Αποδοτικότητα της διαλειμματικής ή συνεχόμενης πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτας σε υπέρβαρους ή παχύσαρκους ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2: Συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση

Yi Shan Huang, Qiyan Zheng, Huisheng Yang, Xinwen Fu, Xueqin Zhang, Chenhui Xia, Zebing Zhu, Yu Ning Liuand, Wei Jing Liu. Efficacy of Intermittent or Continuous Very Low-Energy Diets in Overweight and Obese Individuals with Type 2 Diabetes Mellitus: A Systematic Review and Meta-Analyses. J Diabetes Res 2020; 4851671. https://doi.org/10.1155/2020/4851671

 

Η παχυσαρκία είναι βασικός παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) (1), ενώ η πλειοψηφία των ατόμων με ΣΔτ2 είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι (2). Έτσι, η διαχείριση της παχυσαρκίας είναι αποτελεσματική στρατηγική για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του διαβήτη τύπου 2 (3). Πολλές τεχνικές έχουν προταθεί για την αντιμετώπιση της, όπως οι συνεχόμενες πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες (very low-energy diet – VLED) (£800 kcal/ημέρα), οι οποίες τα τελευταία χρόνια αρχίζουν να εφαρμόζονται σε παχύσαρκους ασθενείς με ΣΔτ2 (4,5). Η διαλειμματικές πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες είναι εναλλακτική μορφή των συνεχόμενων πολύ χαμηλής σε ενέργεια διαιτών, για τους διαβητικούς τύπου 2, οι οποίες περιλαμβάνουν περιόδους πολύ χαμηλής σε ενέργεια διαιτών εναλλασσόμενες με περιόδους πρόσληψης θερμίδων > 1600 kcal/ημέρα (6). Η αποτελεσματικότητα αυτών των συνεχόμενων και διαλειμματικών πολύ χαμηλών σε ενέργεια διαιτών πρέπει να ληφθεί υπόψη.

Η παρούσα μελέτη είναι μία συστηματική μετα-ανάλυση, που είχε σκοπό να διερευνήσει την επίδραση των πολύ χαμηλής σε ενέργεια διαιτών στην απώλεια βάρους, στη γλυκαιμική ρύθμιση, στα επίπεδα λιπιδίων αίματος, σε υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα με διαβήτη τύπου 2 και επιπλέον, να διερευνήσει την μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα αυτών των διαιτών, ώστε να εξαχθούν πιο ουσιαστικές ενδείξεις στην κλινική εφαρμογή τους. Συμπεριελήφθησαν 18 κλινικές τυχαιοποιημένες και μη-τυχαιοποιημένες μελέτες, με συμμετέχοντες 911 άτομα με διαβήτη τύπου 2 και δείκτη μάζας σώματος ³30 kg/m2 ή υπερβάλλον σωματικό βάρος ³ 10% του ιδανικού σωματικού βάρους. Τα άτομα ακολούθησαν πρόγραμμα απώλειας βάρους με διαιτολόγια πολύ χαμηλών θερμίδων ή διαιτολόγια μέσου ενεργειακού ελλείμματος με ³ 1600 kcal/ημέρα ή διαιτολόγια χαμηλών θερμίδων (600-1800 kcal/ημέρα), διαλειμματικά ή συνεχόμενα.

Τα αποτελέσματα της μετα-ανάλυσης  ανέδειξαν ότι, στο τέλος των παρεμβάσεων, οι πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες συγκρινόμενες με τις χαμηλής και μέτριας σε ενέργεια δίαιτες είναι πιο αποτελεσματικές στη μείωση βάρους (MD =-2.77; 95% CI =-4.81, -0.72; P =0.008, <0.05; I2 =0%) όσο ως προς την μείωση της γλυκόζης αίματος και των επιπέδων των τριγλυκεριδίων. Πάντως, όταν η διάρκεια παρακολούθησης ήταν ≥ 1 έτος, η παρατηρούμενη απώλεια βάρους συγκριτικά με τις ομάδες ελέγχου δεν ήταν σημαντική (MD =-0.84; 95% CI =-3.01, 1.32; P =0.45, I2 =0%). Τέσσερις μελέτες  ανέλυσαν την απώλεια βάρους και τα επίπεδα τριγλυκεριδίων μεταξύ των ομάδων που ακολούθησαν δίαιτα πολύ χαμηλή σε ενέργεια  και βαριατρική χειρουργική και δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ αυτών. Πέντε μελέτες  ανέλυσαν τα επίπεδα γλυκόζης μεταξύ των ομάδων που ακολούθησαν δίαιτα πολύ χαμηλή σε ενέργεια  και βαριατρική χειρουργική και δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά μεταξύ αυτών. Μόνο τρεις μελέτες ανέφεραν επανάκτηση του βάρους, επαναφορά της γλυκαιμίας και των άλλων δεικτών μετά την ολοκλήρωση του περιορισμού των θερμίδων.

Ωστόσο, στον 5ετή επανέλεγχο, δεν παρατηρήθηκε κάποια στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των πολύ χαμηλής και χαμηλής σε ενέργεια διαιτών όσον αφορά στη μείωση του βάρους και των τριγλυκεριδίων, όμως η πρώτη διαιτητική προσέγγιση φάνηκε πιο αποδοτική στη μείωση των επιπέδων γλυκόζης αίματος. Παράλληλα, οι πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες σε σύγκριση με τα βαριατρικά χειρουργεία παρέχουν τα ίδια κλινικά οφέλη που προαναφέρθηκαν, ενώ βελτιώνουν και την ινσουλινοαντίσταση. Επιπλέον, περισσότερα άτομα που ακολούθησαν πολύ χαμηλές σε ενέργεια συγκρινόμενες με χαμηλής και μέτριας σε ενέργεια δίαιτες αναφέρθηκαν ότι εγκατέλειψαν τη μελέτη.

Στους περιορισμούς της παρούσας μετα-ανάλυσης καταγράφονται ότι: α) συμπεριελήφθησαν τυχαιοποιημένες και μη-τυχαιοποιημένες μελέτες, αυξάνοντας την ετερογένεια και τον κίνδυνο συγχυτικών παραμέτρων β) συμπεριελήφθη μικρός αριθμός ερευνητικών ομάδων με επακόλουθο μικρή εκπροσώπηση δεδομένων γ) οι περισσότερες μελέτες δεν ανέφεραν την αντιδιαβητική αγωγή των συμμετεχόντων στη μελέτη δ) λίγες μελέτες ανέφεραν δεδομένα για τα αποτελέσματα παρακολούθησης ε) η μεγαλύτερη διάρκεια παρακολούθησης ήταν 5 έτη.

Το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η διατροφική αγωγή με πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες είναι αποτελεσματική τόσο για την ταχεία μείωση του βάρους όσο και για τη βελτίωση της γλυκαιμικής ρύθμισης και του μεταβολισμού των λιπιδίων σε υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα με ΣΔτ2. Επιπλέον, έχουν παρόμοια αποτελεσματικότητα και αποδοχή με τη βαριατρική χειρουργική. Αξίζει να σημειωθεί, πως οι πολύ χαμηλής σε ενέργεια δίαιτες θα μπορούσαν να ενθαρρύνονται σε παχύσαρκους ή με υπερβάλλον βάρος διαβητικούς τύπου 2, οι οποίοι χρήζουν άμεσης απώλειας βάρους και είναι ακατάλληλοι ή απρόθυμοι να υποβληθούν σε βαριατρική χειρουργική επέμβαση.

Ωστόσο, τα βασικά αυτά αποτελέσματα που αναδείχθηκαν από τη συγκεκριμένη μετα-ανάλυση έχουν χαμηλό ή εξαιρετικά βασικό επίπεδο απόδειξης και γι’ αυτό χρειάζεται να διεξαχθούν περισσότερες κλινικές μελέτες που θα εξετάζουν τις μακροπρόθεσμες επιδράσεις των πολύ χαμηλής σε ενέργεια διαιτών σε υπέρβαρους ή παχύσαρκους διαβητικούς τύπου 2.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Blüher M. Obesity: global epidemiology and pathogenesis. Nat Rev Endocrinol 2019; 15(5); 288-298
  2. Daousi C, Casson IF, Gill GV, et al. Prevalence of obesity in type 2 diabetes in secondary care: association with cardiovascular risk factors. Postgrad Med J 2006; 82(966):280-228
  3. American Diabetes Association. Obesity management for the treatment of type 2 Diabetes: Standards of medical care in diabetes-2019. Diabetes Care 2019; 42(Suppl 1):S81-S89
  4. Rothberg AE, McEwen LN, Kraftson AT, Fowler CE, Herman WH. Very-low-energy diet for type 2 diabetes: an underutilized therapy? J Diabetes Complications 2014; 28(4):506-510
  5. Rehackova L, Araújo-Soares V, Adamson AJ, et al. Acceptability of a very-low-energy diet in type 2 diabetes: patient experiences and behaviour regulation. Diabet Med 2017; 34(11):1554-1567
  6. HarrisL, McGarty A, Hutchison L, Ells L, Hankey Short-term Intermittent Energy Restriction Interventions for Weight Management: A Systematic Review and Meta-Analysis. Obes Rev 2018; 19 (1):1-13, doi: 10.1111/obr.12593

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ: Οδηγίες προστασίας των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ) από τον κορωνοϊό

Αθήνα 12 Μαρτίου 2020.

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 

H Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία (ΕΔΕ) με στόχο την πρόληψη και την αντιμετώπιση του κορωνοϊού από τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ) και των προβλημάτων που ενδεχομένως προκύψουν, προχώρησε στην έκδοση των ακόλουθων οδηγιών.

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ ΚΑΙ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ 

Στα τέλη του 2019, ένα νέο στέλεχος κορωνοϊού αναγνωρίστηκε ως αίτιο κρουσμάτων πνευμονίας στο Wuhan στην Κίνα. Η μετάδοση του ιού υπήρξε ραγδαία, η επιδημία εξαπλώθηκε αρχικά σε όλη την Κίνα και στη συνέχεια και σε όλες σχεδόν τις ηπείρους, λαμβάνοντας πλέον τον χαρακτηρισμό της «πανδημίας» (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, 11.03.2020). Πριν λίγες ημέρες, η Διεθνής Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF) έστειλε οδηγίες για άτομα με σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ), οι οποίες αναρτήθηκαν άμεσα στον ιστότοπο της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας ede.gr

Τρόποι μετάδοσης – Συμπτώματα – Ομάδες υψηλού κινδύνου

Ο κορωνοϊός μεταδίδεται με δυο τρόπους: (1) Από το ένα άτομο στο άλλο μέσω σταγονιδίων που βγαίνουν από το στόμα με την ομιλία, τον βήχα ή το φτέρνισμα, ή κατά την σωματική επαφή (πχ αγκαλιάσματα, φιλιά, χειραψίες). (2) Με το άγγιγμα μολυσμένης επιφάνειας (πχ τραπέζι, πόμολο πόρτας) και στη συνέχεια τα χέρια στο στόμα, τη μύτη ή τα μάτια. Ο χρόνος επιβίωσης του στις επιφάνειες είναι συνήθως περί τις 2 ώρες, αλλά μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερος σε χαμηλές θερμοκρασίες και υψηλή υγρασία περιβάλλοντος (σε πάνω από 30°C ζει πολύ λιγότερο). Ο χρόνος επώασης (από την μόλυνση μέχρι την εμφάνιση συμπτωμάτων) είναι συνήθως γύρω στις 5 ημέρες, μπορεί όμως να φθάσει και τις 14 ημέρες. Ο ιός εξουδετερώνεται στις επιφάνειες με τη χρήση αλκοολούχου (άνω του 40%) διαλύματος.

Συνήθως πρόκειται για ήπια νόσο και το 98% όσων μολύνονται επιβιώνουν. Από τα άτομα που νοσούν, πάνω από 80% εμφανίζουν ήπια συμπτώματα όμοια με του κοινού κρυολογήματος (καταρροή, βήχας, πονόλαιμος, πονοκέφαλος, ανεξήγητη κούραση, πυρετός) και μπορούν να αναρρώσουν στο σπίτι. Σε ποσοστό ~14% ο ιός εισβάλει βαθύτερα στους πνεύμονες και προκαλεί πνευμονία με σοβαρότερα συμπτώματα (δύσπνοια). Σε ποσοστό όμως ~5% η κατάσταση μπορεί να γίνει κρίσιμη με εμφάνιση αναπνευστικής ανεπάρκειας, σήψης και ανεπάρκειας λειτουργίας όλων των ζωτικών οργάνων. Η σοβαρότητα της νόσου είναι συνήθως μεγαλύτερη σε άτομα που έχουν και άλλα προβλήματα υγείας, συγκεκριμένα στους ηλικιωμένους και όσους πάσχουν από καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νοσήματα των πνευμόνων, υπέρταση και ΣΔ (όπως και με την γρίπη).

Σακχαρώδης διαβήτης

Τα άτομα με διαβήτη είναι πιο ευάλωτα στις λοιμώξεις και έχουν 2-3 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να νοσήσουν από τον κορωνοϊό, ανεξάρτητα από το αν συνυπάρχουν ή όχι  άλλα προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με μήνυμα του Προέδρου του IDF Καθηγητή Andrew Boulton, και για λόγους άγνωστους μέχρι σήμερα, η νόσηση από τον κορωνοϊό φαίνεται ότι εξελίσσεται σχετικά ήπια στα νεότερα άτομα και ιδίως στα παιδιά με ΣΔ τύπου 1. Σε γενικές γραμμές, παράγοντες οι οποίοι αυξάνουν τον κίνδυνο νόσησης στα άτομα με διαβήτη είναι η κακή γλυκαιμική ρύθμιση (η υπεργλυκαιμία αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα), η μεγάλη διάρκειά του, η  έντονη παχυσαρκία, η μεγάλη ηλικία, το κάπνισμα και η παρουσία χρόνιων επιπλοκών της νόσου (κυρίως από το καρδιαγγειακό σύστημα και τους νεφρούς).

Με αυτό το σκεπτικό, τα προληπτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν για προφύλαξη από τον κορωνοϊό στηρίζονται στην «κοινή λογική»: (1) Η καλή γλυκαιμική ρύθμιση, η φυσική δραστηριότητα/άσκηση και η κατανάλωση τροφών ή ροφημάτων πλούσιων σε αντιοξειδωτικά (όπως φρούτα, λαχανικά, πράσινο τσάι) ενισχύουν την επάρκεια του ανοσοποιητικού συστήματος στην άμυνα του οργανισμού. (2) Συχνό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό ή χρήση αλκοολούχου διαλύματος ειδικά πριν το φαγητό και μετά από επίσκεψη σε δημόσιους χώρους. Αποφυγή επαφών ή διατήρηση απόστασης (το λιγότερο 1 μέτρο) από ανθρώπους που έχουν συμπτώματα ή νοσούν εμφανώς. Κάλυψη της μύτης ή του στόματος με χαρτομάντιλο μιας χρήσης σε βήχα ή φτάρνισμα και στη συνέχεια απόρριψη του σε κάδο. (3) Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας δεν συστήνει τη χρήση απλής χειρουργικής μάσκας στην κοινότητα  σε όσους  δεν έχουν συμπτώματα αναπνευστικού, ακόμα και σε περιοχές με κρούσματα κορωνοϊού. Η χρήση μάσκας δεν μειώνει την σημασία των άλλων γενικών μέτρων πρόληψης της νόσου και μπορεί να οδηγήσει σε περιττό κόστος και προβλήματα προμηθειών. (4) Διασφάλιση ότι υπάρχει άμεση πρόσβαση στα τηλέφωνα επείγουσας επικοινωνίας σε περίπτωση ασθένειας και οι ποσότητες φαρμάκων (ιδίως ινσουλίνης) και αναλωσίμων για τον αυτοέλεγχο της γλυκόζης είναι επαρκείς, ώστε να μην χρειαστεί έξοδος από το σπίτι. (5) Περιορισμός των μη απαραίτητων επαφών και μετακινήσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου συναθροίζονται περισσότερα από 4-5 άτομα.

Εάν εκδηλωθεί νόσος και παρουσιαστούν συμπτώματα (ιδιαίτερα από το αναπνευστικό) να ενημερωθεί πρώτα ο θεράπων ιατρός πριν από την μετάβαση στο νοσοκομείο. Εάν δεν είναι δυνατή η επικοινωνία με τον θεράποντα, υπάρχει η δυνατότητα επικοινωνίας με τον ΕΟΔΥ στο τετραψήφιο τηλέφωνο 1135. Αν δοθούν τελικά οδηγίες παραμονής στο σπίτι, πρέπει να παρεμποδισθεί η μετάδοση του ιού σε όσους ζουν μαζί ή στους επισκέπτες. Πέρα από τον ύπνο σε διαφορετικό δωμάτιο ή ξεχωριστό κρεβάτι και τη χρήση μάσκας, σημαντικό είναι να μην μοιράζονται τα σκεύη φαγητού (κουταλάκια, μαχαιροπήρουνα κλπ). Μετά το πλύσιμο των χεριών (το οποίο πρέπει να είναι σχολαστικό) καλό είναι να χρησιμοποιούνται χάρτινες πετσέτες μιας χρήσης. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, πρέπει να έχουν τη δική τους πετσέτα την οποία αλλάζουν όταν μουσκέψει (ο κορωνοϊός αγαπάει την υγρασία).

Όπως με όλες τις ιώσεις, στη νόσηση από τον κορωνοϊό μπορεί να παρατηρηθεί απορρύθμιση του γλυκαιμικού ελέγχου. Σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται άμεση επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό, διότι αυξάνονται οι ανάγκες του οργανισμού σε ινσουλίνη και χρειάζεται κατάλληλη τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής και της διατροφής. Γενικοί κανόνες είναι: (1) Επιβάλλεται επαρκής ενυδάτωση (τουλάχιστον μισό ποτήρι νερό κάθε ώρα) για την διατήρηση τόσο του κυκλοφορικού συστήματος όσο  και του μεταβολισμού των κυττάρων σε καλή κατάσταση. (2) Συχνός έλεγχος των επιπέδων της γλυκόζης στο τριχοειδικό αίμα με τις συσκευές αυτομέτρησης και προσπάθεια διατήρησης τους σε αποδεκτά επίπεδα (80-180mg/dl) με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού. (3) Σε άτομα με διαβήτη τύπου 1, αλλά και τύπου 2 που ρυθμίζονται με σχήματα ινσουλινοθεραπείας, απαραίτητος είναι ο έλεγχος για παρουσία κετονών στο τριχοειδικό αίμα. Η αύξηση των κετονών υποδηλώνει εκτροπή του μεταβολισμού σε καύση λίπους αντί γλυκόζης και μπορεί να οδηγήσει σε οξέωση. (4) Για τα άτομα με ΣΔ τύπου 2 που λαμβάνουν αντιδιαβητικές αγωγές και είναι καλά ρυθμισμένοι, τα αποθέματα της ινσουλίνης στο πάγκρεας είναι σχετικά επαρκή και συνήθως δεν δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κατά τη διάρκεια οξείας νόσου. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται αν στα θεραπευτικά σχήματα υπάρχουν αναστολείς SGLT2 (δαπαγλιφλοζίνη, εμπαγλιφλοζίνη, καναγλιφλοζίνη). Τα φάρμακα αυτά πρέπει να διακόπτονται άμεσα με την εμφάνιση της οξείας νόσου και να ξαναρχίζουν μετά την αποδρομή της. Η κατηγορία αυτή των φαρμάκων είναι εξαιρετικά δραστική στην ρύθμιση του ΣΔ και χρησιμοποιείται πλέον ευρύτατα (συχνά στο ίδιο χάπι μαζί με τη μετφορμίνη). (5) Οδηγίες για την αντιμετώπιση του διαβήτη στην οξεία νόσηση υπάρχουν στις «Κατευθυντήριες Οδηγίες για την Διαχείριση των Ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη» της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, με ελεύθερη πρόσβαση στο site (ede.gr).

Τέλος, εξαιρετικά σημαντικό είναι να ακολουθούνται πιστά οι οδηγίες του Υπουργείου Υγείας για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού. Η διαχείριση της νέας και δυνητικά επικίνδυνης αυτής επιδημίας, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο, είναι ευθύνη όλων μας. 

Επείγουσα ενημέρωση: Μετάθεση ημερομηνίας διεξαγωγής 18ου Πανελλήνιου Διαβητολογικού Συνεδρίου

Αθήνα, 11/03/2020
Αρ.πρωτ.1398

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι,

Σας ενημερώνουμε ότι το ΔΣ της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας αποφάσισε σήμερα ομόφωνα την αναστολή της διεξαγωγής του 18ου Πανελλήνιου Διαβητολογικού Συνεδρίου (18-21 Μαρτίου 2020) καθώς και της προγραμματισμένης Ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης (21/03/2020), σε εναρμόνιση με τα εξαγγελθέντα από το Υπουργείο Υγείας προληπτικά μέτρα για την αποτροπή εξάπλωσης του νέου κορονοϊού, ήτοι για λόγους ανωτέρας βίας και δημόσιας υγείας.

Στα πλαίσια αυτά σας γνωρίζουμε ότι η προβλεπόμενη ημερομηνία διεξαγωγής του Συνεδρίου είναι από Τετάρτη 16 έως και Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020 στο Ξενοδοχείο Hilton Athens.

Αναφορικά με την σύγκληση της ΓΣ, το ΔΣ θα επανέλθει με νεότερη ενημέρωση των μελών.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ ΤΟΥ  ΚΟΡΟΝΑΙΟΥ 2019 (COVID-19) ΚΑΙ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΕ ΔΙΑΒΗΤΗ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΗΜΙΑ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ ΤΟΥ  ΚΟΡΟΝΑΙΟΥ 2019 (COVID-19) ΚΑΙ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΕ ΔΙΑΒΗΤΗ

Στα τέλη του 2019, ένα νέο στέλεχος κοροναϊού (συγκεκριμένος ιός που προκαλεί νόσο σε ανθρώπους και ζώα) αναγνωρίστηκε ως αίτιο κρουσμάτων πνευμονίας στο Wuhan, μια πόλη της επαρχίας Hubei, στην Κίνα. Η μετάδοση του ιού υπήρξε ραγδαία και οδήγησε αρχικώς σε επιδημία σε όλη την Κίνα, στη συνέχεια εξαπλώθηκε παγκοσμίως , πλήττοντας  πλέον  σχεδόν όλες τις ηπείρους. Τα επιστημονικά δεδομένα και η κατανόηση αυτού του νεότερου κοροναϊού και της νόσου που προκαλεί, βρίσκονται ακόμη υπό εξέλιξη.

Πώς μεταδίδεται;

Ο ιός μπορεί να μεταδοθεί από μολυσμένα ζώα (το πιθανότερο σενάριο είναι πως ξεκίνησε από την κατανάλωση άγριων ζώων στην Κινά), αλλά επίσης είναι δυνατή η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όπως κάθε άλλος ιός του αναπνευστικού, μεταδίδεται μέσω σταγονιδίων που βγαίνουν από το στόμα των μολυσμένων ατόμων κατά την ομιλία, τον βήχα και το φτέρνισμα. Ο ιός μπορεί να επιβιώσει στο περιβάλλον  από μερικές ώρες μέχρι και μερικές ημέρες (ανάλογα με την επιφάνεια και τις περιβαλλοντολογικές συνθήκες), ενώ πιθανός τρόπος μετάδοσης θεωρείται το άγγιγμα μιας μολυσμένης  επιφάνειας και στη συνέχεια  το άγγιγμα τον ματιών ή του στόματος. Ο ιός εξουδετερώνεται στο περιβάλλον με τη χρήση αλκοολούχου διαλύματος.

Πόσο σοβαρή είναι η μόλυνση;

Τα καλά νέα είναι πως συνήθως πρόκειται για μια ήπια νόσο και το 98% των ανθρώπων που μολύνονται επιβιώνουν. Η πλειονότητα των περιπτώσεων (>80%) είναι ήπιες (με λίγα συμπτώματα, όμοια του κοινού κρυολογήματος) και μπορούν να αναρρώσουν στο σπίτι. Όμως σε κάποιες περιπτώσεις , προκαλείται σοβαρή νόσος (περίπου στο 14%) και σε ένα μικρότερο ποσοστό (περίπου στο 5%) πολύ σοβαρή νόσος. Κάποιοι άνθρωποι δεν εμφανίζουν καθόλου συμπτώματα, ή έχουν μόνο ήπια συμπτώματα κοινού κρυολογήματος. Σε άλλους ανθρώπους, η λοίμωξη με τον COVID-19  μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα, όπως πνευμονία ή ακόμα και θάνατο. Αυτό συμβαίνει συχνότερα σε ανθρώπους που έχουν κι άλλα προβλήματα υγείας, συγκεκριμένα τους ηλικιωμένους , αυτούς που πάσχουν από καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νοσήματα των πνευμόνων και υπέρταση. Οι άνθρωποι με διαβήτη, σε περίπτωση λοίμωξης από τον ιό,  εντάσσονται στις κατηγορίες υψηλού κίνδυνου για την εμφάνιση σοβαρής νόσου (ομοίως με τη γρίπη).   

 

Ποία είναι τα πιθανά συμπτώματα της νόσου;

Οι άνθρωποι που μολύνονται από τον COVID-19 μπορεί να εμφανίσουν πυρετό, βήχα, δύσπνοια (δυσκολία στην αναπνοή), να αισθάνονται  κουρασμένοι και να έχουν μυϊκούς πόνους. Τα προβλήματα με την αναπνοή συμβαίνουν όταν η λοίμωξη προσβάλει τους πνεύμονες, προκαλώντας πνευμονία. Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται λίγες ημέρες μετά τη λοίμωξη με τον ιό, στις περισσότερες περιπτώσεις  αυτό το χρονικό διάστημα είναι 3-7 ημέρες μετά την έκθεση. ¨Όμως, σε κάποιους ανθρώπους τα συμπτώματα εμφανίζονται μετά από μεγαλύτερο διάστημα (έως και 14 ημέρες).

Είναι καλύτερο για τους ανθρώπους με διαβήτη να προετοιμαστούν από πριν για το τι θα πρέπει να κάνουν σε περίπτωση που νοσήσουν, για παράδειγμα να έχουν διασφαλίσει ότι έχουν πρόσβαση στα τηλέφωνα επικοινωνίας του γιατρού τους και να έχουν φροντίσει να προμηθευτούν επαρκείς ποσότητες φαρμάκων και αναλώσιμων για μέτρηση γλυκόζης στο σπίτι, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να βγουν έξω σε περίπτωση ασθένειας. Εάν αρρωστήσουν με τον ιό, μπορεί να παρατηρήσουν μια απορρύθμιση του γλυκαιμικού τους έλεγχου κατά τη διάρκεια της νόσου. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τους κανόνες που παρατίθενται παρακάτω, στον πίνακα “Κανόνες για τις ημέρες ασθένειας” που προτείνονται για κάθε στρεσογόνο κατάσταση, έτσι ώστε να μειώσουν την απορρύθμιση του διαβήτη τους. Θα πρέπει να επικοινωνήσουν άμεσα με τον γιατρό τους για οδηγίες σχετικά  με το ποσό συχνά θα πρέπει να παρακολουθούν το σάκχαρο τους, για να τους διασφαλίσει επαρκείς ποσότητες φαρμάκων (ιδίως ινσουλίνη) και να τους ενημερώσει σχετικά με τις τροποποιήσεις που χρειάζεται να κάνουν στα φάρμακα και τη δίαιτα τους.

 

Κανόνες για τις μέρες ασθένειας σε ανθρώπους με διαβήτη

  • Φροντίστε να είστε ενυδατωμένοι
  • Τακτική μέτρηση σακχάρου
  • Τακτική μέτρηση θερμοκρασίας
  • Αν λαμβάνετε ινσουλίνη σε πολλαπλές ενέσεις, επίσης μέτρηση κετονών
  • Ακολουθείστε τις οδηγίες του γιατρού σας

 

Δείτε εδώ την Αγγλική έκδοση του κειμένου: INFORMATION ON CORONA-VIRUS DISEASE 2019 (COVID-19) OUTBREAK AND GUIDANCE FOR PEOPLE WITH DIABETES .

 

Η μετάφραση και επιμέλεια του κειμένου έγιναν από τον κ. Γεώργιο Καραμανάκο, Παθολόγο.

Εκτίμηση του κινδύνου εμφάνισης οξείας ουρικής αρθρίτιδας με αναστολείς SGLT-2 σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2

Michael Fralick, Sarah K. Chen, Elisabetta Patorno, Seoyoung C. Kim. Assessing the risk for gout with sodium- glucose cotransporter-2 inhibitors in patients with type 2 diabetes. A population-based cohort study. Ann Int Med 2020; 172: 186-194. doi:10.7326/M19-2610.

Η οξεία ουρική αρθρίτιδα είναι η πιο συχνή φλεγμονώδης αρθρίτιδα, η οποία προσβάλλει περίπου 10 εκατομμύρια ενήλικες στη Β. Αμερική (1, 2). Έχει συσχετιστεί με σημαντική αναπηρία, νοσηρότητα και θνητότητα. Οι ενήλικες με οξεία ουρική αρθρίτιδα έχουν κατά περίπου 30% υψηλότερο κίνδυνο για καρδιαγγειακή νόσο και θνητότητα από άλλες αιτίες σε σχέση με ενήλικες χωρίς οξεία ουρική αρθρίτιδα (3, 4).

Αναβολή εκδίκασης των αιτήσεων ακυρώσεως που ασκήθηκαν με τη συνδρομή της ΕΔΕ για τις μεταβατικές διατάξεις της Εξειδίκευσης στον ΣΔ

Αθήνα 27/02/2020
Αρ. πρωτ.1391

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΘΕΜΑ : ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΜΕΛΩΝ ΕΔΕ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΒΟΛΗ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΠΟΥ ΑΣΚΉΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΕΔΕ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ  ΤΗΣ  ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ  ΣΤΟΝ ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ

 

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Ο Πρόεδρος και το Διοικητικό Συμβούλιο της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας σας ενημερώνουν ότι μετά την αναβολή από το Δικαστήριο όλων των υποθέσεων που είχαν αρχικά προσδιοριστεί για τη δικάσιμο της Τρίτης 11 Νοεμβρίου 2019 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο της Τρίτης 11 Φεβρουαρίου 2020, αναβλήθηκαν και πάλι αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο για τις δικασίμους 17.03.2020 και 19.05.2020.

Κατά την πρώτη παραπάνω δικάσιμο στην 7μελή σύνθεση θα εκδικαστεί η αίτηση που αφορά σε:

  1. Ιατρούς του ΕΣΥ, μέλη ΔΕΠ και γενικότερα του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα,
  2. Ιδιώτες ιατρούς,
  3. Ιατρούς οι οποίοι έχουν αφυπηρετήσει ή εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα μετά από πολυετή υπηρεσία στα θεσμοθετημένα ΔΚ-Ι των δημόσιων νοσοκομείων του ΕΣΥ,
  4. Στρατιωτικούς ιατρούς.

Κατά την δεύτερη παραπάνω δικάσιμο θα εκδικαστεί η αίτηση που αφορά σε ιατρούς ιδιωτικού φορέα, ή ιδιώτες ιατρούς και ιατρούς του Δημοσίου φορέα (ΕΣΥ), οι οποίοι κατέχουν τη μονοετή μετεκπαίδευση στον ΣΔ πιστοποιημένη μόνο από τον Υπεύθυνο διευθυντή Διαβητολογικού Κέντρου.

 

Για την ΕΔΕ

   Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
   Γ. Δημητριάδης  Α. Μελιδώνης

 

δείτε εδώ την πρωτότυπη ανακοίνωση

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ  ΤΗΝ ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗΣ ΣΤΟΝ ΣΔ

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Σε εξέλιξη της  προβλεπόμενης διαδικασίας για την απονομή του τίτλου εξειδίκευσης στον ΣΔ μετά από εξετάσεις και όσοι έχουν πιστοποιηθεί σύμφωνα με τη διαδικασία των Μεταβατικών Διατάξεων (ΦΕΚ Β’ 19/04/2020, αρ. φύλλου 1357) για την οποία έχετε ήδη ενημερωθεί από το site της ΕΔΕ, και με newsletter με την από 24/04/2019, αρ.πρωτ.1321 ανακοίνωση, σας ενημερώνουμε ότι από την 25/02/2020 δημοσιεύθηκαν στη «Διαύγεια» οι ημερομηνίες της πρώτης εξεταστικής.

Παρατίθεται παρακάτω το σχετικό link: https://diavgeia.gov.gr/decision/view/%CE%A9%CE%A9%CE%A9%CE%A6465%CE%A6%CE%A5%CE%9F-%CE%A3%CE%93%CE%A0

Κατεβάστε από εδώ το σχετικό έγγραφο

 

Για την ΕΔΕ

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Γ. Δημητριάδης

O ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Α.Μελιδώνης

 

Δείτε εδώ την πρωτότυπη ανακοίνωση

Υποκατάσταση της βιταμίνης D και επίπτωση του Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 2

Pittas AG, Dawson-Hughes B, Sheehan P, Ware JH, Knowler WC, Aroda VR, Brodsky I, Ceglia L, Chadha C, Chatterjee R, Desouza C, Dolor R, Foreyt J, Fuss P, Ghazi A, Hsia DS, Johnson KC, Kashyap SR, Kim S, LeBlanc ES, Lewis MR, Liao E, Neff LM, Nelson J, O’Neil P, Park J, Peters A, Phillips LS, Pratley R, Raskin P, Rasouli N, Robbins D, Rosen C, Vickery EM, Staten M; D2d Research Group. Vitamin D Supplementation and Prevention of Type 2 Diabetes. N Engl J Med 2019; 381(6):520-530. doi: 10.1056/NEJMoa1900906. Epub 2019 Jun 7.

 

Μελέτες παρατήρησης υποστηρίζουν τη συσχέτιση μεταξύ χαμηλού επιπέδου 25-υδροξυκοβαλαμίνης D και κινδύνου για εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει άγνωστο αν ο κίνδυνος διαβήτη μειώνεται με την υποκατάσταση βιταμίνης D.

Στη μελέτη εντάχθηκαν τυχαία ενήλικες που πληρούσαν τουλάχιστον δύο από τα τρία γλυκαιμικά κριτήρια για προδιαβήτη (γλυκόζη νηστείας μεταξύ 100-125mg/dl, γλυκόζη πλάσματος 2 ώρες μετά από του στόματος χορήγηση 75g γλυκόζης μεταξύ 140-199mg/dl, ΗbA1c: 5,7-6,4%) οι οποίοι έλαβαν 4000 IU βιταμίνης D ημερησίως ή  εικονικό φάρμακο, ανεξάρτητα από το επίπεδο της 25-υδροξυκοβαλαμίνης. To πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν η νεο-εμφάνιση διαβήτη.

Συνολικά, τυχαιοποιήθηκαν 2423 συμμετέχοντες σε 1211 που έλαβαν υποκατατάσταση της βιταμίνης D και 1212 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Τον μήνα 24, η μέση τιμή του επιπέδου 25-υδροξυβιταμίνης D ήταν 54,3 ng/mm (συγκριτικά με 27,7 κατά την ένταξη στη μελέτη) για την ομάδα της βιταμίνης D συγκριτικά με 28,8 ng/ml στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (συγκριτικά με 28,2 κατά την ένταξη στη μελέτη). Μετά από μέση παρακολούθηση 2,5 ετών, το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 συνέβη σε 293 συμμετέχοντες στην ομάδα της βιταμίνης D και 323 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (9.39 and 10.66 events per 100 person-years, αντίστοιχα). O σχετικός κίνδυνος για την ομάδα της βιταμίνης D σε σχέση με την ομάδα εικονικού φαρμάκου ήταν 0,88 (0,95% ΔΕ 0,75-1,04, P =0,12). H επίπτωση των ανεπιθύμητων συμβαμάτων δε διέφερε στατιστικά σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων.

Μεταξύ των ατόμων υψηλού κινδύνου για εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 και χωρίς ανεπάρκεια βιταμίνης D, η υποκατάσταση  με 4000 IU ημερησίως δεν οδήγησε σε στατιστικά σημαντική μείωση εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη συγκριτικά με την ομάδα εικονικού φαρμάκου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Lu L, Bennett DA, Millwood IY, et al. Association of vitamin D with risk of type 2 diabetes: a Mendelian randomisation study in European and Chinese adults. PLoS Med 2018; 15(5): e1002566
  2. Song Y, Wang L, Pittas AG, et al. Blood 25-hydroxy vitamin D levels and incident type 2 diabetes: a meta-analysis of prospective studies. Diabetes Care 2013; 36: 1422-1428
  3. Seida JC, Mitri J, Colmers IN, et al. Effect of vitamin D3 supplementation on improving glucose homeostasis and preventing diabetes: a systematic review and meta-analysis. J Clin Endocrinol Metab 2014; 99: 3551-3560
  4. Mirhosseini N, Vatanparast H, Mazidi M, Kimball SM. Vitamin D supplementation, glycemic control, and insulin resistance in prediabetics: a meta-analysis. J Endocr Soc 2018; 2: 687-709
  5. Tang H, Li D, Li Y, Zhang X, Song Y, Li X. Effects of vitamin D supplementation on glucose and insulin homeostasis and incident diabetes among nondiabetic adults: a meta-analysis of randomized controlled Int J Endocrinol 2018; 2018:7908764
  6. Aroda VR, Sheehan PR, Vickery EM, et al. Establishing an electronic health record-supported approach for outreach to and recruitment of persons at high risk of type 2 diabetes in clinical trials: the Vitamin D and Type 2 diabetes (D2d) study experience. Clin Trials 2019; 16: 308-315

H λοίμωξη από το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού αυξάνει την επίπτωση του μεταβολικού συνδρόμου και του σακχαρώδους διαβήτη: Μελέτη κοόρτης

Chen YYFang WH, Wang CC, Kao TW, Chang YW, Wu CJ, Zhou YC, Sun YS, Chen WL Helicobacter pylori infection increases risk of incident metabolic syndrome and diabetes: A cohort study. PLoS One 2019; 14(2):e0208913 doi: 10.1371/journal.pone.0208913

 

Η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού είναι μία συχνή λοίμωξη παγκοσμίως, στις ανεπτυγμένες χώρες και προκαλεί γαστρεντερικές επιπλοκές, όπως πεπτικό έλκος και γαστρικό καρκίνο (1). Το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού διαταράσσει την ανοσολογική απόκριση του ξενιστή και προκαλεί την απελευθέρωση προ-φλεγμονωδών κυτταροκινών (2). Πρόσφατες μελέτες έχουν ρίξει αρκετό φώς στη συσχέτιση της λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού και του καρδιομεταβολικού κινδύνου. Έτσι, σε άτομα με λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού έχουν αναφερθεί στεφανιαία νόσος (3), νοσήματα ήπατος και χοληφόρων (4) και αυτοάνοσα νοσήματα (5). Επίσης, έχει υποδηλωθεί συσχέτιση μεταξύ λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (6, 7) και ο ρόλος της στην εμφάνιση διαβήτη διερευνάται. Υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι η φλεγμονή και η αντίσταση στην ινσουλίνη προάγονται από την λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού (8). Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχουν ενδείξεις που να υποστηρίζουν αιτιολογική συσχέτιση γι’ αυτή τη σχέση στο γενικό πληθυσμό.

Στην παρούσα μελέτη κοόρτης, στόχος ήταν να διευκρινιστεί αν η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, σε άτομα του γενικού πληθυσμού, συσχετίζεται με κίνδυνο επίπτωσης σακχαρώδους διαβήτη.

Συνολικά, μελετήθηκαν 69235 ενήλικες που πραγματοποίησαν τις εξετάσεις τους στο Γενικό νοσοκομείο της Ταιβάν από το 2010 έως και το 2016. Η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο ανιχνευόταν από γρήγορες δοκιμασίες αναπνοής ενώ με τον ενδοσκοπικό έλεγχο εξεταζόταν η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, τα πεπτικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη. Μέσω λογαριθμικής ανάλυσης και Cox ανάλυσης, εξετάστηκε η συσχέτιση της λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο με τα καρδιομεταβολικά νοσήματα.

Η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο συσχετίστηκε ισχυρά με την παρουσία μεταβολικού συνδρόμου (OR = 1.26, 95% CI: 1.00–1.57) και σακχαρώδους διαβήτη (OR = 1.59, 95% CI: 1.17–2.17) μόνο στους άνδρες, ενώ η παρουσία παθολογικών ενδοσκοπικών ευρημάτων, επίσης, συσχετίστηκε με καρδιομεταβολικά νοσήματα. Οι ασθενείς με λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού παρουσίασαν αυξημένο κίνδυνο για εκδήλωση σακχαρώδους διαβήτη (HR = 1.54, 95% CI: 1.11–2.13). Επιπλέον, ενδοσκοπικά ευρήματα για δωδεκαδακτυλικά έλκη (HR = 1.63, 95%CI: 1.02–2.63) συγκριτικά με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και γαστρικά έλκη, αποτέλεσαν προγνωστικό δείκτη για επίπτωση σακχαρώδους διαβήτη. Τέλος, σε αυτή τη μελέτη, η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο ήταν στατιστικά σημαντικός προγνωστικός δείκτης για επίπτωση σακχαρώδους διαβήτη σε ενήλικες άνδρες.

Συνοψίζοντας, σε αυτή τη μελέτη εδείχθη συσχέτιση μεταξύ λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού και σακχαρώδους διαβήτη, που θα μπορούσε να συμβαίνει μέσω αρκετών μηχανισμών, όπως η φλεγμονή και η ανοσολογική απάντηση. Τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που να διερευνούν τους μοριακούς μηχανισμούς για την καταστολή της λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών στόχων  εφαρμόσιμων σε πεπτικά νοσήματα και σακχαρώδη διαβήτη.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Wotherspoon AC, Ortiz-Hidalgo C, Falzon MR, Isaacson PG. Helicobacter pylori-associated gastritis and primary B-cell gastric lymphoma. Lancet (London, England) 1991; 338(8776):1175–1176
  2. White JR, Winter JA, Robinson K. Differential inflammatory response to Helicobacter pylori infection: etiology and clinical outcomes. Journal of Inflammation Research 2015; 8:137–147
  3. Eskandarian R, Ghorbani R, Shiyasi M, Momeni B, Hajifathalian K, Madani M. Prognostic role of Helicobacter pylori infection in acute coronary syndrome: a prospective cohort study. Cardiovascular journal of Africa 2012; 23(3):131–135
  4. Mishra RR, Tewari M, Shukla HS. Association of Helicobacter pylori infection with inflammatory cytokine expression in patients with gallbladder cancer. Indian journal of gastroenterology: official journal of the Indian Society of Gastroenterology 2013; 32(4):232–235
  5. Gasbarrini A, Ojetti V, Pitocco D, De Luca A, Franceschi F, Candelli M, et al. Helicobacter pylori infection in patients affected by insulin-dependent diabetes mellitus. European journal of gastroenterology & hepatology 1998; 10(6):469–472
  6. Simon L, Tornoczky J, Toth M, Jambor M, Sudar Z. [The significance of Campylobacter pylori infection in gastroenterologic and diabetic practice]. Orvosi hetilap 1989; 130(25):1325–1329
  7. Zhou M, Liu J, Qi Y, Wang M, Wang Y, Zhao F, et al. The association between Helicobacter pylori seropositivity and risk of new-onset diabetes: a prospective cohort study. Diabetologia 2018; 61(2):300–307
  8. Kayar Y, Pamukçu Ö, Eroğlu H, Kalkan Erol K, Ilhan A, Kocaman O. Relationship between Helicobacter pylori Infections in Diabetic Patients and Inflammations, Metabolic Syndrome, and Complications 2015; 1–6 p.

Μελέτη ASCEND: έχει θέση η ασπιρίνη για πρωτογενή πρόληψη στους διαβητικούς ασθενείς;

Santulli G. In diabetes with no CVD, aspirin reduced serious vascular events but increased major bleeding at 7.4 years. Ann Intern Med 2018 Dec 18;169(12):JC67. doi: 10.7326/ACPJC-2018-169-12-067.

 

Η πρόληψη των αθηροθρομβωτικών συμβαμάτων είναι ένας θεραπευτικός στόχος για τους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Η μελέτη ASCEND σχεδιάστηκε με σκοπό να απαντήσει το ερώτημα της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της χορήγησης ασπιρίνης σε διαβητικούς ασθενείς που δεν εμφανίζουν εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο (πρωτογενής πρόληψη) και έδειξε ότι ο αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας αντιστάθμισε τη μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων, εύρημα συνεπές με τα δεδομένα άλλων μελετών για πρωτογενή πρόληψη (1,2). Αυτές οι μελέτες δε, έχουν προκαλέσει τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες (3) και τη μακροχρόνια γνώμη πολλών κλινικών ιατρών για το καθαρό όφελος της ασπιρίνης.

Η μελέτη ASCEND είναι μια διπλή-τυφλή τυχαιοποιημένη μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 15480 ασθενείς, ηλικίας ≥40 ετών (μέσης ηλικίας 63 ετών, 63% των συμμετεχόντων: άνδρες) και οι οποίοι εμφάνιζαν οποιοδήποτε τύπο σακχαρώδη διαβήτη – χωρίς εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο και για τους οποίους το πλεονέκτημα της χορήγησης αντιαιμοπεταλιακής αγωγής δεν ήταν ξεκάθαρο. Κριτήριο αποκλεισμού αποτέλεσε η απόλυτη ένδειξη ή αντένδειξη για τη χορήγηση της ασπιρίνης. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε ασπιρίνη 100mg/ημερησίως (n=7740) είτε εικονικό φάρμακο (n=7740). Επίσης οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν και ως προς την χορήγηση 1 gr/24ωρο ω-3 πολυακόρεστων λιπαρών οξέων και εικονικού φαρμάκου. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης των διαβητικών ασθενών ήταν 7.4 έτη. Όσον αφορά τα αποτελέσματα της ανωτέρω τυχαιοποίησης, σημειώνεται πως δεν δημοσιεύθηκαν στην μελέτη ASCEND.

Το πρωτογενές τελικό σημείο αποτελεσματικότητας αφορούσε στο σύνθετο σημείο αγγειακών συμβαμάτων (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ή θάνατος από οποιαδήποτε άλλη αιτία εκτός από ενδοκρανιακή αιμορραγία), ενώ το πρωτογενές τελικό σημείο ασφαλείας αφορούσε στο σύνθετο σημείο αιμορραγικών συμβαμάτων (ενδοκρανιακές αιμορραγίες, απειλητική για την όραση ενδοφθάλμιος αιμορραγία, γαστρεντερική αιμορραγία ή οποιαδήποτε σοβαρή αιμορραγία). Το δευτερογενές τελικό σημείο αφορούσε τον κίνδυνο εμφάνισης κακοήθειας του γαστρεντερικού συστήματος ανάμεσα στις δύο ομάδες.

Όσον αφορά το πρωτογενές τελικό σημείο αποτελεσματικότητας, η ομάδα ασθενών που έλαβε ασπιρίνη, παρουσίασε λιγότερα σοβαρά αγγειακά συμβάματα συγκριτικά με την ομάδα ασθενών που έλαβε εικονικό φάρμακο (8,5% vs 9,6%, RRR=12%).  Αντίθετα, ως προς το πρωτογενές τελικό σημείο ασφαλείας, η ομάδα ασθενών που έλαβε ασπιρίνη παρουσίασε περισσότερες μείζονες αιμορραγίες συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (4,1% vs 3,2%, RRI=29%). Ως προς το δευτερογενές τελικό σημείο δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων.

Συμπερασματικά, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη που δεν εμφανίζουν εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, η ασπιρίνη μείωσε τα σοβαρά αγγειακά συμβάματα, αλλά αύξησε τις μείζονες αιμορραγίες συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

Ωστόσο, η χρήση της ασπιρίνης θα πρέπει να εξατομικεύεται μετά από ακριβή υπολογισμό τόσο του κινδύνου αθηροθρόμβωσης όσο και του κινδύνου αιμορραγίας. Για κάποιους ασθενείς, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος είναι «αρκετά υψηλός», οπότε και θα πρέπει να χορηγείται ασπιρίνη, ιδίως όταν ο αιμορραγικός κίνδυνος είναι χαμηλός. Η μείωση του αιμορραγικού κινδύνου με τη χορήγηση γαστροπροστασίας (4), θα μπορούσε να ανατρέψει τη σχέση οφέλους – κινδύνου υπέρ της ασπιρίνης.

Επιπλέον, δεδομένων των διαφορών στην παθοφυσιολογία του διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2, η ασπιρίνη θα μπορούσε να έχει διαφορετικές επιδράσεις σε τέτοιους ασθενείς (5). Στην ASCEND, <6% του πληθυσμού ήταν διαβητικοί τύπου 1, οι οποίοι και θα μπορούσαν να επωφεληθούν περισσότερο από την ασπιρίνη σε πρωτογενή πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. McNeil JJ, Wolfe R, Woods RL, et al; ASPREE Investigator Group. Effect of aspirin on cardiovascular events and bleeding in the healthy elderly. N Engl J Med 2018; 379:1509-1518
  2. Gaziano JM, Brotons C, Coppolecchia R, et al; ARRIVE Executive Committee. Use of Aspirin to Reduce Risk of Initial Vascular Events in patients at moderate risk of cardiovascular disease (ARRIVE): a randomised, doubleblind, placebo-controlled trial. Lancet 2018; 392:1036-1046
  3. Bibbins-Domingo K; U.S. Preventive Services Task Force. Aspirin use for the primary prevention of cardiovascular disease and colorectal cancer: U.S. Preventive Services Task Force Recommendation Statement. Ann Intern Med 2016; 164:836-845
  4. Saini SD, Schoenfeld P, Fendrick AM, Scheiman J. Cost-effectiveness of proton pump inhibitor cotherapy in patients taking long-term, low-dose aspirin for secondary cardiovascular prevention. Arch Intern Med 2008;168: 1684-1690
  5. Zaccardi F, Rizzi A, Petrucci G, et al. In vivo platelet activation and aspirin responsiveness in type 1 diabetes. Diabetes 2016; 65:503-509