Aγαπητοί Συνάδελφοι,
το Διοικητικό συμβούλιο της ΕΔΕ, σας προσκαλεί να ενημερωθείτε για την εκστρατεία ευαισθητοποίησης, για την έγκαιρη έναρξη της ινσουλινοθεραπείας.
Aγαπητοί Συνάδελφοι,
το Διοικητικό συμβούλιο της ΕΔΕ, σας προσκαλεί να ενημερωθείτε για την εκστρατεία ευαισθητοποίησης, για την έγκαιρη έναρξη της ινσουλινοθεραπείας.
Το στρες στη δουλειά μας είναι παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη ευρωπαϊκή μελέτη. Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία από περισσότερους από 124.000 άνδρες και γυναίκες, που συμμετείχαν σε 13 ευρωπαικές μελέτες κοόρτης. Οι συμμετέχοντες δεν είχαν σακχαρώδη διαβήτη κατά την έναρξη της μελέτης. Το άγχος στην εργασία αξιολογήθηκε με ειδικά ερωτηματολόγια.
Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν περίπου 10 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της μελέτης 3.700 συμμετέχοντες εμφάνισαν σακχαρώδη διαβήτη. Μετά από προσαρμογή για παράγοντες όπως η ηλικία, το φύλο και η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση, βρέθηκε ότι οι συμμετέχοντες που ανέφεραν άγχος στη δουλειά είχαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε σύγκριση με εκείνους που δεν ανέφεραν στρες στην εργασία τους. Το άγχος στη δουλειά σχετίστηκε με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τόσο στους συμμετέχοντες που ανέφεραν ανθυγιεινό τρόπο και συνήθειες ζωής, όσο και σε αυτούς που ανέφεραν υγιή τρόπο και συνήθειες ζωής.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι υπάρχει μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ του άγχους στην εργασία και την εμφάνιση διαβήτη ανεξάρτητα από άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως η παχυσαρκία και η έλλειψη σωματικής άσκησης.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Αυγούστου του Diabetes Care.
Job strain as a risk factor for type 2 diabetes: a pooled analysis of 124,808 men and women.
Nyberg ST, Fransson EI, Heikkilä K, Ahola K, Alfredsson L, Bjorner JB, Borritz M, Burr H, Dragano N, Goldberg M, Hamer M, Jokela M, Knutsson A, Koskenvuo M, Koskinen A, Kouvonen A, Leineweber C, Madsen IE, Magnusson Hanson LL, Marmot MG, Nielsen ML, Nordin M, Oksanen T, Pejtersen JH, Pentti J, Rugulies R, Salo P, Siegrist J, Steptoe A, Suominen S, Theorell T, Väänänen A, Vahtera J, Virtanen M, Westerholm PJ, Westerlund H, Zins M, Batty GD, Brunner EJ, Ferrie JE, Singh-Manoux A, Kivimäki M; IPD-Work Consortium.
Diabetes Care. 2014 Aug;37(8):2268-75. doi: 10.2337/dc13-2936.
Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη η ορμονική αντισύλληψη πριν την εγκυμοσύνη μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από το Σύστημα Παρακολούθησης-Αξιολόγησης του Κινδύνου Εγκυμοσύνης Missouri για τα έτη 2007-2008 και ανέλυσαν στοιχεία από περίπου 2700 γυναίκες που δήλωσαν ποια μέθοδο αντισύλληψης χρησιμοποιούσαν πριν την εγκυμοσύνη τους. Στις ορμονικές μεθόδους αντισύλληψης συμπεριλήφθηκαν τα αντισυλληπτικά δισκία, τα ενέσιμα αντισυλληπτικά, τα αντισυλληπτικά επιθέματα, ο κολπικός δακτύλιος και οι ενδομήτριες συσκευές.
Διαβήτη κύησης εμφάνισε το 8.3% των γυναικών που συμμετείχαν στη μελέτη, ενώ το 17.9% είχε χρησιμοποιήσει κάποια από τις ορμονικές μεθόδους αντισύλληψης. Περισσότερες από τις μισές συμμετέχουσες (56%) δεν χρησιμοποιούσαν καμία μέθοδο αντισύλληψης. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι γυναίκες που χρησιμοποιούσαν ορμονικές μεθόδους αντισύλληψης είχαν 1.43 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη κύησης σε σύγκριση με τις γυναίκες που δεν χρησιμοποιούσαν κάποια μέθοδο αντισύλληψης. Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι οι γυναίκες ηλικίας μεγαλύτερης των 30 ετών είχαν 1.5 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη κύησης σε σύγκριση με τις γυναίκες κάτω των 20 ετών. Επιπλέον, οι γυναίκες που ήταν υπέρβαρες ή παχύσαρκες πριν την εγκυμοσύνη τους είχαν 3.04 φορές περισσότερες πιθανότητες για να εμφανίσουν διαβήτη κύησης σε σύγκριση με τις γυναίκες φυσιολογικού βάρους.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελέτη αυτή βασίζεται σε αυτο-αναφερόμενα δεδομένα και επισημαίνουν ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα της.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουλίου του Preventing Chronic Disease, Public Health Research, Practice, and Policy.
Association between contraceptive use and gestational diabetes: Missouri Pregnancy Risk Assessment Monitoring System, 2007-2008.
Kramer BA, Kintzel J, Garikapaty V.
Prev Chronic Dis. 2014 Jul 17;11:E121. doi: 10.5888/pcd11.140059.
Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου
Η επώδυνη διαβητική νευροπάθεια σχετίζεται με υψηλότερες τιμές αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια της νύχτας ανεξάρτητα από την αίσθηση του πόνου, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Η επώδυνη διαβητική νευροπάθεια είναι μια συχνή επιπλοκή που επηρεάζει τον ύπνο, τη διάθεση και την ποιότητα ζωής των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη.Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι ο νυχτερινός πόνος των ασθενών με επώδυνη διαβητική νευροπάθεια λειτουργεί ως ένας στρεσογόνος παράγοντας που επιδεινώνει της ήδη υπάρχουσα δυσλειτουργία του αυτονόμου νευρικού συστήματος στους ασθενείς με διαβήτη και εμποδίζει τη φυσιολογική μείωση της αρτηριακής πίεσης κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τα αποτελέσματα της μελέτης επισημαίνουν τη σημασία του αυστηρού ελέγχου των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου στους ασθενείς με επώδυνη διαβητική νευροπάθεια ταυτόχρονα με την προσπάθεια αντιμετώπισης του νευροπαθητικού πόνου με την κατάλληλη αγωγή.
A Novel Association Between Nondipping and Painful Diabetic Polyneuropathy.
Diabetes Care. 2014 Jun 26. pii: DC_140528. [Epub ahead of print]
Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου
Η σοβαρότητα της καρδιακής ανεπάρκειας σχετίζεται με τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.
Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από περίπου 100.000 ασθενείς που πρωτοδιαγνώσθηκαν με καρδιακή ανεπάρκεια κατά τη νοσηλεία τους σε νοσοκομεία της Δανίας και δεν είχαν διαβήτη στην αρχή της μελέτης. Η σοβαρότητα της καρδιακής ανεπάρκειας χαρακτηρίστηκε από τη δόση των διουρητικών 90 ημέρες μετά την έξοδο από το νοσοκομείο.
Ως το τέλος της μελέτης 8% των συμμετεχόντων διαγνώσθηκε με σακχαρώδη διαβήτη, ενώ το 63% των ασθενών απεβίωσε. Η χορήγηση διουρητικών της αγκύλης σχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη με έναν δοσο-εξαρτώμενο τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, σε σύγκριση με τους ασθενείς που δεν ελάμβαναν διουρητικά, εκείνοι που ελάμβαναν ≤ 40mg διουρητικών την ημέρα είχαν διπλάσιο κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη, ενώ οι ασθενείς που ελάμβαναν ≥ 160mg διουρητικών την ημέρα είχαν τριπλάσιο κίνδυνο. Επίσης, βρέθηκε ότι η χρήση των αναστολέων του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι οι ασθενείς με προχωρημένη καρδιακή ανεπάρκεια είναι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και οι θεράποντες οφείλουν να είναι σε επαγρύπνηση για τον αυξημένο αυτό κίνδυνο.
Η μελέτη θα εμφανιστεί στο τεύχος Αυγούστου του Diabetologia.
Association of heart failure severity with risk of diabetes: a Danish nationwide cohort study.
Demant MN, Gislason GH, Køber L, Vaag A, Torp-Pedersen C, Andersson C.
2014 Aug;57(8):1595-600. doi: 10.1007/s00125-014-3259-z.
Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου
Η κατανάλωση 2 μεγάλων γευμάτων την ημέρα είναι προτιμότερη σε σχέση με την κατανάλωση 6 μικρότερων γευμάτων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μικρή μελέτη από το Ίδρυμα Κλινικής και Πειραματικής Ιατρικής της Πράγας.
Στη μελέτη συμμετείχαν 54 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 30-70 ετών, υπέρβαροι ή παχύσαρκοι, που ακολούθησαν 2 υποθερμιδικά προγράμματα διατροφής για απώλεια βάρους για 12 εβδομάδες το καθένα. Το πρώτο πρόγραμμα συμπεριελάμβανε 2 μεγάλα γεύματα την ημέρα (πρωινό και μεσημεριανό) και το δεύτερο πρόγραμμα 6 μικρότερα γεύματα την ημέρα, της ίδιας συνολικής περιεκτικότητας σε θερμίδες.
Το σωματικό βάρος, η περιεκτικότητα του ήπατος σε λίπος και τα επίπεδα σακχάρου αίματος μειώθηκαν μετά από τα 2 προγράμματα διατροφής, ενώ η ευαισθησία στην ινσουλίνη αυξήθηκε. Η κατανάλωση όμως μόνο 2 γευμάτων την ημέρα οδήγησε σε μεγαλύτερες μειώσεις του σωματικού βάρους, της περιεκτικότητας του ήπατος σε λίπους και των επιπέδων σακχάρου αίματος, καθώς και σε μεγαλύτερη αύξηση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, σε σύγκριση με την κατανάλωση 6 γευμάτων την ημέρα.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι για ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που θέλουν να ακολουθήσουν μια υποθερμιδική δίαιτα, η κατανάλωση 2 μεγάλων γευμάτων την ημέρα μπορεί να είναι πιο ευεργετική σε σχέση με την κατανάλωση 6 μικρότερων γευμάτων την ημέρα.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαΐου του Diabetologia.
Eating two larger meals a day (breakfast and lunch) is more effective than six smaller meals in a reduced-energy regimen for patients with type 2 diabetes: a randomised crossover study.
Kahleova H1, Belinova L, Malinska H, Oliyarnyk O, Trnovska J, Skop V, Kazdova L, Dezortova M, Hajek M, Tura A, Hill M, Pelikanova T.
2014 May 18. [Epub ahead of print]
Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου
Η ακολούθηση μιας δίαιτας χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες μπορεί να μειώσει τους δείκτες φλεγμονής σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη από τη Σουηδία.
Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 60 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Οι μισοί ακολούθησαν μια διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες (η κατανάλωση υδατανθράκων ήταν το 20% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης) και οι υπόλοιποι μια διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας σε λίπος (η κατανάλωση υδατανθράκων κυμαινόταν στο 55-60% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης). Οι ερευνητές παρακολούθησαν τους συμμετέχοντες για 6 μήνες.
Τα δύο διατροφικά προγράμματα οδήγησαν σε συγκρίσιμες μειώσεις του σωματικού βάρους των συμμετεχόντων στο τέλος της μελέτης, ενώ η δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες είχε επιπρόσθετα οφέλη όσον αφορά τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου των ασθενών. Οι δείκτες φλεγμονής μειώθηκαν μόνο στους συμμετέχοντες της ομάδας χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι μια διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες μπορεί να μειώσει τα επίπεδα γλυκόζης αίματος, ενώ φαίνεται να βελτιώνει τη χρόνια φλεγμονώδη κατάσταση που χαρακτηρίζει το σακχαρώδη διαβήτη.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαΐου του Annals of Medicine.
Advice to follow a low-carbohydrate diet has a favourable impact on low-grade inflammation in type 2 diabetes compared with advice to follow a low-fat diet.
Jonasson L1, Guldbrand H, Lundberg AK, Nystrom FH.
Ann Med. 2014 May;46(3):182-7. doi: 10.3109/07853890.2014.894286.
Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου
Άτομα που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες πρωτεΐνης από ζωικές πηγές είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία από μια μεγάλη προηγούμενη μελέτη διάρκειας 12 ετών και συνέλεξαν δεδομένα από 11000 άτομα που εμφάνισαν διαβήτη κατά τη διάρκεια της μελέτης και από 15000 άτομα που δεν εμφάνισαν διαβήτη. Οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν την μεγαλύτερη ποσότητα πρωτεϊνών την ημέρα (περίπου 111 γραμμάρια) είχαν 17% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν τη μικρότερη ποσότητα πρωτεϊνών την ημέρα (περίπου 72 γραμμάρια).
Όσον αφορά την πρόσληψη πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης (κόκκινο κρέας, πουλερικά, ψάρια, γαλακτοκομικά προϊόντα), οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν περίπου 78 γραμμάρια την ημέρα είχαν 22% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν περίπου 36 γραμμάρια ζωικής πρωτεΐνης την ημέρα. Η πρόσληψη πρωτεϊνών φυτικής προέλευσης (όσπρια, δημητριακά, ξηροί καρποί) δε φάνηκε να σχετίζεται με την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη.
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η αντικατάσταση των πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης με φυτικές πηγές πρωτεΐνης είναι εξαιρετικά σημαντική για την πρόληψη του σακχαρώδους διαβήτη.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Απριλίου του Diabetes Care.
Dietary Protein Intake and Incidence of Type 2 Diabetes in Europe: The EPIC-INTERACT Case-Cohort Study.
van Nielen M1, Feskens EJ, Mensink M, Sluijs I, Molina E, Amiano P, Ardanaz E, Balkau B, Beulens J, Boeing H, Clavel-Chapelon F, Fagherazzi G, Franks P, Halkjaer J, Huerta JM, Katzke V, Key T, Khaw KT, Krogh V, Kühn T, Menéndez V, Nilsson P, Overvad K, Palli D, Panico S, Rolandsson O, Romieu I, Sacerdote C, Sánchez MJ, Schulze M, Spijkerman A, Tjonneland A, Tumino R, van der A D, Würtz A, Zamora-Ros R, Langenberg C, Sharp S, Forouhi N, Riboli E, Wareham N; for the InterAct Consortium.
Diabetes Care. 2014 Apr 10. [Epub ahead of print]
Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου
Η ημερήσια κατανάλωση ρεσβερατρόλης μπορεί να μειώσει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και να βελτιώσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, σύμφωνα με μια πρόσφατη μετα-ανάλυση 11 μελετών. Η ρεσβερατρόλη είναι ένα φυτικό συστατικό που περιέχεται σε μεγάλες ποσότητες στη φλούδα των σταφυλιών, ιδιαίτερα των κόκκινων, και επομένως στο κόκκινο κρασί.
Οι ερευνητές της μετα-ανάλυσης ανέλυσαν στοιχεία από 11 μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 388 άτομα. Η ρεσβερατρόλη φάνηκε να μειώνει σημαντικά τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας και της ινσουλίνης, καθώς και τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) και την αντίσταση στην ινσουλίνη, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Αντιθέτως, η ρεσβερατρόλη δε φάνηκε να έχει σημαντικές επιδράσεις στους μη διαβητικούς συμμετέχοντες.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η κατανάλωση ρεσβερατρόλης βελτιώνει σημαντικά τη ρύθμιση του σακχάρου αίματος σε ασθενείς με διαβήτη. Περισσότερες τυχαιοποιημένες μελέτες με διάρκεια μεγαλύτερη από 3 μήνες είναι αναγκαίες για να επιβεβαιωθούν περαιτέρω οι επιδράσεις της ρεσβερατρόλης στον έλεγχο της γλυκόζης αίματος και στην ευαισθησία στην ινσουλίνη.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Απριλίου του American Journal of Clinical Nutrition
Effect of resveratrol on glucose control and insulin sensitivity: a meta-analysis of 11 randomized controlled trials.
Am J Clin Nutr. 2014 Apr 2;99(6):1510-1519.
Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου
Οι ασθενείς με πρόσφατη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη που υιοθέτησαν έναν πιο υγιή τρόπο ζωής, με περισσότερη άσκηση και μικρότερη κατανάλωση αλκοόλ, υπέστησαν λιγότερο συχνά καρδιακή προσβολή, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή άλλα καρδιαγγειακά συμβάματα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.
Ερευνητές από το Ηνωμένο Βασίλειο διέγνωσαν για πρώτη φορά περισσότερα από 860 άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 40 έως 69 ετών. Τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, η διατροφή και η κατανάλωση αλκοόλ αξιολογήθηκαν με ειδικά ερωτηματολόγια στην αρχή και στο τέλος της μελέτης, που είχε διάρκεια περίπου 5 χρόνια. Οι συμμετέχοντες έλαβαν έναν βαθμό αλλαγής των συνηθειών τους με βάση το συνολικό αριθμό των υγιών αλλαγών συμπεριφοράς που έκαναν κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της μελέτης (άσκηση, υγιεινή διατροφή, μείωση ή διακοπή αλκοόλ, διακοπή καπνίσματος).
Το 6% των συμμετεχόντων είχαν ένα καρδιαγγειακό σύμβαμα μέσα στο διάστημα παρακολούθησης. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου ήταν αντιστρόφως ανάλογος με τον αριθμό των υγειών συνηθειών που υιοθετήθηκαν κατά το πρώτο έτος μετά τη διάγνωση του διαβήτη. Οι ασθενείς που υιοθέτησαν 3 ή 4 συνήθειες (περίπου το 30% των συμμετεχόντων) εμφάνισαν τα λιγότερα καρδιαγγειακά συμβάματα. Σε σύγκριση με τα άτομα που άλλαξαν 3 ή 4 συνήθειες, εκείνοι που δεν άλλαξαν καμία συνήθεια (6 % των συμμετεχόντων) είχαν 4 φορές περισσότερες πιθανότητες να υποστούν ένα καρδιαγγειακό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Το έτος μετά τη διάγνωση του διαβήτη είναι μια σημαντική περίοδος για την ενθάρρυνση της αλλαγής του τρόπου ζωής και την υιοθέτηση υγιών συμπεριφορών, όπως η μείωση ή η διακοπή του αλκοόλ και η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι οι αλλαγές αυτές φαίνεται να μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαρτίου του Diabetes Care.
Healthy Behavior Change and Cardiovascular Outcomes in Newly Diagnosed Type 2 Diabetes Patients: A Cohort Analysis of The ADDITION-Cambridge Study.
Long GH1, Cooper AJ, Wareham NJ, Griffin SJ, Simmons RK.
Healthy Behavior Change and Cardiovascular Out… [Diabetes Care. 2014] – PubMed – NCBI 2014 Mar 21. [Epub ahead of print]
Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου