (application) και σύνδεση με εκπαιδευτές οδήγησε σε υψηλό ποσοστό ύφεσης του διαβήτη τύπου 2
    2. Οι 199 ασθενείς μέσης ηλικίας 43 ετών που είχαν διαβήτη τύπου 2 για μέσο όρο 3,7 ετών και έως 8 ετών, έλαβαν οδηγίες/εκπαίδευση για τον τρόπο ζωής και η μέση A1c τους μειώθηκε από 9,0% σε 5,7% στους 6 μήνες
    3. Το 84% των ασθενών παρουσίασαν ύφεση του διαβήτη στους 6 μήνες

 

  1. Μελέτη iLet για το βιονικό πάγκρεας
    1. Η μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη μέχρι σήμερα οποιουδήποτε συστήματος αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης και περιελάμβανε έναν πιο ποικίλο πληθυσμό ατόμων με διαβήτη τύπου 1, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από μειονοτικές ομάδες και εκείνων με υψηλότερα αρχικά επίπεδα A1c από ό,τι σε προηγούμενες μελέτες
    2. Η μελέτη έδειξε μειώσεις της A1c χωρίς αύξηση της υπογλυκαιμίας σε ενήλικες και παιδιά με διαβήτη τύπου 1 με μεγαλύτερη αυτοματοποίηση από τα διαθέσιμα επί του παρόντος υβριδικά συστήματα χορήγησης ινσουλίνης κλειστού βρόχου ή τεχνητού παγκρέατος
    3. Μετά από 13 εβδομάδες, η μέση A1c μειώθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες με το iLet σε σύγκριση με την τυπική θεραπεία και κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των συμμετεχόντων με βασικά επίπεδα A1c > 7,0%
    4. Δεν υπήρξε αύξηση στην υπογλυκαιμία και όσοι χρησιμοποίησαν τη συσκευή πέρασαν κατά μέσο όρο 2,6 ώρες περισσότερο χρόνο εντός εύρους (επίπεδα γλυκόζης 70-180 mg/dL)
    5. Οι βελτιώσεις στην A1c ήταν μεγαλύτερες σε εκείνους με υψηλότερη αρχική τιμή A1c και παρατηρήθηκαν και σε μειονοτικές φυλετικές ομάδες και σε διαφορα κοινωνικοοικονομικά/εκπαιδευτικά επίπεδα
    6. Αυτή η μελέτη δείχνει ότι ανεξαρτήτως εθνικότητας ή κοινωνικής θέσης, υπήρχε όφελος, επομένως αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της ίσης φροντίδας

 

  1. Μελέτη CREATE
    1. Η πρώτη τυχαιοποιημένη πολυκεντρική κλινική μελέτη διάρκειας 24 εβδομάδων για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του πιο συχνά χρησιμοποιούμενου συστήματος αυτοματοποιημένης παροχής ινσουλίνης ανοιχτού κώδικα (AID). Η μελέτη συνέκρινε το AID ανοιχτού κώδικα, χρησιμοποιώντας τον αλγόριθμο OpenAPS από την έκδοση του Android APS και υλοποιήθηκε σε smartphone με την αντλία ινσουλίνης DANA-i™ και το Dexcom G6® CGM
    2. Στρατολογήθκε ένας ποικίλος πληθυσμός ασθενών, πολλοί από τους οποίους είχαν μικρή ή καθόλου εμπειρία με το AIDS: παιδιά (7-15 ετών) και ενήλικες (16-70 ετών), για έλεγχο της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας του AID ανοιχτού κώδικα
    3. Η μελέτη έδειξε ότι τα συστήματα AID είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για άτομα με διαβήτη τύπου 1

 

  1. Το μέλλον της ινσουλίνης: εβδομαδιαίες, από του στόματος, έξυπνες ινσουλίνες
    1. Μελέτη φάσης 2 αξιολόγησε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της εβδομαδιαίας βασικής ινσουλίνης Fc (BIF) σε σύγκριση με την ινσουλίνη degludec σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που είχαν λάβει προηγουμένως από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα και βασική ινσουλίνη και αποκάλυψε ότι η BIF δεν ήταν κατώτερη από την degludec στον γλυκαιμικό έλεγχο, όπως μετρήθηκε με την αλλαγή στο A1C μετά από 32 εβδομάδες
    2. Άλλη μελέτη φάσης 2 εξέτασε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για τη μετάβαση σε εβδομαδιαία βασική ινσουλίνη icodec σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν καθημερινή βασική ινσουλίνη και ένα ή περισσότερα από του στόματος φάρμακα για τη μείωσης της γλυκόζης: Η μελέτη έδειξε ότι η αλλαγή από την καθημερινή βασική ινσουλίνη σε μία φορά την εβδομάδα ινσουλίνη icodec ήταν καλά ανεκτή και παρείχε αποτελεσματικό γλυκαιμικό έλεγχο
    3. Οι μελέτες φάσης 2 έδειξαν ότι η από του στόματος κάψουλα ινσουλίνης ORMD-801 μείωσε σημαντικά τα επίπεδα A1C σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που ελέγχονταν ανεπαρκώς με άλλα φάρμακα ΣΔτ2
    4. Η ευαίσθητη στην γλυκόζη ινσουλίνη ή «έξυπνη ινσουλίνη» μπορεί να ενεργοποιηθεί μέσω της χρήσης ενός συνθετικού «διακόπτη» που μπορεί να ανοίξει ή να κλείσει χρησιμοποιώντας έναν απλό αισθητήρα σακχάρου, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας

 

  1. Η διαχείριση της παχυσαρκίας ως πρωταρχικός στόχος θεραπείας για τον διαβήτη τύπου 2
    1. Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 έχουν οφέλη για την υγεία τους ακόμα και μετά από απώλεια βάρους μόλις 3%
    2. Με σημαντική απώλεια βάρους, ορισμένοι ασθενείς περνούν σε ύφεση. Και δεν έχει σημασία πώς χάνεται το βάρος – είτε μέσω παρέμβασης στον τρόπο ζωής, βαριατρικής χειρουργικής ή φαρμακευτικής αγωγής
    3. Η απώλεια βάρους, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ ή πόσο λίγο, έχει οφέλη για την υγεία για τα παχύσαρκα άτομα με διαβήτη τύπου 2. Και όσο περισσότερα χάνουν, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα

 

  1. Μελέτη SURMOUNT-1
    1. Η θεραπεία ατόμων με παχυσαρκία αλλά χωρίς διαβήτη με τον διπλό αγωνιστή ινκρετίνης τιρζεπατίδη παρήγαγε με ασφάλεια «πρωτοφανή» επίπεδα απώλειας βάρους στη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών στην SURMOUNT-1, μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με περισσότερα από 2500 άτομα με παχυσαρκία ή υπέρβαρα
    2. Η υψηλότερη δόση τιρζεπατίδης, 15 mg/εβδομάδα, σε διάστημα 72 εβδομάδων, προκάλεσε 5% ή μεγαλύτερη απώλεια στο αρχικό βάρος στο 91%-96% των ασθενών, ένα αποτέλεσμα που “δεν είχε παρατηρηθεί προηγουμένως” σε καμία προηγούμενη μελέτη φάσης 3 φαρμάκου απώλειας βάρους, σημείωσε ο Jastreboff, ένας ενδοκρινολόγος και διευθυντής διαχείρισης βάρους και πρόληψης της παχυσαρκίας στο Yale School of Medicine στο New Haven του Κονέκτικατ
    3. Ο μέσος ρυθμός απώλειας βάρους μεταξύ των 630 ατόμων που έλαβαν τιρζεπατίδη 15 mg/εβδομάδα ήταν 22,5% κατά τη θεραπεία
    4. Σε περεταίρω ανάλυση, το 40% των ατόμων που έλαβαν την υψηλότερη δόση τιρζεπατίδης των 15 mg/εβδομάδα είχαν τουλάχιστον 25% απώλεια του βασικού βάρους κατά τη θεραπεία, ένα άλλο παράδειγμα πρωτοφανούς επιτεύγματος απώλειας βάρους

 

  1. Η συμπεριφορική θεραπεία και η αυτοπαρακολούθηση είναι κρίσιμες για την απώλεια βάρους
    1. Οι στρατηγικές συμπεριφορικής θεραπείας περιλαμβάνουν τον εντοπισμό προσωπικών ερεθισμάτων και την αλλαγή του περιβάλλοντος για τον έλεγχο του ερεθίσματος
    2. Το πραγματικό κλειδί της επιτυχίας είναι η αυτοπαρακολούθηση του βάρους, της κατανάλωσης θερμίδων και της φυσικής δραστηριότητας
    3. Η συμπεριφορική θεραπεία θα πρέπει να προάγει τις διαδικασίες αυτορρύθμισης, τις δεξιότητες προσαρμογής στην πρόσληψη τροφής ως απάντηση στην αύξηση βάρους
    4. Επίσης θα πρέπει οι πάσχοντες να μάθουν να ελέγχουν τα επεισόδια υπερφαγίας και να ενδυναμώσουν την αυτοπεποίθηση τους, θέτοντας μικρούς, ρεαλιστικούς στόχους που τους επιτρέπουν να τους επιτύχουν

 

  1. Το οικονομικό κόστος του διαβήτη
    1. Το υψηλό κόστος για τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται από ασθενείς με διαβήτη συνδέεται με μειωμένη χρήση αυτών των φαρμάκων και τελικά χειρότερα κλινικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τα ευρήματα από δύο ξεχωριστές μελέτες:
      1. Μελέτη εξέτασε τα αρχεία ασφάλισης περισσότερων από 70.000 ασθενών στις ΗΠΑ με διαβήτη τύπου 2 και διαπιστωμένη καρδιαγγειακή νόσο που έπαιρναν ήδη μετφορμίνη. Τα ευρήματα έδειξαν ότι, μετά από προσαρμογή για συγχυτικούς παράγοντες, το τεταρτημόριο των ασθενών με την υψηλότερη συμμετοχή στο κόστος φαρμάκων (λήψη SGLT-2 αναστολέων), εκτελούσε τη συνταγή 21 % λιγότερο συχνά από ό,τι οι ασθενείς από το τεταρτημόριο με το χαμηλότερο προσωπικό κόστος
      2. Μια παρόμοια ανάλυση που εξέτασε τους αγωνιστές GLP-1, έδειξε ότι το τεταρτημόριο των ασθενών που έπρεπε να πληρώσουν περισσότερη συμμετοχή για ένα από αυτά τα φάρμακα είχαν προσαρμοσμένο 12% χαμηλότερο ποσοστό εκτέλεσης της συνταγής, σε σύγκριση με εκείνους με χαμηλότερη συμμετοχή στα φάρμακα

Κίνδυνος εμφάνισης Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 μετά από Διαβήτη Κύησης

Mary V. Diaz Santana, Katie M. O’ Brien, Yong- Moon Mark Park, Dale P. Sandler, Clarice R. Weinberg. Persistence of Risk for Type 2 Diabetes After Gestational Diabetes Mellitus. Diabetes Care 2022;45:864-870.

https://doi.org/10.2337/dc21-1430

 

Ο Διαβήτης Κύησης (ΔΚ) θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα δυσλειτουργίας των β-κυττάρων του παγκρέατος σε γυναίκες με προυπάρχουσα αντίσταση στην ινσουλίνη. Υπολογίζεται ότι επιπλέκει το 6% των κυήσεων και σχετίζεται με εμφάνιση Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2).

