Η ασπαρτάμη στο μικροσκόπιο του ΠΟΥ

Συντάκτης: Χάρης Δημοσθενόπουλος, SRD. MΜedSci. PhD, Κλινικός Διαιτολόγος-Προϊστάμενος Διαιτολογικού Τμήματος ΓΝΑ “Λαϊκό”, Μέλος ΔΣ Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας & Αντιπρόεδρος ΕΜΠΑΚΑΝ, Board Member of DNSG.

 

Το τελευταίο διάστημα ανακοινώθηκαν δύο αξιολογήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την ασπαρτάμη που ακολούθως δημοσιεύθηκαν από τη Μικτή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων FAO/ΠΟΥ για τα Πρόσθετα Τροφίμων (JECFA=Joint FAO/WHO Expert Committee on Food Additives (JECFA) και τη Διεθνή Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC= International Agency for Research on Cancer) του ΠΟΥ.

Τα ευρήματα της JECFA υποστηρίζουν την τρέχουσα ημερήσια ασφαλή και αποδεκτή ημερήσια κατανάλωση (ADI) των 40 mg/kg/ημέρα και επιβεβαιώνουν εκ νέου την ασφάλεια της ασπαρτάμης.

Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δεδομένα που αξιολογήθηκαν δεν είναι επαρκή για να αλλάξει η προηγουμένως καθορισμένη αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη (ADI) των 0-40 mg/kg σωματικού βάρους για την ασπαρτάμη. Το ADI είναι ένα μέτρο της ποσότητας ενός πρόσθετου τροφίμων – ασπαρτάμης σε αυτήν την περίπτωση – το οποίο είναι αποδεκτό να καταναλώνεται σε καθημερινή βάση, κατά τη διάρκεια της ζωής, χωρίς αξιόλογο κίνδυνο για την υγεία.

Η ασπαρτάμη είναι ίσως το πιο διεξοδικά μελετημένο συστατικό στον κόσμο, όσο αφορά τα τεχνητά γλυκαντικά. Ως μέρος της συνολικής αξιολόγησής της, επιβεβαιώνοντας εκ νέου την ασφάλεια της ασπαρτάμης, η JECFA εξέτασε τα συμπεράσματα της Διεθνούς Υπηρεσίας Έρευνας για τον Καρκίνο και δεν διαπίστωσε ανησυχία για την ανθρώπινη υγεία. Επισημαίνεται ότι το IARC δεν είναι οργανισμός ασφάλειας τροφίμων και η ταξινόμησή του 2Β (πιθανώς καρκινογόνος για τον άνθρωπο) δεν λαμβάνει υπόψη τα επίπεδα πρόσληψης ούτε τον πραγματικό κίνδυνο, καθιστώντας την ανασκόπηση της IARC πολύ λιγότερο ολοκληρωμένη από τις ενδελεχείς ανασκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν από φορείς ασφάλειας τροφίμων όπως η JECFA και δυνητικά παραπλανητική για τους καταναλωτές.

Η Διεθνής Ένωση Γλυκαντικών (ISA) επικροτεί την επιβεβαίωση της ασφάλειας της ασπαρτάμης από τον ΠΟΥ από τον κορυφαίο επιστημονικό φορέα που είναι υπεύθυνος για την αξιολόγηση της ασφάλειας των προσθέτων τροφίμων, την Joint FAO/WHO Expert Committee on Food Additives (JECFA). Αυτά τα συμπεράσματα συνάδουν με τα ευρήματα περισσότερων από 90 παγκόσμιων οργανισμών για την ασφάλεια των τροφίμων που έχουν επιβεβαιώσει την ασφάλεια της ασπαρτάμης, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), που έχει εξετάσει την ασπαρτάμη δύο φορές και της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA).

Η ISA ανακοίνωσε, μετά την ανακοίνωση του ΠΟΥ στις 14.7.2023, ότι: «Η JECFA επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά την ασφάλεια της ασπαρτάμης μετά από μια διεξοδική, περιεκτική και επιστημονικά αυστηρή ανασκόπηση». Επισήμανε επίσης αυτό που αφορά όλους τους καταναλωτές, με ή χωρίς σακχαρώδη διαβήτη, ότι η ασπαρτάμη, όπως όλα τα υποθερμιδικά γλυκαντικά, όταν χρησιμοποιείται ως μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής, παρέχει στους καταναλωτές την επιλογή να μειώσουν την πρόσληψη ζάχαρης, έναν κρίσιμο στόχο για τη δημόσια υγεία».

Συνοψίζοντας, αυτό είναι και το γενικότερο μήνυμα του ΠΟΥ, ότι δηλαδή τα υποθερμιδικά γλυκαντικά είναι δόκιμο να καταναλώνονται αλλά χωρίς καταχρήσεις ή υπερβολές και κυρίως η διατροφή να στηρίζεται σε φυσικά τρόφιμα και λιγότερο σε τυποποιημένα ή επεξεργασμένα τρόφιμα.

Ειδικά, για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες δίνουν μια μεγαλύτερη ποικιλία και περισσότερες επιλογές αρκεί να είναι σαφές ότι τρόφιμο ή ρόφημα «χωρίς ζάχαρη» (με στέβια ή ασπαρτάμη ή άλλη γλυκαντική ουσία) δεν είναι αυτόματα και μία υγιεινή ή ασφαλής επιλογή και κυρίως δεν είναι πάντα μια επιλογή χωρίς υδατάνθρακες.

Plant-Based Διατροφή και Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2

Ντοά Ευαγγελία1, Παπαμιχάλη Ισιδώρα1, Σημαντηράκη Μαρία1

1Τμήμα Διατροφής, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) αποτελεί μία παγκόσμια επιδημία, η οποία κατά κύριο λόγο οφείλεται στα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας. Ο επιπολασμός του διαβήτη έχει ανέλθει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες λόγω αλλαγών στην διατροφική συμπεριφορά των ανθρώπων. Συγκεκριμένα, η μειωμένη κατανάλωση λαχανικών, φρούτων και οσπρίων, σε συνδυασμό με την αυξημένη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, προϊόντων ζωικής προέλευσης και ζαχαρούχων ποτών, φαίνεται να αποτελούν τα βασικότερα αίτια της ραγδαίας αύξησης των περιστατικών ΣΔτ2 διεθνώς.

Την τελευταία δεκαετία, οι «plant-based» δίαιτες έχουν συσχετιστεί με πολλαπλά οφέλη για την υγεία, όπως είναι η βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης, της δυσλιπιδαιμίας, της υπέρτασης και της παχυσαρκίας. Αυτά οφείλονται στην υψηλή πρόσληψη φρούτων και λαχανικών, διαιτητικών ινών, αντιοξειδωτικών και φυτοχημικών, στην χαμηλή κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών και στην υψηλή πρόσληψη φυτικής πρωτεΐνης.

Όσον αφορά την πρόληψη και αντιμετώπιση του ΣΔτ2, η φυτική διατροφή έχει συσχετιστεί με χαμηλότερο επιπολασμό ΣΔτ2, σε σύγκριση με μη χορτοφαγικές δίαιτες, κυρίως λόγω της αποτελεσματικής διαχείρισης του σωματικού βάρους καθώς χαρακτηρίζεται από μειωμένη θερμιδική πυκνότητα και πρόσληψη χοληστερόλης. Σε μια μελέτη του Χάρβαρντ με περισσότερους από 200.000 συμμετέχοντες, 16.162 άτομα ανέπτυξαν διαβήτη κατά την διάρκεια της παρακολούθησης. Αναφέρθηκε ότι όταν οι συμμετέχοντες υιοθέτησαν ένα φυτικό διατροφικό πρόγραμμα, με βάση τα δημητριακά ολικής άλεσης, τα φρούτα και τα λαχανικά, χαμηλό σε επεξεργασμένα δημητριακά, ζαχαρούχα ποτά και κρέας, ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη μειώθηκε κατά 34%.

Επιπρόσθετα, σε μια πρόσφατη μετα-ανάλυση φάνηκε ότι ο κίνδυνος για ΣΔτ2 μειώθηκε έως και 81% έπειτα από υψηλή κατανάλωση φυτικών τροφίμων και ταυτόχρονη αποφυγή τροφίμων ζωικής προέλευσης και επεξεργασμένων τροφίμων. Η κατανάλωση κρέατος αποδεδειγμένα αυξάνει τον κίνδυνο διαβήτη. Σε μία άλλη έρευνα παρατηρήθηκε ότι η κατανάλωση ζωικής πρωτεϊνης οδήγησε σε υψηλότερη επίπτωση του ΣΔτ2. Οι ερευνητές διαπίστωσαν, επίσης, ότι η αντικατάσταση του 5% της ενεργειακής πρόσληψης με φυτικές πρωτεΐνες σχετίζεται με  μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔτ2 κατά 23%.

Στοιχεία από μελέτες παρατήρησης και μελέτες παρέμβασης αναδεικνύουν τα οφέλη της φυτικής διατροφής και στην αντιμετώπιση των βασικών μακροαγγειακών και μικροαγγειακών επιπλοκών του ΣΔτ2. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, αύξηση της κατανάλωσης φυτικών πρωτεΐνών συσχετίζεται με μείωση του κινδύνου για θνησιμότητα. Ακόμη, η plant-based διατροφή έχει ευεργετική επίδραση στην νευροπάθεια σε διαβητικά άτομα. Η επίδραση μιας φυτικής διατροφής στη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια δεν έχει μελετηθεί ακόμα διεξοδικά.

Ωστόσο, φαίνεται να είναι αποτελεσματική στον έλεγχο των παραγόντων κινδύνου εμφάνισης αμφιβληστροειδοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της γλυκαιμίας, της αρτηριακής πίεσης και των λιπιδίων.

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα είναι μία από τις κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως σε ασθενείς με ΣΔτ2. Μελέτες έχουν δείξει ότι μια χορτοφαγική δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά μπορεί να μειώσει δραστικά την ολική χοληστερόλη και την LDL χοληστερόλη μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων. Από μελέτη που διεξήχθη, το 89% των προσκολλημένων ασθενών σε μια δίαιτα με βάση φυτά (χωρίς κρέας, πουλερικά, ψάρια κτλ), το ποσοστό καρδιαγγειακών συμβάντων ήταν ασυνήθιστα χαμηλό: 0,6% έναντι του 62% μεταξύ της ομάδας των μη συμμορφούμενων ασθενών.

Συμπερασματικά, ο ΣΔτ2 αποτελεί μία παγκόσμια επιδημία και ο επιπολασμός του έχει ανέλθει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες εξαιτίας των διαφόρων αλλαγών στην διατροφική συμπεριφορά των ανθρώπων. Τα τελευταία χρόνια, ένας πολλά υποσχόμενος τρόπος διατροφικής διαχείρισης και αντιμετώπισης του ΣΔτ2 είναι η plant-based διατροφή. Αυτή έχει συσχετιστεί με μειωμένα ποσοστά παχυσαρκίας, υπέρτασης, υπεριλιπιδαιμίας, καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου. Τέλος, δεδομένα υποστηρίζουν ότι η φυτική διατροφή συμβάλλει στη βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης και στην μείωση των βασικών μακροαγγειακών και μικροαγγειακών επιπλοκών του ΣΔτ2. Συνεπώς, από τα παραπάνω γίνεται κατανοητή η σημαντική επίδραση της φυτικής διατροφής στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του ΣΔτ2 και των συννοσηροτήτων του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adeva-Andany MM, González-Lucán M, Fernández-Fernández C, Carneiro-Freire N, Seco-Filgueira M, Pedre-Piñeiro AM. Effect of diet composition on insulin sensitivity in humans. Clin Nutr ESPEN. 2019 Oct;33:29-38. doi: 10.1016/j.clnesp.2019.05.014. Epub 2019 Jun 6. PMID: 31451269.

Ivanova S, Delattre C, Karcheva-Bahchevanska D, Benbasat N, Nalbantova V, Ivanov K. Plant-Based Diet as a Strategy for Weight Control. Foods. 2021 Dec 8;10(12):3052. doi: 10.3390/foods10123052. PMID: 34945602; PMCID: PMC8701327.

Jardine MA, Kahleova H, Levin SM, Ali Z, Trapp CB, Barnard ND. Perspective: Plant-Based Eating Pattern for Type 2 Diabetes Prevention and Treatment: Efficacy, Mechanisms, and Practical Considerations. Adv Nutr. 2021 Dec 1;12(6):2045-2055. doi: 10.1093/advances/nmab063. PMID: 34113961; PMCID: PMC8634508.

Kahleova, H., Hill, M., & Pelikánova, T. (2014). Vegetarian vs. conventional diabetic diet – A 1-year follow-up. Cor et Vasa, 56(2), e140–e144. doi:10.1016/j.crvasa.2013.12.004

Kashyap, A., Mackay, A., Carter, B., Fyfe, C. L., Johnstone, A. M., & Myint, P. K. (2022). Investigating the Effectiveness of Very Low-Calorie Diets and Low-Fat Vegan Diets on Weight and Glycemic Markers in Type 2 Diabetes Mellitus: A Systematic Review and Meta-Analysis. Nutrients14(22), 4870. https://doi.org/10.3390/nu14224870

Lee Y, Park K. Adherence to a Vegetarian Diet and Diabetes Risk: A Systematic Review and Meta-Analysis of Observational Studies. Nutrients. 2017; 9(6):603. https://doi.org/10.3390/nu9060603

McMacken M, Shah S. A plant-based diet for the prevention and treatment of type 2 diabetes. J Geriatr Cardiol. 2017 May;14(5):342-354. doi: 10.11909/j.issn.1671-5411.2017.05.009. PMID: 28630614; PMCID: PMC5466941.

Olfert MD, Wattick RA. Vegetarian Diets and the Risk of Diabetes. Curr Diab Rep. 2018 Sep 18;18(11):101. doi: 10.1007/s11892-018-1070-9. PMID: 30229314; PMCID: PMC6153574.

Qian, F., Liu, G., Hu, F. B., Bhupathiraju, S. N., & Sun, Q. (2019). Association Between Plant-Based Dietary Patterns and Risk of Type 2 Diabetes: A Systematic Review and Meta-analysis. JAMA internal medicine179(10), 1335–1344. https://doi.org/10.1001/jamainternmed.2019.2195

Eπίπτωση, σοβαρότητα και εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στους νέους κατά τη διάρκεια του πρώτου και δεύτερου έτους της πανδημίας Covid-19

Sabitha Sasidharan Pillai et al. Diabetes Care 2023;46:953–958

 

ΣΚΟΠΟΣ

Η περιγραφή της επίδρασης της πανδημίας Covid-19 στην επίπτωση και εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στα παιδιά.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

Αναδρομική ανασκόπηση του ιατρικού μητρώου των νέων με νεοεμφανιζόμενο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 για σύγκριση της περιόδου πριν την πανδημία (1 Ιανουαρίου 2017-29 Φεβρουαρίου 2020) με το πρώτο (1 Μαρτίου 2020-31 Δεκεμβρίου 2020) και δεύτερο έτος (1 Iανουαρίου 2021-31 Δεκεμβρίου 2021) της πανδημίας.

AΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η ετήσια επίπτωση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 σχεδόν τριπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενώ παρατηρήθηκε 61% αύξηση το δεύτερο έναντι του πρώτου έτους μετά την πανδημία. Ο ΔΜΣ αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας (129% στο 95ο εκατοστημόριο έναντι 141%, p = 0,02). Kατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της πανδημίας, οι ασθενείς ήταν νεότεροι (12,9 έτη έναντι 14,8, p<0,001) και διαπιστώθηκε υψηλότερη επίπτωση διαβητικής κετοξέωσης και/ή υπεργλυκαιμικού υπερωσμωτικού συνδρόμου (20% έναντι 3,5%, P = 0, 02), συγκριτικά με την περίοδο πριν την πανδημία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να γνωρίζουν την αύξηση της επίπτωσης του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στις νεαρές ηλικίες, προκειμένου να γίνει έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

 

 

Η τιρζεπατίδη μειώνει την όρεξη, την πρόσληψη ενέργειας και τη λιπώδη μάζα σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Tim Heise et al. Diabetes Care 2023;46:998–1004

 

ΣΚΟΠΟΣ

H εκτίμηση της επίδρασης της τιρζεπατίδης στη σωματική σύνθεση και την πρόσληψη ενέργειας προκειμένου να διαπιστωθούν πιθανοί μιχανισμοί, μέσω των οποίων η τιρζεπατίδη οδηγεί στην απώλεια βάρους.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

Σε μία δευτερεύουσα ανάλυση μίας τυχαιοποιημένης, διπλά-τυφλής, παράλληλων ομάδων μελέτης, εκτιμήθηκε η επίδραση της τιρζεπατίδης σε δόση 15 mg (Ν=45), της σεμαγλουτίδης σε δόση 1 mg (Ν=44) και του εικονικού φαρμάκου (Ν=28) στο σωματικό βάρος και τη σύνθεση, την πρόσληψη ενέργειας και την όρεξη, στο baseline και την εβδομάδα 28.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

H τιρζεπατίδη οδήγησε σε στατιστικά σημαντική μείωση του σωματικού βάρους συγκριτικά με τη σεμαγλουτίδη και το εικονικό φάρμακο, οδηγώντας σε μεγαλύτερη μείωση της λιπώδους μάζας. Η τιρζεπατίδη και η σεμαγλουτίδη οδήγησαν σε στατιστικά σημαντική μείωση της όρεξης έναντι του εικονικού φαρμάκου. Δεν υπήρχε διαφορά στη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης μεταξύ της τιρζεπατίδης και της σεμαγλουτίδης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η μεγαλύτερη απώλεια βάρους, που παρατηρήθηκε με την τιρζεπατίδη δε φαίνεται να οφείλεται σε διαφορά στη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης κατά τη διάρκεια ενός προαιρετικού γεύματος. Απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, προκειμένου να εκτιμηθούν μηχανιστικές διαφορές σχετικές με την επίδραση της τιρζεπατίδης στην 24ωρη πρόσληψη ενέργειας, τη χρήση υποστρωμάτων και την ενεργειακή δαπάνη.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Η εβδομαδιαία βασική ινσουλίνη Fc οδήγησε σε παρόμοιο γλυκαιμικό έλεγχο και συγκρίσιμο προφίλ ασφάλειας με την ινσουλίνη Degludec σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1

Christof  M. Kazda et al. Diabetes Care 2023;46:1052–1059

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η βασική ινσουλίνη Fc ((BIF; insulin efsitora alfa; LY3209590) είναι μία πρωτεῒνη σύντηξης, που συνδυάζει ένα νέο ανάλογο ινσουλίνης με μονή αλυσίδα και το τμήμα Fc της ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης IgG και έχει σχεδιαστεί για εβδομαδιαία χορήγηση. Στη συγκεκριμένη μελέτη φάσης 2 εκτιμήθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ινσουλίνης BIF έναντι της ινσουλίνης Degludec σε 265 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1), που αντιμετωπίζονταν με σχήμα πολλαπλών ενέσεων.

 

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ

Πρόκειται για μία τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων, ανοιχτή μελέτη, στην οποία τυχαιοποιηθήκαν ασθενείς με ΣΔ1 έτσι ώστε να λάβουν είτε ινσουλίνη ΒΙF μία φορά την εβδομάδα, είτε ινσουλίνη Degludec 1 φορά ημερησίως για 26 εβδομάδες. Και στις δύο ομάδες γινόταν τιτλοποίηση της βασικής ινσουλίνης με στόχο γλυκόζη νηστείας 80-100 mg/dL. To πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από το baseline έως την 26η εβδομάδα (περιθώριο μη-κατωτερότητας 0,4%). Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν το ποσοστό του χρόνου εντός εύρους στόχου (TIR) (70-180 mg/dL), τα επίπεδα της γλυκόζης νηστείας από το σύστημα συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης (ΣΚΓ) και η συχνότητα των υπογλυκαιμιών.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Διαπιστώθηκε η μη-κατωτερότητα της ινσουλίνης BIF έναντι της ινσουλίνης Degludec, όσον αφορά τη μεταβολή της HbA1c από το baseline με στατιστικά σημαντική διαφορά της θεραπείας 0,17%, υπέρ της ινσουλίνης Degludec (90% CI 0,01, 0,32; p = 0,07). O χρόνος εντός εύρους στόχου (TIR) ήταν παρόμοιος μεταξύ των ασθενών, που έλαβαν την ινσουλίνη BIF (56,1%) και αυτών, που έλαβαν την ινσουλίνη Degludec (58,9%, p=0,112) την 26η εβδομάδα. Οι τιμές της γλυκόζης νηστείας ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερες στους ασθενείς, που έλαβαν την ινσουλίνη BIF (158,8 mg/dL) έναντι αυτών, που έλαβαν την ινσουλίνη Degludec (143,2 mg/dL; P = 0,003). Δε διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στη συχνότητα των υπογλυκαιμιών επιπέδου 1 (p = 0,960) και 2 (p = 0,517) από το σύστημα ΣΚΓ μεταξύ των δύο ομάδων, κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η εμφάνιση σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων της ινσουλίνης BIF και της ινσουλίνης Degludec.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Διαπιστώθηκε η μη-κατωτερότητα της εβδομαδιαίας βασικής ινσουλίνης BIF έναντι της ημερήσιας βασικής ινσουλίνης Degludec, όσον αφορά τον γλυκαιμικό έλεγχο (διαφορά στη θεραπεία 0,17% υπέρ της ινσουλίνης Degludec). Δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων στις υπογλυκαιμίες ή σε άλλα ευρήματα ασφάλειας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

 

Επιμέλεια: Eλευθερία Παπαχριστοφόρου

 

Webinar ΕΔΕ: “Υπέρταση και ΣΔ”, (Τετάρτη 19/7/2023, 20:00)

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ: “Υπέρταση και ΣΔ”

Συντονιστής:

  • Γ. Στεργίου, Καθηγητής Παθολογίας – Υπέρτασης, Κέντρο Υπέρτασης STRIDE-7, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ιατρική Σχολή, Γ’ Παθολογική Κλινική, Αθήνα.

Ομιλητής:

  • Α. Ράπτης, Παθολόγος, Καθηγητής Παθολογίας-Σακχαρώδη Διαβήτη, Β ́ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική Μονάδα Έρευνας και Διαβητολογικό Κέντρο, του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστημιακό ΓΝ «ΑΤΤΙΚΟΝ».

Σύνδεσμος βιντεοσκοπημένου webinar: https://youtu.be/1Ii98Q9eEnM

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

Η Πρόεδρος
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας
Κ. Μακρυλάκης

Ψηφιακή εφαρμογή: EDEapp Guidelines 2023

 

Στo πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των υπηρεσιών της ΕΔΕ, το Διοικητικό Συμβούλιο έχει υλοποιήσει την ψηφιακή μετατροπή των Ελληνικών Κατευθυντήριων Οδηγιών για τον Σακχαρώδη Διαβήτη 2023 σε εφαρμογή για κινητά τηλέφωνα.

Η ψηφιακή εφαρμογή EDEapp Guidelines 2023, έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να αποτελέσει ένα εύχρηστο εκπαιδευτικό εργαλείο σε όλους τους ενδιαφερόμενους χρήστες και είναι διαθέσιμη για εγκατάσταση από τον Μάρτιο 2023 σε συσκευές με λειτουργικό σύστημα Android (κάνοντας κλικ στο εικονίδιο Google play).

Σας γνωρίζουμε ότι πλέον η εφαρμογή είναι διαθέσιμη για εγκατάσταση και σε συσκευές με λειτουργικό σύστημα IOS (iphone/iPad/Mac, κάνοντας κλικ στο εικονίδιο App Store).

Το Διοικητικό Συμβούλιο ευχαριστεί ιδιαίτερα την Εταιρεία Boehringer Ingelheim για την ουσιαστική υποστήριξή της στην πρωτοβουλία μας αυτή, χωρίς την ευγενική συμβολή της οποίας δεν θα ήταν εφικτή η υλοποίηση αυτής της δράσης.

Αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης λοιμώξεων σε άτομα με Προδιαβήτη και Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 διαφορετικών φυλετικών ομάδων: Μία αντιστοιχισμένη μελέτη κοόρτης

Ian M. Carey et al. Evaluating Ethnic Variations in the Risk of Infections in People With Prediabetes and Type 2 Diabetes: A Matched Cohort Study. Diabetes Care 2023;46(6):1209-1217.

 https://doi.org/10.2337/dc22-2394

 

Τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης λοιμώξεων. Παραταύτα παραμένει αρχικά άγνωστο το κατά πόσο ο κίνδυνος αυτός ποικίλει ανάμεσα σε άτομα με ΣΔΤ2  διαφορετικών φυλετικών ομάδων και κατά δεύτερον αν ο κίνδυνος αυτός είναι παρόμοιος στα άτομα με Προδιαβήτη.

Στη μελέτη αυτή χρησιμοποιήθηκε η Αγγλική ηλεκτρονική βάση δεδομένων Clinical Practice Research Datalink  και περιέλαβε όλους τους ασθενείς ηλικίας 18-90 ετών εν ζωή την 01/01/2015 που φαίνονταν ενεργά εγγεγραμμένοι για ένα τουλάχιστον έτος σε μονάδες πρωτοβάθμιας υγείας. Ο πληθυσμός που πληρούσε τα παραπάνω κριτήρια ήταν 8.722.348 από 1447 μονάδες πρωτοβάθμιας υγείας και κατατάχθηκε σε τέσσερις ομάδες με βάση τη φυλετική προέλευση ( Ασιατική φυλή, Μαύρη φυλή, Μιγάδες, Λευκή φυλή, άγνωστης φυλετικής ομάδας) Στη μελέτη εντάχθηκαν 527.151 άτομα με ΣΔΤ2 και 273.216 άτομα με Προδιαβήτη. Για κάθε εθελοντή γίνονταν αντιστοίχιση ως προς την ηλικία, το φύλο και την φυλετική ομάδα με δύο άτομα χωρίς ιστορικό ΣΔΤ2 ή Προδιαβήτη. Έγινε καταγραφή ιστορικού λοιμώξεων για το χρονικό διάστημα 2015-2019 με βάση τη συνταγογράφιση αντιβιωτικών, αντιμυκητιασικών και αντιικών φαρμάκων ή νοσηλείας σε νοσοκομεία. Επίσης καταγράφηκε το ιστορικό καπνίσματος, ο Δείκτης Μάζας Σώματος  (ΒΜΙ) και η παρουσία 12 χρόνιων συννοσηροτήτων: Κολπική Μαρμαρυγή, Κακοήθεια, Χρόνια Νεφρική Νόσος, Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, Στεφανιαία Νόσος, Άνοια, Επιληψία, Καρδιακή Ανεπάρκεια, Υπέρταση, Περφερική Αγγειακή Νόσος, Σοβαρή Ψυχική Νόσος κι Εγκεφαλικό.

Το 70% των εθελοντών ήταν Λευκοί και το 10% Ασιάτες. Τον μεγαλύτερο επιπολασμό όσον αφορά τον ΣΔΤ2 (11.1%) και τον Προδιαβήτη (5.5%) εμφάνιζαν οι Ασιάτες με εντυπωσιακή διαφορά στις νεότερες ηλικίες σε σύγκριση με τις άλλες φυλετικές ομάδες. Η πλειοψηφία των ατόμων με Προδιαβήτη σε όλες τις φυλετικές ομάδες ήταν γυναίκες ενώ με εγκατεστημένο ΣΔΤ2 άνδρες με εξαίρεση τη μαύρη φυλή. Ο μέσος όρος ηλικίας εμφάνισης ΣΔΤ2 και Προδιαβήτη στους Λευκούς ήταν τα 67 έτη, ενώ για τις υπόλοιπες φυλετικές ομάδες ο μέσος όρος ηλικίας ήταν 10-13 λιγότερα για Προδιαβήτη, 5-7 χρόνια λιγότερα για ΣΔΤ2, παρουσίαζαν λιγότερες συννοσηρότητες και ζούσαν σε υποβαθμισμένες κοινωνικο οικονομικά περιοχές. Τα άτομα της μαύρης φυλής με Προδιαβήτη είχαν σε ποσοστό 48.3% ΒΜΙ > 30 kg/m2, ενώ τα άτομα της λευκής φυλής με ΣΔΤ2 είχαν σε ποσοστό 54.3% ΒΜΙ >30 kg/m2. Επίσης ανεξαρτήτως φυλετικής ομάδας η μελέτη ανέδειξε ότι τα άτομα με ΣΔΤ2 και Προδιαβήτη ήταν παχύσαρκα, ήταν καπνιστές, παρουσίαζαν συνοσσηρότητες και ζούσαν σε υποβαθμισμένες κοινωνικο οικονομικά περιοχές σε σχέση με άτομα με ελεύθερο ιστορικό ΣΔΤ2 ή Προδιαβήτη.

Τα άτομα με ΣΔΤ2 παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων τόσο στην κοινότητα ( IRR 1.51, 95% CI 1.51-1.52) όσο και σε επίπεδο νοσοκομειακής νοσηλείας ( IRR 1.91,  95% CI 1.90-1.93). Το συμπέρασμα αυτό αφορούσε όλες τις φυλετικές ομάδες με τις νεαρότερες ηλικίες των λευκών με ΣΔΤ2  (ηλικία <50 έτη) να παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Η μελέτη ανέδειξε πολλαπλούς συσχετισμούς μεταξύ των φυλετικών ομάδων των ατόμων με ΣΔΤ2 με κοινωνικές παραμέτρους, συνήθειες και συννοσηρότητες όμως το IRR παρέμεινε το ίδιο για κάθε φυλετική ομάδα σε σχέση με άτομα με ελεύθερο ιστορικό ΣΔΤ2.Τέλος όσον αφορά τα άτομα με Προδιαβήτη, η μελέτη ανέδειξε σημαντικό αλλά μικρότερο κίνδυνο λοιμώξεων σε επίπεδο κοινότητας (IRR 1.35, 95% CI 1.34-1.36) όσο και σε επίπεδο νοσηλείας (IRR 1.33, 95% CI 1.31-1.35) σε σχέση με τα άτομα με ΣΔΤ2. Τα αποτελέσματα αυτά ήταν παρόμοια όσον αφορά τις λοιμώξεις στην κοινότητα για όλες τις φυλετικές ομάδες ενώ όσον αφορά τον κίνδυνο νοσηλείας μόνο τα άτομα της μαύρης φυλής με Προδιαβήτη δεν παρουσίασαν στατιστικά σημαντική αύξηση του εν λόγω κινδύνου σε σύγκριση με άτομα της ίδιας φυλής χωρίς ιστορικό ΣΔΤ2 ή Προδιαβήτη.

Συμπερασματικά, ο αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων τόσο στα άτομα με ΣΔΤ2 και όσο και στα άτομα με Προδιαβήτη φαίνεται να είναι παρόμοιος ανεξαρτήτου φυλετικής προέλευσης, με τις λοιμώξεις να αποτελούν συχνή αιτία νοσηλείας του εν λόγω πληθυσμού με σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία δεδομένης της ενδημικής αύξησης τόσο του Προδιαβήτη όσο και του ΣΔΤ2.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

 

 

Επίπτωση του Βραδέως Εξελισσόμενου Αυτοάνοσου Σακχαρώδη Διαβήτη  (LADA) και του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2) σε σχέση με τη χρήση καπνού και τη γενετική προδιάθεση στην εμφάνιση ΣΔΤ2 και των συναφών μεταβολικών χαρακτηριστικών: Δεδομένα από μία Σουηδική μελέτη ασθενών- μαρτύρων και της Νορβηγικής μελέτης HUNT

Jessica Edstorp et al. Incident of LADA and Type 2 Diabetes in Relation to Tobacco Use and Genetic Susceptibility to Type 2 Diabetes and Related Traits: Findings From a Swedish Case-Control Study and the Norwegian HUNT Study.Diabetes Care 2023;46(5):1028-1036.

https://doi.org/10.2337/dc22-2284

 

Το κάπνισμα και το Σουηδικό προιόν υγρού καπνού χωρίς καύση (snus) σχετίζονται με την εμφάνιση LADA και ΣΔΤ2. Ο σκοπός της παραπάνω μελέτης ήταν να δείξει εάν η γενετική προδιάθεση εμφάνισης ΣΔΤ2 , η αντίσταση στην ινσουλίνη (IR) κι η έκκριση ινσουλίνης (IS) όπως εκφράζονται μέσω συγκεκριμένων γενετικών συστημάτων βαθμονόμησης ενισχύουν αυτούς τους συσχετισμούς.

Στη μελέτη αυτή χρησιμοποιήθηκαν βάσεις δεδομένων από μία Σουηδική μελέτη (ESTRID Study) και μία Νορβηγική αντίστοιχα (HUNT Study). Συγκεκριμένα στη μελέτη εντάχθηκαν 839 άτομα με LADA, 5771 άτομα με ΣΔΤ2 και 3068 άτομα ως μάρτυρες εξομοίωσης. Τα άτομα με LADA  σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη ήταν ≥ 35 ετών, είχαν θετικά αντιπαγκρεατιδικά αντισώματα (GADA positive ≥ 10U/mL) κι επίπεδα C πεπτιδίου ≥ 0.20 nmol/L (IMMULITE 2000; Siemens Healthcare Diagnostics Product Ltd., Llanberis, U.K.)  ή ≥ 0.30 nmol/L (Cobas e601; Roche Diagnostics, Mannheim, Germany). Τα άτομα με ΣΔΤ2 ήταν εξίσου ≥35 ετών, GADA αρνητικά, με  επίπεδα C-πεπτίδιου >0.60 nmol/L (IMMULITE) ή >0.72 nmol/L (Cobas). Έγινε καταγραφή τόσο του καπνίσματος όσο και της χρήσης   snus ή κλασσικού καπνού ως προς τη διάρκεια (οι εθελοντές σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη έπρεπε να κάνουν χρήση οποιασδήποτε μορφής καπνού τουλάχιστον ένα χρόνο πριν την ένταξη στη μελέτη) και χαρακτηρίστηκε ως σοβαρή χρήση καπνού ή snus η ≥15 pack-/box-years. Ως ένα pack/box-year ορίστηκαν τα 20 τσιγάρα ή τα 7 κουτιά snus εβδομαδιαία το χρόνο. Τέλος δεδομένου ότι η γονιδιακή έκφραση του ΣΔΤ2 παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια, χρησιμοποιήθηκαν γενετικά συστήματα βαθμονόμησης (GRS-Genetic Risk Score, ΣΔΤ2-GRS, IR-GRS, IS-GRS) κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2 συνδυάζοντας πολλαπλούς γενετικούς πολυμορφισμούς (64 πολυμορφισμούς μονονουκλεοτιδίων- SNPs για ΣΔΤ2, 16 SNPs για έκκριση ινσουλίνης και 5 SNPs για αντίσταση στην ινσουλίνη).

Η μελέτη ανέδειξε ότι τα άτομα με LADA είχαν μικρότερη αντίσταση στην ινσουλίνη, ελαττωμένη λειτουργικότητα των β-κυττάρων του παγκρέατος και μειωμένα επίπεδα  C-πεπτιδίου σε σχέση με τα άτομα με ΣΔΤ2. Επίσης παρουσίαζαν υψηλούς τίτλους HLA αντιγόνων και στη θεραπεία τους συμπεραλαμβάνονταν ινσουλίνη.

Ο σχετικός κίνδυνος εμφάνισης LADA ήταν αυξημένος σε βαρείς καπνιστές με υψηλές τιμές IR-GRS (≥15 pack-years; RR 2.01 [CI 1.30, 3.10]) και βαρείς χρήστες καπνού οποιασδήποτε μορφής (≥15 box/pack-years; RR 2.59 [CI 1.54, 4.35]) σε σχέση με άτομα με χαμηλές τιμές IR-GRS που δεν ήταν βαρείς καπνιστές με επιπρόσθετη αλληλεπίδραση AP 0.67 [CI 0.46, 0.89] έναντι AP 0.52 [CI 0.21, 0.83]) και πολλαπλάσια αλληλεπίδραση P = 0.003 έναντι P = 0.034. Στους βαρείς καπνιστές επίσης παρατηρήθηκε επιπρόσθετη αλληλεπίδραση μεταξύ ΣΔΤ2-GRS και καπνίσματος είτε snus είτε κλασσικού καπνού. Επίσης ο κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2  σχετιζόμενος με τη χρήση κλασσικού καπνού δεν διέφερε στα τρία χρησιμοποιούμενα γενετικά συστήματα βαθμονόμησης της μελέτης (ΣΔΤ2-GRS, IR-GRS, IS-GRS).

Συμπερασματικά , η χρήση καπνού μπορεί να επιφέρει αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης LADA σε άτομα με γενετική προδιάθεση εμφάνισης ΣΔΤ2 και αντίστασης στην ινσουλίνη ενώ αντιθέτως η όποια γενετική προδιάθεση  εμφάνισης ΣΔΤ2 δεν φαίνεται να επηρεάζει την αυξημένη επίπτωση ΣΔΤ2 σχετιζόμενου με τη χρήση καπνού.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

Διατροφή, Εμμηνόπαυση & Μεταβολικά Νοσήματα

Συντάκτης κειμένου:

Άννα Μωυσίδη, M.Sc., Διαιτολόγος – Διατροφολόγος με ειδίκευση στο Διαβήτη και την Παχυσαρκία.

 

Η διακοπή της εμμήνου ρήσεως για 12 συνεχόμενους μήνες επιβεβαιώνει πως μία γυναίκα περνά σε ένα καινούργιο στάδιο ζωής, την λεγόμενη εμμηνόπαυση. Σήμερα, η εμμηνόπαυση διαγιγνώσκεται συνήθως σε ηλικία 48 με 55 ετών και συνοδεύεται από χαρακτηριστικά συμπτώματα όπως εφίδρωση, αυπνία, εξάψεις, ευερεθιστότητα και πονοκεφάλους. Εκτός όμως από τα κοινά ορατά συμπτώματα, καλό θα είναι οι γυναίκες να είναι ενήμερες και για τις οργανικές αλλαγές που συμβαίνουν τη δεδομένη χρονική στιγμή. Συγκεκριμένα, οι αλλαγές στο ορμονικό προφίλ της γυναίκας μπορούν να διαταράξουν την μέχρι πρότινος λειτουργεία του οργανισμού, αυξάνοντας την πιθανότητα εμφάνισης: παχυσαρκίας, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, μεταβολικού συνδρόμου, καρδιαγγειακών νοσημάτων και οστεοπόρωσης. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο πως σε μετα-εμμηνοπαυσιακό στάδιο συχνά πολλές γυναίκες αναφέρουν ότι παρατηρήθηκε αύξηση στην αρτηριακή πίεση, διαταραχές στο λιπιδαιμικό προφίλ, αύξηση σωματικού βάρους και μείωση της οστικής πυκνότητας. Σε αυτό το σημείο είναι που εύλογα γεννιούνται στις γυναίκες τα παρακάτω ερωτήματα, στα οποία η επιστήμη της διατροφής μπορεί να δώσει απάντηση.

Σωματικό βάρος

Συνοπτικά, οι λόγοι που αυξάνεται το βάρος μίας γυναίκας στην εμμηνόπαυση είναι οι εξής: ορμονικές αλλαγές, μειωμένο αίσθημα κορεσμού, αλλαγή σύστασης σώματος, μειωμένες καύσεις,  ινσουλινοαντίσταση και έλλειψη φυσικής δραστηριότητας. Οι ορμονικές αλλαγές και η  μείωση στα επίπεδα των οιστρογόνων, έχουν άμεση επίδραση στο αίσθημα πείνας & κορεσμού, ασκώντας ορεξιογόνο δράση. Επιπλέον, με την πάροδο της ηλικίας η μυϊκή μάζα τείνει να χάνει την ‘’ισχύ’’ που είχε μέχρι τώρα, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται αύξηση του λιπώδους ιστού με αποτέλεσμα την ενδεχόμενη πρόσληψη σωματικού βάρους, την εμφάνιση ινσουλινοαντίστασης και την διαταραχή των αιματολογικών δεικτών. Οι αλλαγές στη σύσταση του σώματος σε συνδυασμό με τη μειωμένη λειτουργία του θυρεοειδή, προκαλούν μείωση του βασικού μεταβολικού ρυθμού (ενεργειακή δαπάνη) με αποτέλεσμα να μειώνονται τελικά οι καύσεις.

Τι μπορώ να κάνω;

Ακολουθώντας μία διατροφή που θα σας εξασφαλίσει θερμιδικό έλλειμμα, θα μπορέσετε να αποφύγετε την πρόσληψη σωματικού βάρους και την εμφάνιση παχυσαρκίας ή άλλων μεταβολικών νοσημάτων. Επιπλέον, καλό θα είναι να δώσετε βάση στην κατανάλωση τροφών πλούσιες σε πρωτεΐνες, καθώς, λόγω της παρουσίας ινσουλινοαντίστασης παρατηρείται μειωμένη πρωτεϊνοσύνθεση στους σκελετικούς μύες. Η αυξημένη πρόσληψη πρωτεϊνών δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση την αυτόματη απόρριψη υδατανθράκων, καθώς, η Μεσογειακή Διατροφή θεωρείται ενδεδειγμένο μοντέλο διατροφής για εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει και η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη (ΓΔ) για να αποφευχθεί η εμφάνιση υπεργλυκαιμίας λόγω ινσουλινοαντίστασης. Απευθυνθείτε σε έναν επιστήμονα υγείας Διαιτολόγο-Διατροφολόγο που θα λάβει υπόψιν του τις παραπάνω παραμέτρους δίνοντας σας την κατάλληλη διατροφική οδηγία.

Καρδιαγγειακή υγεία

Συνοπτικά, οι λόγοι που αυξάνεται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος στην εμμηνόπαυση είναι οι εξής: ορμονικές αλλαγές, αλλαγές στο λιπιδαιμικό προφίλ, αύξηση δείκτη μάζας σώματος, κεντρική κατανομή λίπους, αύξηση αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση υγρών και έλλειψη φυσικής δραστηριότητας. Συγκεκριμένα, έχει φανεί πως η παρουσία οιστρογόνων, έχει θετική επίδραση στην ενδοθηλιακή λειτουργεία και στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Για το λόγο αυτό, οι ορμονικές αλλαγές που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση, μπορεί τελικά να διαταράξουν το λιπιδαιμικό προφίλ της γυναίκας με αποτέλεσμα την αύξηση στα επίπεδα της LDL χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και την σχετική μείωση της HDL χοληστερόλης. Επιπλέον, φαίνεται πως οι εμμηνοπαυσιακές γυναίκες τείνουν να εμφανίζουν κεντρική ή αλλιώς ‘’ανδρικού τύπου’’ κατανομή λίπους, η οποία συνοδεύεται από συσσώρευση σπλαχνικού λίπους στην κοιλιακή χώρα και αύξηση του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ).

Τι μπορώ να κάνω;

Για την ενίσχυση της καρδιαγγειακής υγείας:

  • Αυξήστε την κατανάλωση: λιπαρά ψάρια & θαλασσινά, όσπρια, αμυλούχα λαχανικά, προϊόντα ολικής άλεσης, ανάλατα αμύγδαλα, φρούτα & λαχανικά όλων των ειδών, άπαχη πρωτεΐνη ή φυτικής προέλευσης, ελαιόλαδο, ελιές, αβοκάντο.
  • Αυξήστε την κατανάλωση τροφίμων πλούσια σε πολυφαινόλες: μήλα, μούρα, εσπεριδοειδή, δαμάσκηνα, μπρόκολο, κρεμμύδι, κουκιά.
  • Περιορίστε την κατανάλωση: κορεσμένο λίπος (τηγανιτά), κόκκινο κρέας, νάτριο, επεξεργασμένα τρόφιμα, γλυκά, αναψυκτικά, φρουτοχυμοί.

Υγεία οστών

Συνοπτικά, οι λόγοι που αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης οστεοπόρωσης στην εμμηνόπαυση είναι οι εξής: ορμονικές αλλαγές, έλλειψη ασβεστίου, έλλειψη βιταμίνης D, έλλειψη φυσικής δραστηριότητας. Οι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί που οδηγούν σε οστεοπόρωση δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως. Σε κάθε περίπτωση, με την πάροδο της ηλικίας και τις αντίστοιχες ορμονικές αλλαγές που συμβαίνουν,  φαίνεται να μειώνεται η οστική πυκνότητα καθιστώντας τα οστά εξαιρετικά εύθραυστα. Επιπλέον, η συσσώρευση σπλαχνικού λίπους στην κοιλιακή χώρα δημιουργεί φλεγμονώδες περιβάλλον που μπορεί να οδηγήσει σε ενδεχόμενη προοδευτική απομετάλλωση των οστών.

Τι μπορώ να κάνω;

Για την ενίσχυση της υγείας των οστών:

  • Αυξήστε την κατανάλωση τροφίμων πλούσια σε ασβέστιο: γάλα χαμηλών λιπαρών, γιαούρτι, σκληρά τυριά, μαλακά τυριά, τυρί για τοστ. Εναλλακτικές πηγές ασβεστίου: λαχανικά, όσπρια, φρούτα, ξηροί καρποί & σπόροι, ψάρια με κόκκαλο.
  • Αποφύγετε τα αναψυκτικά του εμπορίου καθώς περιέχουν φωσφορικά άλατα τα οποία μειώνουν την απορρόφηση του ασβεστίου.
  • Αυξήστε την κατανάλωση τροφίμων πλούσια σε βιταμίνη D: λιπαρά ψάρια, μανιτάρια, κόκκινο κρέας, σόγια, ρόφημα βρόμης, εμπλουτισμένα δημητριακά πρωινού, κρόκος αυγού.
  • Ελέγξτε τις ετικέτες τροφίμων για την περιεκτικότητα του τροφίμου σε ασβέστιο και βιταμίνη D.
  • Έκθεση στο ηλιακό φως.

 

 

Βιβλιογραφία

  • Barrea, L. et al. (2021) “Mediterranean diet as medical prescription in menopausal women with obesity: a practical guide for nutritionists,” Critical reviews in food science and nutrition, 61(7), pp. 1201–1211. doi: 10.1080/10408398.2020.1755220.
  • BDA Menopause and diet, Bda.uk.com. Available at: https://www.bda.uk.com/resource/menopause-diet.html (Accessed: May 25, 2023).
  • Colao, A. (2017) “Nutritional management of menopausal women,” in Menopause. Cham: Springer International Publishing, pp. 283–299.
  • Pugliese, G., Dr et al. (2020) “Mediterranean diet as tool to manage obesity in menopause: A narrative review,” Nutrition (Burbank, Los Angeles County, Calif.), 79–80, p. 110991. doi: 10.1016/j.nut.2020.110991.
  • Silva, T. R. et al. (2021) “Nutrition in menopausal women: A narrative review,” Nutrients, 13(7), p. 2149. doi: 10.3390/nu13072149.