Η σχέση του κλινικού οφέλους που προκύπτει από αύξηση της HDL σε σχέση με τα αρχικά επίπεδα της LDL σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο (από τη μελέτη Bezafibrate Infarction Prevention Trial).

Goldenberg I, Benderly M, Sidi R, Boyko V, Tenenbaum A, Tanne D, Behar S.

Relation of clinical benefit of raising high-density lipoprotein cholesterol to serum levels of low-density lipoprotein cholesterol in patients with coronary heart disease (from the Bezafibrate Infarction Prevention Trial). Am J Cardiol 2009; 103: 41-5.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα χαμηλά επίπεδα HDL θεωρούνται ισχυρός ανεξάρτητος προγνωστικός παράγων κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα. Η παρούσα μελέτη σχεδιάστηκε για να εκτιμηθεί η σχέση του κλινικού οφέλους που θα προέκυπτε από αύξηση της HDL ανάλογα με τα επίπεδα της LDL που είχαν ασθενείς με στεφανιαία νόσο κατά την ένταξη σε μελέτη θεραπευτικής παρέμβασης για την HDL και τα τριγλυκερίδια. Τα επίπεδα της LDL κατά την ένταξη κατηγοριοποιήθηκαν με βάση τα κριτήρια του National Cholesterol Education Program Adult Treatment Panel III. Ως χαμηλά ορίστηκαν επίπεδα LDL <=129 mg/dl, ως ενδιάμεσα επίπεδα LDL 130-159 mg/dl και ως υψηλά, επίπεδα LDL >=160 mg/dl. Ο κίνδυνος εμφάνισης μείζονος καρδιαγγειακού συμβάματος (ως τέτοιο στην παρούσα μελέτη ορίστηκε το ΟΕΜ ή ο θάνατος από καρδιακό αίτιο) κατά τη (διάμεση) διάρκεια 7,9 ετών παρακολούθησης σε 3.020 ασθενείς με στεφανιαία νόσο που συμμετείχαν στη μελέτη Bezafibrate Infarction Prevention (BIP) trial σχετιζόταν με τις μεταβολές στα επίπεδα των λιπιδίων κατά τη διάρκεια της μελέτης. 

 Η πολυπαραγοντική ανάλυση κατέδειξε ότι το όφελος από την άνοδο της HDL ήταν εμφανέστερο σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα LDL (<=129 mg/dl) κατά την ένταξη (μείωση του κινδύνου κατά 29% ανά 5 mg/dl αύξηση της HDL, p = 0.02). Το όφελος από την άνοδο της HDL ήταν ενδιάμεσο σε ασθενείς με «ενδιάμεσα» επίπεδα LDL (130 – 159 mg/dl) (μείωση του κινδύνου κατά 13% ανά 5 mg/dl αύξηση της HDL, p = 0.03). Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντικό όφελος από την άνοδο της HDL σε ασθενείς με υψηλά επίπεδα LDL (>=160 mg/dl) (hazard ratio 0.94, 95% confidence interval 0.75 έως 1.17, p = 0.14). 

 Παρεμφερής σχέση δείχθηκε μεταξύ μείωσης των τριγλυκεριδίων και κλινικού οφέλους. Συμπερασματικά, τα δεδομένα αυτά υποδηλώνουν ότι η κλινική απάντηση στην τροποποίηση της HDL και των τριγλυκεριδίων είναι αντιστρόφως ανάλογη των επιπέδων της LDL στο ξεκίνημα της αγωγής. Έτσι η συνδυαστική εκτίμηση των επιπέδων των λιπιδίων στο ξεκίνημα της αγωγής και κατά τη διάρκειά της σε ασθενείς με καρδιαγγειακά νοσήματα μπορεί να δώσει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη δευτερογενή πρόληψη που βασίζεται κυρίως στην τροποποίηση της LDL.

Η χρησιμότητα της φαρμακευτικής δοκιμασίας με ντοβουταμίνη για τη διαστρωμάτωση του κινδύνου σε ασυμπτωματικούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

Stressechocardiography for risk stratification of asymptomatic patients with type 2 diabetes mellitus. 


Fateh-Moghadam S, Reuter T, Htun P
, Plöckinger U, Dietz R, Bocksch W. 



