ΕΠΕΙΓΟΝ: 10 Απριλίου 2022, καταληκτική ημερομηνία υποβολής αιτήσεων και δικαιολογητικών για την απόκτηση τίτλου εξειδίκευσης στον Σακχαρώδη Διαβήτη

Αγαπητά μέλη της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας,

Σε συνέχεια της από 13.10.2021, ενημέρωσής σας, για την απόκτηση τίτλου εξειδίκευσης στον Σακχαρώδη Διαβήτη, σύμφωνα με το τελευταίο ΦΕΚ (Τεύχος Β’ Αρ. Φύλλου 4688/11.10.2021), που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Εταιρείας μας και σας απεστάλη με ηλεκτρονική αλληλογραφία, σας υπενθυμίζουμε ότι η 10 Απριλίου 2022 είναι η καταληκτική ημερομηνία για την υποβολή αιτήσεων – εγγράφων από τους ενδιαφερόμενους για την απόκτηση του τίτλου εξειδίκευσης στον Σακχαρώδη Διαβήτη.

Παραμένουμε πάντα στη διάθεσή σας για κάθε πρόσθετη πληροφορία-διευκρίνιση.

 

Με ιδιαίτερη εκτίμηση,

 

Για το ΔΣ της ΕΔΕ

Η Πρόεδρος
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας
Κ. Μακρυλάκης

 

Webinar ΕΔΕ “Εκπαίδευση – Προσέγγιση των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη” (Τετάρτη 2/3/2022, 20:00)

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Την Τετάρτη 2/3/2022, στις 20:00, πραγματοποιήθηκε το webinar της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας στο πλαίσιο των μετεκπαιδευτικών της μαθημάτων μέσω διαδικτύου.

Θέμα Webinar: “Εκπαίδευση – Προσέγγιση των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη”

Ομιλητές:

  • Μ. Μπενρουμπή, Παθολόγος – Διαβητολόγος, Επιστ. Συνεργάτις, «ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ» Αθηνών.
  • Δ. Ρούκας, Στρατιωτικός Ψυχίατρος, Γραμματέας Ελληνικής Εταιρείας Κλινικής Ψυχοφαρμακολογίας (ΕΛΕΨΥ).

Μπορείτε να το παρακολουθήσετε βιντεοσκοπημένο μέσω της διεύθυνσης: https://youtu.be/jM91m4R9NVQ

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

 

Η Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Ανακοίνωση Κινήτρων Επικουρικών Ιατρών (Κέντρο Υγείας Μήλου)

2Η ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ & ΑΙΓΑΙΟΥ, ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΜΗΛΟΥ – ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΚΙΝΗΤΡΩΝ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΝ ΙΑΤΡΩΝ

  1. Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Ν. ΑΙΓΑΙΟΥ με την 75/2019 (ΑΔΑ: ΨΜ9Χ7ΛΞ-ΒΥΖ) απόφασή της επιχορηγεί με 450ε μηνιαίως, για όλη την 3ετή του θητεία 1(έναν) Επικουρικό Ιατρό για το ΚΥ Μήλου.
  2. Ο ΔΗΜΟΣ ΜΗΛΟΥ επιχορηγεί με 400ε μηνιαίως τους Επικουρικούς Ιατρούς όλων των ειδικοτήτων, που θα επιλέξουν να εργαστούν στο Κέντρο Υγείας Μήλου. Οι ιατροί προσλαμβάνονται άμεσα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Το Κ.Υ. ενδιαφέρεται να προσλάβει:

  • 1(έναν) ιατρό ειδικότητας ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΗΣ
  • 1(έναν) ιατρό ειδικότητας ΠΝΕΥΜΟΝΟΛΟΓΙΑΣ
  • 1(έναν) ιατρό ειδικότητας ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ ή ΓΕΝ. ΙΑΤΡΙΚΗΣ ή ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΙΑΣ

Όποιοι ενδιαφέρονται αρκεί να καταθέσουν αίτηση εγγραφής (ή να τροποποιήσουν προϋπάρχουσα αίτησή τους) στον κατάλογο επικουρικών ιατρών της 2ης ΥΠΕ εκδηλώνοντας 1η προτίμηση για το Κ.Υ. Μήλου.

Να σημειωθεί ότι το Κ.Υ. Μήλου εδράζεται σε άγονη Α΄ περιοχή, οπότε η προϋπηρεσία σε αυτό προσμετράται διπλά σε κρίσεις για τις μόνιμες θέσεις Ιατρών ΕΣΥ.

Πληροφορίες:

  • Μακρής Κων/νος, Πρόεδρος Διοικ. Επιτροπής Κ.Υ. Μήλου, Τηλ. 6972 248790
  • Βαλλά Ευμορφία, Επιστ. Δ/τρια Κ.Υ. Μήλου, Τηλ. 6937 327966

Νηστεία και Διαβήτης

Του Χάρη Δημοσθενόπουλου, ΜMedSci., PhD, Κλινικού Διαιτολόγου-Προϊστάμενου Διαιτολογικού Τμήματος ΓΝΑ Λαϊκό, Μέλος ΔΣ ΕΔΕ-Board Member of DNSG

 

Όλο και περισσότερες μελέτες τα τελευταία χρόνια έρχονται να υποστηρίξουν τις ευεργετικές επιπτώσεις της παραδοσιακής νηστείας στην υγεία. Επιστημονικά δεδομένα και στοιχεία που αφορούν τη μείωση στα υψηλά επίπεδα χοληστερίνης ή στα τριγλυκερίδια, αλλά και πιο ουσιαστικές επιπτώσεις σε άλλους παράγοντες υγείας όπως μείωση συγκεκριμένων μορφών καρκίνου αποτελούν το καλύτερο επιχείρημα για να ακολουθήσει κάποιος τη νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατά τη Σαρακοστή.

Παλιότερα στοιχεία του Τμήματος Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής του Πανεπιστημίου Κρήτης όπως και πολύ πρόσφατα από μελέτες του Τμήματος Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού της Α’ Παθολογικής Κλινικής του ΑΠΘ έδειξαν ότι όσοι ακολουθούν τη νηστεία έχουν μειωμένη χοληστερόλη, υψηλότερα επίπεδα «καλών» αδιποκινών, όπως της αδιπονεκτίνης και της ιρισίνης, χαμηλότερο σωματικό βάρος και μικρότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου και καρδιαγγειακών επεισοδίων. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα άτομα ακολουθούν τη θρησκευτική νηστεία, ενώ τα ποσοστά αυτά βέβαια ανεβαίνουν όσο ανεβαίνουν και οι ηλικίες.