Στη συγκεκριμένη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ, χρησιμοποιήθηκε ο πληθυσμός μιας προηγούμενης προοπτικής μελέτης παρατήρησης της Sister Study που περιέλαβε μεταξύ 2003-2009 50.884 γυναίκες ηλικίας 35-74 ετών που κατοικούν στις ΗΠΑ και στο Πουέρτο Ρίκο κι είχαν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου μαστού. Έγινε καταγραφή δημογραφικών στοιχείων με χρήση ερωτηματολόγιου σχετικά με ηλικία, επίπεδο εκπαίδευσης, εθνικότητας / φυλής και BMI τη δεκαετία των 30 ετών καθώς και την ημερομηνία ένταξης στη μελέτη. Σκοπός της μελέτης ήταν καταρχήν η συσχέτιση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2 ανάλογα με το BMI και τον αριθμό κυήσεων που παρουσίασαν ως επιπλοκή ΔΚ κι ακολούθως πως μεταβάλλεται ο κίνδυνος αυτός σε σχέση με το χρόνο από τη διάγνωση ΔΚ.

Συνολικά η μελέτη περιέλαβε σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης  47471 γυναίκες με μέση ηλικία περί τα 55 έτη. Από αυτές οι 1414 είχαν τουλάχιστον μία κύηση με εμφάνιση ΔΚ, ήταν λίγο νεότερες με μέση ηλικία περί τα 51 έτη κι είχαν υψηλότερο BMI (28.2+/- 6.6 vs 27.4+/- 6.0). Ο επανέλεγχος στη 10 ετία ανέδειξε ότι 6.9% των γυναικών χωρίς ιστορικό ΔΚ και 13.4% των γυναικών με ιστορικό ΔΚ εμφάνισαν ΣΔΤ2. Τα άτομα με ΔΚ παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο μελλοντικής εμφάνισης ΣΔΤ2 (HR 2.50, 95% CI 2.15 – 2.19). Η παραπάνω συσχέτιση φάνηκε να παρουσιάζει φθίνουσα πορεία με πτώση του HR μετά από κάθε δεκαετία κατά περίπου 24%. Παρόλα αυτά  κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2 παρέμεινε αυξημένος μέχρι και 35 έτη από τη διάγνωση ΔΚ. Επίσης σημαντική ήταν η συσχέτιση εμφάνισης ΣΔΤ2 με τον αριθμό κυήσεων που παρουσίασαν ως επιπλοκή ΔΚ. Συγκεκριμένα γυναίκες με περισσότερες από 3 εγκυμοσύνες είχαν 7 φορές αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2 μέσα στα επόμενα 6-15 έτη από την τελευταία κύηση όπου εμφάνισαν ΔΚ (HR 7.15, 95% CI 3.71-13.78) και αντίστοιχα 3 φορές αυξημένο κίνδυνο μετά από 35 έτη (HR 3.08, 95% CI 1.60-5.94). Τέλος η συσσωρευμένη επίπτωση μέχρι τη ηλικία των 80 σε γυναίκες με ιστορικό ΔΚ που δεν είχαν ΣΔΤ2 μέχρι τα 40 έτη ήταν 67.4% (95% CI 59.0-75.6%) στον παχύσαρκο πληθυσμό, 44.3% (95% CI 32.8-57.8%) στον υπέρβαρο πληθυσμό και μόλις 16.1% (95% CI 9.41-26.8%) σε πληθυσμό φυσιολογικού ή χαμηλού BMI.

Συμπερασματικά, ο ΔΚ αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται σημαντικά με κάθε επιπλέον κύηση που επιπλέκεται με ιστορικό ΔΚ. Παρά το γεγονός ότι ο εκτιμώμενος κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2 μειώνεται με την πάροδο του χρόνου μετά από μία εγκυμοσύνη με ΔΚ, ο κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2 παραμένει υψηλός για > 35 έτη. Για το λόγο αυτό γυναίκες που εμφάνισαν ΔΚ θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση