Ο ρόλος της διαλειμματικής νηστείας στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2

Eπιμέλεια1Αλεξανδράκη Φιλοθέη, 1Δήμα Νεφέλη, 1Μπαλή Ιωάννα

1Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία μεταβολική ασθένεια που χαρακτηρίζεται αδυναμία ρύθμισης των επιπέδων γλυκόζης και υπεργλυκαιμία και συνδέεται με την αντίσταση στην ινσουλίνη και ανωμαλίες στον μεταβολισμό κυρίως των υδατανθράκων. Η πλειοψηφία των ατόμων με ΣΔ2 είναι άτομα με αυξημένο σωματικό βάρος ή άτομα με παχυσαρκία και παρουσιάζουν επίσης αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η διαλείπουσα νηστεία (intermittent fasting – IF) ή αλλιώς διαλειμματικός περιορισμός ενέργειας (IER) είναι μία ευρέως διαδεδομένη διατροφική πρακτική που αποτελείται από εναλλασσόμενες περιόδους ελεύθερης διατροφικής κατανάλωσης και αποχής από θερμιδική πρόσληψη. Πιο συγκεκριμένα, η IF περιορίζει την κατανάλωση φαγητού, σε ένα παράθυρο σίτισης 4 έως 8 ωρών  την ημέρα, με 16 έως 20 ώρες νηστεία. Έχει αποδειχτεί  ότι η IF μπορεί να μειώσει την εμφάνιση ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών εκβάσεων, βελτιώνοντας τις μεταβολικές και φλεγμονώδεις οδούς.

Με τη συνεχή αύξηση του ποσοστού των ατόμων με ΣΔ2 παγκοσμίως, είναι σημαντικό να γίνονται διατροφικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν σε μία ουσιαστική θεραπευτική προσέγγιση για τη διαχείριση της γλυκόζης αίματος, του βάρους και του καρδιαγγειακού παράγοντα κινδύνου. Μία από αυτές είναι η IF, που είναι δυνητικά πολύτιμη θεραπευτική .

Τα αποτελέσματα της INTERFAST-2 μελέτης, που πραγματοποιήθηκε στο University Hospital Graz της Αυστρίας, σε άτομα που ακολούθησαν την IF τρεις φορές την εβδομάδα σε χρονικό διάστημα 12 εβδομάδων, έδειξαν ότι μειώθηκε το βάρος τους και επίσης η ημερήσια χορηγούμενη δόση ινσουλίνης. Επίσης, σε μία διασταυρούμενη  μελέτη  που διεξήχθη από τους Sutton et. al., και συμμετείχαν άνδρες με αυξημένο BMI, Hb1Αc, διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας και μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη, που τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες, εκ των οποίων η μία ακολούθησε την IF, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες που την ακολούθησαν είχαν χαμηλότερα επίπεδα ινσουλίνης, αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, αυξημένη ανταπόκριση των β-κυττάρων του παγκρέατος, μειωμένη αρτηριακή πίεση καθώς επίσης και μειωμένο οξειδωτικό στρες.

Σε μία ακόμη τυχαιοποιημένη  μελέτη, που διεξήγαγαν οι Parvaresh et al. με παχύσαρκους ασθενείς με μεταβολικό σύνδρομο, τα άτομα ακολούθησαν  τροποποιημένη διαλειμματική νηστεία (ADF) ή δίαιτα θερμιδικού περιορισμού, για 8 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικότερη μείωση των επιπέδων νηστείας πλάσματος, του σωματικού βάρους, της περιφέρειας μέσης και της συστολικής πίεσης στην ομάδα ADF.

Επιπροσθέτως, ο Arnanson και οι συνεργάτες του σε μία μελέτη παρατήρησης που πραγματοποίησαν σε άτομα με ΣΔ2, τα οποία λάμβαναν θεραπευτική αγωγή με μετφορμίνη, διαπίστωσαν απώλεια σωματικού βάρους, μείωση των επιπέδων της μεταγευματικής και της γλυκόζης  νηστείας, έπειτα από δύο εβδομάδες IF. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι σε μία άλλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο υγείας και Ιατρικής υγείας της Νότιας Αυστραλίας, βρέθηκε ότι οι ενήλικες με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔ2 που ακολούθησαν την IF είχαν βελτιωμένο μεταγευματικό μεταβολισμό γλυκόζης.

Συμπερασματικά, η διαλείπουσα νηστεία θα μπορούσε να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων θεραπείας  σε άτομα με προδιαβήτη και με ΣΔ2, σε σχέση με άλλες διαιτολογικές προσεγγίσεις περιορισμού θερμίδων και άρα αποτελούν ακόμα ένα εργαλείο για την απώλεια βάρους. Με βάση τις παραπάνω μελέτες, παρατηρούμε λοιπόν ότι η IF μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην απώλεια βάρους και στη μείωση των επιπέδων ινσουλίνης. Απαιτούνται όμως περισσότερες και πιο καλά σχεδιασμένες μελέτες και για το λόγο αυτό το μοντέλο αυτό διατροφής δεν έχει συμπεριληφθεί ακόμα στις επίσημες οδηγίες της ADA και του DNSG.

Βιβλιογραφία

  1. Anna Obermayer, Norbert J. Tripolt, Peter N. Pferschy, HaraldKojzar, Faisal Aziz, Alexander Muller, Markus Schauer, AbderrahimOulhaj, Felix Aberer, CarenSourij, HansjorgHabisch, Tobias Madl, Thomas Pieber, Barbara Obermayer-Pietsch, Vanessa Stadlbauer and HaraldSourij. Efficacy and Safety of Intermittent Fasting in People With Insulin-Treated Type 2 Diabetes (INTERFAST-2)—A Randomized Controlled Trial. 2022.
  2. Arnason TG, Bowen MW, Mansell KD.  Effects of intermittent fasting on health markers in those with type 2 diabetes: a pilot study. World J Diabetes. 2017;8:154–164.
  3. Parvaresh A, Razavi R, Abbasi B, et al. Modified alternate-day fasting vs. calorie restriction in the treatment of patients with metabolic syndrome: a randomized clinical trial. ComplementTher Med. 2019; 47:102187.
  4. Sutton EF, Beyl R, Early KS, Cefalu WT, Ravussin E, Peterson CM.Early time-restricted feeding improves insulin sensitivity, blood pressure, and oxidative stress even without weight loss in men with prediabetes. 2018; 27:1212–1221.
  5. Τeong XT, Liu K, Vincent AD, Bensalem J, Liu B, Hattersley KJ, Zhao L, Feinle-Bisset C, Sargeant TJ, Wittert GA, Hutchison AT, Heilbronn LK. Intermittent fasting plus early time-restricted eating versus calorie restriction and standard care in adults at risk of type 2 diabetes: a randomized controlled trial. Nat Med. 2023 Apr;29(4):963-972.

 

Θυρεοειδική δυσλειτουργία και Μεταβολικό σύνδρομο. Μια αμφίδρομη σχέση;

Επιμέλεια: Μαρία Δημητρίου, Τμήμα Ανοσολογίας-Ιστοσυμβατότητας, Γ.Ν.Ν.Π. «Άγιος Παντελεήμων», Πειραιάς

 

Η θυρεοειδική δυσλειτουργία και το μεταβολικό σύνδρομο είναι από τις πιο κοινές ενδοκρινικές διαταραχές, ενώ σχετίζονται με σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα. Οι διαταραχές του θυρεοειδούς αδένα επηρεάζουν μεταξύ άλλων, τα λιπίδια, το μεταβολισμό της γλυκόζης, την αρτηριακή πίεση, το σωματικό βάρος. Όλα τα προαναφερθέντα συνδέονται με μεταβολικές παραμέτρους και επομένως οδηγούν σε ανάπτυξη ή επιδείνωση ήδη υπάρχοντος μεταβολικού συνδρόμου. Το μεταβολικό σύνδρομο συνδέεται άρρηκτα με την αντίσταση στην ινσουλίνη και την παχυσαρκία και τα δύο εκ των οποίων επηρεάζονται από τις θυρεοειδικές ορμόνες. Σε αρκετές μελέτες έχει περιγραφεί σύνδεση της παχυσαρκίας και της  δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς.  Η σχέση ωστόσο μεταξύ δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς και μεταβολικού συνδρόμου/αντίστασης στην ινσουλίνη δεν είναι ακόμη σαφώς καθορισμένη. Όμως στους παχύσαρκους ασθενείς, η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού στο λιπώδη ιστό που εκκρίνει κυτταροκίνες έχει προταθεί ως ένας από τους κοινούς μηχανισμούς στις δύο οντότητες γεγονός που ενισχύεται περαιτέρω από την ύπαρξη κοινών βιοδεικτών όπως είναι η αυξημένη hs-CRP, η ΙL-6 και η παρουσία αυτοαντισωμάτων. Μία νέα προσέγγιση που κερδίζει ολοένα έδαφος είναι ότι το μεταβολικό σύνδρομο μπορεί να μην είναι απαραίτητα συνέπεια της δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς, αλλά ότι η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να προκύψει από τις επιπτώσεις του μεταβολικού συνδρόμου. Αυξημένη TSH που σχετίζεται με ελαφρώς αυξημένη Τ3 παρατηρείται συχνά σε παχύσαρκα άτομα, ειδικά σε αυτά με σοβαρή νοσογόνο παχυσαρκία. Η επικάλυψη μεταξύ των δύο διαγνώσεων είναι κοινή, δικαιολογώντας μια υψηλή συσχέτιση μεταξύ τους, ωστόσο η αποσαφήνιση του τι αποτελεί την αιτία και τι την συνέπεια δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ακόμη από την τρέχουσα βιβλιογραφία. Οι θυρεοειδικές ορμόνες, ειδικά η Τ3, εμπλέκονται στον έλεγχο του μεταβολικού ρυθμού με διάφορους μηχανισμούς. Ασκούν άμεση επίδραση στη χρήση του ΑΤP, έχουν ινότροπες και χρονότροπες δράσεις, επίσης ελέγχουν τη θερμοκρασία του πυρήνα του σώματος, την όρεξη, τη συμπαθητική δραστηριότητα και τη μιτοχονδριακή βιογένεση. Επιπλέον άλλοι μεταβολίτες των θυρεοειδικών ορμονών έχει αποδειχτεί ότι αποτρέπουν την επαγόμενη από δίαιτα υψηλή σε λιπαρά παχυσαρκία, μέσω αύξησης της ενεργειακής δαπάνης και της ευόδωσης αντιλιπογόνων μονοπατιών στο λευκό λιπώδη ιστό.

Η λεπτίνη, ορμόνη που παράγεται από το λιπώδη ιστό, δρα κυρίως στους υποθαλαμικούς νευρώνες και προκαλεί κορεσμό ενώ αυξάνει την ενεργειακή δαπάνη. Ωστόσο πολλοί παχύσαρκοι έχουν υπερλεπτιναιμία αλλά είναι ανθεκτικοί στην ανορεξιογόνο κεντρική δράση της. Επίσης η λεπτίνη ρυθμίζει την παραγωγή ορμονών στον υποθάλαμο και φαίνεται να επηρεάζει διεγερτικά τους νευρώνες που είναι υπεύθυνοι για την απελευθέρωση TRH επηρεάζοντας κατ’ επέκταση και όλο τον άξονα. Έτσι η λεπτίνη μπορεί να ρυθμίζει τις δράσεις των θυρεοειδικών ορμονών στους ιστούς στόχους, αλλά και η διατροφική κατάσταση όπως και η κατάσταση του θυρεοειδούς αδένα τροποποιούν τις αποκρίσεις στη λεπτίνη. Περαιτέρω μελέτες απαιτούνται για να αποσαφηνιστεί η σχέση λεπτίνης και θυρεοειδούς. Η TSH έχει αποδειχθεί ότι δρα απευθείας στο λιπώδη ιστό που εκφράζει υποδοχείς της. Σε μελέτη σε διαφοροποιημένα ανθρώπινα λιποκύτταρα, η TSH, φαίνεται να προκαλεί λιπόλυση και να αναστέλλει τη σηματοδότηση της ινσουλίνης μέσω της φωσφορυλίωσης της πρωτεϊνικής κινάσης Β, η οποία μπορεί να συμβάλλει στην αντίσταση στην ινσουλίνη. Ωστόσο σε άλλη μελέτη φάνηκε ότι η TSH διεγείρει τη διαφοροποίηση και τη λιπογένεση των λιποκυττάρων. Σε συμφωνία με αυτό ήρθε και ερευνητική εργασία σε ποντίκια, τα οποία δεν εξέφραζαν υποδοχείς της TSH, ήταν υπό συμπληρώματα θυρεοειδικών ορμονών και ταυτόχρονα σε δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Αυτά εμφάνισαν αντίσταση στη παχυσαρκία. Και εδώ αναμένονται αποτελέσματα περαιτέρω έρευνας. Η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς σε παχύσαρκα άτομα μπορεί να οφείλεται σε ήπια επίκτητη αναστρέψιμη κεντρική αντίσταση στη θυρεοειδική ορμόνη. Σε μελέτη που διερεύνησε την επίδραση της απώλειας βάρους μετά από βαριατρικό χειρουργείο στις θυρεοειδικές ορμόνες φάνηκε ότι η αντίσταση σε αυτές μειώθηκε μετά την επέμβαση όπως επίσης μειώθηκε και η CRP. Σε παχύσαρκες γυναίκες με υποκλινικό υποθυρεοειδισμό και θυρεοειδίτιδα Hashimoto ο επιπολασμός μεταβολικού συνδρόμου  ήταν υψηλότερος σε σχέση με παχύσαρκα άτομα που δεν εμφάνιζαν αυτοαντισώματα anti-TPO.

Ο υποθυρεοειδισμός σχετίζεται με περιφερική αντίσταση στην ινσουλίνη και στον αντίποδα ο υπερθυρεοειδισμός αυξάνει την υπεργλυκαιμία λόγω αύξησης της ηπατικής παραγωγής. Η Τ3 δρα απευθείας στο ήπαρ ρυθμίζοντας γονίδια που εμπλέκονται στην ηπατική γλυκονεογένεση, το μεταβολισμό του γλυκογόνου και τη σηματοδότηση της ινσουλίνης. Επιπλέον δρα κεντρικά στον υποθάλαμο αυξάνοντας τη συμπαθητική ροή στο ήπαρ. Κατά συνέπεια στο ήπαρ υπάρχει μείωση της σύνθεσης γλυκογόνου και αύξηση της γλυκονεογένεσης και της γλυκογονόλυσης που οδηγεί σε αύξηση της παραγωγής γλυκόζης. Η Τ3 αυξάνει τη μετατόπιση του μεταφορέα 4 της γλυκόζης GLUT4 στην πλασματική μεμβράνη, στους σκελετικούς μυς και στον λιπώδη ιστό η οποία σχετίζεται με καλύτερη ανοχή στη γλυκόζη. Ο υπερθυρεοειδισμός φαίνεται να βλάπτει τη διεγειρόμενη από τη γλυκόζη έκκριση ινσουλίνης και να επιταχύνει την αποδόμησή της. Σε πειραματική μελέτη με κυτταροκαλλιέργειες οι υψηλές συγκεντρώσεις Τ3 προκαλούσαν απόπτωση και θάνατο κυτταρικών παγκρεατικών σειρών που παρήγαγαν ινσουλίνη.

Οι θυρεοειδικές ορμόνες δρουν στα αγγεία και στην καρδιά και όπως προαναφέρθηκε έχουν ινότροπη και χρονότροπη δράση. Οι ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό εμφανίζουν ταχυκαρδία, αυξημένη συσταλτικότητα της καρδιάς και μειωμένο καρδιακό μεταφορτίο με αποτέλεσμα αυξημένη καρδιακή παροχή, η οποία οδηγεί σε συστολική υπέρταση. Οι υποθυρεοειδικοί από την άλλη μπορεί να εμφανίσουν διαστολική υπέρταση, που σχετίζεται με διαταραχή της ενδοθηλιακής αγγειοδιαστολής. Επίσης σε αυτούς τους ασθενείς παρατηρούνται αλλαγές στη μικροκυκλοφορία όπως μείωση της ταχύτητας ροής του αίματος και διαταραχή της αγγειοδιαστολής μετά από σύντομη περίοδο ισχαιμίας. Επιπλέον παρατηρείται μείωση του μυϊκού τόνου ως αποτέλεσμα επίδρασης της παραγωγής μονοξειδίου του αζώτου και άλλων ρυθμιστικών παραγόντων. Επιπροσθέτως οι δράσεις των θυρεοειδικών ορμονών στο κεντρικό νευρικό σύστημα επηρεάζουν την αυτόνομη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Το μεταβολικό σύνδρομο σχετίζεται με δυσλιπιδαιμία. Οι θυρεοειδικές ορμόνες και οι υποδοχείς τους έχουν ποικίλες επιδράσεις και στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Είναι γνωστό ότι στον υποθυρεοειδισμό παρατηρείται υπερχοληστερολαιμία που χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα LDL-c. Από μελέτες φάνηκε ότι η έκφραση συγκεκριμένων ισομορφών των ειδικών υποδοχέων των θυρεοειδικών ορμονών εμπλέκεται στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Σε μελέτες παρατήρησης αναφέρεται επίσης υψηλή συσχέτιση ακόμη και ήπιου υποκλινικού υποθυρεοειδισμού με υψηλά τριγλυκερίδια, ολική χοληστερόλη και LDL-c.

Aπoμένουν πολλά να μάθουμε ακόμη πριν καταλήξουμε σε πρακτικά συμπεράσματα. Μελέτες κοόρτης βασισμένες σε μεγάλο πληθυσμό με παρακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα απαιτούνται για να προσδιοριστεί η σημασία της δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς, ιδιαίτερα σε υποκλινικές μορφές και η συσχέτισή της με το μεταβολικό σύνδρομο καθώς και το κατά πόσο επηρεάζει ή επηρεάζεται από το τελευταίο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Mehran L., Amouzegar A, Azizi F. Thyroid disease and the metabolic syndrome. Curr Opin Endocronol Diabetes Obes 2019; 26: 256-265
  2. Vaitikus JA, Farrar JS, Celi FS. Thyroid hormone mediated modulation of energy expenditure. Eur J Clin Nutr 2019; 73: 166-171
  3. Mullur R, Liu YY, Brent GA. Thyroid hormone regulation of metabolism. Physiol Rev 2014; 94: 355-382.
  4. Münzberg H, Flier JS, Bjørbaek C. Region-specific leptin resistance within the hypothalamus of diet-induced obese mice. Endocrinology 2004; 145: 4880-4899.
  5. Klieverik LP, Janssen SF, van Riel A, et al. Thyroid hormone modulates glucose production via a sympathetic pathway from the hypothalamic paraventricular nucleus to the liver. Proc Natl Acad Sci U S A 2009; 106: 5966.
  6. Ximenes HM, Lortz S, Jörns A, et al. Triiodothyronine (T3)-mediated toxicity and induction of apoptosis in insulin-producing INS-1 cells. Life Sci 2007; 80: 2045-2050.
  7. Samuel S, Zhang K, Tang YD, et al. Triiodothyronine potentiates vasorelaxation via PKG/VASP signaling in vascular smooth muscle cells. Cell Physiol Biochem 2017; 41: 1894-1904.
  8. Li X, Meng Z, Jia Q, Ren X. Effect of L-thyroxine treatment versus a placebo on serum lipid levels in patients with sub-clinical hypothyroidism. Biomed Rep 2016; 5:443-

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1, Οινοπνευματώδη Ποτά & Υπογλυκαιμία

Συντάκτες κειμένου:

  • Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος με ειδίκευση στο Διαβήτη και την Παχυσαρκία, MSc
  • Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, MSc, PhD. Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά ‘’Τζάνειο’’

 

 

Είναι ευρέως γνωστό πως η κατανάλωση αλκοόλ από ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπογλυκαιμία, επηρεάζοντας σημαντικά τις γνωστικές λειτουργίες του ατόμου και τον γλυκαιμικό του έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν χρειάζεται να δημιουργείται ανησυχία, καθώς, η σωστή ενημέρωση πάνω στο εν λόγω θέμα βοηθά να αποφευχθούν τέτοια φαινόμενα. Αρχικά, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πλήρως τους λόγους για τους οποίους η υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με την εμφάνιση υπογλυκαιμίας και ποιες πρακτικές αυτοδιαχείρισης μπορεί να αναπτύξει το άτομο με διαβήτη ώστε να είναι ασφαλές.

 

Αλκοόλ & Υπογλυκαιμία:

Συγκεκριμένα, φαίνεται πως όταν η λήψη αλκοόλ είναι ελεγχόμενη και συνδυάζεται με κάποιο γεύμα δεν προκαλείται ιδιαίτερη απορρύθμιση του σακχάρου αίματος. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, μικρή ποσότητα αλκοόλ θα μπορούσε να αυξήσει την ινσουλινοευαισθησία μειώνοντας τη μεταγευματική υπεργλυκαιμία. Στην περίπτωση όμως που το άτομο είναι νηστικό και δεν υπάρχουν τα απαραίτητα αποθέματα ενέργειας, ο οργανισμός καλείται να εξασφαλίσει στον εγκέφαλο καύσιμο για τη λειτουργία του μέσω διεργασιών που γίνονται στο ήπαρ (γλυκογονόλυση, γλυκονεογένεση). Με αυτό τον τρόπο η ενδογενώς παραγόμενη γλυκόζη κρατά τα επίπεδα του σακχάρου σε ικανοποιητικά επίπεδα. Ουσιαστικά, ο κίνδυνος εμφάνισης υπογλυκαιμίας δημιουργείται επειδή η αλκοόλη του ποτού τείνει να αναστείλει τις παραπάνω διεργασίες και τα αποθέματα γλυκογόνου είναι περιορισμένα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση των επιπέδων γλυκόζης στην αιματική κυκλοφορία και την εμφάνιση υπογλυκαιμίας μερικές ώρες μετά, ιδιαιτέρως εάν σκεφτούμε πως τα άτομα με ΣΔΤ1 κάνουν και χρήση ινσουλίνης. Περαιτέρω μείωση των τιμών σακχάρου προκαλεί και η ενδεχόμενη φυσική δραστηριότητα, όπως είναι ο χορός, που συνήθως συνδυάζεται με την κατανάλωση οινοπνευματώδη ποτών. Δεν θα πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε πως η αλκοόλη του ποτού μπορεί να δράσει μειώνοντας τα επίπεδα γλυκόζης μέχρι και το επόμενο πρωί, λόγω της μειωμένης έκκρισης αυξητικής ορμόνης κατά τη διάρκεια της νύχτας.

 

Συμπτώματα & Διαχείριση:

Συνήθως τα άτομα με διαβήτη, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα αντιληφθούν τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας (εφίδρωση, αδυναμία, νευρικότητα, ταχυκαρδία) λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης όπως είναι η κατανάλωση υδατανθρακούχων τροφίμων και η άμεση διακοπή αλκοολούχων ποτών. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως που τα προειδοποιητικά συμπτώματα δεν γίνονται αντιληπτά και η υπογλυκαιμία χαρακτηρίζεται ως ‘’ανεπίγνωστη’’, υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης σοβαρού υπογλυκαιμικού επεισοδίου και διαβητικής κετοξέωσης. Δεν θα πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε πως η μέθη και η υπογλυκαιμία έχουν κοινή συμπτωματολογία πράγμα που μπορεί να παρασύρει όχι μόνο το άτομο με διαβήτη αλλά και τους οικείους του, αγνοώντας την τακτική αυτομέτρηση σακχάρου αίματος. Όσον αφορά στη διόρθωση της υπογλυκαιμίας και την επαναφορά των τιμών γλυκόζης σε φυσιολογικά επίπεδα, καλό θα είναι να γνωρίζουμε πως ενδέχεται να υπάρξει μία καθυστέρηση διότι η λήψη αλκοόλ επηρεάζει την έκκριση των αντιρροπιστικών ορμονών (κορτιζόλη, αυξητική ορμόνη). Μάλιστα, η χρήση συνταγογραφούμενης γλυκαγόνης φαίνεται να μην έχει καμία επίδραση στη βελτίωση του σακχάρου αίματος διότι στην προκειμένη το ήπαρ είναι ‘’απασχολημένο’’ επειδή επεξεργάζεται την παρουσία αλκοόλ στον οργανισμό.

 

Οινοπνευματώδη ποτά & Υδατάνθρακες:

Σε πολλές περιπτώσεις, τα αλκοολούχα ποτά ενδέχεται να περιέχουν υδατάνθρακες που τείνουν να αυξήσουν τις τιμές σακχάρου αίματος σαν πρώτη αντίδραση. Για το λόγο αυτό συστήνεται η σωστή προσαρμογή της δόσης της ινσουλίνης ανάλογα την περιεκτικότητα του ποτού σε υδατάνθρακες. Είναι βασική προϋπόθεση για το άτομο με διαβήτη να κατανοήσει πως το αλκοόλ επηρεάζει τη γλυκαιμική του ρύθμιση ώστε να μπορεί να επέμβει στη χορήγηση της δόσης της ινσουλίνης και να κάνει τις απαραίτητες αναπροσαρμογές (συνήθως μειώνοντας ελαφρώς τη δόση).

 

Συμπερασματικά:

Στα άτομα με ΣΔΤ1 συστήνεται η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, πάντα σε συνδυασμό με κάποιο γεύμα. Μάλιστα, η ελεγχόμενη πρόσληψη μπορεί να επιφέρει ευεργετικά αποτελέσματα αυξάνοντας την ινσουλινοευαισθησία και μειώνοντας την εμφάνιση αθηροσκλήρωσης. Η υπερβολική ποσότητα αλκοόλ είναι που συνδέεται κυρίως με ινσουλινοαντίσταση, κακό γλυκαιμικό έλεγχο, σοβαρές υπογλυκαιμίες, διαβητική κετοξέωση και μειωμένη ποιότητα ζωής. Είναι σημαντικό να ενημερωθείτε από τη θεραπευτική ομάδα που σας παρακολουθεί: ποιες τιμές γλυκόζης προμηνύουν σοβαρή υπογλυκαιμία, ποιος είναι ο σωστός τρόπος αυτομέτρησης σακχάρου αίματος, πως θα αναπροσαρμόσετε τη δόση ινσουλίνης, ποια υδατανθρακούχα τρόφιμα χρειάζεστε για ώρα ανάγκης, ποια είναι η περιεκτικότητα των αλκοολούχων ποτών σε υδατάνθρακες και ποιες εναλλακτικές υπάρχουν.

 

Βιβλιογραφία:

  • Barnard KD, Dyson P, Sinclair JM, Lawton J, Anthony D, Cranston M, Holt RI. Alcohol health literacy in young adults with type 1 diabetes and its impact on diabetes management. Diabet Med. 2014 Dec;31(12):1625-30.
  • Emanuele NV, Swade TF, Emanuele MA. Consequences of alcohol use in diabetics. Alcohol Health Res World. 1998;22(3):211-9.
  • MacNaught N, Holt P. Type 1 diabetes and alcohol consumption. Nurs Stand. 2015 Aug 12;29(50):41-7.
  • Van de Wiel A. Diabetes mellitus and alcohol. Diabetes Metab Res Rev. 2004 Jul-Aug;20(4):263-7.
  • White ND. Alcohol Use in Young Adults With Type 1 Diabetes Mellitus. Am J Lifestyle Med. 2017 Jul 26;11(6):433-435.

 

 

 

 

Ολική θνησιμότητα, καρδιαγγειακή νόσος και μικροαγγειοπαθητικές επιπλοκές σε άτομα με διαβήτη τύπου LADA

Wei Y, Herzog K, Ahlqvist E, Andersson T, Nyström T, Zhan Y, Tuomi T, Carlsson S. All-Cause Mortality and Cardiovascular and Microvascular Diseases in Latent Autoimmune Diabetes in Adults. Diabetes Care. 2023 Oct 1;46(10):1857-1865. doi: 10.2337/dc23-0739. PMID: 37635682.

 

Ο διαβήτης τύπου LADA είναι ένας ετερογενής, αργά εξελισσόμενος τύπος αυτοάνοσου σακχαρώδη διαβήτη. Στο περιοδικό Diabetes Care τον Οκτώβριο του 2023 δημοσιεύθηκε μία μελέτη που είχε στόχο τη μελέτη της πρόγνωσης του διαβήτη τύπου LADA, σε σύγκριση με το διαβήτη τύπου 2 και τον διαβήτη τύπου 1 σε ενήλικες.

H μελέτη βασίστηκε στον πληθυσμό της Σουηδίας και περιελάμβανε άτομα με πρόσφατα διαγνωσμένο διαβήτη τύπου LADA (n = 550, ταξινομημένοι σε LADAlow και LADAhigh με βάση το μέσο επίπεδο αυτοανοσίας), διαβήτη τύπου 2 (n = 2.001), διαβήτη τύπου 1 σε ενήλικες (n = 1.573) και άτομα ελέγχου χωρίς διαβήτη (n = 2.355) κατά την περίοδο 2007 – 2019. Χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες σχετικά με την θνησιμότητα, τη καρδιαγγειακή νόσο, τη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, τη διαβητική νεφροπάθεια καθώς και τα κλινικά χαρακτηριστικά κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης.

Η ολική θνησιμότητα ήταν υψηλότερη στο διαβήτη τύπου LADA [αναλογία κινδύνου (Hazard Ratio, HR) (95% CI): 1,44 (1,03-2,02)], στο διαβήτη τύπου 1 [HR (95% CI): 2,31 (1,75-3,05]) και στο διαβήτη τύπου 2 [HR (95% CI): 1,31 (1,03-1,67)] σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Η συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου ήταν αυξημένη στο LADAhigh [HR (95% CI): 1,67 (1,04-2,69)] και στο διαβήτη τύπου 2 [HR (95% CI): 1,53 (1,17-2,00)], αλλά όχι στο LADAlow ή στο διαβήτη τύπου 1. Η επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας αλλά όχι της νεφροπάθειας ήταν υψηλότερη στο LADA [HR (95% CI): 2,25 (1,64-3,09)], συμπεριλαμβανομένων των LADAhigh και LADAlow σε σχέση με τον διαβήτη τύπου 2 (μη διαθέσιμο στο διαβήτη τύπου 1). Πιο καλά προφίλ αρτηριακής πίεσης και λιπιδίων, αλλά υψηλότερα επίπεδα HbA1c, παρατηρήθηκαν στο διαβήτη τύπου LADA σε σύγκριση με το διαβήτη τύπου 2 κατά την έναρξη και καθ’ όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης, ειδικά στο LADAhigh, που έμοιαζε με τον διαβήτη τύπου 1 από αυτή την άποψη.

Συμπερασματικά, παρότι ο διαβήτης τύπου LADA έχει λιγότερους μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου σε σύγκριση με το διαβήτη τύπου 2, έχει παρόμοιο ή και μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου, καρδιαγγειακής νόσου και αμφιβληστροειδοπάθειας. Ο μη εντατικός γλυκαιμικός έλεγχος, ιδιαίτερα στο LADAhigh, υπογραμμίζει την ανάγκη για βέλτιστη διαχείριση των ατόμων με διαβήτη τύπου LADA.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό σύστημα που σχετίζονται με GLP-1 αγωνιστές που χρησιμοποιούνται για απώλεια σωματικού βάρους

Sodhi M, Rezaeianzadeh R, Kezouh A, Etminan M. Risk of Gastrointestinal Adverse Events Associated With Glucagon-Like Peptide-1 Receptor Agonists for Weight Loss. JAMA. 2023 Oct 5:e2319574. doi: 10.1001/jama.2023.19574. Epub ahead of print. PMID: 37796527.

 

Οι ασθενείς που λαμβάνου GLP-1 αγωνιστές έχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό σύστημα. Ωστόσο, ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να διαφέρει ανάλογα με τις ενδείξεις για τις οποίες χρησιμοποιούνται. Στη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Jama τον Οκτώβριο του 2023 μελετήθηκαν οι ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα που σχετίζονται με τη λήψη GLP-1 αγωνιστών όταν χρησιμοποιούνται για απώλεια σωματικού βάρους.

Χρησιμοποιήθηκε ένα τυχαίο δείγμα 16 εκατομμυρίων ατόμων (2006-2020) από τη βάση δεδομένων PharMetrics Plus (IQVIA), που είναι μια μεγάλη βάση δεδομένων υγείας που καταγράφει το 93% όλων των συνταγών ασθενών σε εξωτερικά ιατρεία και των διαγνώσεων ιατρών στις ΗΠΑ μέσω της Διεθνούς Ταξινόμησης Νοσημάτων ICD-9 ή ICD-10. Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν άτομα που εισήχθησαν σε αγωγή με σεμαγλουτίδη ή λιραγλουτίδη, που αποτελούν δύο αγωνιστές GLP-1, και άτομα που ξεκίνησαν αγωγή με βουπροπιόνη-ναλτρεξόνη, έναν παράγοντα απώλειας βάρους που δεν σχετίζεται με τους αγωνιστές GLP-1.

Η διάρκεια παρατήρησης ήταν από την πρώτη συνταγογράφηση ενός φαρμάκου της μελέτης έως την εμφάνιση νόσου των χοληφόρων (συμπεριλαμβανομένης της χολοκυστίτιδας, της χολολιθίασης και της χολοχολιθίασης), παγκρεατίτιδας (συμπεριλαμβανομένης της παγκρεατίτιδας από χολόλιθους), απόφραξης του εντέρου, ή εμφάνιση γαστροπάρεσης. Οι σχετικοί κίνδυνοι (Hazard ratio) προσαρμόστηκαν ως προς την ηλικία, το φύλο, τη χρήση αλκοόλ, το κάπνισμα, τη δυσλιπιδαιμία, τις επεμβάσεις στην κοιλιακή χώρα τις προηγούμενες 30 ημέρες καθώς και τη γεωγραφική τοποθεσία.

Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν 4144 άτομα που ελάμβαναν λιραγλουτίδη, 613 που ελάμβαναν σεμαγλουτίδη και 654 που ελάμβαναν βουπροπιόνη-ναλτρεξόνη. Η χρήση αγωνιστών GLP-1 σε σύγκριση με τη χρήση βουπροπιόνης-ναλτρεξόνης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παγκρεατίτιδας [προσαρμοσμένο HR (95% CI: 9,09 (1,25-66,00)], εντερικής απόφραξης [HR (95% CI): 4,22 (1,02-17), και γαστροπάρεσης [HR (95% CI):  3,67 (1,15-11,90)] ενώ δεν συσχετίστηκε με τη νόσο των χοληφόρων [HR 95% CI): 1,50 (0,89-2,53)].

Συμπερασματικά, η χρήση των αγωνιστών GLP-1 για απώλεια βάρους σε σύγκριση με τη χρήση βουπροπιόνης-ναλτρεξόνης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παγκρεατίτιδας, γαστροπάρεσης και απόφραξης του εντέρου, αλλά όχι με νόσο των χοληφόρων. Δεδομένης της ευρείας χρήσης αυτών των φαρμάκων, αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες, αν και σπάνιες, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από ασθενείς που σκέφτονται να χρησιμοποιήσουν τα φάρμακα για απώλεια βάρους, καθώς ο υπολογισμός οφέλους-κινδύνου για αυτήν την ομάδα μπορεί να διαφέρει από εκείνους που τα χρησιμοποιούν για αντιμετώπιση σακχαρώδη διαβήτη.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

 

 

 

Προσδόκιμο ζωής που σχετίζεται με διαφορετικές ηλικίες κατά τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε χώρες με υψηλό εισόδημα: 23 εκατομμύρια ανθρωπο-έτη παρατήρησης

Emerging Risk Factors Collaboration. Lancet Diabetes Endocrinol. 2023 Oct;11(10):731-742. doi: 10.1016/S2213-8587(23)00223-1. Epub 2023 Sep 11. PMID: 37708900.

 

Ο επιπολασμός του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 αυξάνεται ραγδαία, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων ηλικιακών ομάδων. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι τα άτομα με διαβήτη πεθαίνουν κατά μέσο όρο 6 χρόνια νωρίτερα από τα άτομα χωρίς διαβήτη. Στο περιοδικό Lancet Diabetes Endocrinology τον Οκτώβριο του 2023 δημοσιεύθηκε μία μελέτη που είχε ως στόχο να παρέχει εκτιμήσεις για τις συσχετίσεις μεταξύ της ηλικίας κατά τη διάγνωση του διαβήτη, της ολικής θνησιμότητας και της μείωσης του προσδόκιμου ζωής.

Για αυτήν τη μελέτη παρατήρησης, πραγματοποιήθηκε μια συνδυασμένη ανάλυση δεδομένων συμμετεχόντων από 19 χώρες που έχουν υψηλό εισόδημα χρησιμοποιώντας δύο βάσεις δεδομένων μεγάλης κλίμακας: τη βάση δεδομένων Εmerging Risk Factors Collaboration (96 κοόρτες) και η βάση δεδομένων UK Biobank (μέσο έτος αναφοράς 2006, διάμεσος τελευταίος χρόνος παρακολούθησης 2020). Χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από 1.515.718 συμμετέχοντες, στους οποίους καταγράφηκαν θάνατοι κατά τη διάρκεια 23,1 εκατομμυρίων ανθρωπο-ετών παρακολούθησης. Υπολογίστηκε η επιβίωση εφαρμόζοντας σχετικούς κινδύνους (Hazard ratio, HR) ειδικά για την ηλικία για τις ΗΠΑ και την ΕΕ.

Στα άτομα με διαβήτη, παρατηρήθηκε μια γραμμική συσχέτιση μεταξύ της πρώιμης ηλικίας κατά τη διάγνωση και του υψηλότερου κινδύνου ολικής θνησιμότητας σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς διαβήτη. Οι σχετικοί κίνδυνοι (HR) ήταν 2,69 (95% CI 2,43–2,97) όταν διαγνώστηκαν στα 30–39 έτη, 2,26 (2,08–2,45) στα 40–49 έτη, 1,84 (1,72 –1,97) στα 50–59 ετών, 1,57 (1,47–1,67) στα 60–69 ετών και 1,39 (1,29–1,51) στα 70 ετών και άνω. Οι σχετικοί κίνδυνοι ανά δεκαετία προηγούμενης διάγνωσης ήταν παρόμοιοι για τους άνδρες και γυναίκες. Χρησιμοποιώντας τα ποσοστά θανάτων από τις ΗΠΑ, ένα άτομο 50 ετών με διαβήτη πεθαίνει κατά μέσο όρο 14 χρόνια νωρίτερα όταν διαγνώστηκε σε ηλικία 30 ετών, 10 χρόνια νωρίτερα όταν διαγνώστηκε σε ηλικία 40 ετών ή 6 χρόνια νωρίτερα όταν διαγνώστηκε σε ηλικία 50 ετών συγκριτικά με ένα άτομο χωρίς διαβήτη. Χρησιμοποιώντας τα ποσοστά θανάτων στην ΕΕ, οι αντίστοιχες εκτιμήσεις ήταν 13, 9 ή 5 χρόνια νωρίτερα, αντίστοιχα.

Η διάγνωση διαβήτη σε μικρότερη ηλικία σχετίζεται με χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ανάπτυξης και εφαρμογής παρεμβάσεων που αποτρέπουν ή καθυστερούν την εμφάνιση του διαβήτη και την εντατικοποίηση της θεραπείας των παραγόντων κινδύνου μεταξύ των νεαρών ενηλίκων που έχουν διαγνωστεί με διαβήτη.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, ηπατική ανεπάρκεια και ηπατοκυτταρικός καρκίνος σε ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος: μετα-ανάλυση μεμονωμένων μελετών με δεδομένα από συμμετέχοντες

Daniel Q Huang, Nabil Noureddin, Veeral Ajmera, Maral Amangurbanova, Ricki Bettencourt, Emily Truong, Tolga Gidener, Harris Siddiqi, Abdul M Majzoub, Tarek Nayfeh, Nobuharu Tamaki, Namiki Izumi, Masato Yoneda, Atsushi Nakajima, Ramazan Idilman, Mesut Gumussoy, Digdem Kuru Oz, Ayse Erden, Alina M Allen, Mazen Noureddin, Rohit Loomba

Lancet Gastroenterol Hepatol. 2023 Sep;8(9):829-836.

DOI: 10.1016/S2468-1253(23)00157-7

 

Σκοπός

Τα δεδομένα σχετικά με την εμφάνιση ηπατικής ανεπάρκειας σε ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (NAFLD, Nonalcoholic Fatty Liver Disease) με ή χωρίς συνοδό σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) είναι ελλιπή. Στόχος της μελέτης είναι η αξιολόγηση του κινδύνου για ηπατική ανεπάρκεια σε ασθενείς με NAFLD με ή χωρίς ΣΔ2.

Μέθοδοι

Η μετα-ανάλυση περιλαμβάνει δεδομένα από συμμετέχοντες σε 6 μελέτες κοορτής στην Αμερική, την Ιαπωνία και την Τουρκία. Όλοι οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε μαγνητική ελαστογραφία ήπατος μεταξύ 27 Φεβρουαρίου του 2007 και 4 Ιουνίου του 2021. Οι μελέτες που επιλέγονται περιλαμβάνουν ασθενείς με ηπατική ίνωση βάσει των αποτελεσμάτων της  μαγνητικής ελαστογραφίας ήπατος, ασθενείς σε χρόνια παρακολούθηση και αξιολόγηση της ηπατικής ανεπάρκειας και τέλος, ενήλικες ασθενείς με γνωστή NAFLD και διαθέσιμα δεδομένα για την ύπαρξη ή μη ΣΔ2 κατά την έναρξη της μελέτης. Η πρωταρχική έκβαση που μελετάται είναι η ηπατική ανεπάρκεια που εκδηλώνεται ως ασκίτης, ηπατική εγκεφαλοπάθεια ή αιμορραγία κιρσών. Επιπλέον, μελετάται και μια δεύτερη έκβαση, η ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκινώματος. Στην ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιείται το ανταγωνιστικό μοντέλο παλινδρόμησης “Fine and Gray subdistribution hazard ratio (sHR)” για να συγκριθεί η πιθανότητα ηπατικής ανεπάρκειας σε ασθενείς με και χωρίς ΣΔ2. Ο θάνατος χωρίς ηπατική ανεπάρκεια θεωρείται ανταγωνιστική έκβαση.

Αποτελέσματα

Δεδομένα από 2.016 συμμετέχοντες (736 με ΣΔ2 και 1.280 χωρίς ΣΔ2) από 6 μελέτες κοορτής περιλαμβάνονται στην ανάλυση. 1.074 (53%) από τους 2.016 συμμετέχοντες είναι γυναίκες με μέση ηλικία 57.8 έτη (SD 14.2 έτη) και ΔΜΣ (Δείκτη Μάζας Σώματος) στο 31.3 kg/m2 (SD 7.4 kg/m2). Μεταξύ των 1.737 συμμετεχόντων (602 με ΣΔ2 και 1.135 χωρίς ΣΔ2) με διαθέσιμα μακροπρόθεσμα δεδομένα παρακολούθησης, 105 συμμετέχοντες ανέπτυξαν ηπατική ανεπάρκεια μέσα σε ένα μέσο χρονικό διάστημα παρακολούθησης 2.8 έτη. Οι συμμετέχοντες με ΣΔ2 εμφάνισαν σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο για ηπατική ανεπάρκεια στον πρώτο χρόνο (3.37% [95% CI 2.10-5.11] έναντι 1.07% [0.57-1.86]), στα τρία χρόνια (7.49% [5.36-10.08] έναντι 2.92% [1.92-4.25]) και στα πέντε χρόνια παρακολούθησης (13.85% [10.43-17.75] έναντι 3.95% [2.67-5.60]) σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες χωρίς ΣΔ2 (p<0.0001). Μετά την προσαρμογή των δεδομένων για πολλαπλούς συμπαράγοντες (ηλικία, ΔΜΣ και φυλή), ο ΣΔ2 (sHR 2.15 [95% CI 1.39–3.34], p=0.0006) και η τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (1.31 [95% CI 1.10–1.55], p=0.0019) φαίνεται να αποτελούν ανεξάρτητους προγνωστικούς παράγοντες κινδύνου ηπατικής ανεπάρκειας. Η συσχέτιση μεταξύ ΣΔ2 και ηπατικής δυσλειτουργίας παραμένει σταθερή ακόμα και μετά την προσαρμογή των δεδομένων βάσει της αρχικής ηπατικής σκληρίας όπως αυτή υπολογίζεται από τη μαγνητική ελαστογραφία. Μετά από ένα μέσο χρονικό διάστημα παρακολούθησης 2.9 ετών, 22 από τους 1.802 συμμετέχοντες (18 από τους 639 με ΣΔ2 και 4 από τους 1.163 χωρίς ΣΔ2) εμφανίζουν ηπατοκυτταρικό καρκίνωμα. Όπως προκύπτει, ο κίνδυνος για ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκίνου είναι μεγαλύτερος σε αυτούς με ΣΔ2 στον πρώτο χρόνο (1.34% [95% CI 0.64–2.54] έναντι 0.09% [0.01–0.50]), στα τρία χρόνια (2.44% [1.36–4.05] έναντι 0.21% [0.04–0.73]) και στα πέντε χρόνια (3.68% [2.18–5.77] έναντι 0.44% [0.11–1.33]) σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες χωρίς ΣΔ2 (p<0.0001). Ο ΣΔ2 είναι ένας ανεξάρτητος προγνωστικός παράγοντας για την ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκίνου (sHR 5.34 [1.67–17.09], p=0.0048).

Συμπεράσματα

Μεταξύ των ασθενών με NAFLD, η παρουσία ΣΔ2 σχετίζεται με σημαντικά μεγαλύτερο κίνδυνο για ηπατική ανεπάρκεια και ανάπτυξη ηπατοκυτταρικού καρκινώματος.

