Δείτε εδώ την προκήρυξη για το ΠΜΣ: “Διαγνωστική και Θεραπευτικη Προσέγγιση του Διαβητικού Ποδιού”, για το Ακαδ. έτος 2025-2026.
Τμήμα Ιατρικής – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Επισκεφθείτε την επίσημη ιστοσελίδα του ΠΜΣ
Δείτε εδώ την προκήρυξη για το ΠΜΣ: “Διαγνωστική και Θεραπευτικη Προσέγγιση του Διαβητικού Ποδιού”, για το Ακαδ. έτος 2025-2026.
Τμήμα Ιατρικής – Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
Επισκεφθείτε την επίσημη ιστοσελίδα του ΠΜΣ
Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης
Wexler DJ, Garvey WT, Ghosh A, Kazemi EJ, Krause-Steinrauf H, Ahmann AJ, Brown-Friday J, Casula S, Cherrington AL, Elasy TA, Fortmann SP, Krakoff JA, Mudaliar S, Tiktin M, Younes N; GRADE Study Research Group. Weight Gain Was Associated With Worsening Glycemia and Cardiovascular and Kidney Outcomes in Patients With Type 2 Diabetes Independent of Diabetes Medication in the GRADE Randomized Controlled Trial. Diabetes Care. 2025 Apr 23:dc242825. doi: 10.2337/dc24-2825. Epub ahead of print.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ
Η αύξηση του σωματικού βάρους που παρατηρείται με τη χρήση ορισμένων υπογλυκαιμικών φαρμάκων μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τη μακροχρόνια διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση των μεταβολών του σωματικού βάρους και η διερεύνηση της συσχέτισης της αύξησης βάρους με τις γλυκαιμικές, καρδιαγγειακές και νεφρικές εκβάσεις σε διάστημα πέντε ετών, υπό τέσσερα διαφορετικά θεραπευτικά σχήματα.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ
Η τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή GRADE (Glycemia Reduction Approaches in Diabetes: A Comparative Effectiveness Study) αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα της προσθήκης ινσουλίνης glargine, γλιμεπιρίδης, λιραγλουτίδης ή σιταγλιπτίνης στη θεραπεία με μετφορμίνη σε άτομα με ΣΔΤ2. Στην παρούσα ανάλυση, παρουσιάζονται οι μεταβολές του σωματικού βάρους καθώς και τα hazard ratios (HR) ανά κιλό μεταβολής βάρους για τιμή HbA1c >7,5%, και τις επιμέρους εκβάσεις καρδιαγγειακής και νεφρικής νόσου, διαβητικής νευροπάθειας και ικανοποίησης από τη θεραπεία του διαβήτη.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Οι συμμετέχοντες (n = 4.980) είχαν μέση ηλικία 57 ± 10 έτη, ενώ το 44% ανήκε σε μη λευκές φυλετικές ομάδες. Η μέση τιμή HbA1c κατά την ένταξη ήταν 7,5% ± 0,5% και ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (BMI) ήταν 34,3 ± 6,8 kg/m². Η μέση μεταβολή σωματικού βάρους (95% CI) κατά το πρώτο έτος ανήλθε σε -3,5 kg (-3,8 έως -3,2) με λιραγλουτίδη, -1,07 kg (-1,4 έως -0,78) με σιταγλιπτίνη, +0,45 kg (0,16 έως 0,74) με ινσουλίνη glargine και +0,89 kg (0,60 έως 1,2) με γλιμεπιρίδη (P<0,0001). Μετά το πρώτο έτος, παρατηρήθηκε μείωση βάρους σε όλες τις θεραπευτικές ομάδες. Η αύξηση σωματικού βάρους εντός των πρώτων 6 μηνών συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για τιμή HbA1c >7,5%, με περιορισμένες διαφορές μεταξύ των θεραπειών, καθώς και με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου (HR 1,03 [95% CI: 1,005–1,06]). Η αύξηση βάρους στον πρώτο χρόνο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο ανεπαρκούς γλυκαιμικού ελέγχου (HbA1c >7,5%, HR 1,05 [1,04–1,07]) και εμφάνισης νεφρικής νόσου (HR 1,03 [1,01–1,06]). Το αρχικό σωματικό βάρος, αλλά όχι η μεταγενέστερη αύξησή του, σχετίστηκε με εμφάνιση διαβητικής νευροπάθειας. Επιπλέον, η αύξηση βάρους συνδέθηκε με χαμηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη θεραπεία του διαβήτη.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η λιραγλουτίδη και η σιταγλιπτίνη συσχετίστηκαν με αρχική μείωση του σωματικού βάρους, ενώ η ινσουλίνη glargine και η γλιμεπιρίδη με ήπια αύξηση, η οποία στη συνέχεια ακολουθήθηκε από απώλεια βάρους σε ασθενείς με ΣΔΤ2 υπό θεραπεία με μετφορμίνη. Η αύξηση του σωματικού βάρους συσχετίστηκε με επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου και με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών και νεφρικών επιπλοκών, ανεξαρτήτως της χορηγούμενης αντιδιαβητικής αγωγής.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης
Ljungberg C, Kristensen FPB, Dalager-Pedersen M, Vandenbroucke-Grauls C, Sørensen HT, Nørgaard M, Thomsen RW. Risk of Urogenital Infections in People With Type 2 Diabetes Initiating SGLT2i Versus GLP-1RA in Routine Clinical Care: A Danish Cohort Study. Diabetes Care. 2025 Apr 2:dc242169. doi: 10.2337/dc24-2169. Epub ahead of print.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ
Οι δυνητικοί κίνδυνοι εμφάνισης ουρολοιμώξεων (urinary tract infections, UTI) και λοιμώξεων του γεννητικού συστήματος (genital tract infections, GTI), οι οποίοι έχουν συσχετιστεί με τη χορήγηση αναστολέων του συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης τύπου 2 (SGLT2i), ενδέχεται να περιορίζουν την εφαρμογή τους στην κλινική πράξη. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της πιθανής συσχέτισης μεταξύ της έναρξης θεραπείας με SGLT2i, σε σύγκριση με τους αγωνιστές του GLP1 (GLP-1RA), και του κινδύνου εμφάνισης UTI και GTI σε ενήλικους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ
Η παρούσα μελέτη κοόρτης, η οποία προσομοιάζει ένα ιδανικό τυχαιοποιημένο κλινικό δοκιμαστικό πρωτόκολλο (target trial), περιέλαβε όλους τους ενήλικες χρήστες μετφορμίνης στη Δανία που ξεκίνησαν θεραπεία με SGLT2i ή GLP-1RA κατά την περίοδο 2016–2021. Για την εξισορρόπηση πιθανών συγχυτικών παραγόντων, εφαρμόστηκε στάθμιση αντίστροφης πιθανότητας λήψης θεραπείας (inverse-probability of treatment, IPT). Υπολογίστηκαν ο IPT-σταθμισμένος κίνδυνος και οι λόγοι κινδύνου (risk ratio, RR) για την εμφάνιση UTI και GTI, είτε αυτές αντιμετωπίστηκαν στην κοινότητα είτε σε νοσοκομειακό περιβάλλον, μέσω αναλύσεων τόσο βάσει της αρχικής πρόθεσης για θεραπεία (intention-to-treat) όσο και βάσει της πραγματικής έκθεσης στη θεραπεία (on-treatment).
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 52.414 άτομα που ξεκίνησαν θεραπεία με SGLT2i και 27.023 άτομα που έλαβαν GLP-1RA, με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης μεταξύ 2,9 και 3,9 ετών. Οι εκτιμώμενοι κίνδυνοι εμφάνισης UTI κατά το πρώτο έτος ήταν σχεδόν όμοιοι μεταξύ των δύο ομάδων: 10,0% στους χρήστες SGLT2i και 10,2% στους χρήστες GLP-1RA, σύμφωνα με τις αναλύσεις βάσει πρόθεσης θεραπείας [RR (95% CI): 0,98 (0,94–1,03)]. Αντιθέτως, ο κίνδυνος εμφάνισης GTI κατά το πρώτο έτος ήταν αυξημένος στην ομάδα των SGLT2i, αγγίζοντας το 2,0% έναντι 0,7% στην ομάδα των GLP-1RA [RR (95% CI): 2,95 (2,52–3,44)]. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πενταετούς παρακολούθησης, ο σχετικός κίνδυνος UTI παρέμεινε σταθερός [0,96 (95% CI: 0,94–0,99)], ενώ ο λόγος κινδύνου (RR) για GTI στην ομάδα των SGLT2i μειώθηκε σε 1,64 (95% CI: 1,49–1,80).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Στο πλαίσιο της καθημερινής κλινικής πρακτικής, η έναρξη θεραπείας με SGLT2i δεν φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ουρολοίμωξης σε σύγκριση με τη χορήγηση GLP-1RA. Αντιθέτως, ο κίνδυνος εμφάνισης πρώιμων λοιμώξεων του γεννητικού συστήματος είναι έως και τριπλάσιος στους ασθενείς που λαμβάνουν SGLT2i.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αγαπητοί συνάδελφοι,
Την Τετάρτη 7/5/2025 στις 20:00 πραγματοποιήθηκε το webinar της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας στο πλαίσιο των μετεκπαιδευτικών της μαθημάτων μέσω διαδικτύου.
ΘΕΜΑ: “Σακχαρώδης Διαβήτης, Χρόνια Νεφρική Νόσος, Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια”
ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ / ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ:
ΟΜΙΛΗΤΕΣ:
Σύνδεσμος βιντεοσκοπημένου webinar:
Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.
Ο Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης
Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Σ. Λιάτης

Δείτε on-demand τα videos των επιστημονικών παρουσιάσεων και τα ePosters του Συνεδρίου στον παρακάτω σύνδεσμο:
Διοργάνωση: ΔΙΑΝΑ, ΠαιδοΔιαβητολογικό Εξωτερικό Ιατρείο της Α΄Παιδιατρικής Κλινικής Α.Π.Θ. του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης.
Οι πρακτικές πληροφορίες για την 6η κατασκηνωτική εβδομάδα είναι οι ακόλουθες:
Ημερομηνία: 31/7/2025 – 7/8/2025
Χώρος: κατασκήνωση: «Ελαιώνες», Γομάτι (Πυργαδίκια) Χαλκιδικής
Ηλικίες κατασκηνωτών: 6 ετών – 17 ετών.
Μεγαλύτερα παιδιά με Σακχαρώδη Διαβήτη μπορούν να εκδηλώσουν ενδιαφέρον σαν ομαδάρχες.
Περισσότερες πληροφορίες και φόρμα εκδήλωσης ενδιαφέροντος στον ακόλουθο σύνδεσμο:
http://dianadiabetes.gr/node/112
Επικοινωνία για οποιαδήποτε επιπρόσθετη πληροφορία:
Διαβητολογικό Ιατρείο Α΄ Παιδιατρική Νέων Α.Π.Θ. Υπεύθυνος: Καθ. Αθανάσιος Χριστοφορίδης
Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης
Κωνσταντινουπόλεως 49
54642 – Θεσσαλονίκη
Τηλέφωνο: 2310892491
https://www.dianadiabetes.gr/
Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης
Hauge JW, Borgeraas H, Birkeland KI, Johnson LK, Hertel JK, Hagen M, Gulseth HL, Lindberg M, Lorentzen J, Seip B, Kolotkin RL, Svanevik M, Valderhaug TG, Sandbu R, Hjelmesæth J, Hofsø D. Effect of gastric bypass versus sleeve gastrectomy on the remission of type 2 diabetes, weight loss, and cardiovascular risk factors at 5 years (Oseberg): secondary outcomes of a single-centre, triple-blind, randomised controlled trial. Lancet Diabetes Endocrinol. 2025 Apr 1:S2213-8587(24)00396-6. doi: 10.1016/S2213-8587(24)00396-6.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ
Σε άτομα με παχυσαρκία και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2), η απώλεια βάρους συμβάλλει στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και της λειτουργίας των β-κυττάρων, ενώ ενδέχεται να επιφέρει ύφεση της νόσου. Παρότι και η γαστρική παράκαμψη και η επιμήκης γαστρεκτομή αποτελούν καθιερωμένες βαριατρικές τεχνικές, η μακροπρόθεσμη συγκριτική τους αποτελεσματικότητα ως προς την ύφεση του ΣΔΤ2 παραμένει ασαφής.
Η παρούσα μελέτη αποσκοπούσε στη σύγκριση των επιδράσεων της γαστρικής παράκαμψης και της επιμήκους γαστρεκτομής στην ύφεση του ΣΔΤ2, στην απώλεια σωματικού βάρους και στους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου, πέντε έτη μετά τη χειρουργική επέμβαση.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ
Παρουσιάζεται μια δευτερογενής ανάλυση μιας μονοκεντρικής, τριπλά τυφλής, τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης μελέτης, η οποία διεξήχθη σε δημόσιο τριτοβάθμιο κέντρο παχυσαρκίας στη Νορβηγία. Ενήλικες (≥18 ετών) με ΣΔΤ2 και παχυσαρκία τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1, είτε σε λαπαροσκοπική γαστρική παράκαμψη είτε σε επιμήκη γαστρεκτομή. Το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, οι συμμετέχοντες και ο αξιολογητής του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου δεν γνώριζαν την κατανομή έως και ένα έτος μετά τη χειρουργική επέμβαση. Στη συνέχεια, η περαιτέρω παρακολούθηση έγινε ανοιχτά (open label). Οι μεταβολές στα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία – συμπεριλαμβανομένης της ύφεσης του ΣΔΤ2, της απώλειας βάρους και των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου – αξιολογήθηκαν πέντε έτη μετά τη χειρουργική επέμβαση.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Μεταξύ 15 Οκτωβρίου 2012 και 1 Σεπτεμβρίου 2017, συνολικά 319 ασθενείς αξιολογήθηκαν για ένταξη στη μελέτη, εκ των οποίων 109 πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης και τυχαιοποιήθηκαν είτε στην ομάδα γαστρικής παράκαμψης (n=54) είτε στην ομάδα επιμήκους γαστρεκτομής (n=55). Η μέση ηλικία κατά την ένταξη ήταν 47,7 έτη (SD: 9,6), ενώ ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (BMI) ήταν 42,3 kg/m² (SD: 5,3). Από το σύνολο των συμμετεχόντων, 72 (66%) ήταν γυναίκες και 37 (34%) άνδρες. Ποσοστό 85% των ασθενών (n=93) ολοκλήρωσε την πενταετή παρακολούθηση (47 [85%] στην ομάδα επιμήκους γαστρεκτομής και 46 [85%] στην ομάδα γαστρικής παράκαμψης).
Η ύφεση του ΣΔΤ2 ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα γαστρικής παράκαμψης σε σύγκριση με την επιμήκη γαστρεκτομή, με τιμές HbA1c ≤6,0% να επιτυγχάνονται σε 23 από 46 ασθενείς (50%) έναντι 9 από 44 (20%) [διαφορά κινδύνου 29,5%, 95% CI: 10,8 έως 48,3], ενώ HbA1c <6,5% παρατηρήθηκε σε 29 (63%) έναντι 13 (30%) συμμετεχόντων [διαφορά κινδύνου 33,5%, 95% CI: 14,1 έως 52,9].
Επιπλέον, η γαστρική παράκαμψη συσχετίστηκε με μεγαλύτερη μέση απώλεια σωματικού βάρους (22,2% [95% CI: 20,3 έως 24,1]) σε σύγκριση με την επιμήκη γαστρεκτομή (17,2% [95% CI: 15,3 έως 19,1]), με διαφορά θεραπείας 5,0% (95% CI: 2,4 έως 7,7). Παράλληλα, τα επίπεδα LDL-χοληστερόλης ήταν χαμηλότερα στην ομάδα της γαστρικής παράκαμψης.
Η συχνότητα εμφάνισης διαβρωτικής οισοφαγίτιδας και οισοφάγου Barrett ήταν συγκρίσιμη μεταξύ των δύο ομάδων. Ωστόσο, η παθολογική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση καταγράφηκε σημαντικά συχνότερα στην ομάδα της επιμήκους γαστρεκτομής (διαφορά κινδύνου 51,1%, 95% CI: 28,0 έως 74,2). Αντιθέτως, η συμπτωματική μεταγευματική υπογλυκαιμία παρατηρήθηκε συχνότερα στους ασθενείς της ομάδας γαστρικής παράκαμψης (15 [28%] έναντι 1 [2%]).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η γαστρική παράκαμψη ανέδειξε υπεροχή έναντι της επιμήκους γαστρεκτομής ως προς τη μακροπρόθεσμη ύφεση του ΣΔΤ2, τη μείωση του σωματικού βάρους και τα επίπεδα LDL-χοληστερόλης, συνοδευόμενη, ωστόσο, από υψηλότερη συχνότητα συμπτωματικής μεταγευματικής υπογλυκαιμίας. Τα παρόντα ευρήματα μπορούν να συμβάλουν στην τεκμηριωμένη επιλογή της καταλληλότερης χειρουργικής παρέμβασης για ασθενείς με ΣΔΤ2 και να ενισχύσουν τον σχεδιασμό μελλοντικών κατευθυντήριων οδηγιών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης
Catarinella D, Melzi R, Mercalli A, Magistretti P, Tentori S, Gremizzi C, Paloschi V, De Cobelli F, Esposto G, Costa S, Secchi A, Caldara R, Maffi P, Nano R, Piemonti L. Long-term outcomes of pancreatic islet transplantation alone in type 1 diabetes: a 20-year single-centre study in Italy. Lancet Diabetes Endocrinol. 2025 Apr;13(4):279-293. doi: 10.1016/S2213-8587(24)00341-3.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ
Η μεταμόσχευση νησιδίων του παγκρέατος έχει τη δυνατότητα να προσφέρει θεραπεία στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1), μέσω της αποκατάστασης της ενδογενούς παραγωγής ινσουλίνης. Ωστόσο, η επιτυχία της εξαρτάται από την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ επίτευξης καλού γλυκαιμικού ελέγχου και των κινδύνων που ενέχει η ανοσοκατασταλτική αγωγή. Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στην αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων της μεταμόσχευσης νησιδίων σε ασθενείς με ΣΔΤ1, εστιάζοντας στην επίδραση της μεταμοσχευθείσας μάζας νησιδίων και των ανοσοκατασταλτικών σχημάτων στην επιβίωση του μοσχεύματος και στην ανεξαρτησία από την εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης, καθώς και στην αποτίμηση του οφέλους του γλυκαιμικού ελέγχου σε σχέση με τους δυνητικούς κινδύνους της ανοσοκαταστολής.
ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ
Πρόκειται για μελέτη κοόρτης με αναδρομική ανάλυση δεδομένων, η οποία περιέλαβε άτομα ηλικίας 18 έως 67 ετών με ΣΔΤ1 που υποβλήθηκαν σε αυτόνομη ενδοπυλαία μεταμόσχευση παγκρεατικών νησιδίων στο IRCCS Ospedale San Raffaele, στο Μιλάνο της Ιταλίας. Τα κριτήρια ένταξης περιλάμβαναν ενήλικες ασθενείς με διάγνωση ΣΔΤ1 πριν από την ηλικία των 55 ετών, οι οποίοι εμφάνιζαν σοβαρά, επαναλαμβανόμενα υπογλυκαιμικά επεισόδια ή έντονη γλυκαιμική αστάθεια.
Ως κύρια κριτήρια αποκλεισμού ορίστηκαν τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) άνω του 12,5%, δείκτης μάζας σώματος (BMI) μεγαλύτερος των 30 kg/m², ημερήσιες ανάγκες σε ινσουλίνη άνω των 1,2 IU/kg, καθώς και η παρουσία αντενδείξεων για τη χορήγηση ανοσοκατασταλτικής αγωγής. Οι συμμετέχοντες επιλέχθηκαν από το καταγεγραμμένο μητρώο μεταμοσχεύσεων νησιδίων του νοσοκομείου.
Η παρακολούθηση των ασθενών πραγματοποιήθηκε μέσω τακτικών κλινικών επισκέψεων και τα δεδομένα συλλέχθηκαν αναδρομικά. Τα βασικά καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν την επιβίωση των ασθενών, την επιβίωση του μοσχεύματος, την επίτευξη ανεξαρτησίας από την εξωγενή ινσουλίνη, τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου και την καταγραφή ανεπιθύμητων ενεργειών.
Η στατιστική ανάλυση βασίστηκε στην αρχή της πρόθεσης προς θεραπεία (intention-to-treat). Χρησιμοποιήθηκαν μικτά γραμμικά μοντέλα (mixed-effects models) για την αξιολόγηση των μεταβολών με την πάροδο του χρόνου, καμπύλες Kaplan–Meier για την εκτίμηση της επιβίωσης, καθώς και αναλύσεις παλινδρόμησης Cox και λογιστικής παλινδρόμησης για τον προσδιορισμό παραγόντων που σχετίζονται με μεταβολική επιτυχία και μειωμένο κίνδυνο επιπλοκών.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Συνολικά 79 ασθενείς υποβλήθηκαν σε αυτόνομη ενδοηπατική ή ενδοπυλαία μεταμόσχευση παγκρεατικών νησιδίων μεταξύ 16 Φεβρουαρίου 2001 και 1 Ιουνίου 2023, λαμβάνοντας συνολικά 159 εγχύσεις νησιδίων. Η διάμεση συνολική μεταμοσχευθείσα μάζα ανήλθε σε 9637 ισοδύναμα νησιδίων (IEQ) ανά κιλό σωματικού βάρους. Οι επιπλοκές ήταν σπάνιες και κυρίως ήπιες, με συχνότερη την ήπια αιμορραγία. Μόνο δύο ασθενείς (3%) χρειάστηκαν χειρουργική παρέμβαση.
Η μεταμόσχευση συνοδεύτηκε από σημαντική βελτίωση της γλυκαιμικής ρύθμισης, με μείωση της HbA1c κατά -3.1% (95% CI: -3.4 έως -2.7) και μείωση των ημερήσιων αναγκών σε ινσουλίνη κατά -13,35 μονάδες (95% CI: -17,04 έως -9,65). Στην ανάλυση κατά πρόθεση προς θεραπεία (intention-to-treat), η διάμεση επιβίωση του μοσχεύματος (οριζόμενη ως C-πεπτίδιο νηστείας ≥0,3 ng/mL) ήταν 3,9 έτη (95% CI: 1,6 έως 6,2), ενώ το 44% των ασθενών (35 από 79) πέτυχε ανεξαρτησία από την εξωγενή ινσουλίνη για διάμεσο χρονικό διάστημα 6 ετών (95% CI: 2,88 έως 9,08). Ασθενείς που έλαβαν συνολική δόση άνω των 10.000 IEQ/kg σε συνδυασμό με ανοσοκατασταλτική αγωγή BAS, FK506 και Rapa παρουσίασαν διάμεση επιβίωση μοσχεύματος 9,7 έτη (εύρος: 3,1–16,0), ενώ το 73% αυτών (16 από 22) διατήρησε ανεξαρτησία από την ινσουλίνη.
Οι εκτιμήσεις Kaplan–Meier για την επιβίωση του μοσχεύματος έδειξαν ποσοστά 86% στο 1ο έτος, 65% στα 5 έτη, 47% στα 10 και 15 έτη, και 40% στα 20 έτη. Η συνολική επιβίωση ανήλθε στο 92% (73 από 79 ασθενείς), με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 13,1 έτη και εκτιμώμενη πιθανότητα επιβίωσης στα 20 έτη στο 84%.
Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την ανοσοκατασταλτική θεραπεία καταγράφηκαν στο 44% των ασθενών (35 από 79), ενώ το ποσοστό αλλοευαισθητοποίησης αυξήθηκε από 6% κατά την έναρξη στο 42% μετά τη διακοπή της θεραπείας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η παρούσα ανάλυση μιας μεγάλης κοόρτης μεταμόσχευσης νησιδίων παγκρέατος παρέχει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν την έκβαση της θεραπείας, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τους δυνητικούς κινδύνους. Τα ευρήματα συμβάλλουν στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων κλινικών αποφάσεων και στη βελτιστοποίηση μελλοντικών στρατηγικών αντικατάστασης των β-κυττάρων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος
Maeda R, et al. Continuous glucose monitoring with low-glucose alerts in insulin-treated drivers with diabetes: A randomized crossover study. Diabetes Res Clin Pract. 2025 Apr;222:112074. doi: 10.1016/j.diabres.2025.112074.
Η εμφάνιση υπογλυκαιμικών επεισοδίων κατά τη διάρκεια της οδήγησης στα άτομα με ΣΔ που λαμβάνουν αγωγή με ινσουλίνη είναι πολύ συχνή και έχει συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης τροχαίων ατυχημάτων. Στην παρούσα αυτή ανοικτή, τυχαιοποιημένη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 30 συμμετέχοντες με ΣΔ, που λάμβαναν ινσουλίνη και οδηγούσαν αυτοκίνητο τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα. Οι συμμετέχοντες πέρασαν δυο περιόδους μελέτης διάρκειας 4 εβδομάδων: στην πρώτη χρησιμοποιούσαν CGMS με ενεργό συναγερμό ειδοποίησης της χαμηλής γλυκόζης και κατά τη δεύτερη φορούσαν «τυφλό» CGMS. Η ανάλυση των καταγραφών έδειξε ότι το ποσοστό του χρόνου κάτω από τον στόχο ρύθμισης της γλυκόζης (% Time Below Range – TBR) μειώθηκε σημαντικά κατά την περίοδο που χρησιμοποιήθηκε το CGMS με ενεργό συναγερμό σε σύγκριση με την περίοδο χωρίς συναγερμούς, μόνο, όμως, στους συμμετέχοντες με ΣΔΤ1 (-4,4 [95 % CI – 8,7, -0,08]%, p=0,047). Επίσης, η συχνότητα έκθεσης σε χαμηλή τιμή γλυκόζης κατά την οδήγηση ήταν σημαντικά χαμηλότερη κατά την περίοδο χρήσης CGMS με ενεργό συναγερμό (19% έναντι 33%, p=0,041).
Συμπερασματικά, οι συναγερμοί ειδοποίησης της χαμηλής γλυκόζης μπορούν να βελτιώσουν τον TBR στους οδηγούς με ΣΔΤ1 και επίσης, να μειώσουν τη συχνότητα έκθεσης σε χαμηλή τιμή γλυκόζης κατά την οδήγηση σε όλους τους οδηγούς που λαμβάνουν ινσουλίνη. Τα CGMS με ενεργοποιημένους συναγερμούς μπορούν να συμβάλλουν ώστε η οδήγηση να γίνει ασφαλέστερη για τα άτομα με ΣΔ.