Η επίδραση της φινερενόνης στα καρδιαγγειακά συμβάματα σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και διαβήτη τύπου 2

Pitt B, Filippatos G, Agarwal R, et al. N Engl J Med. 2021;385(24):2252-2263.

 

Η φινερενόνη, ένας εκλεκτικός, μη στεροειδικός ανταγωνιστής του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών, έχει γνωστά καρδιονεφρικά οφέλη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) σταδίου 3 ή 4 με σοβαρή αλβουμινουρία και διαβήτη τύπου 2. Τα αποτελέσματα της χρήσης της όμως σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και μεγαλύτερο εύρος ΧΝΝ δεν είναι ξεκάθαρα.

Σε αυτή τη διπλά τυφλή μελέτη, ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν φινερενόνη είτε εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς κρίθηκαν κατάλληλοι να συμμετάσχουν εφόσον είχαν λόγο αλβουμίνης-προς-κρεατινίνης μιας ούρησης (UACR) μεταξύ 30-300 mg/g  και εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) μεταξύ 25-90 ml/min/m2 (ΧΝΝ σταδίου 2-4) ή UACR μεταξύ 300-5000 mg/g και eGFR τουλάχιστον 60 ml/min/m2 (ΧΝΝ σταδίου 1 ή 2). Οι ασθενείς ελάμβαναν θεραπεία με αναστολείς του άξονα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης η οποία πριν την τυχαιοποίηση είχε προσαρμοστεί στη μέγιστη δόση η οποία δεν προκαλούσε ανεπιθύμητες ενέργειες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, σε ανάλυση χρόνου-μέχρι -το-σύμβαμα, ήταν ο θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια, το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, το μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ή η νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια. Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η νεφρική ανεπάρκεια, η μείωση του eGFR σε σύγκριση με την έναρξη τουλάχιστον κατά 40%, ή ο θάνατος από νεφρικά αίτια. Η ασφάλεια αξιολογήθηκε μέσω αναφοράς των ανεπιθύμητων ενεργειών από τους ερευνητές.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 7437 ασθενείς. Μετά από διάμεση παρακολούθηση 3.4 ετών, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε σε 458 από τους 3686 ασθενείς (12.4%) στην ομάδα της φινερενόνης και σε 519 από τους 3666 (14.2%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR: 0.87, 95% CI: 0.76-0.98, P=0.03), με το όφελος να οφείλεται κυρίως στη μείωση της νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια (HR: 0.71, 95% CI: 0.56-0.90). Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε σε 350 ασθενείς (9.5%) στην ομάδα της φινερενόνης και σε 395 (10.8%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR: 0.87, 95% CI: 0.76-1.01). Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών δε διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων. Η επίπτωση της διακοπής του φαρμάκου λόγω υπερκαλιαιμίας ήταν μεγαλύτερη με τη φινερενόνη (1.2%) σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (0.4%).

Συμπερασματικά, σε ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ σταδίου 2-4 με μέτρια αλβουμινουρία ή σταδίου 1-2 με σοβαρή αλβουμινουρία, η φινερενόνη βελτιώνει σε στατιστικά σημαντικό βαθμό τις καρδιαγγειακές, αλλά όχι και τις νεφρικές, εκβάσεις συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

 

H επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στα καρδιοαγγειακά και νεφρικά συμβάματα σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και μειωμένο κλάσμα εξώθησης

Milton Packer, M.D., Stefan D. Anker, M.D., Ph.D., Javed Butler, M.D., Gerasimos Filippatos, M.D.et al. New Engl J Med 2020;383: 1413-1424

 

Έχει διαπιστωθεί ότι οι αναστολείς SGLT2 μειώνουν τον κίνδυνο νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ανεξάρτητα από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Θα ήταν σκόπιμο να εκτιμηθεί η επίδραση των φαρμάκων αυτών σε ασθενείς από το ευρύτερο φάσμα της καρδιακής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένων αυτών με σημαντικά μειωμένο κλάσμα εξώθησης.

Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη τυχαιοποιήθηκαν 3730 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου II, III ή IV κατά NYHA και κλάσμα εξώθησης ≤40%, έτσι ώστε να λάβουν είτε εμπαγλιφλοζίνη 10 mg, είτε εικονικό φάρμακο, επιπλέον της ενδεδειγμένης θεραπείας για την καρδιακή ανεπάρκεια. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν οι νοσηλείες λόγω επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας ή ο καρδιοαγγειακός θάνατος.

Μετά από διάμεση παρακολούθηση 16 μηνών, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο εμφανίσθηκε σε  361 από 1863 ασθενείς (19,4%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και σε 462 από 1867 ασθενείς (24,7%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR:0,75; 95% [CI], 0,65-0,86; P<0,001). Η ευνοϊκή επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στο πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ανεξάρτητη από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Παρατηρήθηκε επίσης σημαντική μείωση των συνολικών νοσηλειών λόγω καρδιακής ανεπάρκειας (ΗR:0,70; 95% CI, 0,58-0,85; P<0,001) και σημαντική επιβράδυνση της επιδείνωσης του eGFR στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης έναντι της ομάδας του εικονικού φαρμάκου (–0.55 έναντι –2.28 ml/min/1.73 m2 , P<0,001). Επιπρόσθετα, στους ασθενείς που έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη, μειώθηκε σημαντικά και ο κίνδυνος εμφάνισης του σύνθετου νεφρικού καταληκτικού σημείου (επιδείνωση eGFR>40%, νεφρική νόσος τελικού σταδίου και θάνατος λόγω νεφρικής νόσου). Οι μη-επιπλεγμένες λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος ήταν συχνότερες στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης.

Συμπερασματικά, σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και μειωμένο κλάσμα εξώθησης, που ελάμβαναν την ενδεδειγμένη θεραπεία για καρδιακή ανεπάρκεια, η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης οδήγησε σε σημαντική μείωση του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου (νοσηλείες λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ή καρδιαγγειακός θάνατος), ανεξαρτήτως ιστορικού σακχαρώδους διαβήτη.

 

Χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο κλάσμα εξώθησης

Stefan D. Anker, M.D., Ph.D., Javed Butler, M.D., Gerasimos Filippatos, M.D., Ph.D., et al. N Engl J Med 2021; 385: 1451-1461

 

Οι αναστολείς SGLT2 μειώνουν τον κίνδυνο νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και μειωμένο κλάσμα εξώθησης, αλλά η επίδρασή τους σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο κλάσμα εξώθησης δεν έχει μελετηθεί.

Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, 5988 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου ΙΙ, ΙΙΙ ή ΙV κατά NYHA και κλάσμα εξώθησης ≥ 40%, τυχαιοποιήθηκαν έτσι ώστε να λάβουν είτε εμπαγλιφλοζίνη 10 mg, είτε εικονικό φάρμακο, επιπλέον της συνήθους αγωγής. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν οι νοσηλείες λόγω επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας ή ο καρδιοαγγειακός θάνατος.

Μετά από διάμεση παρακολούθηση 26,2 μηνών, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο εμφανίσθηκε σε 415 από 2997 ασθενείς (13,8%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και 511 από 2991 ασθενείς (17,1%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (ΗR:0,79; 95% [CI], 0,69 – 0,90; P<0.001). Το όφελος σχετίσθηκε με μείωση των νοσηλειών λόγω καρδιακής ανεπάρκειας στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και ήταν ανεξάρτητο από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Επίσης, η ευνοϊκή επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης ήταν μικρότερη  σε ασθενείς με κλάσμα εξώθησης ≥60%. Οι συνολικές νοσηλείες λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ήταν λιγότερες στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (407 με την εμπαγλιφλοζίνη και 541 με το εικονικό φάρμακο) ΗR: 0,73; 95% [CI] 0,61- 0,88; P<0,001). Επίσης οι μη-επιπλεγμένες λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, οι ουρολοιμώξεις και η υπόταση ήταν συχνότερες με την εμπαγλιφλοζίνη.

Συμπερασματικά, η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε σημαντικά το πρωτεύον καταληκτικό σημείο (νοσηλείες λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ή καρδιοαγγειακός θάνατος) σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο κλάσμα εξώθησης, ανεξαρτήτως ιστορικού σακχαρώδους διαβήτη.

 

Σύγκριση της συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης με εμφάνιση των δεδομένων σε πραγματικό χρόνο (rtCGM) με τη συνεχή καταγραφή της γλυκόζης με εμφάνιση των δεδομένων κατ’ επίκληση του χρήστη (isCGM), σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1. Μία προοπτική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη (ALERTT1), διάρκειας 6 μηνών

Margaretha M Visser, Sara Charleer, Steffen Fieuw et al. Lancet 2021;397: 2275-83

Τα συστήματα συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης μετρούν συνεχώς τα επίπεδα της γλυκόζης και εμφανίζουν τα δεδομένα είτε σε πραγματικό χρόνο (real-time continuous glucose monitoring [rtCGM]), είτε κατ’ επίκληση του χρήστη (intermittently scanned continuous glucose monitoring [isCGM]). Εντούτοις, δεν είναι σαφές κατά πόσο η αλλαγή από isCGM σε rtCGM προσφέρει περαιτέρω όφελος. Στη συγκεκριμένη μελέτη έγινε σύγκριση του rtCGM με isCGM σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 1.

Πρόκειται για μία προοπτική, παράλληλων ομάδων, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη κλινική μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 6 νοσοκομεία στο Βέλγιο. Στη μελέτη εντάχθηκαν ενήλικες με ΣΔ τύπου 1, που έκαναν ήδη χρήση isCGM και τυχαιοποιήθηκαν (1:1), είτε σε rtCGM (ομάδα παρέμβασης), είτε σε isCGM (ομάδα control). Οι ασθενείς και οι ερευνητές γνώριζαν την κατανομή των ομάδων. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η μέση διαφορά μεταξύ των ομάδων στο χρόνο εντός στόχου (70-180 mg/dl) μετά από 6 μήνες.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 254 ασθενείς σε rt CGM (n=127) ή σε isCGM (n=127). Από αυτούς, 124 και 122 ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη, αντιστοίχως. Μετά από 6 μήνες, ο χρόνος εντός στόχου αυξήθηκε σημαντικά με το rtCGM έναντι του isCGM (59,6% έναντι 51,9%; μέση διαφορά 6,85 εκατοστιαίες μονάδες [95% CI 4,36–9,34]; p<0,0001). Επίσης, μετά από 6 μήνες η HbA1c ήταν χαμηλότερη (7,1% έναντι 7,4%; p<0,0001), ενώ μειώθηκε και ο χρόνος σε κλινικά σημαντική υπογλυκαιμία (<54 mg/dl) (0,47% έναντι 0,84%; p=0,0070) με το rtCGM έναντι του isCGM. Παρατηρήθηκε επίσης σημαντική μείωση και του φόβου της υπογλυκαιμίας, όπως εκτιμήθηκε από ένα επικυρωμένο ερωτηματολόγιο (Hypoglycaemia Fear Survey version II worry subscale score) (15,4 έναντι 18,0; p=0,0071). Οι δερματικές αντιδράσεις ήταν συχνότερες με το isCGM, ενώ η αιμορραγία μετά την εισαγωγή του αισθητήρα αναφέρθηκε συχνότερα με το rtCGM.

Συμπερασματικά, σε ένα μη-επιλεγμένο ενήλικο πληθυσμό με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, η αλλαγή από isCGM σε rtCGM οδήγησε σε σημαντική βελτίωση του χρόνου εντός στόχου μετά από 6 μήνες αλλά και σε μείωση του χρόνου σε κλινικά σημαντική υπογλυκαιμία, ενώ παράλληλα βελτίωσε και την ποιότητα ζωής των ασθενών.

 

Η επίδραση της μέτρησης του c-πεπτιδίου κατά τη διάρκεια της τακτικής παρακολούθησης σε ασθενείς με κλινική διάγνωση Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1

Foteinopoulou E, Clarke CAL, Pattenden RJ, Ritchie SA, McMurray EM, Reynolds RM, Arunagirinathan G, Gibb FW, McKnight JA, Strachan MWJ. Impact of routine clinic measurement of serum C-peptide in people with a clinician-diagnosis of type 1 diabetes. Diabet Med. 2021;38(7):e14449. doi: 10.1111/dme.14449. 

 

Η ορθή ταξινόμηση του σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) είναι καθοριστικής σημασίας για τον ασθενή, καθώς οι διαφορετικές μορφές διαβήτη απαιτούν και διαφορετική αντιμετώπιση. Ως εκ τούτου, η λανθασμένη διάγνωση μπορεί να οδηγήσει σε μη απαραίτητη χρήση ινσουλίνης για πολλά έτη. Παραδοσιακά, η κλινική ταξινόμηση του ΣΔ βασίζεται σε κριτήρια όπως η ηλικία εμφάνισης, το σωματικό βάρος και η παρουσία κέτωσης. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι τα παραπάνω κριτήρια είναι συχνά ασαφή και μπορεί να συμβάλλουν σε λανθασμένη διάγνωση (1). Επίσης, η παρουσία αυτοαντισωμάτων μπορεί να μην είναι πάντοτε ανιχνεύσιμη κατά τη στιγμή της διάγνωσης σε άτομα με ΣΔ1, ενώ ψευδώς θετικά αποτελέσματα μπορεί να υπάρξουν, ειδικά σε περιπτώσεις που ανευρίσκεται μόνο ένας τύπος αυτοαντισωμάτων σε χαμηλό τίτλο (2).

O προσδιορισμός του c-πεπτιδίου παρέχει μία εκτίμηση της εναπομείνασας ενδογενούς έκκρισης ινσουλίνης, ειδικά όταν αυτό προσδιοριστεί τουλάχιστον 3 έτη μετά την εμφάνιση του ΣΔ (3). Χαμηλά επίπεδα c-πεπτιδίου συνήθως υποδηλώνουν ΣΔ1, ενώ επαρκής ενδογενής έκκριση χαρακτηρίζει τον ΣΔ2, μπορεί όμως και να παραπέμπει σε μονογονιδιακό διαβήτη (MODY) (4).

Ο σκοπός της συγκεκριμένης εργασίας ήταν να καταδείξει την επίπτωση της μέτρησης του c-πεπτιδίου στη διάγνωση και τη θεραπεία ατόμων που είχαν λάβει από το γιατρό τους αρχική διάγνωση ΣΔ1 και παρακολουθούνταν σε διαβητολογικό κέντρο του Ηνωμένου Βασιλείου (Εδιμβούργο).

Συνολικά 859 ασθενείς με διάρκεια ΣΔ τουλάχιστον 3 έτη υπό αγωγή με ινσουλίνη εντάχθηκαν στη μελέτη. Όσοι είχαν τιμές c-πεπτιδίου < 200 pmol/L θεωρήθηκαν ως έχοντες σοβαρή ινσουλινοπενία, συμβατή κυρίως με τη διάγνωση ΣΔ1, και δεν αξιολογήθηκαν περαιτέρω. Όσοι είχαν τιμές > 900 pmol/L θεωρήθηκε ότι είχαν ΣΔ2 (με εξαίρεση όσους είχαν σοβαρή ινσουλινοαντίσταση, οπότε και διερευνήθηκαν για γενετικά σύνδρομα). Όσοι είχαν τιμές από 200 έως 900 pmol/L υπεβλήθησαν σε περαιτέρω έλεγχο προκειμένου να ανευρεθεί το ακριβές αίτιο του ΣΔ. Το πρώτο βήμα στον αλγόριθμο ήταν η παρουσία αυτοαντισωμάτων. Άτομα με ένα είδος αυτοαντισωμάτων σε υψηλό τίτλο ή με παραπάνω από ένα είδος σε χαμηλούς τίτλους θεωρήθηκαν ως ΣΔ1. Όσοι ήταν θετικοί για ένα είδος αυτοαντισωμάτων σε χαμηλό τίτλο αξιολογήθηκαν με το Exeter Type 1 Diabetes/Type 2 Diabetes Prediction Model (T1GRS). Οι ασθενείς που με βάση ένα μοντέλο πολλαπλών παραμέτρων (ηλικία διάγνωσης, Δείκτης Μάζας Σώματος, θετικότητα για GADA και ΙΑ2Α και T1GRS) θεωρήθηκε ότι είχαν <50% πιθανότητα να έχουν ΣΔ1, υπεβλήθησαν σε γενετικό έλεγχο για MODY. Αν αυτός ήταν αρνητικός, ταξινομήθηκαν ως ΣΔ2.

Η εφαρμογή του παραπάνω αλγορίθμου οδήγησε στην αναταξινόμηση του τύπου του ΣΔ στο 6.8% των συμμετεχόντων (58 άτομα). Η πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων (44 άτομα, 5.1%) αναταξινομήθηκε ως ΣΔ2, ενώ 14 άτομα (1.6%) βρέθηκαν να έχουν μονογονιδιακό ΣΔ. 13 ασθενείς (1.5%) σταμάτησαν την ινσουλινοθεραπεία, ενώ 16 άτομα (1.9%) βελτίωσαν τον γλυκαιμικό τους έλεγχο σαν αποτέλεσμα της προσθήκης στην ινσουλίνη άλλων αντιδιαβητικών παραγόντων. Το μέσο κόστος της παραπάνω αξιολόγησης ανά ασθενή ήταν μόλις 30 €, ενώ το κόστος της ινσουλινοθεραπείας στους ασθενείς με MODY που τη διέκοψαν υπολογίζεται στα 64000 €.

Συμπερασματικά, η συγκεκριμένη μελέτη αναδεικνύει το σημαντικό πρόβλημα της λανθασμένης ταξινόμησης (και ως εκ τούτου της μη ενδεδειγμένης θεραπείας) μίας σημαντικής μερίδας ασθενών με ΣΔ, γεγονός που έχει σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τους ίδιους, όσο και για τα συστήματα υγείας (οικονομικό κόστος και κόστος επιπλοκών). Ο προσδιορισμός του c-πεπτιδίου αποτελεί μία εύκολη, πρακτική και οικονομική εξέταση που μπορεί να βοηθήσει στη σωστή κατηγοριοποίηση των ατόμων με διαβήτη.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Shepherd M, Hattersley AT. ‘I don’t feel like a diabetic any more’: the impact of stopping insulin in patients with maturity onset diabetes of the young following genetic testing. Clin Med.  004;4:144-147
  2. Hope SV, Wienand-Barnett S, Shepherd M, et al. Practical Classification Guidelines for Diabetes in patients treated with insulin: a cross-sectional study of the accuracy of diabetes diagnosis. Br J Gen Pract. 2016; 66:e315-322.
  3. Bingley PJ, Bonifacio E, Williams AJ, Genovese S, Bottazzo GF, Gale EA. Prediction of IDDM in the general population: strategies based on combinations of autoantibody markers. Diabetes. 1997; 46:1701-1710.
  4. Jones AG, Hattersley AT. The clinical utility of C-peptide measurement in the care of patients with diabetes. Diabet Med. 2013; 30:803-817.
  5. Chou WC, Chou YY, Pan YW, Tsai MC. Is Non-Stimulated C-Peptide at Diagnosis a Good Predictive Value for Insulin Use at Two Years after Diagnosis in Pediatric Diabetic Patients? Medicina (Kaunas). 2021; 57:902.

Αποδοτικότητα της διαλειμματικής ή συνεχόμενης πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτας σε υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2: Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Yi Shan Huang, Qiyan Zheng, Huisheng Yang, Xinwen Fu, Xueqin Zhang, Chenhui Xia, Zebing Zhu, Yu Ning Liuand, Wei Jing Liu. Efficacy of Intermittent or Continuous Very Low-Energy Diets in Overweight and Obese Individuals with Type 2 Diabetes Mellitus: A Systematic Review and Meta-Analyses. J Diabetes Res 2020; 4851671. https://doi.org/10.1155/2020/4851671

 

Η παχυσαρκία είναι βασικός παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) (1), ενώ η πλειοψηφία των ατόμων με ΣΔτ2 είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι (2). Έτσι, η διαχείριση της παχυσαρκίας είναι αποτελεσματική στρατηγική για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2 (3). Πολλές τεχνικές έχουν προταθεί για την αντιμετώπιση της, όπως οι συνεχόμενες πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες (very low-energy diet – VLED) (£800 kcal/ημέρα), οι οποίες τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να εφαρμόζονται σε παχύσαρκους ασθενείς με ΣΔτ2 (4,5). Η διαλειμματικές πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες είναι εναλλακτική μορφή των συνεχόμενων πολύ χαμηλής σε ενέργεια διαιτών, για τους διαβητικούς τύπου 2, οι οποίες περιλαμβάνουν περιόδους πολύ χαμηλής σε ενέργεια διαιτών εναλλασσόμενες με περιόδους πρόσληψης θερμίδων > 1600 kcal/ημέρα (6). Η αποτελεσματικότητα αυτών των συνεχόμενων και διαλειμματικών πολύ χαμηλών σε ενέργεια διαιτών πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Η παρούσα μελέτη είναι μία συστηματική μετα-ανάλυση, που είχε σκοπό να διερευνήσει την επίδραση των πολύ χαμηλής σε ενέργεια διαιτών στην απώλεια βάρους, στη γλυκαιμική ρύθμιση, στα επίπεδα λιπιδίων αίματος, σε υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα με διαβήτη τύπου 2 και επιπλέον, να διερευνήσει την μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα αυτών των διαιτών, ώστε να εξαχθούν πιο ουσιαστικές ενδείξεις στην κλινική εφαρμογή τους. Συμπεριελήφθησαν 18 κλινικές τυχαιοποιημένες και μη-τυχαιοποιημένες μελέτες, με συμμετέχοντες 911 άτομα με διαβήτη τύπου 2 και δείκτη μάζας σώματος ³30 kg/m2 ή υπερβάλλον σωματικό βάρος ³ 10% του ιδανικού σωματικού βάρους. Τα άτομα ακολούθησαν πρόγραμμα απώλειας βάρους με διαιτολόγια πολύ χαμηλών θερμίδων ή διαιτολόγια μέσου ενεργειακού ελλείμματος με ³ 1600 kcal/ημέρα ή διαιτολόγια χαμηλών θερμίδων (600-1800 kcal/ημέρα), διαλειμματικά ή συνεχόμενα.

Τα αποτελέσματα της μετα-ανάλυσης  ανέδειξαν ότι, στο τέλος των παρεμβάσεων, οι πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες συγκρινόμενες με τις χαμηλής και μέτριας σε ενέργεια δίαιτες είναι πιο αποτελεσματικές στη μείωση βάρους (MD =-2.77; 95% CI =-4.81, -0.72; P =0.008, <0.05; I2 =0%) όσο ως προς την μείωση της γλυκόζης αίματος και των επιπέδων των τριγλυκεριδίων. Πάντως, όταν η διάρκεια παρακολούθησης ήταν ≥ 1 έτος, η παρατηρούμενη απώλεια βάρους συγκριτικά με τις ομάδες ελέγχου δεν ήταν σημαντική (MD =-0.84; 95% CI =-3.01, 1.32; P =0.45, I2 =0%). Τέσσερις μελέτες  ανέλυσαν την απώλεια βάρους και τα επίπεδα τριγλυκεριδίων μεταξύ των ομάδων που ακολούθησαν δίαιτα πολύ χαμηλή σε ενέργεια  και βαριατρική χειρουργική και δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ αυτών. Πέντε μελέτες  ανέλυσαν τα επίπεδα γλυκόζης μεταξύ των ομάδων που ακολούθησαν δίαιτα πολύ χαμηλή σε ενέργεια  και βαριατρική χειρουργική και δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ αυτών. Μόνο τρεις μελέτες ανέφεραν επανάκτηση του βάρους, επαναφορά της γλυκαιμίας και των άλλων δεικτών μετά την ολοκλήρωση του περιορισμού των θερμίδων.

Ωστόσο, στον 5ετή επανέλεγχο, δεν παρατηρήθηκε κάποια στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των πολύ χαμηλής και χαμηλής σε ενέργεια διαιτών όσον αφορά στη μείωση του βάρους και των τριγλυκεριδίων, όμως η πρώτη διαιτητική προσέγγιση φάνηκε πιο αποδοτική στη μείωση των επιπέδων γλυκόζης αίματος. Παράλληλα, οι πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες σε σύγκριση με τα βαριατρικά χειρουργεία παρέχουν τα ίδια κλινικά οφέλη που προαναφέρθηκαν, ενώ βελτιώνουν και την ινσουλινοαντίσταση. Επιπλέον, περισσότερα άτομα που ακολούθησαν πολύ χαμηλές σε ενέργεια συγκρινόμενες με χαμηλής και μέτριας σε ενέργεια δίαιτες αναφέρθηκαν ότι εγκατέλειψαν τη μελέτη.

Στους περιορισμούς της παρούσας μετα-ανάλυσης καταγράφονται ότι: α) συμπεριελήφθησαν τυχαιοποιημένες και μη-τυχαιοποιημένες μελέτες, αυξάνοντας την ετερογένεια και τον κίνδυνο συγχυτικών παραμέτρων β) συμπεριελήφθη μικρός αριθμός ερευνητικών ομάδων με επακόλουθο μικρή εκπροσώπηση δεδομένων γ) οι περισσότερες μελέτες δεν ανέφεραν την αντιδιαβητική αγωγή των συμμετεχόντων στη μελέτη δ) λίγες μελέτες ανέφεραν δεδομένα για τα αποτελέσματα παρακολούθησης ε) η μεγαλύτερη διάρκεια παρακολούθησης ήταν 5 έτη.

Το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η διατροφική αγωγή με πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες είναι αποτελεσματική τόσο για την ταχεία μείωση του βάρους όσο και για τη βελτίωση της γλυκαιμικής ρύθμισης και του μεταβολισμού των λιπιδίων σε υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα με ΣΔτ2. Επιπλέον, έχουν παρόμοια αποτελεσματικότητα και αποδοχή με τη βαριατρική χειρουργική. Αξίζει να σημειωθεί, πως οι πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες θα μπορούσαν να ενθαρρύνονται σε παχύσαρκους ή με υπερβάλλον βάρος διαβητικούς τύπου 2, οι οποίοι χρήζουν άμεσης απώλειας βάρους και είναι ακατάλληλοι ή απρόθυμοι να υποβληθούν σε βαριατρική χειρουργική επέμβαση.

Ωστόσο, τα βασικά αυτά αποτελέσματα που αναδείχθηκαν από τη συγκεκριμένη μετα-ανάλυση έχουν χαμηλό ή εξαιρετικά βασικό επίπεδο απόδειξης και γι’ αυτό χρειάζεται να διεξαχθούν περισσότερες κλινικές μελέτες που θα εξετάζουν τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις των πολύ χαμηλής σε ενέργεια διαιτών σε υπέρβαρους ή παχύσαρκους διαβητικούς τύπου 2.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Blüher M. Obesity: global epidemiology and pathogenesis. Nat Rev Endocrinol 2019; 15(5); 288-298
  2. Daousi C, Casson IF, Gill GV, et al. Prevalence of obesity in type 2 diabetes in secondary care: association with cardiovascular risk factors. Postgrad Med J 2006; 82(966):280-228
  3. American Diabetes Association. Obesity management for the treatment of type 2 Diabetes: Standards of medical care in diabetes-2019. Diabetes Care 2019; 42(Suppl 1):S81-S89
  4. Rothberg AE, McEwen LN, Kraftson AT, Fowler CE, Herman WH. Very-low-energy diet for type 2 diabetes: an underutilized therapy? J Diabetes Complications 2014; 28(4):506-510
  5. Rehackova L, Araújo-Soares V, Adamson AJ, et al. Acceptability of a very-low-energy diet in type 2 diabetes: patient experiences and behaviour regulation. Diabet Med 2017; 34(11):1554-1567
  6. HarrisL, McGarty A, Hutchison L, Ells L, Hankey Short-term Intermittent Energy Restriction Interventions for Weight Management: A Systematic Review and Meta-Analysis. Obes Rev 2018; 19 (1):1-13, doi: 10.1111/obr.12593

 

Εκτίμηση του κινδύνου εμφάνισης οξείας ουρικής αρθρίτιδας με αναστολείς SGLT-2 σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2

Michael Fralick, Sarah K. Chen, Elisabetta Patorno, Seoyoung C. Kim. Assessing the risk for gout with sodium- glucose cotransporter-2 inhibitors in patients with type 2 diabetes. A population-based cohort study. Ann Int Med 2020; 172: 186-194. doi:10.7326/M19-2610.

Η οξεία ουρική αρθρίτιδα είναι η πιο συχνή φλεγμονώδης αρθρίτιδα, η οποία προσβάλλει περίπου 10 εκατομμύρια ενήλικες στη Β. Αμερική (1, 2). Έχει συσχετιστεί με σημαντική αναπηρία, νοσηρότητα και θνητότητα. Οι ενήλικες με οξεία ουρική αρθρίτιδα έχουν κατά περίπου 30% υψηλότερο κίνδυνο για καρδιαγγειακή νόσο και θνητότητα από άλλες αιτίες σε σχέση με ενήλικες χωρίς οξεία ουρική αρθρίτιδα (3, 4).

Υποκατάσταση της βιταμίνης D και επίπτωση του Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 2

Pittas AG, Dawson-Hughes B, Sheehan P, Ware JH, Knowler WC, Aroda VR, Brodsky I, Ceglia L, Chadha C, Chatterjee R, Desouza C, Dolor R, Foreyt J, Fuss P, Ghazi A, Hsia DS, Johnson KC, Kashyap SR, Kim S, LeBlanc ES, Lewis MR, Liao E, Neff LM, Nelson J, O’Neil P, Park J, Peters A, Phillips LS, Pratley R, Raskin P, Rasouli N, Robbins D, Rosen C, Vickery EM, Staten M; D2d Research Group. Vitamin D Supplementation and Prevention of Type 2 Diabetes. N Engl J Med 2019; 381(6):520-530. doi: 10.1056/NEJMoa1900906. Epub 2019 Jun 7.

 

Μελέτες παρατήρησης υποστηρίζουν τη συσχέτιση μεταξύ χαμηλού επιπέδου 25-υδροξυκοβαλαμίνης D και κινδύνου για εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει άγνωστο αν ο κίνδυνος διαβήτη μειώνεται με την υποκατάσταση βιταμίνης D.

Στη μελέτη εντάχθηκαν τυχαία ενήλικες που πληρούσαν τουλάχιστον δύο από τα τρία γλυκαιμικά κριτήρια για προδιαβήτη (γλυκόζη νηστείας μεταξύ 100-125mg/dl, γλυκόζη πλάσματος 2 ώρες μετά από του στόματος χορήγηση 75g γλυκόζης μεταξύ 140-199mg/dl, ΗbA1c: 5,7-6,4%) οι οποίοι έλαβαν 4000 IU βιταμίνης D ημερησίως ή  εικονικό φάρμακο, ανεξάρτητα από το επίπεδο της 25-υδροξυκοβαλαμίνης. To πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν η νεο-εμφάνιση διαβήτη.

Συνολικά, τυχαιοποιήθηκαν 2423 συμμετέχοντες σε 1211 που έλαβαν υποκατατάσταση της βιταμίνης D και 1212 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Τον μήνα 24, η μέση τιμή του επιπέδου 25-υδροξυβιταμίνης D ήταν 54,3 ng/mm (συγκριτικά με 27,7 κατά την ένταξη στη μελέτη) για την ομάδα της βιταμίνης D συγκριτικά με 28,8 ng/ml στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (συγκριτικά με 28,2 κατά την ένταξη στη μελέτη). Μετά από μέση παρακολούθηση 2,5 ετών, το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 συνέβη σε 293 συμμετέχοντες στην ομάδα της βιταμίνης D και 323 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (9.39 and 10.66 events per 100 person-years, αντίστοιχα). O σχετικός κίνδυνος για την ομάδα της βιταμίνης D σε σχέση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου ήταν 0,88 (0,95% ΔΕ 0,75-1,04, P =0,12). H επίπτωση των ανεπιθύμητων συμβαμάτων δε διέφερε στατιστικά σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων.

Μεταξύ των ατόμων υψηλού κινδύνου για εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 και χωρίς ανεπάρκεια βιταμίνης D, η υποκατάσταση  με 4000 IU ημερησίως δεν οδήγησε σε στατιστικά σημαντική μείωση εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη συγκριτικά με την ομάδα εικονικού φαρμάκου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Lu L, Bennett DA, Millwood IY, et al. Association of vitamin D with risk of type 2 diabetes: a Mendelian randomisation study in European and Chinese adults. PLoS Med 2018; 15(5): e1002566
  2. Song Y, Wang L, Pittas AG, et al. Blood 25-hydroxy vitamin D levels and incident type 2 diabetes: a meta-analysis of prospective studies. Diabetes Care 2013; 36: 1422-1428
  3. Seida JC, Mitri J, Colmers IN, et al. Effect of vitamin D3 supplementation on improving glucose homeostasis and preventing diabetes: a systematic review and meta-analysis. J Clin Endocrinol Metab 2014; 99: 3551-3560
  4. Mirhosseini N, Vatanparast H, Mazidi M, Kimball SM. Vitamin D supplementation, glycemic control, and insulin resistance in prediabetics: a meta-analysis. J Endocr Soc 2018; 2: 687-709
  5. Tang H, Li D, Li Y, Zhang X, Song Y, Li X. Effects of vitamin D supplementation on glucose and insulin homeostasis and incident diabetes among nondiabetic adults: a meta-analysis of randomized controlled Int J Endocrinol 2018; 2018:7908764
  6. Aroda VR, Sheehan PR, Vickery EM, et al. Establishing an electronic health record-supported approach for outreach to and recruitment of persons at high risk of type 2 diabetes in clinical trials: the Vitamin D and Type 2 diabetes (D2d) study experience. Clin Trials 2019; 16: 308-315

H λοίμωξη από το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού αυξάνει την επίπτωση του μεταβολικού συνδρόμου και του σακχαρώδους διαβήτη: Μελέτη κοόρτης

Chen YYFang WH, Wang CC, Kao TW, Chang YW, Wu CJ, Zhou YC, Sun YS, Chen WL Helicobacter pylori infection increases risk of incident metabolic syndrome and diabetes: A cohort study. PLoS One 2019; 14(2):e0208913 doi: 10.1371/journal.pone.0208913

 

Η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού είναι μία συχνή λοίμωξη παγκοσμίως, στις ανεπτυγμένες χώρες και προκαλεί γαστρεντερικές επιπλοκές, όπως πεπτικό έλκος και γαστρικό καρκίνο (1). Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού διαταράσσει την ανοσολογική απόκριση του ξενιστή και προκαλεί την απελευθέρωση προ-φλεγμονωδών κυτταροκινών (2). Πρόσφατες μελέτες έχουν ρίξει αρκετό φώς στη συσχέτιση της λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού και του καρδιομεταβολικού κινδύνου. Έτσι, σε άτομα με λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού έχουν αναφερθεί στεφανιαία νόσος (3), νοσήματα ήπατος και χοληφόρων (4) και αυτοάνοσα νοσήματα (5). Επίσης, έχει υποδηλωθεί συσχέτιση μεταξύ λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (6, 7) και ο ρόλος της στην εμφάνιση διαβήτη διερευνάται. Υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι η φλεγμονή και η αντίσταση στην ινσουλίνη προάγονται από την λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού (8). Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχουν ενδείξεις που να υποστηρίζουν αιτιολογική συσχέτιση γι’ αυτή τη σχέση στο γενικό πληθυσμό.

Στην παρούσα μελέτη κοόρτης, στόχος ήταν να διευκρινιστεί αν η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, σε άτομα του γενικού πληθυσμού, συσχετίζεται με κίνδυνο επίπτωσης σακχαρώδους διαβήτη.

Συνολικά, μελετήθηκαν 69235 ενήλικες που πραγματοποίησαν τις εξετάσεις τους στο Γενικό νοσοκομείο της Ταιβάν από το 2010 έως και το 2016. Η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο ανιχνευόταν από γρήγορες δοκιμασίες αναπνοής ενώ με τον ενδοσκοπικό έλεγχο εξεταζόταν η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, τα πεπτικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη. Μέσω λογαριθμικής ανάλυσης και Cox ανάλυσης, εξετάστηκε η συσχέτιση της λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο με τα καρδιομεταβολικά νοσήματα.

Η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο συσχετίστηκε ισχυρά με την παρουσία μεταβολικού συνδρόμου (OR = 1.26, 95% CI: 1.00–1.57) και σακχαρώδους διαβήτη (OR = 1.59, 95% CI: 1.17–2.17) μόνο στους άνδρες, ενώ η παρουσία παθολογικών ενδοσκοπικών ευρημάτων, επίσης, συσχετίστηκε με καρδιομεταβολικά νοσήματα. Οι ασθενείς με λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού παρουσίασαν αυξημένο κίνδυνο για εκδήλωση σακχαρώδους διαβήτη (HR = 1.54, 95% CI: 1.11–2.13). Επιπλέον, ενδοσκοπικά ευρήματα για δωδεκαδακτυλικά έλκη (HR = 1.63, 95%CI: 1.02–2.63) συγκριτικά με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και γαστρικά έλκη, αποτέλεσαν προγνωστικό δείκτη για επίπτωση σακχαρώδους διαβήτη. Τέλος, σε αυτή τη μελέτη, η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο ήταν στατιστικά σημαντικός προγνωστικός δείκτης για επίπτωση σακχαρώδους διαβήτη σε ενήλικες άνδρες.

Συνοψίζοντας, σε αυτή τη μελέτη εδείχθη συσχέτιση μεταξύ λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού και σακχαρώδους διαβήτη, που θα μπορούσε να συμβαίνει μέσω αρκετών μηχανισμών, όπως η φλεγμονή και η ανοσολογική απάντηση. Τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που να διερευνούν τους μοριακούς μηχανισμούς για την καταστολή της λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών στόχων  εφαρμόσιμων σε πεπτικά νοσήματα και σακχαρώδη διαβήτη.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Wotherspoon AC, Ortiz-Hidalgo C, Falzon MR, Isaacson PG. Helicobacter pylori-associated gastritis and primary B-cell gastric lymphoma. Lancet (London, England) 1991; 338(8776):1175–1176
  2. White JR, Winter JA, Robinson K. Differential inflammatory response to Helicobacter pylori infection: etiology and clinical outcomes. Journal of Inflammation Research 2015; 8:137–147
  3. Eskandarian R, Ghorbani R, Shiyasi M, Momeni B, Hajifathalian K, Madani M. Prognostic role of Helicobacter pylori infection in acute coronary syndrome: a prospective cohort study. Cardiovascular journal of Africa 2012; 23(3):131–135
  4. Mishra RR, Tewari M, Shukla HS. Association of Helicobacter pylori infection with inflammatory cytokine expression in patients with gallbladder cancer. Indian journal of gastroenterology: official journal of the Indian Society of Gastroenterology 2013; 32(4):232–235
  5. Gasbarrini A, Ojetti V, Pitocco D, De Luca A, Franceschi F, Candelli M, et al. Helicobacter pylori infection in patients affected by insulin-dependent diabetes mellitus. European journal of gastroenterology & hepatology 1998; 10(6):469–472
  6. Simon L, Tornoczky J, Toth M, Jambor M, Sudar Z. [The significance of Campylobacter pylori infection in gastroenterologic and diabetic practice]. Orvosi hetilap 1989; 130(25):1325–1329
  7. Zhou M, Liu J, Qi Y, Wang M, Wang Y, Zhao F, et al. The association between Helicobacter pylori seropositivity and risk of new-onset diabetes: a prospective cohort study. Diabetologia 2018; 61(2):300–307
  8. Kayar Y, Pamukçu Ö, Eroğlu H, Kalkan Erol K, Ilhan A, Kocaman O. Relationship between Helicobacter pylori Infections in Diabetic Patients and Inflammations, Metabolic Syndrome, and Complications 2015; 1–6 p.

Μελέτη ASCEND: έχει θέση η ασπιρίνη για πρωτογενή πρόληψη στους διαβητικούς ασθενείς;

Santulli G. In diabetes with no CVD, aspirin reduced serious vascular events but increased major bleeding at 7.4 years. Ann Intern Med 2018 Dec 18;169(12):JC67. doi: 10.7326/ACPJC-2018-169-12-067.

 

Η πρόληψη των αθηροθρομβωτικών συμβαμάτων είναι ένας θεραπευτικός στόχος για τους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Η μελέτη ASCEND σχεδιάστηκε με σκοπό να απαντήσει το ερώτημα της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της χορήγησης ασπιρίνης σε διαβητικούς ασθενείς που δεν εμφανίζουν εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο (πρωτογενής πρόληψη) και έδειξε ότι ο αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας αντιστάθμισε τη μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων, εύρημα συνεπές με τα δεδομένα άλλων μελετών για πρωτογενή πρόληψη (1,2). Αυτές οι μελέτες δε, έχουν προκαλέσει τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες (3) και τη μακροχρόνια γνώμη πολλών κλινικών ιατρών για το καθαρό όφελος της ασπιρίνης.

Η μελέτη ASCEND είναι μια διπλή-τυφλή τυχαιοποιημένη μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 15480 ασθενείς, ηλικίας ≥40 ετών (μέσης ηλικίας 63 ετών, 63% των συμμετεχόντων: άνδρες) και οι οποίοι εμφάνιζαν οποιοδήποτε τύπο σακχαρώδη διαβήτη – χωρίς εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο και για τους οποίους το πλεονέκτημα της χορήγησης αντιαιμοπεταλιακής αγωγής δεν ήταν ξεκάθαρο. Κριτήριο αποκλεισμού αποτέλεσε η απόλυτη ένδειξη ή αντένδειξη για τη χορήγηση της ασπιρίνης. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε ασπιρίνη 100mg/ημερησίως (n=7740) είτε εικονικό φάρμακο (n=7740). Επίσης οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν και ως προς την χορήγηση 1 gr/24ωρο ω-3 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων και εικονικού φαρμάκου. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης των διαβητικών ασθενών ήταν 7.4 έτη. Όσον αφορά τα αποτελέσματα της ανωτέρω τυχαιοποίησης, σημειώνεται πως δεν δημοσιεύθηκαν στην μελέτη ASCEND.

Το πρωτογενές τελικό σημείο αποτελεσματικότητας αφορούσε στο σύνθετο σημείο αγγειακών συμβαμάτων (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ή θάνατος από οποιαδήποτε άλλη αιτία εκτός από ενδοκρανιακή αιμορραγία), ενώ το πρωτογενές τελικό σημείο ασφαλείας αφορούσε στο σύνθετο σημείο αιμορραγικών συμβαμάτων (ενδοκρανιακές αιμορραγίες, απειλητική για την όραση ενδοφθάλμιος αιμορραγία, γαστρεντερική αιμορραγία ή οποιαδήποτε σοβαρή αιμορραγία). Το δευτερογενές τελικό σημείο αφορούσε τον κίνδυνο εμφάνισης κακοήθειας του γαστρεντερικού συστήματος ανάμεσα στις δύο ομάδες.

Όσον αφορά το πρωτογενές τελικό σημείο αποτελεσματικότητας, η ομάδα ασθενών που έλαβε ασπιρίνη, παρουσίασε λιγότερα σοβαρά αγγειακά συμβάματα συγκριτικά με την ομάδα ασθενών που έλαβε εικονικό φάρμακο (8,5% vs 9,6%, RRR=12%).  Αντίθετα, ως προς το πρωτογενές τελικό σημείο ασφαλείας, η ομάδα ασθενών που έλαβε ασπιρίνη παρουσίασε περισσότερες μείζονες αιμορραγίες συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (4,1% vs 3,2%, RRI=29%). Ως προς το δευτερογενές τελικό σημείο δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων.

Συμπερασματικά, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη που δεν εμφανίζουν εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, η ασπιρίνη μείωσε τα σοβαρά αγγειακά συμβάματα, αλλά αύξησε τις μείζονες αιμορραγίες συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

Ωστόσο, η χρήση της ασπιρίνης θα πρέπει να εξατομικεύεται μετά από ακριβή υπολογισμό τόσο του κινδύνου αθηροθρόμβωσης όσο και του κινδύνου αιμορραγίας. Για κάποιους ασθενείς, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος είναι «αρκετά υψηλός», οπότε και θα πρέπει να χορηγείται ασπιρίνη, ιδίως όταν ο αιμορραγικός κίνδυνος είναι χαμηλός. Η μείωση του αιμορραγικού κινδύνου με τη χορήγηση γαστροπροστασίας (4), θα μπορούσε να ανατρέψει τη σχέση οφέλους – κινδύνου υπέρ της ασπιρίνης.

Επιπλέον, δεδομένων των διαφορών στην παθοφυσιολογία του διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2, η ασπιρίνη θα μπορούσε να έχει διαφορετικές επιδράσεις σε τέτοιους ασθενείς (5). Στην ASCEND, <6% του πληθυσμού ήταν διαβητικοί τύπου 1, οι οποίοι και θα μπορούσαν να επωφεληθούν περισσότερο από την ασπιρίνη σε πρωτογενή πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. McNeil JJ, Wolfe R, Woods RL, et al; ASPREE Investigator Group. Effect of aspirin on cardiovascular events and bleeding in the healthy elderly. N Engl J Med 2018; 379:1509-1518
  2. Gaziano JM, Brotons C, Coppolecchia R, et al; ARRIVE Executive Committee. Use of Aspirin to Reduce Risk of Initial Vascular Events in patients at moderate risk of cardiovascular disease (ARRIVE): a randomised, doubleblind, placebo-controlled trial. Lancet 2018; 392:1036-1046
  3. Bibbins-Domingo K; U.S. Preventive Services Task Force. Aspirin use for the primary prevention of cardiovascular disease and colorectal cancer: U.S. Preventive Services Task Force Recommendation Statement. Ann Intern Med 2016; 164:836-845
  4. Saini SD, Schoenfeld P, Fendrick AM, Scheiman J. Cost-effectiveness of proton pump inhibitor cotherapy in patients taking long-term, low-dose aspirin for secondary cardiovascular prevention. Arch Intern Med 2008;168: 1684-1690
  5. Zaccardi F, Rizzi A, Petrucci G, et al. In vivo platelet activation and aspirin responsiveness in type 1 diabetes. Diabetes 2016; 65:503-509