Η περιφέρεια του λαιμού ως νέο μέτρο του καρδιομεταβολικού κινδύνου: Η μελέτη Framingham Heart.

Neck Circumference as a Novel Measure of Cardiometabolic Risk: The Framingham Heart Study.

Sarah Rosner Preis, Joseph M. Massaro, Udo Hoffmann, Ralph B. D’Agostino Sr., Daniel Levy, Sander J. Robins, James B. Meigs, Ramachandran S. Vasan, Christopher J. O’Donnell, and Caroline S. Fox.

Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism , doi:10.1210/jc.2009-1779

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Εισαγωγή: Η περιφέρεια του λαιμού, ένα μέτρο εκτίμησης του υποδορίου λίπους του ανώτερου τμήματος του σώματος, μπορεί να αποτελεί μια μοναδική αποθήκη λίπους που παρέχει τον πρόσθετο καρδιαγγειακό κίνδυνο επάνω από και πέρα από το λίπος του κεντρικού μέρους του σώματος. Μέθοδοι και αποτελέσματα: Συμπεριλήφθηκαν 3307 ασθενείς (48% γυναίκες  ) στους οποίους είχε μετρηθεί η περιφέρεια του λαιμού και υποβλήθηκαν σε υπολογιστική τομογραφία προς εκτίμηση του σπλαχνικού λιπώδους ιστού (visceral adipose tissue, VAT). Οι ασθενείς είχαν μέση ηλικία 51 έτη, μέσο BMI = 27.8 kg/m2 και μέση περιφέρεια λαιμού 40,5 εκατ. στους άνδρες και 34,2 εκατ. στις γυναίκες. Χρησιμοποιήθηκαν πρότυπα-μοντέλα γραμμικής συσχέτισης εξομοιωμένα ως προς φύλο για να αξιολογήσουν τη συσχέτιση μεταξύ της αύξησης στην περιφέρεια του λαιμού και των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου (συστολική και διαστολική πίεση αίματος, χοληστερόλη και κλάσματα, τριγλυκερίδια, γλυκόζη νηστείας, ινσουλίνη και προινσουλίνη και αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης, ΗΟΜΑ). Η περιφέρεια του λαιμού συσχετιζόταν με τον VAT [r = 0,63 (άνδρες) r = 0,74 (γυναίκες), P < 0,001] και BMI [r = 0,79 (άνδρες) r = 0,80 (γυναίκες) P < 0,001]. Μετά περαιτέρω εξομοίωση για VAT, η περιφέρεια του λαιμού συσχετιζόταν θετικά με τη συστολική πίεση αίματος, τη διαστολική πίεση αίματος στους άνδρες μόνο, τα τριγλυκερίδια, τη γλυκόζη πλάσματος νηστείας στις γυναίκες μόνο, την ινσουλίνη, την προινσουλίνη και το ΗΟΜΑ και συσχετιζόταν αρνητικά με την HDL (P για όλα <0.01). Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στα μοντέλα που εξομοιώθηκαν για VAT και για BMI. Σε μία πολυπαραγοντική ανάλυση, η επίπτωση της καρδιαγγειακής νόσου δεν συσχετιζόταν στατιστικά σημαντικά με την περιφέρεια του λαιμού. Συμπεράσματα: Η περιφέρεια του λαιμού συσχετιζόταν με τους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου ακόμα και μετά από εξομοίωση για VAT και BMI. Αυτά τα συμπεράσματα υποδεικνύουν ότι το υποδόριο λίπος του ανώτερου τμήματος του σώματος, μπορεί να αποτελεί μια μοναδική αποθήκη λίπους μπορεί να είναι μια μοναδική, παθογόνος αποθήκη λίπους.

Επιδημιολογική συσχέτιση μεταξύ A1C και γενικής θνησιμότητας κατά τη διάρκεια μιας διάμεσης παρακολούθησης 3,4 ετών της γλυκαιμικής θεραπείας στην μελέτη ACCORD.

Epidemiologic Relationships Between A1C and All-Cause Mortality During a Median 3.4-Year Follow-up of Glycemic Treatment in the ACCORD Trial.

M. Riddle, W. Ambrosius, D. Brillon, J. Buse, R. Byington, R. Cohen, D. Goff, S. Malozowski, K. Margolis, J. Probstfield, A. Schnall, E. Seaquist, for the Action to Control Cardiovascular Risk in Diabetes (ACCORD) investigators.

Diabetes Care 2010; 33:983–990.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η τυχαιοποιημένη σύγκριση εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης με την κλασική στρατηγική θεραπευτικής αντιμετώπισης της γλυκαιμίας στη μελέτη ACCORD (Action to Control Cardiovascular Risk in Diabetes) διεκόπη νωρίς λόγω της απροσδόκητης αυξημένης θνησιμότητας στο σκέλος της εντατικοποιημένης ρύθμισης. Εκτιμήθηκε το κατά πόσον η A1C κατά τη διάρκεια της μελέτης είχε ανεξάρτητη συσχέτιση με τη θνησιμότητα, στα πλαίσια της εκ των υστέρων διερεύνησης των πιθανών μηχανισμών που ευθύνονται για την αυξημένη θνησιμότητα. Στη μελέτη συμμετείχαν 10.251 ασθενείς με τύπο 2 διαβήτη, μέσης ηλικίας 62 ετών, διάμεσης διάρκεια του διαβήτη 10 ετών και διάμεσης A1C 8.1%, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν είτε σε εντατικοποιημένη ρύθμιση με στόχο A1C < 6.0% είτε σε συμβατική ρύθμιση με στόχο A1C 7.0–7.9%. Αναλύθηκαν με μοντέλα πολυπαραγοντικής ανάλυσης τα στοιχεία που λαμβάνονταν κατά τη διάρκεια των ετών της παρακολούθησης. Διάφορα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων και τα κέντρα της μελέτης κατά την ένταξη είχαν σημαντική συσχέτιση με τον κίνδυνο θνησιμότητας. Μια υψηλότερη μέση A1C κατά τη διάρκεια της μελέτης ήταν ισχυρότερος προγνωστικός παράγων θνησιμότητας απ΄ ότι η A1C του τελευταίου διαστήματος της παρακολούθησης ή απ΄ ότι η μείωση της A1C τον πρώτο χρόνο της μελέτης. Το εύρημα αυτό παρατηρήθηκε τόσο προ όσο και μετά εξομοίωση για διάφορα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων και για τα κέντρα της μελέτης. Η υψηλότερο μέση A1C συσχετιζόταν με μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου. Ο κίνδυνος θανάτου με την εντατικοποιημένη ρύθμιση αυξήθηκε περίπου γραμμικά από A1C 6–9% και φάνηκε να είναι μεγαλύτερος με την εντατικοποιημένη ρύθμιση απ’ ό,τι με την συμβατική μόνο όταν η μέση A1C ήταν >7%.

Συμπεράσματα: Αυτές οι αναλύσεις δείχνουν ότι μάλλον παράγοντες σχετιζόμενοι με εμμένοντα σταθερά υψηλά επίπεδα A1C παρά η χαμηλή A1C αυτή καθ’ εαυτή είναι οι πιθανοί συνεισφέροντες στην αυξανόμενη θνησιμότητα που παρατηρήθηκε με την εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση στη μελέτη ACCORD.

Σχόλιο μεταφραστή: Τα ευρήματα αυτά συνάδουν με τα προηγούμενα που αθώωναν τα επεισόδια υπογλυκαιμίας για την αυξημένη θνησιμότητα που παρατηρήθηκε με την εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση στη μελέτη ACCORD.

Η επίδραση της συνδυασμένης υπολιπιδαιμικής θεραπείας στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

The ACCORD Study Group. Effects of Combination Lipid Therapy in Type 2 Diabetes Mellitus.

N Engl J Med 2010; 10.1056/nejmoa1001282

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπό της μελέτης ήταν να διερευνηθεί το κατά πόσον θεραπεία συνδυασμού φιμπράτης με στατίνη θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη προστασία από καρδιαγγειακά συμβάματα σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με στατίνη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και μεγάλο κίνδυνο για εμφάνιση καρδιαγγειακού συμβάματος. Τυχαιοποιήθηκαν 5518 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που θεραπεύονταν ήδη με σιμβαστατίνη να λάβουν είτε φαινοφιμπράτη ή εικονικό φάρμακο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η εμφάνιση εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 4,7 έτη. Το ετήσιο ποσοστό του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου ήταν 2,2% στην ομάδα της φαινοφιμπράτης και 2,4% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio 0,92, 95% confidence interval [CI], 0,79 έως 1,08, P = 0,.32). Δεν υπήρξε επίσης καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων μελέτης όσον αφορά οποιαδήποτε δευτερεύον καταληκτικό σημείο. Το ετήσιο ποσοστό θανάτων ήταν 1,5% στην ομάδα της φαινοφιμπράτης και 1,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,91, 95% CI, 0,75 έως 1,10, P = 0,33).  Οι προκαθορισμένες αναλύσεις υποομάδων έδειξαν ετερογένεια στην επίδραση της θεραπείας ανάλογα με τα φύλο, αναδεικνύοντας όφελος για τους άνδρες και πιθανώς ζημιά για τις γυναίκες (P = 0,01 για την αλληλεπίδραση), και ένα πιθανό όφελος για τους ασθενείς τόσο με υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων όσο και με χαμηλά επίπεδα HDL κατά την ένταξη (P = 0,057 για την αλληλεπίδραση).

Συμπεράσματα: Ο συνδυασμός φαινοφιμπράτης και σιμβαστατίνη δεν μείωσε το ποσοστό των θανατηφόρων καρδιαγγειακών συμβαμάτων, εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε σύγκριση με σιμβαστατίνη μόνο. Αυτά τα αποτελέσματα δεν στηρίζουν τη χρήση θεραπείας συνδυασμού φαινοφιμπράτης και σιμβαστατίνης για να μειώσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στην πλειοψηφία των μεγάλου κινδύνου ασθενών με διαβήτη τύπου 2.

Η επίδραση του εντατικοποιημένου ελέγχου της αρτηριακής πίεσης στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

The ACCORD Study Group. Effects of Intensive Blood-Pressure Control in Type 2 Diabetes Mellitus.

N Engl J Med 2010; 10.1056/nejmoa1001286

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από τυχαιοποιημένες μελέτες για να υποστηρίξει μια στρατηγική μείωσης της συστολικής αρτηριακής πίεσης κάτω από 135 έως 140 mm Hg σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Για το σκοπό αυτό διερεύνησαν το κατά πόσον θεραπεία με στόχο φυσιολογική συστολική πίεση (δηλ. <120mm Hg) μειώνει τα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα σε συμμετέχοντες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και μεγάλο κίνδυνο για εμφάνιση καρδιαγγειακού συμβάματος. Συνολικά 4733 συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 τυχαιοποιήθηκαν σε εντατικοποιημένη θεραπεία, με στόχο συστολική αρτηριακή πίεση κάτω από 120 mm Hg, ή συμβατική θεραπεία, με στόχο συστολική αρτηριακή πίεση κάτω από 140 mm Hg. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η εμφάνιση εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 4,7 έτη. Μετά από 1 έτος, η μέση συστολική αρτηριακή πίεση ήταν 119,3 mm Hg στην ομάδα της εντατικοποιημένης θεραπευτικής αντιμετώπισης και 133,5 mm Hg στην ομάδα της συμβατικής θεραπείας. Το ετήσιο ποσοστό του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου ήταν 1,87% στην ομάδα της εντατικοποιημένης θεραπευτικής αντιμετώπισης και 2,09% στην ομάδα της συμβατικής θεραπείας (hazard ratio, 0,88, 95% confidence interval [CI], 0,73 έως 1,06, P = 0,20). Το ετήσιο ποσοστό θανάτων οποιασδήποτε αιτίας ήταν 1,28% και 1,19% στις δύο ομάδες αντίστοιχα (hazard ratio 1,07, 95% CI 0,85 έως 1,35, P = 0,55). Τα ετήσια ποσοστά αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, που ήταν το δευτερεύον καταληκτικό σημείο, ήταν 0,32% και 0,53% στις δύο ομάδες αντίστοιχα (hazard ratio, 0,59, 95% CI, 0,39 έως 0,89, P = 0,01). Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη θεραπεία συνέβησαν σε 77 από τους 2362 συμμετέχοντες στην ομάδα της εντατικοποιημένης θεραπευτικής αντιμετώπισης (3,3%) και σε 30 από τους 2371 συμμετέχοντες στην ομάδα της συμβατικής θεραπείας (1,3%) (P<0,001).


Συμπεράσματα: Στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και μεγάλο κίνδυνο για εμφάνιση καρδιαγγειακού συμβάματος, στόχευση συστολικής πίεσης σε επίπεδα κάτω από 120 mm Hg σε σύγκριση με επίπεδα κάτω από 140 mm Hg, δεν μείωσε το ποσοστό εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια.

Η επιβίωση σε σχέση με την HbA1c σε άτομα με διαβήτη τύπου 2: μια αναδρομική μελέτη κοόρτης.

 Survival as a function of HbA1c in people with type 2 diabetes: a retrospective cohort study.

Currie C, Peters J, Tynan A, Evans M, Heine R, Bracco O et al.

Lancet 2010; Δημοσιευμένο στο διαδίκτυο στις 27 Ιανουάριου, DOI:10.1016/S0140-6736(09)61969-3

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα αποτελέσματα των μελετών παρέμβασης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 έχουν προκαλέσει ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια της προσπάθειας επίτευξης φυσιολογικών επιπέδων γλυκόζης. Εκτιμήθηκε η επιβίωση σε σχέση με την HbA1c σε άτομα με διαβήτη τύπου 2. Μελετήθηκαν 2 πληθυσμοί ασθενών ηλικίας άνω των 50 ετών, με διαβήτη τύπου 2, που προέρχονταν από την UK General Practice Research Database από τον Νοέμβριο του 1986 έως τον Νοέμβριο του 2008. Προσδιορίσαμε 27.965 ασθενείς των οποίων η θεραπεία εντατικοποιήθηκε από μονοθεραπεία με δισκία σε θεραπεία με συνδυασμό δισκίων και 20.005 ασθενείς των οποίων η εντατικοποίηση της θεραπείας έγινε με θεραπευτικά σχήματα που περιλάμβαναν ινσουλίνη. Εξαιρέθηκαν τα άτομα με δευτεροπαθή διαβήτη. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν η γενική θνησιμότητα. Ως σημαντικοί συγχυτικοί παράγοντες θεωρήθηκαν η ηλικία το φύλο, το κάπνισμα, η χοληστερόλη, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος και η γενική νοσηρότητα. Τα μοντέλα επιβίωσης κατά Cox τροποποιήθηκαν για τους προαναφερθέντες συγχυτικούς παράγοντες.

Αποτελέσματα:
Συγκρίθηκε η γενική θνησιμότητα στο σύνολο των πληθυσμών μεταξύ ομάδων ατόμων που αντιπροσώπευαν τα δεκατημόρια της HbA1c. Ο σχετικός κίνδυνος υπολογίστηκε μετά εξομοίωση για συγχυτικούς παράγοντες. Η ομάδα με το μικρότερο κίνδυνο ήταν αυτή που είχε διάμεση τιμή HbA1c 7,5% (IQR 7,5–7,6%). Σε σύγκριση με την ομάδα αυτή, η ομάδα του κατώτερου δεκατημορίου HbA1c (διάμεση τιμή 6,4%) είχε σχετικό κίνδυνο για γενική θνησιμότητα 1,52 (95% CI 1,32–1,76) και η ομάδα του ανώτερου δεκατημορίου HbA1c (διάμεση τιμή 10,5%) είχε σχετικό κίνδυνο για γενική θνησιμότητα 1,79 (95% CI 1,56–2,06). Τα αποτελέσματα έδειξαν συσχέτιση μεταξύ HbA1c και γενικής θνησιμότητας με μορφή U. Ο σχετικός κίνδυνος για γενική θνησιμότητα σε ασθενείς που λάμβαναν ινσουλίνη (2834 θάνατοι) σε σύγκριση με ασθενείς που λάμβαναν δισκία (2035 θάνατοι) ήταν 1,49 (95% CI 1,39–1,59).

Συμπεράσματα: Τα υψηλά και τα χαμηλά επίπεδα HbA1c σχετίζονται με αυξημένη γενική θνησιμότητα και καρδιαγγειακά συμβάματα. Αν τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν, οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη ρύθμιση του διαβήτη μπορεί να χρειαστεί να τροποποιηθούν και να περιλαμβάνουν και ελάχιστο επιθυμητό όριο HbA1c.

Η σχέση κόστους-οφέλους του αυτοελέγχου της γλυκόζης αίματος σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά χωρίς ινσουλίνη.

Cost-effectiveness of self-monitoring of blood glucose in patients with type 2 diabetes mellitus managed without insulin.

Cameron C, Coyle D, Ur E, Klarenbach S.

CMAJ 2010; 182: 28-34

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα οφέλη του αυτοελέγχου της γλυκόζης αίματος δεν είναι σαφή για ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά χωρίς ινσουλίνη, παρ’ ότι ο αυτοέλεγχος κοστίζει αρκετά.

Σκοπός της μελέτης ήταν να καθορίσει τη σχέση κόστους-οφέλους του αυτοελέγχου της γλυκόζης αίματος για τους ασθενείς αυτούς. Χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο της μελέτης United Kingdom Prospective Diabetes Study (UKPDS) για να προβλεφθούν οι σχετιζόμενες με το διαβήτη επιπλοκές και τα αντίστοιχα έτη ζωής και κόστη. Τα κλινικά δεδομένα προήλθαν από μελέτες που συνέκριναν τον αυτοέλεγχο σε σχέση με την αντιμετώπιση χωρίς αυτοέλεγχο. Οι δαπάνες και οι μειώσεις χρησιμότητας παρήχθησαν από τις δημοσιευμένες πηγές. Η ακρίβεια των αποτελεσμάτων εξετάστηκε με αναλύσεις ευαισθησίας.

Αποτελέσματα: Με βάση μια μέτριας κλινικής σημασίας μείωση της A1C κατά 0.25% (95% confidence interval 0.15–0.36) που προέκυψε από τις μελέτες, το μοντέλο της μελέτης UKPDS προέβλεπε ότι αυτοέλεγχος που γινόταν 7 φορές την εβδομάδα ή περισσότερο μείωνε την επίπτωση των σχετιζόμενων με το διαβήτη επιπλοκών αν και είχε υψηλό κόστος Τα αποτελέσματα παρέμειναν κατά ένα μεγάλο μέρος αμετάβλητα στην ανάλυση ευαισθησίας, παρ’ ότι το κόστος μειωνόταν σε αποδεκτά όρια όταν μειωνόταν η συχνότητα των μετρήσεων ή το κόστος των ταινιών. Ερμηνεία των ευρημάτων: Για τους περισσότερους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που αντιμετωπίζονται χωρίς ινσουλίνη, η χρήση ταινιών για συχνό αυτοέλεγχο (≥ 7 φορές την εβδομάδα) είναι απίθανο να αντιπροσωπεύει αποδοτική χρήση των πεπερασμένων πόρων για υγειονομική περίθαλψη, αν και περιοδικός αυτοέλεγχος (π.χ., 1 ή 2 φορές την εβδομάδα) μπορεί να είναι οικονομικώς αποδοτικός.

Η συνοσηρότητα επηρεάζει τη σχέση μεταξύ γλυκαιμικού ελέγχου και καρδιαγγειακών συμβαμάτων στο διαβήτη: Μια μελέτη κοόρτης.

Comorbidity Affects the Relationship Between Glycemic Control and Cardiovascular Outcomes in Diabetes: A Cohort Study.

Greenfield S, Billimek J, Pellegrini F, Franciosi M, De Berardis G, Nicolucci A, Kaplan S.

Annals of Internal Med 2009; 151: 854-860.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει μικτά αποτελέσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εντατικοποιημένης αντιδιαβητικής αγωγής στη μείωση του κινδύνου για τα καρδιαγγειακά συμβάματα. Σκοπός της μελέτης ήταν να καθορίσει εάν επιτυγχάνοντας στόχους HbA1c 6,5% ή λιγότερο σε σύγκριση με στόχους HbA1c 7,0% ή λιγότερο παρέχει διαφορικά οφέλη για ασθενείς με υψηλά έναντι χαμηλών-έως-μέτριων επιπέδων συνοδού νοσηρότητας. Πρόκειται περί πενταετούς διάρκειας μελέτης παρατήρησης ασθενών με διαβήτη τύπου 2. Οι ασθενείς ταξινομήθηκαν σε υποομάδες υψηλού και χαμηλού έως μετρίου επιπέδου συνοσηρότητας με τη χρήση του δείκτη συνολικού φορτίου νόσου Total Illness Burden Index (TIBI), που αποτελεί ένα επιβεβαιωμένης αξιοπιστίας μέτρο συνοδού νοσηρότητας. Η μελέτη διεξείχθη σε 101 εξωτερικά διαβητολογικά ιατρεία και 103 εξωτερικά ιατρεία γενικών ιατρών στην Ιταλία. Συμμετείχαν 2613 (83%) των 3074 ασθενών με τύπου 2 διαβήτη, που επιλέγησαν τυχαία από τους καταλόγους των εξωτερικών ασθενών με διαβήτη. Μετρήθηκαν το αποτέλεσμα του δείκτη TIBI, η συνολική θνησιμότητα και η επίπτωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Οι αναλογίες κινδύνου (HRs) εξομοιώθηκαν για ηλικία και φύλο. Αποτελέσματα: Επίτευξη HbA1c 6,5% ή λιγότερο σχετιζόταν με μικρότερη πενταετή επίπτωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων στην υποομάδα των ασθενών χαμηλού έως μετρίου επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,60 [95% CI, 0,42 έως 0,85], P = 0,005) αλλά όχι και στην υποομάδα υψηλού επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,92 [CI, 0,68 έως 1,25], P = 0,61). Ομοίως, επίτευξη HbA1c7,0% ή λιγότερο προέβλεπε λιγότερα καρδιαγγειακά συμβάματα στην υποομάδα των ασθενών χαμηλού έως μετρίου επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,61 (CI, 0,44 έως 0,83, P = 0,001) αλλά όχι στην υποομάδα υψηλού επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,88 [CI, 0,66 έως 1,17], P = 0,38). Περιορισμοί της μελέτης:  Η φύση της μελέτης (μελέτη παρατήρησης) δεν επιτρέπει να εξαχθεί συμπέρασμα σχέσης αιτίου-αιτιατού. Το διάστημα της περιόδου συλλογής δεδομένων ήταν περιορισμένο και  δεν ήταν διαθέσιμες πληροφορίες για την κλινική διαχείριση των ασθενών. Συμπέρασμα:  Οι ασθενείς με υψηλά επίπεδα συνοσηρότητας μπορούν να έχουν μειωμένο καρδιαγγειακό όφελος από τον εντατικό έλεγχο της γλυκόζης αίματος. Η συνοσηρότητα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν σχεδιάζεται η αντιδιαβητική θεραπεία ασθενών με διαβήτη τύπου 2.

