Η κατανάλωση πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης σχετίζεται με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη

proteinesΆτομα που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες πρωτεΐνης από ζωικές πηγές είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία από μια μεγάλη προηγούμενη μελέτη διάρκειας 12 ετών και συνέλεξαν δεδομένα από 11000 άτομα που εμφάνισαν διαβήτη κατά τη διάρκεια της μελέτης και από 15000 άτομα που δεν εμφάνισαν διαβήτη. Οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν την μεγαλύτερη ποσότητα πρωτεϊνών την ημέρα (περίπου 111 γραμμάρια) είχαν 17% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν τη μικρότερη ποσότητα πρωτεϊνών την ημέρα (περίπου 72 γραμμάρια).

 

Όσον αφορά την πρόσληψη πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης (κόκκινο κρέας, πουλερικά, ψάρια, γαλακτοκομικά προϊόντα), οι συμμετέχοντες που κατανάλωναν περίπου 78 γραμμάρια την ημέρα είχαν 22% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν περίπου 36 γραμμάρια ζωικής πρωτεΐνης την ημέρα. Η πρόσληψη πρωτεϊνών φυτικής προέλευσης (όσπρια, δημητριακά, ξηροί καρποί) δε φάνηκε να σχετίζεται με την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη.
Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η αντικατάσταση των πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης με φυτικές πηγές πρωτεΐνης είναι εξαιρετικά σημαντική για την πρόληψη του σακχαρώδους διαβήτη.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Απριλίου του Diabetes Care.

 

Dietary Protein Intake and Incidence of Type 2 Diabetes in Europe: The EPIC-INTERACT Case-Cohort Study.

van Nielen M1, Feskens EJ, Mensink M, Sluijs I, Molina E, Amiano P, Ardanaz E, Balkau B, Beulens J, Boeing H, Clavel-Chapelon F, Fagherazzi G, Franks P, Halkjaer J, Huerta JM, Katzke V, Key T, Khaw KT, Krogh V, Kühn T, Menéndez V, Nilsson P, Overvad K, Palli D, Panico S, Rolandsson O, Romieu I, Sacerdote C, Sánchez MJ, Schulze M, Spijkerman A, Tjonneland A, Tumino R, van der A D, Würtz A, Zamora-Ros R, Langenberg C, Sharp S, Forouhi N, Riboli E, Wareham N; for the InterAct Consortium.

Diabetes Care. 2014 Apr 10. [Epub ahead of print]

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

 

 

Μπορεί η κατανάλωση κόκκινου κρασιού να μειώσει τα επίπεδα σακχάρου αίματος;

wineΗ ημερήσια κατανάλωση ρεσβερατρόλης μπορεί να μειώσει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και να βελτιώσει την ευαισθησία στην ινσουλίνη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, σύμφωνα με μια πρόσφατη μετα-ανάλυση 11 μελετών. Η ρεσβερατρόλη είναι ένα φυτικό συστατικό που περιέχεται σε μεγάλες ποσότητες στη φλούδα των σταφυλιών, ιδιαίτερα των κόκκινων, και επομένως στο κόκκινο κρασί.

Οι ερευνητές της μετα-ανάλυσης ανέλυσαν στοιχεία από 11 μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 388 άτομα. Η ρεσβερατρόλη φάνηκε να μειώνει σημαντικά τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας και της ινσουλίνης, καθώς και τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) και την αντίσταση στην ινσουλίνη, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Αντιθέτως, η ρεσβερατρόλη δε φάνηκε να έχει σημαντικές επιδράσεις στους μη διαβητικούς συμμετέχοντες.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η κατανάλωση ρεσβερατρόλης βελτιώνει σημαντικά τη ρύθμιση του σακχάρου αίματος σε ασθενείς με διαβήτη. Περισσότερες τυχαιοποιημένες μελέτες με διάρκεια μεγαλύτερη από 3 μήνες είναι αναγκαίες για να επιβεβαιωθούν περαιτέρω οι επιδράσεις της ρεσβερατρόλης στον έλεγχο της γλυκόζης αίματος και στην ευαισθησία στην ινσουλίνη.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Απριλίου του American Journal of Clinical Nutrition

 

Effect of resveratrol on glucose control and insulin sensitivity: a meta-analysis of 11 randomized controlled trials.

Liu K, Zhou R, Wang B, Mi MT.                            

Am J Clin Nutr. 2014 Apr 2;99(6):1510-1519.

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Η υιοθέτηση ενός υγιούς τρόπου ζωής μπορεί να μειώσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε ασθενείς με διαβήτη

363416Οι ασθενείς με πρόσφατη διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη που υιοθέτησαν έναν πιο υγιή τρόπο ζωής, με περισσότερη άσκηση και μικρότερη κατανάλωση αλκοόλ, υπέστησαν λιγότερο συχνά καρδιακή προσβολή, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή άλλα καρδιαγγειακά συμβάματα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Ερευνητές από το Ηνωμένο Βασίλειο διέγνωσαν για πρώτη φορά περισσότερα από 860 άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ηλικίας 40 έως 69 ετών. Τα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας, η διατροφή και η κατανάλωση αλκοόλ αξιολογήθηκαν με ειδικά ερωτηματολόγια στην αρχή και στο τέλος της μελέτης, που είχε διάρκεια περίπου 5 χρόνια. Οι συμμετέχοντες έλαβαν έναν βαθμό αλλαγής των συνηθειών τους με βάση το συνολικό αριθμό των υγιών αλλαγών συμπεριφοράς που έκαναν κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της μελέτης (άσκηση, υγιεινή διατροφή, μείωση ή διακοπή αλκοόλ, διακοπή καπνίσματος).

Το 6% των συμμετεχόντων είχαν ένα καρδιαγγειακό σύμβαμα μέσα στο διάστημα παρακολούθησης. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου ήταν αντιστρόφως ανάλογος με τον αριθμό των υγειών συνηθειών που υιοθετήθηκαν κατά το πρώτο έτος μετά τη διάγνωση του διαβήτη. Οι ασθενείς που υιοθέτησαν 3 ή 4 συνήθειες (περίπου το 30% των συμμετεχόντων) εμφάνισαν τα λιγότερα καρδιαγγειακά συμβάματα. Σε σύγκριση με τα άτομα που άλλαξαν 3 ή 4 συνήθειες, εκείνοι που δεν άλλαξαν καμία συνήθεια (6 % των συμμετεχόντων) είχαν 4 φορές περισσότερες πιθανότητες να υποστούν ένα καρδιαγγειακό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της μελέτης.

Το έτος μετά τη διάγνωση του διαβήτη είναι μια σημαντική περίοδος για την ενθάρρυνση της αλλαγής του τρόπου ζωής και την υιοθέτηση υγιών συμπεριφορών, όπως η μείωση ή η διακοπή του αλκοόλ και η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι οι αλλαγές αυτές φαίνεται να μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαρτίου του Diabetes Care.

Healthy Behavior Change and Cardiovascular Outcomes in Newly Diagnosed Type 2 Diabetes Patients: A Cohort Analysis of The ADDITION-Cambridge Study. 

Long GH1, Cooper AJ, Wareham NJ, Griffin SJ, Simmons RK.

Healthy Behavior Change and Cardiovascular Out… [Diabetes Care. 2014] – PubMed – NCBI 2014 Mar 21. [Epub ahead of print]

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

Η μη απώλεια των κιλών της εγκυμοσύνης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη

kilaΟι νέες μητέρες που δεν χάνουν τα κιλά της εγκυμοσύνης μέσα στο πρώτο χρόνο μετά τον τοκετό, βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη και καρδιαγγειακής νόσου, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Στη μελέτη συμμετείχαν περισσότερες από 300 γυναίκες, οι οποίες υποβλήθηκαν σε έλεγχο πριν την εγκυμοσύνη, 3 μήνες και 12 μήνες μετά τον τοκετό. Η πλειοψηφία των γυναικών (81%) είχαν μεγαλύτερο βάρος 3 μήνες μετά τον τοκετό σε σύγκριση με το βάρος τους πριν την εγκυμοσύνη. Περίπου τα τρία τέταρτα των γυναικών (75%) είχαν χαμηλότερο βάρος στους 12 μήνες μετά τον τοκετό σε σύγκριση με το βάρος τους 3 μήνες μετά τον τοκετό. Το ένα τέταρτο όμως των γυναικών πήρε βάρος στους 12 μήνες μετά τον τοκετό σε σύγκριση με το βάρος τους στους 3 μήνες μετά τον τοκετό και φάνηκε να έχει σημαντικές διαφορές στα επίπεδα αρτηριακής πίεσης, λιπιδίων αίματος και της αδιπονεκτίνης, μιας ορμόνης που εμπλέκεται στη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες γυναίκες.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα αποτελέσματα της μελέτης τονίζουν τη σημασία της απώλειας των κιλών της εγκυμοσύνης μέσα στο πρώτο έτος μετά τον τοκετό.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαρτίου του Diabetes Care.

 

Cardiometabolic Implications of Postpartum Weight Changes in the First Year After Delivery.

Kew S, Ye C, Hanley AJ, Connelly PW, Sermer M, Zinman B, Retnakaran R.

Cardiometabolic Implications of Postpartum Wei… [Diabetes Care. 2014] – PubMed – NCBI 2014 Mar 25. [Epub ahead of print]

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

Ο ανεπαρκής ή διαταραγμένος ύπνος σχετίζεται με την εμφάνιση μεταβολικών νοσημάτων

sleepΣύμφωνα με μια πρόσφατη ανασκόπηση μελετών που δημοσιεύτηκαν από το 1998 ως το 2013, ο ανεπαρκής ή και ο διαταραγμένος ύπνος μπορεί να σχετίζονται με μεταβολικά νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, η δυσλιπιδαιμία και η παχυσαρκία.

Οι πειραματικές μελέτες που συμπεριλήφθησαν στην ανασκόπηση δείχνουν ότι οι πιθανοί μηχανισμοί που συνδέουν τα προβλήματα του ύπνου με τα μεταβολικά νοσήματα αφορούν το μεταβολισμό του σακχάρου και τον έλεγχο της όρεξης και της πρόσληψης τροφής. Επιπλέον, οι μελέτες παρατήρησης δείχνουν μια συσχέτιση μεταξύ της μικρής διάρκειας του ύπνου, των διαταραχών του ύπνου και τον αποσυγχρονισμό του κιρκαδιανού ρυθμού με τα μεταβολικά νοσήματα, όπως την παχυσαρκία και το διαβήτη τύπου 2.

Αν και οι μακροχρόνιες παρεμβατικές μελέτες που αποδεικνύουν την σύνδεση αιτίου- αποτελέσματος εξακολουθούν να είναι σπάνιες, η αντιμετώπιση των διαταραχών του ύπνου φαίνεται να είναι ένας ελκυστικός στόχος για την πρόληψη και ίσως και τη θεραπεία των μεταβολικών νοσημάτων. Μελλοντικές μελέτες απαιτούνται για να δείξουν κατά πόσο οι παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη διάρκεια και την ποιότητα του ύπνου θα μπορούσαν να αποτρέψουν ή να αντιστρέψουν τις αρνητικές επιδράσεις στον μεταβολισμό. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι προς το παρόν οι γιατροί συνιστάται να παρακινούν τους ασθενείς τους να κοιμούνται επαρκώς τις κατάλληλες ώρες.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαρτίου του Lancet Diabetes & Endocrinology.

 

The metabolic burden of sleep loss.

Schmid SM, Hallschmid M, Schultes B.

Lancet Diabetes Endocrinol. Early Online Publication, 2014 Mar 25.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

Ο διαβήτης κύησης σχετίζεται με αυξημένο μελλοντικό καρδιαγγειακό κίνδυνο

kyisiΟι γυναίκες που εμφανίζουν διαβήτη κύησης μπορεί να έχουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο τα επόμενα χρόνια της ζωής τους, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία από περίπου 900 γυναίκες, ηλικίας 18 ως 30 ετών, χωρίς διαβήτη ή καρδιαγγειακή νόσο στην αρχή της μελέτης (1985-1986). Στο τέλος της περιόδου παρακολούθησης (2005-2006) μετρήθηκε το πάχος έχω-μέσου χιτώνα της καρωτίδας (intima-media thickness, IMT). Η αύξηση του IMT αντανακλά την πρώιμη αθηροσκλήρωση και προβλέπει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. 119 συμμετέχουσες εμφάνισαν διαβήτη κύησης κατά τη διάρκεια παρακολούθησης, ενώ ως το τέλος της μελέτης 121 γυναίκες συνολικά διεγνώσθησαν διαβήτη ή μεταβολικό σύνδρομο.

Το ΙΜΤ ήταν μεγαλύτερο στις γυναίκες που εμφάνισαν διαβήτη κύησης σε σύγκριση με εκείνες που δεν εμφάνισαν διαβήτη κύησης στο σύνολο των συμμετεχουσών. Το ΙΜΤ δε φάνηκε να σχετίζεται με το διαβήτη κύησης στην ομάδα των γυναικών που εμφάνισαν διαβήτη ή μεταβολικό σύνδρομο κατά τη διάρκεια της μελέτης. Στην ομάδα όμως των συμμετεχουσών που δεν εμφάνισαν διαβήτη ή μεταβολικό σύνδρομο κατά τη διάρκεια παρακολούθησης, οι γυναίκες με ιστορικό διαβήτη κύησης είχαν μεγαλύτερο ΙΜΤ σε σύγκριση με τις γυναίκες χωρίς ιστορικό διαβήτη κύησης, μετά από διόρθωση για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι ο διαβήτης κύησης μπορεί να σχετίζεται με πρώιμη αθηροσκλήρωση  πριν από την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη και μεταβολικών νοσημάτων, που είναι γνωστό ότι συνδέονται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαρτίου του Journal of American Heart Association.

History of Gestational Diabetes Mellitus and Future Risk of Atherosclerosis in Mid-life: The Coronary Artery Risk Development in Young Adults Study.

Gunderson EP, Chiang V, Pletcher MJ, Jacobs DR, Quesenberry CP, Sidney S, Lewis CE.

J Am Heart Assoc. 2014 Mar 12;3(2):e000490. doi: 10.1161/JAHA.113.000490.

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

 

Η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με διαβήτη

ÅÊÈÅÓÇ ÄÉÏÍÕÓÉÁ 2005.Η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ και ιδιαίτερα η κατανάλωση κρασιού, μπορεί να συνδέεται με μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών συμβαμάτων και με μείωση της θνησιμότητας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία από τους συμμετέχοντες της κλινικής μελέτης ADVANCE (Action in Diabetes and Vascular Disease: Preterax and Diamicron Modified-Release Controlled Evaluation). Ως καρδιαγγειακά συμβάματα ορίστηκαν ο καρδιαγγειακός θάνατος, το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ως μικροαγγειακές επιπλοκές ορίστηκαν η νέα διάγνωση ή επιδείνωση υπάρχουσας νεφροπάθειας ή αμφιβληστροειδοπάθειας. Κατά τη μέση διάρκεια παρακολούθησης των 5 ετών, περίπου 1.000 συμμετέχοντες (9% των συμμετεχόντων) απεβίωσαν, 1.100 ασθενείς (10% των συμμετεχόντων) εμφάνισαν καρδιαγγειακό σύμβαμα και περισσότεροι από 1.100 ασθενείς (10% των συμμετεχόντων) εμφάνισαν μικροαγγειακές επιπλοκές.

Οι συμμετέχοντες που ανέφεραν μέτρια κατανάλωση αλκοόλ εμφάνισαν λιγότερα καρδιαγγειακά συμβάματα, λιγότερες μικροαγγειακές επιπλοκές και μείωση θνησιμότητας από κάθε αιτία σε σύγκριση με εκείνους που δεν ανέφεραν κατανάλωση αλκοόλ. Μεγαλύτερα οφέλη παρατηρήθηκαν στους συμμετέχοντες που έπιναν ως επί το πλείστον κρασί. Αντιθέτως, οι συμμετέχοντες που ανέφεραν μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ είχαν δοσοεξαρτώμενη αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων και αύξηση της θνησιμότητας από κάθε αιτία σε σύγκριση με εκείνους που δεν ανέφεραν κατανάλωση αλκοόλ.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Φεβρουαρίου του Diabetes Care.

The Relationship Between Alcohol Consumption and Vascular Complications and Mortality in Individuals With Type 2 Diabetes Mellitus.

Blomster JI, Zoungas S, Chalmers J, Li Q, Chow CK, Woodward M, Mancia G, Poulter N, Williams B, Harrap S, Neal B, Patel A, Hillis GS.

Diabetes Care. 2014 Feb 27. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Διαβήτης και κίνδυνος αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου στις γυναίκες

femΟ κακός γλυκαιμικός έλεγχος σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου στις γυναίκες, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία από περισσότερους από 10.800 άνδρες και 19.000 γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης των συμμετεχόντων ήταν 6.7 έτη και μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα περίπου 3.000 άτομα υπέστησαν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη είχαν, ανάλογα με τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα τους, 19-42% περισσότερες πιθανότητες να υποστούν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο σε σύγκριση με τις γυναίκες χωρίς σακχαρώδη διαβήτη. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι ο κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου μεταξύ των γυναικών με διαβήτη ήταν πολύ υψηλότερος για εκείνες που ήταν μεγαλύτερες των 55 ετών σε σύγκριση με τις νεότερες γυναίκες. Στους άνδρες δε βρέθηκε παρόμοια συσχέτιση μεταξύ του διαβήτη και του κινδύνου εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου.

Οι συγγραφείς συνιστούν πιο επιθετικό έλεγχο των επιπέδων σακχάρου αίματος και των υπολοίπων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου στις γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη, ειδικά στις γυναίκες μεγαλύτερες των 55 ετών. Οι παρεμβάσεις αυτές είναι πιθανό να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε αυτή την ομάδα ασθενών με διαβήτη.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Φεβρουαρίου του Diabetologia.

Sex differences in the risk of stroke and HbA1c among diabetic patients.

Zhao W, Katzmarzyk PT, Horswell R, Wang Y, Johnson J, Hu G.

Diabetologia. 2014 Feb 28. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Η υπνική άπνοια μπορεί να σχετίζεται με πτωχή γλυκαιμική ρύθμιση

ypnosΗ υπνική άπνοια μπορεί να επιδεινώσει τον γλυκαιμικό έλεγχο σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 διαταράσσοντας ένα από τα στάδια του ύπνου, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Η υπνική άπνοια είναι μια διαταραχή στη λειτουργία της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου και χαρακτηρίζεται από επεισόδια αναπνευστικών παύσεων, που έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού του οξυγόνου στο αίμα των ασθενών. Είναι γνωστό ότι η υπνική άπνοια σχετίζεται με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, ενώ οι πιο σοβαρές περιπτώσεις υπνικής άπνοιας σχετίζονται με χειρότερο έλεγχο του σακχάρου αίματος σε ασθενείς με διαβήτη. Η βασική θεραπεία της υπνικής άπνοιας είναι η μάσκα συνεχούς θετικής πίεσης αεραγωγών CPAP (continuous positive airway pressure) κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Στη μελέτη συμμετείχαν 115 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, μέσης ηλικίας 55 ετών, οι οποίοι υπεβλήθησαν σε μελέτη ύπνου και υπολογίσθηκε ο δείκτης άπνοιας-υπόπνοιας (ΑΗΙ, apnea-hypopnea index). Τιμές δείκτη άπνοιας-υπόπνοιας 5-14 θεωρήθηκαν ενδεικτικές ήπιας βαρύτητας υπνικής άπνοιας, τιμές 15-29 μέτριας βαρύτητας και ≥30 σοβαρής υπνικής άπνοιας. Στην πολυπαραγοντική ανάλυση ο δείκτης άπνοιας-υπόπνοιας κατά τη διάρκεια του ύπνου REM (rapid eye movement), δηλαδή του σταδίου του ύπνου που χαρακτηρίζεται από γρήγορες κινήσεις των οφθαλμών και κυριαρχεί τις πρωινές ώρες του ύπνου, σχετίστηκε με αυξημένα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, δηλαδή χειρότερο γλυκαιμικό έλεγχο. Αντίθετα, ο δείκτης άπνοιας-υπόπνοιας κατά τη διάρκεια του ύπνου non-REM, που κυριαρχεί τις πρώτες ώρες του ύπνου, δε φάνηκε να σχετίζεται με τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη.

Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι πολλοί ασθενείς αφαιρούν τη μάσκα CPAP στη μέση της νύχτας μετά από 4 ώρες χορήγησης οξυγόνου, συνήθως επειδή αισθάνονται άβολα. Τα αποτελέσματα της μελέτης τονίζουν τη σημασία της τοποθέτησης της μάσκας CPAP για περισσότερες ώρες και βασικά κατά τη διάρκεια του ύπνου REM, μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδο για το μακροχρόνιο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Φεβρουαρίου του Diabetes Care.

Association of obstructive sleep apnea in rapid eye movement sleep with reduced glycemic control in type 2 diabetes: therapeutic implications.

Grimaldi D, Beccuti G, Touma C, Van Cauter E, Mokhlesi B.

Diabetes Care. 2014 Feb;37(2):355-63. doi: 10.2337/dc13-0933. Epub 2013 Oct 7.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

 

Θα μπορούσε η κατανάλωση γιαουρτιού με χαμηλά λιπαρά να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη;

giaoyrtiΣύμφωνα με πρόσφατη μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Cambridge στη Μεγάλη Βρετανία η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων χαμηλών λιπαρών που έχουν υποστεί ζύμωση, όπως το γιαούρτι, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη.

Οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα από περισσότερα από 4000 άτομα που παρακολουθήθηκαν για περίπου 11 έτη. Η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων χαμηλής ή υψηλής  περιεκτικότητας σε λιπαρά (<3.9% και ≥3.9% λιπαρά αντίστοιχα) υπολογίσθηκε με 7-ήμερο ημερολόγιο διατροφής. Η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων υψηλών λιπαρών δε βρέθηκε να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη. Αντιθέτως, η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων χαμηλών λιπαρών σχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη. Πιο συγκεκριμένα, η μεγαλύτερη κατανάλωση γιαουρτιού χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά σχετίστηκε με 28% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε σύγκριση με τη μικρότερη κατανάλωση γιαουρτιού.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι τα χαμηλής σε λιπαρά περιεκτικότητας γαλακτοκομικά προϊόντα, όπως το γιαούρτι, θα πρέπει να είναι μέρος μιας υγιεινής διατροφής, που μαζί με την άσκηση θα μπορούσαν να βοηθήσουν σημαντικά στην πρόληψη του σακχαρώδους διαβήτη.

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Φεβρουαρίου του Diabetologia.

Dietary dairy product intake and incident type 2 diabetes: a prospective study using dietary data from a 7-day food diary.

O’Connor LM, Lentjes MA, Luben RN, Khaw KT, Wareham NJ, Forouhi NG.

Diabetologia. 2014 Feb 8. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου