Παρουσίαση του Κατασκηνωτικού Προγράμματος της ΠΕΑΝΔ

Για 32η συνεχή χρονιά θα διεξαχθεί το υπέροχό κατασκηνωτικό πρόγραμμα της ΠΕΑΝΔ που επιλέξανε και φέτος να ζήσουν 89 παιδιά με Διαβήτη τύπου 1 από όλη τη Ελλάδα & την Κύπρο!!

Η 20μελή ομάδα της ΠΕΑΝΔ, αποτελούμενη απο έμπειρο και πλήρως εκπαιδευμένο ιατρονοσηλευτικό προσωπικό και εκπαιδευτές, θα υποδεχθεί νεοδιαγνωσμένα και μη, παιδιά με ΣΔτ1, ηλικίας 6 έως 16 ετών, τα οποία θα απολαύσουν τις χαρές και τα οφέλη της κατασκήνωσης σε μικτές ομάδες με πλήρη ασφάλεια σε ό,τι αφορά το διαβήτη τους, συμμετέχοντας ισάξια και αρμονικά σε όλο το πρόγραμμα της κατασκήνωσης με τα παιδιά χωρίς διαβήτη.

Η αυτονομία των παιδιών στη διαχείριση του διαβήτη τους είναι ένας απο τους κύριους στόχους του προγράμματος και αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων κατασκηνωτικών προγραμμάτων για έναν γονέα που θέλει να βοηθήσει το παιδί του να αυτονομηθεί και να αντιμετωπίσει με αισιοδοξία τη μετέπειτα πορεία με το διαβήτη του.

Στόχος του βίντεο είναι να βοηθήσει και να ενθαρρύνει τόσο τα ίδια τα παιδία με ΣΔτ1 όσο και τους γονείς τους, που αισθάνονται έστω και την παραμικρή ανησυχία, να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι ότι όχι μόνο το παιδί τους μπορεί να συμμετέχει, αλλά τα οφέλη και τα πλεονεκτήματα που του προσφέρονται είναι τόσα πολλά, ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του διαβήτη και την ενδυνάμωση της ψυχολογίας των παιδιών, που αξίζει να πάρουν αυτή την απόφαση.

Επιπλέον του κειμένου δείτε εδώ την παραπομπή στην σελίδα μας που έχει όλες τις πληροφορίες της κατασκήνωσης https://www.peand.gr/to-ergo-mas/kataskinwsi/

Δείτε εδώ και το video teaser της κατασκήνωσης.

Καλό καλοκαίρι!

 

(Επίσημη ιστοσελίδα ΠΕΑΝΔ)

Η ασπαρτάμη στο μικροσκόπιο του ΠΟΥ

Συντάκτης: Χάρης Δημοσθενόπουλος, SRD. MΜedSci. PhD, Κλινικός Διαιτολόγος-Προϊστάμενος Διαιτολογικού Τμήματος ΓΝΑ “Λαϊκό”, Μέλος ΔΣ Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας & Αντιπρόεδρος ΕΜΠΑΚΑΝ, Board Member of DNSG.

 

Το τελευταίο διάστημα ανακοινώθηκαν δύο αξιολογήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για την ασπαρτάμη που ακολούθως δημοσιεύθηκαν από τη Μικτή Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων FAO/ΠΟΥ για τα Πρόσθετα Τροφίμων (JECFA=Joint FAO/WHO Expert Committee on Food Additives (JECFA) και τη Διεθνή Υπηρεσία Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC= International Agency for Research on Cancer) του ΠΟΥ.

Τα ευρήματα της JECFA υποστηρίζουν την τρέχουσα ημερήσια ασφαλή και αποδεκτή ημερήσια κατανάλωση (ADI) των 40 mg/kg/ημέρα και επιβεβαιώνουν εκ νέου την ασφάλεια της ασπαρτάμης.

Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δεδομένα που αξιολογήθηκαν δεν είναι επαρκή για να αλλάξει η προηγουμένως καθορισμένη αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη (ADI) των 0-40 mg/kg σωματικού βάρους για την ασπαρτάμη. Το ADI είναι ένα μέτρο της ποσότητας ενός πρόσθετου τροφίμων – ασπαρτάμης σε αυτήν την περίπτωση – το οποίο είναι αποδεκτό να καταναλώνεται σε καθημερινή βάση, κατά τη διάρκεια της ζωής, χωρίς αξιόλογο κίνδυνο για την υγεία.

Η ασπαρτάμη είναι ίσως το πιο διεξοδικά μελετημένο συστατικό στον κόσμο, όσο αφορά τα τεχνητά γλυκαντικά. Ως μέρος της συνολικής αξιολόγησής της, επιβεβαιώνοντας εκ νέου την ασφάλεια της ασπαρτάμης, η JECFA εξέτασε τα συμπεράσματα της Διεθνούς Υπηρεσίας Έρευνας για τον Καρκίνο και δεν διαπίστωσε ανησυχία για την ανθρώπινη υγεία. Επισημαίνεται ότι το IARC δεν είναι οργανισμός ασφάλειας τροφίμων και η ταξινόμησή του 2Β (πιθανώς καρκινογόνος για τον άνθρωπο) δεν λαμβάνει υπόψη τα επίπεδα πρόσληψης ούτε τον πραγματικό κίνδυνο, καθιστώντας την ανασκόπηση της IARC πολύ λιγότερο ολοκληρωμένη από τις ενδελεχείς ανασκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν από φορείς ασφάλειας τροφίμων όπως η JECFA και δυνητικά παραπλανητική για τους καταναλωτές.

Η Διεθνής Ένωση Γλυκαντικών (ISA) επικροτεί την επιβεβαίωση της ασφάλειας της ασπαρτάμης από τον ΠΟΥ από τον κορυφαίο επιστημονικό φορέα που είναι υπεύθυνος για την αξιολόγηση της ασφάλειας των προσθέτων τροφίμων, την Joint FAO/WHO Expert Committee on Food Additives (JECFA). Αυτά τα συμπεράσματα συνάδουν με τα ευρήματα περισσότερων από 90 παγκόσμιων οργανισμών για την ασφάλεια των τροφίμων που έχουν επιβεβαιώσει την ασφάλεια της ασπαρτάμης, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), που έχει εξετάσει την ασπαρτάμη δύο φορές και της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA).

Η ISA ανακοίνωσε, μετά την ανακοίνωση του ΠΟΥ στις 14.7.2023, ότι: «Η JECFA επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά την ασφάλεια της ασπαρτάμης μετά από μια διεξοδική, περιεκτική και επιστημονικά αυστηρή ανασκόπηση». Επισήμανε επίσης αυτό που αφορά όλους τους καταναλωτές, με ή χωρίς σακχαρώδη διαβήτη, ότι η ασπαρτάμη, όπως όλα τα υποθερμιδικά γλυκαντικά, όταν χρησιμοποιείται ως μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής, παρέχει στους καταναλωτές την επιλογή να μειώσουν την πρόσληψη ζάχαρης, έναν κρίσιμο στόχο για τη δημόσια υγεία».

Συνοψίζοντας, αυτό είναι και το γενικότερο μήνυμα του ΠΟΥ, ότι δηλαδή τα υποθερμιδικά γλυκαντικά είναι δόκιμο να καταναλώνονται αλλά χωρίς καταχρήσεις ή υπερβολές και κυρίως η διατροφή να στηρίζεται σε φυσικά τρόφιμα και λιγότερο σε τυποποιημένα ή επεξεργασμένα τρόφιμα.

Ειδικά, για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, οι τεχνητές γλυκαντικές ουσίες δίνουν μια μεγαλύτερη ποικιλία και περισσότερες επιλογές αρκεί να είναι σαφές ότι τρόφιμο ή ρόφημα «χωρίς ζάχαρη» (με στέβια ή ασπαρτάμη ή άλλη γλυκαντική ουσία) δεν είναι αυτόματα και μία υγιεινή ή ασφαλής επιλογή και κυρίως δεν είναι πάντα μια επιλογή χωρίς υδατάνθρακες.

Plant-Based Διατροφή και Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2

Ντοά Ευαγγελία1, Παπαμιχάλη Ισιδώρα1, Σημαντηράκη Μαρία1

1Τμήμα Διατροφής, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) αποτελεί μία παγκόσμια επιδημία, η οποία κατά κύριο λόγο οφείλεται στα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας. Ο επιπολασμός του διαβήτη έχει ανέλθει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες λόγω αλλαγών στην διατροφική συμπεριφορά των ανθρώπων. Συγκεκριμένα, η μειωμένη κατανάλωση λαχανικών, φρούτων και οσπρίων, σε συνδυασμό με την αυξημένη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, προϊόντων ζωικής προέλευσης και ζαχαρούχων ποτών, φαίνεται να αποτελούν τα βασικότερα αίτια της ραγδαίας αύξησης των περιστατικών ΣΔτ2 διεθνώς.

Την τελευταία δεκαετία, οι «plant-based» δίαιτες έχουν συσχετιστεί με πολλαπλά οφέλη για την υγεία, όπως είναι η βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης, της δυσλιπιδαιμίας, της υπέρτασης και της παχυσαρκίας. Αυτά οφείλονται στην υψηλή πρόσληψη φρούτων και λαχανικών, διαιτητικών ινών, αντιοξειδωτικών και φυτοχημικών, στην χαμηλή κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών και στην υψηλή πρόσληψη φυτικής πρωτεΐνης.

Όσον αφορά την πρόληψη και αντιμετώπιση του ΣΔτ2, η φυτική διατροφή έχει συσχετιστεί με χαμηλότερο επιπολασμό ΣΔτ2, σε σύγκριση με μη χορτοφαγικές δίαιτες, κυρίως λόγω της αποτελεσματικής διαχείρισης του σωματικού βάρους καθώς χαρακτηρίζεται από μειωμένη θερμιδική πυκνότητα και πρόσληψη χοληστερόλης. Σε μια μελέτη του Χάρβαρντ με περισσότερους από 200.000 συμμετέχοντες, 16.162 άτομα ανέπτυξαν διαβήτη κατά την διάρκεια της παρακολούθησης. Αναφέρθηκε ότι όταν οι συμμετέχοντες υιοθέτησαν ένα φυτικό διατροφικό πρόγραμμα, με βάση τα δημητριακά ολικής άλεσης, τα φρούτα και τα λαχανικά, χαμηλό σε επεξεργασμένα δημητριακά, ζαχαρούχα ποτά και κρέας, ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη μειώθηκε κατά 34%.

Επιπρόσθετα, σε μια πρόσφατη μετα-ανάλυση φάνηκε ότι ο κίνδυνος για ΣΔτ2 μειώθηκε έως και 81% έπειτα από υψηλή κατανάλωση φυτικών τροφίμων και ταυτόχρονη αποφυγή τροφίμων ζωικής προέλευσης και επεξεργασμένων τροφίμων. Η κατανάλωση κρέατος αποδεδειγμένα αυξάνει τον κίνδυνο διαβήτη. Σε μία άλλη έρευνα παρατηρήθηκε ότι η κατανάλωση ζωικής πρωτεϊνης οδήγησε σε υψηλότερη επίπτωση του ΣΔτ2. Οι ερευνητές διαπίστωσαν, επίσης, ότι η αντικατάσταση του 5% της ενεργειακής πρόσληψης με φυτικές πρωτεΐνες σχετίζεται με  μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔτ2 κατά 23%.

Στοιχεία από μελέτες παρατήρησης και μελέτες παρέμβασης αναδεικνύουν τα οφέλη της φυτικής διατροφής και στην αντιμετώπιση των βασικών μακροαγγειακών και μικροαγγειακών επιπλοκών του ΣΔτ2. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, αύξηση της κατανάλωσης φυτικών πρωτεΐνών συσχετίζεται με μείωση του κινδύνου για θνησιμότητα. Ακόμη, η plant-based διατροφή έχει ευεργετική επίδραση στην νευροπάθεια σε διαβητικά άτομα. Η επίδραση μιας φυτικής διατροφής στη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια δεν έχει μελετηθεί ακόμα διεξοδικά.

Ωστόσο, φαίνεται να είναι αποτελεσματική στον έλεγχο των παραγόντων κινδύνου εμφάνισης αμφιβληστροειδοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της γλυκαιμίας, της αρτηριακής πίεσης και των λιπιδίων.

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα είναι μία από τις κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως σε ασθενείς με ΣΔτ2. Μελέτες έχουν δείξει ότι μια χορτοφαγική δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά μπορεί να μειώσει δραστικά την ολική χοληστερόλη και την LDL χοληστερόλη μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων. Από μελέτη που διεξήχθη, το 89% των προσκολλημένων ασθενών σε μια δίαιτα με βάση φυτά (χωρίς κρέας, πουλερικά, ψάρια κτλ), το ποσοστό καρδιαγγειακών συμβάντων ήταν ασυνήθιστα χαμηλό: 0,6% έναντι του 62% μεταξύ της ομάδας των μη συμμορφούμενων ασθενών.

Συμπερασματικά, ο ΣΔτ2 αποτελεί μία παγκόσμια επιδημία και ο επιπολασμός του έχει ανέλθει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες εξαιτίας των διαφόρων αλλαγών στην διατροφική συμπεριφορά των ανθρώπων. Τα τελευταία χρόνια, ένας πολλά υποσχόμενος τρόπος διατροφικής διαχείρισης και αντιμετώπισης του ΣΔτ2 είναι η plant-based διατροφή. Αυτή έχει συσχετιστεί με μειωμένα ποσοστά παχυσαρκίας, υπέρτασης, υπεριλιπιδαιμίας, καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου. Τέλος, δεδομένα υποστηρίζουν ότι η φυτική διατροφή συμβάλλει στη βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης και στην μείωση των βασικών μακροαγγειακών και μικροαγγειακών επιπλοκών του ΣΔτ2. Συνεπώς, από τα παραπάνω γίνεται κατανοητή η σημαντική επίδραση της φυτικής διατροφής στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του ΣΔτ2 και των συννοσηροτήτων του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adeva-Andany MM, González-Lucán M, Fernández-Fernández C, Carneiro-Freire N, Seco-Filgueira M, Pedre-Piñeiro AM. Effect of diet composition on insulin sensitivity in humans. Clin Nutr ESPEN. 2019 Oct;33:29-38. doi: 10.1016/j.clnesp.2019.05.014. Epub 2019 Jun 6. PMID: 31451269.

Ivanova S, Delattre C, Karcheva-Bahchevanska D, Benbasat N, Nalbantova V, Ivanov K. Plant-Based Diet as a Strategy for Weight Control. Foods. 2021 Dec 8;10(12):3052. doi: 10.3390/foods10123052. PMID: 34945602; PMCID: PMC8701327.

Jardine MA, Kahleova H, Levin SM, Ali Z, Trapp CB, Barnard ND. Perspective: Plant-Based Eating Pattern for Type 2 Diabetes Prevention and Treatment: Efficacy, Mechanisms, and Practical Considerations. Adv Nutr. 2021 Dec 1;12(6):2045-2055. doi: 10.1093/advances/nmab063. PMID: 34113961; PMCID: PMC8634508.

Kahleova, H., Hill, M., & Pelikánova, T. (2014). Vegetarian vs. conventional diabetic diet – A 1-year follow-up. Cor et Vasa, 56(2), e140–e144. doi:10.1016/j.crvasa.2013.12.004

Kashyap, A., Mackay, A., Carter, B., Fyfe, C. L., Johnstone, A. M., & Myint, P. K. (2022). Investigating the Effectiveness of Very Low-Calorie Diets and Low-Fat Vegan Diets on Weight and Glycemic Markers in Type 2 Diabetes Mellitus: A Systematic Review and Meta-Analysis. Nutrients14(22), 4870. https://doi.org/10.3390/nu14224870

Lee Y, Park K. Adherence to a Vegetarian Diet and Diabetes Risk: A Systematic Review and Meta-Analysis of Observational Studies. Nutrients. 2017; 9(6):603. https://doi.org/10.3390/nu9060603

McMacken M, Shah S. A plant-based diet for the prevention and treatment of type 2 diabetes. J Geriatr Cardiol. 2017 May;14(5):342-354. doi: 10.11909/j.issn.1671-5411.2017.05.009. PMID: 28630614; PMCID: PMC5466941.

Olfert MD, Wattick RA. Vegetarian Diets and the Risk of Diabetes. Curr Diab Rep. 2018 Sep 18;18(11):101. doi: 10.1007/s11892-018-1070-9. PMID: 30229314; PMCID: PMC6153574.

Qian, F., Liu, G., Hu, F. B., Bhupathiraju, S. N., & Sun, Q. (2019). Association Between Plant-Based Dietary Patterns and Risk of Type 2 Diabetes: A Systematic Review and Meta-analysis. JAMA internal medicine179(10), 1335–1344. https://doi.org/10.1001/jamainternmed.2019.2195

Διατροφή, Εμμηνόπαυση & Μεταβολικά Νοσήματα

Συντάκτης κειμένου:

Άννα Μωυσίδη, M.Sc., Διαιτολόγος – Διατροφολόγος με ειδίκευση στο Διαβήτη και την Παχυσαρκία.

 

Η διακοπή της εμμήνου ρήσεως για 12 συνεχόμενους μήνες επιβεβαιώνει πως μία γυναίκα περνά σε ένα καινούργιο στάδιο ζωής, την λεγόμενη εμμηνόπαυση. Σήμερα, η εμμηνόπαυση διαγιγνώσκεται συνήθως σε ηλικία 48 με 55 ετών και συνοδεύεται από χαρακτηριστικά συμπτώματα όπως εφίδρωση, αυπνία, εξάψεις, ευερεθιστότητα και πονοκεφάλους. Εκτός όμως από τα κοινά ορατά συμπτώματα, καλό θα είναι οι γυναίκες να είναι ενήμερες και για τις οργανικές αλλαγές που συμβαίνουν τη δεδομένη χρονική στιγμή. Συγκεκριμένα, οι αλλαγές στο ορμονικό προφίλ της γυναίκας μπορούν να διαταράξουν την μέχρι πρότινος λειτουργεία του οργανισμού, αυξάνοντας την πιθανότητα εμφάνισης: παχυσαρκίας, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, μεταβολικού συνδρόμου, καρδιαγγειακών νοσημάτων και οστεοπόρωσης. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο πως σε μετα-εμμηνοπαυσιακό στάδιο συχνά πολλές γυναίκες αναφέρουν ότι παρατηρήθηκε αύξηση στην αρτηριακή πίεση, διαταραχές στο λιπιδαιμικό προφίλ, αύξηση σωματικού βάρους και μείωση της οστικής πυκνότητας. Σε αυτό το σημείο είναι που εύλογα γεννιούνται στις γυναίκες τα παρακάτω ερωτήματα, στα οποία η επιστήμη της διατροφής μπορεί να δώσει απάντηση.

Σωματικό βάρος

Συνοπτικά, οι λόγοι που αυξάνεται το βάρος μίας γυναίκας στην εμμηνόπαυση είναι οι εξής: ορμονικές αλλαγές, μειωμένο αίσθημα κορεσμού, αλλαγή σύστασης σώματος, μειωμένες καύσεις,  ινσουλινοαντίσταση και έλλειψη φυσικής δραστηριότητας. Οι ορμονικές αλλαγές και η  μείωση στα επίπεδα των οιστρογόνων, έχουν άμεση επίδραση στο αίσθημα πείνας & κορεσμού, ασκώντας ορεξιογόνο δράση. Επιπλέον, με την πάροδο της ηλικίας η μυϊκή μάζα τείνει να χάνει την ‘’ισχύ’’ που είχε μέχρι τώρα, ενώ ταυτόχρονα παρατηρείται αύξηση του λιπώδους ιστού με αποτέλεσμα την ενδεχόμενη πρόσληψη σωματικού βάρους, την εμφάνιση ινσουλινοαντίστασης και την διαταραχή των αιματολογικών δεικτών. Οι αλλαγές στη σύσταση του σώματος σε συνδυασμό με τη μειωμένη λειτουργία του θυρεοειδή, προκαλούν μείωση του βασικού μεταβολικού ρυθμού (ενεργειακή δαπάνη) με αποτέλεσμα να μειώνονται τελικά οι καύσεις.

Τι μπορώ να κάνω;

Ακολουθώντας μία διατροφή που θα σας εξασφαλίσει θερμιδικό έλλειμμα, θα μπορέσετε να αποφύγετε την πρόσληψη σωματικού βάρους και την εμφάνιση παχυσαρκίας ή άλλων μεταβολικών νοσημάτων. Επιπλέον, καλό θα είναι να δώσετε βάση στην κατανάλωση τροφών πλούσιες σε πρωτεΐνες, καθώς, λόγω της παρουσίας ινσουλινοαντίστασης παρατηρείται μειωμένη πρωτεϊνοσύνθεση στους σκελετικούς μύες. Η αυξημένη πρόσληψη πρωτεϊνών δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση την αυτόματη απόρριψη υδατανθράκων, καθώς, η Μεσογειακή Διατροφή θεωρείται ενδεδειγμένο μοντέλο διατροφής για εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζει και η κατανάλωση τροφίμων χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη (ΓΔ) για να αποφευχθεί η εμφάνιση υπεργλυκαιμίας λόγω ινσουλινοαντίστασης. Απευθυνθείτε σε έναν επιστήμονα υγείας Διαιτολόγο-Διατροφολόγο που θα λάβει υπόψιν του τις παραπάνω παραμέτρους δίνοντας σας την κατάλληλη διατροφική οδηγία.

Καρδιαγγειακή υγεία

Συνοπτικά, οι λόγοι που αυξάνεται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος στην εμμηνόπαυση είναι οι εξής: ορμονικές αλλαγές, αλλαγές στο λιπιδαιμικό προφίλ, αύξηση δείκτη μάζας σώματος, κεντρική κατανομή λίπους, αύξηση αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση υγρών και έλλειψη φυσικής δραστηριότητας. Συγκεκριμένα, έχει φανεί πως η παρουσία οιστρογόνων, έχει θετική επίδραση στην ενδοθηλιακή λειτουργεία και στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Για το λόγο αυτό, οι ορμονικές αλλαγές που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση, μπορεί τελικά να διαταράξουν το λιπιδαιμικό προφίλ της γυναίκας με αποτέλεσμα την αύξηση στα επίπεδα της LDL χοληστερόλης, των τριγλυκεριδίων και την σχετική μείωση της HDL χοληστερόλης. Επιπλέον, φαίνεται πως οι εμμηνοπαυσιακές γυναίκες τείνουν να εμφανίζουν κεντρική ή αλλιώς ‘’ανδρικού τύπου’’ κατανομή λίπους, η οποία συνοδεύεται από συσσώρευση σπλαχνικού λίπους στην κοιλιακή χώρα και αύξηση του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ).

Τι μπορώ να κάνω;

Για την ενίσχυση της καρδιαγγειακής υγείας:

  • Αυξήστε την κατανάλωση: λιπαρά ψάρια & θαλασσινά, όσπρια, αμυλούχα λαχανικά, προϊόντα ολικής άλεσης, ανάλατα αμύγδαλα, φρούτα & λαχανικά όλων των ειδών, άπαχη πρωτεΐνη ή φυτικής προέλευσης, ελαιόλαδο, ελιές, αβοκάντο.
  • Αυξήστε την κατανάλωση τροφίμων πλούσια σε πολυφαινόλες: μήλα, μούρα, εσπεριδοειδή, δαμάσκηνα, μπρόκολο, κρεμμύδι, κουκιά.
  • Περιορίστε την κατανάλωση: κορεσμένο λίπος (τηγανιτά), κόκκινο κρέας, νάτριο, επεξεργασμένα τρόφιμα, γλυκά, αναψυκτικά, φρουτοχυμοί.

Υγεία οστών

Συνοπτικά, οι λόγοι που αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης οστεοπόρωσης στην εμμηνόπαυση είναι οι εξής: ορμονικές αλλαγές, έλλειψη ασβεστίου, έλλειψη βιταμίνης D, έλλειψη φυσικής δραστηριότητας. Οι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί που οδηγούν σε οστεοπόρωση δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως. Σε κάθε περίπτωση, με την πάροδο της ηλικίας και τις αντίστοιχες ορμονικές αλλαγές που συμβαίνουν,  φαίνεται να μειώνεται η οστική πυκνότητα καθιστώντας τα οστά εξαιρετικά εύθραυστα. Επιπλέον, η συσσώρευση σπλαχνικού λίπους στην κοιλιακή χώρα δημιουργεί φλεγμονώδες περιβάλλον που μπορεί να οδηγήσει σε ενδεχόμενη προοδευτική απομετάλλωση των οστών.

Τι μπορώ να κάνω;

Για την ενίσχυση της υγείας των οστών:

  • Αυξήστε την κατανάλωση τροφίμων πλούσια σε ασβέστιο: γάλα χαμηλών λιπαρών, γιαούρτι, σκληρά τυριά, μαλακά τυριά, τυρί για τοστ. Εναλλακτικές πηγές ασβεστίου: λαχανικά, όσπρια, φρούτα, ξηροί καρποί & σπόροι, ψάρια με κόκκαλο.
  • Αποφύγετε τα αναψυκτικά του εμπορίου καθώς περιέχουν φωσφορικά άλατα τα οποία μειώνουν την απορρόφηση του ασβεστίου.
  • Αυξήστε την κατανάλωση τροφίμων πλούσια σε βιταμίνη D: λιπαρά ψάρια, μανιτάρια, κόκκινο κρέας, σόγια, ρόφημα βρόμης, εμπλουτισμένα δημητριακά πρωινού, κρόκος αυγού.
  • Ελέγξτε τις ετικέτες τροφίμων για την περιεκτικότητα του τροφίμου σε ασβέστιο και βιταμίνη D.
  • Έκθεση στο ηλιακό φως.

 

 

Βιβλιογραφία

  • Barrea, L. et al. (2021) “Mediterranean diet as medical prescription in menopausal women with obesity: a practical guide for nutritionists,” Critical reviews in food science and nutrition, 61(7), pp. 1201–1211. doi: 10.1080/10408398.2020.1755220.
  • BDA Menopause and diet, Bda.uk.com. Available at: https://www.bda.uk.com/resource/menopause-diet.html (Accessed: May 25, 2023).
  • Colao, A. (2017) “Nutritional management of menopausal women,” in Menopause. Cham: Springer International Publishing, pp. 283–299.
  • Pugliese, G., Dr et al. (2020) “Mediterranean diet as tool to manage obesity in menopause: A narrative review,” Nutrition (Burbank, Los Angeles County, Calif.), 79–80, p. 110991. doi: 10.1016/j.nut.2020.110991.
  • Silva, T. R. et al. (2021) “Nutrition in menopausal women: A narrative review,” Nutrients, 13(7), p. 2149. doi: 10.3390/nu13072149.

 

 

 

 

Υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και διαβήτης

Χαρίλαος Δημοσθενόπουλος, ΜMedsci.PhD, Κλινικός Διαιτολόγος-Προϊστάμενος Διαιτολοhγικού Τμήματος ΓΝΑ Λαϊκό, Διδάκτορας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Μέλος ΔΣ ΕΔΕ – Scientific Secretary of Diabetes Nutrition Study Group (DNSG)

 

Το μέγεθος της παγκόσμιας επιβάρυνσης και ο επιπολασμός του διαβήτη συνεχίζει να αυξάνεται. Υπολογίζεται ότι 578 εκατ οι άνθρωποι θα ζουν με διαβήτη παγκοσμίως μέχρι το χρόνο 2030, περίπου το 90% των οποίων θα είναι διαβήτης τύπου 2. Πληθώρα στοιχείων έχουν δείξει ότι η τήρηση μιας υγιεινής διατροφής (όπως η μεσογειακή διατροφή) είναι ζωτικής σημασίας για την πρόληψη του διαβήτη τύπου 2. Παράλληλα, μία ανθυγιεινή διατροφή αποτελεί έναν βασικό παράγοντα κινδύνου που σχετίζεται με την εμφάνιση διαβήτη, αλλά και την αδυναμία ρύθμισης του. Τα διατροφικά πρότυπα που έχουν μελετηθεί περισσότερο επικεντρώνονται γενικά σε συμβατικές ομάδες τροφίμων όπως τα φρούτα και τα λαχανικά.

Τις τελευταίες δεκαετίες, έχει αναφερθεί μία δραματική αύξηση της κατανάλωσης υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων (UPF) παγκοσμίως. Οι Ηνωμένες Πολιτείες (ΗΠΑ) και το Ηνωμένο Βασίλειο (Ηνωμένο Βασίλειο) ανέφεραν τις υψηλότερες αναλογίες κατανάλωσης, αντιπροσωπεύοντας περισσότερες από τις μισές συνολικές θερμίδες που καταναλώθηκαν. Αντίθετα, η Ιταλία ανέφερε τη χαμηλότερη, η οποία αντιπροσώπευε σχεδόν το 10% των συνολικών θερμίδων που καταναλώθηκαν. Άλλες περιοχές, όπως η Αυστραλία, είχαν κατά μέσο όρο 40%, οι ασιατικές χώρες όπως η Κορέα, η Ιαπωνία, η Μαλαισία και η Ινδονησία είχαν κατά μέσο όρο 25,8%, 28,2%, 29% και 19,5% αντίστοιχα, και οι χώρες της Μέσης Ανατολής, είχαν κατά μέσο όρο 36,5% των συνολικών θερμίδων. Τα UPF «εισβάλουν» και γίνονται όλο και πιο παρόντα σε όλες τις κατηγορίες τροφίμων, ακόμη και στη διατροφή των βρεφών, των παιδιών και των εφήβων.

Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα αποτελούν πηγή πολλών επιβαρυντικών διατροφικών συστατικών όπως trans και κορεσμένα λιπαρά οξέα, αλάτι, σάκχαρα, πρόσθετα και ενισχυτικά γεύσης και χρώματος, καθώς και ειδικών ενώσεων που εντοπίζονται κατά την επεξεργασία των προϊοντων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα τελικά προϊόντα προχωρημένης γλυκοζυλίωσης (AGEs). Τα UPF είναι τρόφιμα ιδιαίτερα φτωχά σε ευεργετικά θρεπτικά συστατικά. Επιπλέον, η χρήση πολλών προσθέτων μπορεί να προκαλέσει πολλαπλά προβλήματα υγείας και η συσκευασία μπορεί επίσης να περιέχει επιβλαβείς ουσίες.

Τα τρόφιμα ταξινομούνται σύμφωνα με το σύστημα NOVA σε 4 κατηγορίες, ανάλογα με τη φύση, τo βαθμό και το σκοπό της βιομηχανικής επεξεργασίας που υποβάλλονται. Έτσι, μπορούν να ταξινομηθούν από μη επεξεργασμένα ή ελάχιστα επεξεργασμένα (π.χ. φρούτα, σπόροι, αυγά, γάλα, νερό κ.α.) ως και εξαιρετικά ή υπερ επεξεργασμένα (π.χ. ανθρακούχα ποτά, συσκευασμένα σνακ, μαργαρίνη, προπαρασκευασμένα τρόφιμα κ.α.).

Τα UPF είναι προϊόντα που έχουν υποστεί μια σειρά βιομηχανικών διεργασιών, συμπεριλαμβανομένων φυσικών, βιολογικών ή χημικών διεργασιών, σε συνδυασμό με τη χρήση προσθέτων όπως χρωστικές, γαλακτωματοποιητές και συντηρητικά. Η αύξηση της κατανάλωσης των UPF, συμπεριλαμβανομένων των «φαστ φουντ», «αναψυκτικών και ζαχαρούχων ποτών», «επεξεργασμένων κρεάτων-αλλαντικών» και άλλων τύπων «έτοιμων προς κατανάλωση» τροφίμων, έχει συνδεθεί με τον κίνδυνο εμφάνισης παθήσεων. Το παγκόσμιο φαινόμενο της αύξησης κατανάλωσης των UPF συνοδεύεται από αύξηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας, του μεταβολικού συνδρόμου και άλλων μη μεταδοτικών ασθενειών (NCD) όπως οι καρδιαγγειακές παθήσεις, η υπέρταση και ο διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2). Έτσι, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα αποτελούν μια κατηγορία τροφίμων που τα τελευταία χρόνια κατακλύζουν τη διατροφή μας και η οποία σχετίζεται με τη νόσο του διαβήτη.

Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η υψηλότερη πρόσληψη υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων (UPF) μπορεί να σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2). Ωστόσο, τα UPF αποτελούν μια εξαιρετικά ετερογενή κατηγορία τροφίμων, ειδικά όσον αφορά τη διατροφική τους σύνθεση, τους τύπους των προϊόντων και τη συνεισφορά του σε μια συνηθισμένη δίαιτα. Δεν είναι επομένως σαφές εάν προηγούμενα αποτελέσματα που προσδιορίζουν τη συνολική πρόσληψη των UPF ως μεμονωμένο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 ισχύει για όλα τα υποκείμενα καταναλωτικά πρότυπα που εμπίπτουν σε αυτόν τον γενικό όρο.

Οι πιο πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η κατανάλωση UPF σχετίζεται σημαντικά με τη συχνότητα της παχυσαρκίας, την αύξηση της αντίστασης στην ινσουλίνη, των επιπέδων ΔΜΣ, της περιφέρειας μέσης και των επιπέδων LDL χοληστερόλης, ενώ μειώνει τα επίπεδα HDL χοληστερόλης, οδηγώντας σε πιθανή αύξηση του κινδύνου ΣΔτ2. Πολλές ερευνητικές μελέτες έχουν αποκαλύψει μια συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης UPF και του κινδύνου ΣΔτ2, όπου η μέση συμβολή της αναλογίας UPF (σε βάρος) στη διατροφή κυμαινόταν σε ένα ποσοστό 9,5%-48,7%. Επιπλέον, μπορεί να υπάρχει μια μικρή συσχέτιση μεταξύ της υψηλής κατανάλωσης UPF και του διαβήτη κύησης.

Αυτά τα ευρήματα θα μπορούσαν να σχετίζονται με τη σημαντική αύξηση επιβαρυντικών θρεπτικών ουσιών που βρίσκονται στα UPF. Αν και φαίνεται ότι υπάρχει μία στενή σχέση ανάμεσα στα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και το ΣΔτ2 απαιτούνται περαιτέρω μελέτες σε διαφορετικούς πληθυσμούς για να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα και να κάνουν επιτακτική πλέον τη λήψη μέτρων για τη βελτίωση των μελλοντικών διατροφικών κατευθυντήριων οδηγιών για να τονιστούν οι επιβλαβείς επιπτώσεις των UPF και να περιοριστεί η κατανάλωσή τους όσο το δυνατόν περισσότερο.

Την ίδια στιγμή πρέπει να γίνει ακόμα πιο σαφές και να τονιστεί η ανάγκη για αύξηση της κατανάλωσης πιο απλών, φρέσκων και λιγότερο επεξεργασμένων τροφίμων στο συνολικό διαιτολόγιο μας και η επιστροφή σε παλιότερα και πιο παραδοσιακά πρότυπα διατροφής.

 

Βιβλιογραφία

  1. Almarshad MI, Algonaiman R, Alharbi HF, Almujaydil MS, Barakat H. Relationship between Ultra-Processed Food Consumption and Risk of Diabetes Mellitus: A Mini-Review. Nutrients. 2022; 14(12):2366.
  2. Srour B, Fezeu LK, Kesse-Guyot E, Allès B, Méjean C, Andrianasolo RM, et al. Ultra-processed food intake and risk of cardiovascular disease: Prospective cohort study (NutriNet-Santé). BMJ [Internet]. 2019 [cited 2021 Jun 9];365. Available from: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/31142457/
  3. Delpino FM, Figueiredo LM, Bielemann RM, da Silva BGC, Dos Santos FS, Mintem GC, Flores TR, Arcêncio RA, Nunes BP. Ultra-processed food and risk of type 2 diabetes: a systematic review and meta-analysis of longitudinal studies. Int J Epidemiol. 2022 Aug 10;51(4):1120-1141.
  4. Astrup A, Magkos F, Bier DM, Brenna JT, de Oliveira Otto MC, Hill JO, et al. Saturated Fats and Health: A Reassessment and Proposal for Food-Based Recommendations: JACC State-of-the-Art Review [Internet]. Vol. 76, Journal of the American College of Cardiology. Elsevier USA; 2020 [cited 2021 Jun 9]. p. 844–57. Available from: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/32562735/
  5. Moradi S, Hojjati Kermani MA, Bagheri R, Mohammadi H, Jayedi A, Lane MM, Asbaghi O, Mehrabani S, Suzuki K. Ultra-Processed Food Consumption and Adult Diabetes Risk: A Systematic Review and Dose-Response Meta-Analysis. 2021 Dec 9;13(12):4410.
  6. Nardocci, M.; Polsky, J.Y.; Moubarac, J.-C. Consumption of ultra-processed foods is associated with obesity, diabetes and hypertension in Canadian adults.  J. Public Health2021, 112, 421–429.
  7. Duan MJ, Vinke PC, Navis G, Corpeleijn E, Dekker LH. Ultra-processed food and incident type 2 diabetes: studying the underlying consumption patterns to unravel the health effects of this heterogeneous food category in the prospective Lifelines cohort. BMC Med. 2022 Jan 13;20(1):7.

 

Συνοπτικός ενημερωτικός οδηγός διατροφής για τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2

Συντάκτες κειμένου:

  • Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στον Διαβήτη, MSc, PhD, Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά ‘’Τζάνειο’’.
  • Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος με ειδίκευση στον Διαβήτη και την Παχυσαρκία, MSc.

 

Καταμερισμός γευμάτων

Η διατροφή και η φυσική δραστηριότητα (αερόβια άσκηση 150’/εβδομάδα ή 20’/ημέρα) κατέχουν σημαντική θέση στη ζωή ενός ατόμου με σακχαρώδη διαβήτη. Ένα υγιεινό και ισορροπημένο πρόγραμμα διατροφής σε συνδυασμό με συστηματική σωματική άσκηση, μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση των επίπεδων του σακχάρου αίματος εντός των θεραπευτικών στόχων που έχει ορίσει ο θεράποντας ιατρός. Όσον αφορά στα άτομα με διαβήτη, δεν απαγορεύονται συγκεκριμένες τροφές ή ολόκληρες ομάδες τροφίμων, εκτός εάν υπάρχει κάποιο επιπλέον πρόβλημα υγείας (π.χ. νεφρική νόσος, δυσλιπιδαιμία). Σε κάθε άλλη περίπτωση το μοναδικό πράγμα που χρειάζεται να προσέξει το άτομο με διαβήτη αναφορικά με τη διατροφή του, είναι η ποσότητα και η συχνότητα ορισμένων τροφίμων ή γευμάτων. Πιο συγκεκριμένα, φροντίστε το γεύμα σας να απαρτίζετε από όλες τις ομάδες τροφίμων (γαλακτοκομικά, λαχανικά, φρούτα, ψωμί, δημητριακά, όσπρια, αμυλούχα λαχανικά, κρέας & υποκατάστατα, λιπαρά) σε περιορισμένη ποσότητα. Επειδή δεν υφίσταται ακόμα ο ιδανικός τρόπος κατανομής των μακροθρεπτικών συστατικών της τροφής, η διατροφή εξατομικεύεται ανάλογα τις τρέχουσες ανάγκες του ατόμου. Ένα χρήσιμο εργαλείο που θα σας βοηθήσει να περιορίσετε την ποσότητα της τροφής που θα καταναλώσετε και να ελέγξετε το σωματικό σας βάρος, είναι ο προγραμματισμός των γευμάτων (μέχρι 3 κυρίως γεύματα & 2 ενδιάμεσα σνακ π.χ. φρούτο ή γιαούρτι), χωρίς να παραλείπετε γεύματα.

Σωματικό βάρος

Όπως είναι ευρέως γνωστό η απώλεια σωματικού βάρους αποτελεί τον κυριότερο τροποποιήσιμο παράγοντα που σχετίζεται με το διαβήτη. Για τους νορμοβαρείς διαβητικούς ασθενείς (φυσιολογικό σωματικό βάρος & φυσιολογικές τιμές λιπώδους ιστού) συστήνεται η διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, η ισορροπημένη διατροφή και η φυσική δραστηριότητα. Για τους υπέρβαρους ή παχύσαρκους διαβητικούς ασθενείς (παθολογικό σωματικό βάρος & αυξημένες τιμές λιπώδους ιστού), συστήνεται η στοχευμένη απώλεια σωματικού βάρους (τουλάχιστον 5%), η μειωμένη ενεργειακή πρόσληψη και η αύξηση της ενεργειακής δαπάνης μέσω της φυσικής δραστηριότητας (κυρίως αερόβια). Η απώλεια βάρους θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα ενός καλά σχεδιασμένου διαιτολογίου από εξειδικευμένο διαιτολόγο που θα εξατομικεύσει τη διατροφική αγωγή ανάλογα με τις ανάγκες του διαβητικού ασθενή.

Πρωτεΐνες

Σε ένα εξατομικευμένο πλάνο ασθενή με διαβήτη δίνεται ιδιαίτερη βάση στις πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας: άπαχο λευκό κρέας (1-2 μερίδες/εβδομάδα), κόκκινο κρέας (1 μερίδα/εβδομάδα), λιπαρά ψάρια (2-3 μερίδες/εβδομάδα), αυγό (4/εβδομάδα), γαλακτοκομικά προϊόντα (1,5-2% λιπαρά), τυριά (ανθότυρο, τυρί cottage, κατίκι, μυζήθρα, κίτρινα light τυριά, μικρή ποσότητα φέτας σε αντικατάσταση του κρέατος του γεύματος). Πρόκειται για πρωτεΐνες ζωικής προέλευσης που περιλαμβάνουν όλα τα απαραίτητα αμινοξέα και είναι πηγές σιδήρου και βιταμίνης Β12.  Σε αυτή την κατηγορία τροφίμων καλό θα είναι να περιορίσετε την κατανάλωση ζωικού λίπους, αφαιρώντας το ορατό λίπος από το κρέας και την πέτσα από τα πουλερικά. Όσον αφορά στις πρωτεΐνες χαμηλής βιολογικής αξίας: ψωμί, δημητριακά, όσπρια, αμυλούχα λαχανικά, λαχανικά και σόγια, πρόκειται να λειτουργήσουν συμπληρωματικά για να καλύψουν τις ημερήσιες ανάγκες σας σε πρωτεΐνη. Για τα άτομα με νεφρική νόσο δεν είναι απαραίτητο να αποκλείσουν εντελώς τις πηγές φυτικής ή ζωικής πρωτεΐνης από τη διατροφή τους.

Υδατάνθρακες

Η συνολική ημερήσια πρόσληψη υδατανθράκων πρέπει να διαμοιράζεται σε όλα τα γεύματα. Οι τύποι υδατανθράκων που μας απασχολούν είναι τα σάκχαρα, το άμυλο και οι φυτικές ίνες. Η κατανάλωση τροφών με αυξημένη περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες (λαχανικά, φρούτα, προϊόντα ολικής άλεσης, όσπρια) επιβραδύνει τη διαδικασίας της γαστρικής κένωσης με αποτέλεσμα να απορροφώνται πιο αργά οι υδατάνθρακες της τροφής και να αυξάνονται πιο σταδιακά και ομαλά τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα. Επιπλέον προκαλούν μεγαλύτερο κορεσμό και γρηγορότερη απώλεια σωματικού βάρους. Για να αυξήσετε την κατανάλωση φυτικών ινών: συμπεριλάβετε σαλάτες ωμές ή βραστές σε κάθε γεύμα (αρχίζοντας από τη σαλάτα), επιλέξτε ωμά φρούτα έναντι χυμού, επιμείνετε στην κατανάλωση δημητριακών (βοηθούν περισσότερο στη ρύθμιση των επιπέδων του σακχάρου σε σχέση με τις φυτικές ίνες των φρούτων), μείνετε ενήμεροι σχετικά με τις  ημερήσιες ανάγκες σας σε φυτικές ίνες 21-25γρ/ημέρα (γυναίκες) και 30-38γρ/ημέρα (άνδρες), ελέγξτε τις διατροφικές ετικέτες για την περιεκτικότητα του τροφίμου σε θερμίδες, υδατάνθρακες και φυτικές ίνες.

Τα απλά σάκχαρα (μέλι, ζάχαρη, καραμέλες, γλυκά) έχουν την ιδιότητα να αυξάνουν απότομα τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα, εκθέτοντας αρχικά το άτομο σε υπεργλυκαιμία. Η απότομη αύξηση, συνοδεύεται και από απότομη μείωση των επιπέδων σακχάρου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύντομα το αίσθημα της πείνας. Επειδή η γλυκαιμική απόκριση από την κατανάλωση σουκρόζης (επιτραπέζια ζάχαρη), ομοιάζει κάποιες φορές με αυτή από την κατανάλωση αμύλου, δεν κρίνεται αναγκαία η πλήρης απαγόρευσή της, αλλά η περιορισμένη χρήση της! Γενικότερα, ο τρόπος που επηρεάζεται το σάκχαρο αίματος μεταγευματικά εξαρτάται από την ποσότητα των υδατανθράκων του γεύματος, τον τύπο του σακχάρου, την κατηγορία του αμύλου, τον τρόπο μαγειρέματος, την επεξεργασία του τροφίμου και την παρουσία άλλων μακροθρεπτικών συστατικών. Σε κάθε περίπτωση, μην παρασύρεστε από την παραπληροφόρηση και τη λανθασμένη εκτίμηση που γίνεται από μη ειδικούς σχετικά με τον πλήρη αποκλεισμό υδατανθράκων από τη διατροφή σας λόγω του διαβήτη.

Λιπαρά

Πηγές λιπαρών που επιλέγω, είναι τα λεγόμενα ‘’καλά’’ λιπαρά που βρίσκονται στο ελαιόλαδο, τους ανάλατους ξηρούς καρπούς, το αβοκάντο, τις ελιές, τα λιπαρά ψάρια (σαρδέλα, γαύρος, κολιός, γόπα), τον τόνο (σε νερό), τα προϊόντα χαμηλά σε λιπαρά (1,5%) και το άπαχο κρέας. Αποφύγετε πηγές κορεσμένων λιπαρών καταναλώνοντας τρόφιμα όπως βούτυρο, κρέμες μαγειρικής, τυρόπιτες, πίτσες, fast-food. Ο καλύτερος τρόπος μαγειρικής φαγητών είναι στον ατμό, βραστά ή ψητά (προσθέτοντας λίγο ελαιόλαδο). Αποφύγετε το τηγάνισμα ή το τσιγάρισμα.

Γλυκαντικά

Αποτελούν ιδανικό μέσο που βοηθά τα άτομα με διαβήτη να συμμορφώνονται στις απαιτήσεις της διαιτητικής αγωγής, κρατώντας την απόλαυση του φαγητού και ειδικότερα της γλυκιάς γεύσης. Βασική προϋπόθεση βέβαια είναι να καταναλώνονται στις επιτρεπόμενες ημερήσιες ποσότητες. Εγκεκριμένες από την ΕΕ γλυκαντικές ύλες είναι η ακεσουλφάμη-Κ, το κυκλαμικό οξύ, η σουκραλόζη, η σακχαρίνη, οι γλυκοζίτες στεβιόλης (γλυκαντικό που προέρχεται από το φυτό στέβια). Τα παραπάνω μη θερμιδικά γλυκαντικά δεν επηρεάζουν μεταγευματικά τα επίπεδα της γλυκόζης στο αίμα. Προσοχή στα άτομα που λανθασμένα επιλέγουν ως υποκατάστατο ζάχαρης τη ‘’φρουκτόζη’’, καθώς έχει φανεί ότι η κατανάλωσή της έχει αρνητική επίδραση στα λιπίδια. Η πρόσληψη φρουκτόζης ενθαρρύνεται μόνο από πηγές που υπάρχει φυσικά, δηλαδή τα φυτικά τρόφιμα.

Αλάτι

Προσπαθήστε να μειώσετε το προστιθέμενο αλάτι στο μαγείρεμα και αποφύγετε τα επεξεργασμένα τρόφιμα. Μείνετε ενήμεροι για τις προτεινόμενες ποσότητες αλατιού: για υγιείς ενήλικες μέχρι 6γρ αλατιού/ημέρα (2,4γρ ή 100mmol νατρίου, πρακτικά 1 κουταλάκι του γλυκού), για ασθενείς με υπέρταση μέχρι 2,4γρ αλατιού/ημέρα, ήπια νεφροπάθεια μέχρι 2γρ αλατιού/ημέρα. Για την ενίσχυση της γεύσης χρησιμοποιήστε ελευθέρα λεμόνι, ξύδι, και αντί για αλάτι χρησιμοποιήστε μυρωδικά ή μπαχαρικά (άνηθο, ρίγανη, θυμάρι, δεντρολίβανο, βασιλικό, δυόσμο, δάφνη, πιπέρι, μοσχοκάρυδο, κύμινο).

Οινοπνευματώδη ποτά & νερό

Προσπαθήστε να μετριάσετε την κατανάλωση αλκοόλ. Μείνετε ενήμεροι για τις προτεινόμενες συστάσεις κατανάλωσης αλκοόλ: 1 ποτό/ημέρα (γυναίκες), 2 ποτά/ημέρα για άνδρες (πάντα με τη σύμφωνη γνώμη του θεράποντος ιατρού, καθώς, μπορεί να συνυπάρχουν και άλλες παθήσεις που καθιστούν την κατανάλωση αλκοόλ απαγορευτική). Τα αλκοολούχα ποτά μπορεί να περιέχουν υδατάνθρακες και να αυξήσουν τις τιμές γλυκόζης ως πρώτη αντίδραση, εκθέτοντας αρχικά το άτομο σε υπεργλυκαιμία. Σε δεύτερο χρόνο η αλκοόλη του ποτού θα δράσει μειώνοντας τις τιμές του σακχάρου ακόμα και την επόμενη μέρα. Για τους παραπάνω λόγους για τα άτομα με ΣΔΤ2 που η αντιδιαβητική τους θεραπεία περιλαμβάνει και εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης, καλό θα είναι να συνοδέψουν το ποτό με ένα σνακ (παρουσία υδατάνθρακα) για την αποφυγή υπογλυκαιμιών. Εάν θέλετε να υπολογίσετε την επαρκή ποσότητα νερού που χρειάζεται να καταναλώσετε ημερησίως, λάβετε υπόψιν ότι οι ανάγκες ενός ενήλικα υπολογίζονται βάση του σωματικού σας βάρους (0,03 λίτρα νερό/κιλό ΣΒ). Παράδειγμα: για ένα άτομο 60kg, η ημερήσια ποσότητα νερού ανέρχεται στα 1,8 λίτρα/ημέρα. Ειδάλλως, ακολουθήστε τον γενικό κανόνα για ενήλικες: 8-10 ποτήρια υγρών/ημέρα (εκ των οποίων τα 6-8 να είναι νερό).

“Σακχαρώδης Διαβήτης, μια «ύπουλη» και περίπλοκη νόσος” – Άρθρο του Καθηγητή Κ. Μακρυλάκη, Γεν. Γραμματέα ΕΔΕ

 Γράφει ο Κωνσταντίνος Μακρυλάκης, Γ.Γ. Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, Καθηγητής Παθολογίας-Μεταβολικών Νοσημάτων Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών ΓΝΑ Λαϊκό

(Άρθρο στο www.liveit.gr)

Ο διαβήτης είναι μια «ύπουλη» νόσος διότι δυνητικά μπορεί να προκαλέσει σημαντικότατες βλάβες, που επηρεάζουν τόσο την ποιότητα όσο και την ποσότητα της ζωής των πασχόντων, χωρίς να προκαλεί συνήθως δραματικά συμπτώματα που θα κινητοποιήσουν τον πάσχοντα να αντιδράσει έγκαιρα. Δεν προκαλεί συνήθως πόνο στο σώμα (με κάποιες λίγες εξαιρέσεις επώδυνης νευροπάθειας) και έτσι εύκολα θεωρείται ως μια «αθώα κατάσταση» («έχω λίγο ζάχαρο, 150-180, πού να δεις άλλους» λένε μερικές φορές λανθασμένα οι ασθενείς). Είναι όμως στην πραγματικότητα μια σοβαρότατη διαταραχή του μεταβολισμού που σταδιακά κάνει βλάβες στα αγγεία του σώματος. Και επειδή αγγεία έχουμε σε όλο μας το σώμα, ο διαβήτης μπορεί να  επηρεάσει πολλά και ζωτικά όργανα.

Μπορεί να οδηγήσει αργά και σταδιακά σε βλάβες στα μάτια (ακόμα και σε τύφλωση), σε καταστροφή των νεφρών (με ανάγκη χρήσης μηχανημάτων τεχνητού νεφρού), σε βλάβες των κάτω άκρων (με γάγγραινα, νευροπάθεια και ακρωτηριασμούς), σε εμφράγματα της καρδιάς, καρδιακή ανεπάρκεια, εγκεφαλικά επεισόδια (με νευρολογικές παραλύσεις) και φυσικά επηρεασμό της ψυχικής υγείας των πασχόντων όταν οι επιπλοκές φτάσουν σε μη αντιστρεπτά και δύσκολα αντιμετωπίσιμα όρια. Το προσδόκιμο ζωής των αρρύθμιστων διαβητικών είναι μικρότερο από ίδιας ηλικίας άτομα χωρίς διαβήτη.

Γιατί ο διαβήτης είναι μια δύσκολα αντιμετωπίσιμη ασθένεια;

Επειδή η παθοφυσιολογία της δημιουργίας του διαβήτη είναι πολύ πολύπλοκη (και όχι πλήρως διευκρινισμένη ακόμα), η θεραπεία του είναι δύσκολη. Δεν είναι δυνατόν να «ιαθεί» η νόσος, να εξαφανισθεί δηλαδή, μπορεί όμως να ελεγχθεί αρκετά ικανοποιητικά τις περισσότερες φορές, και να αποφευχθούν ή τουλάχιστον να καθυστερήσουν οι επιπλοκές. Χρειάζεται όμως γι’ αυτό μια συντονισμένη προσπάθεια πολλών παραγόντων, αλλαγών στον τρόπο ζωής και κατάλληλων φαρμάκων.

Ο διαβήτης έχει να κάνει αφενός μεν με κληρονομικότητα (υπάρχουν δηλαδή γονίδια που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά και προδιαθέτουν το άτομο να εμφανίσει σταδιακά ανεπαρκή έκκριση [και ίσως και ανεπαρκή δράση] της ινσουλίνης και αφετέρου σχετίζεται με τον τρόπο ζωής (κυρίως με την ανάπτυξη παχυσαρκίας λόγω του καθιστικού σύγχρονου τρόπου ζωής και της μη σωστής διατροφής). Η συχνότητά του στον πλανήτη συνεχώς αυξάνει (την τελευταία 20ετία έχει σχεδόν 4πλασιαστεί ο επιπολασμός του στον πλανήτη), και αυτό σχετίζεται ακριβώς με την επικράτηση του καθιστικού τρόπου ζωής και της αύξησης της παχυσαρκίας που έφερε η τεχνολογική επανάσταση και η ανθυγιεινή διατροφή της σημερινής εποχής. Στην Ελλάδα πριν από 50 χρόνια η συχνότητά του υπολογιζόταν γύρω στο 2-3%, ενώ σήμερα, σύμφωνα με πρόσφατη πανελλήνια μελέτη στην οποία συμμετείχε η Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία (μελέτη ΕΜΕΝΟ), η συχνότητά του έχει φτάσει περίπου το 12%.

Οι επιπλοκές του διαβήτη

Οι επιπλοκές του διαβήτη είναι κατά βάση αγγειακές, με αποτέλεσμα βλάβες ζωτικών οργάνων που αρδεύονται (αιματώνονται) από τα αγγεία αυτά. Μπορούν να αποφευχθούν με την καλή ρύθμιση των παραγόντων εκείνων που οδηγούν στις βλάβες αυτές των αγγείων, δηλαδή με την όσο το δυνατόν καλύτερη ρύθμιση του σακχάρου του αίματος, τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, της χοληστερίνης, τη μείωση της παχυσαρκίας (με σωστή διατροφή και αύξηση της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινή ζωή), τη διακοπή του καπνίσματος και τη χρήση κατάλληλων φαρμάκων.

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα βρέθηκε ότι δύο ειδικές κατηγορίες αντιδιαβητικών ουσιών, οι GLP-1 αγωνιστές και SGLT-2 αναστολείς, μπορούν, κυρίως σε άτομα με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή ή/και νεφρική νόσο και καρδιακή ανεπάρκεια, να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο επιδείνωσης αυτών των καρδιαγγειακών και νεφρικών επιπλοκών και να αυξήσουν το προσδόκιμο επιβίωσης των ασθενών αυτών. Ο μηχανισμός δράσης τους για τις επιδράσεις αυτές φαίνεται ότι δεν έχει σχέση με τη μείωση του σακχάρου αίματος, αλλά με μια ποικιλία άλλων επιδράσεων στον οργανισμό.

Πρόληψη και αντιμετώπιση του διαβήτη

Το «κλειδί» στην πρόληψη του διαβήτη, ιδιαίτερα του τύπου 2 που σχετίζεται πολύ με την παχυσαρκία και τον τρόπο ζωής, είναι η αποφυγή της παχυσαρκίας και της καθιστικής ζωής, με την κατάλληλη ισορροπημένη διατροφή και αύξηση της σωματικής δραστηριότητας στην καθημερινή ζωή, κυρίως στα άτομα που έχουν κληρονομικό ιστορικό διαβήτη (έχουν δηλαδή συγγενείς 1ου ή 2ου βαθμού με διαβήτη – δυστυχώς δεν μπορεί να διαλέξει κανείς τα γονίδιά του ούτε και να τα αλλάξει). Δεν έχει σημασία αν οι συγγενείς αυτοί εμφάνισαν διαβήτη σε μεγάλη ηλικία (π.χ. 80-90 ετών). Η εμφάνιση του διαβήτη στις επόμενες γενιές μπορεί να επισυμβεί νωρίτερα (π.χ. 40-50 ετών) λόγω της δυσμενούς επίδρασης της παχυσαρκίας και της καθιστικής ζωής πάνω στα γονίδια που έχει κληρονομήσει ο άνθρωπος αυτός. Θα ενεργοποιηθούν δηλαδή τα γονίδια σε νεαρότερη ηλικία και θα εμφανισθεί ο διαβήτης νωρίτερα από τους προγόνους του.

Η αντιμετώπιση του διαβήτη στηρίζεται και πάλι στις ίδιες αρχές, τη μείωση της παχυσαρκίας με σωστή διατροφή και σωματική δραστηριότητα και τη χρήση κατάλληλων φαρμάκων για τη ρύθμιση των παραγόντων κινδύνου (σάκχαρο, πίεση, χοληστερίνη, κάπνισμα, κλπ).

Είναι πάρα πολύ σημαντική η τακτική παρακολούθηση από τον θεράποντα ιατρό, ο οποίος θα πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει τις πιθανές επιπλοκές της νόσου και να διενεργεί τις κατάλληλες εξετάσεις κατά διαστήματα, για την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπισή τους. Για παράδειγμα, συνιστάται, κατ’ ελάχιστον, να διενεργείται προληπτική εξέταση των ματιών από οφθαλμίατρο κάθε χρόνο, καθώς και εξέταση της λειτουργίας των νεφρών (με μέτρηση της κρεατινίνης αίματος και της αποβολής λευκωματίνης στα ούρα) επίσης κάθε χρόνο, έτσι ώστε να μπορούν να γίνουν έγκαιρες παρεμβάσεις για επιβράδυνση της επιδείνωσης.

Η παρακολούθηση των λιπιδίων του αίματος και της αρτηριακής πίεσης είναι επίσης αναγκαίες, έτσι ώστε να δοθεί η κατάλληλη θεραπεία αν είναι εκτός στόχων. Αντίθετα απ’ ότι πιστεύουν πολλοί, δεν χρειάζονται και δεν συνιστώνται από τις Διαβητολογικές επιστημονικές εταιρείες προληπτικές απεικονιστικές εξετάσεις αγγείων και καρδιάς (υπερηχογραφήματα καρωτίδων, τεστ κοπώσεως, στεφανιογραφίες, κλπ) σε άτομα που δεν έχουν καρδιολογικά συμπτώματα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι ρυθμίζονται οι παράγοντες κινδύνου που αναφέρθηκαν παραπάνω, διότι έχει βρεθεί ότι δεν προσφέρουν τίποτα παραπάνω στη θεραπεία των ασθενών, και αντίθετα μπορεί να οδηγήσουν σε υπερσυνταγογράφηση εξετάσεων και επεμβατικών θεραπειών (αγγειοπλαστικών, εγχειρήσεων by-pass, κλπ), που μερικές φορές ενέχουν έξτρα κινδύνους, και φυσικά κόστος, για τους ασθενείς και τα συστήματα υγείας.

Η ανάγκη πρόσβασης των διαβητικών ατόμων και των ιατρών σε συνεχή εκπαίδευση

Είναι επιτακτική ανάγκη οι άνθρωποι που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη να είναι όσο το δυνατόν καλύτερα ενημερωμένοι για τις ποικίλες εκδηλώσεις και πιθανές επιπλοκές της πάθησής τους, έτσι ώστε να προσπαθήσουν να τις προλάβουν/αντιμετωπίσουν. Αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο στην πράξη, απαιτεί αρκετό χρόνο και πολλαπλές συνεδρίες διδασκαλίας, ανάληψη ευθύνης και από μέρους των ίδιων των ασθενών (οι οποίοι θα πρέπει να ενδιαφερθούν να μάθουν), και έτσι η αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης των ασθενών ποικίλλει πολύ, ανάλογα και με το κοινωνικο-μορφωτικό επίπεδο του κάθε ανθρώπου. Η αλληλεπίδραση επίσης με τους επαγγελματίες υγείας έχει τεράστια σημασία για τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ τους.

Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχουν δομημένα προγράμματα εκπαίδευσης εκπαιδευτών στον διαβήτη (δηλαδή εκπαίδευσης επαγγελματιών υγείας, πέραν των ιατρών, όπως π.χ. εξειδικευμένων νοσηλευτών/νοσηλευτριών, διαιτολόγων, ψυχολόγων, ποδολόγων, επισκεπτών(ριών) υγείας, κλπ), οι οποίοι θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο της εκπαίδευσης των ασθενών με πιο δομημένο τρόπο και να συνεπικουρούν τους ιατρούς, των οποίων ο χρόνος για εξέταση, συνταγογράφηση και ταυτόχρονα εκπαίδευση είναι πολύ περιορισμένος.

Από την άλλη μεριά επίσης, λόγω ακριβώς της πολυπλοκότητας και των ποικίλων εκφράσεων του διαβήτη, είναι επίσης επιτακτική η ανάγκη της σωστής και συνεχιζόμενης επιμόρφωσης των θεραπόντων ιατρών στον διαβήτη. Είναι αναγκαίο να υπάρχουν εξειδικευμένοι διαβητολόγοι, είτε Ενδοκρινολόγοι είτε στην καλύτερη περίπτωση εξειδικευμένοι στον διαβήτη Παθολόγοι και Παιδίατροι (διότι ο διαβήτης επηρεάζει όλα τα όργανα του σώματος και εμφανίζει στην ουσία ως εκδηλώσεις όλη την Παθολογία), οι οποίοι και θα στελεχώσουν τα δημόσια Διαβητολογικά Κέντρα που θα έχουν και τη δυνατότητα και την ευθύνη να συνεχίσουν την εκπαίδευση νεότερων ιατρών στον διαβήτη. Εκπαίδευση η οποία είναι απαραίτητο να είναι δομημένη και να ελέγχεται με τη διενέργεια εξετάσεων στο τέλος της, ώστε να εξασφαλίζει σωστή ποιότητα και αποτελεσματικότητα. Μιλάμε δηλαδή για Εξειδίκευση στον διαβήτη και όχι για ανεξέλεγκτη επιμόρφωση. Έτσι θα μπορέσει να υπάρξει και συνεργασία της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, που θα αναλάβει πιθανότατα με επιτυχία τα αρχικά στάδια της θεραπείας των διαβητικών και θα παραπέμπει στα εξειδικευμένα διαβητολογικά ιατρεία και κέντρα τα πιο περίπλοκα περιστατικά.

Η Πολιτεία λοιπόν οφείλει να φροντίσει να εξασφαλίσει αφενός μεν την επιβίωση των διαβητολογικών Κέντρων και Ιατρείων που υπάρχουν, τα οποία εδώ και 4 χρόνια φυλλορροούν και απαξιώνονται από την ανεξήγητη έλλειψη έγκρισης από μέρους της Πολιτείας της έναρξης της εξειδίκευσης των Παθολόγων και Παιδιάτρων στον διαβήτη, αφετέρου δε να παράσχει στον Έλληνα διαβητικό ασθενή τα εχέγγυα ότι όταν επισκέπτεται κάποιον ιατρό που τον κουράρει για τον διαβήτη του, αυτός θα έχει τις απαραίτητες πιστοποιημένες γνώσεις στον διαβήτη και τη δυνατότητα παραπομπής σε εξειδικευμένα κέντρα αν δεν μπορεί ο ίδιος να ανταπεξέλθει. Θα είναι τραγικό η εκπαίδευση στον διαβήτη να αφεθεί στην αυτοεκπαίδευση και στην αυτοανακήρυξη ειδικών. Η ποιότητα της αντιμετώπισης των ανθρώπων με διαβήτη, άρα και οι επιπλοκές, θα χειροτερεύσουν τότε τραγικά, και όπως είπαμε παραπάνω, αυτό θα γίνει ύπουλα και σταδιακά σε βάθος ετών.

Ενημερωτική Εκστρατεία της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Διαβήτη 2022

Αξιότιμοι κυρίες και κύριοι,

εκ μέρους του ΔΣ της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας, σας αποστέλλουμε κατωτέρω το ενημερωτικό υλικό της εκστρατείας ευαισθητοποίησης της ΕΔΕ, στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Διαβήτη 2022.

Με εκτίμηση

Για το ΔΣ της ΕΔΕ

Η Πρόεδρος
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας
Κ. Μακρυλάκης



 

ΑΦΙΣΕΣ / ΥΛΙΚΟ 



Μήνυμα ΕΔΕ για την Παγκόσμια Ημέρα Διαβήτη (14 Νοεμβρίου): «Εκπαίδευση για την προστασία του αύριο»

Το μήνυμα της ενημερωτικής εκστρατείας της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Διαβήτη (IDF) και της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας (ΕΔΕ) για τον Σακχαρώδη Διαβήτη, στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Διαβήτη 2022 είναι «Εκπαίδευση για την προστασία του αύριο».

Η ΕΔΕ τονίζει ότι είναι επιτακτική ανάγκη να δράσει η πολιτεία άμεσα με νομοθετική ρύθμιση για την επανέναρξη της εξειδίκευσης των Παθολόγων και Παιδιάτρων και τη στελέχωση των 22 Διαβητολογικών Κέντρων και 62 Διαβητολογικών Ιατρείων της χώρας. Επιπλέον, πρέπει να απονεμηθεί ο τίτλος της εξειδίκευσης σε όσους Παθολόγους και Παιδιάτρους έχουν μετεκπαιδευτεί.

Διαβάστε το σχετικό Δελτίο Τύπου της ΕΔΕ

Αυτοαντισώματα στον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου Ι

Επιμέλεια: Μαρία Δημητρίου, Τμήμα Ανοσολογίας-Ιστοσυμβατότητας, Γ.Ν.Ν.Π. «Άγιος Παντελεήμων», Πειραιάς

 

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου Ι (ΣΔτΙ), είναι ένα χρόνιο αυτοάνοσο νόσημα, στο οποίο η ανοσιακή απόκριση μέσω συγκεκριμένων αυτοαντισωμάτων στρέφεται εναντίον κυττάρων τα οποία εδράζονται στο πάγκρεας. Αυτά τα αυτοαντισώματα είναι ειδικά και η σύνδεσή τους με τα κύτταρα του παγκρέατος οδηγεί σε καταστροφή ή καταστολή της φυσιολογικής τους λειτουργίας. Όσοι θα νοσήσουν από ΣΔτΙ είναι άτομα με προϋπάρχουσα γενετική προδιάθεση η οποία σε συνδυασμό με περιβαλλοντικές επιρροές συνήθως νωρίς στη ζωή, επάγει την αυτοανοσία κατά των β-κυττάρων του παγκρέατος. Η απώλεια των β-κυττάρων οδηγεί σε σταδιακή μείωση της παραγωγής ενδογενούς ινσουλίνης με αποτέλεσμα απώλεια του ελέγχου του σακχάρου στο αίμα και επακόλουθη εξάρτηση από την χορήγηση εξωγενούς ινσουλίνης.

Η αιτιολογία της αυτοανοσίας των β-κυττάρων είναι ακόμη ασαφής. Μόλις όμως ξεκινήσει η ανοσιακή απόκριση, η εξέλιξη προς την κλινική έκφραση του ΣΔτΙ αποτυπώνεται σε 3 στάδια:

  1. Ασυμπτωματική αυτοανοσία των β-κυττάρων με νορμογλυκαιμία
  2. Ασυμπτωματική αυτοανοσία των β-κυττάρων με δυσγλυκαιμία
  3. Συμπτωματικός Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου Ι.

Η αλληλουχία των γεγονότων από την αυτοανοσία έως την κλινική εμφάνιση του διαβήτη είναι σχετικά προβλέψιμη, αλλά η διάρκεια κάθε φάσης μπορεί να ποικίλλει ευρέως μεταξύ των διαφόρων ατόμων. Διάφορα γενετικά τεστ μπορούν να αποκαλύψουν τη διαστρωμάτωση του κινδύνου κατά τη γέννηση, αν και διαφορετικά γονίδια και περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν την αυτοανοσία των β-κυττάρων. Ως δείκτης πρόβλεψης χρησιμοποιείται ο HLA γονότυπος και κάποια αυτοαντισώματα.

Τα πρώτα αυτοαντισώματα που περιγράφονται στον ΣΔτΙ είναι τα αυτοαντισώματα έναντι των νησιδίων του παγκρέατος (ΙCA: islet cell antibodies). Αυτά στρέφονται έναντι κυτταροπλασματικών πρωτεϊνών όλων των τύπων κυττάρων των νησιδίων. Όχι μόνο κατά των β-κύτταρων. Ανιχνεύονται με τη μέθοδο του έμμεσου ανοσοφθορισμού και με ELISA. Είναι παρόντα στο 80% των ατόμων κατά τη διάγνωση. Πλέον έχουν αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από δοκιμασίες προσδιορισμού άλλων αυτοαντισωμάτων που στρέφονται κατά συγκεκριμένων πρωτεϊνών των νησιδίων του παγκρέατος.

Τα αυτοαντισώματα ΙΑΑ (κατά της ινσουλίνης) είναι τα πρώτα που εμφανίζονται κατά την έναρξη της νόσου ενώ μειώνεται η εμφάνισή τους με την αύξηση της ηλικίας. Ανιχνεύονται στο 80% των ασθενών κάτω των δέκα ετών με υψηλότερους τίτλους στα παιδιά κάτω των πέντε ετών και στο 60% ασθενών μεταξύ 10-20 ετών. Τα ΙΑΑ εμφανίζονται συνήθως μαζί με τα GAD65 (αυτοαντισώματα έναντι αποκαρβοξυλάσης του γλουταμινικού οξέος). Τα αυτοαντισώματα κατά του GAD65 ανιχνεύονται στο 70% των ασθενών πριν την έναρξη της νόσου και στο 70-90% των ασθενών στην αρχή της νόσου. Επίσης είναι ο πιο ευαίσθητος δείκτης για το ΣΔτΙ των ενηλίκων, καθώς και για το LADA (λανθάνων αυτοάνοσος διαβήτης των ενηλίκων) με εμφάνιση 90%.

Επιπλέον αυτοαντισώματα μπορεί να εμφανιστούν και να επηρεάσουν την εξέλιξη σε καθένα από τα στάδια της ανάπτυξης της νόσου. Τα αυτοαντισώματα κατά του αντιγόνου-2 των νησιδίων (ΙΑ2: islet antigen-2) πρωτεϊνικής φωσφατάσης της τυροσίνης εμφανίζονται σε ποσοστό 50-70% των παιδιών και εφήβων και σε ποσοστό 30-50% των ενηλίκων με πρόσφατα διαγνωσμένο ΣΔτΙ. Τα ΙΑ2 εμφανίζονται στο 50% των ατόμων με ΣΔτΙ ακόμη και πριν την κλινική εκδήλωση της νόσου, ενώ είναι παρόντα σε μικρό ποσοστό και στο LADA.

Τα αντισώματα έναντι του μεταφορέα ψευδαργύρου ZnT8, είναι ανιχνεύσιμα στον ορό πολλών παιδιών στο προδιαγνωστικό στάδιο και παραμένουν έως την εκδήλωση του ΣΔτΙ. Μειώνονται γρήγορα τα πρώτα χρόνια μετά την έναρξη της νόσου. Ανιχνεύονται σε ένα 25% των ασθενών με LADA ακολουθώντας σε ποσοστό συχνότητας εμφάνισης τα GAD65.

H παρουσία πολλαπλών αυτοαντισωμάτων αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα για εκδήλωση ΣΔτΙ. 70% των διαβητικών ατόμων έχουν τρία ή τέσσερα αυτοαντισώματα, ενώ μόνο το 10% έχει μόνο ένα αυτοαντίσωμα. Περίπου το 96% των ατόμων είναι θετικά για τουλάχιστον ένα από τα τέσσερα αυτοαντισώματα. Η διάρκεια του πρώτου σταδίου της παθογένεσης μπορεί να ποικίλλει από μερικούς μήνες έως και δεκαετίες. Όσο μεγαλύτερο είναι το άτομο κατά την εμφάνιση της αυτοανοσίας, όσο βραδύτερη η πρόοδος στην εμφάνιση πάνω από ένα αυτοαντίσωμα και όσο χαμηλότεροι είναι οι τίτλοι  των ΙΑΑ, τόσο περισσότερο θα καθυστερήσει η κλινική έναρξη του διαβήτη. Αντιθέτως όσο υψηλότεροι είναι οι τίτλοι των ΙΑΑ και ΙΑ2 αλλά όχι οι τίτλοι των GAD65 τόσο πιο πολύ αυξάνεται η πιθανότητα για κλινική εκδήλωση της νόσου στα προσεχή 5 έτη. Τα άτομα με αυτοαντισώματα ΙΑ2 ΚΑΙ ZnT8A τείνουν να εξελίσσονται πιο γρήγορα ως προς τη νόσο σε σχέση με τα άτομα χωρίς αυτά τα αυτοαντισώματα.

Η αυτοάνοση διεργασία είναι δυναμική και συνεχώς εξελισσόμενη. Ο ανοσολογικός έλεγχος που διενεργείται σε μια δεδομένη στιγμή αποτελεί ένα στιγμιότυπο και μόνο, αυτής της εξέλιξης. Έχοντας αυτό κατά νου, αντιλαμβανόμαστε ότι τα διάφορα αυτοαντισώματα δεν εμφανίζονται πάντα συγχρόνως επομένως οι προσδιορισμοί θα πρέπει να επαναλαμβάνονται. Επιπλέον πρέπει να θυμόμαστε ότι η εξαφάνιση των αυτοαντισωμάτων δε σημαίνει και την παύση της καταστροφής των β-κυττάρων. Για να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς την προγνωστική αξία των αυτοαντισωμάτων σε συγγενείς ασθενών με τουλάχιστον ένα αυτοαντίσωμα απαιτείται στενή παρακολούθηση με προσδιορισμό τους για αρκετά έτη. Ο ΣΔτΙ δεν είναι 100% κληρονομικός. Δεν έχει εντοπιστεί ένα συγκεκριμένο γονίδιο που να προκαλεί τη νόσο. Πολλοί άνθρωποι αναπτύσσουν τη νόσο χωρίς οικογενειακό ιστορικό. Επίσης πολλά άτομα που φέρουν ένα αυτοαντίσωμα, ενδέχεται να μην αναπτύξουν ποτέ διαβήτη. Είναι αδύνατο μα και οικονομικά ασύμφορο να ελεγχθούν όλοι καθώς οι διαγνώσεις θα ήταν ελάχιστες και τα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα αρκετά. Προς το παρόν οι δοκιμασίες προσδιορισμού αντισωμάτων συνιστώνται μόνο σε όσους έχουν άμεσα μέλη της οικογένειας με διάγνωση ΣΔτΙ ή σε όσους η διάγνωση είναι ασαφής.

 

Συμπερασματικά

Η εμφάνιση των αυτοαντισωμάτων για το ΣΔτΙ μπορεί να προηγείται της κλινικής εκδήλωσης της νόσου για χρόνια, ακόμη και δεκαετίες. Η ανίχνευση πολλαπλών αυτοαντισωμάτων αποτελεί ένα ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για ανάπτυξη της νόσου. Ο συνδυασμός προσδιορισμού αυτοαντισωμάτων επιτρέπει την ταυτοποίηση του ΣΔτΙ ο οποίος έχει ήδη ξεκινήσει σε 98% των περιπτώσεων.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Couper JJ, Haller MJ, Ziegler AG et al. ISPAD Clinical Practice Consensus Guidelines 2014. Phases of type 1 diabetes in children and adolescents. Pediatr Diabetes 2014;15(Suppl 20):18–25.
  2. Krischer JP, Lynch KF, Schatz DA et al. The 6 year incidence of diabetes-associated autoantibodies in genetically at-risk children: the TEDDY study. Diabetologia 2015; 58:980–987.
  3. Bingley PJ. Clinical applications of diabetes antibody testing. J Clin Endocrinol Metab 2010; 95:25–33.
  4. Andersson C, Kolmodin M, Ivarsson SA et al. Islet cell antibodies (ICA) identify autoimmunity in children with new on- set diabetes mellitus negative for other islet cell antibodies. Pediatr Diabetes 2013; 15:336–344.
  5. Steck AK, Dong F, Waugh K et al. Predictors of slow progression to diabetes in children with multiple islet autoanti- bodies. J Autoimmun 2016; 72:113–117.
  6. Yu L, Boulware DC, Beam CA et al. Zinc transporter-8 autoantibodies improve prediction of type 1 diabetes in relatives positive for the standard biochemical autoantibodies. Diabetes Care 2012; 35:1213–1218.
  7. Delli AJ, Vaziri-Sani F, Lindblad B et al. Zinc transporter 8 autoantibodies and their association with SLC30A8 and HLA-DQ genes differ between immigrant and Swedish patients with newly diagnosed type 1 diabetes in the Better Diabetes Diagnosis study. Diabetes 2012; 61:2556–2564.