Σχόλιο μεταφραστή: Η μελέτη παρέχει χρήσιμες πληροφορίες που ίσως μας βοηθούν να «μεταφράσουμε» τα ευρήματα των πολυσυζητημένων μελετών ΑCCORD και ADVANCE και καταδεικνύει την απόλυτη ανάγκη εξατομίκευσης των γλυκαιμικών στόχων, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες ασθενούς και τα συνυπάρχοντα προβλήματά του.

Η διατήρηση της λειτουργίας των β-κυττάρων σε θετικά για ύπαρξη αυτοαντισωμάτων νεαρά άτομα με διαβήτη.

Preservation ofβ-Cell Function in Autoantibody-Positive Youth With Diabetes.

Greenbaum C, Anderson A, Dolan L, Mayer-Davis E, Dabelea D, Imperatore G, Marcovina S, Pihoker C, for The Search Study Group.

Diabetes Care 2009; 32:1839–1844.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπός της μελέτης ήταν να καθορίσει την έκταση της διατήρησης της λειτουργικότητας των β-κυττάρων σε νεαρά άτομα με διαβήτη και GAD65 ή/και IA2 αυτοαντισώματα.
Ερευνητικός σχεδιασμός και μέθοδοι: Χρησιμοποιήθηκε το C-πεπτίδιο νηστείας 2.789 θετικών για GAD65- ή/και IA2 αυτοαντίσωμα νεαρών ατόμων, ηλικίας 1–23 ετών από την μελέτη Diabetes in Youth. Η διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων ορίστηκε με βάση τα προερχόμενα από τη μελέτη Diabetes Control and Complications Trial (DCCT) όρια για το C-πεπτίδιο νηστείας (0,23 ng/ml) και από το 5ο εκατοστημόριο για το C-πεπτίδιο νηστείας που παρατηρήθηκε σε Αμερικανούς εφήβους στη μελέτη National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES), που ήταν 1,0 ng/ml. Συγκρίθηκαν τα κλινικά χαρακτηριστικά μεταξύ των ατόμων που διατηρούσαν και αυτών που δεν διατηρούσαν τη λειτουργικότητα των β-κυττάρων.

Αποτελέσματα: Μέσα στο πρώτο έτος από τη διάγνωση,  82,9% των ατόμων είχαν C-πεπτίδιο νηστείας 0,23 ng/ml και 31,2% είχαν τιμές 1,0 ng/ml. Μεταξύ εκείνων με 5 έτη διάρκειας διαβήτη, το 10,7% είχε διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων βάσει του ορίου της DCCT και 1,0% βρισκόταν άνω του 5ου εκατοστημορίου του πληθυσμού της NHANES.

Συμπεράσματα: Μέσα στο πρώτο έτος από τη διάγνωση, 4 από τα 5 νεαρά άτομα με θετικό για αυτοαντισώματα διαβήτη έχουν κλινικά σημαντική διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων και περί το 1/3 των ατόμων αυτών έχουν επίπεδα C-πεπτίδιο νηστείας άνω του 5ου εκατοστημορίου του πληθυσμού των υγειών Αμερικανών εφήβων. Ακόμα και 5 έτη μετά από τη διάγνωση, 1 στους 10 έχει C-πεπτίδιο νηστείας άνω ενός κλινικά σημαντικού ορίου. Αυτά τα συμπεράσματα έχουν τις επιπτώσεις στην κλινική ταξινόμηση των νεαρών ατόμων με διαβήτη καθώς και για το σχεδιασμό κλινικών μελετών που θα έχουν σκοπό τη διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων μετά την έναρξη του διαβήτη.

Δεκαετής παρακολούθηση της επίπτωσης του διαβήτη και της απώλειας βάρους στη μελέτη Diabetes Prevention Program Outcomes Study.

Diabetes Prevention Program Research Group. 10-year follow-up of diabetes incidence and weight loss in the Diabetes Prevention Program Outcomes Study.

Lancet 2009; DOI:10.1016/S0140-6736(09)61457-4

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Κατά τη διάρκεια των 2,8 ετών της τυχαιοποιημένης μελέτης Diabetes Prevention Program (DPP), η επίπτωση του διαβήτη στους υψηλού κινδύνου ενηλίκους μειώθηκε κατά 58% με την εντατικοποιημένη παρέμβαση στον τρόπο ζωής και κατά 31% με τη μετφορμίνη, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Στην παρούσα μελέτη, οι ερευνητές ήθελαν να ερευνήσουν το κατά πόσον τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια της ενεργού παρέμβασης διατηρούνται μακροπρόθεσμα. Όλοι οι ενεργώς συμμετάσχαντες στη μελέτη DPP μπορούσαν να συνεχίσουν την παρακολούθηση.  Από τους 3150 οι 2766 (88%) εντάχθηκαν για μια διάμεση πρόσθετη παρακολούθηση 5,7 ετών.  Οι 910 εξ αυτών προέρχονταν από την προηγούμενη ομάδα της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης, 924 από την προηγούμενη ομάδα της μετφορμίνης και 932 προέρχονταν από την προηγούμενη ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Βάσει των ευνοϊκών επιδράσεων που προήλθαν από την εντατικοποιημένη παρέμβαση στον τρόπο ζωής που παρατηρήθηκαν στη μελέτη DPP, προσφέρθηκε και στις τρεις ομάδες επιπλέον υγιεινοδιαιτητική καθοδήγηση. Η θεραπεία με μετφορμίνη συνεχίστηκε στην αρχική ομάδα της μετφορμίνης (850 mg δύο φορές την ημέρα) και στην αρχική ομάδα της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης προσφέρθηκε πρόσθετη υποστήριξη για τη διατήρηση του νέου τρόπου ζωής. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η ανάπτυξη του διαβήτη σύμφωνα με τα κριτήρια της American Diabetes Association. Κατά τη διάρκεια των 10,0 ετών της παρακολούθησης μετά την τυχαιοποίηση για τη μελέτη DPP, η αρχική ομάδα της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης έχασε και μετά ανέκτησε μέρος του απωλεσθέντος σωματικού βάρους. Η μέτρια απώλεια βάρους που επιτεύχθηκε αρχικά με τη μετφορμίνη διατηρήθηκε. Η επίπτωση του διαβήτη κατά τη διάρκεια της DPP ήταν 4,8 περιπτώσεις ανά 100 ανθρωποέτη (95% CI 4,1–5,7) στην ομάδα εντατικοποιημένης παρέμβασης στον τρόπο ζωής, 7,8 (6,8–8,8) στην ομάδα της μετφορμίνης και 11,0 (9,8–12,3) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η επίπτωση του διαβήτη στη μελέτη αυτή της παρακολούθησης ήταν παραπλήσια μεταξύ των αρχικών ομάδων: 5,9 ανά 100 ανθρωποέτη (5,1–6,8) για την αρχική ομάδα της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης, 4,9 (4,2–5,7) για την αρχική ομάδα της μετφορμίνης και 5,6 (4,8–6,5) για την αρχική ομάδα του εικονικού φαρμάκου.  Η επίπτωση του διαβήτη στο σύνολο των 10 ετών από την τυχαιοποίηση στη μελέτη DPP μειώθηκε κατά 34% (24–42) στην ομάδα του τρόπου ζωής και 18% (7–28) στην ομάδα της μετφορμίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Συμπεράσματα: Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά το τέλος της μελέτης DPP, η επίπτωση του διαβήτη στις αρχικές ομάδες του εικονικού φαρμάκου και της μετφορμίνης μειώθηκε ώστε να εξισωθεί μ’ αυτή της αρχικής ομάδας της εντατικοποιημένης παρέμβασης στον τρόπο ζωής, αλλά η αθροιστική επίπτωση του διαβήτη στην ομάδα της εντατικοποιημένης παρέμβασης στον τρόπο ζωής παρέμεινε μικρότερη. Η πρόληψη ή η καθυστέρηση της εμφάνισης του διαβήτη με την παρέμβαση στον τρόπο ζωής ή με μετφορμίνη μπορεί να συνεχιστεί για τουλάχιστον 10 έτη.

Σχόλιο μεταφραστή:
Είναι εξαιρετικά σημαντικό και ελπιδοφόρο να γνωρίζεις ότι η μακροχρόνια πρόληψη μιας νόσου εξαρτάται από τις προσπάθειες γιατρών και «ασθενών», άρα είναι στο χέρι μας!

Renal effects of aliskiren compared with and in combination with irbesartan in patients with type 2 diabetes, hypertension, and albuminuria.

Persson F, Rossing P, Reinhard H, Juhl T, Stehouwer CD, Schalkwijk C, Danser AH, Boomsma F, Frandsen E, Parving HH.

Diabetes Care 2009; 32: 1873-1879.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση του κατά πόσον η αντι-πρωτεϊνοουρική δράση του αναστολέα της ρενίνης, aliskiren, είναι συγκρίσιμη μ’ αυτή της irbesartan καθώς και η διερεύνηση της αποτελεσματικότητας του συνδυασμού των δύο φαρμάκων. Πρόκειται περί διπλά τυφλής, τυχαιοποιημένης, διασταυρούμενης μελέτης. Εικοσιέξι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, αρτηριακή υπέρταση και λευκωματινουρία (>100 mg/ημέρα) τυχαιοποιήθηκαν σε 4 περιόδους δίμηνης θεραπείας με τυχαία σειρά λήψης εικονικού φαρμάκου, 300 mg aliskiren μία φορά την ημέρα, 300 mg irbesartan μία φορά την ημέρα ή του συνδυασμού. Οι ασθενείς λάμβαναν φουροσεμίδη σε σταθερή δόση καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν οι μεταβολές στη λευκωματινουρία. Στα δευτερογενή καταληκτικά σημεία περιλαμβάνονταν μεταβολή στην 24-h αρτηριακή πίεση και στη σπειραματική διήθηση (glomerular filtration rate, GFR).

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Ο γεωμετρικός μέσος της λευκωματινουρίας όταν τα άτομα λάμβαναν εικονικό φάρμακο ήταν 258 mg/ημέρα (εύρος 84-2.361), η μέση 24-h αρτηριακή πίεση +/- SD ήταν 140/73 +/- 15/8 mmHg και η GFR ήταν 89 +/- 27 ml/min ανά 1.73 m2. Η θεραπεία με aliskiren μείωσε τη λευκωματινουρία κατά 48% (95% CI 27-62) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (P < 0.001), ποσοστό όχι στατιστικά σημαντικά διάφορο από το 58% (42-79) μείωση που επετεύχθη με την irbesartan (P < 0.001 έναντι του εικονικού φαρμάκου). Η θεραπεία συνδυασμού μείωσε τη λευκωματινουρία κατά 71% (59-79), περισσότερο απ΄ ότι οποιαδήποτε μονοθεραπεία (P < 0,001 και P = 0,028).  Η 24-h αρτηριακή πίεση μειώθηκε κατά 3/4 mmHg με το aliskiren (NS/P = 0,009), 12/5 mmHg με την irbesartan (P < 0,001/P = 0,002) και 10/6 mmHg με το συνδυασμό (P = 0,001/P < 0,001). Η GFR μειώθηκε  σημαντικά κατά 4,6 (95% CI 0,3-8,8) ml/min per 1,73 m2 με το aliskiren, κατά 8,0 (3,6-12,3) ml/min per 1.73 m2 με την irbesartan και κατά 11,7 (7,4-15,9) ml/min per 1.73 m2 με το συνδυασμό. Συμπερασματικά, ο συνδυασμός του aliskiren με την irbesartan έχει μεγαλύτερη αντι-πρωτεϊνοουρική δράση σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, αρτηριακή υπέρταση και λευκωματινουρία απ΄ ότι η μονοθεραπεία.