Η υγιεινή διατροφή μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε γυναίκες με διαβήτη κύησης

Οι γυναίκες που εμφανίζουν διαβήτη κύησης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους έχουν σημαντικό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 είτε αμέσως μετά τον τοκετό είτε τα επόμενα χρόνια. Μια νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι οι γυναίκες μπορούν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη μέσα από μια υγιεινή διατροφή.

Στη μελέτη έλαβαν μέρος περίπου 4400 γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κύησης και παρακολουθήθηκαν από το 1991 ως το 2005. Κάθε 4 χρόνια οι συμμετέχουσες συμπλήρωναν ένα ειδικό ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων και συνολικά αξιολογήθηκαν τρεις διατροφικές προσεγγίσεις, η εναλλακτική μεσογειακή διατροφή (alternate Mediterranean diet), η δίαιτα DASH (Dietary Approaches to Stop Hypertension) και ο δείκτης εναλλακτικής υγιεινής διατροφής (alternate healthy eating index), οι οποίες έχουν βρεθεί να σχετίζονται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2.

Κατά τη διάρκεια παρακολούθησης της μελέτης 491 γυναίκες εμφάνισαν σακχαρώδη διαβήτη και ο μέσος χρόνος για τη διάγνωση του διαβήτη ήταν 14 περίπου έτη μετά από τον τοκετό. Οι συμμετέχουσες που έμειναν πιστές στο πρόγραμμα υγιεινής διατροφής, ανεξάρτητα από το ποια διατροφική προσέγγιση ακολούθησαν, είχαν 40 ως 60% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε σύγκριση με τις συμμετέχουσες που δεν ακολούθησαν πιστά το προτεινόμενο διατροφικό πρόγραμμα.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι οι γυναίκες με ιστορικό διαβήτη κύησης αν ακολουθήσουν μια υγιεινή διατροφή μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 στο μέλλον.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Σεπτεμβρίου του Archives of Internal Medicine.

Healthful Dietary Patterns and Type 2 Diabetes Mellitus Risk Among Women With a History of Gestational Diabetes Mellitus.
Tobias DK, Hu FB, Chavarro J, Rosner B, Mozaffarian D, Zhang C.
Archives of Internal Medicine. 2012 Sep 17:1-7. doi: 10.1001/archinternmed.2012.3747. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

Το περπάτημα μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Washington παρακολούθησαν περισσότερα από 1800 άτομα για περίπου 5 χρόνια. Στην αρχική εξέταση κανένα από τα άτομα αυτά δεν είχε σακχαρώδη διαβήτη ή γνωστή καρδιαγγειακή νόσο. Οι συμμετέχοντες φόρεσαν βηματόμετρο για μια εβδομάδα, προκειμένου να υπολογισθεί ο μέσος αριθμός των βημάτων που έκαναν κάθε μέρα.
Περίπου το ένα τέταρτο των συμμετεχόντων θεωρήθηκε ότι είχε πολύ χαμηλή φυσική δραστηριότητα, κάνοντας λιγότερο από 3500 βήματα την ημέρα, ενώ περίπου το 50% των συμμετεχόντων έκανε λιγότερο από 7800 βήματα. Η σύσταση για το καθημερινό περπάτημα είναι το λιγότερο 10000 βήματα την ημέρα.

Στο τέλος της πενταετίας 243 συμμετέχοντες εμφάνισαν σακχαρώδη διαβήτη. Περίπου το 17% των ατόμων στην ομάδα με τη χαμηλή φυσική δραστηριότητα ανέπτυξε διαβήτη σε σύγκριση με το 12% των συμμετεχόντων που έκανε περισσότερα από 3.500 βήματα την ημέρα.

Μετά από συνυπολογισμό της ηλικίας, του καπνίσματος και άλλων παραγόντων κινδύνου, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι συμμετέχοντες που περπατούσαν περισσότερο είχαν 29% λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη σε σύγκριση με εκείνους που περπατούσαν λιγότερο.

Η αυξημένη σωματική δραστηριότητα αποτρέπει την αύξηση του σωματικού βάρους, που είναι σημαντικός παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση διαβήτη, ενώ φαίνεται να έχει και άλλες ευνοϊκές επιδράσεις στον οργανισμό μας, καταλήγουν οι συγγραφείς.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουνίου του Diabetes Care.

Modest Levels of Physical Activity Are Associated With a Lower Incidence of Diabetes in a Population With a High Rate of Obesity: The Strong Heart Family Study.
Fretts AM, Howard BV, McKnight B, Duncan GE, Beresford SA, Calhoun D, Kriska AM, Storti KL, Siscovick DS.
Diabetes Care. 2012 Jun 20. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

Αυξημένα επίπεδα σεληνίου στον οργανισμό μπορεί να μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη

Το σελήνιο είναι ένα μικροθρεπτικό συστατικό, που θεωρείται ότι έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Υψηλά επίπεδα σεληνίου έχουν σχετιστεί με μειωμένο κίνδυνο εμφάνσισης αρκετών μορφών καρκίνου.

Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι τα υψηλά επίπεδα σεληνίου στον οργανισμό μπορεί να σχετίζονται με κατά 25% περίπου μείωση στον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.
Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από περίπου 3600 γυναίκες και 3500 άνδρες. Κατά την περίοδο συλλογής των αρχικών στοιχείων (1982-1987) κανένας από τους συμμετέχοντες δεν είχε σακχαρώδη διαβήτη και σε όλους μετρήθηκαν τα επίπεδα σεληνίου στους όνυχες των δακτύλων των κάτω άκρων. Στο τέλος της μελέτης (2008), 780 άτομα είχαν εμφανίσει σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Τα υψηλότερα επίπεδα σεληνίου στα νύχια σχετίστηκαν με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, ενώ η αρνητική συσχέτιση μεταξύ επιπέδων σεληνίου στον οργανισμό και κινδύνου εμφάνισης διαβήτη φάνηκε να είναι γραμμική.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουλίου του Diabetes Care.
Toenail selenium and incidence of type 2 diabetes in u.s. Men and women.
Park K, Rimm EB, Siscovick DS, Spiegelman D, Manson JE, Morris JS, Hu FB, Mozaffarian D.
Diabetes Care. 2012 Jul;35(7):1544-51. Epub 2012 May 22.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη δεν είναι αξιόπιστο κριτήριο για τη διάγνωση του διαβήτη σε γυναίκες που εμφάνισαν διαβήτη κύησης

Η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης μόνη της ή σε συνδυασμό με τη μέτρηση της γλυκόζης νηστείας δεν αποτελούν αξιόπιστες μέθοδοι για την αναγνώριση του παθολογικού μεταβολισμού των υδατανθράκων σε γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κύησης, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.
Στη μελέτη συμμετείχαν 231 γυναίκες που είχαν εμφανίσει διαβήτη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους. Ένα χρόνο μετά το τέλος της κύησης οι γυναίκες υποβλήθηκαν σε καμπύλη γλυκόζης (που θεωρήθηκε η μέθοδος αναφοράς για τη διάγνωση του παθολογικού μεταβολισμού των υδατανθράκων), ενώ μετρήθηκε και η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη.

Παθολογικό μεταβολισμό υδατανθράκων βρέθηκε να έχει το 46% των γυναικών με βάση τη μέθοδο αναφοράς (καμπύλη γλυκόζης), το 19% των γυναικών με βάση τις τιμές της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και το 38% με βάση τις τιμές του σακχάρου νηστείας. Όταν χρησιμοποιήθηκε σαν κριτήριο ο συνδυασμός των τιμών της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και του σακχάρου νηστείας το 47% των γυναικών βρέθηκε να έχει παθολογικό μεταβολισμό υδατανθράκων.

Η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης είχε πολύ χαμηλή ευαισθησία (23%) για την αναγνώριση των γυναικών με παθολογικό μεταβολισμό υδατανθράκων, ενώ η μέτρηση του σακχάρου νηστείας ή ο συνδυασμός των δύο μετρήσεων (γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης και σακχάρου νηστείας) είχαν ευαισθησία της τάξης του 83%. Συνεπώς, σύμφωνα με τους ερευνητές, η μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης μόνη της ή σε συνδυασμό με τη μέτρηση του σακχάρου νηστείας δεν επαρκούν για την αναγνώριση του παθολογικού μεταβολισμού των υδατανθράκων στις γυναίκες που έχουν εμφανίσει διαβήτη κύησης.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουνίου του Diabetes Care.

Hemoglobin A1c Versus Oral Glucose Tolerance Test in Postpartum Diabetes Screening.
Picón MJ, Murri M, Muñoz A, Fernández-García JC, Gomez-Huelgas R, Tinahones FJ.
Diabetes Care. 2012 Jun 11. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

Θα μπορούσε η ψωρίαση να αυξήσει τις πιθανότητες εμφάνισης διαβήτη τύπου 2;

Οι άνθρωποι που πάσχουν από ψωρίαση, μια αυτοάνοση διαταραχή του δέρματος, μπορεί να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 σύμφωνα με μια νέα μελέτη.

Για τη μελέτη συλλέχθηκαν στοιχεία από 108000 περίπου ασθενείς με ψωρίαση και από 430000 περίπου άτομα χωρίς ψωρίαση. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη ήταν 11% υψηλότερος για τους ασθενείς με ήπια ψωρίαση και 46% υψηλότερος για τους ασθενείς με σοβαρή ψωρίαση συγκριτικά με τους υγιείς συμμετέχοντες.

Οι λόγοι για τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σύμφωνα με τους ερευνητές μπορεί να είναι γενετικοί ή η ψωρίαση μπορεί να σχετίζεται με αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη. Η παχυσαρκία αποτελεί αδιαμφισβήτητα παράγοντα κινδύνου τόσο για την εμφάνιση ψωρίασης όσο και για την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2, ενώ η ψωρίαση είναι πιο δύσκολο να θεραπευτεί σε παχύσαρκους ασθενείς. Συνεπώς, οι ασθενείς με ψωρίαση θα πρέπει να προσπαθούν να διατηρούν ένα υγιές βάρος, το οποίο θα βοηθήσει στην ικανοποιητική θεραπεία της πάθησής τους αλλά και στην πρόληψη του διαβήτη.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

Εκχύλισμα κανέλας βοηθάει στον έλεγχο του σακχάρου σε ασθενείς με τύπου 2 διαβήτη

Μια πρόσφατη κλινική μελέτη στην Κίνα έδειξε ότι η χορήγηση εκχυλίσματος κανέλας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 βελτίωσε τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, ενώ σχετίστηκε και με μείωση των επιπέδων των τριγλυκεριδίων.

Στη μελέτη συμμετείχαν 66 διαβητικοί ασθενείς, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε 3 ομάδες. Η πρώτη ομάδα έλαβε εικονικό φάρμακο, η δεύτερη ομάδα 120 mg του σκευάσματος με εκχύλισμα κανέλας και η τρίτη ομάδα 360 mg του σκευάσματος. Όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν και αντιδιαβητική αγωγή (γλικλαζίδη). Η μελέτη είχε συνολική διάρκεια 3 μηνών.

Στο τέλος της μελέτης διαπιστώθηκε ότι τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας μειώθηκαν σημαντικά στις 2 ομάδες που έλαβαν το εκχύλισμα κανέλας, ενώ καμία αλλαγή δεν παρατηρήθηκε στην ομάδα που έλαβε το εικονικό φάρμακο. Επιπλέον, τα επίπεδα τριγλυκεριδίων μειώθηκαν στην ομάδα που έλαβε τη χαμηλή δόση του εκχυλίσματος κανέλας, ενώ στην ομάδα που έλαβε την υψηλή δόση και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου παρατηρήθηκε μια ελαφρά αύξηση των τριγλυκεριδίων.

Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η κανέλα είναι ένα υποσχόμενο συμπλήρωμα για την αντιμετώπιση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 όταν η υπεργλυκαιμία δεν ρυθμίζεται επαρκώς με τη διατροφή, την άσκηση και την αντιδιαβητική αγωγή, αλλά περαιτέρω μελέτες χρειάζονται προκειμένου να προσδιοριστεί το ακριβές συστατικό της κανέλας που είναι υπεύθυνο για το αντιδιαβητικό της αποτέλεσμα.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουνίου του Nutrition Research.

Cinnamon extract improves fasting blood glucose and glycosylated hemoglobin level in Chinese patients with type 2 diabetes.
Lu T, Sheng H, Wu J, Cheng Y, Zhu J, Chen Y.
Nutrition Research 2012 Jun;32(6):408-12. Epub 2012 Jun 14.

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

Ο καλός γλυκαιμικός έλεγχος καθυστερεί την εμφάνιση διαβητικής νευροπάθειας

Mια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση έδειξε ότι ο αυστηρός έλεγχος της γλυκόζης αίματος μπορεί να καθυστερήσει σημαντικά την εμφάνιση διαβητικής νευροπάθειας, ειδικά σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1.
Περίπου το 10% των ασθενών με διαβήτη έχουν νευροπάθεια κατά τη στιγμή της διάγνωσης, ενώ το ποσοστό αυτό φτάνει το 40-50% μετά από 10 χρόνια. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αποτελεσματικές θεραπείες για την αντιμετώπιση της διαβητικής νευροπάθειας.
Οι συγγραφείς της ανασκόπησης εντόπισαν 17 τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες που εξέτασαν κατά πόσον ο αυστηρός έλεγχος της γλυκόζης μπορεί να εμποδίσει την εμφάνιση διαβητικής νευροπάθειας. Τελικά συλλέχθηκαν στοιχεία από 1228 ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 και από 6669 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 και επιθετικό γλυκαιμικό έλεγχο είχαν σχεδόν 2% ετήσια μείωση του κινδύνου εμφάνισης κλινικής νευροπάθειας, ενώ η ετήσια μείωση του κινδύνου ήταν 0.58% σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Οι συμμετέχοντες στα εντατικοποιημένα σχήματα γλυκαιμικού ελέγχου εμφάνισαν συχνότερα, όπως αναμενόταν, σοβαρά επεισόδια υπογλυκαιμίας.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η πιο επιθετική μείωση των επιπέδων σακχάρου μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση της νευροπάθειας και στους δύο τύπους διαβήτη. Ωστόσο, η ευεργετική επίδραση του αυστηρού γλυκαιμικού ελέγχου πρέπει να σταθμίζεται με τον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης υπογλυκαιμίας.

Η μελέτη εμφανίζεται στο Cochrane Database of Systematic Reviews.

Enhanced glucose control for preventing and treating diabetic neuropathy.
Callaghan BC, Little AA, Feldman EL, Hughes RA.
Cochrane Database of Systematic Reviews. 2012 Jun 13;6:CD007543.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

Η αντιμετώπιση του προδιαβήτη μπορεί να αποτρέψει την εκδήλωση του διαβήτη

Ο προδιαβήτης είναι μια κλινική κατάσταση κατά την οποία οι ασθενείς έχουν ψηλότερα από το κανονικό επίπεδα γλυκόζης αίματος, όχι όμως αρκετά υψηλά για να θεωρηθούν ότι παρουσιάζουν την πλήρη εικόνα του σακχαρώδη διαβήτη. Φαίνεται όμως ότι η κατάσταση αυτή προηγείται του διαβήτη και περίπου το 70% των ατόμων με προδιαβήτη θα εμφανίσουν διαβήτη κατά τη διάρκεια της ζωής τους.
Πρόσφατη μελέτη, που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικάνικης Εταιρείας Διαβήτη, διαπίστωσε ότι σε άτομα με προδιαβήτη, η επιστροφή του σακχάρου στο αίμα σε φυσιολογικά επίπεδα μπορεί να αποτρέψει την εξέλιξη του διαβήτη.

Για τη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από την Diabetes Prevention Program Outcomes Study, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 3000 ασθενείς. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε 3 ομάδες, στην πρώτη έγιναν αλλαγές στον τρόπο ζωής, στη δεύτερη χορηγήθηκε μετφορμίνη και στην τρίτη ομάδα χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο. Ο στόχος ήταν να μειωθούν τα επίπεδα σακχάρου σε φυσιολογικά επίπεδα.

Οι ερευνητές της μελέτης διαπίστωσαν ότι οι συμμετέχοντες που κατάφεραν να επιστρέψουν, ακόμα και για σύντομο χρονικό διάστημα, σε φυσιολογικά επίπεδα σακχάρου αίματος, ανεξάρτητα από το αν αυτό επιτεύχθηκε μέσω αλλαγής του τρόπου ζωής ή με την χορήγηση μετρφορμίνης, είχαν 56% λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, που ήταν περίπου 6 χρόνια.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουνίου του Lancet.

Effect of regression from prediabetes to normal glucose regulation on long-term reduction in diabetes risk: results from the Diabetes Prevention Program Outcomes Study.
Perreault L, Pan Q, Mather KJ, Watson KE, Hamman RF, Kahn SE; for the Diabetes Prevention Program Research Group.
Lancet. 2012 Jun 8. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

Η ινσουλίνη έχει ουδέτερη επίδραση στα καρδιαγγειακά συμβάματα και στην εμφάνιση καρκίνου

Η μεγαλύτερη σε διάρκεια κλινική μελέτη για την εκτίμηση της επίδρασης της ινσουλίνης στην καρδιαγγειακή νοσηρότητα και στην επίπτωση του καρκίνου, που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικάνικης Εταιρείας Διαβήτη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ινσουλίνη δεν αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο ή τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.

Η μελέτη είχε διάρκεια 6 χρόνια και σε αυτήν συμπεριλήφθησαν περίπου 12500 άτομα με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και με διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας ή διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη ή με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες, αυτήν που έλαβε ινσουλίνη μακράς διάρκειας (ινσουλίνη γλαργίνη) και αυτήν που έλαβε την καθιερωμένη φροντίδα. Τα καρδιαγγειακά συμβάματα που μελετήθηκαν ήταν το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, το μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο και ο θάνατος καρδιαγγειακής αιτιολογίας. Η συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων δεν διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων. Οι μόνες διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων ήταν μια μέτρια αύξηση του σωματικού βάρους και μέτρια ποσοστά υπογλυκαιμίας στην ομάδα που έλαβε ινσουλίνη. Ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ήταν ίδιος και στις δύο ομάδας ασθενών.

Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι καθησυχαστικά ότι η ινσουλίνη είναι μια ασφαλής επιλογή, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουνίου του New England Journal of Medicine.

Basal Insulin and Cardiovascular and Other Outcomes in Dysglycemia.
The ORIGIN Trial Investigators
New England Journal of Medicine. 2012 Jun 11. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Δίδυμη κύηση, διπλάσια δόση ινσουλίνης σε μητέρες με διαβήτη τύπου 1

Μητέρες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 που περιμένουν δίδυμα χρειάζονται περισσότερη ινσουλίνη από ότι εκείνες που περιμένουν ένα παιδί, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη από ερευνητές στη Δανία.
Η μελέτη συμπεριέλαβε έγκυες γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, 15 γυναίκες με δίδυμα και 108 γυναίκες με μονήρη κύηση. Οι ερευνητές συνέκριναν τις ανάγκες σε ινσουλίνη μεταξύ των δύο ομάδων γυναικών και τα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (δείκτης που αντικατοπτρίζει το μέσο όρο των τιμών του σακχάρου το τελευταίο τρίμηνο) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Η εγκυμοσύνη αύξησε τις ανάγκες σε ινσουλίνη κατά 103% στις γυναίκες με δίδυμη κύηση και κατά 71% στις γυναίκες με μονήρη κύηση. Μεταξύ της 14ης και της 27ης εβδομάδας της κύησης, η εβδομαδιαία αύξηση στην απαιτούμενη ημερήσια δόση ινσουλίνης ήταν υψηλότερη για τις γυναίκες με δίδυμα από ότι για τις γυναίκες με ένα παιδί και μάλιστα σχεδόν διπλάσια. Τα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης δεν διέφεραν μεταξύ των δύο ομάδων.

Το πλέον σημαντικό είναι να γνωρίζουν οι γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ότι πρέπει να ρυθμίζουν καλά το σάκχαρό τους τόσο κατά τη διάρκεια όσο και πριν την εγκυμοσύνη τους.

 
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουνίου του Diabetes Care.

Insulin Requirements in Type 1 Diabetic Pregnancy: Do twin pregnant women require twice as much insulin as singleton pregnant women?
Callesen NF, Ringholm L, Stage E, Damm P, Mathiesen ER.
Diabetes Care. 2012 Jun;35(6):1246-8. Epub 2012 Mar 19.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου