Παρουσίαση των Νεώτερων Επιστημονικών Εξελίξεων στον Σακχαρώδη Διαβήτη: ADA & EASD Highlights 2018

Η ΕΔΕ στο πλαίσιο των καταστατικών της σκοπών και της παροχής συνεχόμενης επιστημονικής γνώσης, αποφάσισε να εκπονήσει εκπαιδευτικό πρόγραμμα με σκοπό την παρουσίαση των σημαντικότερων επιστημονικών πορισμάτων (Highlights) των ετήσιων διεθνών διαβητολογικών συνεδρίων American Diabetes Association και European Association for the Study of Diabetes.

Διαβάστε εδώ την ειδική έκδοση ADA & EASD Highlights 2018

 

Δημοσίευση εργασίας καταγραφής του επιπολασμού του σακχαρώδους διαβήτη και της συχνότητας χορήγησης διαφόρων θεραπειών

Αγαπητοί συνάδελφοι,
Τον Ιούνιο του 2016 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Diabetes Research and Clinical Practice εργασία από το Διαβητολογικό Κέντρο του Λαϊκού Νοσοκομείου με τίτλο «The prevalence and treatment patterns of diabetes in the Greek population based on real-world data from the nation-wide prescription database».

Σε αυτήν γίνεται καταγραφή, με τη βοήθεια του συστήματος ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, του επιπολασμού του σακχαρώδους διαβήτη και της συχνότητας χορήγησης διαφόρων θεραπειών.

Τα στοιχεία αυτά είναι χρήσιμα για την επιδημιολογία του σακχαρώδους διαβήτη στη χώρα μας.

Εκ του Διοικητικού Συμβουλίου

Η πρόσληψη φλαβονοειδών και η εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2

flavoΗ κατανάλωση τροφών πλούσιων σε φλαβονοειδή σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Τα φλαβονοειδή είναι ουσίες που υπάρχουν στα φρούτα και στα λαχανικά (μήλα, σταφύλια, πορτοκάλια, μπρόκολα, κρεμμύδια κ.α.) και φαίνεται να είναι ευεργετικά για την υγεία λόγω των αντιοξειδωτικών τους ιδιοτήτων.

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από μεγάλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε οχτώ ευρωπαϊκές χώρες προκειμένου να εξετάσουν αν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης φλαβονοειδών και λιγνανών με την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2. Η κατανάλωση φλαβονοειδών και λιγνανών υπολογίσθηκε με ειδικά ερωτηματολόγια διατροφής. Η κατανάλωση φλαβονοειδών και συγκεκριμένα φλαβονολών και φλαβανολών, βρέθηκε να σχετίζεται με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Η κατανάλωση λιγνανών δε φάνηκε να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι μια διατροφή πλούσια σε φλαβονοειδή, δηλαδή ένα διατροφικό πρότυπο που βασίζεται σε φρούτα και λαχανικά, προστατεύει από την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2.
 

Η μελέτη θα εμφανιστεί στο τεύχος Δεκεμβρίου του Diabetes Care.

The Association Between Dietary Flavonoid and Lignan Intakes and Incident Type 2 Diabetes in European Populations: The EPIC-InterAct study.

Zamora-Ros R, Forouhi NG, Sharp SJ, González CA, Buijsse B, Guevara M, van der Schouw YT, Amiano P, Boeing H, Bredsdorff L, Clavel-Chapelon F, Fagherazzi G, Feskens EJ, Franks PW, Grioni S, Katzke V, Key TJ, Khaw KT, Kühn T, Masala G, Mattiello A, Molina-Montes E, Nilsson PM, Overvad K, Perquier F, Quirós JR, Romieu I, Sacerdote C, Scalbert A, Schulze M, Slimani N, Spijkerman AM, Tjonneland A, Tormo MJ, Tumino R, van der A DL, Langenberg C, Riboli E, Wareham NJ.

Diabetes Care. 2013 Dec;36(12):3961-70. doi: 10.2337/dc13-0877. Epub 2013 Oct 15.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

 

Η βραχεία διάρκεια ύπνου και η κακή ποιότητα ύπνου αυξάνουν τον κίνδυνο διαβήτη σε Ιάπωνες χωρίς οικογενειακό ιστορικό διαβήτη

Toshiko Kita, Eiji Yoshioka, Hiroki Satoh, Yasuaki Saijo, Mariko Kawaharada, Eisaku Okada, Reiko Kishi. Short Sleep Duration and Poor Sleep Quality Increase the Risk of Diabetes in Japanese Workers With No Family History of Diabetes. Published online before print December 30, 2011, doi: 10.2337/dc11-1455 Diabetes Care December 30, 2011

Η επίδραση της προσθήκης αντιυπεργλυκαιμικών φαρμάκων σε αγωγή με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία επί του γλυκαιμικού ελέγχου και της αύξησης του σωματικού βάρους σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2

Effect of Antihyperglycemic Agents Added to Metformin and a Sulfonylurea on Glycemic Control and Weight Gain in Type 2 Diabetes: A Network Meta-analysis.

Jorge L. Gross, Caroline K. Kramer, Cristiane B. Leita˜o, Neil Hawkins, Luciana V. Viana, Beatriz D. Schaan, Lana C. Pinto, Ticiana C. Rodrigues, and Mirela J. Azevedo,  for the Diabetes and Endocrinology Meta-analysis Group (DEMA).

Ann Intern Med 2011;154:672-679.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Λίγες μελέτες έχουν εξετάσει την επίδραση της προσθήκης ενός
τρίτου αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου όταν δεν επιτυγχάνεται γλυκαιμικός έλεγχος με τη χρήση μετφορμίνης και σουλφονυλουρίας. Σκοπός της μελέτης ήταν να συγκριθεί η αποτελεσματικότητα της προσθήκης ενός
τρίτου αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν ελέγχεται επιτυχώς με μετφορμίνη και μια σουλφονυλουρία. Πρόκειται για μετα-ανάλυση μελετών που έχουν δημοσιευτεί στις βάσεις δεδομένων MEDLINE, EMBASE, Cochrane Library, LILACS, και ClinicalTrials.gov. Επιλέχτηκαν τυχαιοποιημένες μελέτες με διάρκεια τουλάχιστον 24 εβδομάδων. Οι ασθενείς έπρεπε να είναι ηλικίας 18 ετών και άνω με τύπου 2 διαβήτη και επίπεδο HbA1c μεγαλύτερο από 7,0%. Τα πρωτογενή καταληκτικά σημεία ήταν αλλαγή στο επίπεδο της HbA1c, μεταβολή του βάρους, και η συχνότητα της σοβαρής υπογλυκαιμίας. Στη μετα-ανάλυση συμπεριελήφθησαν 18 μελέτες, που διήρκησαν κατά μέσο όρο 31,3 (24 έως 52) εβδομάδες και αφορούσαν 4535 συμμετέχοντες.Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, οι διάφορες κατηγορίες φαρμάκων δεν διέφεραν ως προς την αποτελεσματικότητα στη μείωση της HbA1c (μείωση κυμαινόμενη από 0.70% για τη ακαρβόζη έως 1.08% για την ινσουλίνη. Παρατηρήθηκε αύξηση του βάρους σχετιζόμενη με τη χρήση ινσουλίνης (2,84 kg) και γλιταζονών (4.25 kg) και μείωση του βάρους σχετιζόμενη με τη χρήση GLP-1 αγωνιστών (-1.63 kg). Η χρήση ινσουλίνης προκάλεσε τουλάχιστον διπλάσια επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας σε σχέση με τα άλλα αντιυπεργλυκαιμικά φάρμακα.
Συμπέρασμα: Δεν υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ των κατηγοριών αντιυπεργλυκαιμικών φαρμάκων ως προς το όφελος που προκύπτει από την προσθήκη ενός τρίτου παράγοντα για τη θεραπεία ασθενών με
διαβήτη τύπου 2 οι οποίοι λαμβάνουν ήδη μετφορμίνη και σουλφονυλουρία. Η πιο κατάλληλη επιλογή εξαρτάται από τα κλινικά χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.


Περιορισμοί της μελέτης: Οι περισσότερες από τις μελέτες ήταν βραχυπρόθεσμες, και η ποιότητα των μελετών ήταν ποικίλη, γεγονός που καθιστά τα ευρήματα και συμπεράσματα επισφαλή.

Η πιογλιταζόνη για την πρόληψη του διαβήτη σε άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη

Pioglitazone for Diabetes Prevention in Impaired Glucose Tolerance.

Ralph A. DeFronzo et al for the ACT NOW Study

N Engl J Med 2011;364:1104-15.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη, εκτός από τον κίνδυνο μετάπτωσης σε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Συνεπώς είναι ιδιαίτερα σημαντική κάθε προσπάθεια πρόληψης ή καθυστέρησης εμφάνισης της νόσου. Η παρούσα μελέτη είναι τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και έχει σκοπό να εξετάσει το κατά πόσον η πιογλιταζόνη μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 σε ενήλικα άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη. Τυχαιοποιήθηκαν 602 ασθενείς. Η διάμεση περίοδος παρακολούθησης ήταν 2,4 έτη. Η γλυκόζη νηστείας μετριόταν τέσσερεις φορές το χρόνο και κάθε χρόνο γινόταν από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη. Η μετάπτωση σε διαβήτη επιβεβαιωνόταν με βάση επανάληψη των διαγνωστικών ευρημάτων. Η ετήσια επίπτωση διαβήτη τύπου 2 ήταν 2,1% στην ομάδα της πιογλιταζόνης και 7,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Ο σχετικός κίνδυνος μετάπτωσης σε διαβήτη στην ομάδα της πιογλιταζόνης ήταν 0,28 (95% confidence interval, 0,16 έως 0,49, P<0,001). Υποστροφή σε φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη παρατηρήθηκε στο 48% των ασθενών στην ομάδα της πιογλιταζόνης και στο 28% των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (P<0,001). Η αγωγή με πιογλιταζόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σχετιζόταν με σημαντικά μειωμένα επίπεδα γλυκόζης νηστείας (11.7 mg/dL vs. 8.1 mg/dL, P<0,001), γλυκόζης διώρου κατά την OGTT (μείωση 30,5 mg/dL vs. 15.6 mg/dL, P<0,001), και HbA1c (μείωση κατά 0.04% vs. αύξησης κατά  0.20%, P<0,001). Η αγωγή με πιογλιταζόνη σχετιζόταν με μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης (κατά 2 mm Hg vs. 0 mm Hg, P = 0,03), με μείωση του ρυθμού πάχυνσης του έσω-μέσου χιτώνα (31,5%, P = 0,047) και με μεγαλύτερη αύξηση στα επίπεδα της HDL (κατά 7,35 mg/dL vs. 4,5 mg/dL, P = 0,008). Η αύξηση του βάρους ήταν μεγαλύτερη με την πιογλιταζόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (3,9 kg vs. 0,77 kg, P<0,001), όπωςήταν και η εμφάνιση του οιδήματος (12,9% vs. 6,4%, P = 0,007). Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η πιογλιταζόνη μείωσε τον κίνδυνο μετάπτωσης της διαταραγμένης ανοχής στη γλυκόζη σε διαβήτη τύπου 2 κατά 72% αλλά σχετίστηκε με σημαντική αύξηση βάρους και οίδημα.

Υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά επίπεδα και καρδιαγγειακός κίνδυνος: προχωρώντας πέρα από την κατηγοριοποίηση στον εξατομικευμένο υπολογισμό του κινδύνου

Non-diabetic hyperglycaemia and cardiovascular risk: moving beyond categorisation to individual interpretation of absolute risk.

P. Chamnan, R. K. Simmons, R. Jackson, K. T. Khaw, N. J. Wareham and S. J. Griffin.

Diabetologia,  DOI: 10.1007/s00125-010-1914-6

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά επίπεδα συνήθως είτε δεν υπολογίζεται καθόλου όταν γίνεται προσπάθεια ποσοτικοποίησης του καρδιαγγειακού κινδύνου είτε εκτιμάται ως διχοτόμος (ναι ή όχι κίνδυνος) αποκομμένη από άλλους παράγοντες. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι η υπεργλυκαιμία πρέπει να θεωρείται ως συνεχής μεταβλητή σχετικά με τον κίνδυνο που επιφέρει και ότι πρέπει πάντα να εξετάζεται στα πλαίσια όλων των άλλων παραγόντων αγγειακού κινδύνου. Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η πιθανή επίδραση της υπεργλυκαιμίας στον κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακού νοσήματος (CVD). Υπολογίστηκε ο απόλυτος καρδιαγγειακός κίνδυνος σε ομάδες ατόμων που διαχωρίστηκαν με βάση τα διαφορετικά επίπεδα HbA1c και άλλων παραγόντων κινδύνου για CVD. Χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα από 10.144 άνδρες και γυναίκες από την European Prospective Investigation of Cancer-Norfolk (EPIC) μελέτη για τον υπολογισμό του κινδύνου ανάπτυξης CVD σ’ όλα τα επίπεδα HbA1c σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά επίπεδα των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου για CVD. Βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στη συχνότητα CVD στα διάφορα επίπεδα HbA1c σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά επίπεδα των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου για CVD. Η συχνότητα CVD για άτομα που δεν είχαν διαβήτη και είχαν HbA1c <5.5% αύξανε από 0,6 (95% CI 0,3–1,2) έως 29,6 (95% CI 14,8–59,1) ανά 1.000 άνθρωπο-έτη όταν οι παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου προσετίθεντο στην ομάδα αναφοράς, δηλαδή αυτή που είχε το μικρότερο κίνδυνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα άτομα που δεν είχαν διαβήτη και είχαν HbA1c <5,5% και υψηλές τιμές των άλλων παραγόντων κινδύνου, είχαν σημαντικά υψηλότερη συχνότητα CVD από τα άτομα με HbA1c 6,0% – 6,4% αλλά χωρίς άλλους παράγοντες κινδύνου (29,6 [95% CI 14,8–59,1] και 2,5 [95% CI 0,4–18,1], αντίστοιχα). Η ύπαρξη διαβήτη αύξανε σημαντικά τον κίνδυνο CVD σε σχέση με την υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά όρια. Σύγκριση της συχνότητας CVD διαμέσου των τριτημορίων του λόγου ολικής προς HDL-χοληστερόλη ή των τριτημορίων της μέσης συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά επίπεδα των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου έδειξε παραπλήσια αποτελέσματα. Με βάση τα παραπάνω, οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σε άτομα με υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά όρια, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος εξαρτάται πολύ από την παρουσία άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου. Άρα πρέπει να δίνεται προσοχή όχι στο αν ένα άτομο έχει «προδιαβήτη», «υπέρταση» ή «δυσλιπιδαιμία», αλλά στη συνολική εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, που βασίζεται στο συνδυασμό των παραγόντων κινδύνου που διαθέτει.

Σχόλιο μεταφραστή: Σοφόν το σαφές. Απόδειξη του προφανούς.

Η διατήρηση της φυσικής δραστηριότητας σε υψηλά επίπεδα για περισσότερο από 20 χρόνια και η αύξηση του βάρους.

Maintaining a High Physical Activity Level Over 20 Years and Weight Gain.

Hankinson Α, Daviglus M, Bouchard C, Carnethon M, Lewis C,  Schreiner P, Liu K, Sidney S.

JAMA 2010; 304: 2603-10.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι δεν υπάρχουν πολλά δεδομένα που να υποστηρίζουν τις κατευθυντήριες οδηγίες για την φυσική δραστηριότητα με σκοπό την μακροχρόνια πρόληψη της αύξησης του σωματικού βάρους, ιδίως για την περίοδο που ο κίνδυνος για την αύξηση αυτή είναι μεγαλύτερος. Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η σχέση μεταξύ των επιπέδων τακτικής φυσικής δραστηριότητας και των μεταβολών του ΒΜΙ και της περιμέτρου μέσης, σε μια περίοδο 20 ετών. Η μελέτη Coronary Artery Risk Development in Young Adults (CARDIA) είναι μία προοπτική μελέτη με διάρκεια παρακολούθησης 20 ετών, 1985-1986 έως 2005-2006. Ως τακτική φυσική δραστηριότητα ορίστηκε η διατήρηση υψηλού, μετρίου ή χαμηλού επιπέδου άσκησης, με βάση τα ανάλογα με το φύλο τεταρτημόρια επιπέδων άσκησης κατά την ένταξη στη μελέτη. Οι συμμετέχοντες ήταν 3554 άτομα 18 έως 30 ετών κατά την ένταξη. Υπολογίστηκαν οι μέσες ετήσιες μεταβολές στο BMI και την περίμετρο μέσης. Μετά 20 έτη, η διατήρηση υψηλού επιπέδου φυσικής δραστηριότητας συσχετιζόταν με μικρότερη αύξηση στο BMI και την περίμετρο μέσης σε σύγκριση με την χαμηλού επιπέδου άσκηση, μετά εξομοίωση για φυλή, BMI κατά την ένταξη, ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ και συνολική πρόσληψη θερμίδων. Οι άνδρες που διατήρησαν υψηλού επιπέδου φυσική δραστηριότητα αύξησαν το βάρος τους κατά 2,6 κιλά λιγότερο το χρόνο (+0.15 μονάδες BMI, 95% CI, 0,11-0,18 έναντι +0,20 στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,17-0,23). Τα αντίστοιχα νούμερα για τις γυναίκες ήταν 6,1 κιλά λιγότερο το χρόνο (+0.17 μονάδες BMI, 95% CI, 0,12-0,21 έναντι +0,30 στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,25-0,34). Οι άνδρες που διατήρησαν υψηλού επιπέδου φυσική δραστηριότητα αύξησαν την περίμετρο μέσης κατά 3,1 εκατοστά λιγότερο το χρόνο (+0,52 cm, 95% CI, 0,43-0,61 cm έναντι 0,67 cm στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,60-0,75 cm). Τα αντίστοιχα νούμερα για τις γυναίκες ήταν 3,8 εκατοστά λιγότερα το χρόνο (+0,49 cm, 95% CI, 0,39-0,58 cm έναντι 0,67 cm στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,60-0,75 cm). Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η διατήρηση της φυσικής δραστηριότητας σε υψηλά επίπεδα κατά τη διάρκεια της νεότητας μπορεί να οδηγήσει σε μικρότερη αύξηση του βάρους στη μέση ηλικία, ιδίως στις γυναίκες.

Σημείωση μεταφραστή:
Εύκολοι, γνωστοί αλλά παραγνωρισμένοι τρόποι διατήρησης της υγείας, τους οποίους οφείλουμε να προβάλλουμε ιδίως στους εφήβους και τους νεαρούς ενήλικες.

Η επίδραση της μείωσης των επιπέδων της ομοκυστεϊνης με βιταμίνες του συμπλέγματος Β επί της καρδιαγγειακής νόσου, του καρκίνου και της γενικής θνησιμότητας. Μετα-ανάλυση 8 τυχαιοποιημένων μελετών με 37.485 ασθενείς.

Effects of Lowering Homocysteine Levels With B Vitamins on Cardiovascular Disease, Cancer, and Cause-Specific Mortality. Meta-analysis of 8 Randomized Trials Involving 37 485 Individuals.

Clarke R, Halsey J, Lewington S, et al for the B-Vitamin Treatment Trialists’ Collaboration.

Arch Intern Med. 2010;170(18):1622-1631.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεϊνης πλάσματος έχουν συσχετιστεί με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι εξακριβωμένη η επίδραση της χορήγησης συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος με σκοπό τη μείωση των επιπέδων ομοκυστεϊνης επί της νοσηρότητας. Χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα 37.485 ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακού νοσήματος από 8 τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες χορήγησης συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος για να γίνει μία μετα-ανάλυση. Εκτιμήθηκε η εμφάνιση του πρώτου επεισοδίου καρδιαγγειακής νοσηρότητας, καρκίνου ή θανάτου. Παρουσιάστηκαν 9.326 μείζονα αγγειακά συμβάματα (3990 μείζονα στεφανιαία συμβάματα, 1528 αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και 5068 επαναγγειώσεις), 3010 καρκίνοι και 5125 θάνατοι. Η χρήση φυλλικού οξέος οδήγησε σε μείωση των επιπέδων ομοκυστεϊνης κατά 25%. Κατά τη διάρκεια διάμεσης παρακολούθησης 5 ετών, η allocation φυλλικού οξέος δεν είχε σημαντική επίδραση στα καρδιαγγειακά συμβάματα: σχετικός κίνδυνος (95% confidence intervals) τάξεως 1.01 (0.97-1.05) για μείζονα αγγειακά συμβάματα,  1.03 (0.97-1.10) για μείζονα στεφανιαία συμβάματα και 0.96 (0.87-1.06) για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ομοίως, δεν υπήρχαν σημαντικές επιδράσεις στην έκβαση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε καμία από τις υποομάδες ούτε καμία επίδραση στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Δεν φάνηκε σημαντική επίδραση ούτε στον κίνδυνο επίπτωσης καρκίνου 1.05 [0.98-1.13], ούτε στη θνησιμότητα από καρκίνο 1.00 [0.85-1.18], ούτε στη γενική θνησιμότητα 1.02 [0.97-1.08] τόσο κατά τη διάρκεια των μελετών όσο και τα χρόνια μετά. Οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος με σκοπό τη μείωση των επιπέδων της ομοκυστεϊνης δεν είχε σημαντική επίδραση κατά τη διάρκεια 5 ετών στα καρδιαγγειακά συμβάματα, στη νοσηρότητα από καρκίνο και στη γενική θνησιμότητα στους πληθυσμούς που μελετήθηκαν.