Ο ρόλος της διατροφής στην υπογονιμότητα των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη

Θηρεσία Χονδρού1, Ειρήνη Λυμπεροπούλου1
Επιβλέποντας Διαιτολόγος: Χάρης Δημοσθενόπουλος1
1 Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Η υπογονιμότητα είναι μια ιατρική κατάσταση που αφορά το αναπαραγωγικό  σύστημα του άνδρα ή της γυναίκας και ορίζεται ως η αποτυχία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από 12 ή περισσότερους μήνες τακτικής απροστάτευτης σεξουαλικής επαφής, επηρεάζοντας τη ψυχοκοινωνική ευημερία των ανθρώπων. Περίπου το 17,5% του ενήλικου πληθυσμού – περίπου 1 στους 6 παγκοσμίως – παρουσιάζει υπογονιμότητα [1], με τα υψηλότερα ποσοστά επιπολασμού  να απαντώνται σε ορισμένες περιοχές όπως η Αμερική, η Αφρική και η Ευρώπη [2].

Πιο συγκεκριμένα, ένας σημαντικός παράγοντας που εντείνει το πρόβλημα της υπογονιμότητας είναι και ο σακχαρώδης διαβήτης. Όσον αφορά τις γυναίκες με ΣΔτ1 έχουν παρατηρηθεί διαταραχές εμμήνους ρύσεως που οδηγούν στον περιορισμό του διαστήματος αναπαραγωγικής ηλικίας, ενώ η υπερ-χορήγηση ινσουλίνης φαίνεται να οδηγεί σε αυξημένα ανδρογόνα και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Συμπληρωματικά στο ΣΔτ2 η στειρότητα, οι αλλαγές στη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου και η πρώιμη έναρξης της εμμηνόπαυσης  συνδέονται με ΣΠΩ, απαιτώντας μεγαλύτερο χρόνο για μία επιτυχή σύλληψη[3]. Στους άνδρες με ΣΔτ1 η υπογονιμότητα οφείλεται στην μειωμένη κινητικότητα και διαταραγμένη μορφολογία σπερματοζωαρίων, χωρίς να επηρεάζεται ο αριθμός τους [4], ενώ στο ΣΔτ2 επηρεάζεται αρνητικά η σπερματογένεση.[5]

Αδιαμφισβήτητα η διατροφή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην γονιμότητα των ζευγαριών. Πιο συγκεκριμένα, μία διατροφή που κρατάει σταθερά τα επίπεδα σακχάρου αλλά και ένα φυσιολογικό εύρος βάρους, αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες ενίσχυσής της. Όπως δείχνουν οι τρέχουσες μελέτες, μια δίαιτα που βασίζεται στις συστάσεις της μεσογειακής διατροφής (MD) επηρεάζει θετικά την ψυχική και σωματική υγεία. Η MD έχει επίσης συσχετιστεί με ευνοϊκές αλλαγές στην αντίσταση στην ινσουλίνη, μεταβολικές διαταραχές και τον κίνδυνο παχυσαρκίας, ο οποίος είναι κρίσιμος στο πλαίσιο της γονιμότητας. Πρόκειται για μία διατροφή πλούσια σε διαιτητικές ίνες, ɷ-3 λιπαρά οξέα, φυτικές πρωτεΐνες, βιταμίνες και μέταλλα, τα οποία έχουν αποδεδειγμένα έχει θετική επίδραση στη  γυναικεία γονιμότητα και την ποιότητα του σπέρματος. Παράλληλα, έχει επιβεβαιωθεί ότι η κατανάλωση trans λιπαρών, επεξεργασμένων υδατανθράκων και πρόσθετων σακχάρων, τα οποία δεν ανήκουν στη MeD, επηρεάζουν αρνητικά.[6]

Συμπερασματικά φαίνεται ότι οι δύο βασικοί πυλώνες αντιμετώπισης της υπογονιμότητας είναι ο έλεγχος του σακχαρώδη διαβήτη και η τήρηση της μεσογειακής διατροφής. Συνοπτικά λοιπόν η υιοθέτηση πιο υγιεινών επιλογών καθώς και η αποχή/μείωση της κατανάλωσης τόσο του αλκοόλ όσο και του καπνίσματος, αυξάνουν τελικά τις πιθανότητες σύλληψης.[7]

  1. World Health Organization. (2023). 1 in 6 people globally affected by infertility: WHO. Www.who.int. https://www.who.int/news/item/04-04-2023-1-in-6-people-globally-affected-by-infertility
  2. Cox, C. M., Thoma, M. E., Tchangalova, N., Mburu, G., Bornstein, M. J., Johnson, C. L., & Kiarie, J. (2022). Infertility prevalence and the methods of estimation from 1990 to 2021: a systematic review and meta-analysis. Human reproduction open, 2022(4), hoac051. https://doi.org/10.1093/hropen/hoac051
  3. Livshits, A., & Seidman, D. S. (2009). Fertility Issues in Women with Diabetes. Women’s Health, 5(6), 701–707. https://doi.org/10.2217/whe.09.47
  4. Lotti, F., & Maggi, M. (2022). Effects of diabetes mellitus on sperm quality and fertility outcomes: Clinical evidence. Andrology, 11(2), 399–416. https://doi.org/10.1111/andr.13342
  5. Huang, R., Chen, J., Guo, B., Jiang, C., & Sun, W. (2024). Diabetes-induced male infertility: potential mechanisms and treatment options. Molecular Medicine (Cambridge, Mass.), 30(1), 11. https://doi.org/10.1186/s10020-023-00771-x
  6. Skoracka, K., Ratajczak, A. E., Rychter, A. M., Dobrowolska, A., & Krela-Kaźmierczak, I. (2021). Female Fertility and the Nutritional Approach: The Most Essential Aspects. Advances in Nutrition, 12(6). https://doi.org/10.1093/advances/nmab068
  7. O’Flynn, N. (2013). Assessment and treatment for people with fertility problems: NICE guideline. British Journal of General Practice, 64(618), 50–51. https://doi.org/10.3399/bjgp14x676609

PODCAST Series για τον Διαβήτη – 2ο Επεισόδιο

Στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας για την Υγεία (World Health Day 2024), την Κυριακή 7 Απριλίου 2024,  ξεκινησε το πρόγραμμα “Podcasts Series για το ΣΔτ2”.

Η δράση αποτελεί μία πρωτοβουλία της εταιρείας Boehringer Ingelheim Hellas, με την επιστημονική υποστήριξη της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας και την υποστήριξη της Ελληνικής Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη.

2ο ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ: https://open.spotify.com/show/3RPo5iwqTa0aQPRaFv9Gxh

Πως είναι η ζωή όταν πρέπει να αντιμετωπίσεις το Διαβήτη τύπου 2;

Συντονιστείτε στο 2ο επεισόδιο του Podcast “Η Σιωπηλή Νόσος” με τον δημοσιογράφο υγείας Μιχάλη Κεφαλογιάννη σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τη Δρ. Αναστασία Μαυρογιαννάκη, πρόεδρο της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας και τον κ. Αναστάσιο Λασκαράτο, πρόεδρο του Συλλόγου ατόμων με διαβήτη Κεφαλονιάς – Ιθάκης, με θέμα: “Η ζωή μου με το Διαβήτη τύπου 2“.

Μεταξύ άλλων, μέσα από τη συζήτησή τους συνειδητοποιούμε γιατί (και) στον Διαβήτη Τύπου 2 η γνώση είναι δύναμη, σπάμε τους μύθους που γεμίζουν τους ασθενείς με ενοχικότητα και μαθαίνουμε ποιες είναι οι σωστές στρατηγικές για τη ρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη και την αποτροπή των πιθανών επιπλοκών.

Ακούστε το δεύτερο επεισόδιο:

Spotify: https://open.spotify.com/show/3RPo5iwqTa0aQPRaFv9Gxh
Apple Podcast: https://podcasts.apple.com/us/podcast/%CE%B7-%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%AE-%CE%BD%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%85-2/id1735316158

Συνοπτικός ενημερωτικός οδηγός διατροφής για τα άτομα με Δυσλιπιδαιμία

Συντάκτες κειμένου:

Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc(MedSci) Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία.

Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, MSc, PhD, Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά ‘’Τζάνειο’’

 

Η ύπαρξη δυσλιπιδαιμίας αποτελεί τον πλέον βασικό παράγοντα εμφάνισης αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακών νοσημάτων, ενώ, φαίνεται πως η διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκίας και ινσουλινοαντίστασης. Η διάγνωση της δυσλιπιδαιμίας γίνεται με εργαστηριακό έλεγχο, καθώς, δεν προκαλεί συμπτώματα ή αντίστοιχες ενδείξεις. Κοινά χαρακτηριστικά των εργαστηριακών εξετάσεων αποτελούν οι αυξημένες τιμές: ολικής χοληστερόλης, ‘’κακής’’ (LDL) χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων ορού και οι χαμηλές τιμές: ‘’καλής’’ (HDL) χοληστερόλης. Κύριο μέλημα της φαρμακοθεραπείας αλλά και της διατροφικής παρέμβασης αποτελεί ο έλεγχος των τιμών των λιπιδίων με σκοπό την εξασφάλιση βέλτιστης καρδιομεταβολικής υγείας.

Σωματικό Βάρος

Ενθαρρύνεται η σταδιακή απώλεια σωματικού βάρους πάντα σε συνδυασμό με φυσική δραστηριότητα. Μάλιστα, επιστημονικές μελέτες δείχνουν πως η μείωση του βάρους (~10kg), μπορεί να βελτιώσει αισθητά την ινσουλινοευαισθησία, τον μεταβολισμό των λιπιδίων και να επιβραδύνει το ρυθμό εμφάνισης αθηροσκλήρωσης. Στην περίπτωση όμως που δεν είναι εφικτή η απώλεια σωματικού βάρους, συστήνεται η κατανάλωση τροφίμων που εξασφαλίζουν κορεσμό και ενισχύουν το μεταβολισμό, αυξάνοντας την ενεργειακή δαπάνη. Για τον έλεγχο του σωματικού σας βάρους απευθυνθείτε στη θεραπευτική ομάδα που σας παρακολουθεί ώστε να σας καθοδηγήσει ανάλογα με τις ανάγκες σας. Σημειώνεται πως ο περιορισμός των θερμίδων δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 300-500kcal/ημέρα.

Υδατάνθρακες

Οι υδατάνθρακες θα πρέπει να αποτελούν το 45-55% της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης. Ενθαρρύνεται η κατανάλωση σύμπλοκων υδατανθράκων, προϊόντων ολικής άλεσης (βρώμη, κριθάρι, πίτουρο, δημητριακά, ζυμαρικά, αρτοσκευάσματα), χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη και πλούσια σε διαλυτές φυτικές ίνες (όσπρια, φρούτα, λαχανικά). Σημειώνεται πως κάθε μεγάλο γεύμα θα πρέπει να συνοδεύεται από σαλάτα. Η πρόσληψη διαλυτών φυτικών ινών μπορεί, επίσης, να ενισχυθεί και από συμπληρώματα διατροφής ή εμπλουτισμένα τρόφιμα σε ψύλλιο. Η κατανάλωση πρόσθετων σακχάρων αντενδείκνυται, καθώς, σάκχαρα ήδη απαντώνται φυσικά σε υγιεινά τρόφιμα όπως τα φρούτα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Παρότι ο ρόλος των υδατανθράκων στη ρύθμιση των λιπιδίων είναι σχετικά ουδέτερος, η αλόγιστη κατανάλωσή τους μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. Ειδικότερα, για την παρασκευή γλυκών δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως στα υλικά συμπεριλαμβάνονται εκτός από υδατάνθρακες και αυγά, βούτυρο, κακάο, φοινικέλαιο, λάδι καρύδας κ.α.

Πρωτεΐνες

Οι πρωτεΐνες θα πρέπει να αποτελούν το 15-25% των ημερήσιων ενεργειακών αναγκών. Σε κάθε περίπτωση έχει νόημα να προσέξουμε την πηγή πρωτεΐνης που θα επιλέξουμε. Συγκεκριμένα, ενθαρρύνεται η κατανάλωση τροφών όπως ξηροί καρποί, ψάρια, light τυριά και γιαούρτι, έναντι της συστηματικής κατανάλωσης κόκκινου κρέατος. Μάλιστα η ελεγχόμενη πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης, μπορεί τελικά να έχει προστατευτική δράση σε ό,τι αφορά την αγγειακή ευθραυστότητα μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικού επεισοδίου. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν και οι πρωτεΐνες φυτικής προέλευσης όπως είναι για παράδειγμα τα προϊόντα σόγιας (γάλα, γιαούρτι, τόφου, ξηροί καρποί, φασόλια, αλεύρι, tempeh, miso), τα οποία φαίνεται να έχουν καρδιοπροστατευτική δράση.

Λιπαρά

Η συστηματική πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αύξηση των επιπέδων της ‘’κακής’’ (LDL) χοληστερόλης. Μάλιστα, φαίνεται πως για κάθε 1% των θερμίδων που προσλαμβάνουμε από κορεσμένα λιπαρά παρατηρείται αύξηση στις τιμές της LDL χοληστερόλης περίπου 2%. Για τους παραπάνω λόγους τα κορεσμένα λιπαρά θα πρέπει να αποτελούν λιγότερο από 7% της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης. Ο καλύτερος τρόπος να μειώσουμε το ρυθμό αύξησης της LDL χοληστερόλης είναι επιλέγοντας προϊόντα χαμηλά σε λιπαρά, άπαχα κρέατα, πουλερικά, ψάρια και αποφεύγοντας τα φυτικά έλαια (φοινικέλαιο, λάδι καρύδας). Εξίσου επιβλαβής είναι και η παρουσία των trans λιπαρών στη διατροφή, καθώς, δρουν μειώνοντας την HDL χοληστερόλη και αυξάνοντας την LDL χοληστερόλη. Η ύπαρξη των trans λιπαρών οξέων προκύπτει από τη μερική υδρογόνωση ενός τυπικού φυτικού ελαίου (καλαμποκέλαιο, σογιέλαιο) για την παραγωγή μαργαρίνης και ‘’ανθεκτικών’’ λιπαρών που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή επεξεργασμένων τροφίμων και snack. Trans λιπαρά οξέα ανευρίσκονται σε τρόφιμα όπως το βούτυρο, η μαργαρίνη, τα μπισκότα, τα τηγανιτά κ.α. Η αντικατάσταση κορεσμένων και trans λιπαρών οξέων από μονοακόρεστα (ελαιόλαδο, αβοκάντο, ξηροί καρποί) και πολυακόρεστα (Ω3, Ω6) λιπαρά μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων, ενώ, μπορεί να αυξήσει την ινσουλινοευαισθησία.

Σε ό,τι αφορά τη διαιτητική χοληστερόλη, είναι πλέον γνωστό πως η κατανάλωσή της σε λογικά πλαίσια δεν προκαλεί αύξηση της χοληστερόλης αίματος. Ο πιο διαδεδομένος εκπρόσωπος διαιτητικής χοληστερόλης είναι το αυγό το οποίο αποτελεί κύρια πηγή πρωτεΐνης & λιποδιαλυτών βιταμινών και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εναλλακτική επιλογή έναντι της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος, τηγανιτών και επεξεργασμένων υδατανθράκων. Για υγιείς ενήλικες συστήνεται η κατανάλωση 1 ολόκληρου αυγού/ημέρα. Άλλα συστατικά της τροφής που βοηθούν στον έλεγχο των λιπιδίων είναι οι φυτοστερόλες (φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, όσπρια), καθώς, παρεμβαίνουν στην απορρόφηση της χοληστερόλης από το έντερο, με αποτέλεσμα τη μείωσή της. Μάλιστα η ταυτόχρονη κατανάλωση φυτικών στερολών από άτομα που λαμβάνουν στατίνη θα μπορούσε να συμβάλλει στην περαιτέρω μείωση της LDL χοληστερόλης.

Αλκοόλ

Η ήπια έως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το γλυκαιμικό προφίλ, την ινσουλινοευαισθησία και τον έλεγχο των λιπιδίων στο άτομο. Μάλιστα μικρή ποσότητα αιθανόλης (~1gr), θα μπορούσε να αυξήσει ελαφρώς την HDL χοληστερόλη. Συγκριτικά με τα υπόλοιπα αλκοολούχα ποτά, κυρίως λόγος γίνεται για τις ευεργετικές ιδιότητες του κόκκινου κρασιού, καθώς, είναι πλούσιο σε φλαβονοειδή (αντιοξειδωτικά) που έχουν συσχετιστεί με αντιφλεγμονώδη δράση και μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Σε κάθε περίπτωση η ημερήσια κατανάλωση αλκοόλ δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 15-30gr (1-2 ποτήρια). Ειδικότερα για τα άτομα με υπερτριγλυκεριδαιμία η πρόσληψη αλκοόλ εκτός των παραπάνω ορίων μπορεί να επιφέρει εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα.

Αλάτι

Η κατανάλωση αλατιού συνδέεται με αύξηση τριγλυκεριδίων, αυξημένη περίμετρο μέσης, υψηλό δείκτη μάζας σώματος, κοιλιακή παχυσαρκία, αρτηριακή υπέρταση και αυξημένο ποσοστό λίπους στο σώμα. Αυτό συμβαίνει γιατί τα αλμυρά τρόφιμα φαίνεται να ενισχύουν το αίσθημα ανταμοιβής στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα το άτομο να καταφεύγει στην ανεξέλεγκτη κατανάλωση θερμίδων λόγω της ευχάριστης γεύσης. Η μείωση πρόληψης αλατιού μπορεί να επιτευχθεί αντικαθιστώντας το επιτραπέζιο αλάτι από μυρωδικά, μπαχαρικά ή στημένο λεμόνι, ελέγχοντας τις ετικέτες τροφίμων και αποφεύγοντας τυποποιημένα προϊόντα (κονσέρβες, αλλαντικά).

 

Βιβλιογραφία

  • Carson JA. Nutrition therapy for dyslipidemia. Curr Diab Rep. 2003 Oct;3(5):397-403.
  • Chopra AK. Dietary management of dyslipidemia. Indian Heart J. 2023 Dec 18:S0019-4832(23)00474-1.
  • Kang YJ, Wang HW, Cheon SY, Lee HJ, Hwang KM, Yoon HS. Associations of Obesity and Dyslipidemia with Intake of Sodium, Fat, and Sugar among Koreans: a Qualitative Systematic Review. Clin Nutr Res. 2016 Oct;5(4):290-304.
  • Mehmet Celik, Isa Ardahanli, Mehmet Serdar Cengizhan,” Dyslipidemia and Nutrition”, Research Journal of Food and Nutrition, vol. 2, no. 4, pp. 1-3 2018.
  • Mooradian AD. Dyslipidemia in type 2 diabetes mellitus. Nat Clin Pract Endocrinol Metab. 2009 Mar;5(3):150-9.
  • Sucato, V., Sanfilippo, G., Triolo, F. et al.Dietary strategy for prevention and management of dyslipidemia: international guidelines. Mediterr J Nutr Metab 5, 187–193 (2012).

PODCAST Series για τον Διαβήτη – 1ο Επεισόδιο

Στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας για την Υγεία (World Health Day 2024), την Κυριακή 7 Απριλίου 2024,  ξεκινησε το πρόγραμμα “Podcasts Series για το ΣΔτ2”.

Η δράση αποτελεί μία πρωτοβουλία της εταιρείας Boehringer Ingelheim Hellas, με την επιστημονική υποστήριξη της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας και την υποστήριξη της Ελληνικής Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη.

1ο ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ:

Τι μας κρύβει ο Διαβήτης;

Στο πρώτο επεισόδιο του νέου Podcast «Η Σιωπηλή Νόσος. Ένα Podcast για το Διαβήτη Τύπου 2», που κυκλοφόρησε σήμερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, ο Μιχάλης Κεφαλογιάννης υποδέχεται τη Δρ. Ερυφίλη Χατζηαγγελάκη, Ομότιμη Καθηγήτρια Παθολογίας και Μεταβολικών Νοσημάτων ΕΚΠΑ.

Μαζί συζητούν όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τη νόσο με τα διακριτικά συμπτώματα και τις σοβαρές επιπλοκές, ώστε να την αποφύγουμε, να την αντιμετωπίσουμε και να τη διαχειριστούμε.

Μέσα από τη συζήτησή τους μαθαίνουμε τα πάντα: από το τι είναι το προδιαβητικό στάδιο, το «καμπανάκι» του οργανισμού, μέχρι το «σάκχαρο νηστείας», τους τρόπους αποκατάστασης των βλαβών που προκαλεί ο Διαβήτης στον οργανισμό και τους πιο διαδεδομένους μύθους γύρω από τη νόσο.

Ακούστε το πρώτο επεισόδιο στο Spotify

Spotify: Επεισόδιο 1: Aνακαλύψτε όσα κρύβει ο Διαβήτης τύπου 2 – Η Σιωπηλή Νόσος (Διαβήτης Τύπου 2) | Podcast on Spotify

Apple Podcasts: Η Σιωπηλή Νόσος (Διαβήτης Τύπου 2): Επεισόδιο 1: Aνακαλύψτε όσα κρύβει ο Διαβήτης τύπου 2 on Apple Podcasts

 

Μεσογειακή Διατροφή και Σακχαρώδης Διαβήτης

Αρσένου Ελευθερία1, Κωστούλα Βαρβάρα1, Χόνδρου Θηρεσία1

Επιβλέπων: Χάρης Δημοσθενόπουλος1

1 Διαιτολογικό Τμήμα, Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών

 

Τις τελευταίες 3 δεκαετίες ο επιπολασμός του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) έχει αυξηθεί δραματικά σε χώρες όλων των επιπέδων εισοδήματος.7 Περίπου 540 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από Σακχαρώδη Διαβήτη, η πλειοψηφία των οποίων ζει σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Η Διεθνής Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF)  προβλέπει ότι ο επιπολασμός του Σακχαρώδη Διαβήτη (9,2%) και ο αριθμός των ατόμων με τη νόσο (61 εκατομμύρια) στην Ευρώπη θα αυξηθούν κατά 13 % έως το 2045, παράλληλα με την επιδημία της παχυσαρκίας. 2 Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα το πλήθος των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη αγγίζει το 11% του πληθυσμού.1

Το Μεσογειακό πρότυπο διατροφής (ΜΔ) αποτελεί ένα από τα πιο μελετημένα μοντέλα όσον αφορά τα οφέλη για την υγεία και τον μειωμένο κίνδυνο χρόνιων μη μεταδοτικών ασθενειών.3 Πρόκειται για ένα παραδοσιακό μοντέλο διατροφής που περιλαμβάνει συνήθη φαγητά και ποτά των χωρών γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα και χαρακτηρίζεται από υψηλή κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, ελαιόλαδου, οσπρίων, ξηρών καρπών και ψαριών, μέτρια πρόσληψη γαλακτοκομικών χαμηλών λιπαρών και αλκοόλ και χαμηλή πρόσληψη κόκκινου κρέατος.8

Η υψηλή προσκόλληση στη ΜΔ συνδέεται με μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔτ2 κατά 23%, γεγονός που οφείλεται στη διατροφική σύνθεση του προτύπου αυτού.4 Ειδικότερα, τα διαιτητικά αντιοξειδωτικά έχουν συσχετιστεί με καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο σε άτομα με ΣΔτ2, μειώνοντας την εντερική απορρόφηση γλυκόζης, με ταυτόχρονη βελτίωση της αντίστασης στην ινσουλίνη. Επιπλέον, η υψηλή περιεκτικότητα του διατροφικού μοντέλου σε διαιτητικές ίνες επιβραδύνει την πέψη και την απορρόφηση της γλυκόζης, μειώνοντας τις συγκεντρώσεις ινσουλίνης στο αίμα. Ένα άλλο όφελος της ΜΔ συνιστά η επίδραση αυτής στη διαχείριση του σωματικού βάρους, αποτελώντας έτσι σύμμαχο στην πρόληψη του ΣΔ.5 Παράλληλα η ευεργετική επίδραση του μεσογειακού διατροφικού προτύπου στον γλυκαιμικό έλεγχο και την ευαισθησία στην ινσουλίνη σε άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, συσχετίστηκε με μειωμένη συχνότητα εμφάνισης μακροχρόνιων επιπλοκών της νόσου, όπως η διαβητική νεφροπάθεια.3 Συμπερασματικά, μια δίαιτα με χαμηλή κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, ζάχαρης αλλά πλούσια σε λαχανικά, φρούτα, όσπρια και προϊόντα ολικής αλέσεως, όπως η Μεσογειακή, φαίνεται να είναι ευεργετική για την πρόληψη και διαχείριση του ΣΔτ2.6

Το Μεσογειακό πρότυπο διατροφής έχει περιγραφεί ως άυλη κληρονομιά προάγοντας την υγεία μέσω διατροφικών συνηθειών και πτυχών του τρόπου ζωής, όπως η κοινωνικοποίηση, η ενίσχυση των οικογενειακών δεσμών, η καθημερινή φυσική δραστηριότητα και η συμμετοχή στην προετοιμασία του γεύματος,3 τονίζοντας για ακόμη μία φορά την ανάγκη για άμεση εφαρμογή ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον ΣΔ.1

 

Βιβλιογραφία:

  1. ΕΛΣΤΑΤ (2021), Έρευνα Υγείας
  2. Cho, N. H., Shaw, J. E., Karuranga, S., Huang, Y., da Rocha Fernandes, J. D., Ohlrogge, A. W., & Malanda, B. (2018). IDF Diabetes Atlas: Global estimates of diabetes prevalence for 2017 and projections for 2045. Diabetes research and clinical practice138, 271–281.
  3. de Carvalho, G. B., Dias-Vasconcelos, N. L., Santos, R. K. F., Brandão-Lima, P. N., da Silva, D. G., & Pires, L. V. (2020). Effect of different dietary patterns on glycemic control in individuals with type 2 diabetes mellitus: A systematic review. Critical reviews in food science and nutrition60(12), 1999–2010.
  4. Papamichou, D., Panagiotakos, D. B., & Itsiopoulos, C. (2019). Dietary patterns and management of type 2 diabetes: A systematic review of randomised clinical trials. Nutrition, metabolism, and cardiovascular diseases : NMCD29(6), 531–543.
  5. Sarsangi, P., Salehi-Abargouei, A., Ebrahimpour-Koujan, S., & Esmaillzadeh, A. (2022). Association between Adherence to the Mediterranean Diet and Risk of Type 2 Diabetes: An Updated Systematic Review and Dose-Response Meta-Analysis of Prospective Cohort Studies. Advances in nutrition (Bethesda, Md.)13(5), 1787–1798.
  6. Uusitupa M, Khan TA, Viguiliouk E, Kahleova H, Rivellese AA, Hermansen K, Pfeiffer A, Thanopoulou A, Salas-Salvadó J, Schwab U, Sievenpiper JL. Prevention of Type 2 Diabetes by Lifestyle Changes: A Systematic Review and Meta-Analysis. 2019 Nov 1;11(11):2611.
  7. World Health Organization (WHO) The WHO Global Diabetes Compact, April 2021
  8. Zeraattalab-Motlagh, S., Jayedi, A., & Shab-Bidar, S. (2022). Mediterranean dietary pattern and the risk of type 2 diabetes: a systematic review and dose-response meta-analysis of prospective cohort studies. European journal of nutrition61(4), 1735–1748.

Κετογονική δίαιτα και Σακχαρώδης Διαβήτης

1Αρσένου Ελευθερία, 1Κωστούλα Βαρβάρα
Επιβλέπων: 1Χάρης Δημοσθενόπουλος
Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (Centers for Disease Control and Prevention, CDC), ο αριθμός των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη έχει σχεδόν τριπλασιαστεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Περίπου 425 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ), ο οποίος αριθμός αναμένεται να φτάσει τα 629 εκατομμύρια μέχρι το 2045.3 Η κετογονική δίαιτα χαμηλών υδατανθράκων (Low Carbohydrate Ketogenic Diet, LCKD), που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως θεραπεία για την παιδική επιληψία, κερδίζει σήμερα αποδοχή ως διατροφική θεραπεία για την παχυσαρκία και τον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) μεταξύ των κλινικών γιατρών και των ασθενών.3 Παρόλα αυτά, η καταλληλότητα της μείωσης της πρόσληψης υδατανθράκων σε παχύσαρκους ασθενείς και σε ασθενείς με ΣΔ εξακολουθεί να συζητείται,  λόγω αμφιλεγόμενων συμπερασμάτων στη βιβλιογραφία.2

Τον βασικό άξονα της κετογονικής δίαιτας αποτελεί η διατήρηση των διατροφικών υδατανθράκων σε πολύ χαμηλά επίπεδα, με ποικίλα επίπεδα πρωτεΐνης και λίπους. Η κλασική κετογονική δίαιτα ορίζεται ως μια δίαιτα με ένα γραμμάριο πρωτεΐνης ανά κιλό σωματικού βάρους, 10–15 g υδατάνθρακες την ημέρα και τις υπόλοιπες θερμίδες να καλύπτονται από λίπος. Ο στόχος της δίαιτας είναι να προκαλέσει κέτωση, η οποία πιστεύεται ότι τροποποιεί τις μεταβολικές οδούς προκαλώντας απώλεια βάρους και βελτιώνοντας άλλες παραμέτρους υγείας, όπως η μείωση της υπεργλυκαιμίας και η απόκτηση ενός υγιούς λιπιδαιμικού προφίλ.4

Η κετογονική δίαιτα έχει θετική επίδραση στο σωματικό βάρος, τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα, τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, το λιπιδαιμικό προφίλ του πλάσματος και τις νευρολογικές διαταραχές.3 Συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις μελετών έδειξαν ότι τα πρότυπα διατροφής με περιορισμένη ποσότητα υδατανθράκων (<26% συνολική ενέργεια) φάνηκαν αποτελεσματικά στη βραχυπρόθεσμη μείωση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης HbA1C (<6 μήνες) ενώ ταυτόχρονα ελάττωσαν και την ανάγκη για αντιυπεργλυκαιμικά φάρμακα.1

Στον αντίποδα, ο ακραίος περιορισμός υδατανθράκων έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), υπογλυκαιμία, κετοξέωση και ανεπάρκειες μικροθρεπτικών συστατικών όπως βιταμινών και μετάλλων.5 Η μακροπρόθεσμη προσκόλληση σε δίαιτες, όπως η κετογονική, συνιστά πρόκληση για το άτομο με ΣΔτ2 και είναι σημαντικό να επανεκτιμάται και να εξατομικεύεται τακτικά η ιατρική και διατροφική προσέγγιση. Παράλληλα, τα προγράμματα διατροφής με πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες δεν συστήνονται επί του παρόντος για έγκυες ή θηλάζουσες, παιδιά, άτομα που πάσχουν από νεφρική νόσο και άτομα σε κίνδυνο διατροφικής διαταραχής.1 Επιπλέον, στις πιο πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας αλλά και του Diabetes Nutrition Study Group, η κετογονική δίαιτα δεν συστήνεται ως μέθοδος διατροφικής αντιμετώπισης για τον ΣΔτ1 και ΣΔτ2.2

Συμπερασματικά, διατροφικά πρότυπα χαμηλής πρόσληψης υδατανθράκων, όπως η κετογονική δίαιτα, συνιστούν αποτελεσματικές επιλογές σε ασθενείς με παχυσαρκία ή/και ΣΔτ2, αν και δεν είναι η μόνη διαθέσιμη διατροφική προσέγγιση.2 Η επιλογή του συγκεκριμένου διατροφικού προτύπου δεν συστήνεται λόγω έλλειψης παρατηρούμενου οφέλους στην πρόληψη και διαχείριση του ΣΔτ2. Σε κάθε περίπτωση η υιοθέτηση μιας κετογονικής δίατας θα πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του ατόμου με ΣΔ, με την παρακολούθηση να είναι τακτική.5 Τέλος, η χρήση αυτών των διαιτών σε άτομα με ΣΔτ1 εξακολουθεί να είναι αμφιλεγόμενη και η μακροπρόθεσμη ασφάλειά τους δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί.2

 

Βιβλιογραφία

 

  1. American Diabetes Association Professional Practice Committee. 5. Facilitating positive health behaviors and well-being to improve health outcomes: Standards of Care in Diabetes—2024. Diabetes Care 2024;47(Suppl. 1): S77–S110
  2. Bolla AM, Caretto A, Laurenzi A, Scavini M, Piemonti L. Low-Carb and Ketogenic Diets in Type 1 and Type 2 Diabetes. Nutrients. 2019 Apr 26;11(5):962. doi: 10.3390/nu11050962. PMID: 31035514; PMCID: PMC6566854.
  3. Dashti HM, Mathew TC, Al-Zaid NS. Efficacy of Low-Carbohydrate Ketogenic Diet in the Treatment of Type 2 Diabetes. Med Princ Pract. 2021;30(3):223-235.
  4. McGaugh E, Barthel B. A Review of Ketogenic Diet and Lifestyle. Mo Med. 2022 Jan-Feb;119(1):84-88.
  5. The Diabetes and Nutrition Study Group (DNSG) of the European Association for the Study of Diabetes (EASD). Evidence-based European recommendations for the dietary management of diabetes. Diabetologia 66, 965–985 (2023).

Χρονοδιατροφή και σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2

Επιμέλεια: ¹ Ζαραφωνίτη Νίκη, ¹ Μπουκουβάλα Φωτεινή

Επιβλέποντες: Παξιμαδάς Χρήστος, Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, M.Sc

Χαντζαρίδης Πέτρος, Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, M.Sc

¹ Διαιτολογικό Γραφείο , ΓΝΑ 417 ΝΙΜΤΣ

 

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 2 (ΣΔ2), είναι μια από τις πιο κοινές μεταβολικές διαταραχές παγκοσμίως. Προκαλείται από διάφορους γενετικούς ή/και περιβαλλοντικούς παράγοντες και χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος ή/και την αδυναμία των ευαίσθητων στην ινσουλίνη ιστών να ανταποκριθούν επαρκώς στην ινσουλίνη, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Ένας από τους κύριους παράγοντες του τρόπου ζωής με άμεσο αντίκτυπο στον ΣΔ2 και γενικότερα στη μεταβολική υγεία είναι η διατροφή και συνιστώσα της πολύπλευρης επίδρασης είναι η χρονοδιατροφή. Με τον όρο χρονοδιατροφή περιγράφεται η συσχέτιση μεταξύ της ώρας της ημέρας, των εκάστοτε συνθηκών κατανάλωσης φαγητού (κατανάλωση ή παράλειψη γευμάτων, η ποσότητα και ο τύπος των μακροθρεπτικών συστατικών κ.α), των ημερήσιων κιρκάδιων ρυθμών του οργανισμού και των επιπτώσεών τους στη μεταβολική υγεία.

Οι κιρκάδιοι ρυθμοί είναι 24ωροι κύκλοι ρυθμιζόμενοι από ενδογενείς μοριακούς μηχανισμούς, γνωστοί ως κιρκάδιο ρολόι. Αυτό το κιρκάδιο ρολόι προετοιμάζει το σώμα για διάφορες φυσιολογικές διεργασίες που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της ημέρας, Από χρονοβιολογική οπτική, η γλυκόζη στους ανθρώπους μεταβολίζεται ακολουθώντας έναν συγκεκριμένο κιρκάδιο ρυθμό, μέσω της ημερήσιας διακύμανσης της ανοχής στη γλυκόζη. Αυτή κορυφώνεται συνήθως κατά τη διάρκεια της ημέρας όταν καταναλώνεται φαγητό και μειώνεται τις νυχτερινές ώρες κατά τη διάρκεια της νηστείας. Ορμόνες όπως η ινσουλίνη και η κορτιζόλη που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της γλυκόζης, παρουσιάζουν και αυτές κιρκαδική ταλάντωση, ακολουθώντας στενό κιρκάδιο έλεγχο. Ο χρόνος του γεύματος έχει αναφερθεί ότι επιδρά στα περιφερειακά κιρκάδια ρολόγια που ελέγχουν τις μεταβολικές οδούς. Έτσι, τα ίδια τρόφιμα που κατανέμονται διαφορετικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, φαίνεται να έχουν διαφορετικές επιδράσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο σε άτομα με προδιαβήτη ή/και ΣΔ2. Συγχρονικές και πειραματικές μελέτες έχουν δείξει πολλαπλά καρδιομεταβολικά οφέλη, όταν η κατανάλωση γευμάτων γίνεται νωρίς μέσα στην ημέρα παρά τις βραδινές ώρες, επιδρώντας θετικά στην μεταγευματική γλυκαιμία. Επομένως, η κατανάλωση πρωινού παρουσιάζει οφέλη για τη μεταβολική υγεία και θα μπορούσε να αποτρέψει την εμφάνιση του ΣΔ2 σε ορισμένα άτομα, ενώ η παράλειψη του οδηγεί σε μείωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, αυξάνοντας τον κίνδυνο για ΣΔ2.

Οι τρέχουσες διατροφικές τάσεις δείχνουν ότι οι άνθρωποι τείνουν να καταναλώνουν έως και το 40% της ημερήσιας ενεργειακής τους πρόσληψης κυρίως κατά τις βραδινές ώρες, συνήθεια που προκαλεί μεγαλύτερη μεταγευματική απόκριση γλυκόζης, σε σύγκριση με τις πρωινές ώρες κατανάλωσης τροφής. Αυτό το διατροφικό μοτίβο φαίνεται να οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο μεταβολικών παθήσεων, όπως ο ΣΔ2 και οι καρδιαγγειακές παθήσεις. Μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες έδειξε ότι η μεγαλύτερη κατανάλωση φαγητού το βράδυ (μετά τις 17:00) έναντι του πρωινού (στις 9:00) οδήγησε σε υψηλότερες μεταγευματικές συγκεντρώσεις γλυκόζης, επηρεάζοντας τη ρύθμιση ορισμένων μεταβολικών οδών που σχετίζονται με εξάρσεις μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας. Η κατανάλωση ενός πλούσιου ή αργά το βράδυ γεύματος οδηγεί σε επιδείνωση της ινσουλινοαντίστασης (IR) και της υπεργλυκαιμίας, επηρεάζοντας τα πρωινά επίπεδα γλυκόζης. Επιπλέον, έχει φανεί ότι η μετακίνηση του βραδινού γεύματος σε προγενέστερη ώρα, βελτιώνει την ανοχή στη γλυκόζη μέσω της συμβολής της ενδογενούς μελατονίνης στην μείωση της ανοχής στη γλυκόζη. Αυτό το μοτίβο κατανάλωσης φαγητού αργότερα μέσα στην ημέρα (και κυρίως τη νύχτα), μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή του κιρκάδιου ρυθμού, επιδρώντας έτσι αρνητικά στη ρύθμιση της γλυκόζης.

Επίσης, σύμφωνα με την μελέτη των Wang et al., φάνηκε ότι οι εργαζόμενοι σε βάρδιες έχουν 106% μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν ΣΔ2 σε σχέση με τους εργαζόμενους εκτός βαρδιών, κάτι που επιβεβαιώνεται και από την μελέτη Atlantic Path Cohort, η οποία έδειξε ότι οι εργαζόμενοι σε βάρδιες είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα κατά 27% να αναπτύξουν διαβήτη από τους εργαζόμενους χωρίς βάρδιες.

Η διαλειμματική νηστεία αποτελεί μια μέθοδο διαχείρισης του βάρους και του σακχάρου η οποία βασίζεται στην εφαρμογή μικρών διαστημάτων κατανάλωσης τροφής και μπορεί να μειώσει τη θερμιδική πρόσληψη, λόγω της δυσκολίας κατανάλωσης του ίδιου αριθμού θερμίδων σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Περιλαμβάνει τρεις κύριες μορφές. Η πρώτη μορφή είναι η νηστεία εναλλασσόμενης ημέρας (ενεργειακός περιορισμός κατά 500-600 kcal/ημέρα σε εναλλασσόμενες ημέρες). Η δεύτερη μορφή είναι η δίαιτα 5:2 (5 ημέρες με συνήθη διατροφή και 2 μέρες με ενεργειακό περιορισμό κατα 500-600 kcal/ημέρα) και η τρίτη μορφή είναι η χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφής σε ένα χρονικό παράθυρο της ημέρας (π.χ. 16:8). Και οι 3 μορφές της μπορούν να οδηγήσουν σε μια ήπια απώλεια σωματικού βάρους κατά 3-8% χωρίς όμως να έχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με τον συνεχή περιορισμό θερμίδων.

Συμπερασματικά, η χρονοδιατροφή είναι μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση, αν και υπάρχουν πολλά ακόμα που πρέπει να μάθουμε για τη φύση και το χρονοδιάγραμμα πρόσληψης της τροφής στη ρύθμιση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Η ώρα του γεύματος διαδραματίζει αναντίρρητα σπουδαίο ρόλο στον ΣΔ2. Ως εκ τούτου, ο σωστός καταμερισμός γευμάτων μέσα στην ημέρα που περιλαμβάνει την κατανάλωση του πρωινού και μεσημεριανού και την συνολική κατανάλωση φαγητού με έμφαση στις πρωινές παρά τις βραδινές ώρες έχει θετικό αντίκτυπο σε άτομα με ΣΔ2. Ωστόσο, απαιτούνται περισσότερα δεδομένα από καλά σχεδιασμένες επιδημιολογικές μελέτες για να αποδειχθούν αυτές οι αιτιολογικές σχέσεις υπογραμμίζοντας την ανάγκη για εξατομικευμένη διαχείριση.

Βιβλιογραφία

 

Galicia-Garcia U., Benito-Vicente A.Jebari S., Larrea-Sebal A.,Siddiqi H., Uribe K.B. et al. (2020) Pathophysiology of Type 2 Diabetes Mellitus. Int. J. Mol. Sci. 21(17):6275

Ballon A., Neuenschwander M., Schlesinger S.(2019) Breakfast Skipping Is Associated with Increased Risk of Type 2 Diabetes among Adults: A Systematic Review and Meta-Analysis of Prospective Cohort Studies The Journal of Nutrition 149(1):106-113

Papakonstantinou E., Oikonomou C., Nychas G., Dimitriadis GD (2022) Effects of Diet, Lifestyle, Chrononutrition and Alternative Dietary Interventions on Postprandial Glycemia and Insulin Resistance Nutrients 14(4)823

Henry, C.J., Kaur, B. & Quek, R.Y.C. (2020). Chrononutrition in the management of diabetes. Nutrition & Diabetes 10, 6.

American Diabetes Association Professional Practice Committee; 5. Facilitating Positive Health Behaviors and Well-being to Improve Health Outcomes: Standards of Care in Diabetes—2024. Diabetes Care 1. 47 (1): 77–110.

Harris C, Czaja K. (2023). Can Circadian Eating Pattern Adjustments Reduce Risk or Prevent Development of T2D? Nutrients. 15(7):1762.

Leung GKW, Huggins CE, Ware RS, Bonham MP. (2020). Time of day difference in postprandial glucose and insulin responses: Systematic review and meta-analysis of acute postprandial studies. Chronobiology International 37(3):311-326

(9) Shazman S. (2023). Understanding Type 2 Diabetes Mellitus Risk Parameters through Intermittent Fasting: A Machine Learning Approach. Nutrients. 15(18): 3926

Wang L, Ma Q, Fang B, Su Y, Lu W, Liu M, et al. (2023). Shift work is associated with an increased risk of type 2 diabetes and elevated RBP4 level: cross sectional analysis from the OHSPIW cohort study. BMC Public Health. 23(1):1139

Sweeney E, Yu ZM, Dummer TJB, Cui Y, DeClercq V, Forbes C, et al. (2020). The relationship between anthropometric measures and cardiometabolic health in shift work: findings from the Atlantic PATH Cohort Study. International Archives of Occupational and Environmental Health. 93(1):67-76

 

Πόσο εφικτή είναι η μεγαλύτερη ποικιλία τροφίμων στο σακχαρώδη διαβήτη;

Μπαλή Ιωάννα1, Μυλωνάκη Μυρτώ1, Δημοσθενόπουλος Χάρης 1

1 Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Συχνά ακούμε ερωτήσεις που επικεντρώνονται στη διατροφή ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) όπως: «Τι μπορώ να φάω;», «Πρέπει να εγκαταλείψω όλα τα αγαπημένα μου φαγητά;», «Θα νιώθω πάντα περιορισμένος;», «Θα μπορώ να καταναλώνω υδατάνθρακες;», «Θα πρέπει να σταματήσω να καταναλώνω φρούτα, γλυκά, αλκοόλ και «fast food;». Για τα άτομα με ΣΔ, ο όρος «δίαιτα» προκαλεί άμεσα το αίσθημα της στέρησης και του περιορισμού αλλά και μία σύγχυση, καθώς συνδέεται με πολλούς μύθους σχετικά με την κατανάλωση και τον αποκλεισμό τροφίμων.

Τα άτομα με διαβήτη πρέπει από τη διάγνωση τους και μετά να έχουν τη φροντίδα, την παρακολούθηση και την συμβουλευτική ενός κλινικού διαιτολόγου, ώστε να ενημερώνονται σχετικά με τη διατροφή τους, τα κατάλληλα, αλλά και τα πιο ακατάλληλα, τρόφιμα. Ο στόχος της διαιτολογικής παρακολούθησης και θεραπείας είναι ο σχεδιασμός ενός ρεαλιστικού και εξατομικευμένου προγράμματος γευμάτων βασισμένο σε μία ποικίλη και ισορροπημένη διατροφή τόσο ως προς τη γεύση όσο και ως προς την ποιότητα.

Ένας εύκολος και πρακτικός τρόπος για την επίτευξη μίας ισορροπημένης διατροφής για τα άτομα με διαβήτη, σύμφωνα με την Αμερικανική Ένωση Διαβήτη (American Diabetes Association-ADA), είναι η εφαρμογή της μεθόδου του πιάτου. Πιο συγκεκριμένα, η μέθοδος αυτή προτείνει τον διαχωρισμό του πιάτου σε 3 μέρη. Αρχικά στη μέση και έπειτα στα 2 τέταρτα.

Στο μισό πιάτο τοποθετούνται μη αμυλούχα λαχανικά, όπως σπαράγγια, μπρόκολο, λάχανο, σέλερι, αγγούρι, μελιτζάνα, ντομάτα, μανιτάρια, καρότα, πιπεριά, μαρούλι και σπανάκι, τα οποία μπορούν να καταναλωθούν χωρίς περιορισμό στην ποικιλία. Στο ένα από τα 2 τέταρτα τοποθετείται η καθαρή πηγή πρωτεΐνης, είτε ζωικής προέλευσης όπως κοτόπουλο, ψάρι, θαλασσινά, τυρί, μοσχάρι, χοιρινό, είτε φυτικής προέλευσης όπως φασόλια, φακές, χούμους, τόφου και υποκατάστατα κρέατος. Αντίθετα το υπόλοιπο μέρος του πιάτου, καλύπτεται από μια μεγάλη ποικιλία αμυλούχων τροφίμων όπως καστανό ρύζι, κινόα, ζυμαρικά ολικής, αμυλούχα λαχανικά όπως πατάτα, καλαμπόκι, αρακά και συμπληρώνεται από τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα φρούτα. Έτσι με την μέθοδο αυτή ένα άτομο που πάσχει από διαβήτη μπορεί να εντάξει όπως φαίνεται όλα τα τρόφιμα και τις ομάδες τροφίμων στην διατροφή του χωρίς στερήσεις και με απόλυτη ασφάλεια!.1

Δε θα μπορούσαμε όμως να παραλείψουμε τους διατροφικούς μύθους που κυκλοφορούν σχετικά με την διατροφή των διαβητικών όπου τα τελευταία χρόνια τείνουν να εκλείπουν προς όφελος και απελευθέρωση τους. Καταρρίπτοντας αρχικά το μύθο της απαγόρευσης και της διακοπής των υδατανθράκων από τη διατροφή των ατόμων με διαβήτη όπως είδαμε, ένας άλλος πολύ διαδεδομένος μύθος αποτελεί η πεποίθηση ότι οι διαβητικοί δε μπορούν να καταναλώσουν φρούτα.

Στην πραγματικότητα δεν ισχύει, καθώς τα φρούτα όπως μήλο, αχλάδι, πορτοκάλι, άγουρη μπανάνα, είναι αναγκαία για τη διατήρηση μίας ισορροπημένης διατροφής, διότι είναι πλούσια σε βιταμίνες και θρεπτικά συστατικά παρέχοντας γλυκιά γεύση.

Άλλη μια πεποίθηση είναι πως τα άτομα με διαβήτη δε μπορούν να απολαμβάνουν τα γλυκά. Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι μπορούν να τα καταναλώνουν σε μικρές μόνο μερίδες ανά περιόδους, για να μην επηρεαστεί το σάκχαρο του αίματός τους. Τα γλυκά με την προσθήκη γλυκαντικών ουσιών, όπως η στέβια, αποτελούν την καλύτερη επιλογή για έναν διαβητικό.

Πολλοί επίσης διερωτώνται εάν τα άτομα με διαβήτη μπορούν να καταναλώσουν αλκοόλ. Η απάντηση είναι ότι το αλκοόλ μπορεί να καταναλώνεται προσεχτικά, χωρίς αυτό να θεωρείται και απαραίτητο. Η ποσότητα δε θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από αυτή που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες μικρομερίδες την εβδομάδα, ανάλογα με το φύλο. Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι το αλκοόλ δε θα πρέπει να καταναλώνεται με άδειο στομάχι.

Ένας ακόμη μύθος που περιορίζει τις επιλογές και το διαιτολόγιο των ατόμων με ΣΔ είναι το κατά πόσο απαγορεύεται να τρώνε φαγητά τύπου «fast food». Είναι αλήθεια ότι μπορούν να καταναλώσουν γρήγορο φαγητό, ωστόσο η ποσότητα και η συχνότητα θα πρέπει να περιοριστεί. Όπως ισχύει και για τα άτομα χωρίς διαβήτη, φαγητά αυτής της κατηγορίας, που είναι υψηλά σε λίπος, αλάτι και θερμίδες, θα πρέπει να συνοδεύονται ιδανικά από μία ποσότητα λαχανικών για να προστεθούν φυτικές ίνες και να μειωθεί με αυτόν τον τρόπο ο συνολικός γλυκαιμικός δείκτης ώστε να έχουμε πιο χαμηλά μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης. 2

Συμπερασματικά, τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη δε θα πρέπει να αποκλείουν ομάδες τροφίμων από το ημερήσιο διαιτολόγιο τους, αλλά να οργανώνουν τα γεύματα τους με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορούν να απολαμβάνουν τα οφέλη μιας ισορροπημένης διατροφής, με ποικιλία και ως μέσο ικανοποίησης της όρεξης, της γεύσης και της κοινωνικής τους ζωής. Εξάλλου τα άτομα με διαβήτη σήμερα μπορούν να επωφεληθούν από τη χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών ρύθμισης της γλυκόζης του αίματος και να εξατομικεύσουν τη διατροφή τους προσφέροντας και γεύση και ποικιλία.

 

Βιβλιογραφία

  1. Nutrition and Diabetes | ADA. Accessed December 17, 2023. https://diabetes.org/food-nutrition
  2. Diabetes UK – Know diabetes. Fight diabetes. | Diabetes UK. Accessed December 29, 2023. https://www.diabetes.org.uk/

 

Ο ρόλος της διαλειμματικής νηστείας στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2

Eπιμέλεια1Αλεξανδράκη Φιλοθέη, 1Δήμα Νεφέλη, 1Μπαλή Ιωάννα

1Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία μεταβολική ασθένεια που χαρακτηρίζεται αδυναμία ρύθμισης των επιπέδων γλυκόζης και υπεργλυκαιμία και συνδέεται με την αντίσταση στην ινσουλίνη και ανωμαλίες στον μεταβολισμό κυρίως των υδατανθράκων. Η πλειοψηφία των ατόμων με ΣΔ2 είναι άτομα με αυξημένο σωματικό βάρος ή άτομα με παχυσαρκία και παρουσιάζουν επίσης αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η διαλείπουσα νηστεία (intermittent fasting – IF) ή αλλιώς διαλειμματικός περιορισμός ενέργειας (IER) είναι μία ευρέως διαδεδομένη διατροφική πρακτική που αποτελείται από εναλλασσόμενες περιόδους ελεύθερης διατροφικής κατανάλωσης και αποχής από θερμιδική πρόσληψη. Πιο συγκεκριμένα, η IF περιορίζει την κατανάλωση φαγητού, σε ένα παράθυρο σίτισης 4 έως 8 ωρών  την ημέρα, με 16 έως 20 ώρες νηστεία. Έχει αποδειχτεί  ότι η IF μπορεί να μειώσει την εμφάνιση ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών εκβάσεων, βελτιώνοντας τις μεταβολικές και φλεγμονώδεις οδούς.

Με τη συνεχή αύξηση του ποσοστού των ατόμων με ΣΔ2 παγκοσμίως, είναι σημαντικό να γίνονται διατροφικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν σε μία ουσιαστική θεραπευτική προσέγγιση για τη διαχείριση της γλυκόζης αίματος, του βάρους και του καρδιαγγειακού παράγοντα κινδύνου. Μία από αυτές είναι η IF, που είναι δυνητικά πολύτιμη θεραπευτική .

Τα αποτελέσματα της INTERFAST-2 μελέτης, που πραγματοποιήθηκε στο University Hospital Graz της Αυστρίας, σε άτομα που ακολούθησαν την IF τρεις φορές την εβδομάδα σε χρονικό διάστημα 12 εβδομάδων, έδειξαν ότι μειώθηκε το βάρος τους και επίσης η ημερήσια χορηγούμενη δόση ινσουλίνης. Επίσης, σε μία διασταυρούμενη  μελέτη  που διεξήχθη από τους Sutton et. al., και συμμετείχαν άνδρες με αυξημένο BMI, Hb1Αc, διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας και μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη, που τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες, εκ των οποίων η μία ακολούθησε την IF, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες που την ακολούθησαν είχαν χαμηλότερα επίπεδα ινσουλίνης, αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, αυξημένη ανταπόκριση των β-κυττάρων του παγκρέατος, μειωμένη αρτηριακή πίεση καθώς επίσης και μειωμένο οξειδωτικό στρες.

Σε μία ακόμη τυχαιοποιημένη  μελέτη, που διεξήγαγαν οι Parvaresh et al. με παχύσαρκους ασθενείς με μεταβολικό σύνδρομο, τα άτομα ακολούθησαν  τροποποιημένη διαλειμματική νηστεία (ADF) ή δίαιτα θερμιδικού περιορισμού, για 8 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικότερη μείωση των επιπέδων νηστείας πλάσματος, του σωματικού βάρους, της περιφέρειας μέσης και της συστολικής πίεσης στην ομάδα ADF.

Επιπροσθέτως, ο Arnanson και οι συνεργάτες του σε μία μελέτη παρατήρησης που πραγματοποίησαν σε άτομα με ΣΔ2, τα οποία λάμβαναν θεραπευτική αγωγή με μετφορμίνη, διαπίστωσαν απώλεια σωματικού βάρους, μείωση των επιπέδων της μεταγευματικής και της γλυκόζης  νηστείας, έπειτα από δύο εβδομάδες IF. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι σε μία άλλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο υγείας και Ιατρικής υγείας της Νότιας Αυστραλίας, βρέθηκε ότι οι ενήλικες με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔ2 που ακολούθησαν την IF είχαν βελτιωμένο μεταγευματικό μεταβολισμό γλυκόζης.

Συμπερασματικά, η διαλείπουσα νηστεία θα μπορούσε να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων θεραπείας  σε άτομα με προδιαβήτη και με ΣΔ2, σε σχέση με άλλες διαιτολογικές προσεγγίσεις περιορισμού θερμίδων και άρα αποτελούν ακόμα ένα εργαλείο για την απώλεια βάρους. Με βάση τις παραπάνω μελέτες, παρατηρούμε λοιπόν ότι η IF μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην απώλεια βάρους και στη μείωση των επιπέδων ινσουλίνης. Απαιτούνται όμως περισσότερες και πιο καλά σχεδιασμένες μελέτες και για το λόγο αυτό το μοντέλο αυτό διατροφής δεν έχει συμπεριληφθεί ακόμα στις επίσημες οδηγίες της ADA και του DNSG.

Βιβλιογραφία

  1. Anna Obermayer, Norbert J. Tripolt, Peter N. Pferschy, HaraldKojzar, Faisal Aziz, Alexander Muller, Markus Schauer, AbderrahimOulhaj, Felix Aberer, CarenSourij, HansjorgHabisch, Tobias Madl, Thomas Pieber, Barbara Obermayer-Pietsch, Vanessa Stadlbauer and HaraldSourij. Efficacy and Safety of Intermittent Fasting in People With Insulin-Treated Type 2 Diabetes (INTERFAST-2)—A Randomized Controlled Trial. 2022.
  2. Arnason TG, Bowen MW, Mansell KD.  Effects of intermittent fasting on health markers in those with type 2 diabetes: a pilot study. World J Diabetes. 2017;8:154–164.
  3. Parvaresh A, Razavi R, Abbasi B, et al. Modified alternate-day fasting vs. calorie restriction in the treatment of patients with metabolic syndrome: a randomized clinical trial. ComplementTher Med. 2019; 47:102187.
  4. Sutton EF, Beyl R, Early KS, Cefalu WT, Ravussin E, Peterson CM.Early time-restricted feeding improves insulin sensitivity, blood pressure, and oxidative stress even without weight loss in men with prediabetes. 2018; 27:1212–1221.
  5. Τeong XT, Liu K, Vincent AD, Bensalem J, Liu B, Hattersley KJ, Zhao L, Feinle-Bisset C, Sargeant TJ, Wittert GA, Hutchison AT, Heilbronn LK. Intermittent fasting plus early time-restricted eating versus calorie restriction and standard care in adults at risk of type 2 diabetes: a randomized controlled trial. Nat Med. 2023 Apr;29(4):963-972.