Η σημασία της διατήρησης της μυϊκής μάζας

Επιμέλεια: Γ. Αργυρακοπούλου

Η παχυσαρκία είναι μια παγκόσμια επιδημία, αυξάνοντας σταθερά τον επιπολασμό της τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Η θεραπεία της απαρτίζεται από τη σωστή δίαιτα και άσκηση, οδηγώντας σε αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο, συνθήκη απαραίτητη για την απώλεια βάρους. Συχνά, απαιτείται η προσθήκη φαρμακοθεραπείας για την επίτευξη των στόχων. Τόσο τα υπάρχοντα φάρμακα, όσο και αυτά που μελετώνται, αναδύονται ως πολύ ελπιδοφόρες επιλογές, όχι μόνο για την απώλεια βάρους αυτή καθαυτή αλλά και λόγω των πολλών θετικών επιδράσεων, ορισμένων εξ αυτών, στην καρδιά και στους νεφρούς.

Η απώλεια βάρους συνοδεύεται συχνά από απώλεια μυϊκής μάζας σε συνδυασμό με την επιθυμητή απώλεια λιπώδους μάζας. Απότομες μειώσεις της μυϊκής μάζας μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της μυϊκής δύναμης, καθιστώντας τις ασκήσεις αντίστασης σημαντικό συστατικό των προγραμμάτων απώλειας βάρους για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι μύες διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη μεταβολική υγεία και τη λειτουργία του σώματος.

Επιπρόσθετα, η ενεργειακή δαπάνη (ή απλούστερα οι θερμίδες που ξοδεύουμε καθημερινά) εξαρτάται από τη σύνθεση του σώματος και φαίνεται να επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις μεταβολές του βάρους, ασκώντας σημαντικό ρόλο στην επακόλουθη ανάκτηση βάρους. Έτσι, ο κύριος ιστός που εμπλέκεται στην ενεργειακή δαπάνη είναι η άλιπη μάζα (ή μάζα ελεύθερη λίπους), σε αντίθεση με τη λιπώδη μάζα, η οποία ασκεί σημαντικά μικρότερη επίδραση.

Εκτός της προαναφερόμενης επίδρασης της μυϊκής μάζας στο σωματικό βάρος, φαίνεται να αποτελεί και ένα σημαντικό ρυθμιστή των επιπέδων γλυκόζης. Η μείωση της μυϊκής μάζας  έχει ιδιαίτερη σημασία και στον σακχαρώδη διαβήτη. Η σκελετική μυϊκή μάζα παρουσιάζει αντίστροφη συσχέτιση με την αντίσταση στην ινσουλίνη, τον προδιαβήτη και τον κίνδυνο ανάπτυξη διαβήτη, υποδεικνύοντας αυξημένη προστασία έναντι αυτών των καταστάσεων, ιδιαίτερα σε άτομα χωρίς διαβήτη.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών έχουν δημοσιευθεί πολλές μελέτες σχετικά με την ευεργετική επίδραση των αντιδιαβητικών φαρμάκων που δρουν και κατά της παχυσαρκίας στην αποτελεσματική απώλεια σωματικού βάρους. Αν και υπάρχουν σχετικά περιορισμένα δεδομένα για την επίδρασή τους στη μυϊκή μάζα, τα περισσότερα εξ αυτών δείχνουν προς την κατεύθυνση ενός μάλλον μη σημαντικού ποσοστού απώλειας μυϊκής μάζας στις ιδιότητες απώλειας βάρους τους, είτε πρόκειται για ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 είτε αποκλειστικά με παχυσαρκία. Τα περισσότερα φάρμακα έχουν δείξει σαφώς την ευεργετική τους επίδραση στο ηπατικό και σπλαχνικό λίπος και μένει να δούμε αν τα φάρμακα νεότερης κατηγορίας παρουσιάζουν παρόμοιες ιδιότητες στη διατήρηση της μυϊκής μάζας.

 

  1. Argyrakopoulou G, Gitsi E, Konstantinidou SK, Kokkinos A. The effect of obesity pharmacotherapy on body composition, including muscle mass. Int J Obes (Lond). 2024 May 14.
  2. Argyrakopoulou G, Fountouli N, Dalamaga M, Kokkinos A. Revisiting Resting Metabolic Rate: What is the Relation to Weight Fluctuations? Curr Obes Rep. 2023 Dec;12(4):502-513.

 

Φυτικές Ίνες και Σακχαρώδης Διαβήτης

1Βέρδου Ίλια-Άννα, 1Χόνδρου Θηρεσία
Επιβλέποντας Διαιτολόγος: 1Χάρης Δημοσθενόπουλος
1 Τμήμα Διατροφής, ΓΝΑ Λαϊκό

Η επαρκής πρόσληψη φυτικών ινών είναι ωφέλιμη για την υγεία τόσο του γενικού πληθυσμού, όσο και των ατόμων που πάσχουν από διαβήτη. Τι είναι όμως οι φυτικές ίνες και πού τις συναντάμε;

Οι φυτικές ίνες είναι άπεπτοι υδατάνθρακες που βρίσκονται φυσικά στα φυτά. Ανάλογα με την διαλυτότητα στο νερό διακρίνονται σε διαλυτές και αδιάλυτες. Οι διαλυτές φυτικές ίνες δεσμεύουν νερό, σχηματίζουν μια γέλη και καθυστερούν την πέψη, ενώ η επαρκής πρόσληψή τους είναι απαραίτητη για την σωστή ρύθμιση του σακχάρου, την μείωση της αρτηριακής πίεσης και των επιπέδων χοληστερόλης.  Πηγή διαλυτών ινών αποτελούν τα όσπρια, η βρώμη, το κριθάρι, οι ξηροί καρποί, τα περισσότερα φρούτα και λαχανικά, ο λιναρόσπορος και η σόγια. Παράλληλα, οι αδιάλυτες φυτικές ίνες προσθέτουν όγκο στα κόπρανα, με αποτέλεσμα να καταπολεμούν την δυσκοιλιότητα, καθώς διευκολύνουν την δίοδο της τροφής από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Πηγές αδιάλυτων ινών είναι τα δημητριακά ολικής αλέσεως, το πίτουρο, οι ξηροί καρποί, οι σπόροι και η φλούδα ορισμένων φρούτων και λαχανικών.

Μία διατροφή υψηλή σε φυτικές ίνες αποτελεί σημαντικό στοιχείο της διαχείρισης του διαβήτη, καθώς βελτιώνει το γλυκαιμικό και λιπιδαιμικό προφίλ, το σωματικό βάρος και τη φλεγμονή, ενώ ταυτόχρονα μειώνει τον κίνδυνο πρόωρης θνησιμότητας. Η σύσταση κατανάλωσης για τον γενικό πληθυσμό ανέρχεται στα 25-30 γρ./ημέρα, εκ των οποίων τα 6-8γρ. να προέρχονται από διαλυτές ίνες. Για τα άτομα με διαβήτη συστήνεται η ημερήσια κατανάλωση να ανέρχεται τουλάχιστον στα 35 γρ., με το 1/3 αυτών να προέρχονται από διαλυτές.

Ωστόσο, ένας μέσος ενήλικας φαίνεται να καταναλώνει μόλις 15 γρ. φυτικών ινών την ημέρα. Για να πετύχετε την συνιστώμενη αύξηση των φυτικών ινών, θυμηθείτε να αυξήσετε σταδιακά την κατανάλωσή τους. Μια απότομη αύξηση των φυτικών ινών μπορεί να οδηγήσει σε πεπτικές ενοχλήσεις όπως φούσκωμα, αέρια, δυσκοιλιότητα ή διάρροια. Παράλληλα, θυμηθείτε να πίνετε άφθονο νερό.

Βιβλιογραφία

Reynolds, A. N., Akerman, A. P., & Mann, J. (2020). Dietary fibre and whole grains in diabetes management: Systematic review and meta-analyses. PLOS Medicine17(3), e1003053. https://doi.org/10.1371/journal.pmed.1003053

 

Aas, A.-M., Axelsen, M., Churuangsuk, C., Hermansen, K., Kendall, C. W. C., Kahleova, H., Khan, T., Lean, M. E. J., Mann, J. I., Pedersen, E., Pfeiffer, A., Rahelić, D., Reynolds, A. N., Risérus, U., Rivellese, A. A., Salas-Salvadó, J., Schwab, U., Sievenpiper, J. L., Thanopoulou, A., & Uusitupa, E. M. (2023). Evidence-based European recommendations for the dietary management of diabetes. Diabetologia66(6), 965–985. https://doi.org/10.1007/s00125-023-05894-8

 

UCSF Health. Increasing Fiber Intake. Ucsfhealth.org; UCSF Health. https://www.ucsfhealth.org/education/increasing-fiber-intake

 

 

Τα λαχανικά στην καλοκαιρινή διατροφή του Σακχαρώδη Διαβήτη

Αρσένου Ελευθερία, Κωστούλα Βαρβάρα, Λυμπεροπούλου Ειρήνη

Επιβλέποντας διαιτολόγος: Χάρης Δημοσθενόπουλος

Τμήμα Διατροφής, ΓΝΑ Λαϊκό

Η αποτελεσματική διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη περιλαμβάνει προσεκτικές διατροφικές επιλογές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την ενσωμάτωση λαχανικών που μπορούν να βοηθήσουν στη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα. Τα καλοκαιρινά λαχανικά, με την αφθονία τους σε θρεπτικά συστατικά, τον χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη και την υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη.

Ειδικότερα, εξαιτίας του χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη προκαλούν πιο αργή αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, κάτι που είναι κρίσιμο για τη διαχείριση του διαβήτη. Επιπλέον όσο αφορά την περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, φαίνεται ότι βοηθούν στην επιβράδυνση της απορρόφησης της ζάχαρης στην κυκλοφορία του αίματος, αποτρέποντας την αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, ενώ παράλληλα προάγουν τον κορεσμό, βοηθώντας στη διαχείριση του βάρους που είναι σημαντικό για τον έλεγχο του Σακχαρώδη Διαβήτη. Ακόμα τα λαχανικά εποχής είναι πλούσια σε θρεπτικά συστατικά όπως βιταμίνες, μέταλλα και αντιοξειδωτικά που βελτιώνουν τη συνολική υγεία και υποστηρίζουν τις σωματικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και του μεταβολισμού της γλυκόζης. Τέλος, λόγω του χαμηλού θερμιδικού φορτίου και της μειωμένης περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, καθίστανται ιδανικά για τη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους, που αποτελεί βασικό παράγοντα για τη διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη. Στον Πίνακα 1 συνοψίζονται τα εποχιακά λαχανικά και η περιεκτικότητά τους σε υδατάνθρακες και σάκχαρα.

Τα λαδερά φαγητά, όπως τα φασολάκια, ο αρακάς, οι μπάμιες και το μπριάμ, αποτελούν βασικό μέρος της ελληνικής διατροφής. Για άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη, η κατανάλωση λαδερών μπορεί να είναι ωφέλιμη λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε φυτικές ίνες και των χαμηλών τους θερμίδων. Οι φυτικές ίνες βοηθούν στη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα, ενώ τα λαχανικά προσφέρουν σημαντικά θρεπτικά συστατικά και αντιοξειδωτικά. Ωστόσο, πρέπει να δίνεται προσοχή στην ποσότητα του ελαιολάδου που χρησιμοποιείται, καθώς η υπερβολική κατανάλωση μπορεί να προσθέσει ανεπιθύμητες θερμίδες. Συνολικά, τα λαδερά μπορούν να ενταχθούν με μέτρο σε μια ισορροπημένη διατροφή για άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη, συμβάλλοντας στην καλή ρύθμιση του γλυκαιμικού ελέγχου. Στον Πίνακα 2 συνοψίζονται τα λαδερά γεύματα και η περιεκτικότητά τους σε υδατάνθρακες και σάκχαρα.

Συνοψίζοντας, η κατανάλωση λαχανικών και λαδερών μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη. Τα λαχανικά με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη και πλούσια σε φυτικές ίνες βοηθούν στη σταθεροποίηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, ενώ τα θρεπτικά συστατικά, που προσφέρουν, συμβάλλουν στην ενίσχυση της συνολικής υγείας. Τα λαδερά φαγητά, με τη σωστή χρήση ελαιολάδου και την επιλογή φρέσκων, εποχιακών λαχανικών, μπορούν να ενταχθούν σε μια ισορροπημένη διατροφή, προσφέροντας γεύση και υγεία. Είναι σημαντικό να επιλέγουμε με προσοχή τα συστατικά και τις ποσότητες, ώστε να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη για τον οργανισμό μας και να διατηρήσουμε έναν υγιεινό τρόπο ζωής, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του ατόμου με Σακχαρώδη Διαβήτη.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1: ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ ΕΠΟΧΗΣ ΣΕ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ
ΛΑΧΑΝΙΚΑ ΕΠΟΧΗΣ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ

(g/100g προϊόντος)

ΣΑΚΧΑΡΑ

(g/100g προϊόντος)

ΑΓΓΟΥΡΙ 2.16 1.38
ΑΡΑΚΑΣ 14.4 5.67
ΒΛΗΤΑ 4.11
ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ 75.2 6.47
ΚΑΡΟΤΟ (ωμό/βρασμένο) 9.58/8.22 4.74/3.45
ΚΟΛΟΚΥΘΑΚΙΑ (βρασμένα) 2.69 1.71
ΚΡΕΜΜΥΔΙ ΦΡΕΣΚΟ 7.34 2.33
ΜΑΡΟΥΛΙ 2.87 0.78
ΜΕΛΙΤΣΑΝΕΣ 8.73 3.2
ΜΠΑΜΙΕΣ 4.51 2.4
ΝΤΟΜΑΤΑ 3.89 2.63
ΠΑΤΖΑΡΙΑ 10 7
ΠΙΠΕΡΙΕΣ 4.78
ΣΕΛΙΝΟ 3.32
ΣΠΑΝΑΚΙ (ωμό/βρασμένο) 3.63/3.75 0.42/0.43

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΛΑΔΕΡΩΝ ΓΕΥΜΑΤΩΝ ΣΕ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ
ΛΑΔΕΡΑ ΓΕΥΜΑΤΑ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ

(g/100g προϊόντος)

ΣΑΚΧΑΡΑ

(g/100g προϊόντος)

ΜΠΡΙΑΜ 9.9 5.3
ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ 20 3.3
ΑΡΑΚΑΣ ΛΑΔΕΡΟΣ 8.4 3.5
ΦΑΣΟΛΑΚΙΑ ΛΑΔΕΡΑ 7.3 2.9
ΓΕΜΙΣΤΑ 15 3.6
ΜΠΑΜΙΕΣ ΚΟΚΚΙΝΙΣΤΕΣ 7.3 3.2
ΜΕΛΙΤΖΑΝΕΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΙΑ 5.8 3.5

 

Βιβλιογραφία:

  • S. Department of Agriculture, Agricultural Research Service, Beltsville Human Nutrition Research Center. FoodData Central. Available from https://fdc.nal.usda.gov/
  • Boulous, C., Kanellou, A., & Trichopoulou, A. (1996). Computed and chemically determined nutrient content of foods in Greece. The Foods and Nutrients Working Group. International journal of food sciences and nutrition47(6), 507–511.

 

 

 

Σαρκοπενική παχυσαρκία: Μία αναδυόμενη νοσολογική οντότητα

Θεοχάρης Ι. Κουφάκης
Παθολόγος – Διαβητολόγος, Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας, Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ

 

Με τον όρο σαρκοπενική παχυσαρκία ορίζεται ο συνδυασμός υψηλής ποσότητας λίπους στο ανθρώπινο σώμα και ελαττωμένης μυϊκής μάζας, η οποία συνοδεύεται από έκπτωση της μυϊκής λειτουργικότητας. Η αναγνώριση αυτής της νέας νοσολογικής οντότητας ανατρέπει το κλασικό στερεότυπο πως άνθρωποι με αυξημένο σωματικό βάρος έχουν απαραίτητα και επαρκή μυϊκή μάζα.

Η σαρκοπενική παχυσαρκία είναι κατά κανόνα νόσος της μεγάλης ηλικίας, με πρόσφατα δεδομένα να αναδεικνύουν ότι περίπου 8% των ανθρώπων άνω των 70 ετών εμφανίζουν αυτή τη διαταραχή. Ωστόσο, φαίνεται να αφορά άτομα με παχυσαρκία όλων των ηλικιών, συμπεριλαμβανομένων παιδιών και εφήβων. Από άποψη μηχανισμών που οδηγούν στην ανάπτυξη της, πιστεύεται ότι κομβικό ρόλο διαδραματίζει η συστηματική φλεγμονή που χαρακτηρίζει την παχυσαρκία και η οποία πυροδοτεί την απόπτωση των κυττάρων των μυών. Από την άλλη πλευρά, η μειωμένη φυσική δραστηριότητα σαν συνέπεια της σαρκοπενίας συμβάλλει στην περαιτέρω αύξηση του σωματικού βάρους, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο και μία αμφίδρομη σχέση μεταξύ σαρκοπενίας και παχυσαρκίας. Η κλινική σημασία της σαρκοπενικής παχυσαρκίας είναι ιδαίτερα μεγάλη, καθώς σχετικές μελέτες δείχνουν πως συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών επιπλοκών, καταγμάτων, νοσηλείας, θνητότητας αλλά και πτωχότερη ποιότητα ζωής συγκριτικά με την παχυσαρκία χωρίς σαρκοπενία.

Δεν υπάρχει ως σήμερα ομοφωνία για τα διαγνωστικά κριτήρια αυτής της διαταραχής. Ωστόσο, η διάγνωση βασίζεται σε έναν συνδυασμό ερωτηματολογίων, λειτουργικών δοκιμασιών και απεικονιστικών μεθόδων που θα τεκμηριώσουν την παθολογική σύσταση του σώματος ως προς την ποσότητα και την κατανομή του λίπους, τη μείωση της μυϊκής μάζας και την έκπτωση της μυϊκής λειτουργικότητας. Τονίζεται ιδαίτερα ο ρόλος των γιατρών στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας οι οποίοι θα πρέπει να έχουν υψηλό βαθμό κλινικής υποψίας για την παραπομπή αυτών των ασθενών σε εξειδικευμένα κέντρα. Από θεραπευτικής άποψης, η εφαρμογή άσκησης αντιστάσεων σε συνδυασμό με υποθερμιδική δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη θεωρείται μέχρι στιγμής η πλέον κατάλληλη προσέγγιση.

Συμπερασματικά, η σαρκοπενική παχυσαρκία αποτελεί αναδυόμενη νοσολογική οντότητα με μεγάλη κλινική σημασία, καθώς ο συνδυασμός σαρκοπενίας και παχυσαρκίας σχετίζεται με χειρότερες εκβάσεις από ότι η κάθε διαταραχή χωριστά. Περαιτέρω μελέτες απαιτούνται για τον καθορισμό της βέλτιστης διαγνωστικής και θεραπευτικής προσέγγισης.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Donini LM, Busetto L, Bischoff SC, Cederholm T, Ballesteros-Pomar MD, Batsis JA, et al. Definition and Diagnostic Criteria for Sarcopenic Obesity: ESPEN and EASO Consensus Statement. Obes Facts. 2022;15(3):321-35.
  2. Prado CM, Batsis JA, Donini LM, Gonzalez MC, Siervo M. Sarcopenic obesity in older adults: a clinical overview. Nat Rev Endocrinol. 2024 May;20(5):261-77.

 

 

 

Καλοκαιρινά Φρούτα και Σακχαρώδης Διαβήτης

1Βέρδου Ιλία-Άννα, 1Χόνδρου Θηρεσία

Επιβλέπων διαιτολόγος: Χάρης Δημοσθενόπουλος

Το καλοκαίρι είναι η ιδανική εποχή για την κατανάλωση φρούτων, καθώς αποτελούν μια δροσιστική και ελαφριά επιλογή, κατάλληλη για οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Η ποικιλία των εποχιακών φρούτων και οι υψηλές θερμοκρασίες συχνά αυξάνουν την όρεξη. Τα φρούτα διαδραματίζουν έναν κρίσιμο ρόλο σε μια ισορροπημένη διατροφή, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε φυτικές ίνες, βιταμίνες και  ανόργανα στοιχεία. Ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, η υψηλή περιεκτικότητά τους σε νερό συμβάλλει σημαντικά στην ενυδάτωση του οργανισμού. Ωστόσο, πώς αλληλεπιδρούν τα καλοκαιρινά φρούτα με τον σακχαρώδη διαβήτη;

Τα καλοκαιρινά φρούτα για τα άτομα με διαβήτη έχουν ενοχοποιηθεί ως «απαγορευμένα», κάτι που αποτελεί μύθο! Οι ασθενείς με διαβήτη μπορούν να τα απολαύσουν άφοβα, αρκεί να γνωρίζουν τις σωστές ποσότητες και συνδυασμούς         (βλ. πίνακα μερίδων).

Τα ολόκληρα φρούτα είναι προτιμότερα από τους χυμούς, καθώς περιέχουν φυτικές ίνες που βοηθούν στη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου. Τα αποξηραμένα φρούτα πρέπει να καταναλώνονται με μέτρο, με αυτά χωρίς προσθήκη ζάχαρης να αποτελούν την κατάλληλη επιλογή για τους διαβητικούς. Τα λιγότερο ώριμα φρούτα θεωρούνται εξίσου καλή επιλογή, καθώς ένα ώριμο φρούτο μπορεί να έχει διπλάσιο γλυκαιμικό δείκτη, σε σύγκριση με το αντίστοιχο άγουρο.

Τέλος, ο συνδυασμός φρούτου με κάποια πηγή πρωτεΐνης ή/και λίπους (π.χ. φρούτο με γιαούρτι ή/και ξηρούς  καρπούς) προτιμάται από την κατανάλωση σκέτου φρούτου. Θυμηθείτε να κατανείμετε την κατανάλωση φρούτων κατά τη διάρκεια της ημέρας για να αποφύγετε την κατανάλωση πολλών υδατανθράκων ταυτόχρονα, που θα μπορούσαν να αυξήσουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα σας.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΜΕΡΙΔΩΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΩΝ ΦΡΟΥΤΩΝ

Η κάθε μερίδα αντιστοιχεί σε ένα ισοδύναμο φρούτου που αποδίδει 15γρ. υδατανθράκων.

ΦΡΟΥΤΟ     ΜΕΡΙΔΕΣ
Ανανάς 3/4 φλιτζ. / 115γρ.
Βατόμουρα ¾ φλιτζανιού / 110γρ.
Βερίκοκα φρέσκα 4 μέτρια / 150γρ.
Βερίκοκα ξερά 7 μισά / 30γρ.
Δαμάσκηνα φρέσκα 2 μέτρια / 140γρ.
Δαμάσκηνα ξερά 3 μέτρια / 25γρ.
Καρπούζι 1 φέτα  / 380γρ.
Κεράσια 12 τεμάχια / 85γρ.
Μπανάνα 1 μικρή / 120γρ.
Νεκταρίνι 1 μέτριο / 140γρ.
Πεπόνι 3/4 φλιτζ. / 280γρ.
Ροδάκινο 1 μέτρια  / 110γρ.
Σταφύλι 17 ρώγες  / 85γρ.
Σταφίδες 2 κ.σ.  / 20 γρ.
Σύκο φρέσκο 1 ½ μεγάλο ή 2 μέτρια  / 100γρ.
Σύκο ξερό 1 ½  / 30γρ.
Φράουλα 10 μικρές  / 190γρ.

 

 Βιβλιογραφία

Oδηγός Διατροφής για τη ρύθμιση του ΔΙΑΒΗΤΗ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (2008). https://ede.gr/wp-content/uploads/2011/12/pliris.pdf

Fruit and diabetes. (n.d.). Diabetes UK. https://www.diabetes.org.uk/guide-to-diabetes/enjoy-food/eating-with-diabetes/food-groups/fruit-and-diabetes

ΙΣΟΔΥΝΑΜΑ ΦΡΟΥΤΩΝ. (n.d.). Retrieved June 11, 2024, from https://eclass.hmu.gr/modules/document/file.php/YD177/%CE%99%CF%83%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B1%20%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%BC%CF%89%CE%BD%20%282003-2008%29.pdf

 

Αναψυκτικά & Παχυσαρκία (ενηλίκων, παιδιών)

Συντάκτες κειμένου:

  • Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc(MedSci) Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία
  • Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, MSc, PhD
    Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά ‘’Τζάνειο’’

 

Ποια τα είδη των αναψυκτικών;

Μιλώντας για αναψυκτικά, ουσιαστικά αναφερόμαστε σε μη αλκοολούχα ποτά τα οποία συνήθως περιέχουν νερό, διοξείδιο του άνθρακα, σάκχαρα ή τεχνητά γλυκαντικά, μέσα οξίνισης, συντηρητικά, χρωστικές, συμπυκνωμένο χυμό φρούτων, ενώ, υπάρχουν και αναψυκτικά που λειτουργούν σαν ενεργειακά ποτά περιέχοντας καφεΐνη, guarana, ταυρίνη ή ginseng, με σκοπό τη βελτίωση της απόδοσης. Ο ουσιαστικός διαχωρισμός μεταξύ των αναψυκτικών γίνεται λόγω της παρουσίας ή της απουσίας ζάχαρης.

Πόση ζάχαρη περιέχουν;

Ένα αναψυκτικό των 350mL, περιέχει περίπου 10 κουταλάκια του γλυκού ζάχαρη (περίπου 40γρ), πράγμα που ξεπερνά κατά πολύ τα επιτρεπόμενα όρια ημερήσιας κατανάλωσης ζάχαρης. Εάν υποθέσουμε ότι κανείς καταναλώνει ένα τέτοιο κουτάκι ημερησίως, αυτό μεταφράζεται στην πρόσληψη περίπου 4 κιλών το μήνα.

Προσφέρουν κάποιο όφελος στην υγεία μας;

Δυστυχώς τα αναψυκτικά δεν έχουν καμία ουσιαστική θρεπτική αξία για τον οργανισμό, πέρα από το να προσδίδουν ενέργεια. Μάλιστα οι διαιτολόγοι όταν αναφέρονται σε αυτά, συνήθως, τα χαρακτηρίζουν ως ‘’κενές’’ θερμίδες.

Mε ποια συχνότητα μπορούμε να τα καταναλώνουμε;

Μπορούμε να τα καταναλώνουμε κατ’ εξαίρεση και όχι σε συστηματική βάση (όπως για παράδειγμα στα πλαίσια μίας εορταστικής εκδήλωσης). Οι συστάσεις αναφέρουν να περιορίσουμε στο ελάχιστο την κατανάλωσή τους ή εάν είναι εφικτό να τα αποκλείσουμε εντελώς από τη διατροφή μας.

Ποια τα ένοχα συστατικά που περιέχουν;

Τα κυριότερα ένοχα συστατικά που περιέχουν είναι σαφώς τα σάκχαρα (γλυκόζη, φρουκτόζη, σουκρόζη), όπου είναι και αυτά που προσδίδουν τελικά την ευχάριστη γεύση. Εάν υποθέσουμε πως η ζάχαρη αποδίδει περίπου 4 θερμίδες ανά γραμμάριο, καταλαβαίνουμε τι αντίκτυπο μπορεί να έχει η κατανάλωση αναψυκτικών στη συνολική ημερήσια θερμιδική πρόσληψη και στον έλεγχο του σωματικού βάρους. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το κιτρικό και το φωσφορικό οξύ, σε συνδυασμό με τα σάκχαρα, δημιουργούν ανεπανόρθωτη ζημιά στα δόντια διότι προκαλούν τερηδόνα. Τέλος, τα συντηρητικά και οι χρωστικές που περιέχουν τα αναψυκτικά είναι εξαιρετικά επιβλαβή για την υγεία καθώς μελέτες δείχνουν ότι μπορεί να έχουν αλλεργιογόνο ή ακόμη και καρκινογόνο δράση.

Ποια τα πλεονεκτήματα κατανάλωσης light αναψυκτικών ή χωρίς καφεΐνη;

Η αυξημένη κατανάλωση αναψυκτικών συνδέεται αυτόματα και με αυξημένη πρόσληψη θερμίδων και σακχάρων, πράγμα που διαταράσσει τον έλεγχο του σωματικού βάρους και τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Στα light αναψυκτικά, η ζάχαρη αντικαθίσταται από μη θερμιδικά γλυκαντικά που έχουν πάρει έγκριση από την ΕΕ όπως είναι η ασπαρτάμη, η ακεσουλφάμη Κ, η σουκραλόζη, η σακχαρίνη και η στέβια. Αυτές οι γλυκαντικές ουσίες (ιδίως η σακχαρίνη) μπορεί να είναι έως και 300 φορές πιο γλυκές από τη ζάχαρη, προσφέροντας ενισχυμένη γεύση και απόλαυση χωρίς να προσλαμβάνουμε περιττές θερμίδες. Σε κάθε περίπτωση, αυτός δεν είναι λόγος να καταφύγουμε στην αλόγιστη κατανάλωση light αναψυκτικών, καθώς, και τα light αναψυκτικά φαίνεται να διεγείρουν την έκκριση της ινσουλίνης από το πάγκρεας, η οποία μη βρίσκοντας διαθέσιμα σάκχαρα να ‘’κάψει’’ προκαλεί υπογλυκαιμία και αίσθημα πείνας άρα πρόσληψη σωματικού βάρους.

Η καφεΐνη είναι ένα συστατικό των αναψυκτικών που προκαλεί άμεση διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος, πράγμα που μπορεί να συμβάλλει στη μείωση της κόπωσης, στη βελτίωση της συγκέντρωσης, ενώ, είναι γνωστή και για την εργογόνο δράση της. Παρόλα αυτά η συστηματική κατανάλωση καφεΐνης, ακόμη και μέσω των αναψυκτικών, μπορεί να επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα προκαλώντας συμπτώματα όπως: πονοκέφαλος, υπερδιέγερση, στομαχικές διαταραχές ή διαταραχές ύπνου. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η καφεΐνη προκαλεί αυξημένη διούρηση και αποβολή νατρίου, οπότε πίνοντας αναψυκτικά που περιέχουν καφεΐνη μπορεί να οδηγηθούμε σε αφυδάτωση.

Πως η κατανάλωση αναψυκτικών συνδέεται με την εμφάνιση παιδικής παχυσαρκίας;

Μία χρήσιμη συμβουλή για τους γονείς είναι να μην συστήνουν εξαρχής στα παιδιά τους τα αναψυκτικά, διότι η μεν ζάχαρη που περιέχουν οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην παιδική παχυσαρκία και από την άλλη, η ασυναγώνιστη γλυκύτητα στη γεύση λόγω των τεχνιτών γλυκαντικών κάνει δικαίως τα παιδιά να μην ικανοποιούνται από τροφές με φυσικά σάκχαρα όπως είναι το γάλα και τα φρούτα. Τα παιδιά θα πρέπει να πίνουν όσο το δυνατό περισσότερο νερό ή εναλλακτικά (πιο σπάνια) κάποιο χυμό ή smoothie από φρέσκα φρούτα με σκοπό να προσλάβουν βιταμίνες, ιχνοστοιχεία και φυτικές ίνες.

Για ποιες ομάδες ατόμων αντενδείκνυται η κατανάλωση αναψυκτικών;

Η κατανάλωση αναψυκτικών ενοχοποιείται για την εμφάνιση παχυσαρκίας, σακχαρώδη διαβήτη, οστεοπόρωσης, αρτηριακής υπέρτασης, μεταβολικού συνδρόμου, ηπατικών και γαστρεντερολογικών ζητημάτων, ενώ, αντενδείκνυται εντελώς η χρήση τους στην εγκυμοσύνη. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό, πόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού επιβάλλεται να τα αποφεύγει. Σε κάθε περίπτωση η κατανάλωση light αναψυκτικών δεν είναι πανάκεια, καθώς, τα γλυκαντικά θα πρέπει να καταναλώνονται βάση της συνηστώμενης ημερήσιας πρόσληψης όπως ορίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στη χρήση της ασπαρτάμης από άτομα με φαινυλκετονουρία, διότι πρόκειται για πηγή φαινυλαλανίνης την οποία πρέπει να αποφεύγουν.

 

Βιβλιογραφία:

  • Fazeenah A. A Literary Review On Potential Health Risks Of “Soft Drinks”. (2023). Journal of Namibian Studies : History Politics Culture35, 4246-4263.
  • Kregiel D. Health safety of soft drinks: contents, containers, and microorganisms. Biomed Res Int. 2015;2015:128697.
  • Scharf RJ, DeBoer MD. Sugar-Sweetened Beverages and Children’s Health. Annu Rev Public Health. 2016;37:273-93.
  • Tahmassebi JF, BaniHani A. Impact of soft drinks to health and economy: a critical review. Eur Arch Paediatr Dent. 2020 Feb;21(1):109-117.

 

Προκήρυξη ΠΜΣ “Σακχαρώδης διαβήτης και παχυσαρκία” (2024-2025)

Η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, οργανώνει και λειτουργεί το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) με τίτλο: «Σακχαρώδης Διαβήτης  και Παχυσαρκία» από το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017.

Με την παρούσα Προκήρυξη, καλούνται οι ενδιαφερόμενοι που επιθυμούν να παρακολουθήσουν το Π.Μ.Σ κατά το ακαδημαϊκό έτος 2024-2025, να υποβάλλουν την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά.

Το Π.Μ.Σ. οδηγεί στην απονομή Διπλώματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο: «Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία» (M.Sc. – Master’s Degree in Diabetes Mellitus and Obesity), μετά την πλήρη και επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών χρονικής διάρκειας τεσσάρων (4) ακαδημαϊκών εξαμήνων.

Βρείτε περισσότερες πληροφορίες εδώ

ΕΔΕ Webinar (Τετάρτη 5/6/2024, 20:00): “Αντιμετώπιση της παχυσαρκίας στα άτομα με ΣΔτ1”

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Την Τετάρτη 5/6/2024 στις 20:00 πραγματοποιείται το webinar της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας στο πλαίσιο των μετεκπαιδευτικών της μαθημάτων μέσω διαδικτύου.

ΘΕΜΑ: “Αντιμετώπιση της παχυσαρκίας στα άτομα με ΣΔτ1”

ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ:

  • Σ. Τίγκας, Αν. Καθηγητής Ενδοκρινολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Διευθυντής Ενδοκρινολογικής Κλινικής & Διαβητολογικού Κέντρου Παν. Γεν. Νοσοκομείου Ιωαννίνων.

ΟΜΙΛΗΤΡΙΑ

  • Χ. Κανακά, Καθηγήτρια Παιδιατρικής-Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας, Διευθύντρια Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής και Χωρεμείου Ερευνητικού Εργαστηρίου, Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Επιστημονική Υπεύθυνη του Διαβητολογικού Κέντρου και της Μονάδας Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Διαβήτη της Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής, Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ», Πρόεδρος Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού «Endo-ERN», Aghia Sophia Children’s Hospital representative.

 

Σύνδεσμος βιντεοσκοπημένου webinar: https://youtu.be/Du6gMqK6agE

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

Η Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Ύφεση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2

Επιμέλεια: Κατερίνα Τζέλλα1
Επιβλέπων Διαιτολόγος: Χάρης Δημοσθενόπουλος1
1Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) αποτελεί ένα μεταβολικό νόσημα με αρκετά ετερογενές και πολυπαραγοντικό υπόστρωμα. Παλαιότερα, μετά τη διάγνωση θεωρούνταν μόνιμη και αναγκαία η λήψη φαρμακευτικής θεραπείας. Ωστόσο, πρόσφατα δεδομένα της επιστημονικής βιβλιογραφίας καθιστούν πλέον τον ΣΔτ2 ως ένα δυνητικά αναστρέψιμο νόσημα, όταν αυτό βρίσκεται ακόμη στα αρχικά στάδια.

Η απώλεια σωματικού βάρους αποτελεί τον πιο ισχυρό παράγοντα για την επίτευξη της ύφεσης του ΣΔτ2 δηλαδή τη διατήρηση φυσιολογικών τιμών σακχάρου στο αίμα για χρονικό διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο από 3 μήνες, χωρίς φαρμακευτική αγωγή, όπως ορίζεται από τις κατευθυντήριες οδηγίες. Συγκεκριμένα, έχει αποδειχθεί ότι εντατικά προγράμματα διαχείρισης βάρους ανακόπτουν την εξέλιξη του ΣΔτ2, βελτιώνοντας τις τιμές σακχάρου στο αίμα και μειώνοντας την ανάγκη για φαρμακευτική αγωγή. Αυτό είναι δυνατόν, διότι η μείωση του σωματικού βάρους οδηγεί σε μείωση της έκτοπης εναπόθεσης λίπους στο συκώτι και το πάγκρεας, βελτιώνοντας έτσι τη λειτουργικότητά τους (1).

Ο ΣΔτ2, παρ’ όλα αυτά μπορεί όχι μόνο να τεθεί σε ύφεση, αλλά και να παραμείνει σε αυτή την κατάσταση για αρκετό χρονικό διάστημα. Αναλυτικά, πρόσφατα δεδομένα της μελέτης DiRECT δείχνουν ότι η διατήρηση της απώλειας σωματικού βάρους μπορεί να οδηγήσει σε διατήρηση της ύφεσης του ΣΔτ2, ακόμη και για πέντε έτη. H μελέτη DiRECT, ξεκίνησε το 2014 και αρχικά διήρκεσε για δύο χρόνια. Τα άτομα που συμπεριλήφθησαν, βρίσκονταν σε αρχικά στάδια της νόσου, καθώς είχαν διαγνωστεί με ΣΔ πριν από μια εξαετία ή λιγότερο και δεν λάμβαναν ινσουλίνη. Τα αποτελέσματα που προέκυψαν σε χρονικό διάστημα δυο ετών έδειξαν ότι το 46% των ατόμων με ΣΔτ2, που συμμετείχε σε πρόγραμμα διαχείρισης βάρους, επιτυγχάνοντας μείωση περίπου 10 κιλών, κατόρθωσε να υποστρέψει το Διαβήτη για έναν χρόνο, ενώ το 36% για δύο χρόνια (2). Η μελέτη όμως επεκτάθηκε κατά τρία έτη, με στόχο να εξεταστεί εάν η μακροχρόνια εφαρμογή προγραμμάτων διαχείρισης βάρους είναι ικανή να επιφέρει μακροχρόνια ύφεση του νοσήματος.

Από τα δεδομένα, λοιπόν της πενταετούς παρακολούθησης των συμμετεχόντων της μελέτης DiRECT, φαίνεται ότι κάποια από τα άτομα που συνέχιζαν να συμμετέχουν σε πρόγραμμα διαχείρισης σωματικού βάρους και να λαμβάνουν καθοδήγηση, διατηρώντας απώλεια βάρους περίπου ίση με 9 κιλά, κατόρθωσαν να παραμείνουν σε ύφεση για τουλάχιστον 5 έτη. Ωστόσο, πολλά άτομα της μελέτης όταν επανάκτησαν το σωματικό βάρος που είχαν χάσει, βγήκαν από την ύφεση, εμφανίζοντας και πάλι παθολογικές τιμές σακχάρου στο αίμα. Παρ’ όλο που στόχος είναι η διατήρηση μακροχρονίως του απολεσθέντος σωματικού βάρους και κατ’ επέκταση και της ύφεσης, ακόμα και επίτευξη ύφεσης του νοσήματος για μικρό χρονικό διάστημα έχει πολλαπλά οφέλη για την υγεία, καθυστερώντας την εμφάνιση των μικρο- και μακροαγγειακών επιπλοκών και βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής (3).

Συγκεντρωτικά, λοιπόν, η απώλεια σωματικού βάρους και η διατήρηση αυτού μπορεί να οδηγήσουν σε ύφεση του ΣΔτ2, προλαμβάνοντας ή καθυστερώντας την εξέλιξή του. Ειδικά, όσο μεγαλύτερη είναι η απώλεια βάρους και όσο πιο νωρίς συντελείται από τη στιγμή της διάγνωσης, τόσο πιο πιθανό είναι να υποστραφεί ο ΣΔτ2. Για αυτόν τον λόγο, είναι μεγάλης σημασίας άτομα με ΣΔτ2 που βρίσκονται στα αρχικά στάδια να συμμετέχουν σε εντατικά προγράμματα παρέμβασης στον τρόπο ζωής, εστιάζοντας στην απώλεια και τη διατήρηση του σωματικού βάρους.

 

Βιβλιογραφία

  1. Taheri S. Type 2 Diabetes Remission: A New Mission in Diabetes Care. Diabetes Care. 2024;47(1):47–9.
  2. Thom G, Messow CM, Leslie WS, Barnes AC, Brosnahan N, McCombie L, et al. Predictors of type 2 diabetes remission in the Diabetes Remission Clinical Trial (DiRECT). Diabet Med. 2021;38(8):1–12.
  3. Lean ME, Leslie WS, Barnes AC, Brosnahan N, Thom G, McCombie L, et al. 5-year follow-up of the randomised Diabetes Remission Clinical Trial (DiRECT) of continued support for weight loss maintenance in the UK: an extension study. Lancet Diabetes Endocrinol [Internet]. 2024;12(4):233–46.

 

Πόσο εύκολη είναι η ανάγνωση των ετικετών στα τρόφιμα;

Μπαλή Ιωάννα1, Μυλωνάκη Μυρτώ1
Επιβλέπων Διαιτολόγος: Δημοσθενόπουλος Χάρης1
1 Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Η σωστή ανάγνωση των ετικετών βοηθάει τους καταναλωτές με Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ) στην επιλογή υγιεινών και ασφαλέστερων προϊόντων για την επίτευξη σταθερών επιπέδων γλυκόζης. Αν και δεν είναι πάντα εύκολη διαδικασία, υπάρχουν κάποιες βασικές αρχές για την αποκωδικοποίηση των ετικετών που αναγράφονται στα συσκευασμένα τρόφιμα. Η αναγραφή διατροφικών πληροφοριών στις συσκευασίες είναι υποχρεωτική και παρέχει πληροφορίες όπως το μέγεθος της μερίδας, τις θερμίδες, τους ολικούς υδατάνθρακες, τις διαιτητικές ίνες, τα προστιθέμενα σάκχαρα, τα λίπη, το νάτριο, το ποσοστό της ημερήσιας πρόσληψης, τα αλλεργιογόνα συστατικά, τα ανόργανα συστατικά, την ποσότητα ορισμένων συστατικών, την καθαρή ποσότητα τροφίμου και την ημερομηνία ανάλωσης ή λήξης.2

Πιο συγκεκριμένα, για τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη, σημαντικές είναι οι πληροφορίες σχετικά με την περιεκτικότητα των τροφίμων σε σάκχαρα. Η ένδειξη «Χωρίς Ζάχαρη» αντιπροσωπεύει περιεκτικότητα σακχάρων <0,5 gr/μερίδα ενώ η ένδειξη «Μειωμένη Ζάχαρη», υποδηλώνει 25 % λιγότερη ζάχαρη σε σχέση με την κανονική εκδοχή του προϊόντος. Επιπλέον η ένδειξη «Χωρίς Προστιθέμενη Ζάχαρη» καταδεικνύει πως δεν έχει προστεθεί καθόλου ζάχαρη ή προϊόντα που περιέχουν ζάχαρη κατά την διάρκεια της επεξεργασίας. Ωστόσο ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στην κρυμμένη ζάχαρη που αναγράφεται με ονομασίες όπως ιμβερτοζάχαρο, μελάσα, μερικώς υδρογονωμένο άμυλο, φρουκτόζη, σιρόπι φρουκτόζης, γλυκόζη, σιρόπι γλυκόζης, δεξτρόζη και μαλτόζη. 1

Όσον αφορά το λίπος, οι διατροφικές δηλώσεις όπως «Χωρίς Λιπαρά», «Χωρίς Κορεσμένο Λίπος» και «Χωρίς trans Λιπαρά» υποδηλώνουν ότι τα τρόφιμα αυτά περιέχουν <0,5 gr/μερίδα. Επιπλέον, οι ενδείξεις «Χαμηλό σε Λίπος» και «Χαμηλό σε Κορεσμένα Λιπαρά» αντικατοπτρίζουν περιεκτικότητα ≤3 gr ολικού λίπους και ≤1 gr κορεσμένου λίπους, αντίστοιχα. Τα τρόφιμα στα οποία αναγράφεται στην συσκευασία τους «Μειωμένο Λίπος», περιέχουν 25 % λιγότερο λίπος σε σχέση με την κανονική εκδοχή του προϊόντος.1

Παράλληλα εξίσου σημαντική αποτελεί η σωστή ανάγνωση των ετικετών σχετικά με τις διαιτητικές ίνες. Η ένδειξη «Υψηλά Σε Φυτικές Ίνες», φανερώνει περιεκτικότητα >5 gr φυτικών ινών/μερίδα, ενώ η ένδειξη «Καλή Πηγή Φυτικών Ινών», σημαίνει ότι στο τρόφιμο περιέχονται 2,5 με 4,9 gr φυτικών ινών /μερίδα. 1

Επιπροσθέτως, η επισήμανση «Χωρίς Νάτριο» ή «Χωρίς Αλάτι», σημαίνει ότι το τρόφιμο περιέχει <5 mg νατρίου/μερίδα, ενώ οι ενδείξεις «Πολύ Χαμηλό σε Νάτριο» και «Χαμηλό σε Νάτριο» αντικατοπτρίζουν περιεκτικότητα ≤35 mg νατρίου και ≤140 mg νατρίου αντίστοιχα. Στα τρόφιμα που αναγράφεται η ένδειξη «Μειωμένο Νάτριο», σημαίνει ότι περιέχουν τουλάχιστον 25% λιγότερο νάτριο σε σχέση με την συνηθισμένη εκδοχή του προϊόντος.1

Τέλος στα τρόφιμα που αναγράφεται η διατροφική δήλωση «Χωρίς Θερμίδες», περιέχονται <5 kcal/μερίδα, ενώ η ένδειξη «Χαμηλό σε Θερμίδες», σημαίνει ότι στο τρόφιμο περιέχονται ≤40 kcal/μερίδα.1

Με βάση τα παραπάνω, ο καταναλωτής συστήνεται να επιλέγει τρόφιμα που έχουν τουλάχιστον τις ενδείξεις «Μειωμένη Ζάχαρη», «Χαμηλό σε Λίπος», «Χαμηλό σε Κορεσμένα Λιπαρά», «Χαμηλό σε Νάτριο» και «Υψηλό Σε Φυτικές Ίνες». Τέλος, επειδή η ποσότητα των συστατικών των προϊόντων αναγράφεται στην ετικέτα με φθίνουσα σειρά, συστήνεται η αποφυγή τροφίμων που περιέχουν ζάχαρη, πηγές κορεσμένων και trans λιπαρών στις πρώτες θέσεις για την καλύτερη ρύθμιση του βάρους, της γλυκόζης, της χοληστερίνης ή της αρτηριακής πίεσης.

 

Βιβλιογραφία

  • Nutrition and Diabetes | ADA. Accessed December 17, 2023. https://diabetes.org/food-nutrition
  • Nutrition labelling: policy brief. (n.d.). Retrieved April 30, 2024, from https://www.who.int/publications/i/item/9789240051324