Συσχέτιση του γλυκαιμικού δείκτη και του γλυκαιμικού φορτίου με τον διαβήτη τύπου 2, την καρδιαγγειακή νόσο, τον καρκίνο, και τη θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας: μια μετα-ανάλυση μεγάλων κοορτών με περισσότερους από 100.000 συμμετέχοντες

David J A Jenkins,Walter C Willett,Salim Yusuf,Frank B Hu,Andrea J Glenn, et al. On behalf of Clinical Nutrition & Risk Factor Modification Centre Collaborators. Lancet Diabetes Endocrinol. 2024 Feb;12(2), 107-118.

 

Εισαγωγή: Υπάρχει μια διαμάχη σχετικά με το αν ο γλυκαιμικός δείκτης των τροφών σχετίζεται με τη χρόνια νόσο. Σκοπός ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ του γλυκαιμικού δείκτη (GI) και του γλυκαιμικού φορτίου (GL) και του τύπου 2 Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ2), της καρδιαγγειακής νόσου, των σχετιζόμενων με τον διαβήτη καρκίνων, και της θνησιμότητας κάθε αιτιολογίας.

Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε μια μετα-ανάλυση μεγάλων κοορτών ( ≥100 000 συμμετέχοντες) οι οποίες εξέτασαν προοπτικά τη συσχέτιση μεταξύ των GI και GL και χρόνιων νοσημάτων. Τα πρωτογενή καταληκτικά σημεία ήταν η επίπτωση ΣΔ2, συνολικής καρδιαγγειακής νόσου (συμπεριλαμβανομένης και της θνησιμότητας), σχετιζόμενων με τον διαβήτη καρκίνων (π.χ. ουροδόχου κύστης, μαστού, κολοορθικού, ενδομητρίου, ηπατοκυτταρικού, παγκρεατικού, και λεμφώματος non-Hodgkin) και της θνησιμότητας κάθε αιτιολογίας. Εξετάστηκαν οι συσχετίσεις μεταξύ των χαμηλότερων και των υψηλότερων ποσοστημορίων GI και GL, προσαρμοσμένων για τους διαιτητικούς παράγοντες. Εξετάστηκαν επίσης οι συσχετίσεις μεταξύ των διαιτών με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες και προϊόντα ολικής άλεσης και των τεσσάρων κύριων καταληκτικών σημείων.

Αποτελέσματα: Από 10 μεγάλες προοπτικές μελέτες κοορτής ( 6 από τις ΗΠΑ, μία από την Ευρώπη, 2 από την Ασία, και μία διεθνή), χρησιμοποιήθηκαν 48 μελέτες οι οποίες ανέδειξαν συσχετίσεις μεταξύ του GI ή του GL και των καταληκτικών σημείων υπό μελέτη:  34 (71%) σε διάφορους καρκίνους, 9 (19%) στην καρδιαγγειακή νόσο, 5 (10%) στον ΣΔ2, και 3 (6%) στην ολική θνησιμότητα. Η κατανάλωση τροφών με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη συσχετίστηκε με αυξημένη επίπτωση ΣΔ2  (RR 1.27 [95% CI 1.21–1·34], p<0.0001),  συνολική καρδιαγγειακή νόσο (1.15 [1.11–1.19], p<0.0001),καρκίνων σχετιζόμενων με τον διαβήτη (1.05 [1.02–1.08], p=0.0010), και θνησιμότητας κάθε αιτιολογίας (1.08 [1.05–1.12], p<0.0001). Παρόμοιες συσχετίσεις αναδείχθηκαν μεταξύ του υψηλού γλυκαιμικού φορτίου και του διαβήτη (RR 1.15 [95% CI 1.09–1.21], p<0.0001) και της συνολικής καρδιαγγειακής νόσου (1.15 [1.10–1.20], p<0.0001). Οι συσχετίσεις μεταξύ των διαιτών πλούσιων σε φυτικές ίνες και προϊόντα ολικής άλεσης και των τεσσάρων κύριων καταληκτικών σημείων ήταν παρόμοιες με αυτές για τις δίαιτες με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη.

Συμπεράσματα: Η μείωση του γλυκαιμικού δείκτη και του γλυκαιμικού φορτίου στη δίαιτα μπορεί να οδηγήσει σε παρόμοια οφέλη με την αύξηση των φυτικών ινών και των προϊόντων ολικής άλεσης.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

Χρονοδιατροφή και σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2

Επιμέλεια: ¹ Ζαραφωνίτη Νίκη, ¹ Μπουκουβάλα Φωτεινή

Επιβλέποντες: Παξιμαδάς Χρήστος, Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, M.Sc

Χαντζαρίδης Πέτρος, Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, M.Sc

¹ Διαιτολογικό Γραφείο , ΓΝΑ 417 ΝΙΜΤΣ

 

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 2 (ΣΔ2), είναι μια από τις πιο κοινές μεταβολικές διαταραχές παγκοσμίως. Προκαλείται από διάφορους γενετικούς ή/και περιβαλλοντικούς παράγοντες και χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος ή/και την αδυναμία των ευαίσθητων στην ινσουλίνη ιστών να ανταποκριθούν επαρκώς στην ινσουλίνη, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Ένας από τους κύριους παράγοντες του τρόπου ζωής με άμεσο αντίκτυπο στον ΣΔ2 και γενικότερα στη μεταβολική υγεία είναι η διατροφή και συνιστώσα της πολύπλευρης επίδρασης είναι η χρονοδιατροφή. Με τον όρο χρονοδιατροφή περιγράφεται η συσχέτιση μεταξύ της ώρας της ημέρας, των εκάστοτε συνθηκών κατανάλωσης φαγητού (κατανάλωση ή παράλειψη γευμάτων, η ποσότητα και ο τύπος των μακροθρεπτικών συστατικών κ.α), των ημερήσιων κιρκάδιων ρυθμών του οργανισμού και των επιπτώσεών τους στη μεταβολική υγεία.

Οι κιρκάδιοι ρυθμοί είναι 24ωροι κύκλοι ρυθμιζόμενοι από ενδογενείς μοριακούς μηχανισμούς, γνωστοί ως κιρκάδιο ρολόι. Αυτό το κιρκάδιο ρολόι προετοιμάζει το σώμα για διάφορες φυσιολογικές διεργασίες που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ημέρας, Από χρονοβιολογική οπτική, η γλυκόζη στους ανθρώπους μεταβολίζεται ακολουθώντας έναν συγκεκριμένο κιρκάδιο ρυθμό, μέσω της ημερήσιας διακύμανσης της ανοχής στη γλυκόζη. Αυτή κορυφώνεται συνήθως κατά τη διάρκεια της ημέρας όταν καταναλώνεται φαγητό και μειώνεται τις νυχτερινές ώρες κατά τη διάρκεια της νηστείας. Ορμόνες όπως η ινσουλίνη και η κορτιζόλη που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της γλυκόζης, παρουσιάζουν και αυτές κιρκαδική ταλάντωση, ακολουθώντας στενό κιρκάδιο έλεγχο. Ο χρόνος του γεύματος έχει αναφερθεί ότι επιδρά στα περιφερειακά κιρκάδια ρολόγια που ελέγχουν τις μεταβολικές οδούς. Έτσι, τα ίδια τρόφιμα που κατανέμονται διαφορετικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, φαίνεται να έχουν διαφορετικές επιδράσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο σε άτομα με προδιαβήτη ή/και ΣΔ2. Συγχρονικές και πειραματικές μελέτες έχουν δείξει πολλαπλά καρδιομεταβολικά οφέλη, όταν η κατανάλωση γευμάτων γίνεται νωρίς μέσα στην ημέρα παρά τις βραδινές ώρες, επιδρώντας θετικά στην μεταγευματική γλυκαιμία. Επομένως, η κατανάλωση πρωινού παρουσιάζει οφέλη για τη μεταβολική υγεία και θα μπορούσε να αποτρέψει την εμφάνιση του ΣΔ2 σε ορισμένα άτομα, ενώ η παράλειψη του οδηγεί σε μείωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, αυξάνοντας τον κίνδυνο για ΣΔ2.

Οι τρέχουσες διατροφικές τάσεις δείχνουν ότι οι άνθρωποι τείνουν να καταναλώνουν έως και το 40% της ημερήσιας ενεργειακής τους πρόσληψης κυρίως κατά τις βραδινές ώρες, συνήθεια που προκαλεί μεγαλύτερη μεταγευματική απόκριση γλυκόζης, σε σύγκριση με τις πρωινές ώρες κατανάλωσης τροφής. Αυτό το διατροφικό μοτίβο φαίνεται να οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο μεταβολικών παθήσεων, όπως ο ΣΔ2 και οι καρδιαγγειακές παθήσεις. Μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες έδειξε ότι η μεγαλύτερη κατανάλωση φαγητού το βράδυ (μετά τις 17:00) έναντι του πρωινού (στις 9:00) οδήγησε σε υψηλότερες μεταγευματικές συγκεντρώσεις γλυκόζης, επηρεάζοντας τη ρύθμιση ορισμένων μεταβολικών οδών που σχετίζονται με εξάρσεις μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας. Η κατανάλωση ενός πλούσιου ή αργά το βράδυ γεύματος οδηγεί σε επιδείνωση της ινσουλινοαντίστασης (IR) και της υπεργλυκαιμίας, επηρεάζοντας τα πρωινά επίπεδα γλυκόζης. Επιπλέον, έχει φανεί ότι η μετακίνηση του βραδινού γεύματος σε προγενέστερη ώρα, βελτιώνει την ανοχή στη γλυκόζη μέσω της συμβολής της ενδογενούς μελατονίνης στην μείωση της ανοχής στη γλυκόζη. Αυτό το μοτίβο κατανάλωσης φαγητού αργότερα μέσα στην ημέρα (και κυρίως τη νύχτα), μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή του κιρκάδιου ρυθμού, επιδρώντας έτσι αρνητικά στη ρύθμιση της γλυκόζης.

Επίσης, σύμφωνα με την μελέτη των Wang et al., φάνηκε ότι οι εργαζόμενοι σε βάρδιες έχουν 106% μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν ΣΔ2 σε σχέση με τους εργαζόμενους εκτός βαρδιών, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την μελέτη Atlantic Path Cohort, η οποία έδειξε ότι οι εργαζόμενοι σε βάρδιες είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα κατά 27% να αναπτύξουν διαβήτη από τους εργαζόμενους χωρίς βάρδιες.

Η διαλειμματική νηστεία αποτελεί μια μέθοδο διαχείρισης του βάρους και του σακχάρου η οποία βασίζεται στην εφαρμογή μικρών διαστημάτων κατανάλωσης τροφής και μπορεί να μειώσει τη θερμιδική πρόσληψη, λόγω της δυσκολίας κατανάλωσης του ίδιου αριθμού θερμίδων σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Περιλαμβάνει τρεις κύριες μορφές. Η πρώτη μορφή είναι η νηστεία εναλλασσόμενης ημέρας (ενεργειακός περιορισμός κατά 500-600 kcal/ημέρα σε εναλλασσόμενες ημέρες). Η δεύτερη μορφή είναι η δίαιτα 5:2 (5 ημέρες με συνήθη διατροφή και 2 μέρες με ενεργειακό περιορισμό κατα 500-600 kcal/ημέρα) και η τρίτη μορφή είναι η χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφής σε ένα χρονικό παράθυρο της ημέρας (π.χ. 16:8). Και οι 3 μορφές της μπορούν να οδηγήσουν σε μια ήπια απώλεια σωματικού βάρους κατά 3-8% χωρίς όμως να έχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τον συνεχή περιορισμό θερμίδων.

Συμπερασματικά, η χρονοδιατροφή είναι μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση, αν και υπάρχουν πολλά ακόμα που πρέπει να μάθουμε για τη φύση και το χρονοδιάγραμμα πρόσληψης της τροφής στη ρύθμιση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Η ώρα του γεύματος διαδραματίζει αναντίρρητα σπουδαίο ρόλο στον ΣΔ2. Ως εκ τούτου, ο σωστός καταμερισμός γευμάτων μέσα στην ημέρα που περιλαμβάνει την κατανάλωση του πρωινού και μεσημεριανού και την συνολική κατανάλωση φαγητού με έμφαση στις πρωινές παρά τις βραδινές ώρες έχει θετικό αντίκτυπο σε άτομα με ΣΔ2. Ωστόσο, απαιτούνται περισσότερα δεδομένα από καλά σχεδιασμένες επιδημιολογικές μελέτες για να αποδειχθούν αυτές οι αιτιολογικές σχέσεις υπογραμμίζοντας την ανάγκη για εξατομικευμένη διαχείριση.

Βιβλιογραφία

 

Galicia-Garcia U., Benito-Vicente A.Jebari S., Larrea-Sebal A.,Siddiqi H., Uribe K.B. et al. (2020) Pathophysiology of Type 2 Diabetes Mellitus. Int. J. Mol. Sci. 21(17):6275

Ballon A., Neuenschwander M., Schlesinger S.(2019) Breakfast Skipping Is Associated with Increased Risk of Type 2 Diabetes among Adults: A Systematic Review and Meta-Analysis of Prospective Cohort Studies The Journal of Nutrition 149(1):106-113

Papakonstantinou E., Oikonomou C., Nychas G., Dimitriadis GD (2022) Effects of Diet, Lifestyle, Chrononutrition and Alternative Dietary Interventions on Postprandial Glycemia and Insulin Resistance Nutrients 14(4)823

Henry, C.J., Kaur, B. & Quek, R.Y.C. (2020). Chrononutrition in the management of diabetes. Nutrition & Diabetes 10, 6.

American Diabetes Association Professional Practice Committee; 5. Facilitating Positive Health Behaviors and Well-being to Improve Health Outcomes: Standards of Care in Diabetes—2024. Diabetes Care 1. 47 (1): 77–110.

Harris C, Czaja K. (2023). Can Circadian Eating Pattern Adjustments Reduce Risk or Prevent Development of T2D? Nutrients. 15(7):1762.

Leung GKW, Huggins CE, Ware RS, Bonham MP. (2020). Time of day difference in postprandial glucose and insulin responses: Systematic review and meta-analysis of acute postprandial studies. Chronobiology International 37(3):311-326

(9) Shazman S. (2023). Understanding Type 2 Diabetes Mellitus Risk Parameters through Intermittent Fasting: A Machine Learning Approach. Nutrients. 15(18): 3926

Wang L, Ma Q, Fang B, Su Y, Lu W, Liu M, et al. (2023). Shift work is associated with an increased risk of type 2 diabetes and elevated RBP4 level: cross sectional analysis from the OHSPIW cohort study. BMC Public Health. 23(1):1139

Sweeney E, Yu ZM, Dummer TJB, Cui Y, DeClercq V, Forbes C, et al. (2020). The relationship between anthropometric measures and cardiometabolic health in shift work: findings from the Atlantic PATH Cohort Study. International Archives of Occupational and Environmental Health. 93(1):67-76

 

Πόσο εφικτή είναι η μεγαλύτερη ποικιλία τροφίμων στο σακχαρώδη διαβήτη;

Μπαλή Ιωάννα1, Μυλωνάκη Μυρτώ1, Δημοσθενόπουλος Χάρης 1

1 Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Συχνά ακούμε ερωτήσεις που επικεντρώνονται στη διατροφή ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) όπως: «Τι μπορώ να φάω;», «Πρέπει να εγκαταλείψω όλα τα αγαπημένα μου φαγητά;», «Θα νιώθω πάντα περιορισμένος;», «Θα μπορώ να καταναλώνω υδατάνθρακες;», «Θα πρέπει να σταματήσω να καταναλώνω φρούτα, γλυκά, αλκοόλ και «fast food;». Για τα άτομα με ΣΔ, ο όρος «δίαιτα» προκαλεί άμεσα το αίσθημα της στέρησης και του περιορισμού αλλά και μία σύγχυση, καθώς συνδέεται με πολλούς μύθους σχετικά με την κατανάλωση και τον αποκλεισμό τροφίμων.

Τα άτομα με διαβήτη πρέπει από τη διάγνωση τους και μετά να έχουν τη φροντίδα, την παρακολούθηση και την συμβουλευτική ενός κλινικού διαιτολόγου, ώστε να ενημερώνονται σχετικά με τη διατροφή τους, τα κατάλληλα, αλλά και τα πιο ακατάλληλα, τρόφιμα. Ο στόχος της διαιτολογικής παρακολούθησης και θεραπείας είναι ο σχεδιασμός ενός ρεαλιστικού και εξατομικευμένου προγράμματος γευμάτων βασισμένο σε μία ποικίλη και ισορροπημένη διατροφή τόσο ως προς τη γεύση όσο και ως προς την ποιότητα.

Ένας εύκολος και πρακτικός τρόπος για την επίτευξη μίας ισορροπημένης διατροφής για τα άτομα με διαβήτη, σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Διαβήτη (American Diabetes Association-ADA), είναι η εφαρμογή της μεθόδου του πιάτου. Πιο συγκεκριμένα, η μέθοδος αυτή προτείνει τον διαχωρισμό του πιάτου σε 3 μέρη. Αρχικά στη μέση και έπειτα στα 2 τέταρτα.

Στο μισό πιάτο τοποθετούνται μη αμυλούχα λαχανικά, όπως σπαράγγια, μπρόκολο, λάχανο, σέλερι, αγγούρι, μελιτζάνα, ντομάτα, μανιτάρια, καρότα, πιπεριά, μαρούλι και σπανάκι, τα οποία μπορούν να καταναλωθούν χωρίς περιορισμό στην ποικιλία. Στο ένα από τα 2 τέταρτα τοποθετείται η καθαρή πηγή πρωτεΐνης, είτε ζωικής προέλευσης όπως κοτόπουλο, ψάρι, θαλασσινά, τυρί, μοσχάρι, χοιρινό, είτε φυτικής προέλευσης όπως φασόλια, φακές, χούμους, τόφου και υποκατάστατα κρέατος. Αντίθετα το υπόλοιπο μέρος του πιάτου, καλύπτεται από μια μεγάλη ποικιλία αμυλούχων τροφίμων όπως καστανό ρύζι, κινόα, ζυμαρικά ολικής, αμυλούχα λαχανικά όπως πατάτα, καλαμπόκι, αρακά και συμπληρώνεται από τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα φρούτα. Έτσι με την μέθοδο αυτή ένα άτομο που πάσχει από διαβήτη μπορεί να εντάξει όπως φαίνεται όλα τα τρόφιμα και τις ομάδες τροφίμων στην διατροφή του χωρίς στερήσεις και με απόλυτη ασφάλεια!.1

Δε θα μπορούσαμε όμως να παραλείψουμε τους διατροφικούς μύθους που κυκλοφορούν σχετικά με την διατροφή των διαβητικών όπου τα τελευταία χρόνια τείνουν να εκλείπουν προς όφελος και απελευθέρωση τους. Καταρρίπτοντας αρχικά το μύθο της απαγόρευσης και της διακοπής των υδατανθράκων από τη διατροφή των ατόμων με διαβήτη όπως είδαμε, ένας άλλος πολύ διαδεδομένος μύθος αποτελεί η πεποίθηση ότι οι διαβητικοί δε μπορούν να καταναλώσουν φρούτα.

Στην πραγματικότητα δεν ισχύει, καθώς τα φρούτα όπως μήλο, αχλάδι, πορτοκάλι, άγουρη μπανάνα, είναι αναγκαία για τη διατήρηση μίας ισορροπημένης διατροφής, διότι είναι πλούσια σε βιταμίνες και θρεπτικά συστατικά παρέχοντας γλυκιά γεύση.

Άλλη μια πεποίθηση είναι πως τα άτομα με διαβήτη δε μπορούν να απολαμβάνουν τα γλυκά. Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι μπορούν να τα καταναλώνουν σε μικρές μόνο μερίδες ανά περιόδους, για να μην επηρεαστεί το σάκχαρο του αίματός τους. Τα γλυκά με την προσθήκη γλυκαντικών ουσιών, όπως η στέβια, αποτελούν την καλύτερη επιλογή για έναν διαβητικό.

Πολλοί επίσης διερωτώνται εάν τα άτομα με διαβήτη μπορούν να καταναλώσουν αλκοόλ. Η απάντηση είναι ότι το αλκοόλ μπορεί να καταναλώνεται προσεχτικά, χωρίς αυτό να θεωρείται και απαραίτητο. Η ποσότητα δε θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από αυτή που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες μικρομερίδες την εβδομάδα, ανάλογα με το φύλο. Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι το αλκοόλ δε θα πρέπει να καταναλώνεται με άδειο στομάχι.

Ένας ακόμη μύθος που περιορίζει τις επιλογές και το διαιτολόγιο των ατόμων με ΣΔ είναι το κατά πόσο απαγορεύεται να τρώνε φαγητά τύπου «fast food». Είναι αλήθεια ότι μπορούν να καταναλώσουν γρήγορο φαγητό, ωστόσο η ποσότητα και η συχνότητα θα πρέπει να περιοριστεί. Όπως ισχύει και για τα άτομα χωρίς διαβήτη, φαγητά αυτής της κατηγορίας, που είναι υψηλά σε λίπος, αλάτι και θερμίδες, θα πρέπει να συνοδεύονται ιδανικά από μία ποσότητα λαχανικών για να προστεθούν φυτικές ίνες και να μειωθεί με αυτόν τον τρόπο ο συνολικός γλυκαιμικός δείκτης ώστε να έχουμε πιο χαμηλά μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης. 2

Συμπερασματικά, τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη δε θα πρέπει να αποκλείουν ομάδες τροφίμων από το ημερήσιο διαιτολόγιο τους, αλλά να οργανώνουν τα γεύματα τους με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να απολαμβάνουν τα οφέλη μιας ισορροπημένης διατροφής, με ποικιλία και ως μέσο ικανοποίησης της όρεξης, της γεύσης και της κοινωνικής τους ζωής. Εξάλλου τα άτομα με διαβήτη σήμερα μπορούν να επωφεληθούν από τη χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών ρύθμισης της γλυκόζης του αίματος και να εξατομικεύσουν τη διατροφή τους προσφέροντας και γεύση και ποικιλία.

 

Βιβλιογραφία

  1. Nutrition and Diabetes | ADA. Accessed December 17, 2023. https://diabetes.org/food-nutrition
  2. Diabetes UK – Know diabetes. Fight diabetes. | Diabetes UK. Accessed December 29, 2023. https://www.diabetes.org.uk/

 

ΕΔΕ Webinar (Τετάρτη 7/2/2024, 20:00): “Οι πρόσφατες οδηγίες της Καρδιολογικής Εταιρείας: Είναι στη σωστή κατεύθυνση;”

 

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ: “Οι πρόσφατες οδηγίες της Καρδιολογικής Εταιρείας: Είναι στη σωστή κατεύθυνση;

 

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ:

  • Α. Μελιδώνης, Παθολόγος – Διαβητολόγος, Συντονιστής Διευθυντής, Διαβητολογικό Καρδιομεταβολικό Κέντρο «METROPOLITAN HOSPITAL».

ΟΜΙΛΗΤΡΙΑ:

  • Π. Μήτρου, Παθολόγος – Διαβητολόγος, Προϊσταμένη Αυτοτελούς Τμήματος Θεραπευτικών Πρωτοκόλλων και Μητρώων Ασθενών, Υπουργείο Υγείας.

 

Σύνδεσμος βιντεοσκοπημένου Webinar: https://youtu.be/aJz1Zku8l64

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

Η Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Προκήρυξη της ΕΔΕ, έτους 2024, για τη χορήγηση 3 υποτροφιών με την ονομασία «Leonard», με θέμα την καινοτομία στον Σακχαρώδη Διαβήτη (Υποστηρικτής Δράσης: ΦΑΡΜΑΣΕΡΒ ΛΙΛΛΥ)

Η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία στα πλαίσια των καταστατικών και εκπαιδευτικών της σκοπών, προκηρύσσει τη χορήγηση 3 (τριών) υποτροφιών για το 2024, δια της παροχής οικονομικής συνδρομής ύψους 5.000€ έκαστη, σε τρεις νέους επιστήμονες, με θέμα την καινοτομία στον Σακχαρώδη Διαβήτη.

(Υποστηρικτής Δράσης: ΦΑΡΜΑΣΕΡΒ ΛΙΛΛΥ)

Καταληκτική ημερομηνία υποβολής αιτήσεων και δικαιολογητικών:

30 Ιουνίου 2024

 

Προϋποθέσεις:

  • Ενεργά Τακτικά και Πάρεδρα μέλη της ΕΔΕ, Έλληνες υπήκοοι που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα.
  • Οι έχοντες ηλικία μέχρι και 45 ετών.
  • Κάθε ενδιαφερόμενος έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει σε μία μόνο πρόταση, ατομική ή ως μέλος ερευνητικής ομάδος.
  • Σε περίπτωση υποβολής πρότασης από μέλος το οποίο έχει χρηματοδοτηθεί στο παρελθόν θα συνεκτιμάται η αποτελεσματικότητα και η απορροφητικότητα της προηγούμενης χρηματοδότησης. Πάντως, κατά τη διαδικασία επιλογής θα προτιμώνται ερευνητές οι οποίοι δεν έχουν χρηματοδοτηθεί από την ΕΔΕ στο παρελθόν.
  • Να μην είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΔΕ ή μέλη της Επιτροπής Έρευνας της ΕΔΕ.

Επισυναπτόμενα δικαιολογητικά:

  • Αίτηση χορήγησης υποτροφίας από την ΕΔE – (Συμπληρώστε την ηλεκτρονική φόρμα Online ή κατεβάστε την από εδώ σε .doc)
  • Φωτοαντίγραφο αστυνομικής ταυτότητας*
  • Τίτλοι σπουδών (επικυρωμένα φωτοαντίγραφα)
  • Σύντομο βιογραφικό σημείωμα
  • Υπεύθυνη δήλωση αποδοχής των όρων της προκήρυξης
  • Επιστολή του Επιστημονικού Υπευθύνου του Ερευνητικού Κέντρου ότι συμφωνεί με τη διενέργεια της επιστημονικής πρότασης στο Κέντρο
  • Αναλυτική περιγραφή της επιστημονικής πρότασης
  • Πιστοποιητικά αφορώντα τη διαθεσιμότητα επιστημονικών και υλικοτεχνικών υποδομών που είναι απαραίτητες για την διεξαγωγή του έργου
  • Αναλυτικός προϋπολογισμός (αναλώσιμα, αμοιβές)

Υποχρεώσεις ερευνητή:       

  • Ο υπότροφος υποχρεούται να ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα την Επιτροπή Έρευνας και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΔΕ για την πρόοδο και εξέλιξη του έργου. Βάσει της προόδου της εξέλιξης του έργου και του προσεχούς προγραμματισμού του θα γίνεται η τμηματική εκταμίευση του ποσού της χρηματοδότησης.
  • Εάν ο υποψήφιος δεν κάνει χρήση της χρηματοδότησης εντός εξαμήνου χάνει τη χρηματοδότηση, η οποία δίδεται στον πρώτο επιλαχόντα.
  • Σε κάθε δημοσίευση που θα προέρχεται από δεδομένα του έργου θα γίνεται μνεία ότι η εργασία χρηματοδοτήθηκε από την ΕΔΕ.
  • Οι αιτήσεις και τα επισυναπτόμενα  δικαιολογητικά  των  υποψηφίων θα υποβάλλονται στην Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και θα εξετάζονται από Επιτροπή, η οποία θα λαμβάνει την τελική απόφαση.

 

Αθήνα, 22/01/2024

 

Η Πρόεδρος της ΕΔΕ

Α. Μαυρογιαννάκη

Συσχέτιση των δεικτών γλυκαιμικής ρύθμισης με τις εκβάσεις της κύησης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και σύστημα συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης.

Ayodeji A. Sanus et al., Diabetes Care 2024;47:89–96

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η χρήση συστημάτων συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης (ΣΚΓ) οδηγεί σε μεγαλύτερη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου της μητέρας και των νεογνικών εκβάσεων σε κυήσεις γυναικών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, συγκριτικά με τον αυτοέλεγχο της γλυκόζης αίματος. Εντούτοις, οι γλυκαιμικοί στόχοι για την κύηση, σε ασθενείς, που φέρουν σύστημα ΣΚΓ βασίζονται σε συμφωνία ειδικών. Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να εκτιμηθεί η συσχέτιση των γλυκαιμικών δεικτών από το σύστημα ΣΚΓ με τις νεογνικές εκβάσεις και να καθορισθούν, βάσει ενδείξεων οι στόχοι, που μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της νοσηρότητας.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ: Πρόκειται για μία αναδρομική μελέτη κοορτής εγκύων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1) ή τύπου 2 (ΣΔ2), που έφεραν σύστημα ΣΚΓ με καταγραφή των δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και γέννησαν σε τριτοβάθμιο κέντρο στις ΗΠΑ (2018-2021). Τα κριτήρια αποκλεισμού περιελάμβαναν τις πολλαπλές κυήσεις, τις ανωμαλίες του εμβρύου και τις παλίνδρομες κυήσεις. Οι γλυκαιμικοί δείκτες, που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη ήταν ο χρόνος εντός εύρους στόχου (TIR:65-140 mg/dL), o χρόνος άνω του στόχου (TAR), ο χρόνος κάτω από τον στόχο (TBR), η γλυκαιμική μεταβλητότητα, η μέση γλυκόζη και ο δείκτης διαχείρισης της γλυκόζης. To πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε την εμβρυϊκή ή νεογνική θνησιμότητα, την εισαγωγή του νεογνού σε μονάδα εντατικής θεραπείας, την υπογλυκαιμία, την δυστοκία των ώμων και την υπερχολερυθριναιμία. Η εκτίμηση της συσχέτισης των γλυκαιμικών δεικτών από το σύστημα ΣΚΓ με τις νεογνικές εκβάσεις και ο υπολογισμός του βέλτιστου TIR έγιναν με τη χρήση λογιστικής παλινδρόμησης.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στη μελέτη εντάχθηκαν 117 ασθενείς, εκ των οποίων 16 (13.7%) έφεραν σύστημα ΣΚΓ πρό κύησης and 68 (58.1%) έπασχαν από ΣΔ1. Συνολικά, 98 ασθενείς (83.8%) εμφάνισαν το σύνθετο πρωτεύον καταληκτικό σημείο. Όλοι οι δείκτες από το σύστημα ΣΚΓ, εκτός του TBR, σχετίσθηκαν με τη νεογνική νοσηρότητα. Για κάθε 5% αύξηση του TIR, παρατηρήθηκε 28% μείωση της πιθανότητας εμφάνισης νεογνικής νοσηρότητας (odds ratio 0,72, 95% CI 0,58–0,89). Το βέλτιστο TIR ήταν 66–71%.  

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Σχεδόν όλοι οι δείκτες από το σύστημα ΣΚΓ σχετίσθηκαν με ανεπιθύμητες νεογνικές εκβάσεις σε έγκυες με προϋπάρχοντα σακχαρώδη διαβήτη. Τα ευρήματα της μελέτης υποστηρίζουν την σύσταση της Αμερικανικής Διαβητολογικής εταιρείας για TIR 70%.

 

Επιμέλεια: Eλευθερία Παπαχριστοφόρου

Σεμαγλουτίδη και καρδιοαγγειακά επεισόδια σε ασθενείς παχύσαρκους χωρίς σακχαρώδη διαβήτη

A.Michael Lincoff et al. N Engl J Med 2023;389:2221-32.

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η σεμαγλουτίδη είναι ένας αγωνιστής των υποδοχέων του GLP-1, που έχει δείξει ότι μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιοαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Η επίδραση της σεμαγλουτίδης στα καρδιοαγγειακά επεισόδια σε ασθενείς υπέρβαρους ή παχύσαρκους, χωρίς σακχαρώδη διαβήτη, δεν έχει διερευνηθεί.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ: Πρόκειται για μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ανωτερότητας, στην οποία εντάχθηκαν ασθενείς ηλικίας ≥ 45 ετών με εγκατεστημένη καρδιοαγγειακή νόσο και δείκτη μάζας σώματος ≥27 kg/m2, χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1, έτσι ώστε να λάβουν είτε σεμαγλουτίδη μία ένεση εβδομαδιαίως σε δόση 2,4 mg, είτε εικονικό φάρμακο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε τον καρδιοαγγειακό θάνατο, το μη-θανατηφόρο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή το μη-θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Εκτιμήθηκε επίσης η ασφάλεια της φαρμακευτικής αγωγής.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στη μελέτη εντάχθηκαν συνολικά 17604 ασθενείς, 8803 έλαβαν σεμαγλουτίδη και 8801 έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η μέση διάρκεια έκθεσης στη σεμαγλουτίδη ή το εικονικό φάρμακο ήταν 34,2±13,7 μήνες και η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 39.8±9.4 μήνες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης εμφανίσθηκε σε 569 από 8803 ασθενείς (6,5%) στην ομάδα της σεμαγλουτίδης και σε 701 από 8801 (8,0%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,80; 95% confidence interval, 0,72 – 0,90; p<0,001). Ανεπιθύμητες ενέργειες, που οδήγησαν σε προσωρινή διακοπή του φαρμάκου, εμφανίσθηκαν σε 1461 ασθενείς στην ομάδα της σεμαγλουτίδης (16,6%) και σε 718 ασθενείς (8,2%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p<0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:  Η εβδομαδιαία χορήγηση σεμαγλουτίδης σε δόση 2,4 mg σε ασθενείς υπέρβαρους ή παχύσαρκους με εγκατεστημένη καρδιοαγγειακή νόσο, χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, ήταν ανώτερη του εικονικού φαρμάκου στη μείωση της επίπτωσης του καρδιοαγγειακού θανάτου, του μη θανατηφόρου οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου ή του μη-θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.

 

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Συγκριτική αποτελεσματικότητα της δόσης της ασπιρίνης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και εγκατεστημένη καρδιοαγγειακή νόσο. Μία ανάλυση υπο-ομάδων της μελέτης ADAPTABLE.

Dennis I. Narcisse, et al., Diabetes Care 2024;47(1):81–88

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Oι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και εγκατεστημένη αθηροσκληρυντική καρδιοαγγειακή νόσο πρέπει να λαμβάνουν την πιο αποτελεσματική δόση ασπιρίνης, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης μελλοντικών καρδιοαγγειακών επεισοδίων.

ΜΕΘΟΔΟΙ: H μελέτη ADAPTABLE, είναι μία ανοιχτή, τυχαιοποιημένη πραγματική μελέτη, στην οποία εντάχθηκαν ασθενείς με σταθερή, χρόνια αθηροσκληρυντική καρδιοαγγειακή νόσο, έτσι ώστε να λάβουν 81 ή 325 mg ασπιρίνης ημερησίως. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας  ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε την ολική θνησιμότητα και την νοσηλεία λόγω οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ασφάλειας ήταν η νοσηλεία λόγω μείζονος αιμορραγίας. Σε αυτή την προκαθορισμένη ανάλυση συγκρίθηκε η δοσολογία της ασπιρίνης σε ασθενείς με ή χωρίς σακχαρώδη διαβήτη, όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από 15076 ασθενείς, 5676 (39%) έπασχαν από σακχαρώδη διαβήτη, εκ των οποίων 2820 (49,7%) τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν 81 mg ασπιρίνης και 2856 (50,3%) ώστε να λάβουν 325 mg ασπιρίνης. Το ποσοστό εμφάνισης καρδιοαγγειακών και αιμορραγικών επεισοδίων ήταν υψηλότερο στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη έναντι των μη-διαβητικών (9,6% έναντι 5,9%; P < 0,001) και (0,78% έναντι 0,50%; p< 0,001), αντιστοίχως. Όταν συγκρίθηκαν τα δύο δοσολογικά σχήματα της ασπιρίνης (81 mg έναντι 325 mg) στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, δε διαπιστώθηκε διαφορά όσον αφορά την αποτελέσματικότητα (9,3% έναντι 10,0%; hazard ratio [HR] 0,98 [95% CI 0,83–1,16]; p = 0,265) ή την ασφάλεια (0,87% έναντι 0,69%; HR 1,25 [95% CI 0,72–2,16]; p = 0,772).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Αυτή η μελέτη επιβεβαιώνει τον υψηλότερο κίνδυνο των διαβητικών ασθενών, ανεξαρτήτως της δοσολογίας της ασπιρίνης. Δεν παρατηρήθηκε επιπρόσθετο όφελος με τη μεγαλύτερη δόση της ασπιρίνης σε έναν πιο ευάλωτο πληθυσμό.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

ΕΔΕ Webinar (Τετάρτη 10/01/2024, 20:00): “Διαγνωστικά και Θεραπευτικά Διλήμματα στον ΣΔ”

 

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ: “Διαγνωστικά και Θεραπευτικά Διλήμματα στον ΣΔ

 

ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΡΙΑ:

  • Α. Θανοπούλου, Επ. Καθηγήτρια Παθολογίας – Σακχαρώδους Διαβήτη, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, Β ́ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική – Διαβητολογικό Κέντρο, ΓΝΑ «ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ».

ΟΜΙΛΗΤΡΙΑ:

  • Α. Γκόγκου, Παθολόγος με Εξειδίκευση στο Σακχαρώδη Διαβήτη, Διευθύντρια ΕΣΥ, Υπεύθυνη Διαβητολογικού Ιατρείου ΓΝ Χανίων «ΑΓ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ».

 

Σύνδεσμος βιντεοσκοπημένου webinar: https://youtu.be/LmX6a6XA9Ak

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

Η Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Retatrutide, ένας αγωνιστής GIP, GLP-1 και υποδοχέων γλυκαγόνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2: τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη φάσης 2 στις ΗΠΑ

Επιμέλεια

  • Κ. Μαρκάκης, Παθολόγος με εξειδίκευση στο σακχαρώδη διαβήτη, Επιμελητής Α΄ , B΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “ΑTTIKON”
  • Δ. Γκοτζιάς, Παθολόγος, Επιστημονικός συνεργάτης, B΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “ΑTTIKON”

 

Julio Rosenstock, Juan Frias, Ania M Jastreboff, Yu Du, Jitong Lou, Sirel Gurbuz, Melissa K Thomas, Mark L Hartman, Axel Haupt, Zvonko Milicevic, Tamer Coskun. Retatrutide, a GIP, GLP-1 and glucagon receptor agonist, for people with type 2 diabetes: a randomised, double-blind, placebo and active-controlled, parallel-group, phase 2 trial conducted in the USA Lancet. 2023 Aug 12;402(10401):529-544. doi: 10.1016/S0140-6736(23)01053-X. Epub 2023 Jun 26.

 

Σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, η διαχείριση του σωματικού βάρους είναι εξίσου σημαντική με την επίτευξη των γλυκαιμικών στόχων. Η ρετατρουτίδη, ένα πεπτίδιο με δράση αγωνιστή του εξαρτώμενου από τη γλυκόζη ινσουλινοτροπικού πολυπεπτίδιο (glucose-dependent insulinotropic polypeptide, GIP), του GLP-1 και στους υποδοχείς γλυκαγόνης, έδειξε κλινικά σημαντική μείωση της γλυκόζης και του σωματικού βάρους σε μια μελέτη φάσης 1. Στόχος ήταν να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ρετατρουτίδης σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 σε ένα εύρος δόσεων.

 

 

Μέθοδοι: Σε αυτήν την τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη φάσης 2, οι συμμετέχοντες στρατολογήθηκαν από 42 κέντρα έρευνας και υγειονομικής περίθαλψης στις ΗΠΑ. Στη μελέτη συμμετείχαν ενήλικες ηλικίας 18-75 ετών με διαβήτη τύπου 2, με γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) 7,0-10,5% και δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) 25-50 kg/m2. Οι συμμετέχοντες έλαβαν θεραπεία με δίαιτα και άσκηση μόνη ή με σταθερή δόση μετφορμίνης (≥1000 mg μία φορά την ημέρα) για τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την επίσκεψη διαλογής. Οι συμμετέχοντες μοιράστηκαν τυχαία (2:2:2:1:1:1:1:2) χρησιμοποιώντας ένα διαδραστικό σύστημα διαδικτυακής απόκρισης, με στρωματοποίηση για την αρχική τιμή HbA1c και ΔΜΣ, για να λάβουν ενέσεις εικονικού φαρμάκου μία φορά την εβδομάδα, 1,5 mg ντουλαγλουτίδη ή ρετατρουτίδη με δόσεις συντήρησης 0,5 mg, 4 mg (δόση έναρξης 2 mg), 4 mg (χωρίς κλιμάκωση), 8 mg (δόση έναρξης 2 mg), 8 mg (δόση έναρξης 4 mg) ή 12 mg ( δόση έναρξης 2 mg). Οι συμμετέχοντες, το προσωπικό της μελέτης και οι ερευνητές παρέμειναν τυφλοί για την κατανομή της θεραπείας μέχρι το τέλος της μελέτης. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η αλλαγή της HbA1c από την έναρξη στις 24 εβδομάδες και τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν την αλλαγή στην HbA1c και το σωματικό βάρος στις 36 εβδομάδες. Επίσης αξιολογήθηκε η ασφάλεια σε όλους τους συμμετέχοντες που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση θεραπείας της μελέτης.

 

Ευρήματα: Μεταξύ 13 Μαΐου 2021 και 13 Ιουνίου 2022, 281 συμμετέχοντες (μέση ηλικία 56,2 έτη [SD 9,7], μέση διάρκεια διαβήτη 8,1 έτη [7,0], 156 [56%] γυναίκες και 235 [84%] λευκοί) κατανεμήθηκαν τυχαία και συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση ασφάλειας (45 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου, 46 στην ομάδα 1,5 mg ντουλαγλουτίδης και 47 στην ομάδα ρετατρουτίδης 0,5 mg, 23 στην ομάδα 4 mg ομάδα κλιμάκωσης, 24 στην ομάδα των 4 mg, 26 στην ομάδα βραδείας κλιμάκωσης των 8 mg, 24 στην ομάδα ταχείας κλιμάκωσης των 8 mg και 46 στην ομάδα κλιμάκωσης των 12 mg). 275 συμμετέχοντες συμπεριλήφθηκαν στις αναλύσεις αποτελεσματικότητας. 237 (84%) συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν τη μελέτη. και 222 (79%) ολοκλήρωσαν τη θεραπεία της μελέτης. Στις 24 εβδομάδες, η διαφορά των μέσων τιμών όπως υπολογίστηκε με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων της HbA1c από την αρχική τιμή με ρετατρουτίδη ήταν -0,43% (SE 0,20) για την ομάδα των 0,5 mg, -1 ·39% (0,14) για την ομάδα κλιμάκωσης των  4 mg, -1,30% (0,22) για την ομάδα των 4 mg, – 1,99% (0,15) για την ομάδα βραδείας κλιμάκωσης των 8 mg, -1,88% (0,21) για την ομάδα ταχείας κλιμάκωσης των 8 mg και -2,02% (0,11) για την ομάδα κλιμάκωσης των 12 mg, έναντι -0,01% (0,21) για την ομάδα εικονικού φαρμάκου και -1,41% (0,12) για την ομάδα ντουλαγλουτίδης των 1,5 mg. Οι μειώσεις της HbA1c με ρετατρουτίδη ήταν σημαντικά μεγαλύτερες ((p<0·0001) από το εικονικό φάρμακο σε όλες τις ομάδες εκτός από την ομάδα των 0,5 mg και μεγαλύτερες από αυτές της ομάδας με 1,5 mg ντουλαγλουτίδης στην ομάδα βραδείας κλιμάκωσης των 8 mg (p=0·0019) και 12 mg ομάδα κλιμάκωσης (p=0·0002). Τα ευρήματα ήταν παρόμοια στις 36 εβδομάδες. Το σωματικό βάρος μειώθηκε ανάλογα με τη δόση της ρετατρουτίδης στις 36 εβδομάδες κατά 3,19% (SE 0,61) για την ομάδα των 0,5 mg, 7,92% (1,28) για την ομάδα κλιμάκωσης των 4 mg, 10,37% (1 ·56) για την ομάδα των 4 mg, 16,81% (1,59) για την ομάδα βραδείας κλιμάκωσης των 8 mg, 16,34% (1,65) για την ομάδα ταχείας κλιμάκωσης των 8 mg και 16,94% (1,30) για την ομάδα κλιμάκωσης των 12 mg, έναντι 3,00% (0,86) με εικονικό φάρμακο και 2,02% (0,72) με 1,5 mg ντουλαγλουτίδης. Για δόσεις ρετατρουτίδης 4 mg και άνω, οι μειώσεις στο βάρος ήταν σημαντικά μεγαλύτερες από αυτές με το εικονικό φάρμακο (p=0·0017 για την ομάδα κλιμάκωσης των 4 mg και p<0·0001 για τις άλλες) και από αυτές με 1,5 mg ντουλαγλουτίδης (όλα p<0·0001 σε όλες τις ανωτέρω συγκρίσεις). Ήπιες έως μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ναυτίας, της διάρροιας, του εμέτου και της δυσκοιλιότητας, αναφέρθηκαν σε 67 (35%) από τους 190 συμμετέχοντες στις ομάδες ρεατρουτίδης (από έξι [13%] από τους 47 στην ομάδα των 0,5 mg σε 12 [50%] από 24 στην ομάδα ταχείας κλιμάκωσης των 8 mg), έξι (13%) από 45 συμμετέχοντες στην ομάδα εικονικού φαρμάκου και 16 (35%) από 46 συμμετέχοντες στην ομάδα ντουλαγλουτίδης των 1,5 mg. Δεν υπήρξαν αναφορές σοβαρής υπογλυκαιμίας και κανένας θάνατος κατά τη διάρκεια της μελέτης.

 

Συμπεράσματα: Σε άτομα με διαβήτη τύπου 2, η ρετατρουτίδη έδειξε κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο και μεγάλες μειώσεις στο σωματικό βάρος, με προφίλ ασφάλειας σύμφωνο με τους αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 και τους αγωνιστές των υποδοχέων GIP και GLP-1. Τα δεδομένα της μελέτης θα χρησιμοποιηθούν στην επιλογή δόσεων για τις μελέτες φάσης 3.