Vitamin B12 may be more effective than nortriptyline in improving painful diabetic neuropathy

A. Talaei, M. Siavash, H. Majidi, A. Chehrei

International Journal of Food Sciences and Nutrition 2009; 60(S5): 71-76

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στη εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι παρά την πληθώρα των θεραπευτικών δυνατοτήτων, η επώδυνη διαβητική νευροπάθεια αποτελεί ακόμα συχνή και δύσκολα αντιμετωπιζόμενη επιπλοκή του διαβήτη. Οργάνωσαν μία τυχαιοποιημένη, απλά τυφλή μελέτη, με σκοπό να συγκρίνουν την αποτελεσματικότητα της παρεντερικώς χορηγουμένης βιταμίνης B12 μ΄ αυτήν της νορτριπτυλίνης ως προς την βελτίωση του πόνου, των παραισθησιών, της καυσαλγίας, των νυγμωδών αλγών και των λοιπών συμπτωμάτων της επώδυνης διαβητικής νευροπάθειας. Συγκρίθηκαν επίσης και οι μεταβολές στις παραμέτρους αγωγής των νεύρων μετά τη θεραπεία μεταξύ των δύο θεραπειών. Μελετήθηκαν 2 ομάδες ατόμων, συνολικά 100 άτομα. Πενήντα έλαβαν νορτριπτυλίνη και 50 βιταμίνη B12. Μετά τη θεραπεία, η ένταση του πόνου μειώθηκε κατά 3,66 μονάδες σε οπτική κλίμακα στην ομάδα της βιταμίνης B12 και κατά 0,84 μονάδες σε οπτική κλίμακα στην ομάδα της νορτριπτυλίνης (P<0.001). Ομοίως, οι παραισθησίες μειώθηκαν κατά 2,98 μονάδες έναντι 1,06 μονάδες (P<0.001) και οι αιμωδίες κατά 3,48 μονάδες έναντι 1,02 μονάδες (P<0.001) στις ομάδες αντιστοίχως. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στην αντίληψη των δονήσεων, της θέσης, των νυγμών από βελόνα, ούτε μεταβολές στις παραμέτρους αγωγής των νεύρων μεταξύ των δύο ομάδων. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η βιταμίνη B12 είναι πιο αποτελεσματική στη θεραπεία της επώδυνης διαβητικής νευροπάθειας απ’ ότι η νορτριπτυλίνη.

Σημείωση του μεταφραστή:
Στη χώρα μας κυκλοφορεί και χρησιμοποιείται η αμιτρυπτιλίνη, με ικανοποιητικά μέχρι τώρα αποτελέσματα. Ασφαλώς είναι ευχάριστο να υπάρχουν ενδείξεις ότι ένα ασφαλές κατά τεκμήριο σκεύασμα είναι πιο αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση μιας δύσκολης κατάστασης από ένα φάρμακο. Μένει αυτό να αποδειχθεί σε μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες μελέτες.

Μια τυχαιοποιημένη μελέτη σύγκρισης των θεραπειών σε διαβήτη τύπου 2 με συνυπάρχουσα στεφανιαία νόσο.

A randomized trial of therapies for type 2 diabetes and coronary artery disease.

BARI 2D Study Group Collaborators.

N Engl J Med 2009; 360(24): 2503-15.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η βέλτιστη θεραπεία για ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και συνυπάρχουσα στεφανιαία νόσο δεν είναι τεκμηριωμένη. Τυχαιοποιήθηκαν 2.368 ασθενείς να υποστούν είτε επέμβαση επαναγγείωσης  με συμπληρωματική εντατικοποιημένη θεραπευτική αντιμετώπιση με φάρμακα ή  εντατικοποιημένη θεραπευτική αντιμετώπιση με φάρμακα μόνο και να υποστούν είτε θεραπεία ευαισθητοποίησης στην ινσουλίνη είτε θεραπεία με χορήγηση ινσουλίνης.

Πρωτογενή καταληκτικά σημεία ήταν ο θάνατος και ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο συνιστώμενο από θάνατο, έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (δηλαδή μείζον καρδιαγγειακό σύμβαμα). Η επιλογή της αγγειοπλαστικής (percutaneous coronary intervention, PCI) ή της αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (coronary-artery bypass grafting, CABG) έγινε με βάση τις ενδείξεις κάθε μεθόδου.

Αποτελέσματα: Στα 5 χρόνια, η επιβίωση δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ της ομάδας επαναγγείωσης (88,3%) και της ομάδας φαρμακευτικής θεραπείας (87,8%, P=0,97) ή μεταξύ της ομάδας που έλαβε ευαισθητοποίηση στην ινσουλίνη (88,2%) σε σύγκριση με την ομάδα που υπεβλήθη σε χορήγηση ινσουλίνης (87,9%, P=0,89). Δεν φάνηκε διαφορά μεταξύ PCI και φαρμακευτικής θεραπείας. Αντίθετα η εμφάνιση μειζόνων καρδιαγγειακών συμβαμάτων ήταν σημαντικά μικρότερη στα άτομα που έκαναν CABG (22,4%)  σε σύγκριση μ’ αυτά που έλαβαν μόνο φαρμακευτική αγωγή (30,5%, P=0,01, P=0,002). Τα ανεπιθύμητα συμβάματα και ιδίως τα σοβαρά ήταν παραπλήσια στις ομάδες, παρότι η σοβαρή υπογλυκαιμία ήταν πιο συχνή στα άτομα που έλαβαν ινσουλίνη (9,2%) έναντι αυτών που έλαβαν θεραπεία ευαισθητοποίησης στην ινσουλίνη (5,9%, P=0,003).

Συμπερασματικά, δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στα ποσοστά θανάτου και μείζονος καρδιαγγειακού συμβάματος μεταξύ ασθενών που υποβάλλονται σε επέμβαση επαναγγείωσης και αυτών που λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή ή μεταξύ των ασθενών που λαμβάνουν ινσουλίνη ή θεραπεία ευαισθητοποίησης στην ινσουλίνη.

Ανάλυση των επιδράσεων της Μεσογειακής διατροφής στην υγεία: Το ελληνικό σκέλος της προοπτικής μελέτης EPIC .

Anatomy of health effects of Mediterranean diet: Greek EPIC prospective cohort study.

Trichopoulou A, Bamia C, Trichopoulos D.

BMJ 2009; 338: b2337. doi: 10.1136/bmj.b2337

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για μελέτη σε ελληνικό πληθυσμό, προερχομένη από ελληνικό κέντρο, η οποία σκοπό είχε να διερευνήσει τη σχετική σημασία των καθέκαστα συνιστωσών της Μεσογειακής διατροφής στη συνολική ευνοϊκή επίδραση του διατροφικού αυτού προτύπου επί της θνησιμότητας. Πρόκειται περί προοπτικής μελέτης, η οποία αποτελεί το ελληνικό σκέλος της μελέτης European Prospective Investigation into Cancer and nutrition (EPIC).

Συμμετείχαν 23.349 άνδρες και γυναίκες, χωρίς διαγεγνωσμένο καρκίνο, στεφανιαία νόσο ή διαβήτη, που ζούσαν επιβεβαιωμένα μέχρι τον Ιούνιο 2008 και για τους οποίους υπήρχαν πλήρη στοιχεία κατά την ένταξη στη μελέτη. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η θνησιμότητα από οποιαδήποτε αιτία. Μετά από διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 8,5 ετών, συνέβησαν 652 θάνατοι από κάθε αιτία σε 12.694 συμμετέχοντες οι οποίοι είχαν βαθμολογία συμμόρφωσης προς το πρότυπο της Μεσογειακής διατροφής 0-4 και 423 θάνατοι στους 10.655 συμμετέχοντες οι οποίοι είχαν βαθμολογία συμμόρφωσης προς το πρότυπο της Μεσογειακής διατροφής μεγαλύτερη του 5.

Μετά από διόρθωση για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες, η μεγαλύτερη συμμόρφωση προς το πρότυπο της Μεσογειακής διατροφής σχετιζόταν με στατιστικά σημαντική μείωση της συνολικής θνησιμότητας (για κάθε 2 μονάδες αύξηση στη βαθμολογία σχετικός κίνδυνος θνησιμότητας 0,864, 95% διαστήματα εμπιστοσύνης 0,802 έως 0,932). Η συμμετοχή των καθέκαστα συνιστωσών της Μεσογειακής διατροφής στη συσχέτιση αυτή ήταν: για τη μέτρια κατανάλωση οινοπνεύματος 23,5%, για τη μικρή κατανάλωση κρέατος και των προϊόντων του 16,6%, για τη μεγάλη κατανάλωση λαχανικών 16,2%, φρούτων και ξηρών καρπών 11,2%, για τον υψηλό λόγο μονοακορέστων προς κεκορεσμένα λιπαρά οξέα 10,6% για τη μεγάλη κατανάλωση οσπρίων 9,7%.

Η συμμετοχή της μεγάλης κατανάλωσης δημητριακών και της μικρής κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων ήταν ελαχίστη, ενώ η μεγάλη κατανάλωση ψαριών και θαλασσινών σχετιζόταν με μη σημαντική αύξηση στη θνησιμότητα. Με βάση τα παραπάνω ευρήματα, οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι τα κυρίαρχα συστατικά της Μεσογειακής διατροφής που σχετίζονται με μικρότερη θνησιμότητα είναι η μέτρια κατανάλωση οινοπνεύματος, η μικρή κατανάλωση κρέατος και των προϊόντων του και η μεγάλη κατανάλωση λαχανικών, φρούτων και ξηρών καρπών, ελαιολάδου και οσπρίων. Η ελάχιστη επίδραση των δημητριακών και των γαλακτοκομικών σχετίζεται πιθανώς με την ετερογένεια των διαφόρων τροφίμων ως προς τις επιδράσεις στους στην υγεία και η επίδραση των ψαριών και των θαλασσινών με το γεγονός ότι η κατανάλωσή τους ήταν γενικά μικρή στον συγκεκριμένο πληθυσμό.

 

Η επίδραση της εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης επί των καρδιαγγειακών συμβαμάτων και του θανάτου σε ασθενείς με διαβήτη: μια μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων μελετών.

Effect of intensive control of glucose on cardiovascular outcomes and death in patients with diabetes mellitus: a meta-analysis of randomised controlled trials.

Kausik K Ray, Sreenivasa Rao Kondapally Seshasai, Shanelle Wijesuriya, Rupa Sivakumaran, Sarah Nethercott, David Preiss, Sebhat Erqou, Naveed Sattar.

Lancet 2009; 373: 1765–72

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Υπόθεση: Δεν είναι ξεκάθαρο αν η εντατικοποιημένη ρύθμιση του σακχάρου μειώνει τις καρδιαγγειακές επιπλοκές και τη θνητότητα στα άτομα με διαβήτη τύπου 2. Έγινε  μια μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων μελετών, για να διευκρινιστεί αν η εντατικοποιημένη θεραπεία είναι ωφέλιμη.

Μέθοδοι: Συγκεντρώθηκαν 5 προοπτικές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες με 33040 συμμετέχοντες για να εκτιμηθεί η επίδραση της εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης στο θάνατο και τα καρδιαγγειακά συμβάματα σε σύγκριση με τη συμβατική θεραπεία. Συλλέχθηκαν πληροφορίες για μη θανατηφόρο έμφραγμα μυοκαρδίου, στεφανιαία νόσο (θανατηφόρο και μη θανατηφόρο έμφραγμα μυοκαρδίου), αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και για θάνατο ανεξαρτήτου αιτίας, και έγινε μια μετα-ανάλυση, για να εκτιμηθούν συνολικά τα αποτελέσματα για τα καταληκτικά σημεία, χρησιμοποιώντας τους σχετικούς κινδύνους από τα δεδομένα κάθε μελέτης. Εκτιμήθηκε η στατιστική ετερογένεια ανάμεσα στις μελέτες με τις μεθόδους χ² και I².


Αποτελέσματα: Οι 5 μελέτες παρείχαν πληροφορίες για 1497 συμβάματα μη θανατηφόρου εμφράγματος μυοκαρδίου, 2318 συμβάματα στεφανιαίας νόσου, 1127 αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, και 2892 θανάτους κάθε αιτίας κατά τη διάρκεια 163.000 ανθρωποετών παρακολούθησης. Η μέση HbA1c ήταν κατά 0,9% χαμηλότερη στους ασθενείς με την εντατικοποιημένη θεραπεία σε σύγκριση με τους ασθενείς στους οποίους δόθηκε η συμβατική θεραπεία. Η εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση είχε σαν αποτέλεσμα τα μη θανατηφόρα εμφράγματα μυοκαρδίου να μειωθούν κατά 17% (odds ratio 0,83, 95% CI 0,75–0,93), και η στεφανιαία νόσος να μειωθεί κατά 15% (0,85, 0,77–0,93). Η εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση δεν είχε στατιστικά σημαντική επίδραση στα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (0,93, 0,81–1,06) ή στη συνολική θνητότητα (1,02, 0,87–1,19).


Συμπέρασματα: Η εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση μειώνει σημαντικά περισσότερο τα στεφανιαία συμβάματα σε σύγκριση με τη συμβατική θεραπεία, χωρίς να αυξάνει τον κίνδυνο θανάτου. Ωστόσο, ο βέλτιστος τρόπος, ρυθμός και το μέγεθος μείωσης της HbA1c μπορεί να διαφέρει σε διαφορετικούς πληθυσμούς.

 

Συμμόρφωση με το διατροφικό πρότυπο DASH και επίπτωση καρδιακής ανεπάρκειας.

Consistency With the DASH Diet and Incidence of Heart Failure.

Emily B. Levitan, Alicja Wolk, Murray A. Mittleman.

Arch Intern Med. 2009; 169:851-857.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Υπόθεση: Η δίαιτα DASH (Dietary Approaches to Stop Hypertension, DASH), μειώνει αποτελεσματικά την αρτηριακή πίεση. Η σχέση ανάμεσα στη διατροφή σύμφωνα με το πρότυπο DASH και στον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου έχει εξεταστεί σε μελέτες παρατήρησης, που έδειξαν διαφορετικά κατά περίπτωση αποτελέσματα. Υποθέσαμε ότι η διατροφή σύμφωνα με το πρότυπο DASH σχετίζεται με μικρότερη επίπτωση καρδιακής ανεπάρκειας.

Μέθοδοι: Σχεδιάστηκε μια προοπτική μελέτη παρατήρησης στα πλαίσια της Σουηδικής πληθυσμιακής μελέτης μαστογραφίας, με 36019 γυναίκες ηλικίας 48 έως 83 ετών χωρίς καρδιακή ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη ή έμφραγμα μυοκαρδίου κατά την ένταξη. Η δίαιτα αξιολογήθηκε με ερωτηματολόγια συχνότητας κατανάλωσης διαφόρων τροφίμων. Η συμμόρφωση ως προς το πρότυπο DASH εκτιμήθηκε με τέσσερις βαθμολογημένες κλίμακες. Στην πρώτη βαθμολογείτο η κατανάλωση των συστατικών του προτύπου DASH. Στις άλλες τρεις βαθμολογείτο η κατανάλωση τροφίμων με βάση διατροφικές κατευθυντήριες οδηγίες. Χρησιμοποιήθηκαν αναλογικά τυχαιοποιημένα μοντέλα για να υπολογίσουν τα ποσοστά της καρδιακής ανεπάρκειας που οδήγησε σε νοσηλεία ή θάνατο, όπως καθορίστηκαν από τις εγγραφές στα νοσήλεια και τα πιστοποιητικά θανάτου στη Σουηδία από 1 Ιανουαρίου 1998 έως 31 Δεκεμβρίου 2004.

Αποτελέσματα: Στα 7 χρόνια παρακολούθησης, 443 γυναίκες ανέπτυξαν καρδιακή ανεπάρκεια. Γυναίκες που ανήκαν στο ανώτερο τεταρτημόριο της κλίμακας που αντιστοιχούσε στα προϊόντα του διατροφικού προτύπου DASH παρουσίασαν κατά 37% μικρότερο ποσοστό εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας αφού έγινε προσαρμογή για ηλικία, φυσική δραστηριότητα, θερμιδική πρόσληψη, μορφωτικό επίπεδο, οικογενειακό ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου, κάπνισμα, λήψη θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης μετά την εμμηνόπαυση, μοναχική διαβίωση, αρτηριακή υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, δείκτη μάζας σώματος και εμφάνιση εμφράγματος μυοκαρδίου. Οι λόγοι συχνοτήτων (95% διαστήματα εμπιστοσύνης) στα τεταρτημόρια ήταν 1 (αναφοράς), 0,85 (0,66-1,11), 0,69 (0,54-0,88), και 0,63 (0,48-0,81), p < 0,001. Το ίδιο παρατηρήθηκε και για τη βαθμολόγηση με βάση τις κατευθυντήριες οδηγίες διατροφής.

Συμπέρασμα: Στον μελετηθέντα πληθυσμό, διατροφή σύμφωνα με το πρότυπο DASH σχετίζονται με μικρότερα ποσοστά καρδιακής ανεπάρκειας.

Σύγκριση εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης σε σχέση με συμβατική γλυκαιμική ρύθμιση σε ασθενείς νοσηλευομένους σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας.

The NICE-SUGAR Study Investigators. Intensive versus Conventional Glucose Control in Critically Ill Patients.

N Engl J Med 2009;360:1283-97.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι ο ιδανικός στόχος γλυκαιμικής ρύθμισης σε ασθενείς νοσηλευομένους σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) παραμένει ασαφής. Για τις ανάγκες της μελέτης, εντάχθηκαν σ’ αυτήν ενήλικες που υπολογιζόταν ότι θα χρειαστούν νοσηλεία στη ΜΕΘ πέραν των 3 ημερών. Η ένταξή τους έγινε 24 ώρες μετά την εισαγωγή τους στη ΜΕΘ και τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση, με στόχο επίτευξη τιμών γλυκόζης 81 έως 108 mg/dl, ή συμβατική γλυκαιμική ρύθμιση, με στόχο επίτευξη τιμών γλυκόζης < 180 mg/dl. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν ο θάνατος από οποιαδήποτε αιτία εντός 90 ημερών μετά την τυχαιοποίηση. Τυχαιοποιήθηκαν 6.104 ασθενείς, 3.054 σε εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση και 3050 σε συμβατική. Δεδομένα σχετικά με το πρωτογενές καταληκτικό σημείο στις 90 μέρες ήταν διαθέσιμα για 3.010 και 3.012 ασθενείς, αντίστοιχα. Οι δύο ομάδες είχαν παρεμφερή χαρακτηριστικά κατά την ένταξη. Συνολικά 829 ασθενείς (27.5%) στην ομάδα εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης και 751 (24.9%) στην ομάδα της συμβατικής γλυκαιμικής ρύθμισης κατέληξαν (OR για την ομάδα της εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης, 1,14; 95% CΙ, 1,02 έως 1,28, P=0,02). Η επίδραση της θεραπείας δεν διέφερε σημαντικά ανάλογα με το αν επρόκειτο για χειρουργικούς ή παθολογικούς ασθενείς (OR για θάνατο για την ομάδα της εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης, 1,31 και 1,07, αντίστοιχα, P=0,10). Σοβαρή υπογλυκαιμία (σάκχαρο  INCLUDEPICTURE “http://content.nejm.org/math/le.gif” * MERGEFORMATINET 40 mg/dl) αναφέρθηκε σε 206 από τους 3016 ασθενείς (6.8%) της ομάδας με την εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση και για 15 από τους 3014 (0.5%) ασθενείς της ομάδας με τη συμβατική ρύθμιση (P<0,001). Οι δύο ομάδες δεν διέφεραν σημαντικά ως προς το διάμεσο χρόνο νοσηλείας στη ΜΕΘ (P=0,84) ή το νοσοκομείο (P=0,86),  το διάμεσο χρόνο μηχανικής υποστήριξης της αναπνοής (P=0,56) ή τη χρήση μεθόδων υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας (P=0,39). Συμπεράσματα: Σ’ αυτή τη μεγάλη, διεθνή, τυχαιοποιημένη μελέτη, δείχθηκε ότι η εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση αυξάνει τη θνητότητα των νοσηλευομένων σε ΜΕΘ. Στόχος ρύθμισης με επίτευξη τιμών γλυκόζης < 180 mg/dl  είχε ως αποτέλεσμα μικρότερη θνησιμότητα από ότι στόχος γλυκαιμικής ρύθμισης 81 έως 108 mg/dl.

Σχόλιο μεταφραστή: Κάθε υπερβολή βλάπτει. Άλλωστε είναι γνωστό ότι η σακχαρουρία, που αποτελεί την πηγή του κακού, όσον αφορά τα επικίνδυνα συμβάματα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας, ξεκινά στους περισσότερους ασθενείς σε επίπεδα γλυκόζης άνω των 180 mg/dl. Δεν πρέπει όμως να διαφεύγει της προσοχής ότι οι μέχρι τώρα συστάσεις της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας έθεταν ως στόχο γλυκαιμικής ρύθμισης για τους «χειρουργικούς» νοσηλευόμενους σε ΜΕΘ ασθενείς το όσο πλησιέστερα προς τα 110mg/dl γίνεται και πάντως λιγότερο από 140mg/dl. Ο στόχος αυτός στηριζόταν από βαθμό αξιοπιστίας της μαρτυρίας (Level of evidence) A! Για τους «μη χειρουργικούς» νοσηλευόμενους σε ΜΕΘ ασθενείς ο στόχος ήταν <140mg/dl, με  βαθμό αξιοπιστίας της μαρτυρίας C. Η παρούσα μελέτη είναι επίσης μεγάλη, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη. Άρα τα αποτελέσματά της δικαιούνται, με βάση το βαθμολογικό σύστημα για τις συστάσεις για την κλινική πρακτική (Grading system for clinical practice recommendations) να αποτελέσουν σύσταση με βαθμό αξιοπιστίας της μαρτυρίας Α! Ο καθένας δικαιούται να εξάγει τα συμπεράσματά του!

Ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) και η θνητότητα από συγκεκριμένες αιτίες σε 900.000 ενηλίκους: ανάλυση από 57 προοπτικές μελέτες.

Prospective Studies Collaboration. Body-mass index and cause-specific mortality in 900 000 adults: collaborative analyses of 57 prospective studies

Lancet 2009; 373: 1083–96

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Οι συσχετίσεις του ΔΜΣ με την ολική και την ειδική θνησιμότητα μπορούν να εκτιμηθούν καλύτερα μέσω μακροχρόνιων προοπτικών μελετών μεγάλου αριθμού ατόμων. Η Prospective Studies Collaboration είχε σκοπό να διερευνήσει αυτές τις συσχετίσεις, χρησιμοποιώντας δεδομένα από πολλές μελέτες. Έγιναν συσχετίσεις μεταξύ του ΔΜΣ κατά την ένταξη και της θνησιμότητας σε 57 προοπτικές μελέτες με 894.576 συμμετέχοντες, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική (61% [n=541.452] άνδρες, μέση ηλικία κατά την ένταξη 46 [SD 11] έτη, διάμεσο έτος ένταξης 1979 [IQR 1975–85], μέσο ΔΜΣ 25 [SD 4] kg/m²). Οι συσχετίσεις έγιναν μετά από εξομοίωση ως προς ηλικία, φύλο, κάπνισμα και μελέτη προέλευσης. Εξαιρέθηκαν τα 5 πρώτα χρόνια της παρακολούθησης, με σκοπό τον περιορισμό εμφάνισης αντίστροφων συσχετίσεων. Έτσι έμειναν 66.552 θάνατοι από γνωστή αιτία κατά τη μέση διάρκεια παρακολούθησης 8 (SD 6) ετών. Η μέση ηλικία θανάτου ήταν 67 [SD 10] έτη. Σημειώθηκαν 30.416 θάνατοι αγγειακής αιτιολογίας, 2.070 θάνατοι διαβητικής, νεφρικής ή ηπατικής αιτιολογίας, 22. 592 θάνατοι νεοπλασματικής αιτιολογίας, 3.770 θάνατοι που αποδόθηκαν στο αναπνευστικό και 7704 θάνατοι άλλης αιτιολογίας. Η θνησιμότητα ήταν χαμηλότερη για άτομα αμφοτέρων των φύλων που είχαν ΔΜΣ 22,5–25 kg/m². Πάνω από αυτό το όριο, παρατηρήθηκαν θετικές συσχετίσεις μεταξύ συγκεκριμένων αιτίων θανάτων και δεν παρατηρήθηκε αρνητική συσχέτιση με καμία αιτία θανάτου. Οι κίνδυνοι θνησιμότητας που αποδόθηκαν στον υπερβάλλοντα ΔΜΣ και στο κάπνισμα ήταν αθροιστικοί. Κάθε αύξηση του ΔΜΣ κατά 5 kg/m² συσχετιζόταν κατά μέσο όρο με περίπου 30% υψηλότερη γενική θνησιμότητα (hazard ratio ανά 5 kg/m² [HR] 1,29 [95% CI 1,27–1,32]): 40% για θανάτους αγγειακής αιτιολογίας (HR 1,41 [1,37–1,45]) 60–120% για θανάτους διαβητικής, νεφρικής ή ηπατικής αιτιολογίας (HRs 2,16 [1,89–2,46], 1,59 [1,27–1,99] και 1,82 [1,59–2,09], αντίστοιχα); 10% για θανάτους νεοπλασματικής αιτιολογίας (HR 1,10 [1,06–1,15]), και 20% για θανάτους που αποδόθηκαν στο αναπνευστικό και για θανάτους άλλης αιτιολογίας (HRs 1,20 [1,07–1,34] και 1,20 [1,16–1,25], αντίστοιχα). Κάτω από το όριο ΔΜΣ 22,5–25 kg/m², ο ΔΜΣ παρουσίαζε αρνητική συσχέτιση με τη γενική θνησιμότητα, κυρίως εξαιτίας της ισχυρής αρνητικής συσχέτισης με τις αναπνευστικές νόσους και τον καρκίνο του πνεύμονα. Αυτές οι αρνητικές συσχετίσεις ήταν σημαντικά ισχυρότερες για καπνιστές παρά για μη καπνιστές, παρότι η χρήση καπνού ανά καπνιστή δεν διέφερε ιδιαιτέρως ανά κατηγορία ΔΜΣ.
Ερμηνεία των αποτελεσμάτων: Παρότι άλλα ανθρωπομετρικά χαρακτηριστικά (πχ, η περίμετρος της μέσης, ο λόγος περιμέτρων μέσης προς ισχία) θα μπορούσαν να δώσουν επιπλέον πληροφορίες, συμπληρωματικές μ’ αυτές που δίνει ο ΔΜΣ, ο ΔΜΣ είναι από μόνος του ισχυρός προγνωστικός παράγοντας της γενικής θνησιμότητας τόσο όταν υπερβαίνει όσο και όταν υπολείπεται του ιδανικού των περίπου 22,5–25 kg/m². Η βαθμιαία μεγαλύτερη θνησιμότητα για άτομα με ΔΜΣ πάνω από αυτό το όριο οφείλεται κυρίως σε αγγειακή νόσο και η συσχέτιση είναι μάλλον αιτιολογική. Σε όρια ΔΜΣ 30–35 kg/m², η διάμεση επιβίωση μειώνεται κατά 2–4 έτη, στα 40–45 kg/m², η διάμεση επιβίωση μειώνεται κατά 8–10 έτη (μελιωση συγκρίσιμη μ’ αυτήν που αποδίδεται στο κάπνισμα). Η επιπλέον θνησιμότητα που παρατηρείται για ΔΜΣ μικρότερο του 22,5 kg/m² αποδίδεται κυρίως σε νόσους σχετιζόμενες με το κάπνισμα και δεν δύναται να ερμηνευτεί πλήρως.

Σχόλιο μεταφραστή: Ουδέν! «Οι παχέες σφόδρα κατά φύσιν ταχυθάνατοι γίγνονται μάλλον των ισχνών». Ιπποκράτους Αφορισμοί

Το αλάτι αδρανοποιεί τη συνθετάση του νιτρικού οξειδίου στα ενδοθηλιακά κύτταρα.

Li J, White J, Guo L, Zhao X, Wang J, Smart EJ, Li XA.

Salt Inactivates Endothelial Nitric Oxide Synthase in Endothelial Cells.

J Nutr 2009; Jan 28. [Epub ahead of print]

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου
 

Τα άτομα που καταναλώνουν πολύ αλάτι ή εμφανίζουν ιδιοπαθή υπέρταση παρουσιάζουν κατά 1-4 mmol/L υψηλότερα επίπεδα νατρίου στο πλάσμα. Στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιήθηκαν 3 μέθοδοι για να διαπιστωθεί το κατά πόσον αυτή καθαυτή η μικρή αύξηση της συγκέντρωσης του νατρίου τροποποιεί τη δραστηριότητα της συνθετάσης του νιτρικού οξειδίου του ενδοθηλίου (endothelial nitric oxide synthase, eNOS)  και συμβάλλει στην υπέρταση. Μετρώντας άμεσα τη δραστηριότητα της NOS σε ενδοθηλιακά κύτταρα αορτής βοοειδών δείχθηκε ότι 5-mmol/L αύξηση στη συγκέντρωση νατρίου (από 137 έως 142 mmol/L) προκάλεσε 25% μείωση στη δραστηριότητα της NOS, και μάλιστα κατά εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση τρόπο. Η δραστηριότητα της NOS μειώθηκε κατά 25, 45, και 70%, με αύξηση του NaCl κατά 5, 10, και 20 mmol/L αντίστοιχα. Η ανασταλτική επίδραση του αλατιού στη δραστηριότητα της eNOS επιβεβαιώθηκε με τη χρήση κυττάρων ωοθήκης κινεζικού επίμυα που εκφράζουν eNOS. Η δραστηριότητα της eNOS έμενε ανεπηρέαστη με την παρουσία ίσων milliosmol μαννιτόλης, γεγονός που αποκλείει την ύπαρξη φαινομένου σχετικού με την ωσμωτικότητα. Με τη χρήση μεθόδου ex vivo αορτικής αγγειογένεσης, δείχθηκε ότι το αλάτι παραβλάπτει τον εξαρτώμενο από το NO πολ/σμό των ενδοθηλιακών κυττάρων. Με άμεση μέτρηση των μεταβολών της αρτηριακής πίεσης που παρατηρούνται ως απάντηση στην έγχυση άλατος, παρατηρήθηκε οξεία αύξηση της πίεσης κατά εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση του άλατος τρόπο. Συμπερασματικά, τα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι η eNOS είναι ευαίσθητη στις μεταβολές της συγκεντρώσεως νατρίου. Αυτή η προκαλούμενη από το αλάτι μείωση της δημιουργίας NO στα ενδοθηλιακά κύτταρα μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη υπέρτασης.

Σχόλιο μεταφραστή: Πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη τόσο για τον ιδιαίτερο σχεδιασμό της όσο και για τα ευρήματά της που δείχνουν άλλο ένα πιθανό δρόμο συσχέτισης του άλατος με την υπέρταση. Δεν πρέπει ποτέ να αμφισβητούμε τη σημασία των κλινικών παρατηρήσεων ετών που συνδυάζουν δύο καταστάσεις μεταξύ τους (όπως εν προκειμένω τη σχέση άλατος-υπέρτασης) όταν οι μέχρι τώρα μελέτες αδυνατούν να καταδείξουν τους υποκείμενους μηχανισμούς. Μπορεί οι μελλοντικές να το καταφέρουν!
 

Εκτίμηση της ποιότητας του γλυκαιμικού ελέγχου των νοσηλευομένων ασθενών στις Πανεπιστημιακές Κλινικές των ΗΠΑ.

Evaluation of hospital glycemic control at US Academic Medical Centers.

Boord JB, Greevy RA, Braithwaite SS, Arnold PC, Selig PM, Brake H, Cuny J, Baldwin D.

J Hosp Med 2009; 4 :35-44.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου
 
Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η ποιότητα του γλυκαιμικού ελέγχου των νοσηλευομένων ασθενών στις Πανεπιστημιακές Κλινικές των ΗΠΑ. Πρόκειται για αναδρομική μελέτη που αφορούσε 1.718 ασθενείς που πήραν εξιτήριο από 37 Πανεπιστημιακές Κλινικές μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2004. Τα κριτήρια εισόδου των ασθενών στη μελέτη περιλάμβαναν: 2 συνεχόμενες τιμές γλυκόζης μέσα σε 24 ώρες >180 mg/dL ή θεραπεία με ινσουλίνη οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της νοσηλείας. Εκτιμήθηκαν οι μετρήσεις τιμών γλυκόζης 3 συνεχόμενων ημερών της νοσηλείας, η αντιδιαβητική θεραπεία και πρόσθετα κλινικά και εργαστηριακά χαρακτηριστικά των ασθενών. Το 79% των ασθενών είχε γνωστό ιστορικό διαβήτη και στο 84.6% των ασθενών χορηγήθηκε ινσουλίνη. Η διάμεση τιμή γλυκόζης ήταν σημαντικά μικρότερη στους ασθενείς που νοσηλεύονταν σε ΜΕΘ σε σύγκριση με όσους νοσηλεύονταν σε κοινό θάλαμο ή σε μονάδα ενδιάμεσης φροντίδας. Από τους νοσηλευόμενους σε ΜΕΘ ασθενείς, αυτοί που λάμβαναν ινσουλίνη ενδοφλέβια είχαν σημαντικά μικρότερη διάμεση τιμή γλυκόζης σε σύγκριση με όσους λάμβαναν ινσουλίνη υποδορίως. Μόνο το 25% των  νοσηλευομένων σε ΜΕΘ είχαν τιμή γλυκόζης στις 6 το πρωί <=110 mg/dL. Η εμφάνιση υπεργλυκαιμίας ήταν συχνό φαινόμενο. Το 50% όλων των ασθενών είχαν περισσότερες από 1 μετρήσεις γλυκόζης με τιμή >=180 mg/dL. Σοβαρή υπογλυκαιμία, (δηλαδή τιμή γλυκόζης <50 mg/dL) συνέβη στο 2.8% όλων των ημερών μέτρησης/ανθρώπων. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, παρά τη συχνή χρήση ινσουλίνης, ο γλυκαιμικός έλεγχος δεν ήταν βέλτιστος. Οι Πανεπιστημιακές Κλινικές έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τις παρεχόμενες φροντίδες προς τους ασθενείς με διαβήτη, ώστε να επιτυγχάνουν τους θεραπευτικούς στόχους για τους νοσηλευόμενους ασθενείς με διαβήτη που έχει θέσει η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία.

Σχόλιο μεταφραστή: Δυστυχώς η υπεργλυκαιμία στους νοσηλευόμενους ασθενείς, είτε αυτή αντικατοπτρίζει προυπάρχοντα γνωστό ή αδιάγνωστο διαβήτη είτε σχετίζεται με τη νοσηλεία αυτή καθαυτή είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Είναι γνωστό ότι η επιτυχής αντιμετώπισή της συνδυάζεται με καλύτερη βραχυχρόνια και μακροχρόνια πρόγνωση για τους ασθενείς, ανεξαρτήτως της παθήσεως για την οποία νοσηλεύονται. Δυστυχώς η πλημμελής αντιμετώπιση της υπεργλυκαιμίας στους νοσηλευόμενους ασθενείς είναι συχνό φαινόμενο, που συμβαίνει κυρίως γιατί η αντιμετώπιση της υπεργλυκαιμίας θεωρείται από τους θεράποντες ήσσονος σημασίας μπροστά στην βαρύτητα της υποκειμένης πάθησης του ασθενούς. Οι ασχολούμενοι με το διαβήτη έχουμε ευθύνη να καταδείξουμε στους συναδέλφους άλλων ειδικοτήτων τη σημασία της βέλτιστης αντιμετώπισης της υπεργλυκαιμίας για την έκβαση του ασθενούς.

Τα επίπεδα του νατριουρητικού πεπτιδίου στο πλάσμα: είναι βιοχημικός δείκτης αποτελεσματικής θεραπείας της αρτηριακής υπέρτασης;

Plasma brain natriuretic peptide: a biochemical marker of effective blood pressure management?

Andreadis EA, Georgiopoulos DX, Tzavara CK, Katsanou PM, Fragouli EG, Mavrokefalou EM, Chatzis NA, Ifanti GK, Diamantopoulos EJ.

J Hypertens 2009;27(2):425-32.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου
 

Πρόκειται για πολύ ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη μελέτη που προέρχεται από την Ελλάδα και συγκεκριμένα από την Δ’ Παθολογική Κλινική του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Η μελέτη διαπραγματεύεται μια ακόμα πιθανή χρήση ενός δείκτη που βρίσκει ολοένα και μεγαλύτερη χρήση στην καθημερινή κλινική πράξη. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης των επιπέδων του νατριουρητικού πεπτιδίου (BNP) στο πλάσμα με τα επίπεδα της αρτηριακή πίεσης (ΑΠ) κατά τη ένταξη στη μελέτη και μετά τη χορήγηση αντιυπερτασικής φαρμακευτικής αγωγής. Μελετήθηκαν προοπτικά 186 άτομα με νεοδιαγνωσθείσα ιδιοπαθή υπέρταση χωρίς βλάβη στα όργανα στόχους και μέση ηλικία 48,7 +/- 10,9 έτη. Η έναρξη της αγωγής έγινε με 150 mg ιρμπεσαρτάνης την ημέρα και διπλασιάστηκε σε 4 εβδομάδες στις περιπτώσεις με ανεπαρκή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Όπου υπήρχε ένδειξη, προστέθηκαν 12,5 mg υδροχλωροθειαζίδης μόνης ή σε συνδυασμό με 5-10 mg αμλοδιπίνης, την 8η εδβομάδα της παρακολούθησης. Τα επίπεδα του BNP μετρήθηκαν κατά την  ένταξη και μετά 3 μήνες αντιυπερτασικής αγωγής. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Τα επίπεδα του BNP κατά την ένταξη συσχετίζονταν με τη συστολική ΑΠ (r = 0,27, P < 0,001), ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο, το κάπνισμα, το BMI και την, υπερηχογραφικά προσδιορισμένη, μάζα της αριστερά κοιλίας (beta = 11,81, SE = 3,82, P = 0,002). Επιπλέον, υψηλότερα επίπεδα BNP παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με υπέρταση σταδίου 2 σε σύγκριση με ασθενείς με υπέρταση σταδίου 1 (διάμεση τιμή 38,9 vs 29,9 pg/ml, P = 0,022). Η πολυπαραγοντική ανάλυση έδειξε θετική συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων του BNP και των διακυμάνσεων της συστολικής ΑΠ (beta = 0,03, SE = 0,01, P = 0,034). Κατά την παρακολούθηση, τα επίπεδα του BNP μειώθηκαν στο 64,7% των συμμετεχόντων των οποίων η αρτηριακή πίεση ρυθμίστηκε, σε αντίθεση με τα άτομα με πτωχή αντιυπερτασική ρύθμιση (διάμεση μεταβολή -14,5 vs -1,3 και διάμεσο εύρος -34,4 έως -4,4 vs -9,6 έως 10,9, αντίστοιχα, P < 0,001). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Σ’ αυτό τον πληθυσμό με αρτηριακή υπέρταση, τα αυξημένα επίπεδα BNP σχετίζονταν με υψηλότερα επίπεδα ΑΠ και διακύμανσης της συστολικής ΑΠ. Η μείωση των επιπέδων του BNP που παρατηρήθηκε στα άτομα που ρυθμίστηκαν δείχνει ότι το BNP θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βιοχημικός δείκτης επιτυχούς ρύθμισης της αρτηριακής πίεσης και προστασίας των οργάνων στόχων.