Κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό σύστημα που σχετίζονται με GLP-1 αγωνιστές που χρησιμοποιούνται για απώλεια σωματικού βάρους

Sodhi M, Rezaeianzadeh R, Kezouh A, Etminan M. Risk of Gastrointestinal Adverse Events Associated With Glucagon-Like Peptide-1 Receptor Agonists for Weight Loss. JAMA. 2023 Oct 5:e2319574. doi: 10.1001/jama.2023.19574. Epub ahead of print. PMID: 37796527.

 

Οι ασθενείς που λαμβάνου GLP-1 αγωνιστές έχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό σύστημα. Ωστόσο, ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις ενδείξεις για τις οποίες χρησιμοποιούνται. Στη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Jama τον Οκτώβριο του 2023 μελετήθηκαν οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα που σχετίζονται με τη λήψη GLP-1 αγωνιστών όταν χρησιμοποιούνται για απώλεια σωματικού βάρους.

Χρησιμοποιήθηκε ένα τυχαίο δείγμα 16 εκατομμυρίων ατόμων (2006-2020) από τη βάση δεδομένων PharMetrics Plus (IQVIA), που είναι μια μεγάλη βάση δεδομένων υγείας που καταγράφει το 93% όλων των συνταγών ασθενών σε εξωτερικά ιατρεία και των διαγνώσεων ιατρών στις ΗΠΑ μέσω της Διεθνούς Ταξινόμησης Νοσημάτων ICD-9 ή ICD-10. Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν άτομα που εισήχθησαν σε αγωγή με σεμαγλουτίδη ή λιραγλουτίδη, που αποτελούν δύο αγωνιστές GLP-1, και άτομα που ξεκίνησαν αγωγή με βουπροπιόνη-ναλτρεξόνη, έναν παράγοντα απώλειας βάρους που δεν σχετίζεται με τους αγωνιστές GLP-1.

Η διάρκεια παρατήρησης ήταν από την πρώτη συνταγογράφηση ενός φαρμάκου της μελέτης έως την εμφάνιση νόσου των χοληφόρων (συμπεριλαμβανομένης της χολοκυστίτιδας, της χολολιθίασης και της χολοχολιθίασης), παγκρεατίτιδας (συμπεριλαμβανομένης της παγκρεατίτιδας από χολόλιθους), απόφραξης του εντέρου, ή εμφάνιση γαστροπάρεσης. Οι σχετικοί κίνδυνοι (Hazard ratio) προσαρμόστηκαν ως προς την ηλικία, το φύλο, τη χρήση αλκοόλ, το κάπνισμα, τη δυσλιπιδαιμία, τις επεμβάσεις στην κοιλιακή χώρα τις προηγούμενες 30 ημέρες καθώς και τη γεωγραφική τοποθεσία.

Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν 4144 άτομα που ελάμβαναν λιραγλουτίδη, 613 που ελάμβαναν σεμαγλουτίδη και 654 που ελάμβαναν βουπροπιόνη-ναλτρεξόνη. Η χρήση αγωνιστών GLP-1 σε σύγκριση με τη χρήση βουπροπιόνης-ναλτρεξόνης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παγκρεατίτιδας [προσαρμοσμένο HR (95% CI: 9,09 (1,25-66,00)], εντερικής απόφραξης [HR (95% CI): 4,22 (1,02-17), και γαστροπάρεσης [HR (95% CI):  3,67 (1,15-11,90)] ενώ δεν συσχετίστηκε με τη νόσο των χοληφόρων [HR 95% CI): 1,50 (0,89-2,53)].

Συμπερασματικά, η χρήση των αγωνιστών GLP-1 για απώλεια βάρους σε σύγκριση με τη χρήση βουπροπιόνης-ναλτρεξόνης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παγκρεατίτιδας, γαστροπάρεσης και απόφραξης του εντέρου, αλλά όχι με νόσο των χοληφόρων. Δεδομένης της ευρείας χρήσης αυτών των φαρμάκων, αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες, αν και σπάνιες, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από ασθενείς που σκέφτονται να χρησιμοποιήσουν τα φάρμακα για απώλεια βάρους, καθώς ο υπολογισμός οφέλους-κινδύνου για αυτήν την ομάδα μπορεί να διαφέρει από εκείνους που τα χρησιμοποιούν για αντιμετώπιση σακχαρώδη διαβήτη.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

 

 

 

Προσδόκιμο ζωής που σχετίζεται με διαφορετικές ηλικίες κατά τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε χώρες με υψηλό εισόδημα: 23 εκατομμύρια ανθρωπο-έτη παρατήρησης

Emerging Risk Factors Collaboration. Lancet Diabetes Endocrinol. 2023 Oct;11(10):731-742. doi: 10.1016/S2213-8587(23)00223-1. Epub 2023 Sep 11. PMID: 37708900.

 

Ο επιπολασμός του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 αυξάνεται ραγδαία, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων ηλικιακών ομάδων. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι τα άτομα με διαβήτη πεθαίνουν κατά μέσο όρο 6 χρόνια νωρίτερα από τα άτομα χωρίς διαβήτη. Στο περιοδικό Lancet Diabetes Endocrinology τον Οκτώβριο του 2023 δημοσιεύθηκε μία μελέτη που είχε ως στόχο να παρέχει εκτιμήσεις για τις συσχετίσεις μεταξύ της ηλικίας κατά τη διάγνωση του διαβήτη, της ολικής θνησιμότητας και της μείωσης του προσδόκιμου ζωής.

Για αυτήν τη μελέτη παρατήρησης, πραγματοποιήθηκε μια συνδυασμένη ανάλυση δεδομένων συμμετεχόντων από 19 χώρες που έχουν υψηλό εισόδημα χρησιμοποιώντας δύο βάσεις δεδομένων μεγάλης κλίμακας: τη βάση δεδομένων Εmerging Risk Factors Collaboration (96 κοόρτες) και η βάση δεδομένων UK Biobank (μέσο έτος αναφοράς 2006, διάμεσος τελευταίος χρόνος παρακολούθησης 2020). Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από 1.515.718 συμμετέχοντες, στους οποίους καταγράφηκαν θάνατοι κατά τη διάρκεια 23,1 εκατομμυρίων ανθρωπο-ετών παρακολούθησης. Υπολογίστηκε η επιβίωση εφαρμόζοντας σχετικούς κινδύνους (Hazard ratio, HR) ειδικά για την ηλικία για τις ΗΠΑ και την ΕΕ.

Στα άτομα με διαβήτη, παρατηρήθηκε μια γραμμική συσχέτιση μεταξύ της πρώιμης ηλικίας κατά τη διάγνωση και του υψηλότερου κινδύνου ολικής θνησιμότητας σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς διαβήτη. Οι σχετικοί κίνδυνοι (HR) ήταν 2,69 (95% CI 2,43–2,97) όταν διαγνώστηκαν στα 30–39 έτη, 2,26 (2,08–2,45) στα 40–49 έτη, 1,84 (1,72 –1,97) στα 50–59 ετών, 1,57 (1,47–1,67) στα 60–69 ετών και 1,39 (1,29–1,51) στα 70 ετών και άνω. Οι σχετικοί κίνδυνοι ανά δεκαετία προηγούμενης διάγνωσης ήταν παρόμοιοι για τους άνδρες και γυναίκες. Χρησιμοποιώντας τα ποσοστά θανάτων από τις ΗΠΑ, ένα άτομο 50 ετών με διαβήτη πεθαίνει κατά μέσο όρο 14 χρόνια νωρίτερα όταν διαγνώστηκε σε ηλικία 30 ετών, 10 χρόνια νωρίτερα όταν διαγνώστηκε σε ηλικία 40 ετών ή 6 χρόνια νωρίτερα όταν διαγνώστηκε σε ηλικία 50 ετών συγκριτικά με ένα άτομο χωρίς διαβήτη. Χρησιμοποιώντας τα ποσοστά θανάτων στην ΕΕ, οι αντίστοιχες εκτιμήσεις ήταν 13, 9 ή 5 χρόνια νωρίτερα, αντίστοιχα.

Η διάγνωση διαβήτη σε μικρότερη ηλικία σχετίζεται με χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ανάπτυξης και εφαρμογής παρεμβάσεων που αποτρέπουν ή καθυστερούν την εμφάνιση του διαβήτη και την εντατικοποίηση της θεραπείας των παραγόντων κινδύνου μεταξύ των νεαρών ενηλίκων που έχουν διαγνωστεί με διαβήτη.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, ηπατική ανεπάρκεια και ηπατοκυτταρικός καρκίνος σε ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος: μετα-ανάλυση μεμονωμένων μελετών με δεδομένα από συμμετέχοντες

Daniel Q Huang, Nabil Noureddin, Veeral Ajmera, Maral Amangurbanova, Ricki Bettencourt, Emily Truong, Tolga Gidener, Harris Siddiqi, Abdul M Majzoub, Tarek Nayfeh, Nobuharu Tamaki, Namiki Izumi, Masato Yoneda, Atsushi Nakajima, Ramazan Idilman, Mesut Gumussoy, Digdem Kuru Oz, Ayse Erden, Alina M Allen, Mazen Noureddin, Rohit Loomba

Lancet Gastroenterol Hepatol. 2023 Sep;8(9):829-836.

DOI: 10.1016/S2468-1253(23)00157-7

 

Σκοπός

Τα δεδομένα σχετικά με την εμφάνιση ηπατικής ανεπάρκειας σε ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (NAFLD, Nonalcoholic Fatty Liver Disease) με ή χωρίς συνοδό σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) είναι ελλιπή. Στόχος της μελέτης είναι η αξιολόγηση του κινδύνου για ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς με NAFLD με ή χωρίς ΣΔ2.

Μέθοδοι

Η μετα-ανάλυση περιλαμβάνει δεδομένα από συμμετέχοντες σε 6 μελέτες κοορτής στην Αμερική, την Ιαπωνία και την Τουρκία. Όλοι οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μαγνητική ελαστογραφία ήπατος μεταξύ 27 Φεβρουαρίου του 2007 και 4 Ιουνίου του 2021. Οι μελέτες που επιλέγονται περιλαμβάνουν ασθενείς με ηπατική ίνωση βάσει των αποτελεσμάτων της  μαγνητικής ελαστογραφίας ήπατος, ασθενείς σε χρόνια παρακολούθηση και αξιολόγηση της ηπατικής ανεπάρκειας και τέλος, ενήλικες ασθενείς με γνωστή NAFLD και διαθέσιμα δεδομένα για την ύπαρξη ή μη ΣΔ2 κατά την έναρξη της μελέτης. Η πρωταρχική έκβαση που μελετάται είναι η ηπατική ανεπάρκεια που εκδηλώνεται ως ασκίτης, ηπατική εγκεφαλοπάθεια ή αιμορραγία κιρσών. Επιπλέον, μελετάται και μια δεύτερη έκβαση, η ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Στην ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιείται το ανταγωνιστικό μοντέλο παλινδρόμησης “Fine and Gray subdistribution hazard ratio (sHR)” για να συγκριθεί η πιθανότητα ηπατικής ανεπάρκειας σε ασθενείς με και χωρίς ΣΔ2. Ο θάνατος χωρίς ηπατική ανεπάρκεια θεωρείται ανταγωνιστική έκβαση.

Αποτελέσματα

Δεδομένα από 2.016 συμμετέχοντες (736 με ΣΔ2 και 1.280 χωρίς ΣΔ2) από 6 μελέτες κοορτής περιλαμβάνονται στην ανάλυση. 1.074 (53%) από τους 2.016 συμμετέχοντες είναι γυναίκες με μέση ηλικία 57.8 έτη (SD 14.2 έτη) και ΔΜΣ (Δείκτη Μάζας Σώματος) στο 31.3 kg/m2 (SD 7.4 kg/m2). Μεταξύ των 1.737 συμμετεχόντων (602 με ΣΔ2 και 1.135 χωρίς ΣΔ2) με διαθέσιμα μακροπρόθεσμα δεδομένα παρακολούθησης, 105 συμμετέχοντες ανέπτυξαν ηπατική ανεπάρκεια μέσα σε ένα μέσο χρονικό διάστημα παρακολούθησης 2.8 έτη. Οι συμμετέχοντες με ΣΔ2 εμφάνισαν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο για ηπατική ανεπάρκεια στον πρώτο χρόνο (3.37% [95% CI 2.10-5.11] έναντι 1.07% [0.57-1.86]), στα τρία χρόνια (7.49% [5.36-10.08] έναντι 2.92% [1.92-4.25]) και στα πέντε χρόνια παρακολούθησης (13.85% [10.43-17.75] έναντι 3.95% [2.67-5.60]) σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες χωρίς ΣΔ2 (p<0.0001). Μετά την προσαρμογή των δεδομένων για πολλαπλούς συμπαράγοντες (ηλικία, ΔΜΣ και φυλή), ο ΣΔ2 (sHR 2.15 [95% CI 1.39–3.34], p=0.0006) και η τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (1.31 [95% CI 1.10–1.55], p=0.0019) φαίνεται να αποτελούν ανεξάρτητους προγνωστικούς παράγοντες κινδύνου ηπατικής ανεπάρκειας. Η συσχέτιση μεταξύ ΣΔ2 και ηπατικής δυσλειτουργίας παραμένει σταθερή ακόμα και μετά την προσαρμογή των δεδομένων βάσει της αρχικής ηπατικής σκληρίας όπως αυτή υπολογίζεται από τη μαγνητική ελαστογραφία. Μετά από ένα μέσο χρονικό διάστημα παρακολούθησης 2.9 ετών, 22 από τους 1.802 συμμετέχοντες (18 από τους 639 με ΣΔ2 και 4 από τους 1.163 χωρίς ΣΔ2) εμφανίζουν ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. Όπως προκύπτει, ο κίνδυνος για ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκίνου είναι μεγαλύτερος σε αυτούς με ΣΔ2 στον πρώτο χρόνο (1.34% [95% CI 0.64–2.54] έναντι 0.09% [0.01–0.50]), στα τρία χρόνια (2.44% [1.36–4.05] έναντι 0.21% [0.04–0.73]) και στα πέντε χρόνια (3.68% [2.18–5.77] έναντι 0.44% [0.11–1.33]) σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες χωρίς ΣΔ2 (p<0.0001). Ο ΣΔ2 είναι ένας ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας για την ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκίνου (sHR 5.34 [1.67–17.09], p=0.0048).

Συμπεράσματα

Μεταξύ των ασθενών με NAFLD, η παρουσία ΣΔ2 σχετίζεται με σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο για ηπατική ανεπάρκεια και ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκινώματος.

 

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

Συσχετίσεις μεταξύ καρκίνου και αντιδιαβητικών φαρμάκων: μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση των δεδομένων της τελευταίας δεκαετίας

Yixian Chen, Fidela Mushashi, Surim Son, Parveen Bhatti, Trevor Dummer, Rachel A Murphy

Scientific Reports 2023 Vol. 13 Issue 1 Pages 11844

DOI: 10.1038/s41598-023-38431-z

 

Σκοπός

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του διαβήτη ενδέχεται να τροποποιούν τον κίνδυνο για συγκεκριμένους τύπους καρκίνου. Σκοπός της μελέτης είναι να διερευνήσει τις πιθανές συνδέσεις μεταξύ των αντιδιαβητικών φαρμάκων και του κινδύνου για καρκίνο μαστού, πνεύμονα, προστάτη, ήπατος, παγκρέατος και ορθοκολικό καρκίνο.

Μέθοδοι

Πρόκειται για μια συστηματική ανασκόπηση σε πολλαπλές βάσεις δεδομένων (MEDLINE, Embase, Web of Science και Cochrane CENTRAL) μελετών από το 2011 έως το Μάρτιο του 2021. Από την αναζήτηση προκύπτει ένα σύνολο 92 μελετών (3 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, 64 μελέτες κοορτής και 25 μελέτες ασθενών-μαρτύρων) με 171 εκατομμύρια συμμετέχοντες συνολικά.

Αποτελέσματα

Σε ασθενείς που λαμβάνουν διγουανίδια παρατηρούνται αρνητικές συσχετίσεις με ορθοκολικό καρκίνο (n = 18, RR = 0.85, 95% CI = 0.78-0.92) και καρκίνο του ήπατος (n = 10, RR = 0.55, 95% CI = 0.46-0.66). Επιπλέον, οι θειαζολιδινεδιόνες συσχετίζονται με μικρότερο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού (n = 6, RR = 0.87, 95% CI = 0.80-0.95), του πνεύμονα (n = 6, RR = 0.77, 95% CI = 0.61-0.96) και του ήπατος (n = 8, RR = 0.83, 95% CI = 0.72-0.95). Η ινσουλινοθεραπεία εμφανίζει αρνητική συσχέτιση με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στο μαστό (n = 15, RR = 0.90, 95% CI = 0.82-0.98) και στον προστάτη (n = 7, RR = 0.74, 95% CI = 0.56-0.98). Θετικές συσχετίσεις παρατηρούνται μεταξύ φαρμάκων που δρουν ως εκκριταγωγά ινσουλίνης και του παγκρεατικού καρκίνου (n = 5, RR = 1.26, 95% CI = 1.01-1.57) και μεταξύ της ινσουλίνης και του παγκρεατικού καρκίνου (n = 8, RR = 2.41, 95% CI = 1.08-5.36) και του καρκίνου του ήπατος (n = 7, RR = 1.74, 95% CI = 1.08-2.80).

Συμπεράσματα

Η χρήση διγουανιδίων και θειαζολιδινεδιονών επιφέρει μηδενικό ή δυνητικά πολύ χαμηλό κίνδυνο για ορισμένους τύπους καρκίνου, ενώ αντιθέτως, η ινσουλινοθεραπεία και η χορήγηση εκκριταγωγών ινσουλίνης φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για παγκρεατικό καρκίνο.

 

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

Μελέτη συσχέτισης της κατανάλωσης σακχαρούχων ποτών και ποτών με προσθήκη τεχνητών γλυκαντικών με αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του ήπατος και αυξημένη θνησιμότητα στη χρόνια ηπατική νόσο

Longgang Zhao, Xinyuan Zhang, Mace Coday, David O. Garcia, Xinyi Li, Yasmin Mossavar-Rahmani, Michelle J. Naughton, Melissa Lopez-Pentecost, Nazmus Saquib, Aladdin H. Shadyab, Michael S. Simon, Linda G. Snetselaar, Fred K. Tabung, Deirdre K. Tobias, Trang VoPham, Katherine A. McGlynn, Howard D. Sesso, Edward Giovannucci, JoAnn E. Manson, Frank B. Hu,, Lesley F. Tinker, Xuehong Zhang

JAMA. 2023;330(6):537-546

DOI: 10.1001/jama.2023.12618

 

Σκοπός

Εκτιμάται πως περίπου 65% των ενηλίκων στην Αμερική καταναλώνουν σακχαρούχα ποτά καθημερινά. Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να μελετήσει τις συσχετίσεις της κατανάλωσης ποτών με προσθήκη ζάχαρης αλλά και τεχνητών γλυκαντικών με την επίπτωση του καρκίνου του ήπατος και τη θνησιμότητα στη χρόνια ηπατική νόσο.

Μέθοδοι

Πρόκειται για μια προοπτική μελέτη κοορτής σε 98.786 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας 50 με 79 ετών οι οποίες  ήταν εγγεγραμμένες στο πρόγραμμα “Women’s Health Initiative” από το 1993 έως το 1998 σε 40 κλινικά κέντρα στην Αμερική. Η παρακολούθηση αυτών των γυναικών ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2020. Εξετάζεται λοιπόν, η πρόσληψη σακχαρούχων ποτών για ένα διάστημα τριών ετών, μέσα από ένα ερωτηματολόγιο το οποίο κατέγραφε τη συχνότητα πρόσληψης αναψυκτικών και φρουτοποτών στο σύνολό τους από την αρχή της μελέτης. Οι  δύο βασικές εκβάσεις που αναζητούνται είναι η επίπτωση του καρκίνου του ήπατος και η θνησιμότητα που οφείλεται σε χρόνια ηπατική νόσο και ορίζεται ως θάνατος από μη αλκοολική νόσο του ήπατος, ηπατική ίνωση, κίρρωση, αλκοολική ηπατική νόσο και χρόνια ηπατίτιδα. Χρησιμοποιούνται αναλογικά μοντέλα παλινδρόμησης για τον υπολογισμό των πολυπαραγοντικών hazard ratios (HRs) και 95% διαστήματα εμπιστοσύνης για την επίπτωση του καρκίνου του ήπατος και τη θνησιμότητα στη χρόνια ηπατική νόσο, συνυπολογίζοντας τους πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες όπως τα δημογραφικά στοιχεία και ο τρόπος ζωής.

Αποτελέσματα

Κατά τη διάρκεια της μελέτης διαγνώστηκε καρκίνος στο ήπαρ σε 207 γυναίκες, σε ένα μέσο διάστημα παρακολούθησης 20.9 έτη, ενώ 148 γυναίκες πέθαναν από χρόνια ηπατική νόσο. Βάσει των δεδομένων καταγραφής, 6.8% των γυναικών δήλωσαν ότι καταναλώνουν 1 ή περισσότερα σακχαρούχα ποτά την ημέρα και 13.1% των γυναικών 1 ή περισσότερα ποτά με τεχνητά γλυκαντικά την ημέρα. Οι γυναίκες με ημερήσια πρόσληψη σακχαρούχων ποτών μεγαλύτερη ή ίση με 1 μερίδα, σε σύγκριση με τις γυναίκες με μηνιαία πρόσληψη σακχαρούχων ποτών μικρότερη ή ίση με 3 μερίδες, φαίνεται να έχουν στατιστικά σημαντικότερο κίνδυνο για καρκίνο του ήπατος (18.0 έναντι 10.3 ανά 100.000 άνθρωπο-έτη) (P=0.02) (95% CI, 1.16-2.96) και για θάνατο σε έδαφος χρόνιας ηπατικής νόσου (17.7 έναντι 7.1 ανά 100 000 άνθρωπο-έτη) (P<0.001) (95% CI, 1.03-2.75). Αντιθέτως, στις γυναίκες με ημερήσια πρόσληψη ποτών με τεχνητά γλυκαντικά μεγαλύτερη ή ίση με 1 μερίδα, σε σύγκριση με μηνιαία πρόσληψη μικρότερη ή ίση με 3 μερίδες, δε παρατηρείται αυξημένος κίνδυνος για καρκίνο του ήπατος (11.8 έναντι 10.2 ανά 100.000 άνθρωπο-έτη) (P=0.7) (95% CI, 0.70-1.94) ή για θάνατο λόγω χρόνιας ηπατικής νόσου (7.1 έναντι 5.3 ανά 100.000 άνθρωπο-έτη) (P=0.32) (95% CI, 0.49-1.84).

Συμπεράσματα

Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η κατανάλωση μιας ή περισσότερων μερίδων σακχαρούχων ποτών ημερησίως, σε σύγκριση με την κατανάλωση τριών ή λιγότερων μερίδων το μήνα, συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ήπατος και θανάτου από χρόνια ηπατική νόσο. Περαιτέρω μελέτες είναι απαραίτητες για να επιβεβαιώσουν τα παραπάνω ευρήματα και να αναγνωρίσουν τα βιολογικά μονοπάτια αυτής της συσχέτισης.

 

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

Ο ημερήσιος αγωνιστής GLP-1 υποδοχέα Orforglipron σε ενήλικες με παχυσαρκία

Wharton S, Blevins T, Connery L, et al. Daily Oral GLP-1 Receptor Agonist Orforglipron for Adults with Obesity [published online ahead of print, 2023 Jun 23]. N Engl J Med. 2023;10.1056/NEJMoa2302392. doi:10.1056/NEJMoa2302392

 

Η παχυσαρκία είναι μείζων παράγοντας κινδύνου νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως. Περισσότερα δεδομένα απαιτούνται για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του μη-πεπτιδικού GLP-1RA orforglipron ως άπαξ ημερησίως θεραπεία για τη μείωση του βάρους σε ασθενείς με παχυσαρκία.

Σε αυτή τη φάσης 2,τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη, συμμετείχαν ασθενείς με παχυσαρκία, ή υπέρβαροι με τουλάχιστον μία σχετιζόμενη-με-το-βάρος κατάσταση, χωρίς διαβήτη. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν orforglipron σε μία εκ των τεσσάρων δόσεων (12, 24, 36, ή 45 mg) ή εικονικό φάρμακο άπαξ ημερησίως για τουλάχιστον 36 εβδομάδες. Η ποσοστιαία μεταβολή στο σωματικό βάρος από την έναρξη αξιολογήθηκε στις 26 εβδομάδες (πρωτογενές καταληκτικό σημείο) και στις 36 εβδομάδες (δευτερογενές καταληκτικό σημείο).

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 272 ασθενείς. Κατά την έναρξη, το μέσο σωματικό βάρος ήταν 108.7 κιλά, και ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (ΒΜΙ) ήταν 37.9. Στην εβδομάδα 26, η μέση μεταβολή στο σωματικό βάρος ήταν μεταξύ -8.6% και -12.6% στην ομάδα του orforglipron  και -2.0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στην εβδομάδα 36, η μέση μεταβολή ήταν μεταξύ -9.4% και -14.7% με το orforglipron και -2.3% με το εικονικό φάρμακο. Μείωση βάρους τουλάχιστον κατά 10% στην εβδομάδα 36 παρατηρήθηκε σε 46-75% των ασθενών που έλαβαν orforglipron, συγκριτικά με 9% σε όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η χρήση orforglipron οδήγησε σε βελτίωση σε όλες τις σχετιζόμενες-με-το-βάρος και καρδιομεταβολικές μεταβλητές. Οι πιο κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες στην ομάδα του orforglipron ήταν γαστρεντερικές, οι οποίες ήταν ήπιες προς μέτριες, συνέβησαν κυρίως κατά την τιτλοποίηση της δόσης, και οδήγησαν σε διακοπή του φαρμάκου σε 10-17% των συμμετεχόντων ανάλογα με το δοσολογικό σχήμα. Το προφίλ ασφάλειας του orforglipron ήταν ίδιο με αυτό των GLP-1RAs.

Συμπερασματικά, η ημερήσια από του στόματος χορήγηση orforglipron, ενός μη-πεπτιδικού GLP-1RA, συσχετίστηκε με απώλεια βάρους. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες με αυτές των ενέσιμων GLP-1RAs.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

Η εβδομαδιαία χορήγηση Icodec έναντι της γλαργινικής ινσουλίνης U100 σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 χωρίς προηγούμενη ινσουλινοθεραπεία

Rosenstock J, Bain SC, Gowda A, et al. Weekly Icodec versus Daily Glargine U100 in Type 2 Diabetes without Previous Insulin. N Engl J Med. 2023;389(4):297-308. doi:10.1056/NEJMoa2303208

 

Η ινσουλίνη icodec είναι ένα ανάλογο ινσουλίνης χορηγούμενο άπαξ εβδομαδιαίως για την αντιμετώπιση του διαβήτη.

Διεξήχθη μια ανοιχτή, treat-to-target μελέτη φάσης 3α, διάρκειας 78 εβδομάδων (συμπεριλαμβανομένης μιας κύριας φάσης 52 εβδομάδων και μιας φάσης παράτασης 26 εβδομάδων, όπως επίσης και μιας περιόδου παρακολούθησης 5 εβδομάδων) στην οποία συμμετείχαν ενήλικες ασθενείς με ΣΔ2 (Hba1c: 7-11%) οι οποίοι δεν είχαν λάβει στο παρελθόν ινσουλίνη. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν είτε ισνουλίνη icodec άπαξ εβδομαδιαίως είτε ημερήσια γλαργινική U100. Το πρωγογενές καταλητικό σημείο ήταν η μεταβολή στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη από την έναρξη ως την εβδομάδα 52, ενώ το επιβεβαιωτικό δευτερογενές καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό χρόνου σε τιμές γλυκόζης 70-180 mg/dl τις εβδομάδες 48 ως 52.

Σε κάθε ομάδα εντάχθηκαν 492 ασθενείς. Τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη ήταν παρόμοια και στις 2 ομάδες. Η μέση μείωση στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη στις 52 εβδομάδες με την icodec ήταν μεγαλύτερη συγκριτικά με τη γλαργινική U100 (άπό 8.50% σε 6.93% με την icodec [μέση μείωση, −1.55%] και από 8.44% σε 7.12% με τη γλαργίνη U100 [μέση μείωση, −1.35%]). Η υπολογιζόμενη μεταξύ των ομάδων διαφορά (−0.19%; 95% [CI], −0.36 με −0.03) επιβεβαίωση τη μη-κατωτερότητα (P<0.001) και την ανωτερότητα (P=0.02) της icodec. Το ποσοστό χρόνου στο εύρος 70-180 mg/dl ήταν σημαντικά ανώτερο με την icodec έναντι της γλαργινικής U100 (71.9% vs. 66.9%; υπολογιζόμενη διαφορά μεταξύ των ομάδων, 4.27% [95% CI, 1.92-6.62]; P<0.001), το οποίο επιβεβαίωσε την ανωτερότητα. Κλινικά σημαντική ή σοβαρή υπογλυκαιμία παρατηρήθηκε σε βαθμό 0.30 συμβάματα/ανθρωποέτος στην ομάδα της icodec και 0.16 συμβάματα/ανθρωποέτος στην ομάδα της γλαργινικής U100 στην εβδομάδα 52 (RR:1.64, 95% CI, 0.98-2.75) και ακριβώς η ίδια επίπτωση παρατηρήθηκε στην εβδομάδα 83 (RR: 1.63, 95% CI, 1.02-2.61). Δε διαπιστώθηκαν νέα ζητήματα ασφάλειας, και η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν ίδια μεταξύ των 2 ομάδων.

Συμπερασματικά, ο γλυκαιμικός έλεγχος ήταν σημαντικά ανώτερος με την εβδομαδιαία icodec έναντι της ημερήσιας γλαργινικής U100.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

Ο τριπλός ορμονικός αγωνιστής ρετατρουτίδη στην παχυσαρκία – Μια μελέτη φάσης 2

Jastreboff AM, Kaplan LM, Frías JP, et al. Triple-Hormone-Receptor Agonist Retatrutide for Obesity – A Phase 2 Trial. N Engl J Med. 2023;389(6):514-526. doi:10.1056/NEJMoa2301972

 

Η ρετατρουτίδη (LY3437943) είναι ένας αγωνιστής των υποδοχέων GIP, GLP-1 και γλυκαγόνης. Η δοσοεξαρτώμενη δράση της, οι ανεπιθύμητες ενέργειες, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά της για τη θεραπεία της παχυσαρκίας δεν είναι γνωστά.

Σε αυτή τη φάσης 2, διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη συμμετείχαν ασθενείς με δείκτη μάζας σώματος (BMI) 30 ή περισσότερο ή ασθενείς με ΒΜΙ 27-30 και μία σχετιζόμενη με το βάρος συννοσηρότητα. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1:1:1:1:2:2για να λάβουν υποδόρια ρετατρουτίδη (1 mg, 4 mg [αρχική δόση, 2 mg], 4 mg [αρχική δόση, 4 mg], 8 mg [αρχική δόση, 2 mg], 8 mg [αρχική δόση, 4 mg], or 12 mg [αρχική δόση, 2 mg]) ή εικονικό φάρμακο για 48 εβδομάδες. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν η ποσοστιαία μεταβολή του βάρους σώματος από την έναρξη μέχρι τις 24 εβδομάδες. Τα δευτερογενή καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν την ποσοστιαία μεταβολή του βάρους σώματος από την έναρξη μέχρι τις 48 εβδομάδες και τη μείωση κατά 5% ή περισσότερο, 10% ή περισσότερο, ή 15% ή περισσότερο. Αξιολογήθηκε επίσης η ασφάλεια.

Στρατολογήθηκαν 338 ενήλικες, 51.8% εκ των οποίων άνδρες. Η μέση μεταβολή στο σωματικό βάρος στις 24 εβδομάδες στην ομάδα της ρετατρουτίδης ήταν -7.2% στη δόση του 1 mg, -12.9% στη δόση των 4 mg, -17.3% στη δόση των 8 mg, και -17.5% στη δόση των 12 mg, συγκριτικά με -1.6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στις 48 εβδομάδες, η μέση μεταβολή στο σωματικό βάρος στην ομάδα της τετατρουτίδης ήταν -8.7% στη δόση του 1 mg, -17.1% στη δόση των 4 mg, -22.8% στη δόση των 8 mg, και -24.2% στη δόση των 12 mg, συγκριτικά με -2.1% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στις 48 εβδομάδες, μείωση βάρους 5% ή περισσότερο, 10% ή περισσότερο, και 15% ή περισσότερο παρατηρήθηκε στο 92%, 75% και 60%,αντιστοίχως, στους ασθενείς που έλαβαν 4 mg ρετατρουτίδης, 100%, 91% και 75% στους ασθενείς που έλαβαν 8 mg, 100%, 93% και 83% στους ασθενείς που έλαβαν 12 mg, και 27%, 9% και 2% σε όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι πιο κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες στην ομάδα της ρετατρουτίδης ήταν γαστρεντερικές, δοσοεξαρτώμενες, ήπιας προς μέτριας βαρύτητας, και αμβλύνθηκαν εν μέρει με χαμηλότερη δόση έναρξης (2 mg vs. 4 mg). Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις του καρδιακού ρυθμού κορυφώθηκαν στις 24 εβδομάδες και μειώθηκαν έπειτα.

Συμπερασματικά, σε ενήλικες με παχυσαρκία, η θεραπεία με ρετατρουτίδη για 48 εβδομάδες οδήγησε σε σημαντικές μειώσεις στο σωματικό βάρος.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

Plant-Based Διατροφή και Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2

Ντοά Ευαγγελία1, Παπαμιχάλη Ισιδώρα1, Σημαντηράκη Μαρία1

1Τμήμα Διατροφής, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) αποτελεί μία παγκόσμια επιδημία, η οποία κατά κύριο λόγο οφείλεται στα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας. Ο επιπολασμός του διαβήτη έχει ανέλθει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες λόγω αλλαγών στην διατροφική συμπεριφορά των ανθρώπων. Συγκεκριμένα, η μειωμένη κατανάλωση λαχανικών, φρούτων και οσπρίων, σε συνδυασμό με την αυξημένη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, προϊόντων ζωικής προέλευσης και ζαχαρούχων ποτών, φαίνεται να αποτελούν τα βασικότερα αίτια της ραγδαίας αύξησης των περιστατικών ΣΔτ2 διεθνώς.

Την τελευταία δεκαετία, οι «plant-based» δίαιτες έχουν συσχετιστεί με πολλαπλά οφέλη για την υγεία, όπως είναι η βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης, της δυσλιπιδαιμίας, της υπέρτασης και της παχυσαρκίας. Αυτά οφείλονται στην υψηλή πρόσληψη φρούτων και λαχανικών, διαιτητικών ινών, αντιοξειδωτικών και φυτοχημικών, στην χαμηλή κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών και στην υψηλή πρόσληψη φυτικής πρωτεΐνης.

Όσον αφορά την πρόληψη και αντιμετώπιση του ΣΔτ2, η φυτική διατροφή έχει συσχετιστεί με χαμηλότερο επιπολασμό ΣΔτ2, σε σύγκριση με μη χορτοφαγικές δίαιτες, κυρίως λόγω της αποτελεσματικής διαχείρισης του σωματικού βάρους καθώς χαρακτηρίζεται από μειωμένη θερμιδική πυκνότητα και πρόσληψη χοληστερόλης. Σε μια μελέτη του Χάρβαρντ με περισσότερους από 200.000 συμμετέχοντες, 16.162 άτομα ανέπτυξαν διαβήτη κατά την διάρκεια της παρακολούθησης. Αναφέρθηκε ότι όταν οι συμμετέχοντες υιοθέτησαν ένα φυτικό διατροφικό πρόγραμμα, με βάση τα δημητριακά ολικής άλεσης, τα φρούτα και τα λαχανικά, χαμηλό σε επεξεργασμένα δημητριακά, ζαχαρούχα ποτά και κρέας, ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη μειώθηκε κατά 34%.

Επιπρόσθετα, σε μια πρόσφατη μετα-ανάλυση φάνηκε ότι ο κίνδυνος για ΣΔτ2 μειώθηκε έως και 81% έπειτα από υψηλή κατανάλωση φυτικών τροφίμων και ταυτόχρονη αποφυγή τροφίμων ζωικής προέλευσης και επεξεργασμένων τροφίμων. Η κατανάλωση κρέατος αποδεδειγμένα αυξάνει τον κίνδυνο διαβήτη. Σε μία άλλη έρευνα παρατηρήθηκε ότι η κατανάλωση ζωικής πρωτεϊνης οδήγησε σε υψηλότερη επίπτωση του ΣΔτ2. Οι ερευνητές διαπίστωσαν, επίσης, ότι η αντικατάσταση του 5% της ενεργειακής πρόσληψης με φυτικές πρωτεΐνες σχετίζεται με  μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔτ2 κατά 23%.

Στοιχεία από μελέτες παρατήρησης και μελέτες παρέμβασης αναδεικνύουν τα οφέλη της φυτικής διατροφής και στην αντιμετώπιση των βασικών μακροαγγειακών και μικροαγγειακών επιπλοκών του ΣΔτ2. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, αύξηση της κατανάλωσης φυτικών πρωτεΐνών συσχετίζεται με μείωση του κινδύνου για θνησιμότητα. Ακόμη, η plant-based διατροφή έχει ευεργετική επίδραση στην νευροπάθεια σε διαβητικά άτομα. Η επίδραση μιας φυτικής διατροφής στη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια δεν έχει μελετηθεί ακόμα διεξοδικά.

Ωστόσο, φαίνεται να είναι αποτελεσματική στον έλεγχο των παραγόντων κινδύνου εμφάνισης αμφιβληστροειδοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της γλυκαιμίας, της αρτηριακής πίεσης και των λιπιδίων.

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα είναι μία από τις κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως σε ασθενείς με ΣΔτ2. Μελέτες έχουν δείξει ότι μια χορτοφαγική δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά μπορεί να μειώσει δραστικά την ολική χοληστερόλη και την LDL χοληστερόλη μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων. Από μελέτη που διεξήχθη, το 89% των προσκολλημένων ασθενών σε μια δίαιτα με βάση φυτά (χωρίς κρέας, πουλερικά, ψάρια κτλ), το ποσοστό καρδιαγγειακών συμβάντων ήταν ασυνήθιστα χαμηλό: 0,6% έναντι του 62% μεταξύ της ομάδας των μη συμμορφούμενων ασθενών.

Συμπερασματικά, ο ΣΔτ2 αποτελεί μία παγκόσμια επιδημία και ο επιπολασμός του έχει ανέλθει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες εξαιτίας των διαφόρων αλλαγών στην διατροφική συμπεριφορά των ανθρώπων. Τα τελευταία χρόνια, ένας πολλά υποσχόμενος τρόπος διατροφικής διαχείρισης και αντιμετώπισης του ΣΔτ2 είναι η plant-based διατροφή. Αυτή έχει συσχετιστεί με μειωμένα ποσοστά παχυσαρκίας, υπέρτασης, υπεριλιπιδαιμίας, καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου. Τέλος, δεδομένα υποστηρίζουν ότι η φυτική διατροφή συμβάλλει στη βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης και στην μείωση των βασικών μακροαγγειακών και μικροαγγειακών επιπλοκών του ΣΔτ2. Συνεπώς, από τα παραπάνω γίνεται κατανοητή η σημαντική επίδραση της φυτικής διατροφής στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του ΣΔτ2 και των συννοσηροτήτων του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adeva-Andany MM, González-Lucán M, Fernández-Fernández C, Carneiro-Freire N, Seco-Filgueira M, Pedre-Piñeiro AM. Effect of diet composition on insulin sensitivity in humans. Clin Nutr ESPEN. 2019 Oct;33:29-38. doi: 10.1016/j.clnesp.2019.05.014. Epub 2019 Jun 6. PMID: 31451269.

Ivanova S, Delattre C, Karcheva-Bahchevanska D, Benbasat N, Nalbantova V, Ivanov K. Plant-Based Diet as a Strategy for Weight Control. Foods. 2021 Dec 8;10(12):3052. doi: 10.3390/foods10123052. PMID: 34945602; PMCID: PMC8701327.

Jardine MA, Kahleova H, Levin SM, Ali Z, Trapp CB, Barnard ND. Perspective: Plant-Based Eating Pattern for Type 2 Diabetes Prevention and Treatment: Efficacy, Mechanisms, and Practical Considerations. Adv Nutr. 2021 Dec 1;12(6):2045-2055. doi: 10.1093/advances/nmab063. PMID: 34113961; PMCID: PMC8634508.

Kahleova, H., Hill, M., & Pelikánova, T. (2014). Vegetarian vs. conventional diabetic diet – A 1-year follow-up. Cor et Vasa, 56(2), e140–e144. doi:10.1016/j.crvasa.2013.12.004

Kashyap, A., Mackay, A., Carter, B., Fyfe, C. L., Johnstone, A. M., & Myint, P. K. (2022). Investigating the Effectiveness of Very Low-Calorie Diets and Low-Fat Vegan Diets on Weight and Glycemic Markers in Type 2 Diabetes Mellitus: A Systematic Review and Meta-Analysis. Nutrients14(22), 4870. https://doi.org/10.3390/nu14224870

Lee Y, Park K. Adherence to a Vegetarian Diet and Diabetes Risk: A Systematic Review and Meta-Analysis of Observational Studies. Nutrients. 2017; 9(6):603. https://doi.org/10.3390/nu9060603

McMacken M, Shah S. A plant-based diet for the prevention and treatment of type 2 diabetes. J Geriatr Cardiol. 2017 May;14(5):342-354. doi: 10.11909/j.issn.1671-5411.2017.05.009. PMID: 28630614; PMCID: PMC5466941.

Olfert MD, Wattick RA. Vegetarian Diets and the Risk of Diabetes. Curr Diab Rep. 2018 Sep 18;18(11):101. doi: 10.1007/s11892-018-1070-9. PMID: 30229314; PMCID: PMC6153574.

Qian, F., Liu, G., Hu, F. B., Bhupathiraju, S. N., & Sun, Q. (2019). Association Between Plant-Based Dietary Patterns and Risk of Type 2 Diabetes: A Systematic Review and Meta-analysis. JAMA internal medicine179(10), 1335–1344. https://doi.org/10.1001/jamainternmed.2019.2195

Eπίπτωση, σοβαρότητα και εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στους νέους κατά τη διάρκεια του πρώτου και δεύτερου έτους της πανδημίας Covid-19

Sabitha Sasidharan Pillai et al. Diabetes Care 2023;46:953–958

 

ΣΚΟΠΟΣ

Η περιγραφή της επίδρασης της πανδημίας Covid-19 στην επίπτωση και εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στα παιδιά.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

Αναδρομική ανασκόπηση του ιατρικού μητρώου των νέων με νεοεμφανιζόμενο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 για σύγκριση της περιόδου πριν την πανδημία (1 Ιανουαρίου 2017-29 Φεβρουαρίου 2020) με το πρώτο (1 Μαρτίου 2020-31 Δεκεμβρίου 2020) και δεύτερο έτος (1 Iανουαρίου 2021-31 Δεκεμβρίου 2021) της πανδημίας.

AΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η ετήσια επίπτωση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 σχεδόν τριπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενώ παρατηρήθηκε 61% αύξηση το δεύτερο έναντι του πρώτου έτους μετά την πανδημία. Ο ΔΜΣ αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας (129% στο 95ο εκατοστημόριο έναντι 141%, p = 0,02). Kατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της πανδημίας, οι ασθενείς ήταν νεότεροι (12,9 έτη έναντι 14,8, p<0,001) και διαπιστώθηκε υψηλότερη επίπτωση διαβητικής κετοξέωσης και/ή υπεργλυκαιμικού υπερωσμωτικού συνδρόμου (20% έναντι 3,5%, P = 0, 02), συγκριτικά με την περίοδο πριν την πανδημία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να γνωρίζουν την αύξηση της επίπτωσης του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στις νεαρές ηλικίες, προκειμένου να γίνει έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου