Oρθόδοξη νηστεία: Επιδράσεις στη μεταβολική υγεία

Θεοχάρης Ι. Κουφάκης, Παθολόγος με εξειδίκευση στον Σακχαρώδη Διαβήτη, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Ακαδημαϊκός Υπότροφος, Τμήμα Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού – Διαβητολογικό Κέντρο, Α’ Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ

 

Η Ορθόδοξη νηστεία (ΟΝ) αποτελεί παραλλαγή της κλασικής Μεσογειακής διατροφής, της οποίας τα οφέλη στην ανθρώπινη υγεία είναι καλά τεκμηριωμένα από μεγάλο όγκο ερευνητικών δεδομένων. Σύμφωνα με τις επιταγές της Ορθόδοξης εκκλησίας, οι πιστοί θα πρέπει να νηστεύουν για συνολικά 180-200 ημέρες κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, μία διαδικασία που στοχεύει στον εξαγνισμό σώματος και ψυχής.

Κύριες περίοδοι νηστείας αποτελούν η Σαρακοστή (48 ημέρες πριν το Πάσχα), η νηστεία των Χριστουγέννων (40 ημέρες) και ο Δεκαπενταύγουστος (15 ημέρες), μεμονωμένες θρησκευτικές εορτές, καθώς και κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Κατά τη διάρκεια των περιόδων νηστείας απαγορεύεται η κατανάλωση κρέατος, γαλακτοκομικών και αυγών. Ωστόσο, επιτρέπεται η βρώση ψαριών, θαλασσινών, κρασιού και ελαιόλαδου, με εξαίρεση συγκεκριμένες ημέρες.

Η ΟΝ σχετίζεται με μείωση της προσλαμβανόμενης ενέργειας (κατά 180-208 θερμίδες/ημέρα συγκριτικά με τις μη νηστίσιμες περιόδους). Επίσης, παρατηρείται σημαντικός περιορισμός της κατανάλωσης λίπους, ειδικά του κορεσμένου (> 50%) και των trans λιπαρών οξέων (> 75%). Αντίθετα, αυξάνεται η πρόσληψη των «καλών» μονοακόρεστων λιπαρών οξέων, των οποίων η κατανάλωση σχετίζεται με μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Επίσης, κατά τη διάρκεια της ΟΝ αυξάνεται η κατανάλωση φυτικών ινών, υδατανθράκων, φυλλικού οξέος και μαγνησίου, ενώ παρατηρείται σημαντικός περιορισμός της πρόσληψης ασβεστίου και των βιταμινών D και B12. Αναφορικά με την κατανάλωση πρωτεϊνών, τα διαθέσιμα δεδομένα είναι αντιφατικά, με άλλες μελέτες να δείχνουν αύξηση και άλλες μείωση της πρόσληψης κατά τις περιόδους ΟΝ σε σύγκριση με τις μη νηστίσιμες ημέρες.

Η ΟΝ, σαν μη κρεατοφαγική δίαιτα, φαίνεται να έχει ξεκάθαρα θετική επίδραση στα επίπεδα των λιπιδίων του ορού. Συγκεκριμένα, κατά τις περιόδους νηστείας έχει παρατηρηθεί μείωση της ολικής και LDL (κακής) χοληστερόλης κατά 12.5 και 15.9%, αντίστοιχα. Από την άλλη μεριά, φαίνεται πως η μείωση συμπαρασύρει και την HDL (καλή) χοληστερόλη, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές αν αυτό το γεγονός επηρεάζει δυσμενώς την καρδιαγγειακή υγεία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως οι διαθέσιμες μελέτες δείχνουν ότι μετά τη διακοπή της νηστείας, τα επίπεδα των λιπιδίων του ορού επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα.

Σε ότι αφορά τη γλυκόζη νηστείας, κάποιες μελέτες έχουν καταδείξει μία τάση προς μία μη στατιστικώς σημαντική μείωση των επιπέδων της κατά περίπου 3 mg/dl μετά τη νηστεία. Μία άλλη μελέτη ανέδειξε σημαντική διαφορά της γλυκόζης πριν και μετά την περίοδο νηστείας των Χριστουγέννων ανάμεσα σε νήστες (-3.6 mg/dl) και μη νήστες (+4.4 mg/dl). Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδηλώνουν αρνητική επίδραση της ΟΝ στα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης, καθώς η συστολική αρτηριακή πίεση φαίνεται να αυξάνει κατά περίπου 8 mm Hg κατά τη διάρκεια αυτής. Εξήγηση για αυτήν την παρατήρηση θα μπορούσαν να αποτελέσουν η προσθήκη μεγαλύτερης ποσότητας αλατιού κατά τη νηστεία, προς χάριν της γεύσης, αλλά και η μειωμένη διατροφική πρόσληψη του ασβεστίου, δεδομένου ότι το τελευταίο έχει ευνοϊκή επίδραση στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Αναφορικά με το σωματικό βάρος φαίνεται ότι κατά τη διάρκεια της νηστείας υπάρχει μία μείωση κατά περίπου 2%, ενώ άλλες μελέτες είναι ενδεικτικές μείωσης του Δείκτη Μάζας Σώματος κατά 0.4 kg/m2.

Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση ότι η ΟΝ οδηγεί σε ανάπτυξη αναιμίας λόγω μη βρώσης κρέατος, τα διαθέσιμα δεδομένα είναι καθησυχαστικά. Οι νήστες βρέθηκαν να έχουν ικανοποιητικά επίπεδα σιδήρου και των σχετικών αιματολογικών παραμέτρων, παρά τον περιορισμό της κατανάλωσης κρέατος, προφανώς λόγω της αυξημένης πρόσληψης μη ζωικών πηγών σιδήρου, όπως τα όσπρια. Κάποιο ρόλο ίσως παίζει και η επαρκής πρόσληψη της βιταμίνης C λόγω άφθονης κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών κατά τις περιόδους νηστείας, η οποία ως γνωστόν διευκολύνει την απορρόφηση του σιδήρου.

Ένας ειδικός υπότυπος της ΟΝ, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και πιθανώς επιδράσεις, είναι η Αθωνική νηστεία, όπως αυτή επιτελείται από τους μοναχούς του Αγίου Όρους. Το συγκεκριμένο είδος της ΟΝ χαρακτηρίζεται από την καθολική αποχή από το κρέας (ακόμη και κατά τις μη νηστίσιμες περιόδους) και την ενσωμάτωση στοιχείων διαλειμματικής νηστείας, καθώς οι μοναχοί απέχουν της τροφής από τη δύση μέχρι την αυγή του ηλίου εξαιτίας των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Συγκριτικά με την κλασική ΟΝ, η Αθωνική δίαιτα χαρακτηρίζεται από μειωμένη πρόσληψη θερμίδων, κάτι που αντικατοπτρίζεται στο καλό ανθρωπομετρικό (μειωμένο σωματικό λίπος) και λιπιδαιμικό προφίλ των μοναχών του Αγίου Όρους. Επίσης, πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η Αθωνική διατροφή σχετίζεται με αύξηση δύο «καλών» αδιποκινών, της αδιπονεκτίνης και της ιρισίνης, των οποίων οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζουν αντίστροφη συσχέτιση με τον κίνδυνο ανάπτυξης Σακχαρώδη Διαβήτη και καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Κάποιες δυνητικά αρνητικές επιπτώσεις της νηστείας, κυρίως σε ό,τι αφορά στη μειωμένη πρόσληψη ασβεστίου και των βιταμινών D και B12 (λόγω αποχής από τα γαλακτοκομικά και το κρέας), χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης στο μέλλον.

Συμπερασματικά, η ΟΝ φαίνεται να έχει αρκετές θετικές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία, αλλά και κάποιες που χρήζουν περαιτέρω αξιολόγησης. Θα πρέπει ωστόσο να γίνει σαφές, ότι όλες οι μέχρι σήμερα μελέτες έχουν διεξαχθεί σε υγιείς πληθυσμούς και δεν υπάρχει κανένα διαθέσιμο δεδομένο για την επίδραση της τελευταίας σε «ειδικές» κατηγορίες πληθυσμού, όπως εγκυμονούσες, παιδιά, άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη, γυναίκες με οστεοπόρωση, κ.τ.λ. Ειδικά για τα άτομα με διαβήτη, η αύξηση της κατανάλωσης υδατανθράκων κατά τις περιόδους νηστείας απαιτεί προσοχή. Καλό θα είναι να προτιμώνται τροφές με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες και με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη. Σε άτομα που κάνουν χρήση ινσουλίνης (εντατικοποιημένα σχήματα ή αντλίες) ,θα πρέπει η ποσότητα, το είδος και η ώρα λήψης των υδατανθράκων να συντονίζονται με τη δόση και τον χρόνο δράσης του σκευάσματος ινσουλίνης που χρησιμοποιείται. Τέλος, είναι σκόπιμο οι ασθενείς να συμβουλεύονται τον γιατρό τους πριν ξεκινήσουν περιόδους νηστείας και ειδικά όταν αυτές πρόκειται να είναι παρατεταμένες.

 

Βιβλιογραφία

  1. Koufakis T, Karras SN, Antonopoulou V, Angeloudi E, Zebekakis P, Kotsa K. Effects of Orthodox religious fasting on human health: a systematic review. Eur J Nutr. 2017;56:2439-55.
  2. Karras SN, Koufakis T, Petróczi A, Folkerts D, Kypraiou M, Mulrooney H, et al. Christian Orthodox fasting in practice: a comparative evaluation between Greek Orthodox general population fasters and Athonian monks. Nutrition. 2018;59:69-76.
  3. Koufakis T, Karras SN, Zebekakis P, Kotsa K. Orthodox Religious Fasting as a Medical Nutrition Therapy for Dyslipidemia: Where do we stand and how far can we go? Eur J Clin Nutr. 2018;72:474-9.
  4. Karras SN,Koufakis T, Adamidou L, Polyzos SA, Karalazou P, Thisiadou K, et al. Similar late effects of a 7-week orthodox religious fasting and a time restricted eating pattern on anthropometric and metabolic profiles of overweight adults. Int J Food Sci Nutr. 2021;72:248-58.
  5. Karras SN, Koufakis T, Adamidou L, Dimakopoulos G, Karalazou P, Thisiadou K, et al. Effects of Christian Orthodox Fasting Versus Time-Restricted Eating on Plasma Irisin Concentrations Among Overweight Metabolically Healthy Individuals. Nutrients. 2021;13:1071.

 

 

Η χρήση της εμπαγλιφλοζίνης στην καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης ως επιπρόσθετη αγωγή στις προϋπάρχουσες θεραπείες και θεραπευτικούς συνδυασμούς: Post-hoc ανάλυση της μελέτης EMPEROR-Reduced

Verma S, Dhingra NK, Butler J, et al. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022;10(1):35-45.

 

Είναι πάντα σημαντικό να αξιολογούμε εάν μια νέα θεραπευτική αγωγή για την καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης (HFrEF) προφέρει επιπρόσθετο όφελος στις ήδη λαμβανόμενες θεραπείες. Στόχος της μελέτης αυτής ήταν να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με HFrEF ως επιπρόσθετη αγωγή στις ήδη λαμβανόμενες θεραπείες σε συγκεκριμένες δόσεις και συνδυασμούς.

Για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε μια post-hoc ανάλυση της μελέτης EMPEROR-Reduced, μιας τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλής μελέτης που έλαβε χώρα σε 520 κέντρα σε Ασία, Αυστραλία, Ευρώπη, Βόρεια και Νότια Αμερική. Ασθενείς με ταξινόμηση New York Heart Association (NYHA) σταδίου II–IV με κλάσμα εξώθησης 40% ή λιγότερο τυχαιοποιήθηκαν (1:1) είτε σε εμπαγλιφλοζίνη 10 mg ημερησίως είτε σε εικονικό φάρμακο. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν ο καρδιαγγειακός θάνατος και η νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ το δευτερογενές ήταν ο συνολικός αριθμός προσελεύσεων στο νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας. Εξετάστηκε επίσης ως σύνθετο καταληκτικό σημείο ο αριθμός των συμβαμάτων HFrEF, τόσο ενδονοσοκομειακών όσο και εξωνοσοκομειακών. Οι εκβάσεις αναλύθηκαν με βάση την προηγούμενη χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEis), ανταγωνιστών του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs) ή αναστολέων της αγγειοτενσίνης/νεπριλυσίνης (ARNIs), β-αναστολέων και ανταγωνιστών του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών (MRAs) , σε δόσεις μικρότερες ή μεγαλύτερες από το 50% της δόσης-στόχου και σε διάφορους συνδυασμούς.

Συμπεριλήφθηκαν 3730 ασθενείς με μέση ηλικία τα 66.8 έτη (SD 11.0), 893 (23.9%) γυναίκες, 1863 (49.9%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης, 1867 (50.1%)  στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.in the placebo group), μεταξύ της 6 Μαρτίου του 2017 Και τις 28 Μαΐου του 2020. Η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης μείωσε τον κίνδυνο για το πρωτογενές καταληκτικό σημείο (361/1863 ασθενείς στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και 462/1867 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, HR 0.75 [95% CI: 0.65–0.86]), ανεξάρτητα από την προϋπάρχουσα αγωγή ή τις δόσεις-στόχους της για τους ACEis ή τους ARBs σε δόσεις κάτω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.85 [0.69–1.06]) καθώς και σε δόσεις πάνω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.67 [0.52–0.88], pinteraction=0.18). Παρόμοιο αποτέλεσμα παρατηρήθηκε και για τους β-αναστολείς σε δόσεις κάτω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.66 [0.54–0.80]) και σε δόσεις πάνω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.81 [0.66–1.00], pinteraction=0.15). Η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε επίσης τον κίνδυνο του πρωτογενούς καταληκτικού σημείου ανεξάρτητα από την προηγούμενη τριπλή αγωγή με ACEi, ARB, ή ARNI + β-αναστολέα + MRA (υπό τριπλό συνδυασμό: HR 0.73 [0.61–0.88], άνευ τριπλού συνδυασμού: HR 0.76 [0.62–0.94], pinteraction=0.77). Παρόμοια οφέλη παρατηρήθηκαν και για το δευτερογενές και το σύνθετο καταληκτικό σημείο. Η ανοχή στη χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης ήταν καλή, με την επίπτωση της υπότασης, της της συμπτωματικής υπότασης και της υπερκαλιαιμίας να είναι παρόμοια σε όλες τις υπο-ομάδες.

Συμπερασματικά, η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε τις σοβαρές, σχετιζόμενες με καρδιακή ανεπάρκεια, εκβάσεις, ανεξάρτητα από δόσεις και συνδυασμούς θεραπευτικών παραγόντων για τη θεραπεία της HFrEF. Στην κλινική πράξη, αυτό σημαίνει ότι η εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να θεωρηθεί βασική θεραπεία στους ασθενείς με HFrEF ανεξάρτητα της ήδη λαμβανόμενης αγωγής τους.

Μελέτη της χρήσης αντλίας κλειστού κυκλώματος σε πολύ νεαρά παιδιά με διαβήτη τύπου 1

Ware J, Allen JM, Boughton CK, et al. N Engl J Med. 2022;386(3):209-219.

Τα πιθανά πλεονεκτήματα της χρήσης αντλίας ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος («τεχνητό πάγκρεας») σε σύγκριση με την αντλία ινσουλίνης ενισχυμένης με αισθητήρα (SAP) δεν είναι ακόμα ξεκάθαρα.

Σε αυτή την πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη, εντάχθηκαν παιδιά ηλικίας 1-7 ετών με διαβήτη τύπου 1 τα οποία ελάμβαναν ήδη θεραπεία με αντλία ινσουλίνης σε επτά κέντρα στην Αυστρία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι συμμετέχοντες έλαβαν θεραπεία σε δύο περιόδους των 16 εβδομάδων κατά τυχαία σειρά, όπου έγινε σύγκριση του συστήματος κλειστού κυκλώματος (ομάδα παρέμβασης) με το SAP (ομάδα ελέγχου). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η διαφορά στο ποσοστό του χρόνου εντός του στόχου των 70-180 mg/dl κατά τη διάρκεια καθεμίας εκ των δύο περιόδων. Σημαντικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν το ποσοστό χρόνου > 180 mg/dl, το επίπεδο της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, τα μέσα επίπεδα γλυκόζης, και το ποσοστό του χρόνου < 70 mg/dl. Παράλληλα αξιολογήθηκε και το προφίλ ασφάλειας των δύο θεραπειών.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 74 ασθενείς, με μέση ηλικία τα 5.6±1.6 έτη και μέση γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη 7.3±0.7%. Το ποσοστό του χρόνου εντός στόχου ήταν 8.7%  (95% CI: 7.4-9.9) υψηλότερο κατά την περίοδο χρήσης του συστήματος κλειστού κυκλώματος σε σχέση με την περίοδο με τη χρήση SAP (P<0.001). Η μέση διαφορά στο χρόνο πάνω από το στόχο ήταν -8.5% (95% CI: −9.9 to −7.1), η διαφορά στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ήταν −0.4% (95% CI: −0.5 to −0.3), και η διαφορά στη μέση τιμή γλυκόζης ήταν −12.3 mg/dl (95% CI: −14.8 to −9.8) (P<0.001). Ο χρόνος σε υπογλυκαιμία δε διέφερε μεταξύ των δύο θεραπειών (P=0.74). Ο διάμεσος χρόνος στο σύστημα κλειστού κυκλώματος ήταν 95% (ενδοτεταρτημοριακό εύρος: 92-97%) κατά τη διάρκεια των 16 εβδομάδων θεραπείας. Μόνο ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας αναφέρθηκε κατά την περίοδο του κλειστού κυκλώματος, το οποίο μάλιστα δε θεωρήθηκε πως είχε σχέση με το σύστημα καθαυτό.

Συμπερασματικά, η αντλία ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος φαίνεται πως βελτιώνει σημαντικά τον γλυκαιμικό έλεγχο σε πολύ νεαρά παιδιά με διαβήτη τύπου 1.

Η επίδραση της φινερενόνης στα καρδιαγγειακά συμβάματα σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και διαβήτη τύπου 2

Pitt B, Filippatos G, Agarwal R, et al. N Engl J Med. 2021;385(24):2252-2263.

 

Η φινερενόνη, ένας εκλεκτικός, μη στεροειδικός ανταγωνιστής του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών, έχει γνωστά καρδιονεφρικά οφέλη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) σταδίου 3 ή 4 με σοβαρή αλβουμινουρία και διαβήτη τύπου 2. Τα αποτελέσματα της χρήσης της όμως σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και μεγαλύτερο εύρος ΧΝΝ δεν είναι ξεκάθαρα.

Σε αυτή τη διπλά τυφλή μελέτη, ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν φινερενόνη είτε εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς κρίθηκαν κατάλληλοι να συμμετάσχουν εφόσον είχαν λόγο αλβουμίνης-προς-κρεατινίνης μιας ούρησης (UACR) μεταξύ 30-300 mg/g  και εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) μεταξύ 25-90 ml/min/m2 (ΧΝΝ σταδίου 2-4) ή UACR μεταξύ 300-5000 mg/g και eGFR τουλάχιστον 60 ml/min/m2 (ΧΝΝ σταδίου 1 ή 2). Οι ασθενείς ελάμβαναν θεραπεία με αναστολείς του άξονα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης η οποία πριν την τυχαιοποίηση είχε προσαρμοστεί στη μέγιστη δόση η οποία δεν προκαλούσε ανεπιθύμητες ενέργειες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, σε ανάλυση χρόνου-μέχρι -το-σύμβαμα, ήταν ο θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια, το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, το μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ή η νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια. Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η νεφρική ανεπάρκεια, η μείωση του eGFR σε σύγκριση με την έναρξη τουλάχιστον κατά 40%, ή ο θάνατος από νεφρικά αίτια. Η ασφάλεια αξιολογήθηκε μέσω αναφοράς των ανεπιθύμητων ενεργειών από τους ερευνητές.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 7437 ασθενείς. Μετά από διάμεση παρακολούθηση 3.4 ετών, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε σε 458 από τους 3686 ασθενείς (12.4%) στην ομάδα της φινερενόνης και σε 519 από τους 3666 (14.2%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR: 0.87, 95% CI: 0.76-0.98, P=0.03), με το όφελος να οφείλεται κυρίως στη μείωση της νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια (HR: 0.71, 95% CI: 0.56-0.90). Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε σε 350 ασθενείς (9.5%) στην ομάδα της φινερενόνης και σε 395 (10.8%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR: 0.87, 95% CI: 0.76-1.01). Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών δε διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων. Η επίπτωση της διακοπής του φαρμάκου λόγω υπερκαλιαιμίας ήταν μεγαλύτερη με τη φινερενόνη (1.2%) σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (0.4%).

Συμπερασματικά, σε ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ σταδίου 2-4 με μέτρια αλβουμινουρία ή σταδίου 1-2 με σοβαρή αλβουμινουρία, η φινερενόνη βελτιώνει σε στατιστικά σημαντικό βαθμό τις καρδιαγγειακές, αλλά όχι και τις νεφρικές, εκβάσεις συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

 

Εκπαιδεύοντας σε Ομάδες Άτομα με Σακχαρώδη  Διαβήτη

Μαζιώτη Χριστίνα, Επισκέπτρια Υγείας, MSc “Θεραπευτική Εκπαίδευση στο Σακχαρώδη Διαβήτη’’, Διαβητολογικό Κέντρο ΓΝΠ «Τζάνειο»

 

Ο  σακχαρώδης διαβήτης είναι μία χρόνια νόσος που δημιουργεί την αίσθηση της μόνιμης απώλειας της προηγούμενης κατάστασης της υγείας.

Στο ‘’παραδοσιακό’’ μοντέλο φροντίδας, οι επαγγελματίες υγείας είναι οι ‘’ειδικοί’’ που αναγνωρίζουν τα προβλήματα του ασθενή, καθορίζουν το πλάνο φροντίδας και  είναι υπεύθυνοι για το κλινικό αποτέλεσμα. Ο ασθενής είναι υπεύθυνος μόνο για τη συμμόρφωση με τις οδηγίες που του δίνουν οι επαγγελματίες υγείας.

Αντίθετα, σύμφωνα με τις σύγχρονες ανθρωποκεντρικές θεωρήσεις της υγείας και της ασθένειας, ο πάσχων τοποθετείται στο επίκεντρο της φροντίδας και την καθορίζει σε σημαντικό βαθμό. Η αυτοδιαχείριση είναι ιδιαίτερα σημαντική, τα ίδια τα άτομα είναι υπεύθυνα για τη λήψη αποφάσεων που αφορά στην επίλυση καθημερινών προβλημάτων που σχετίζονται με τη φροντίδα τους.

Η νόσος δεν είναι θεραπεύσιμη, αλλά ελέγχεται, έχει σιωπηλή πορεία και σχετίζεται με τον τρόπο ζωής.

Η θεραπεία είναι σημαντική για την επιβίωση, χρειάζεται όμως εκπαίδευση για την εφαρμογή της.

Η εκπαίδευση στην αυτοδιαχείριση είναι μια συνεργατική και δια δραστική διαδικασία που εμπλέκει το άτομο που πάσχει από διαβήτη, την οικογένειά του και τον επαγγελματία υγείας, με σκοπό την τροποποίηση της συμπεριφοράς υγείας και την καλύτερη διαχείριση της νόσου. Η προαγωγή της αυτοδιαχείρισης επιτυγχάνεται μέσω της υλοποίησης οργανωμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης .

Η Θεραπευτική Εκπαίδευση δίνει τη δυνατότητα στα άτομα με διαβήτη να αποκτήσουν και να διατηρήσουν επιδεξιότητες που θα τους επιτρέπουν την ευνοϊκότερη διαχείριση της ζωής και της νόσου τους. Περιλαμβάνει την ενημέρωση, συνειδητοποίηση, µάθηση σε θέματα αυτοφροντίδας και ψυχοκοινωνική υποστήριξη σε σχέση µε τη νόσο και την προτεινόμενη θεραπεία.

Στοχεύει να βοηθήσει τα ίδια και την οικογένειά τους να καταλάβουν την ασθένεια και τη θεραπεία της, να συνεργάζονται με τους θεραπευτές τους και να διατηρήσουν ή να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους.

Η εκπαίδευση στην αυτοδιαχείριση του διαβήτη πρέπει να είναι ανθρωποκεντρική, με σεβασμό, συνέπεια προς τις προτιμήσεις, ανάγκες και αξίες του ατόμου και να βοηθά στην καθοδήγηση των κλινικών αποφάσεων.

Το άτομο με διαβήτη:

  • Πρέπει να αποδεχθεί τη σχετική απώλεια της «ακεραιότητάς» του
  • Να γνωρίζει πως να αντιδρά στα οξέα επεισόδια
  • Να τροποποιήσει την προσωπική του ζωή
  • Να ξεπεράσει τις αναστολές του και να εκφράσει ελεύθερα τις προκαταλήψεις του
  • Να εκφράσει ελεύθερα την εμπειρία του από την αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη
  • Να εκμυστηρευτεί τους φόβους, αλλά και τις ελπίδες του.

Για να επιτευχθούν αυτά πρέπει να αλλάξει τη συμπεριφορά του σε καθημερινή βάση σε διάφορους τομείς: να βελτιώσει τη διατροφή του, να μειώσει το κάπνισμα, να αυξήσει την άσκηση, να μάθει να διαχειρίζονται τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης. Συμπεριφορές που ξέρει ότι πρέπει να τις αλλάξει αλλά δεν είναι εύκολο γιατί πολλές από αυτές  είναι μια συνήθεια χρόνων που του αποδίδει απόλαυση.

Ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό πρόγραμμα πρέπει να στοχεύει στη θεραπευτική εκπαίδευση. Εκπαίδευση δεν είναι απλή μεταφορά γνώσεων ούτε απομνημόνευση πληροφοριών ούτε σχέση δασκάλου – μαθητή.

Εκπαίδευση  σημαίνει  Κινητοποίηση για:

  • Την κατανόηση της χρονιότητας της νόσου και της σπουδαιότητας της ενεργούς συμμετοχής του διαβητικού ατόμου στη θεραπεία του
  • Την ανάπτυξη νέων πρακτικών που θα συμβάλλουν στην αλλαγή της συμπεριφοράς και στη βελτίωση της μεταβολικής του ρύθμισης.

Τεχνικές παρέμβασης. Η εκπαίδευση μπορεί να γίνεται είτε σε:

  • Ατομικές συνεδρίες: όπου το άτομο μπορεί να εκφράσει πιο εύκολα ερωτήσεις και τις φοβίες του σχετικά με τη νόσο
  • Ομαδικές συνεδρίες: όπου τα άτομα αναπτύσσουν σχέσεις ομάδας ανταλλάσοντας γνώσεις και εμπειρίες. Είναι ιδιαίτερα αποδοτική για τα άτομα που παρουσιάζουν δυσκολίες μάθησης ή και αποδοχής της νόσου.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δε μπορούν να μετατρέψουν τη νέα συμπεριφορά σε μια συνήθη πρακτική δίχως μια καθοδήγηση για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Χρειάζεται να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία της μάθησης με το να συνδέουν νέες πληροφορίες σε ότι είναι ήδη γνωστό. Η πρότερη γνώση είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο “χτίζεται” η γνώση του μέλλοντος.

Κάθε μία πρακτική έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της και η ομάδα των εκπαιδευτών αποφασίζει κατά περίπτωση ποιο μοντέλο θα εφαρμοστεί.

Ποιόν εκπαιδεύουμε;

  • Το διαβητικό άτομο
  • Την οικογένεια ή τους φίλους οι οποίοι είναι χρήσιμοι συνεργάτες και όχι παθητικοί θεατές.

Προϋποθέσεις για το σχεδιασμό της ομάδας:

  • Οι ατομικές ανάγκες του ατόμου
  • Η αντιμετώπιση του στρες
  • Η ικανότητα μάθησης
  • Η ψυχολογική υποστήριξη
  • Η ηλικία

Σκοπός των ομάδων εκπαίδευσης είναι:

  • Να οδηγήσουμε μικρές ομάδες 3 -10 ατόμων με διαβήτη σε ανοιχτή και ουσιαστική συζήτηση σχετικά με την κατάστασή τους
  • Να μάθουν μέσα από τη γνώση και τις εμπειρίες άλλων ατόμων που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.

Πως μαθαίνει το άτομο με διαβήτη;

Ξεκινώντας:

  • Από αυτό που είναι: από τα ατομικά πιστεύω, τις αξίες και τις πεποιθήσεις του
  • Από αυτά που ήδη ξέρει: τι γνωρίζει για τη νόσο;
  • Από τις αντιλήψεις του: τις στάσεις που έχει σε θέματα υγείας

Τα άτομα με διαβήτη δεν μαθαίνουν με τον ίδιο τρόπο, ούτε με τον ίδιο ρυθμό. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να ενθαρρύνει κανείς τα άτομα να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους προκειμένου να επιτύχουν έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής, επειδή ο τρόπος ζωής εξαρτάται από τα ατομικά πιστεύω και τις αξίες.

    Μπορούμε να εκπαιδεύσουμε και τους δύο τύπους διαβήτη στην ίδια ομάδα;

Οι ομάδες που εκπαιδεύουμε θα πρέπει να είναι ομοιογενείς γιατί:

    

Η ομαδική εκπαίδευση βοηθά το άτομο με διαβήτη:

  • Να αποκτήσει αυτονομία
  • Να έχει ενεργή συμμετοχή στη διαδικασία εκπαίδευσης
  • Να έχει ενεργή συμμετοχή στο σχεδιασμό της εκπαίδευσης
  • Να αντλεί ενδυνάμωση
  • Να καθορίζει την εκπαίδευσή του ανάλογα με τις ανάγκες του

Η συνομιλία με κάποιον που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με κάποιον άλλον στην ομάδα έχει τρομερή δύναμη.

Οι ομάδες σχεδιάζονται ώστε να είναι διασκεδαστικές, διαδραστικές, συμμετοχικές και να έχουν τελικό στόχο τη μάθηση και την τροποποίηση της συμπεριφοράς των διαβητικών ατόμων.

Η θεραπευτική εκπαίδευση αποτελεί  μια συνεχή διαδικασία που θα επιφέρει σε βάθος χρόνου το επιθυμητό αποτέλεσμα της παρέμβασης. Οι μακροχρόνιες αλλαγές δεν συμβαίνουν από τη μια μέρα στην άλλη. Η  προσπάθεια αλλαγής του τρόπου ζωής των διαβητικών ατόμων αποτελεί συλλογικό έργο της εκπαιδευτικής ομάδας.

Θεωρείται απαραίτητη η επαφή και η συνεργασία μεταξύ των μελών της ομάδας καθώς και η συνεχιζόμενη εκπαίδευση τόσο των ατόμων με διαβήτη όσο και της διεπιστημονικής ομάδας.

Η κατάλληλη προσέγγιση του ατόμου με διαβήτη, της οικογένειάς και η χρήση των επικοινωνιακών δεξιοτήτων των μελών της διεπιστημονικής ομάδας, μπορούν να οδηγήσουν σε πιο αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση, προσαρμοσμένη στις ιδιαίτερες οργανικές και συναισθηματικές ανάγκες του ατόμου και των προτεραιοτήτων που εκείνο θέτει στη ζωή του.

Webinar ΕΔΕ, Τετάρτη 2/2/2022, 20:00 – Σ. Μπούσμπουλας & Α. Κουτσοβασίλης: “Μέθοδοι εκτίμησης της γλυκαιμικής ρύθμισης στον σακχαρώδη διαβήτη”

 

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ: “Μέθοδοι εκτίμησης της γλυκαιμικής ρύθμισης στον σακχαρώδη διαβήτη”

Συντονιστής:

  • Σ. Μπούσμπουλας, Παθολόγος – Διαβητολόγος, τ. Διευθυντής, Γ΄ Παθολογικό Τμήμα, Υπεύθυνος Διαβητολογικού Κέντρου, ΓΝ Νίκαιας  Πειραιά «ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ».

Ομιλητής:

  • Α. Κουτσοβασίλης, MD, MSc, PhD, Παθολόγος – Διαβητολόγος, Επιμελητής Α’, Υπεύθυνος Ιατρείου Λιπιδίων, Υπεύθυνος Ιατρείου Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 & Διαβήτη Κύησης, Γ΄ Παθολογική Κλινική – Διαβητολογικό Κέντρο, ΓΝ Νίκαιας Πειραιά «ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ».

Μπορείτε να παρακολουθήσετε το βιντεοσκοπημένο webinar μέσω της διεύθυνσης: https://youtu.be/r_HCzLEGDPU 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

 

Η Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Αλκοόλ και σακχαρώδης διαβήτης

Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, PhD, MSc στη Βιοστατιστική, Επιμελήτρια Α΄, Α΄ Παθολογικό Τμήμα & Διαβητολογικό Κέντρο, ΓΝ Πειραιά «ΤΖΑΝΕΙΟ».

 

Το αλκοόλ δεν απαγορεύεται στον σακχαρώδη διαβήτη. Τα άτομα με διαβήτη μπορούν να απολαύσουν μια μικρή ποσότητα αλκοόλ. Μάλιστα, πολλές έρευνες δείχνουν ότι η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ –από οποιοδήποτε ποτό– μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση για την υγεία μας. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι υγιή άτομα με ελαφριά έως  μέτρια κατανάλωση αλκοόλ εμφάνιζαν μειωμένο κίνδυνο επίπτωσης διαβήτη τύπου 2 και αυξημένη ευαισθησία της ινσουλίνης.

Η κατανάλωση όμως θα πρέπει να γίνεται με προσοχή, είτε πρόκειται για διαβήτη τύπου 1 είτε τύπου 2, καθώς το αλκοόλ είναι ένα θερμιδογόνο συστατικό της διατροφής μας, το οποίο αποδίδει «κενές» θερμίδες (αποδίδει 7 Kcal/γρ). Θα πρέπει να τονισθεί ότι ενώ μια μέτρια κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, η υπερβολική κατανάλωσή του μπορεί να έχει αντίθετα αποτελέσματα – μερικές φορές μάλιστα τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα μπορεί να μειωθούν επικίνδυνα, ειδικά για τα άτομα με διαβήτη τύπου 1. Πιο συγκεκριμένα, το αλκοόλ:

  • Μπορεί να αυξήσει την αρτηριακή πίεση και να προκαλέσει αύξηση του καρδιακού ρυθμού
  • Διεγείρει την όρεξη κι έτσι μπορεί να οδηγηθείτε σε υπερκατανάλωση φαγητού, η οποία με τη σειρά της μπορεί να επηρεάσει τον γλυκαιμικό σας έλεγχο
  • Tα αλκοολούχα ποτά συχνά έχουν πολλές θερμίδες, γεγονός που καθιστά πιο δύσκολη την απώλεια των περιττών κιλών.
  • Υπολογίστε τις θερμίδες του αλκοόλ στο διατροφικό σας πλάνο. Αντικαθιστά δύο ισοδύναμα λίπους
  • Το λευκό ξηρό κρασί, το τσίπουρο και τα ποτά τύπου ουΐσκι ή βότκα με νερό ή χυμό λεμόνι είναι σίγουρα οι πιο ασφαλείς λύσεις.
  • Η μπύρα και τα γλυκά κρασιά περιέχουν υδατάνθρακες που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα του σακχάρου του αίματος
  • Αποφύγετε τα κοκτέιλ, τα γλυκά κρασιά και τα λικέρ. Σε περίπτωση που τα καταναλώσετε, αραιώστε τα με νερό, σόδα ή αναψυκτικά χωρίς ζάχαρη

 

Αν καταναλώνετε αλκοόλ θα πρέπει να δώσετε προσοχή στα παρακάτω:

  • Επιτρέπεται μέχρι 1 μονάδα αλκοόλης για τις γυναίκες και μέχρι 2 για τους άντρες ημερησίως (μια μονάδα αλκοόλης αντιστοιχεί σε 350 ml μπύρας 150 ml κρασιού ή 45 ml ηδύποτου και περιέχει 15 γραμμάρια αλκοόλης)
  • Το μέγεθος του ποτηριού εξαρτάται από το ποτό. Έτσι για την μπύρα, επιτρέπεται 1 ποτήρι του νερού, για το κρασί ένα ποτήρι του κρασιού και για τα σκληρά ποτά (ούζο, τσίπουρο, ουίσκι, βότκα, ρούμι) μικρότερη ποσότητα
  • Kαθώς το αλκοόλ μπορεί να μειώσει το σάκχαρο του αίματος, υπάρχει ο κίνδυνος της υπογλυκαιμίας. Για αυτό όταν το άτομο πίνει αλκοόλ ή σχεδιάζει να πιεί, θα πρέπει να μετρά το σάκχαρό του, πριν, κατά την διάρκεια και μετά το ποτό
  • Θα πρέπει να είστε ιδιαίτερα προσεκτικοί γιατί πολλά από τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας μοιάζουν με εκείνα της μέθης. Επίσης θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή γιατί υπογλυκαιμία μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και μετά από 24 ώρες από την κατανάλωση αλκοόλ
  • Η κατανάλωση αλκοόλ θα πρέπει να γίνεται αργά και σε συνδυασμό με την κατανάλωση φαγητού (π.χ. πατάτες, ρύζι, ζυμαρικά, ψωμί, κράκερς), ώστε να αποφεύγεται η πιθανότητα υπογλυκαιμικού επεισοδίου
  • Μετρήστε τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα σας πριν από τον ύπνο. Αν τα επίπεδα αυτά είναι κάτω από 100mg/dl καταναλώστε ένα σνακ όπως 1 φρυγανιά σικάλεως και 30g τυρί χαμηλών λιπαρών. Μόνο αν τα επίπεδα σακχάρου κυμαίνονται μεταξύ 100 και 140 mg/dl, τότε μπορεί να κοιμηθεί
  • Μην ξεχνάτε ότι το αλκοόλ απαγορεύεται πάντα και σε όλους πριν την οδήγηση

 

Βιβλιογραφία

  1. Minzer S, Losno RA, Casas R. The Effect of Alcohol on Cardiovascular Risk Factors: Is There New Information? Nutrients. 2020 Mar 27;12(4):912.
  2. White ND. Alcohol Use in Young Adults With Type 1 Diabetes Mellitus. Am J Lifestyle Med. 2017 Jul 26;11(6):433-435.

Εκπαίδευση στον αυτοέλεγχο του σακχάρου αίματος

Μελισσουργού ΜαρίναΕπισκέπτρια Υγείας, MSc, Γ.Ν.Α Κοργιαλένειο Μπενάκειο Ε.Ε.Σ, Τμήμa Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού, Διαβητολογικό Κέντρο                                                                                             

 

Ακρογωνιαίος λίθος της καλής γλυκαιμικής ρύθμισης παραμένει ο συχνός αυτοέλεγχος της γλυκόζης αίματος και η συνεχής εκπαίδευση, ώστε η πληροφορία που δίνεται από τη μέτρηση να μετατρέπεται σε ουσιαστική γνώση.

Αυτοέλεγχος της γλυκόζης αίματος είναι η μέτρηση της γλυκόζης αίματος από το ίδιο το άτομο με ΣΔ ή από κάποιο άλλο άτομο του περιβάλλοντός  του.

Ο αυτοέλεγχος γίνεται σε ολικό τριχοειδικό αίμα με τους ειδικούς μετρητές, το δε αποτέλεσμα ανάγεται αυτόματα από το μετρητή και εμφανίζεται ως γλυκόζη πλάσματος.

Ο αυτοέλεγχος συμβάλλει στην γλυκαιμική ρύθμιση, στην αποφυγή μικροαγγειακών και μακροαγγειακών επιπλοκών και στην επικοινωνία ασθενούς και θεραπευτικής ομάδας.

Επιπλέον με τον αυτοέλεγχο επιτυγχάνεται ευχερέστερη εναρμόνιση της άσκησης με τη θεραπευτική αγωγή, αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση οξειών καταστάσεων καθώς και ανίχνευση και επιβεβαίωση των υπογλυκαιμικών επεισοδίων.

Για τον αυτοέλεγχο απαιτείται σωστή τεχνική για την εκτέλεση των μετρήσεων, καλή εκπαίδευση του ίδιου του ατόμου ή άλλου ατόμου του περιβάλλοντός του αλλά και επανεκτίμηση των δεξιοτήτων τους.

Ποιοι και πότε πρέπει να κάνουν αυτοέλεγχο

Τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 θα πρέπει να κάνουν μετρήσεις νηστείας, προγευματικά, μεταγευματικά (2 ώρες μετά τα γεύματα), προ του ύπνου και κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 σε αγωγή με ινσουλίνη θα πρέπει να κάνουν μετρήσεις νηστείας, προγευματικά και μεταγευματικά (δύο ώρες μετά τα γεύματα).

Ο αυτοέλεγχος γλυκόζης αίματος είναι απαραίτητος για την γλυκαιμική ρύθμιση όσων αντιμετωπίζονται με ινσουλίνη διότι καθοδηγεί την αποτελεσματικότερη αναπροσαρμογή των δόσεων της ινσουλίνης από τον ίδιο τον ασθενή ανάλογα με τα αποτελέσματα των μετρήσεων καθώς και την τροποποίηση της περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες και του ωραρίου των γευμάτων με τις αναγκαίες τροποποιήσεις στη χορήγηση της ινσουλίνης.

Τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 σε αγωγή με δισκία  θα πρέπει να κάνουν μετρήσεις  2-3 φορές την εβδομάδα σε εναλλασσόμενα χρονικά σημεία (νηστείας- προγευματικά – μεταγευματικά).

Στον Σακχαρώδη Διαβήτη Κύησης θα πρέπει να γίνονται μετρήσεις 6-7 φορές ημερησίως: πριν και μία ώρα μετά τα γεύματα και προ του ύπνου.

Πρόσθετες μετρήσεις γλυκόζης απαιτούνται ανεξάρτητα από τον τύπο του διαβήτη όταν γίνεται αλλαγή του θεραπευτικού σχήματος, όταν αναπροσαρμόζονται οι δόσεις του ακολουθούμενου θεραπευτικού σχήματος, όταν υπάρχει οξεία απορρύθμιση οποιασδήποτε αιτιολογίας και όταν εμφανίζονται συχνά υπογλυκαιμικά επεισόδια ή ανεπίγνωστη υπογλυκαιμία.

Η ατομική εκπαίδευση είναι η καταλληλότερη εκπαιδευτική μέθοδος για την απόκτηση δεξιοτήτων όπως είναι η χρήση των μετρητών σακχάρου αίματος.

Με την ατομική εκπαίδευση το άτομο με ΣΔ έχει τη δυνατότητα να περάσει από την απλή παρακολούθηση και μίμηση στην πρακτική εφαρμογή ενώ θα έχει τον χρόνο να μάθει μέσα από τα λάθη που θα κάνει.

Η εκπαίδευση προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες, τις ικανότητες και το επίπεδο γνώσεων του κάθε ατόμου με ΣΔ ενώ ο Επισκέπτης Υγείας μέσα από ένα διαπροσωπικό διάλογο έχει τη δυνατότητα για άμεσο έλεγχο της κεκτημένης γνώσης του ασθενή.

Στην ατομική εκπαίδευση λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες κοινωνικοί, οικονομικοί, οικογενειακοί οι οποίοι επηρεάζουν τη συμμόρφωση των ατόμων με ΣΔ.

Μετρητές Γλυκόζης Αίματος

Συσκευές αυτομέτρησης για την εκτίμηση της γλυκαιμικής εικόνας από το ίδιο το άτομο με Σακχαρώδη Διαβήτη ή άλλο άτομο του περιβάλλοντός του.

Χαρακτηριστικά των μετρητών γλυκόζης αίματος

  • Μικροί και ελαφροί μετρητές χωρίς κωδικοποίηση.
  • Απαιτούν μικρή ποσότητα αίματος (0,6μL).
  • Απαιτούν μικρό χρόνο μέτρησης (5sec).
  • Διαθέτουν μεγάλη μνήμη αποτελεσμάτων με ώρα και ημερομηνία.
  • Διαθέτουν μεγάλους ευδιάκριτους χαρακτήρες για εύκολη ανάγνωση του αποτελέσματος.
  • Επιτρέπουν την πραγματοποίηση μετρήσεων από εναλλακτικά σημεία.
  • Έχουν τη δυνατότητα διαχωρισμού προ και μεταγευματικών μετρήσεων.
  • Μέτρηση κετόνων αίματος.
  • Φωνητική ανάγνωση αποτελεσμάτων.
  • Λογισμικό καταγραφής / ανάλυσης των αποτελεσμάτων μπορούν να συγχρονίζονται και να καταγράφονται αυτόματα στο ηλεκτρονικό ημερολόγιο της εφαρμογής μέσω του smartphone ή του tablet, Web platforms (online επικοινωνία με τον γιατρό).

Παρακολούθηση της γλυκόζης με τεχνολογία Flash

  • Το σύστημα παρακολούθησης της γλυκόζης με τεχνολογία Flash ενδείκνυται για τον έλεγχο της γλυκόζης στο διάμεσο υγρό σε άτομα με ΣΔ ηλικίας 4 ετών και άνω.
  • Αντιπροσωπεύει μια λιγότερο επεμβατική τεχνολογία συγκριτικά με την παραδοσιακή τεχνολογία μέτρησης γλυκόζης αίματος.

Ο αισθητήρας έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι εύκολος στην τοποθέτηση και άνετος στην εφαρμογή:

  • Μικρός σε μέγεθος (35 mm x 5 mm).
  • Σχεδιασμένος για να παραμένει στο σώμα έως και 14 ημέρες.
  • Δεν απαιτεί βαθμονόμηση με τρύπημα στα δάκτυλα.
  • Ανθεκτικός στο νερό.

Με κάθε ανώδυνη σάρωση του 1 δευτερολέπτου το άτομο με ΣΔ λαμβάνει:

  • Tην τρέχουσα ένδειξη γλυκόζης.
  • Tο βέλος τάσης που δείχνει την κατεύθυνση μεταβολής της γλυκόζης.
  • Tο ιστορικό της γλυκόζης των τελευταίων 8 ωρών.

Η συσκευή ανάγνωσης  χρησιμοποιεί προηγμένη τεχνολογία που βασίζεται στη χρήση αισθητήρα για τη λήψη δεδομένων γλυκόζης, τα οποία εμφανίζει στη συνέχεια άμεσα με έναν ξεκάθαρο και φιλικό προς τον χρήστη τρόπο.

Φορητή και ελαφριά: Έχει εργονομικό σχεδιασμό για εύκολη μεταφορά.

Παρέχει εύκολα στην κατανόηση γραφικά: Προσφέρει γραφήματα εύκολα στην ερμηνεία με μια σύντομη περίληψη του ιστορικού της γλυκόζης.

Φωτιζόμενη, έγχρωμη οθόνη αφής: Βελτιώνει την εμπειρία του χρήστη και μπορεί να διαβαστεί ακόμη και στο σκοτάδι.

Αποθηκεύει δεδομένα γλυκόζης διάρκειας 90 ημερών: Παρέχει μια πλήρη εικόνα των επιπέδων γλυκόζης για περίοδο 3 μηνών.

Τεχνική μέτρησης γλυκόζης αίματος

  • Για μια σωστή μέτρηση πρέπει να ακολουθούνται τα παρακάτω βήματα:
  • Απολύμανση του δαχτύλου που θα τρυπηθεί και της συσκευής τρυπήματος.
  • Πλήρης στέγνωμα του σημείου που απολυμάνθηκε.
  • Χρησιμοποίηση βελόνας μιας χρήσης.
  • Ο μετρητής να είναι καθαρός χωρίς υπολείμματα αίματος.
  • Να ακολουθείται η διαδικασία σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης του μετρητή.

Τεχνική και θέσεις μέτρησης γλυκόζης αίματος

  • Πλύσιμο των χεριών με χλιαρό νερό και σαπούνι και καλό στέγνωμα.
  • Επιλέγουμε διαφορετικό δάκτυλο και τρυπάμε την πλάγια επιφάνεια των δαχτύλων όπου υπάρχουν λιγότερα νεύρα και καλύτερη αγγείωση.
  • Τοποθετούμε τη σταγόνα αίματος στο άκρο της ταινίας και στο σωστό χρόνο σε σχέση με την ένδειξη του μετρητή.
  • Περιμένουμε 5 sec να εμφανιστεί στην οθόνη το αποτέλεσμα.
  • Σε μετρήσεις ρουτίνας π.χ. πρωινή, προ φαγητού, μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι εναλλακτικές θέσεις όπως η εσωτερική επιφάνεια της παλάμης στο θέναρ (σαρκώδες τμήμα παλάμης στη βάση του αντίχειρα), ή στο οπισθέναρ (σαρκώδες τμήμα παλάμης στη βάση του μικρού δαχτύλου), στο βραχίονα, στο μηρό ή στην κνήμη.
  • Η λήψη αίματος από εναλλακτικές θέσεις δεν συνιστάται σε περίπτωση υπογλυκαιμίας, μετά από άσκηση, μέχρι και δύο ώρες μετά το γεύμα, κατά τη διάρκεια μέγιστης δράσης της βασικής ινσουλίνης, μέχρι και δύο ώρες μετά την ένεση ταχείας δράσης ινσουλίνης και σε ημέρες ασθένειας.

Συντήρηση και έλεγχος των μετρητών γλυκόζης αίματος

  • Οι μετρητές πρέπει να είναι καθαροί χωρίς υπολείμματα αίματος ( χρησιμοποιώντας νωπό πανί και όχι στη θύρα εισόδου της ταινίας).
  • Ελέγχουμε το μετρητή σακχάρου τουλάχιστον μία φορά το μήνα με διάλυμα ελέγχου υψηλής ποιότητας.
  • Το αποτέλεσμα πρέπει να βρίσκεται εντός των ορίων του εύρους τιμών.
  • Μικρή απόκλιση μεταξύ μετρητών (10-15%) είναι αναμενόμενη.
  • Ελέγχουμε την ημερομηνία λήξης των ταινιών οι οποίες διατηρούνται σε μέρος δροσερό, όχι ακάλυπτες και σε υγρασία γιατί αλλοιώνονται και γίνονται ακατάλληλες για χρήση.
  • Οι μετρητές λειτουργούν με μπαταρία λιθίου, χρόνος διάρκειας 1 έτος, περίπου 1000 μετρήσεις.

Αιτίες σφάλματος στη διαδικασία μέτρησης γλυκόζης αίματος

  • Ελλιπής καθαριότητα του δέρματος στο σημείο όπου γίνεται η μέτρηση.
  • Ανεπαρκής ποσότητα αίματος στην ταινία μέτρησης.
  • Εναπόθεση της σταγόνας σε λανθασμένο χρόνο σε σχέση με την ένδειξη του μετρητή.
  • Ταινίες που έχουν λήξει ή δεν έχουν φυλαχθεί σε σωστή θερμοκρασία.
  • Προβλήματα όρασης των ατόμων με ΣΔ.

Σκαρφιστήρες και στυλό τρυπήματος

  • Σκαρφιστήρες. Βελόνες μιας χρήσης, αποστειρωμένες, από ανοξείδωτο ατσάλι που αν συνδυαστούν με το στυλό τρυπήματος κάνουν λιγότερο επώδυνη τη διαδικασία λήψης δείγματος αίματος.
  • Στυλό τρυπήματος. Προηγμένες συσκευές οι οποίες παρέχουν μέγιστη άνεση και όσο το δυνατό ανώδυνο τρύπημα για τη λήψη τριχοειδικού αίματος με σκοπό τη μέτρηση γλυκόζης αίματος.

Χαρακτηριστικά των στυλό τρυπήματος

  • Ρυθμιστής έντασης τρυπήματος. Διαθέτουν διαφορετικές ρυθμίσεις για την ένταση του τρυπήματος, μέσω των οποίων επιτυγχάνεται αύξηση ή μείωση της έντασης τρυπήματος με την οποία διεισδύει η ακίδα στο σημείο της δειγματοληψίας.
  • Ρυθμιστής βάθους τρυπήματος. Διαθέτουν από 5 έως 11 διαφορετικές ρυθμίσεις του βάθους τρυπήματος. Το πιο μικρό νούμερo αντιπροσωπεύει το ελάχιστο βάθος ενώ το μεγαλύτερο νούμερο το μέγιστο βάθος.

Καθαρισμός των στυλό τρυπήματος

  • Καθαρίζουμε με νερό και σαπούνι τη συσκευή τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα.
  • Αφήνουμε τα εξαρτήματα να στεγνώσουν ή τα σκουπίζουμε με μαλακό πανί.
  • Δεν βυθίζουμε τη συσκευή σε νερό.
  • Δεν λερώνουμε τις συσκευές με λοσιόν χεριών, λάδια ή σκουπιδάκια.

Δεν ξεχνάμε

  • Τα στυλό τρυπήματος προορίζονται για χρήση από ένα και μόνο άτομο.
  • Σε κάθε μέτρηση χρησιμοποιούμε νέα αποστειρωμένη βελόνα και αμέσως μετά να την απορρίπτουμε.
  • Η απόρριψη μπορεί να γίνει σε κατάλληλο δοχείο απόρριψης αιχμηρών αντικειμένων ή σε ένα πλαστικό μπουκάλι, για να αποφεύγετε τυχόν τραυματισμός ή μόλυνση άλλων ατόμων.

 

Λάθη στην Ινσουλινοθεραπεία

  • Αναστάσιος Θ. Καϊσίδης, Επισκέπτης Υγείας, Διαβητολογικό Κέντρο ΓΝ Βενιζέλειο – Πανάνειο
  • Άννα Γκρόζου, Επισκέπτρια Υγείας, Διαβητολογικό Κέντρο, Γ΄ Παθολογικού Τμήματος, ΓΝ Νίκαιας Πειραιά «ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ»

 

Η ινσουλινοθεραπεία αποτελεί μια από τις κορυφαίες θεραπευτικές επιλογές στον ΣΔ, καθώς αποτελεί την αποκλειστική θεραπεία στον ΣΔ τύπου 1 και την πιο αποτελεσματική θεραπεία στον ΣΔ τύπου 2, ειδικά όταν παρουσιάζεται εκσεσημασμένη υπεργλυκαιμία, όταν υπάρχουν καταβολικά συμπτώματα (απώλεια βάρους) αλλά και επι αποτυχίας των λοιπών φαρμακευτικών επιλογών να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους γλυκαιμικούς στόχους

Για να επιτύχει όμως η ινσουλινοθεραπεία, πρέπει να ακολουθηθούν 5 βασικά βήματα ξεκινώντας από την έγκαιρη διάγνωση των αναγκών και την επιλογή του κατάλληλου ασθενή, την χορήγηση της σωστής ινσουλίνης βάσει των εξατομικευμένων αναγκών, τη σωστή δόση και την τιτλοποίηση της βάσει των τιμών της γλυκόζης, την εκτέλεση όλων αυτών σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αλλά και την ορθή τεχνική χορήγησης του φαρμάκου.

Δυστυχώς όμως σε όλα τα βήματα της ινσουλινοθεραπείας μπορεί να προκύψουν λάθη και παραλείψεις, γεγονός που καθιστά επιτακτικό τον συνεχή έλεγχο, τη διαρκή επαναξιολόγηση των δεξιοτήτων αλλά και τη διαρκή επαγρύπνηση για την αποτροπή περαιτέρω επιπλοκών.

Λάθη ως προ το σκεύασμα

  • Τα περισσότερα λάθη που σχετίζονται με το σκεύασμα της ινσουλίνης αφορούν τη σύγχυση των ινσουλινών, κυρίως όσο εντατικοποιείται το σχήμα της ινσουλινοθεραπείας, όπου συγχέονται οι ταχείας δράσεις ινσουλίνες με τη βασική.
  • Η χρήση των ινσουλινών πέραν της ημερομηνίας λήξης μπορεί να επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα τους. Παρατηρείται κυρίως στις ταχείας δράσης ινσουλίνες όπου οι ημερήσιες μονάδες ως επι το πλείστων είναι λιγότερες και ενδέχεται η πένα να μην έχει τελειώσει μέχρι το συνιστώμενο όριο χρήσης των 4 βδομάδων μετά την πρώτη χρήση της.
  • Η ακατάλληλη συντήρηση, αποθήκευση και μεταφορά των ινσουλινών (πέραν του συνιστώμενου ορίου συντήρησης 2-8ο C) μπορεί επίσης να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα και την απορρόφηση τους.

Λάθη που παρατηρούνται:

  • Φύλαξη στην κατάψυξη
  • Στην πόρτα του ψυγείου (μεταβολή της θερμοκρασίας λόγω ανοίγματος)
  • Επαφή με τα τοιχώματα του ψυγείου (χαμηλή θερμοκρασία)
  • Ειδικά ράφια για κρεατικά και λαχανικά, όπου οι θερμοκρασίες είναι χαμηλότερες για καλύτερη συντήρηση των προϊόντων.
  • Η επανατοποθέτηση στο ψυγείο μετά τη χρήση.
  • Η αποθήκευση στο αυτοκίνητο (ζέστη το καλοκαίρι-κρύο το χειμώνα),
  • Αποθήκευση στις αποσκευές σε ταξίδι με αεροπλάνο (πολύ χαμηλές θερμοκρασίες).

ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΟΣΗ

  • Το πιο σύνηθες σφάλμα είναι η παράλειψη κάποιας δόσης λόγω:
  • Φόρτου εργασίας
  • Ταξιδιών
  • Κοινωνικού στιγματισμού
  • Φόβου και πόνου των ενέσεων
  • Ύπνου
  • Πολυπλοκότητας σχήματος
  • Τήρησης ωραρίου
  • Κακής αξιολόγησης γευμάτων
  • Διατροφικών διαταραχών – Παράλειψη γεύματος και δόσης
  • Στρες, άγχους, εξουθένωσης και δυσφορίας του διαβήτη
  • Κόστους
  • Άλλο κοινό σφάλμα είναι η χορήγηση λάθος δόσης:
  • Φόβος υπογλυκαιμίας
  • Διπλή δόση
  • Αναντιστοιχία γεύματος – δόσης (Χορήγηση ινσουλίνης αλλά μη κατανάλωση της υπολογιζόμενης ποσότητας γεύματος)
  • Λανθασμένη δόση για διόρθωση υψηλών τιμών γλυκόζης
  • Ίδια δόση ινσουλίνης πριν την προγραμματισμένη άσκηση

 

ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ

Η επίτευξη του βέλτιστου θεραπευτικού αποτελέσματος προϋποθέτει τη σωστή προετοιμασία και τεχνική χορήγηση της ινσουλίνης, τόσο για την ρύθμιση της γλυκόζης όσο και για την αποφυγή επιπλοκών της θεραπείας, όπως υπογλυκαιμία, υπεργλυκαιμία, διαβητική κετοξέωση κ.α.

Λάθη που παρατηρούνται στην τεχνική χορήγησης:

  • Μη αφαίρεση του δεύτερου μικρού προστατευτικού καλύμματος της βελόνας ινσουλίνης (δεν χορηγείται η δόσηΥπεργλυκαιμία. Στον ΣΔτ1 κίνδυνος διαβητικής κετοξέωσης)
  • Δεν γίνεται έλεγχος βατότητας της βελόνας με την απόρριψη μονάδων στον αέρα (χορήγηση μικρότερης δόσης ή δυσκολία κατά την πίεση του έμβολου λόγω απόφραξης της βελόνας)
  • Ρύθμιση και ανάγνωση των μονάδων όχι στον επιλογέα δόσης αλλά στη διαβάθμιση του έμβολου (αυξημένη δόση Αυξημένος κίνδυνος υπογλυκαιμίας)
  • Λανθασμένη τεχνική δερματοπτυχής (ανασήκωση του δέρματος με όλα τα δάκτυλα και όχι μόνο με τον δείκτη και τον αντίχειρα κίνδυνος ανασήκωσης και του μυός και χορήγηση ινσουλίνης ενδομυϊκά)
  • Περιστροφή του έμβολου στον άξονα του και όχι πίεση προς το σώμα της πένας (δεν χορηγείται η δόσηΥπεργλυκαιμία)
  • Πίεση του έμβολου πριν την είσοδο της βελόνας στο σώμα (μέρος της δόσης απορρίπτεται στον αέρα)
  • Είσοδος της βελόνας στο σώμα με μεγάλη δύναμη (κίνδυνος ενδομυϊκής έγχυσηςΥπογλυκαιμία)
  • Είσοδος της βελόνας στο σώμα υπό μεγάλη γωνία και όχι κάθετα (κίνδυνος ενδοδερμικής έγχυσης Υπεργλυκαιμία)
  • Αφαίρεση της πένας αμέσως μόλις γίνει η έγχυση του φαρμάκου (απόρριψη μέρους της δόσης στον αέρα – μειωμένη δόση)
  • Χρήση μεγάλου μήκους βελόνων (6 mm κίνδυνος ενδομυϊκής χορήγησης κυρίως σε λιποβαρής σωματότυπους και παιδιά και λιποϋπερτροφίας)
  • Χρήση των βελόνων πέραν της μίας εφαρμογής (αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης λιποϋπερτροφίας και απρόβλεπτης απορρόφησης της ινσουλίνης ανεξήγητες υπογλυκαιμίες και έντονη γλυκαιμική μεταβλητότητα , επώδυνη έγχυση)
  • Μη εναλλαγή των σημείων έγχυσης (αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης λιποϋπερτροφίας και απρόβλεπτης απορρόφησης της ινσουλίνης ανεξήγητες υπογλυκαιμίες και έντονη γλυκαιμική μεταβλητότητα)
  • Λάθος σημεία έγχυσης (σε σημείο που πρόκειται να ασκηθεί ή ενδομυϊκή χορήγηση)
  • Χορήγηση ινσουλίνης πάνω από τα ρούχα (αδυναμία δερματοπτυχής, μη οπτικός έλεγχος του σημείου έγχυσης, κίνδυνος στρέβλωσης της βελόνας)
  • Απόρριψη των βελόνων στα οικιακά σκουπίδια και όχι δε ειδικό δοχείο ή σε κάποιο μπουκάλι (κίνδυνος τραυματισμού τρίτων και μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων)

 

ΓΕΝΙΚΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΙΝΣΟΥΛΙΝΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

  • Λανθασμένη αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας
  • Απόκρυψη της θεραπείας από το κοινωνικό περιβάλλον
  • Έλλειψη ενέσιμης γλυκαγόνης
  • Αναβολή ή ακύρωση καθορισμένων ραντεβού με τη θεραπευτική ομάδα
  • Κατανάλωση αλκοόλ χωρίς παράλληλη κατανάλωση τροφής

 

Υπογλυκαιμία στα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη

Δρ. Θεοχάρης Ι. Κουφάκης, Παθολόγος – Διαβητολόγος, Διαβητολογικό Κέντρο, Α’ Παθολογική Κλινική ΑΠΘ, Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ

 

Τι είναι υπογλυκαιμία;

Η υπογλυκαιμία ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα πέφτουν κάτω από 70 mg/dl. Ως υπογλυκαιμία επιπέδου 2 ορίζεται η πτώση της γλυκόζης κάτω από τα 54 mg/dl, ενώ ως σοβαρή υπογλυκαιμία εκείνη κατά την οποία απαιτείται η βοήθεια άλλου ατόμου για την ανάταξη της. Όταν η υπογλυκαιμία δεν συνοδεύεται από συμπτώματα καλείται ανεπίγνωστη. Η υπογλυκαιμία είναι εξαιρετικά δυσάρεστη κατάσταση για αυτόν που τη βιώνει, σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ατυχημάτων (π.χ. πτώσεις, κατάγματα), οδηγεί σε απορρύθμιση της γλυκαιμικής ρύθμισης και πιθανώς να σχετίζεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και διανοητική έκπτωση σε κάποιες ηλικιακές ομάδες. Η παρατεταμένη, σοβαρή υπογλυκαιμία είναι απειλητική για τη ζωή.

 

Πόσο συχνή είναι η υπογλυκαιμία;

Μία συστηματική ανασκόπηση που συμπεριέλαβε περίπου 500.000 ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, κατέδειξε ότι 6% των ατόμων με διαβήτη θα παρουσιάσουν ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας ανά έτος. Ωστόσο, το παραπάνω ποσοστό διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με την αντιδιαβητική αγωγή. Ανάμεσα σε αυτούς που ελάμβαναν ινσουλίνη, παρατηρήθηκαν 23 επεισόδια ήπιας-μέτριας υπογλυκαιμίας και 1 επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας ανά έτος.

 

Ποια τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας;

Διακρίνονται στα ακόλουθα:

  • Νευρογενή: Άγχος – Νευρικότητα – Παλμοί – Τρόμος – Πείνα – Εφίδρωση – Ωχρότητα – Αίσθημα θερμότητας – Έκλυση στηθάγχης.
  • Νευρογλυκοπενικά συμπτώματα: Αδυναμία πνευματικής συγκέντρωσης –Σύγχυση – Ζάλη – Αιμωδία περιστοματική – Υπνηλία – Δυσκολία στην ομιλία – Διαταραχές της όρασης – Αλλαγή συμπεριφοράς – Ρίγος – Παροδική ημιπληγία – Αφασία – Σπασμοί – Κώμα.
  • Μη ειδικά συμπτώματα: Ναυτία – Κεφαλαλγία.

 

Που οφείλεται η υπογλυκαιμία στα άτομα με διαβήτη;

Αίτια υπογλυκαιμίας μπορεί να είναι η υπέρβαση της δόσης των αντιδιαβητικών φαρμάκων, η παράλειψη ή η μειωμένη πρόσληψη γευμάτων (ειδικά υδατανθράκων), παράγοντες που επηρεάζουν το μεταβολισμό των φαρμάκων (όπως πχ νεφρική ανεπάρκεια), λοιμώξεις (πχ. γαστρεντερίτιδα), η έντονη σωματική άσκηση/κόπωση, το αλκοόλ κ.α. Η αγωγή με ινσουλίνη ή / και ινσουλινοεκκριτικά φάρμακα (κυρίως σουλφονυλουρίες) παρουσιάζει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης υπογλυκαιμίας.

 

Πως αντιμετωπίζουμε την υπογλυκαιμία;

Στην υπογλυκαιμία στοχεύουμε στη γρήγορη επάνοδο των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα εντός των φυσιολογικών ορίων. Για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να καταναλωθούν υδατάνθρακες οι οποίοι μπορούν να απορροφηθούν από τον οργανισμό ταχέως, π.χ. υδατάνθρακες σε υγρή μορφή. Σε περίπτωση που νιώσετε συμπτώματα υπογλυκαιμίας, μετρήστε άμεσα το σάκχαρό σας. Εάν είναι κάτω από 70 mg/dl, θα πρέπει να λάβετε 15-20 g γλυκόζης ή οποιασδήποτε μορφή υδατάνθρακα περιέχει αυτή την ποσότητα γλυκόζης (ενδεικτικά: πιείτε 150 ml χυμό νέκταρ ή  ένα ποτήρι νερό με τρία κουταλάκια του γλυκού ζάχαρη). Περιμένετε 15 λεπτά και ξαναμετρήστε τα επίπεδα γλυκόζης. Εάν αυτά συνεχίζουν να είναι <80 mg/dl, η υπογλυκαιμία δεν έχει αναταχθεί επαρκώς και θα πρέπει να επαναλάβετε την ίδια διαδικασία.

 

Συνήθη λάθη στην αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας

Ένα συνηθισμένο λάθος είναι να προσπαθούμε να ανατάξουμε την υπογλυκαιμία με στερεές τροφές (π.χ. σοκολάτα, κρουασάν, κτλ). Αυτό είναι αναποτελεσματικό καθώς λόγω της στέρεης μορφής αλλά και του λίπους που περιέχουν τα γλυκά παρασκευάσματα, η απορρόφηση των υδατανθράκων καθυστερεί. Ως εκ τούτου, το σάκχαρο στο αίμα παραμένει χαμηλό για πολλή ώρα, με αποτέλεσμα ο ασθενής να συνεχίζει την κατανάλωση τροφής (λόγω του αισθήματος πείνας που προκαλεί η υπογλυκαιμία), ενώ παράλληλα ο οργανισμός εκκρίνει ορμόνες ανταγωνιστικές της ινσουλίνης προσπαθώντας να προφυλαχθεί από τις δυσάρεστες συνέπειες της υπογλυκαιμίας. Τα παραπάνω θα οδηγήσουν σε πλήρη αποδιοργάνωση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα για πολλές ώρες. Ακόμα και στην περίπτωση που διαπιστωθεί υπογλυκαιμία ακριβώς πριν το προγραμματισμένο γεύμα, θα πρέπει πρώτα αυτή να αναταχθεί ορθά και κατόπιν να προχωρήσουμε στο γεύμα, κάνοντας τις αντίστοιχες μονάδες ινσουλίνης για την κάλυψη του.

Τα παραπάνω φυσικά ισχύουν για την περίπτωση που ο ασθενής διατηρεί τις αισθήσεις του. Σε περιπτώσεις σοβαρής υπογλυκαιμίας, απαιτείται η βοήθεια κάποιου άλλου ατόμου για την αντιμετώπισή της. Για το λόγο αυτό, καλό είναι να υπάρχει άμεσα διαθέσιμο στο περιβάλλον ατόμων που θεραπεύονται με ινσουλίνη το κιτ χορήγησης γλυκαγόνης. Η τελευταία μπορεί να χορηγηθεί υποδόρια ή ενδομυϊκά από κάποιο άτομο του περιβάλλοντος του ασθενή. Πρόσφατα, έγινε διαθέσιμο στη χώρα μας και ρινικό spray χορήγησης γλυκαγόνης, γεγονός που απλουστεύει περισσότερο την όλη διαδικασία.

Όλοι οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει να ενημερώνονται και να εκπαιδεύονται από τους ιατρούς και τους λοιπούς επαγγελματίες υγείας για τις συνέπειες, την έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων, την ορθή πρόληψη και την αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας.

 

Βιβλιογραφία

  1. Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία. Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Διαχείριση του ατόμου με Σακχαρώδη Διαβήτη. 2021.
  2. Edridge CL, Dunkley AJ, Bodicoat DH, et al. Prevalence and Incidence of Hypoglycaemia in 532,542 People with Type 2 Diabetes on Oral Therapies and Insulin: A Systematic Review and Meta-Analysis of Population Based Studies. PLoS One. 2015;10(6):e0126427.
  3. Mezquita-Raya P, Reyes-García R, Moreno-Pérez Ó, et al. Position statement: hypoglycemia management in patients with diabetes mellitus. Diabetes Mellitus Working Group of the Spanish Society of Endocrinology and Nutrition. Endocrinol Nutr. 2013;60(9):517.e1-517.e18.
  4. Kolokas K, Koufakis T, Avramidis I, et al. Fasting insulin levels correlate with the frequency of hypoglycemic events in people with type 2 diabetes on treatment with sulfonylureas: A pilot study. Indian J Pharmacol. 2020;52(1):44-48.