Από διατροφικής άποψης, η νηστεία αποτελεί μία σχεδόν φυτοφαγική διατροφή με ένα ημερήσιο διαιτολόγιο χαμηλό σε κατανάλωση κορεσμένων και trans λιπαρών οξέων και πλούσιο σε μονοακόρεστα λ.ο. (ελιές και λάδι ελιάς) αλλά και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα (θαλασσινά, ξηροί καρποί, σουσάμι και ταχίνι), ιδιαίτερα υψηλό σε φυτικές ίνες, αντιοξειδωτικά συστατικά και βιταμίνες. Την ίδια στιγμή βέβαια είναι μία διατροφή που είναι συνολικά πλούσια σε λιπαρά και αμυλούχα τρόφιμα-υδατάνθρακες και για το λόγο αυτό απαιτεί προσοχή για τα άτομα με διαταραγμένα επίπεδα γλυκόζης, ουρικού οξέος και λιπιδίων.

Η νηστεία προσφέρει πολλά οφέλη στην υγεία. Οι περισσότερες μελέτες αποδεικνύουν πως η παραδοσιακή, λιτή νηστεία, με τα ελάχιστα κορεσμένα λιπαρά, τα άφθονα φυτικής προελεύσεως τρόφιμα (φρούτα, λαχανικά, όσπρια, ξηρούς καρπούς), τα θαλασσινά, το ταχίνι και το ελαιόλαδο μπορεί να ελαττώσει με το πέρασμα των ημερών τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων, της ολικής και της «κακής» (ή LDL) χοληστερόλης. Ωστόσο, οι πάσχοντες από ορισμένα προβλήματα υγείας πρέπει να είναι προσεκτικοί, διότι ακόμα και ένα πολύ υγιεινό διαιτολόγιο μπορεί να κρύβει παγίδες.

Ειδικότερα, τα άτομα με διαβήτη θα πρέπει να προσέχουν το μέγεθος μερίδας στα λαδερά φαγητά, όπως τα φασολάκια, οι μπάμιες, το μπριάμ, οι αγκινάρες, οι μελιτζάνες, τα όσπρια και τα γεμιστά με ρύζι, διότι αποτελούν πλούσιες πηγές υδατανθράκων. Τα γεύματα αυτά πρέπει να καταναλώνονται χωρίς ή με μικρή ποσότητα από ψωμί ή φρυγανιές, να έχουν σχετικά λίγο λάδι (για λιγότερες θερμίδες) και να συνοδεύονται, αν αυτό είναι εφικτό, από σαλάτα με πράσινα, φυλλώδη λαχανικά για ακόμα υψηλότερη πρόσληψη φυτικών ινών (συμβάλλουν στην καλύτερη και βραδύτερη απορρόφηση των υδατανθράκων).

Επίσης, προσοχή απαιτείται σε τρόφιμα που καταναλώνονται κατά τη νηστεία και είναι πλούσια σε πουρίνες που αυξάνουν τα επίπεδα του ουρικού οξέος. Επομένως, τα άτομα με υπερουριχαιμία πρέπει να αποφεύγουν θαλασσινά και οστρακοειδή (λ.χ. μύδια, χτένια, αστακό, καβούρια, στρείδια), τρόφιμα και ροφήματα με μαγιά, δημητριακά ολικής άλεσης, αμύγδαλα, αλκοόλ και λαχανικά όπως ο αρακάς, τα φασόλια, το σπανάκι, οι φακές, τα μανιτάρια, η ντομάτα και το κουνουπίδι. Τέλος, η νηστεία λειτουργεί ιδιαίτερα ευεργετικά στη μείωση της «κακής» (LDL) χοληστερόλης και στην αύξηση της «καλής» (HDL) δεδομένου ότι υπάρχει κατανάλωση τροφίμων όπως οι ξηροί καρποί και το ταχίνι, το σουσάμι, τα χόρτα και τα λαχανικά, η βρώμη και τα φρούτα. Τα θαλασσινά, παρότι περιέχουν διαιτητική χοληστερόλη, όπως έχει αποδειχθεί δεν φαίνεται να αυξάνουν τα επίπεδά της στο αίμα, ειδικά αν δεν γίνεται υπερκατανάλωση.

Έτσι, κάνοντας κατάλληλους συνδυασμούς, με την αποφυγή υπερβολικών ποσοτήτων λαδιού και αμύλου, την αύξηση της φυσικής δραστηριότητας και την προσαρμογή της θεραπευτικής αγωγής (πιο εύκολο στα εντατικοποιημένα σχήματα ινσουλίνης και τις αντλίες) η διατροφή του διαβήτη μπορεί να συνδυαστεί με τη νηστεία, οδηγώντας ακόμα και σε μία καλύτερη ρύθμιση του.

Κάποια βασικά τρόφιμα της νηστείας που πρέπει να προσέξουμε είναι τα παρακάτω:

  • Θαλασσινά: αποτελούν βασική πηγή πρωτεϊνών υψηλής βιολογικής αξίας, είναι πολύτιμη πηγή ω-3 λιπαρών οξέων και χαμηλά σε κορεσμένο λίπος, αποδίδοντας περίπου 135Kcal περίπου στα 120g, χωρίς πρόσθετο λίπος.
  • Όσπρια: είναι τα πιο παραδοσιακά τρόφιμα της νηστείας, πλούσια σε θρεπτικά συστατικά και διαλυτές και αδιάλυτες φυτικές ίνες που αποδίδουν πρωτεΐνες χαμηλής βιολογικής αξίας. Περίπου 1 πιάτο φασόλια γίγαντες αποδίδει 250kcal. Ο συνδυασμός τους με άλλες πηγές φυτικής πρωτεΐνης π.χ. ρύζι, πλιγούρι ή κινόα οδηγεί στην πρόσληψη υψηλότερης βιολογικής αξίας πρωτεΐνη λόγω της συμπλήρωσης των αμινοξέων από τις δύο τροφές όπου η κάθε μία αποδίδει τα δικά της αμινοξέα.
  • Χαλβάς: τρόφιμο που προέρχεται από το σησάμι, πλούσιος σε ακόρεστα λιπαρά & σάκχαρα και πλούσιος σε βιταμίνη Ε, σίδηρο, ασβέστιο, φώσφορο, κάλιο, σελήνιο, μαγνήσιο και ψευδάργυρο, αλλά πολύ πλούσιος σε θερμίδες, αφού αποδίδει 500 θερμίδες/100g. Επίσης είναι πλούσιος σε σάκχαρα και για αυτό μία επιλογή χωρίς ζάχαρη π.χ. με στέβια θα ήταν ιδανικότερη επιλογή.
  • Ταραμάς: προέρχεται από τα αβγά του μπακαλιάρου, αποτελεί καλή πηγή βιταμινών Α και D, μαγνησίου, ψευδαργύρου, φωσφόρου και καλίου, αλλά επειδή είναι πλούσιος σε αλάτι απαιτεί προσοχή. Επίσης αποδείδει 120kcal ανά κουταλιά της σούπας και άρα παχαίνει.
  • Ελιές: πηγή του ποιοτικότερου λίπους και πηγή βιταμίνης Ε & Α και καροτενοειδών, καλίου, ασβεστίου, φωσφόρου, σιδήρου και μαγνησίου. 5 μικρές ή 3 μεγάλες αποδίδουν 45 θερμίδες και απαιτείται προσοχή στο αλάτι & στις θερμίδες.
  • Λαχανικά (μαγειρεμένα ή σαλάτας): Πηγές φυτικών ινών και βιταμινών και ιχνοστοιχείων, αν καταναλωθούν με λίγο λάδι είναι χαμηλά σε θερμίδες και αποτελούν πηγή φυτικών πρωτεϊνών.
  • Σόγια: υποκατάστατο εν μέρει του κρέατος, πηγή καλών λιπαρών οξέων & ω-3 και πρωτεΐνης υψηλής βιολογικής αξίας. Προσφέρει διαλυτές φυτικές ίνες και είναι πλούσια σε βιταμίνες και μέταλλα, με έντονη αντιοξειδωτική δράση. Τα τελευταία χρόνια βέβαια έχει αρχίσει να αντικαθίσταται από άλλες φυτικές πηγές πρωτεϊνών, όπως ο αρακάς, η κινόα και ο αμάρανθος, το τοφού και η διατροφική μαγιά και άλλες.

Διαβήτης και Υδατάνθρακες;

Του Χάρη Δημοσθενόπουλου, ΜMedSci., PhD, Κλινικού Διαιτολόγου-Προϊστάμενου Διαιτολογικού Τμήματος ΓΝΑ Λαϊκό, Μέλος ΔΣ ΕΔΕ-Board Member of DNSG

 

Στο διαιτολόγιο του κάθε ατόμου με διαβήτη η συνολική ποσότητα των υδατανθράκων είναι σημαντική για να επιτύχουμε την ικανοποιητική ρύθμιση του.

Πόσοι υδατάνθρακες πρέπει να περιλαμβάνονται στο διαιτολόγιο του ατόμου με διαβήτη;

Οι υδατάνθρακες πρέπει να καλύπτουν το βασικότερο μέρος της διατροφής μας, ακόμα και όταν έχουμε διαβήτη, δεδομένου ότι αποτελούν πηγές όχι μόνο ενέργειας αλλά και πολύτιμων άλλων θρεπτικών συστατικών. Τρόφιμα της καθημερινής μας διατροφής όπως ψωμί και αμυλούχα τρόφιμα (ρύζι και ζυμαρικά), πατάτες, φρούτα και χυμούς, λαχανικά και γαλακτοκομικά (γάλα και γιαούρτι), μέλι και μαρμελάδα αποτελούν φυσικές πηγές υδατανθράκων, που για πολλά χρόνια θεωρούνταν ως «επικίνδυνα» ή «απαγορευμένα» για τα άτομα με διαβήτη, και τα οποία πρέπει να υπάρχουν σε όλα τα γεύματα της ημέρας (πρωινό, δεκατιανό, γεύμα και δείπνο).

Οι περισσότερες επίσημες συστάσεις πρότειναν, για δεκαετίες, ότι η πρόσληψη των υδατανθράκων στη δίαιτα του διαβήτη πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 45-55% της συνολικής ενέργειας, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να ισχύει η άποψη ότι δεν υπάρχει μία ιδανική σύσταση-ποσοστό, αλλά ότι υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία για αυξομειώσεις αυτού του αρχικού ποσοστού. Υπάρχει ωστόσο μία σαφής τάση για μείωση τους στο διαιτολόγιο και για υιοθέτηση διαιτολογίων χαμηλότερων σε υδατάνθρακες.

Επίσης, οι οδηγίες κάνουν σαφές ότι πρέπει να προσέχουμε, πέρα από τη συνολική ποσότητά των υδατανθράκων, και την ποιότητά τους ώστε να υπάρχει και καλύτερη ρύθμιση αλλά και καλύτερη καρδιαγγειακή υγεία. Οι υδατάνθρακες πρέπει να προέρχονται κυρίως από διαιτητικές πηγές πλούσιες σε υδατάνθρακες «βραδείας αποδέσμευσης» (τρόφιμα που να διασπώνται αργά και να απελευθερώνουν με βραδύτερο ρυθμό τα σάκχαρά τους), όπως είναι τα όχι πολύ ώριμα και χυμώδη φρούτα, τα λαχανικά, τα όσπρια, τα δημητριακά ολικής αλέσεως, αλλά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα χαμηλών λιπαρών (1-2%), που αποτελούν όλα τρόφιμα που δεν «ανεβάζουν» πολύ τα μεταγευματικά επίπεδα της γλυκόζης αίματος.

Οι υδατάνθρακες στη δίαιτα του διαβήτη

Αυτό λοιπόν που είναι σημαντικό να κατανοήσουν και να μάθουν τα άτομα με διαβήτη σήμερα είναι ότι τα τρόφιμα που περιέχουν «σύνθετους» υδατάνθρακες και είναι πιο πλούσια σε φυτικές ίνες επιβάλλεται  να καταναλώνονται μέσα από το καθημερινό διαιτολόγιο, δεδομένου ότι ο αποκλεισμός τους στερεί από τον οργανισμό άλλα διατροφικά συστατικά (π.χ. βιταμίνες, ιχνοστοιχεία κ.ά.). Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι τα άτομα με ΣΔ τύπου 1 και 2 πρέπει να καταναλώνουν καθημερινά τρόφιμα πλούσια σε τέτοιας ποιότητας υδατάνθρακες και διαιτητικές ίνες, για να έχουν μία ακόμα καλύτερη ρύθμιση του ζαχάρου τους.

Επίσης, τα τρόφιμα που περιέχουν ζάχαρη ή άλλα απλά σάκχαρα μπορούν να αντικατασταθούν από τρόφιμα με ολιγοθερμιδικά υποκατάστατα (γλυκαντικά), όπως η στέβια ή η ασπαρτάμη, ώστε να έχουν τη γλυκιά γεύση χωρίς τύψεις και αρνητικές επιπτώσεις στις τιμές γλυκόζης αίματος. Δεν μιλούμε δηλαδή για απαγόρευση της κατανάλωσης ζάχαρης και άλλων απλών σακχάρων, αλλά σύσταση για αποφυγή της συχνής κατανάλωσης τους.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι το διαιτολόγιο για το διαβήτη είναι πλέον ένα πιο ελεύθερο και ποικίλο διαιτολόγιο όπου οι υδατάνθρακες  επιβάλλεται να καλύπτουν ένα σχετικά μέτριο έως καλό ποσοστό  του συνόλου της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης.

 

Πηγή: American Diabetes Association Professional Practice Committee; 5. Facilitating Behavior Change and Well-being to Improve Health Outcomes: Standards of Medical Care in Diabetes—2022. Diabetes Care 1 January 2022; 45 (Supplement_1): S60–S82.

Oρθόδοξη νηστεία: Επιδράσεις στη μεταβολική υγεία

Θεοχάρης Ι. Κουφάκης, Παθολόγος με εξειδίκευση στον Σακχαρώδη Διαβήτη, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Ακαδημαϊκός Υπότροφος, Τμήμα Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού – Διαβητολογικό Κέντρο, Α’ Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ

 

Η Ορθόδοξη νηστεία (ΟΝ) αποτελεί παραλλαγή της κλασικής Μεσογειακής διατροφής, της οποίας τα οφέλη στην ανθρώπινη υγεία είναι καλά τεκμηριωμένα από μεγάλο όγκο ερευνητικών δεδομένων. Σύμφωνα με τις επιταγές της Ορθόδοξης εκκλησίας, οι πιστοί θα πρέπει να νηστεύουν για συνολικά 180-200 ημέρες κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, μία διαδικασία που στοχεύει στον εξαγνισμό σώματος και ψυχής.

Κύριες περίοδοι νηστείας αποτελούν η Σαρακοστή (48 ημέρες πριν το Πάσχα), η νηστεία των Χριστουγέννων (40 ημέρες) και ο Δεκαπενταύγουστος (15 ημέρες), μεμονωμένες θρησκευτικές εορτές, καθώς και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Κατά τη διάρκεια των περιόδων νηστείας απαγορεύεται η κατανάλωση κρέατος, γαλακτοκομικών και αυγών. Ωστόσο, επιτρέπεται η βρώση ψαριών, θαλασσινών, κρασιού και ελαιόλαδου, με εξαίρεση συγκεκριμένες ημέρες.

Η ΟΝ σχετίζεται με μείωση της προσλαμβανόμενης ενέργειας (κατά 180-208 θερμίδες/ημέρα συγκριτικά με τις μη νηστίσιμες περιόδους). Επίσης, παρατηρείται σημαντικός περιορισμός της κατανάλωσης λίπους, ειδικά του κορεσμένου (> 50%) και των trans λιπαρών οξέων (> 75%). Αντίθετα, αυξάνεται η πρόσληψη των «καλών» μονοακόρεστων λιπαρών οξέων, των οποίων η κατανάλωση σχετίζεται με μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Επίσης, κατά τη διάρκεια της ΟΝ αυξάνεται η κατανάλωση φυτικών ινών, υδατανθράκων, φυλλικού οξέος και μαγνησίου, ενώ παρατηρείται σημαντικός περιορισμός της πρόσληψης ασβεστίου και των βιταμινών D και B12. Αναφορικά με την κατανάλωση πρωτεϊνών, τα διαθέσιμα δεδομένα είναι αντιφατικά, με άλλες μελέτες να δείχνουν αύξηση και άλλες μείωση της πρόσληψης κατά τις περιόδους ΟΝ σε σύγκριση με τις μη νηστίσιμες ημέρες.

Η ΟΝ, σαν μη κρεατοφαγική δίαιτα, φαίνεται να έχει ξεκάθαρα θετική επίδραση στα επίπεδα των λιπιδίων του ορού. Συγκεκριμένα, κατά τις περιόδους νηστείας έχει παρατηρηθεί μείωση της ολικής και LDL (κακής) χοληστερόλης κατά 12.5 και 15.9%, αντίστοιχα. Από την άλλη μεριά, φαίνεται πως η μείωση συμπαρασύρει και την HDL (καλή) χοληστερόλη, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές αν αυτό το γεγονός επηρεάζει δυσμενώς την καρδιαγγειακή υγεία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως οι διαθέσιμες μελέτες δείχνουν ότι μετά τη διακοπή της νηστείας, τα επίπεδα των λιπιδίων του ορού επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα.

Σε ότι αφορά τη γλυκόζη νηστείας, κάποιες μελέτες έχουν καταδείξει μία τάση προς μία μη στατιστικώς σημαντική μείωση των επιπέδων της κατά περίπου 3 mg/dl μετά τη νηστεία. Μία άλλη μελέτη ανέδειξε σημαντική διαφορά της γλυκόζης πριν και μετά την περίοδο νηστείας των Χριστουγέννων ανάμεσα σε νήστες (-3.6 mg/dl) και μη νήστες (+4.4 mg/dl). Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν αρνητική επίδραση της ΟΝ στα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης, καθώς η συστολική αρτηριακή πίεση φαίνεται να αυξάνει κατά περίπου 8 mm Hg κατά τη διάρκεια αυτής. Εξήγηση για αυτήν την παρατήρηση θα μπορούσαν να αποτελέσουν η προσθήκη μεγαλύτερης ποσότητας αλατιού κατά τη νηστεία, προς χάριν της γεύσης, αλλά και η μειωμένη διατροφική πρόσληψη του ασβεστίου, δεδομένου ότι το τελευταίο έχει ευνοϊκή επίδραση στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Αναφορικά με το σωματικό βάρος φαίνεται ότι κατά τη διάρκεια της νηστείας υπάρχει μία μείωση κατά περίπου 2%, ενώ άλλες μελέτες είναι ενδεικτικές μείωσης του Δείκτη Μάζας Σώματος κατά 0.4 kg/m2.

Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση ότι η ΟΝ οδηγεί σε ανάπτυξη αναιμίας λόγω μη βρώσης κρέατος, τα διαθέσιμα δεδομένα είναι καθησυχαστικά. Οι νήστες βρέθηκαν να έχουν ικανοποιητικά επίπεδα σιδήρου και των σχετικών αιματολογικών παραμέτρων, παρά τον περιορισμό της κατανάλωσης κρέατος, προφανώς λόγω της αυξημένης πρόσληψης μη ζωικών πηγών σιδήρου, όπως τα όσπρια. Κάποιο ρόλο ίσως παίζει και η επαρκής πρόσληψη της βιταμίνης C λόγω άφθονης κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών κατά τις περιόδους νηστείας, η οποία ως γνωστόν διευκολύνει την απορρόφηση του σιδήρου.

Ένας ειδικός υπότυπος της ΟΝ, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και πιθανώς επιδράσεις, είναι η Αθωνική νηστεία, όπως αυτή επιτελείται από τους μοναχούς του Αγίου Όρους. Το συγκεκριμένο είδος της ΟΝ χαρακτηρίζεται από την καθολική αποχή από το κρέας (ακόμη και κατά τις μη νηστίσιμες περιόδους) και την ενσωμάτωση στοιχείων διαλειμματικής νηστείας, καθώς οι μοναχοί απέχουν της τροφής από τη δύση μέχρι την αυγή του ηλίου εξαιτίας των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Συγκριτικά με την κλασική ΟΝ, η Αθωνική δίαιτα χαρακτηρίζεται από μειωμένη πρόσληψη θερμίδων, κάτι που αντικατοπτρίζεται στο καλό ανθρωπομετρικό (μειωμένο σωματικό λίπος) και λιπιδαιμικό προφίλ των μοναχών του Αγίου Όρους. Επίσης, πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η Αθωνική διατροφή σχετίζεται με αύξηση δύο «καλών» αδιποκινών, της αδιπονεκτίνης και της ιρισίνης, των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζουν αντίστροφη συσχέτιση με τον κίνδυνο ανάπτυξης Σακχαρώδη Διαβήτη και καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Κάποιες δυνητικά αρνητικές επιπτώσεις της νηστείας, κυρίως σε ό,τι αφορά στη μειωμένη πρόσληψη ασβεστίου και των βιταμινών D και B12 (λόγω αποχής από τα γαλακτοκομικά και το κρέας), χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης στο μέλλον.

Συμπερασματικά, η ΟΝ φαίνεται να έχει αρκετές θετικές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία, αλλά και κάποιες που χρήζουν περαιτέρω αξιολόγησης. Θα πρέπει ωστόσο να γίνει σαφές, ότι όλες οι μέχρι σήμερα μελέτες έχουν διεξαχθεί σε υγιείς πληθυσμούς και δεν υπάρχει κανένα διαθέσιμο δεδομένο για την επίδραση της τελευταίας σε «ειδικές» κατηγορίες πληθυσμού, όπως εγκυμονούσες, παιδιά, άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη, γυναίκες με οστεοπόρωση, κ.τ.λ. Ειδικά για τα άτομα με διαβήτη, η αύξηση της κατανάλωσης υδατανθράκων κατά τις περιόδους νηστείας απαιτεί προσοχή. Καλό θα είναι να προτιμώνται τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες και με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη. Σε άτομα που κάνουν χρήση ινσουλίνης (εντατικοποιημένα σχήματα ή αντλίες) ,θα πρέπει η ποσότητα, το είδος και η ώρα λήψης των υδατανθράκων να συντονίζονται με τη δόση και τον χρόνο δράσης του σκευάσματος ινσουλίνης που χρησιμοποιείται. Τέλος, είναι σκόπιμο οι ασθενείς να συμβουλεύονται τον γιατρό τους πριν ξεκινήσουν περιόδους νηστείας και ειδικά όταν αυτές πρόκειται να είναι παρατεταμένες.

 

Βιβλιογραφία

  1. Koufakis T, Karras SN, Antonopoulou V, Angeloudi E, Zebekakis P, Kotsa K. Effects of Orthodox religious fasting on human health: a systematic review. Eur J Nutr. 2017;56:2439-55.
  2. Karras SN, Koufakis T, Petróczi A, Folkerts D, Kypraiou M, Mulrooney H, et al. Christian Orthodox fasting in practice: a comparative evaluation between Greek Orthodox general population fasters and Athonian monks. Nutrition. 2018;59:69-76.
  3. Koufakis T, Karras SN, Zebekakis P, Kotsa K. Orthodox Religious Fasting as a Medical Nutrition Therapy for Dyslipidemia: Where do we stand and how far can we go? Eur J Clin Nutr. 2018;72:474-9.
  4. Karras SN,Koufakis T, Adamidou L, Polyzos SA, Karalazou P, Thisiadou K, et al. Similar late effects of a 7-week orthodox religious fasting and a time restricted eating pattern on anthropometric and metabolic profiles of overweight adults. Int J Food Sci Nutr. 2021;72:248-58.
  5. Karras SN, Koufakis T, Adamidou L, Dimakopoulos G, Karalazou P, Thisiadou K, et al. Effects of Christian Orthodox Fasting Versus Time-Restricted Eating on Plasma Irisin Concentrations Among Overweight Metabolically Healthy Individuals. Nutrients. 2021;13:1071.

 

 

Η χρήση της εμπαγλιφλοζίνης στην καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης ως επιπρόσθετη αγωγή στις προϋπάρχουσες θεραπείες και θεραπευτικούς συνδυασμούς: Post-hoc ανάλυση της μελέτης EMPEROR-Reduced

Verma S, Dhingra NK, Butler J, et al. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022;10(1):35-45.

 

Είναι πάντα σημαντικό να αξιολογούμε εάν μια νέα θεραπευτική αγωγή για την καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης (HFrEF) προφέρει επιπρόσθετο όφελος στις ήδη λαμβανόμενες θεραπείες. Στόχος της μελέτης αυτής ήταν να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με HFrEF ως επιπρόσθετη αγωγή στις ήδη λαμβανόμενες θεραπείες σε συγκεκριμένες δόσεις και συνδυασμούς.

Για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε μια post-hoc ανάλυση της μελέτης EMPEROR-Reduced, μιας τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλής μελέτης που έλαβε χώρα σε 520 κέντρα σε Ασία, Αυστραλία, Ευρώπη, Βόρεια και Νότια Αμερική. Ασθενείς με ταξινόμηση New York Heart Association (NYHA) σταδίου II–IV με κλάσμα εξώθησης 40% ή λιγότερο τυχαιοποιήθηκαν (1:1) είτε σε εμπαγλιφλοζίνη 10 mg ημερησίως είτε σε εικονικό φάρμακο. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν ο καρδιαγγειακός θάνατος και η νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ το δευτερογενές ήταν ο συνολικός αριθμός προσελεύσεων στο νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας. Εξετάστηκε επίσης ως σύνθετο καταληκτικό σημείο ο αριθμός των συμβαμάτων HFrEF, τόσο ενδονοσοκομειακών όσο και εξωνοσοκομειακών. Οι εκβάσεις αναλύθηκαν με βάση την προηγούμενη χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEis), ανταγωνιστών του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs) ή αναστολέων της αγγειοτενσίνης/νεπριλυσίνης (ARNIs), β-αναστολέων και ανταγωνιστών του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών (MRAs) , σε δόσεις μικρότερες ή μεγαλύτερες από το 50% της δόσης-στόχου και σε διάφορους συνδυασμούς.

Συμπεριλήφθηκαν 3730 ασθενείς με μέση ηλικία τα 66.8 έτη (SD 11.0), 893 (23.9%) γυναίκες, 1863 (49.9%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης, 1867 (50.1%)  στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.in the placebo group), μεταξύ της 6 Μαρτίου του 2017 Και τις 28 Μαΐου του 2020. Η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης μείωσε τον κίνδυνο για το πρωτογενές καταληκτικό σημείο (361/1863 ασθενείς στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και 462/1867 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, HR 0.75 [95% CI: 0.65–0.86]), ανεξάρτητα από την προϋπάρχουσα αγωγή ή τις δόσεις-στόχους της για τους ACEis ή τους ARBs σε δόσεις κάτω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.85 [0.69–1.06]) καθώς και σε δόσεις πάνω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.67 [0.52–0.88], pinteraction=0.18). Παρόμοιο αποτέλεσμα παρατηρήθηκε και για τους β-αναστολείς σε δόσεις κάτω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.66 [0.54–0.80]) και σε δόσεις πάνω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.81 [0.66–1.00], pinteraction=0.15). Η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε επίσης τον κίνδυνο του πρωτογενούς καταληκτικού σημείου ανεξάρτητα από την προηγούμενη τριπλή αγωγή με ACEi, ARB, ή ARNI + β-αναστολέα + MRA (υπό τριπλό συνδυασμό: HR 0.73 [0.61–0.88], άνευ τριπλού συνδυασμού: HR 0.76 [0.62–0.94], pinteraction=0.77). Παρόμοια οφέλη παρατηρήθηκαν και για το δευτερογενές και το σύνθετο καταληκτικό σημείο. Η ανοχή στη χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης ήταν καλή, με την επίπτωση της υπότασης, της της συμπτωματικής υπότασης και της υπερκαλιαιμίας να είναι παρόμοια σε όλες τις υπο-ομάδες.

Συμπερασματικά, η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε τις σοβαρές, σχετιζόμενες με καρδιακή ανεπάρκεια, εκβάσεις, ανεξάρτητα από δόσεις και συνδυασμούς θεραπευτικών παραγόντων για τη θεραπεία της HFrEF. Στην κλινική πράξη, αυτό σημαίνει ότι η εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να θεωρηθεί βασική θεραπεία στους ασθενείς με HFrEF ανεξάρτητα της ήδη λαμβανόμενης αγωγής τους.

Μελέτη της χρήσης αντλίας κλειστού κυκλώματος σε πολύ νεαρά παιδιά με διαβήτη τύπου 1

Ware J, Allen JM, Boughton CK, et al. N Engl J Med. 2022;386(3):209-219.

Τα πιθανά πλεονεκτήματα της χρήσης αντλίας ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος («τεχνητό πάγκρεας») σε σύγκριση με την αντλία ινσουλίνης ενισχυμένης με αισθητήρα (SAP) δεν είναι ακόμα ξεκάθαρα.

Σε αυτή την πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη, εντάχθηκαν παιδιά ηλικίας 1-7 ετών με διαβήτη τύπου 1 τα οποία ελάμβαναν ήδη θεραπεία με αντλία ινσουλίνης σε επτά κέντρα στην Αυστρία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι συμμετέχοντες έλαβαν θεραπεία σε δύο περιόδους των 16 εβδομάδων κατά τυχαία σειρά, όπου έγινε σύγκριση του συστήματος κλειστού κυκλώματος (ομάδα παρέμβασης) με το SAP (ομάδα ελέγχου). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η διαφορά στο ποσοστό του χρόνου εντός του στόχου των 70-180 mg/dl κατά τη διάρκεια καθεμίας εκ των δύο περιόδων. Σημαντικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν το ποσοστό χρόνου > 180 mg/dl, το επίπεδο της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, τα μέσα επίπεδα γλυκόζης, και το ποσοστό του χρόνου < 70 mg/dl. Παράλληλα αξιολογήθηκε και το προφίλ ασφάλειας των δύο θεραπειών.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 74 ασθενείς, με μέση ηλικία τα 5.6±1.6 έτη και μέση γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη 7.3±0.7%. Το ποσοστό του χρόνου εντός στόχου ήταν 8.7%  (95% CI: 7.4-9.9) υψηλότερο κατά την περίοδο χρήσης του συστήματος κλειστού κυκλώματος σε σχέση με την περίοδο με τη χρήση SAP (P<0.001). Η μέση διαφορά στο χρόνο πάνω από το στόχο ήταν -8.5% (95% CI: −9.9 to −7.1), η διαφορά στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ήταν −0.4% (95% CI: −0.5 to −0.3), και η διαφορά στη μέση τιμή γλυκόζης ήταν −12.3 mg/dl (95% CI: −14.8 to −9.8) (P<0.001). Ο χρόνος σε υπογλυκαιμία δε διέφερε μεταξύ των δύο θεραπειών (P=0.74). Ο διάμεσος χρόνος στο σύστημα κλειστού κυκλώματος ήταν 95% (ενδοτεταρτημοριακό εύρος: 92-97%) κατά τη διάρκεια των 16 εβδομάδων θεραπείας. Μόνο ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας αναφέρθηκε κατά την περίοδο του κλειστού κυκλώματος, το οποίο μάλιστα δε θεωρήθηκε πως είχε σχέση με το σύστημα καθαυτό.

Συμπερασματικά, η αντλία ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος φαίνεται πως βελτιώνει σημαντικά τον γλυκαιμικό έλεγχο σε πολύ νεαρά παιδιά με διαβήτη τύπου 1.

Η επίδραση της φινερενόνης στα καρδιαγγειακά συμβάματα σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και διαβήτη τύπου 2

Pitt B, Filippatos G, Agarwal R, et al. N Engl J Med. 2021;385(24):2252-2263.

 

Η φινερενόνη, ένας εκλεκτικός, μη στεροειδικός ανταγωνιστής του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών, έχει γνωστά καρδιονεφρικά οφέλη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) σταδίου 3 ή 4 με σοβαρή αλβουμινουρία και διαβήτη τύπου 2. Τα αποτελέσματα της χρήσης της όμως σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και μεγαλύτερο εύρος ΧΝΝ δεν είναι ξεκάθαρα.

Σε αυτή τη διπλά τυφλή μελέτη, ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν φινερενόνη είτε εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς κρίθηκαν κατάλληλοι να συμμετάσχουν εφόσον είχαν λόγο αλβουμίνης-προς-κρεατινίνης μιας ούρησης (UACR) μεταξύ 30-300 mg/g  και εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) μεταξύ 25-90 ml/min/m2 (ΧΝΝ σταδίου 2-4) ή UACR μεταξύ 300-5000 mg/g και eGFR τουλάχιστον 60 ml/min/m2 (ΧΝΝ σταδίου 1 ή 2). Οι ασθενείς ελάμβαναν θεραπεία με αναστολείς του άξονα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης η οποία πριν την τυχαιοποίηση είχε προσαρμοστεί στη μέγιστη δόση η οποία δεν προκαλούσε ανεπιθύμητες ενέργειες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, σε ανάλυση χρόνου-μέχρι -το-σύμβαμα, ήταν ο θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια, το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, το μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ή η νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια. Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η νεφρική ανεπάρκεια, η μείωση του eGFR σε σύγκριση με την έναρξη τουλάχιστον κατά 40%, ή ο θάνατος από νεφρικά αίτια. Η ασφάλεια αξιολογήθηκε μέσω αναφοράς των ανεπιθύμητων ενεργειών από τους ερευνητές.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 7437 ασθενείς. Μετά από διάμεση παρακολούθηση 3.4 ετών, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε σε 458 από τους 3686 ασθενείς (12.4%) στην ομάδα της φινερενόνης και σε 519 από τους 3666 (14.2%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR: 0.87, 95% CI: 0.76-0.98, P=0.03), με το όφελος να οφείλεται κυρίως στη μείωση της νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια (HR: 0.71, 95% CI: 0.56-0.90). Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε σε 350 ασθενείς (9.5%) στην ομάδα της φινερενόνης και σε 395 (10.8%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR: 0.87, 95% CI: 0.76-1.01). Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών δε διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων. Η επίπτωση της διακοπής του φαρμάκου λόγω υπερκαλιαιμίας ήταν μεγαλύτερη με τη φινερενόνη (1.2%) σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (0.4%).

Συμπερασματικά, σε ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ σταδίου 2-4 με μέτρια αλβουμινουρία ή σταδίου 1-2 με σοβαρή αλβουμινουρία, η φινερενόνη βελτιώνει σε στατιστικά σημαντικό βαθμό τις καρδιαγγειακές, αλλά όχι και τις νεφρικές, εκβάσεις συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

 

Εκπαιδεύοντας σε Ομάδες Άτομα με Σακχαρώδη  Διαβήτη

Μαζιώτη Χριστίνα, Επισκέπτρια Υγείας, MSc “Θεραπευτική Εκπαίδευση στο Σακχαρώδη Διαβήτη’’, Διαβητολογικό Κέντρο ΓΝΠ «Τζάνειο»

 

Ο  σακχαρώδης διαβήτης είναι μία χρόνια νόσος που δημιουργεί την αίσθηση της μόνιμης απώλειας της προηγούμενης κατάστασης της υγείας.

Στο ‘’παραδοσιακό’’ μοντέλο φροντίδας, οι επαγγελματίες υγείας είναι οι ‘’ειδικοί’’ που αναγνωρίζουν τα προβλήματα του ασθενή, καθορίζουν το πλάνο φροντίδας και  είναι υπεύθυνοι για το κλινικό αποτέλεσμα. Ο ασθενής είναι υπεύθυνος μόνο για τη συμμόρφωση με τις οδηγίες που του δίνουν οι επαγγελματίες υγείας.

Αντίθετα, σύμφωνα με τις σύγχρονες ανθρωποκεντρικές θεωρήσεις της υγείας και της ασθένειας, ο πάσχων τοποθετείται στο επίκεντρο της φροντίδας και την καθορίζει σε σημαντικό βαθμό. Η αυτοδιαχείριση είναι ιδιαίτερα σημαντική, τα ίδια τα άτομα είναι υπεύθυνα για τη λήψη αποφάσεων που αφορά στην επίλυση καθημερινών προβλημάτων που σχετίζονται με τη φροντίδα τους.

Η νόσος δεν είναι θεραπεύσιμη, αλλά ελέγχεται, έχει σιωπηλή πορεία και σχετίζεται με τον τρόπο ζωής.

Η θεραπεία είναι σημαντική για την επιβίωση, χρειάζεται όμως εκπαίδευση για την εφαρμογή της.

Η εκπαίδευση στην αυτοδιαχείριση είναι μια συνεργατική και δια δραστική διαδικασία που εμπλέκει το άτομο που πάσχει από διαβήτη, την οικογένειά του και τον επαγγελματία υγείας, με σκοπό την τροποποίηση της συμπεριφοράς υγείας και την καλύτερη διαχείριση της νόσου. Η προαγωγή της αυτοδιαχείρισης επιτυγχάνεται μέσω της υλοποίησης οργανωμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης .

Η Θεραπευτική Εκπαίδευση δίνει τη δυνατότητα στα άτομα με διαβήτη να αποκτήσουν και να διατηρήσουν επιδεξιότητες που θα τους επιτρέπουν την ευνοϊκότερη διαχείριση της ζωής και της νόσου τους. Περιλαμβάνει την ενημέρωση, συνειδητοποίηση, µάθηση σε θέματα αυτοφροντίδας και ψυχοκοινωνική υποστήριξη σε σχέση µε τη νόσο και την προτεινόμενη θεραπεία.

Στοχεύει να βοηθήσει τα ίδια και την οικογένειά τους να καταλάβουν την ασθένεια και τη θεραπεία της, να συνεργάζονται με τους θεραπευτές τους και να διατηρήσουν ή να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους.

Η εκπαίδευση στην αυτοδιαχείριση του διαβήτη πρέπει να είναι ανθρωποκεντρική, με σεβασμό, συνέπεια προς τις προτιμήσεις, ανάγκες και αξίες του ατόμου και να βοηθά στην καθοδήγηση των κλινικών αποφάσεων.

Το άτομο με διαβήτη:

  • Πρέπει να αποδεχθεί τη σχετική απώλεια της «ακεραιότητάς» του
  • Να γνωρίζει πως να αντιδρά στα οξέα επεισόδια
  • Να τροποποιήσει την προσωπική του ζωή
  • Να ξεπεράσει τις αναστολές του και να εκφράσει ελεύθερα τις προκαταλήψεις του
  • Να εκφράσει ελεύθερα την εμπειρία του από την αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη
  • Να εκμυστηρευτεί τους φόβους, αλλά και τις ελπίδες του.

Για να επιτευχθούν αυτά πρέπει να αλλάξει τη συμπεριφορά του σε καθημερινή βάση σε διάφορους τομείς: να βελτιώσει τη διατροφή του, να μειώσει το κάπνισμα, να αυξήσει την άσκηση, να μάθει να διαχειρίζονται τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης. Συμπεριφορές που ξέρει ότι πρέπει να τις αλλάξει αλλά δεν είναι εύκολο γιατί πολλές από αυτές  είναι μια συνήθεια χρόνων που του αποδίδει απόλαυση.

Ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να στοχεύει στη θεραπευτική εκπαίδευση. Εκπαίδευση δεν είναι απλή μεταφορά γνώσεων ούτε απομνημόνευση πληροφοριών ούτε σχέση δασκάλου – μαθητή.

Εκπαίδευση  σημαίνει  Κινητοποίηση για:

  • Την κατανόηση της χρονιότητας της νόσου και της σπουδαιότητας της ενεργούς συμμετοχής του διαβητικού ατόμου στη θεραπεία του
  • Την ανάπτυξη νέων πρακτικών που θα συμβάλλουν στην αλλαγή της συμπεριφοράς και στη βελτίωση της μεταβολικής του ρύθμισης.

Τεχνικές παρέμβασης. Η εκπαίδευση μπορεί να γίνεται είτε σε:

  • Ατομικές συνεδρίες: όπου το άτομο μπορεί να εκφράσει πιο εύκολα ερωτήσεις και τις φοβίες του σχετικά με τη νόσο
  • Ομαδικές συνεδρίες: όπου τα άτομα αναπτύσσουν σχέσεις ομάδας ανταλλάσοντας γνώσεις και εμπειρίες. Είναι ιδιαίτερα αποδοτική για τα άτομα που παρουσιάζουν δυσκολίες μάθησης ή και αποδοχής της νόσου.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δε μπορούν να μετατρέψουν τη νέα συμπεριφορά σε μια συνήθη πρακτική δίχως μια καθοδήγηση για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Χρειάζεται να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία της μάθησης με το να συνδέουν νέες πληροφορίες σε ότι είναι ήδη γνωστό. Η πρότερη γνώση είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο “χτίζεται” η γνώση του μέλλοντος.

Κάθε μία πρακτική έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της και η ομάδα των εκπαιδευτών αποφασίζει κατά περίπτωση ποιο μοντέλο θα εφαρμοστεί.

Ποιόν εκπαιδεύουμε;

  • Το διαβητικό άτομο
  • Την οικογένεια ή τους φίλους οι οποίοι είναι χρήσιμοι συνεργάτες και όχι παθητικοί θεατές.

Προϋποθέσεις για το σχεδιασμό της ομάδας:

  • Οι ατομικές ανάγκες του ατόμου
  • Η αντιμετώπιση του στρες
  • Η ικανότητα μάθησης
  • Η ψυχολογική υποστήριξη
  • Η ηλικία

Σκοπός των ομάδων εκπαίδευσης είναι:

  • Να οδηγήσουμε μικρές ομάδες 3 -10 ατόμων με διαβήτη σε ανοιχτή και ουσιαστική συζήτηση σχετικά με την κατάστασή τους
  • Να μάθουν μέσα από τη γνώση και τις εμπειρίες άλλων ατόμων που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.

Πως μαθαίνει το άτομο με διαβήτη;

Ξεκινώντας:

  • Από αυτό που είναι: από τα ατομικά πιστεύω, τις αξίες και τις πεποιθήσεις του
  • Από αυτά που ήδη ξέρει: τι γνωρίζει για τη νόσο;
  • Από τις αντιλήψεις του: τις στάσεις που έχει σε θέματα υγείας

Τα άτομα με διαβήτη δεν μαθαίνουν με τον ίδιο τρόπο, ούτε με τον ίδιο ρυθμό. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ενθαρρύνει κανείς τα άτομα να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους προκειμένου να επιτύχουν έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής, επειδή ο τρόπος ζωής εξαρτάται από τα ατομικά πιστεύω και τις αξίες.

    Μπορούμε να εκπαιδεύσουμε και τους δύο τύπους διαβήτη στην ίδια ομάδα;

Οι ομάδες που εκπαιδεύουμε θα πρέπει να είναι ομοιογενείς γιατί:

    

Η ομαδική εκπαίδευση βοηθά το άτομο με διαβήτη:

  • Να αποκτήσει αυτονομία
  • Να έχει ενεργή συμμετοχή στη διαδικασία εκπαίδευσης
  • Να έχει ενεργή συμμετοχή στο σχεδιασμό της εκπαίδευσης
  • Να αντλεί ενδυνάμωση
  • Να καθορίζει την εκπαίδευσή του ανάλογα με τις ανάγκες του

Η συνομιλία με κάποιον που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με κάποιον άλλον στην ομάδα έχει τρομερή δύναμη.

Οι ομάδες σχεδιάζονται ώστε να είναι διασκεδαστικές, διαδραστικές, συμμετοχικές και να έχουν τελικό στόχο τη μάθηση και την τροποποίηση της συμπεριφοράς των διαβητικών ατόμων.

Η θεραπευτική εκπαίδευση αποτελεί  μια συνεχή διαδικασία που θα επιφέρει σε βάθος χρόνου το επιθυμητό αποτέλεσμα της παρέμβασης. Οι μακροχρόνιες αλλαγές δεν συμβαίνουν από τη μια μέρα στην άλλη. Η  προσπάθεια αλλαγής του τρόπου ζωής των διαβητικών ατόμων αποτελεί συλλογικό έργο της εκπαιδευτικής ομάδας.

Θεωρείται απαραίτητη η επαφή και η συνεργασία μεταξύ των μελών της ομάδας καθώς και η συνεχιζόμενη εκπαίδευση τόσο των ατόμων με διαβήτη όσο και της διεπιστημονικής ομάδας.

Η κατάλληλη προσέγγιση του ατόμου με διαβήτη, της οικογένειάς και η χρήση των επικοινωνιακών δεξιοτήτων των μελών της διεπιστημονικής ομάδας, μπορούν να οδηγήσουν σε πιο αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση, προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες οργανικές και συναισθηματικές ανάγκες του ατόμου και των προτεραιοτήτων που εκείνο θέτει στη ζωή του.