Int J Cardiol 2009; 131:288-90.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου
 
 Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η χρησιμότητα της φαρμακευτικής δοκιμασίας με ντοβουταμίνη (stressechocardiography, SE) για τη διαστρωμάτωση του κινδύνου σε ασυμπτωματικούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2), οι οποίοι δεν είχαν γνωστή στεφανιαία νόσο. Μελετήθηκαν 211 ασυμπτωματικοί ασθενείς με ΣΔΤ2, εκ των οποίων 177 υποβλήθηκαν σε κλασσική δοκιμασία κοπώσεως σε τάπητα και 34 σε SE, με βάση τις κλασικές ενδείξεις κάθε μεθόδου. Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για 11+/-2 μήνες.
 Ως πρωτογενές καταληκτικό σημείο θεωρήθηκε η εμφάνιση οποιουδήποτε μείζονος καρδιαγγειακού συμβάματος, δηλαδή θανάτου, μη θανατηφόρου ΟΕΜ, επέμβαση επαναγγείωσης των στεφανιαίων, ΑΕΕ, οξεία ισχαιμία κάτω άκρων. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, 39 ασθενείς εμφάνισαν κάποιο από τα προαναφερθέντα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα.
 Η SE ανίχνευσε σωστά 33 από τους 39 αυτούς ασθενείς, δείχνοντας σιωπηλή ισχαιμία πριν την εμφάνιση του συμβάματος. Σε ένα μοντέλο πολλαπλής λογιστικής εξάρτησης, η θετική SE φάνηκε να είναι ανεξάρτητος προγνωστικός παράγων εμφάνισης μείζονος καρδιαγγειακού συμβάματος εντός 11+/-2 μηνών. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η φαρμακευτική δοκιμασία με ντοβουταμίνη αποτελεί ένα αποτελεσματικό εργαλείο για τη διαστρωμάτωση του κινδύνου σε ασυμπτωματικούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

Συγχρονική συσχέτιση της κατανάλωσης ψαριών με τη λευκωματουρία. Η μελέτη European Prospective Investigation of Cancer-Norfolk Study.

Lee CT, Adler AI, Forouhi NG, Luben R, Welch A, Khaw KT, Bingham S, Wareham NJ. Cross-sectional association between fish consumption and albuminuria: the European Prospective Investigation of Cancer-Norfolk Study.

Am J Kidney Dis 2008; 52:876-86.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου


ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Είναι γνωστός ο ευνοϊκός, για τη ρύθμιση του διαβήτη και των επιπλοκών του, ρόλος της κατανάλωσης ιχθύων και ιχθυελαίων. Ο σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να εξεταστεί η συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης ψαριών με τη λευκωματουρία σε άτομα με ή χωρίς διαβήτη. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ: Πρόκειται για συγχρονική μελέτη στα πλαίσια της πληθυσμιακής Ευρωπαικής μελέτης European Prospective Investigation of Cancer-Norfolk.

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ: 22.384 άνδρες και γυναίκες, από τους οποίους οι 517 είχαν διαβήτη κατά αναφορά τους και 21.867 δεν είχαν.

ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ: Η κατανάλωση ψαριών μετρήθηκε με τη χρήση ημιποσοτικού διαιτολογικού ερωτηματολογίου και ταξινομήθηκε σε μικρότερη της μίας, 1 έως 2 και περισσότερες των 2 μερίδων την εβδομάδα. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ως μικρολευκωματινουρία ορίστηκε λόγος λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων >= 2,5 έως 24,9 και ως λευκωματουρία τιμές λόγου >= 25 mg/mmol.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ο επιπολασμός της μικρολευκωματινουρίας ήταν 22,6% στα άτομα με διαβήτη και 11.4% στα άτομα χωρίς διαβήτη. Ο επιπολασμός της λευκωματουρία ήταν 8,3% και 0,6%, αντίστοιχα. Η κατανάλωση ψαριών συσχετιζόταν με μικρότερο κίνδυνο λευκωματουρίας στα άτομα με διαβήτη (odds ratio, 0.22, >2 έναντι <1 μερίδας/εβδομάδα; 95% confidence interval, 0.07 έως 0.70; P= 0.009). Η συσχέτιση αυτή δεν παρατηρήθηκε σε ασθενείς με διαβήτη και μικρολευκωματινουρία ούτε στα άτομα χωρίς διαβήτη. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ: Η συγχρονική φύση της μελέτη. Η αυτοαναφορά της ύπαρξης διαβήτη και της κατανάλωσης ψαριών.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Μεγαλύτερη κατανάλωση ψαριών σχετιζόταν με μικρότερο κίνδυνο λευκωματουρίας σε έναν πληθυσμό με διαβήτη. Τα ευρήματα αυτά χρήζουν επιβεβαίωσης με προοπτικές μελέτες και μελέτες παρέμβασης και υποδηλώνουν ότι η κατανάλωση ψαριών μπορεί να είναι ευνοϊκή για τη λευκωματουρία στα άτομα με διαβήτη.

Έκπτωση των νοητικών λειτουργιών: μια ολοένα αυξανόμενης σημασίας επιπλοκή του σακχαρώδη διαβήτη. Εκτύπωση Η μελέτη του Reykjavik για τη ευπάθεια προς τη νόσο και τη σχέση της με την ηλικία, τα γονίδια και το περιβάλλον.

Saczynski JS, Jónsdóttir MK, Garcia ME, Jonsson PV, Peila R, Eiriksdottir G, Olafsdottir E, Harris TB, Gudnason V, Launer LJ. Cognitive impairment: an increasingly important complication of type 2 diabetes: the age, gene/environment susceptibility—Reykjavik study.

Am J Epidemiol 2008;168:1132-9.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών. Δεν είναι πολλά γνωστά για το ποιες λειτουργίες επηρεάζονται κυρίως και για το πώς συσχετίζονται με τις νοητικές λειτουργίες ο αδιάγνωστος διαβήτης καθώς και η διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας. Οι συγγραφείς ερευνούν αυτό το ερώτημα, χρησιμοποιώντας δεδομένα από 1.917 άνδρες και γυναίκες χωρίς άνοια με μέση ηλικία τα 76 έτη. Η μελέτη αυτή αποτελεί τμήμα της πληθυσμιακής μελέτης του Reykjavik για τη ευπάθεια προς τη νόσο και τη σχέση της με την ηλικία, τα γονίδια και το περιβάλλον (2002-2006). Οι ομάδες που μελετήθηκαν ήταν: άτομα με γνωστό διαβήτη ν = 163 (8.5%), αδιάγνωστο διαβήτη (γλυκόζη νηστείας >=7.0 mmol/L, ν = 55 (2.9%), και διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας (γλυκόζη νηστείας 5.6-6.9 mmol/L, ν = 744 (38.8%). Εκτιμήθηκαν η μνήμη, η ομιλία και η εκτέλεση οδηγιών. Έγινε εξομοίωση για παράγοντες δημογραφικούς και γενικότερης υγείας. Τα άτομα με διαγνωσμένο διαβήτη είχαν βραδύτερη ομιλία σε σχέση με άτομα με ευγλυκαιμία (beta = -0.12; P < 0.05). Διάρκεια διαβήτη >=15 ετών σχετιζόταν με σημαντικά πτωχότερη ομιλία και ικανότητα εκτέλεσης οδηγιών. Οι ασθενείς με αδιάγνωστο διαβήτη είχαν πτωχότερη ομιλία (beta = -0.22; P < 0.01) και μνήμη (beta = -0.22; P < 0.05) σε σχέση με άτομα με ευγλυκαιμία. Συμπέρασμα: Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 έχουν έκπτωση των νοητικών λειτουργιών συγκρινόμενοι με άτομα με ευγλυκαιμία. Το ίδιο ισχύει και για άτομα με αδιάγνωστο διαβήτη.

 

Τροποποίηση του αλγορίθμου για τη θεραπεία του σακχαρώδη τύπου 2 κατόπιν ομόφωνης άποψης της Ευρωπαϊκής και της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας.

Nathan DM, Buse JB, Davidson MB, Ferrannini E, Holman RR, Sherwin R, Zinman B. Medical Management of Hyperglycemia in Type 2 Diabetes: a Consensus Algorithm for the Initiation and Adjustment of Therapy. A Consensus statement of the American Diabetes Association and the European Association for the Study of Diabetes.

Diabetes Care; 31: 1-11

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα σημαντικά δεδομένα που προκύπτουν από τον αναθεωρημένο αλγόριθμο είναι τα εξής:

  1. Τονίζεται η σημασία της επίτευξης χαμηλών τιμών γλυκαιμίας ήδη από την αρχή, έτσι ώστε να διατηρηθεί η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη σε χαμηλότερα επίπεδα μακροχρόνια, με συνέπεια μείωση της συχνότητας των χρόνιων επιπλοκών του διαβήτη.
  2. Η χρήση μετφορμίνης θεωρείται ασφαλής μέχρι τιμές υπολογιζομένης κάθαρσης κρεατινίνης 30 ml/min.
  3. Η θεραπευτική απόδοση των δεύτερης γενεάς σουλφονυλουριών σε υπομέγιστες δόσεις θεωρείται περίπου πλήρης. Έτσι συνιστάται γενικώς η αποφυγή τιτλοποίησης των φαρμάκων αυτών μέχρι τη μεγίστη δόση. Οι σουλφονυλουρίες δεύτερης γενεάς αναφέρεται ότι πρέπει να προτιμώνται έναντι των παλαιοτέρων, για λόγους πρόληψης σοβαρών υπογλυκαιμικών επεισοδίων.
  4. Η χρήση της ροσιγλιταζόνης συνιστάται να αποφεύγεται.
  5. Όταν εφαρμόζεται ισουλινοθεραπεία, μετά το βήμα χορήγησης βασικής ινσουλίνης μία φορά την ημέρα και σε περίπτωση μη επίτευξης του στόχου HbA1c <7%, συνιστάται ο έλεγχος τιμών τριχοειδικού αίματος προ γεύματος, προ δείπνου και προ ύπνου. Αν οι τιμές αυτές βρεθούν εκτός στόχων, συνιστάται αντίστοιχα η χορήγηση ινσουλίνης ως εξής:
    1. Αν η προ γεύματος τιμή είναι υψηλή, χορήγηση ταχέως δρώσης ινσουλίνης στο πρόγευμα
    2. Αν η προ δείπνου τιμή είναι υψηλή, χορήγηση ταχέως δρώσης ινσουλίνης στο γεύμα ή ΝΡΗ στο πρόγευμα.
    3. Αν η προ ύπνου τιμή είναι υψηλή, χορήγηση ταχέως δρώσης ινσουλίνης στο δείπνο.


      Συνεχίζει η μέτρηση και στόχευση των προγευματικών τιμών, και μόνο αν αυτές είναι εντός στόχου και η HbA1c >7%, συνιστάται να γίνεται έλεγχος των μεταγευματικών τιμών τριχοειδικού αίματος και τιτλοποίηση των δόσεων της γευματικής ινσουλίνης.

  6. Η χορήγηση της μετφορμίνης συνιστάται να γίνεται προγευματικά, σε αντίθεση με όσα αναγράφονατι στο φυλλάδιο οδηγιών του φαρμάκου!
  7. Θεωρείται ότι όσοι ασθενείς λαμβάνουν από του στόματος αγωγή τέτοια που δεν προκαλεί υπογλυκαιμία, μπορούν να μην προβαίνουν σε αυτοέλεγχο του σακχάρου τριχοειδικού αίματος
  8. Η επιθετική αντιμετώπιση της υπεργλυκαιμίας, ιδίως με ινσουλινοθεραπεία, κατά τη νεοδιάγνωση του διαβήτη τύπου 2, μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη ύφεση της νόσου, δηλαδή σε ευγλυκαιμία για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τη χρήση αγωγής.
  9. Στον αλγόριθμο δεν περιλαμβάνονται οι αγωνιστές της αμυλίνης, οι αναστολείς της α-γλυκοσιδάσης και οι αναστολείς του DPP-4, λόγω του ότι έχουν ισοδύναμη ή και κατώτερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με τα φάρμακα που περιλαμβάνονται. Η χρήση των προαναφερομένων φαρμάκων συνιστάται σε εξατομικευμένες περιπτώσεις.
  10. Στον αλγόριθμο, στο πρώτο θεραπευτικό βήμα, μαζί με τις αλλαγές του τρόπου ζωής, συνιστάται η χορήγηση μετφορμίνης και εν συνεχεία, επί μη επιτεύξεως HbA1c <7%, η προσθήκη βασικής ινσουλίνης ή σουλφονυλουριών. Μετά αποτυχία και αυτού του σχήματος, συνιστάται η εντατικοποιημένη ινσουλινυθεραπεία.
  11. Ως λιγότερο μελετημένης και τεκμηριωμένης αποτελεσματικότητας θεραπευτικές επιλογές θεωρούνται η προσθήκη πιογλιταζόνης ή μιμιτικών του GLP μετά το πρώτο θεραπευτικό βήμα (των αλλαγών του τρόπου ζωής σε συνδυασμό με μετφορμίνη). Εν συνεχεία, επί μη επιτεύξεως HbA1c <7%, συνιστάται η προσθήκη σουλφονυλουριών στην πιογλιταζόνη ή η αντικατάσταση όλων από βασική ινουλίνη μαζί με τη μετφορμίνη και τη συνέχιση των υγιεινοδιαιτητικών μέτρων.
  12. Όταν υπάρχει σοβαρά απορυθμισμένος διαβήτης με ενδείξεις καταβολισμού συνιστάται να γίνεται έναρξη ινσουλινοθεραπείας μαζί με αλλαγές του τρόπου ζωής. Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται μέχρις ομαλοποιήσεως της κατάστασης και μετά να γίνεται δοκιμή χορήγησης από του στόματος αγωγής.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ: Πρέπει να είναι σαφές ότι παρότι οι θέσεις αυτές αποτελούν ομόφωνη τοποθέτηση δύο κορυφαίων Διαβητολογικών Εταιρειών, συνιστούν έναν απλό θεραπευτικό αλγόριθμο, που δημοσιεύτηκε με σκοπό να βοηθηθούν οι γιατροί στην αντιμετώπιση ασθενών με διαβήτη τύπου 2. Άλλες του θέσεις, όσες είναι στηριγμένες σε ισχυρά τεκμήρια, θα βρουν σύμφωνη την πλειοψηφία των ιατρών και αργά ή γρήγορα θα περάσουν στα εγχειρίδια θεραπευτικής του διαβήτη, άλλες ίσως όχι. Δεν αποτελούν πάντως σε καμία περίπτωση απόλυτους-απαραβίαστους κανόνες. Ο χρυσούς κανόνας της θεραπευτικής παραμένει η εξατομίκευση της αγωγής, σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε ασθενούς.

Μεταβολικοί φαινότυποι, αγγειακές επιπλοκές και πρώιμοι θάνατοι σε ένα πληθυσμό 4197 ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

Mäkinen VP, Forsblom C, Thorn LM, Wadén J, Gordin D, Heikkilä O, Hietala K, Kyllönen L, Kytö J, Rosengård-Bärlund M, Saraheimo M, Tolonen N, Parkkonen M, Kaski K, Ala-Korpela M, Groop PH; FinnDiane Study Group. Metabolic phenotypes, vascular complications and premature deaths in a population of 4197 patients with type 1 diabetes.

Diabetes 2008; 57(9): 2480-7.


Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

ΣΚΟΠΟΣ: Ο πτωχός γλυκαιμικός έλεγχος, τα αυξημένα τριγλυκερίδια και η λευκωματινουρία συσχετίζονται με αγγειακές επιπλοκές στο διαβήτη. Παρόλα αυτά, υπάρχουν λίγες μελέτες που να εξετάζουν τη συσχέτιση της συνολικής κατάστασης των ασθενών (μεταβολικοί δείκτες, διαβητική νεφρική νόσος, αμφιβληστροειδοπάθεια, παχυσαρκία, υπέρταση) με τη θνησιμότητα. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αποκαλύψει άγνωστες μέχρι τώρα συσχετίσεις μεταξύ κλινικών διαγνώσεων και βιοχημικών εικόνων στη βάση δεδομένων FinnDiane. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ: Κατά την ένταξη συλλέχτηκαν κλινικά στοιχεία από τους φακέλους, οροί και δείγματα 24-h συλλογής ούρων από 2173 άνδρες και 2024 γυναίκες ασθενείς με διαβήτη τύπου 1. Τα στοιχεία συγκρίθηκαν με την ολική θνησιμότητα μετά περίοδο παρακολούθησης 6,5 ετών, κατά τη διάρκεια της οποίας συνέβησαν 295 θάνατοι. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας σχετίζονταν με προχωρημένη διαβητική νεφρική νόσο. Στους άλλους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονταν: 1) μία συνολική κατάσταση χαρακτηριζόμενη από αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης, κοιλιακή παχυσαρκία, υψηλή χοληστερόλη και τριγλυκερίδια και χαμηλή HDL και 2) η υψηλή LDL χοληστερόλη σε γηραιότερους ασθενείς. Ο υψηλότερος σχετικός κίνδυνος θανάτου ήταν 10,1 (95% CI 7,3-13,1) για τους άνδρες και 10,7 (7,9-13,7) για τις γυναίκες. Μη σημαντικός κίνδυνος παρατηρήθηκε όταν συνυπήρχε καλός γλυκαιμικός έλεγχος και υψηλή HDL, ή χαμηλή ολική χοληστερόλη και μικρή διάρκεια διαβήτη. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ύπαρξη σακχαρώδη διαβήτη δεν αποτελεί από μόνη της παράγοντα κινδύνου για αυξημένη θνησιμότητα όταν δεν υπάρχει δυσμενής μεταβολικός φαινότυπος στους ασθενείς.


ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ: Γνωρίζουμε ότι με την καλή ρύθμιση του ΣΔ Τ 1 μειώνεται ο κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών. Αν θεωρήσουμε, με βάση τα ευρήματα της παραπάνω μελέτης, ότι ο ανεπίπλεκτος ΣΔ Τ1 δεν σχετίζεται με αυξημένη θνησιμότητα, έχουμε κάθε λόγο να προσπαθούμε για την όσο το δυνατόν καλλίτερη ρύθμιση των ασθενών μας και διαθέτουμε επίσης το καλλίτερο επιχείρημα για να τους ενισχύσουμε στην προσωπική τους προσπάθεια για καλλίτερη ρύθμιση.

 

Η πρόληψη της προόδου της αρτηριακής νόσου και ο διαβήτης: Ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη της ασπιρίνης και των αντιοξειδωτικών σε ασθενείς με διαβήτη και ασυμπτωματική περιφερική αγγειακή νόσο (Μελέτη POPADAD).

Jill Belch, Angus MacCuish, Iain Campbell, Stuart Cobbe, Roy Taylor, Robin Prescott, et al. The prevention of progression of arterial disease and diabetes (POPADAD) trial: factorial randomised placebo controlled trial of aspirin and antioxidants in patients with diabetes and asymptomatic peripheral arterial disease

BMJ 2008;337;a1840. doi:10.1136/bmj.a1840


Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

ΣΚΟΠΟΣ της μελέτης ήταν να διευκρινιστεί αν η θεραπεία με αντιοξειδωτικά και ασπιρίνη, μόνα ή σε συνδυασμό είναι πιο αποτελεσματική από το εικονικό φάρμακο στο να μειώνει την εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με διαβήτη και ασυμπτωματική περιφερική αγγειακή νόσο. Πρόκειται για μελέτη  πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, 2Χ2 και ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, που διεξήχθη σε 16 νοσοκομεία. Συμμετείχαν 1276 άτομα άνω των 40 ετών με διαβήτη Τ1 ή Τ2 και σφυρο-βραχιόνιο δείκτη πιέσεως 0,99 ή μικρότερο, αλλά χωρίς συμπτωματική καρδιαγγειακή νόσο. Τριακόσιοι είκοσι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν 100mg ασπιρίνης και κάψουλα με αντιοξειδωτικά, 318 να λάβουν ασπιρίνη και εικονικό φάρμακο, 320 κάψουλα με αντιοξειδωτικά και εικονικό φάρμακο και 318 να λάβουν δισκίο και κάψουλα με εικονικό φάρμακο. Πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν ο θάνατος από στεφανιαία νόσο ή ΑΕΕ, το μη θανατηφόρο ΟΕΜ ή ΑΕΕ ή ο ακρωτηριασμός.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Δεν βρέθηκε αλληλεπίδραση μεταξύ ασπιρίνης και αντιοξειδωτικών. Μετά από 7 έτη παρακολούθησης, συνολικά 116 από τα 638 συμβάματα που ανήκαν στο πρωτογενές καταληκτικό σημείο συνέβησαν στην ομάδα ατόμων που λάμβανε ασπιρίνη, 117 σε όσους δεν ελάμβαναν ασπιρίνη (18,2 έναντι 18,3%, λόγος σχετικών κινδύνων 0,98, 95% confidence interval 0,76 έως 1,26). Σαράντα τρεις θάνατοι εξαιτίας στεφανιαίας νόσου ή ΑΕΕ συνέβησαν στην ομάδα ατόμων που λάμβανε ασπιρίνη και 35 σε όσους δεν ελάμβαναν ασπιρίνη (6,7 έναντι 5,5%, λόγος σχετικών κινδύνων 1,23, 95% confidence interval 0,79 έως 1,93). Επίσης 117 από τα 640 (18,3%) συμβάματα που ανήκαν στο πρωτογενές καταληκτικό σημείο συνέβησαν στην ομάδα ατόμων που λάμβανε ασπιρίνη σε σύγκριση με τα 116 από τα 636 (18,2%) σε όσους δεν ελάμβαναν αντιοξειδωτικά. Σαράντα δύο θάνατοι εξαιτίας στεφανιαίας νόσου ή ΑΕΕ συνέβησαν στην ομάδα ατόμων που λάμβανε αντιοξειδωτικά σε σύγκριση με 36 σε όσους δεν ελάμβαναν αντιοξειδωτικά (6,6 έναντι 5,7%, λόγος σχετικών κινδύνων 1,21, 95% confidence interval 0,78 έως 1,89). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η μελέτη αυτή δεν παρέχει ενδείξεις που να υποστηρίζουν τη χρήση ασπιρίνης ή αντιοξειδωτικών στην πρωτογενή πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων και θνησιμότητας στους ασθενείς με διαβήτη που μελετήθηκαν.


ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΤΕΥΧΟΣ: Οι γιατροί και οι συγγραφείς των κατευθυντηρίων οδηγιών πρέπει να δίνουν σημασία στην ένδειξη ότι η ασπιρίνη πρέπει να συνταγογραφείται μόνο σε ασθενείς με εγκατεστημένη, συμπτωματική καρδιαγγειακή νόσο!!

Μακροχρόνια παρακολούθηση μετά την αυστηρή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης στον ΣΔ Τ2.

Ηolman RR, Paul SK, Bethel MA, Neil HA, Matthews DR. Long-term follow-up after tight control of blood pressure in type 2 diabetes.

N Engl J Med 2008; 359:1565-76.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για 10-ετή παρακολούθηση μετά το τέλος της αρχικής μελέτης UKPDS που εξέτασε το κατά πόσον η μείωση του κινδύνου εμφάνισης μικρο- και μακρο-αγγειοπαθητικών συμβαμάτων που παρατηρήθηκε κατά την αρχική μελέτη διατηρείται μετά το τέλος της ενεργού παρέμβασης. ΜΕΘΟΔΟΙ: Στην αρχική μελέτη, από 5102 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔΤ2, 1148 ασθενείς με υπέρταση τυχαιοποιήθηκαν σε εντατικοποιημένο ή λιγότερο εντατικοποιημένο αντιυπερτασικό έλεγχο. Στον μετά το τέλος της αρχικής μελέτης έλεγχο, 884 ασθενείς παρακολουθήθηκαν επί 5-ετία με ετήσιες επισκέψεις στα κέντρα που συμμετείχαν στη UKPDS, χωρίς να γίνει προσπάθεια να διατηρηθούν οι αγωγές στις οποίες είχαν προηγουμένως τυχαιοποιηθεί, αλλά με προσπάθεια επίτευξης των κατώτερων δυνατών επιπέδων γλυκόζης και ΑΠ. Μετά το πέρας της 5-ετίας, και μέχρι τη συμπλήρωση της 10-ετίας η κατάσταση της υγείας των ασθενών εκτιμάτο με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων. Εκτιμήθηκαν 7 συμβάματα, με βάση την αρχική τυχαιοποίηση των ασθενών. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι διαφορές στην αρτηριακή πίεση μεταξύ των 2 ομάδων (εντατικοποιημένου ή λιγότερο εντατικοποιημένου αντιυπερτασικού ελέγχου) που παρατηρήθηκαν κατά την αρχική μελέτη εξαφανίστηκαν μετά από 2 χρόνια από το τέλος της μελέτης. Τα οφέλη που αποδείχθηκαν στην ομάδα των ασθενών με αυστηρή ρύθμιση της ΑΠ αρχικά (που πέτυχαν ΣΠ<10mmhg και ΔΠ<5mmhg σε σχέση με τα άτομα με λιγότερο αυστηρή ρύθμιση) δεν είχαν διάρκεια γιατί η αρτηριακή πίεση δεν διατηρήθηκε χαμηλή, παρότι δεν ήταν ιδιαιτέρως υψηλή. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η μείωση εμφάνισης επιπλοκών στην ομάδα με τα αυστηρά μέτρα ρύθμισης της ΑΠ δεν παραμένουν στατιστικά σημαντικά όταν οι διαφορές στην ΑΠ δεν διατηρούνται. Γρήγορη, καλή και συνεχής ρύθμιση της ΑΠ σε ασθενείς με ΣΔ2 αποτελεί σημαντικό παράγοντα στη μείωση των μικρο- και μακρο-αγγειακών παθήσεων. Απαιτείται η διατήρηση της καλής ρύθμισης της αρτηριακής πίεσης, προκειμένου να διατηρηθούν τα οφέλη.

10-ετής παρακολούθηση του εντατικοποιημένου γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τ2 (ΣΔ Τ2).

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η μελέτη UKPDS (United Kingdom Prospective Diabetes Study) έδειξε ότι η εντατικοποιημένη ρύθμιση του ΣΔ Τ2 συνεπάγεται μικρότερο κίνδυνο μικρο-αγγειοπαθητικών επιπλοκών σε σύγκριση με τη συμβατική (διαιτητική εκείνη την εποχή) ρύθμιση. Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να καθοριστεί αν: 1) παρέμενε η ευνοϊκή επίδραση επί των μικρο-αγγειοπαθητικών συμβαμάτων και 2) η αρχικά εφαρμοσθείσα εντατικοποιημένη θεραπεία έχει επίδραση επί των μακρο-αγγειοπαθητικών συμβαμάτων 10 χρόνια μετά το τέλος της αρχικής μελέτης. Μέθοδοι: Στην αρχική μελέτη, από 5102 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔΤ2, 4209 τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε συμβατική θεραπεία (δίαιτα) ή εντατικοποιημένη θεραπεία (σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη οι μη παχύσαρκοι και μετφορμίνη οι παχύσαρκοι). Στον μετά το τέλος της αρχικής μελέτης έλεγχο, 3277 ασθενείς παρακολουθήθηκαν επί 5-ετία με ετήσιες επισκέψεις στα κέντρα που συμμετείχαν στη UKPDS, χωρίς να γίνει προσπάθεια να διατηρηθούν οι αγωγές στις οποίες είχαν προηγουμένως τυχαιοποιηθεί. Μετά το πέρας της 5-ετίας, και μέχρι τη συμπλήρωση της 10-ετίας η κατάσταση της υγείας των ασθενών εκτιμάτο με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων. Εκτιμήθηκαν 7 συμβάματα, με βάση την αρχική τυχαιοποίηση των ασθενών. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η διαφορά στην A1c χάθηκε μετά το 1ο έτος της παρακολούθησης (μετά το τέλος της αρχικής μελέτης). To σωματικό βάρος δεν διέφερε ούτε κατά την ένταξη στην παρακολούθηση ούτε κατά τη διάρκεια της. Επίσης,  η αρτηριακή πίεση δεν διέφερε ούτε κατά την ένταξη στην παρακολούθηση ούτε κατά τη διάρκεια της. Η ομάδα ατόμων που είχε αρχικά τυχαιοποιηθεί σε εντατικοποιημένη παρέμβαση συνέχιζε μετά 10-ετία να έχει μικρότερο σχετικό κίνδυνο εμφάνισης οποιουδήποτε σχετιζόμενου με το ΣΔ καταληκτικού σημείου (9%, P=0.04) και εμφάνισης μικροαγγειοπάθειας (24%, P=0.001), και παρουσίασε με τον καιρό μείωση του σχετικού κινδύνου εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου (15%, P=0.01) και θανάτου από οποιοδήποτε αίτιο (13%, P=0.007). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Παρά την πρώιμη απώλεια της διαφοράς στα επίπεδα γλυκαιμικού ελέγχου που παρατηρήθηκε μετά το πέρας της αρχικής μελέτης, παρατηρήθηκε συνεχιζόμενη (από την αρχική μελέτη) μείωση του κινδύνου εμφάνισης μικρο-αγγειοπαθητικής επιπλοκής και αναφάνηκε μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΟΕΜ ή θανάτου από οποιαδήποτε αιτία κατά τη διάρκεια των 10 ετών παρακολούθησης.

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ: Όσο και αν είναι δύσκολη η παθοφυσιολογική εξήγηση του φαινομένου, η ευνοϊκή επίδραση του εντατικοποιημένου γλυκαιμικού ελέγχου στους ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔ Τ2 διατηρείται ακόμα και 10 χρόνια μετά την ενεργό παρέμβαση, παρά την γρήγορη εξομοίωση του επιπέδου ρύθμισης μετά την ενεργό παρέμβαση! Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το 5ο έτος δεν υπήρχε διαφορά στο είδος της αντιδιαβητικής θεραπείας μεταξύ των ατόμων που είχαν αρχικά κατανεμηθεί στις 2 θεραπευτικές ομάδες. Προσοχή, η μελέτη αναφέρεται σε νεοδιαγνωσθέντες ΣΔ Τ2, μερικοί από τους οποίους παρακολουθούνταν για 30 χρόνια. Η ευνοϊκή επίδραση επί της μικρο-αγγειοπάθειας φάνηκε ήδη κατά τη διάρκεια της παρέμβασης. Η επίδραση επί της μακρο-αγγειοπάθειας χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για να φανεί. Άρα φαίνεται ότι απαιτείται εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ του ΣΔ Τ2, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών και θανάτου.

Η συμμόρφωση προς τη Μεσογειακή δίαιτα και η κατάσταση της υγείας: μία μετα-ανάλυση.

Sofi F, Cesari F, Abbate R, Gensini GF, Casini A. Adherence to a Mediterranean diet and health status: meta-analysis.

BMJ 2008; 11: 337:a1344. doi: 10.1136/bmj.a1344

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για μετα-ανάλυση προοπτικών μελετών κοόρτης που είχαν ελέγξει την συσχέτιση μεταξύ συμμόρφωσης στην Μεσογειακή δίαιτα, θνητότητας από διάφορα αίτια και εμφάνισης χρονίων νοσημάτων, σε επίπεδο πρωτογενούς πρόληψης. Χρησιμοποιήθηκαν 12 μελέτες, με χρόνος παρακολούθησης 3,7 έως 18 έτη, που διεξήχθησαν μεταξύ των ετών 1966και 2008. Έξι από τις 12 μελέτες διεξήχθησαν σε μεσογειακές χώρες. Αξιολογήθηκαν συνολικά 1.574.299 άτομα. Κατά τη διάρκεια των ετών παρακολούθησης καταγράφηκαν 40.000 συμβάματα (θανατηφόρα και μη). ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Αύξηση 2 βαθμών στο σκορ συμμόρφωσης προς το Μεσογειακό πρότυπο διατροφής συσχετιζόταν σε βαθμό στατιστικά σημαντικό με μείωση στην συνολική θνητότητα (RR 0.91, 95% CI 0.89-0.94; P<0.0001). Ομοίως, η συμμόρφωση προς την Μεσογειακή δίαιτα συσχετιζόταν με μείωση στην θνητότητα από καρδιαγγειακά αίτια κατά 9%, (RR 0.91, 0.87 έως 0.95), με μείωση στην επίπτωση και την θνητότητα από νεοπλάσματα κατά 6%, (RR 0.94, 0.92 έως 0.96) και με μείωση της επίπτωσης της νόσου Alzheimer’s και της νόσου Parkinson’s κατά 13%, (RR 0.87, 0.80 έως 0.96). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα αποτελέσματα αυτά τονίζουν τη σημασία του Μεσογειακού προτύπου διατροφής για την πρωτογενή πρόληψη μείζονος σημασίας χρονίων νοσημάτων, αλλά κυρίως για τη μείωση της συνολικής θνησιμότητας σε πληθυσμιακό επίπεδο.

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ: Η πατρίδα μας βρίσκεται στην ευτυχή θέση να διαθέτει σε αφθονία τα προϊόντα που είναι χαρακτηριστικά της Μεσογειακού προτύπου διατροφής. Άρα, αν διατηρήσουμε τις πατροπαράδοτες διατροφικές μας συνήθειες και δεν παρασυρθούμε από τα αποδεδειγμένα επιβλαβή διατροφικά πρότυπα της «Δύσης» αναμένουμε σημαντικά οφέλη για την υγεία σε πληθυσμιακό επίπεδο.