Η βραχεία διάρκεια ύπνου και η κακή ποιότητα ύπνου αυξάνουν τον κίνδυνο διαβήτη σε Ιάπωνες χωρίς οικογενειακό ιστορικό διαβήτη

Toshiko Kita, Eiji Yoshioka, Hiroki Satoh, Yasuaki Saijo, Mariko Kawaharada, Eisaku Okada, Reiko Kishi. Short Sleep Duration and Poor Sleep Quality Increase the Risk of Diabetes in Japanese Workers With No Family History of Diabetes. Published online before print December 30, 2011, doi: 10.2337/dc11-1455 Diabetes Care December 30, 2011

Η επίδραση της προσθήκης αντιυπεργλυκαιμικών φαρμάκων σε αγωγή με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία επί του γλυκαιμικού ελέγχου και της αύξησης του σωματικού βάρους σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2

Effect of Antihyperglycemic Agents Added to Metformin and a Sulfonylurea on Glycemic Control and Weight Gain in Type 2 Diabetes: A Network Meta-analysis.

Jorge L. Gross, Caroline K. Kramer, Cristiane B. Leita˜o, Neil Hawkins, Luciana V. Viana, Beatriz D. Schaan, Lana C. Pinto, Ticiana C. Rodrigues, and Mirela J. Azevedo,  for the Diabetes and Endocrinology Meta-analysis Group (DEMA).

Ann Intern Med 2011;154:672-679.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Λίγες μελέτες έχουν εξετάσει την επίδραση της προσθήκης ενός
τρίτου αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου όταν δεν επιτυγχάνεται γλυκαιμικός έλεγχος με τη χρήση μετφορμίνης και σουλφονυλουρίας. Σκοπός της μελέτης ήταν να συγκριθεί η αποτελεσματικότητα της προσθήκης ενός
τρίτου αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν ελέγχεται επιτυχώς με μετφορμίνη και μια σουλφονυλουρία. Πρόκειται για μετα-ανάλυση μελετών που έχουν δημοσιευτεί στις βάσεις δεδομένων MEDLINE, EMBASE, Cochrane Library, LILACS, και ClinicalTrials.gov. Επιλέχτηκαν τυχαιοποιημένες μελέτες με διάρκεια τουλάχιστον 24 εβδομάδων. Οι ασθενείς έπρεπε να είναι ηλικίας 18 ετών και άνω με τύπου 2 διαβήτη και επίπεδο HbA1c μεγαλύτερο από 7,0%. Τα πρωτογενή καταληκτικά σημεία ήταν αλλαγή στο επίπεδο της HbA1c, μεταβολή του βάρους, και η συχνότητα της σοβαρής υπογλυκαιμίας. Στη μετα-ανάλυση συμπεριελήφθησαν 18 μελέτες, που διήρκησαν κατά μέσο όρο 31,3 (24 έως 52) εβδομάδες και αφορούσαν 4535 συμμετέχοντες.Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, οι διάφορες κατηγορίες φαρμάκων δεν διέφεραν ως προς την αποτελεσματικότητα στη μείωση της HbA1c (μείωση κυμαινόμενη από 0.70% για τη ακαρβόζη έως 1.08% για την ινσουλίνη. Παρατηρήθηκε αύξηση του βάρους σχετιζόμενη με τη χρήση ινσουλίνης (2,84 kg) και γλιταζονών (4.25 kg) και μείωση του βάρους σχετιζόμενη με τη χρήση GLP-1 αγωνιστών (-1.63 kg). Η χρήση ινσουλίνης προκάλεσε τουλάχιστον διπλάσια επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας σε σχέση με τα άλλα αντιυπεργλυκαιμικά φάρμακα.
Συμπέρασμα: Δεν υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ των κατηγοριών αντιυπεργλυκαιμικών φαρμάκων ως προς το όφελος που προκύπτει από την προσθήκη ενός τρίτου παράγοντα για τη θεραπεία ασθενών με
διαβήτη τύπου 2 οι οποίοι λαμβάνουν ήδη μετφορμίνη και σουλφονυλουρία. Η πιο κατάλληλη επιλογή εξαρτάται από τα κλινικά χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.


Περιορισμοί της μελέτης: Οι περισσότερες από τις μελέτες ήταν βραχυπρόθεσμες, και η ποιότητα των μελετών ήταν ποικίλη, γεγονός που καθιστά τα ευρήματα και συμπεράσματα επισφαλή.

Η πιογλιταζόνη για την πρόληψη του διαβήτη σε άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη

Pioglitazone for Diabetes Prevention in Impaired Glucose Tolerance.

Ralph A. DeFronzo et al for the ACT NOW Study

N Engl J Med 2011;364:1104-15.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη, εκτός από τον κίνδυνο μετάπτωσης σε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Συνεπώς είναι ιδιαίτερα σημαντική κάθε προσπάθεια πρόληψης ή καθυστέρησης εμφάνισης της νόσου. Η παρούσα μελέτη είναι τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και έχει σκοπό να εξετάσει το κατά πόσον η πιογλιταζόνη μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 σε ενήλικα άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη. Τυχαιοποιήθηκαν 602 ασθενείς. Η διάμεση περίοδος παρακολούθησης ήταν 2,4 έτη. Η γλυκόζη νηστείας μετριόταν τέσσερεις φορές το χρόνο και κάθε χρόνο γινόταν από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη. Η μετάπτωση σε διαβήτη επιβεβαιωνόταν με βάση επανάληψη των διαγνωστικών ευρημάτων. Η ετήσια επίπτωση διαβήτη τύπου 2 ήταν 2,1% στην ομάδα της πιογλιταζόνης και 7,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Ο σχετικός κίνδυνος μετάπτωσης σε διαβήτη στην ομάδα της πιογλιταζόνης ήταν 0,28 (95% confidence interval, 0,16 έως 0,49, P<0,001). Υποστροφή σε φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη παρατηρήθηκε στο 48% των ασθενών στην ομάδα της πιογλιταζόνης και στο 28% των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (P<0,001). Η αγωγή με πιογλιταζόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σχετιζόταν με σημαντικά μειωμένα επίπεδα γλυκόζης νηστείας (11.7 mg/dL vs. 8.1 mg/dL, P<0,001), γλυκόζης διώρου κατά την OGTT (μείωση 30,5 mg/dL vs. 15.6 mg/dL, P<0,001), και HbA1c (μείωση κατά 0.04% vs. αύξησης κατά  0.20%, P<0,001). Η αγωγή με πιογλιταζόνη σχετιζόταν με μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης (κατά 2 mm Hg vs. 0 mm Hg, P = 0,03), με μείωση του ρυθμού πάχυνσης του έσω-μέσου χιτώνα (31,5%, P = 0,047) και με μεγαλύτερη αύξηση στα επίπεδα της HDL (κατά 7,35 mg/dL vs. 4,5 mg/dL, P = 0,008). Η αύξηση του βάρους ήταν μεγαλύτερη με την πιογλιταζόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (3,9 kg vs. 0,77 kg, P<0,001), όπωςήταν και η εμφάνιση του οιδήματος (12,9% vs. 6,4%, P = 0,007). Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η πιογλιταζόνη μείωσε τον κίνδυνο μετάπτωσης της διαταραγμένης ανοχής στη γλυκόζη σε διαβήτη τύπου 2 κατά 72% αλλά σχετίστηκε με σημαντική αύξηση βάρους και οίδημα.

Υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά επίπεδα και καρδιαγγειακός κίνδυνος: προχωρώντας πέρα από την κατηγοριοποίηση στον εξατομικευμένο υπολογισμό του κινδύνου

Non-diabetic hyperglycaemia and cardiovascular risk: moving beyond categorisation to individual interpretation of absolute risk.

P. Chamnan, R. K. Simmons, R. Jackson, K. T. Khaw, N. J. Wareham and S. J. Griffin.

Diabetologia,  DOI: 10.1007/s00125-010-1914-6

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά επίπεδα συνήθως είτε δεν υπολογίζεται καθόλου όταν γίνεται προσπάθεια ποσοτικοποίησης του καρδιαγγειακού κινδύνου είτε εκτιμάται ως διχοτόμος (ναι ή όχι κίνδυνος) αποκομμένη από άλλους παράγοντες. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι η υπεργλυκαιμία πρέπει να θεωρείται ως συνεχής μεταβλητή σχετικά με τον κίνδυνο που επιφέρει και ότι πρέπει πάντα να εξετάζεται στα πλαίσια όλων των άλλων παραγόντων αγγειακού κινδύνου. Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η πιθανή επίδραση της υπεργλυκαιμίας στον κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακού νοσήματος (CVD). Υπολογίστηκε ο απόλυτος καρδιαγγειακός κίνδυνος σε ομάδες ατόμων που διαχωρίστηκαν με βάση τα διαφορετικά επίπεδα HbA1c και άλλων παραγόντων κινδύνου για CVD. Χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα από 10.144 άνδρες και γυναίκες από την European Prospective Investigation of Cancer-Norfolk (EPIC) μελέτη για τον υπολογισμό του κινδύνου ανάπτυξης CVD σ’ όλα τα επίπεδα HbA1c σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά επίπεδα των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου για CVD. Βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στη συχνότητα CVD στα διάφορα επίπεδα HbA1c σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά επίπεδα των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου για CVD. Η συχνότητα CVD για άτομα που δεν είχαν διαβήτη και είχαν HbA1c <5.5% αύξανε από 0,6 (95% CI 0,3–1,2) έως 29,6 (95% CI 14,8–59,1) ανά 1.000 άνθρωπο-έτη όταν οι παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου προσετίθεντο στην ομάδα αναφοράς, δηλαδή αυτή που είχε το μικρότερο κίνδυνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα άτομα που δεν είχαν διαβήτη και είχαν HbA1c <5,5% και υψηλές τιμές των άλλων παραγόντων κινδύνου, είχαν σημαντικά υψηλότερη συχνότητα CVD από τα άτομα με HbA1c 6,0% – 6,4% αλλά χωρίς άλλους παράγοντες κινδύνου (29,6 [95% CI 14,8–59,1] και 2,5 [95% CI 0,4–18,1], αντίστοιχα). Η ύπαρξη διαβήτη αύξανε σημαντικά τον κίνδυνο CVD σε σχέση με την υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά όρια. Σύγκριση της συχνότητας CVD διαμέσου των τριτημορίων του λόγου ολικής προς HDL-χοληστερόλη ή των τριτημορίων της μέσης συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ομάδες ατόμων με διαφορετικά επίπεδα των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου έδειξε παραπλήσια αποτελέσματα. Με βάση τα παραπάνω, οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σε άτομα με υπεργλυκαιμία σε μη διαβητικά όρια, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος εξαρτάται πολύ από την παρουσία άλλων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου. Άρα πρέπει να δίνεται προσοχή όχι στο αν ένα άτομο έχει «προδιαβήτη», «υπέρταση» ή «δυσλιπιδαιμία», αλλά στη συνολική εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, που βασίζεται στο συνδυασμό των παραγόντων κινδύνου που διαθέτει.

Σχόλιο μεταφραστή: Σοφόν το σαφές. Απόδειξη του προφανούς.

Η διατήρηση της φυσικής δραστηριότητας σε υψηλά επίπεδα για περισσότερο από 20 χρόνια και η αύξηση του βάρους.

Maintaining a High Physical Activity Level Over 20 Years and Weight Gain.

Hankinson Α, Daviglus M, Bouchard C, Carnethon M, Lewis C,  Schreiner P, Liu K, Sidney S.

JAMA 2010; 304: 2603-10.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι δεν υπάρχουν πολλά δεδομένα που να υποστηρίζουν τις κατευθυντήριες οδηγίες για την φυσική δραστηριότητα με σκοπό την μακροχρόνια πρόληψη της αύξησης του σωματικού βάρους, ιδίως για την περίοδο που ο κίνδυνος για την αύξηση αυτή είναι μεγαλύτερος. Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η σχέση μεταξύ των επιπέδων τακτικής φυσικής δραστηριότητας και των μεταβολών του ΒΜΙ και της περιμέτρου μέσης, σε μια περίοδο 20 ετών. Η μελέτη Coronary Artery Risk Development in Young Adults (CARDIA) είναι μία προοπτική μελέτη με διάρκεια παρακολούθησης 20 ετών, 1985-1986 έως 2005-2006. Ως τακτική φυσική δραστηριότητα ορίστηκε η διατήρηση υψηλού, μετρίου ή χαμηλού επιπέδου άσκησης, με βάση τα ανάλογα με το φύλο τεταρτημόρια επιπέδων άσκησης κατά την ένταξη στη μελέτη. Οι συμμετέχοντες ήταν 3554 άτομα 18 έως 30 ετών κατά την ένταξη. Υπολογίστηκαν οι μέσες ετήσιες μεταβολές στο BMI και την περίμετρο μέσης. Μετά 20 έτη, η διατήρηση υψηλού επιπέδου φυσικής δραστηριότητας συσχετιζόταν με μικρότερη αύξηση στο BMI και την περίμετρο μέσης σε σύγκριση με την χαμηλού επιπέδου άσκηση, μετά εξομοίωση για φυλή, BMI κατά την ένταξη, ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, κάπνισμα, κατανάλωση αλκοόλ και συνολική πρόσληψη θερμίδων. Οι άνδρες που διατήρησαν υψηλού επιπέδου φυσική δραστηριότητα αύξησαν το βάρος τους κατά 2,6 κιλά λιγότερο το χρόνο (+0.15 μονάδες BMI, 95% CI, 0,11-0,18 έναντι +0,20 στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,17-0,23). Τα αντίστοιχα νούμερα για τις γυναίκες ήταν 6,1 κιλά λιγότερο το χρόνο (+0.17 μονάδες BMI, 95% CI, 0,12-0,21 έναντι +0,30 στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,25-0,34). Οι άνδρες που διατήρησαν υψηλού επιπέδου φυσική δραστηριότητα αύξησαν την περίμετρο μέσης κατά 3,1 εκατοστά λιγότερο το χρόνο (+0,52 cm, 95% CI, 0,43-0,61 cm έναντι 0,67 cm στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,60-0,75 cm). Τα αντίστοιχα νούμερα για τις γυναίκες ήταν 3,8 εκατοστά λιγότερα το χρόνο (+0,49 cm, 95% CI, 0,39-0,58 cm έναντι 0,67 cm στην ομάδα χαμηλού επιπέδου άσκησης 95% CI, 0,60-0,75 cm). Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η διατήρηση της φυσικής δραστηριότητας σε υψηλά επίπεδα κατά τη διάρκεια της νεότητας μπορεί να οδηγήσει σε μικρότερη αύξηση του βάρους στη μέση ηλικία, ιδίως στις γυναίκες.

Σημείωση μεταφραστή:
Εύκολοι, γνωστοί αλλά παραγνωρισμένοι τρόποι διατήρησης της υγείας, τους οποίους οφείλουμε να προβάλλουμε ιδίως στους εφήβους και τους νεαρούς ενήλικες.

Η επίδραση της μείωσης των επιπέδων της ομοκυστεϊνης με βιταμίνες του συμπλέγματος Β επί της καρδιαγγειακής νόσου, του καρκίνου και της γενικής θνησιμότητας. Μετα-ανάλυση 8 τυχαιοποιημένων μελετών με 37.485 ασθενείς.

Effects of Lowering Homocysteine Levels With B Vitamins on Cardiovascular Disease, Cancer, and Cause-Specific Mortality. Meta-analysis of 8 Randomized Trials Involving 37 485 Individuals.

Clarke R, Halsey J, Lewington S, et al for the B-Vitamin Treatment Trialists’ Collaboration.

Arch Intern Med. 2010;170(18):1622-1631.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεϊνης πλάσματος έχουν συσχετιστεί με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Παρ’ όλα αυτά δεν είναι εξακριβωμένη η επίδραση της χορήγησης συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος με σκοπό τη μείωση των επιπέδων ομοκυστεϊνης επί της νοσηρότητας. Χρησιμοποιήθηκαν τα δεδομένα 37.485 ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακού νοσήματος από 8 τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες χορήγησης συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος για να γίνει μία μετα-ανάλυση. Εκτιμήθηκε η εμφάνιση του πρώτου επεισοδίου καρδιαγγειακής νοσηρότητας, καρκίνου ή θανάτου. Παρουσιάστηκαν 9.326 μείζονα αγγειακά συμβάματα (3990 μείζονα στεφανιαία συμβάματα, 1528 αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και 5068 επαναγγειώσεις), 3010 καρκίνοι και 5125 θάνατοι. Η χρήση φυλλικού οξέος οδήγησε σε μείωση των επιπέδων ομοκυστεϊνης κατά 25%. Κατά τη διάρκεια διάμεσης παρακολούθησης 5 ετών, η allocation φυλλικού οξέος δεν είχε σημαντική επίδραση στα καρδιαγγειακά συμβάματα: σχετικός κίνδυνος (95% confidence intervals) τάξεως 1.01 (0.97-1.05) για μείζονα αγγειακά συμβάματα,  1.03 (0.97-1.10) για μείζονα στεφανιαία συμβάματα και 0.96 (0.87-1.06) για αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ομοίως, δεν υπήρχαν σημαντικές επιδράσεις στην έκβαση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε καμία από τις υποομάδες ούτε καμία επίδραση στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Δεν φάνηκε σημαντική επίδραση ούτε στον κίνδυνο επίπτωσης καρκίνου 1.05 [0.98-1.13], ούτε στη θνησιμότητα από καρκίνο 1.00 [0.85-1.18], ούτε στη γενική θνησιμότητα 1.02 [0.97-1.08] τόσο κατά τη διάρκεια των μελετών όσο και τα χρόνια μετά. Οι συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση συμπληρωμάτων φυλλικού οξέος με σκοπό τη μείωση των επιπέδων της ομοκυστεϊνης δεν είχε σημαντική επίδραση κατά τη διάρκεια 5 ετών στα καρδιαγγειακά συμβάματα, στη νοσηρότητα από καρκίνο και στη γενική θνησιμότητα στους πληθυσμούς που μελετήθηκαν.

Αφαίμαξη για τη μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος που δεν ανταποκρίνεται σε αλλαγή του τρόπου ζωής – Μελέτη παρατήρησης.

L. Valenti, S. Moscatiello, E. Vanni, A.L. Fracanzani, E. Bugianesi, S. Fargion and G. Marchesini.

Venesection for non-alcoholic fatty liver disease unresponsive to lifestyle counselling—a propensity score-adjusted observational study.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί το βραχυχρόνιο κλινικό όφελος της αφαίμαξης που εφαρμόζεται εν παραλλήλω προς τις υγιεινοδιαιτητικές αλλαγές του τρόπου ζωής σε σύγκριση με το όφελος που προκύπτει από τις υγιεινοδιαιτητικές αλλαγές μόνες επί της αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης και επί του επιπέδου των ηπατικών ενζύμων σε ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (non-alcoholic fatty liver disease, NAFLD). Πρόκειται για μελέτη παρατήρησης διάρκειας 6 έως 8 μηνών που διεξήχθη σε 3 κέντρα αναφοράς στην Ιταλία και αφορούσε 198 ασθενείς με NAFLD. Οι 79 ασθενείς υποβλήθηκαν σε αφαίμαξη εν παραλλήλω προς τις συμβουλές για υγειινοδιαιτητικές αλλαγές του τρόπου ζωής και οι 119 μόνο σε συμβουλευτική. Η αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης μετρήθηκε με το μοντέλο HOMA. Χρησιμοποιήθηκε μοντέλο λογισμικής παλινδρόμησης για να βρεθούν παράγοντες που σχετίζονται με φυσιολογικό ΗΟΜΑ και φυσιολογικά επίπεδα ALT κατά το τέλος της παρατήρησης. Τα αποτελέσματα εξομοιώθηκαν ως προς τις μεταβολές του ΒΜΙ. Μετά τις εξομοιώσεις φάνηκε ότι η αφαίμαξη σχετιζόταν με ύπαρξη φυσιολογικών τιμών HOMA (OR 3,00, 95% CI 1,51–5,97) και ALT (OR 2,56, 95% CI 1,29–5,10). Τα αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν σε μια ανάλυση 57 εξομοιωμένων ζευγών, στα οποία φάνηκε ότι η αφαίμαξη αύξανε την πιθανότητα να διατηρηθούν φυσιολογικά τα επίπεδα HOMA (OR 3,27, 95% CI 1,16–7,84) και ALT (OR 5,60, 95% CI 2,09–15,00). Ίδια δεδομένα προέκυψαν για το υποσύνολο των ατόμων που είχαν φυσιολογικά επίπεδα φερριτίνης κατά την ένταξη (<350 ng/ml). Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απομάκρυνση του σιδήρου που προκαλείται από την αφαίμαξη ευνοεί την ομαλοποίηση της αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης και των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων σε ασθενείς με NAFLD χωρίς αιμοχρωμάτωση.

Σημείωση μεταφραστή: Η μη αλκοολική νόσος του ήπατος σχετίζεται άμεσα με την αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης, φαίνεται ότι δεν είναι τόσο αθώα όσο αρχικά θεωρείτο και δυστυχώς δεν υπάρχει προς το παρόν αποτελεσματική γιαυτήν θεραπεία. Για το λόγο αυτό είναι επιτακτική η πρόληψή της με την αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου (παχυσαρκίας, δυσλιποιδαιμίας κλπ)

Η ατορβαστατίνη και τα αντιοξειδωτικά για τη θεραπεία της μη αλκοολοκής λιπώδους νόσου του ήπατος: Η τυχαιοποιημένη μελέτη St Francis Heart Study.

Foster T, Budoff MJ, Saab S, Ahmadi N, Gordon C, Guerci AD.

Am J Gastroenterol. 2010 Sep 14. [Epub ahead of print], doi:10.1038/ajg.2010.299

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Ως μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος (Nonalcoholic fatty liver disease, NAFLD) ορίζεται ένα φάσμα διαταραχών που κυμαίνεται από το καλόηθες λιπώδες ήπαρ μέχρι τη φλεγμονή, τη νέκρωση και την ίνωση των ηπατοκυττάρων. Ο επιπολασμός της έχει βρεθεί να αγγίζει τα όρια του 39%. Εκτιμάται ότι έως και 15% των προσβεβλημένων ατόμων θα παρουσιάσουν προοδευτικά επιδεινούμενη ηπατική νόσο. Δεν υπάρχει προς το παρόν αποδεδειγμένα αποτελεσματική θεραπεία για την NAFLD. Στην παρούσα μελέτη, σκοπός των συγγραφέων ήταν να καθοριστεί το κατά πόσον η θεραπεία με στατίνες μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική θεραπευτική προσέγγιση για τη NAFLD καθώς και να βρεθούν ανεξάρτητοι προγνωστικοί παράγοντες για τη NAFLD.

Τυχαιοποιήθηκαν 1.005 άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 50-70 ετών να λάβουν είτε συνδυασμό ατορβαστατίνης 20 mg, βιταμίνης C 1 g και βιταμίνης E 1.000 IU ή αντίστοιχα εικονικά φάρμακα, στα πλαίσια της μελέτης St Francis Heart Study. Οι δείκτες ήπατος-σπληνός (Liver to spleen, LS, ratios) υπολογίστηκαν σε 455 άτομα που είχαν υποβληθεί σε αξονική τομογραφία κατά την ένταξη και κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης στα πλαίσια του καθορισμού του επιπολασμού της NAFLD. Συγκρίθηκαν οι δείκτης LS της αρχής και του τέλους της μελέτης μεταξύ των θεραπευτικών ομάδων και τα αποτελέσματα εκτιμήθηκαν με τη χρήση μονο- και πολυπαραγοντικών μεθόδων. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 3,6 έτη. Κατά την ένταξη 80 ασθενείς εμφάνιζαν NAFLD. Ανεξάρτητοι παράγοντες για ύπαρξη NAFLD ήταν τα τριγλυκερίδια κατά την ένταξη (OR=1,003, P<0,001) και το ΒΜΙ (OR=0,10, P<0,001). H θεραπεία με ατορβαστατίνη σε συνδυασμό με βιταμίνη E και C μείωνε σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης NAFLD στο τέλος της μελέτης, 70 vs. 34% (OR=0,29, P<0,001).

Συμπερασματικά,
η θεραπεία με ατορβαστατίνη σε δόση 20  mg σε συνδυασμό με βιταμίνη E και C για 4 χρόνια είναι αποτελεσματική για τη μείωση της ηπατικής στεάτωσης κατά 71% σε υγιή άτομα με NAFLD.

Η αυστηρή ρύθμισης της αρτηριακής πίεσης και τα καρδιαγγειακά συμβάματα σε ασθενείς με υπέρταση, διαβήτη και στεφανιαία νόσο

Tight Blood Pressure Control and Cardiovascular Outcomes Among Hypertensive Patients With Diabetes and Coronary Artery Disease

Cooper-DeHoff R, Gong Y, Handberg E, Bavry A, Denardo S, Bakris G, Pepine C. 

JAMA 2010; 304: 61-68.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Οι κατευθυντήριες οδηγίες αντιμετώπισης της υπέρτασης συνιστούν μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης (ΑΠ) σε επίπεδα μικρότερα των 130 mm Hg σε ασθενείς με διαβήτη (ΣΔ). Παρ’ όλα αυτά δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τον ολοένα αυξανόμενο πληθυσμό των ασθενών που πάσχουν επίσης από στεφανιαία νόσο (ΣΝ). Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η συσχέτιση μεταξύ της συστολικής ΑΠ που επετεύχθη μετά θεραπεία και των ανεπιθυμήτων καρδιαγγειακών συμβαμάτων σ’ ένα πληθυσμό ασθενών με ΣΔ και ΣΝ. Πρόκειται για μελέτη παρατήρησης των 6.400 από τους 22.567 συμμετέχοντες στη μελέτη International Verapamil SR-Trandolapril Study (INVEST). Οι ασθενείς επελέγησαν να είναι τουλάχιστον 50 ετών, να πάσχουν από ΣΔ και ΣΝ και παρακολουθήθηκαν για 3 έως 6 έτη. Η παρακολούθηση των ασθενών που κατάγονταν από τις ΗΠΑ συνεχίστηκε για 5 έτη ακόμα μέσω του National Death Index for US participants. Οι ασθενείς έλαβαν ως αντιυπερτασική θεραπεία πρώτης γραμμής είτε αποκλειστή των διαύλων ασβεστίου είτε β-αποκλειστή, και στη συνέχεια αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου, διουρητικό ή και τα 2 με σκοπό να επιτευχθεί συστολική ΑΠ σε μικρότερη των 130 mm και διαστολική ΑΠ μικρότερη των 85 mm Hg. Στην περίπτωση που οι ασθενείς επετύγχαναν να διατηρήσουν αυτόν το στόχο ΑΠ θεωρείτο ότι είχαν αυστηρή ρύθμιση της ΑΠ. Αν πετύχαιναν ΑΠ μεταξύ 130 και 140 mm Hg είχαν συνήθη ρύθμιση και αν η ΑΠ του ήταν μεγαλύτερη ή ίση με 140 mm Hg θεωρούνταν αρρύθμιστοι. Εκτιμήθηκαν τα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάματα συμπεριλαμβανομένων της γενικής θνησιμότητας, των μη θανατηφόρων οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Κατά τη διάρκεια 16.893 ανθρωποετών παρακολούθησης, 286 ασθενείς (12.7%) που διατήρησαν αυστηρή ρύθμιση της ΑΠ, 249 (12.6%) που είχαν συνήθη ρύθμιση και 431 (19.8%) που είχαν αρρύθμιστη ΑΠ υπέστησαν σύμβαμα που κατατάσσεται στο πρωτογενές καταληκτικό σημείο. Οι ασθενείς που είχαν συνήθη ρύθμιση είχαν συχνότητα καρδιαγγειακών συμβαμάτων 12.6% έναντι συχνότητας 19.8% σ’ όσουν είχαν αρρύθμιστη ΑΠ (adjusted hazard ratio [HR], 1.46; 95% confidence interval [CI], 1.25-1.71, P<.001). Παρ’ όλα αυτά δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά μεταξύ όσων πέτυχαν συνήθη ρύθμιση της ΑΠ και όσων είχαν αυστηρή ρύθμιση. Οι αντίστοιχες συχνότητες συμβαμάτων ήταν 12.6% έναντι 12.7% (adjusted HR, 1.11; 95% CI, 0.93-1.32; P = .24). Η γενική θνησιμότητα ήταν 11.0% στην ομάδα με την αυστηρή ρύθμιση έναντι 10.2% στην ομάδα της συνήθους ρύθμισης (adjusted HR, 1.20; 95% CI, 0.99-1.45; P=.06). Παρ’ όλα αυτά, στην παρατεταμένη παρακολούθηση των ασθενών από τις ΗΠΑ, η γενική θνησιμότητα ήταν 22.8% στην ομάδα με την αυστηρή ρύθμιση έναντι 21.8 στην ομάδα της συνήθους ρύθμισης (adjusted HR, 1.15; 95% CI, 1.01-1.32; P = .04). Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι η αυστηρή ρύθμιση της συστολικής αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με διαβήτη και στεφανιαία νόσο σεν σχετίζεται με βελτίωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε σχέση με τη συνήθη ρύθμιση.

Σχόλιο μεταφραστή: Οφείλουμε να μελετούμε προσεκτικά τις μελέτες με τα «αιρετικά» ευρήματα και να διατηρούμε την πρακτική μας μέχρις ότου αυτές οι μελέτες επηρεάσουν τις κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών μας.

 

Η επίδραση της εντατικοποιημένης θεραπευτικής αντιμετώπισης της υπεργλυκαιμίας επί των μικροαγγειοπαθητικών συμβαμάτων: Μια ανάλυση της τυχαιοποιημένης μελέτης ACCORD

Effect of intensive treatment of hyperglycaemia on microvascular outcomes in type 2 diabetes: an analysis of the ACCORD randomised trial.

Ismail-Beigi F, Craven T, Mary Ann Banerji MA et al for the ACCORD trial group. 

The Lancet, Early Online Publication, 29 June 2010. doi:10.1016/S0140-6736(10)60576-4

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

 Η υπεργλυκαιμία συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επιπλοκών σε άτομα με διαβήτη τύπου 2. Εξετάστηκε το κατά πόσον η μείωση των συγκεντρώσεων της γλυκόζης μειώνει τον κίνδυνο μικροαγγειοπαθητικών επιπλοκών σε άτομα με διαβήτη τύπου 2.

Η μελέτη ACCORD ήταν μία τυχαιοποιημένη μελέτη που διεξήχθη σε 77 κέντρα στη Β. Αμερική. Άτομα με διαβήτη, τιμές HbA1c >7,5% και καρδιαγγειακή νόσο (ή ≥2 παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο) τυχαιοποιήθηκαν είτε σε εντατικοποιημένη (στόχος HbA1c <6,0%) είτε σε συμβατική (7,0—7,9%) θεραπευτική αντιμετώπιση της υπεργλυκαιμίας. Στην προκειμένη ανάλυση της μελέτης ACCORD, το πρωτογενές σύνθετο καταληκτικό σημείο απαρτιζόταν από: τεχνητό νεφρό ή νεφρική μεταμόσχευση, υψηλή κρεατινίνη (>291,7 μmol/L), φωτοπηξία στον αμφιβληστροειδή ή βιτρεκτομή και το δευτερογενές σύνθετο καταληκτικό σημείο ήταν ή ύπαρξη περιφερικής νευροπάθειας συν το πρωτογενές σύνθετο καταληκτικό σημείο. Επίσης εκτιμήθηκαν 13 μεγέθη σχετικά με τη νεφρική, οφθαλμική και περιφερική νευρική λειτουργία. Η θεραπεία ήταν γνωστή εξ αρχής τόσο στους ερευνητές όσο και στους συμμετέχοντες. Η ανάλυση αφορούσε το σύνολο των συμμετεχόντων με βάση τη θεραπεία που τους χορηγήθηκε αρχικά, ασχέτως συμμόρφωσης προς αυτήν. Στη μελέτη συμμετείχαν 10.251 ασθενείς, εκ των οποίων οι 5.128 τυχαιοποιήθηκαν σε εντατικοποιημένο γλυκαιμικό έλεγχο και 5.123 σε συμβατικό. Ο εντατικοποιημένος γλυκαιμικός έλεγχος διεκόπη προ του προγραμματισμένου τέλους της μελέτης, εξαιτίας αυξημένης θνησιμότητας σ’ αυτή την ομάδα των ασθενών και οι ασθενείς μετετάγησαν σε συμβατική θεραπευτική αντιμετώπιση. Κατά τη μετάταξη, το πρωτογενές σύνθετο καταληκτικό σημείο κατεγράφη σε 443 από τους 5.107 ασθενείς της ομάδας της εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης, έναντι 444 στους 5.108 ασθενείς της ομάδας της συμβατικής γλυκαιμικής ρύθμισης (HR 1·00, 95% CI 0,88—1,14; p=1,00), και το δευτερογενές σύνθετο καταληκτικό σημείο κατεγράφη σε .591 από τα 5.107 άτομα της ομάδας εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης έναντι 1.659 από τα 5.108 άτομα της ομάδας της συμβατικής γλυκαιμικής ρύθμισης (0,96, 0,89—1,02; p=0,19). Τα αποτελέσματα ήταν παρεμφερή κατά το τέλος της μελέτης (πρωτογενές σύνθετο καταληκτικό σημείο σε 556 από τους 5.119 ασθενείς της ομάδας της εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης, έναντι 586 από τους 5.115 ασθενείς της ομάδας της συμβατικής γλυκαιμικής ρύθμισης [HR 0,95, 95% CI 0,85—1,07, p=0,42]; ), και το δευτερογενές σύνθετο καταληκτικό σημείο σε 1956 από τους 5.119 ασθενείς της ομάδας της εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης έναντι 2046 από τους 5.115 ασθενείς της ομάδας της συμβατικής γλυκαιμικής ρύθμισης, αντίστοιχα [0,95, 0,89—1,01, p=0,12]). Η εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση δεν μείωσε το κίνδυνο εμφάνισης σημείων-μεγεθών ενδεικτικών προχωρημένης μικροαγγειοπάθειας, αλλά καθυστέρησε την έναρξη της λευκωματινουρίας και κάποιων σημείων αμφιβληστροειδοπάθειας και νευροπάθειας. Η εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση φάνηκε να υπερτερεί της συμβατικής σε επτά μεγέθη από αυτά που ανήκαν στο δευτερογενές καταληκτικό σημείο (p<0,05).

Συμπεράσματα: Η ευνοϊκές επιδράσεις της εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης επί της μικροαγγειοπάθειας πρέπει να σταθμίζονται  έναντι της αύξησης της γενικής και της καρδιαγγειακής θνησιμότητας, της αύξησης τοιυ σωματικού βάρους και του αυξημένου κινδύνου για σοβαρή υπογλυκαιμία.