 

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

Συσχετίσεις μεταξύ καρκίνου και αντιδιαβητικών φαρμάκων: μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση των δεδομένων της τελευταίας δεκαετίας

Yixian Chen, Fidela Mushashi, Surim Son, Parveen Bhatti, Trevor Dummer, Rachel A Murphy

Scientific Reports 2023 Vol. 13 Issue 1 Pages 11844

DOI: 10.1038/s41598-023-38431-z

 

Σκοπός

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του διαβήτη ενδέχεται να τροποποιούν τον κίνδυνο για συγκεκριμένους τύπους καρκίνου. Σκοπός της μελέτης είναι να διερευνήσει τις πιθανές συνδέσεις μεταξύ των αντιδιαβητικών φαρμάκων και του κινδύνου για καρκίνο μαστού, πνεύμονα, προστάτη, ήπατος, παγκρέατος και ορθοκολικό καρκίνο.

Μέθοδοι

Πρόκειται για μια συστηματική ανασκόπηση σε πολλαπλές βάσεις δεδομένων (MEDLINE, Embase, Web of Science και Cochrane CENTRAL) μελετών από το 2011 έως το Μάρτιο του 2021. Από την αναζήτηση προκύπτει ένα σύνολο 92 μελετών (3 τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, 64 μελέτες κοορτής και 25 μελέτες ασθενών-μαρτύρων) με 171 εκατομμύρια συμμετέχοντες συνολικά.

Αποτελέσματα

Σε ασθενείς που λαμβάνουν διγουανίδια παρατηρούνται αρνητικές συσχετίσεις με ορθοκολικό καρκίνο (n = 18, RR = 0.85, 95% CI = 0.78-0.92) και καρκίνο του ήπατος (n = 10, RR = 0.55, 95% CI = 0.46-0.66). Επιπλέον, οι θειαζολιδινεδιόνες συσχετίζονται με μικρότερο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού (n = 6, RR = 0.87, 95% CI = 0.80-0.95), του πνεύμονα (n = 6, RR = 0.77, 95% CI = 0.61-0.96) και του ήπατος (n = 8, RR = 0.83, 95% CI = 0.72-0.95). Η ινσουλινοθεραπεία εμφανίζει αρνητική συσχέτιση με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στο μαστό (n = 15, RR = 0.90, 95% CI = 0.82-0.98) και στον προστάτη (n = 7, RR = 0.74, 95% CI = 0.56-0.98). Θετικές συσχετίσεις παρατηρούνται μεταξύ φαρμάκων που δρουν ως εκκριταγωγά ινσουλίνης και του παγκρεατικού καρκίνου (n = 5, RR = 1.26, 95% CI = 1.01-1.57) και μεταξύ της ινσουλίνης και του παγκρεατικού καρκίνου (n = 8, RR = 2.41, 95% CI = 1.08-5.36) και του καρκίνου του ήπατος (n = 7, RR = 1.74, 95% CI = 1.08-2.80).

Συμπεράσματα

Η χρήση διγουανιδίων και θειαζολιδινεδιονών επιφέρει μηδενικό ή δυνητικά πολύ χαμηλό κίνδυνο για ορισμένους τύπους καρκίνου, ενώ αντιθέτως, η ινσουλινοθεραπεία και η χορήγηση εκκριταγωγών ινσουλίνης φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για παγκρεατικό καρκίνο.

 

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

Μελέτη συσχέτισης της κατανάλωσης σακχαρούχων ποτών και ποτών με προσθήκη τεχνητών γλυκαντικών με αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του ήπατος και αυξημένη θνησιμότητα στη χρόνια ηπατική νόσο

Longgang Zhao, Xinyuan Zhang, Mace Coday, David O. Garcia, Xinyi Li, Yasmin Mossavar-Rahmani, Michelle J. Naughton, Melissa Lopez-Pentecost, Nazmus Saquib, Aladdin H. Shadyab, Michael S. Simon, Linda G. Snetselaar, Fred K. Tabung, Deirdre K. Tobias, Trang VoPham, Katherine A. McGlynn, Howard D. Sesso, Edward Giovannucci, JoAnn E. Manson, Frank B. Hu,, Lesley F. Tinker, Xuehong Zhang

JAMA. 2023;330(6):537-546

DOI: 10.1001/jama.2023.12618

 

Σκοπός

Εκτιμάται πως περίπου 65% των ενηλίκων στην Αμερική καταναλώνουν σακχαρούχα ποτά καθημερινά. Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να μελετήσει τις συσχετίσεις της κατανάλωσης ποτών με προσθήκη ζάχαρης αλλά και τεχνητών γλυκαντικών με την επίπτωση του καρκίνου του ήπατος και τη θνησιμότητα στη χρόνια ηπατική νόσο.

Μέθοδοι

Πρόκειται για μια προοπτική μελέτη κοορτής σε 98.786 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας 50 με 79 ετών οι οποίες  ήταν εγγεγραμμένες στο πρόγραμμα “Women’s Health Initiative” από το 1993 έως το 1998 σε 40 κλινικά κέντρα στην Αμερική. Η παρακολούθηση αυτών των γυναικών ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 2020. Εξετάζεται λοιπόν, η πρόσληψη σακχαρούχων ποτών για ένα διάστημα τριών ετών, μέσα από ένα ερωτηματολόγιο το οποίο κατέγραφε τη συχνότητα πρόσληψης αναψυκτικών και φρουτοποτών στο σύνολό τους από την αρχή της μελέτης. Οι  δύο βασικές εκβάσεις που αναζητούνται είναι η επίπτωση του καρκίνου του ήπατος και η θνησιμότητα που οφείλεται σε χρόνια ηπατική νόσο και ορίζεται ως θάνατος από μη αλκοολική νόσο του ήπατος, ηπατική ίνωση, κίρρωση, αλκοολική ηπατική νόσο και χρόνια ηπατίτιδα. Χρησιμοποιούνται αναλογικά μοντέλα παλινδρόμησης για τον υπολογισμό των πολυπαραγοντικών hazard ratios (HRs) και 95% διαστήματα εμπιστοσύνης για την επίπτωση του καρκίνου του ήπατος και τη θνησιμότητα στη χρόνια ηπατική νόσο, συνυπολογίζοντας τους πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες όπως τα δημογραφικά στοιχεία και ο τρόπος ζωής.

Αποτελέσματα

Κατά τη διάρκεια της μελέτης διαγνώστηκε καρκίνος στο ήπαρ σε 207 γυναίκες, σε ένα μέσο διάστημα παρακολούθησης 20.9 έτη, ενώ 148 γυναίκες πέθαναν από χρόνια ηπατική νόσο. Βάσει των δεδομένων καταγραφής, 6.8% των γυναικών δήλωσαν ότι καταναλώνουν 1 ή περισσότερα σακχαρούχα ποτά την ημέρα και 13.1% των γυναικών 1 ή περισσότερα ποτά με τεχνητά γλυκαντικά την ημέρα. Οι γυναίκες με ημερήσια πρόσληψη σακχαρούχων ποτών μεγαλύτερη ή ίση με 1 μερίδα, σε σύγκριση με τις γυναίκες με μηνιαία πρόσληψη σακχαρούχων ποτών μικρότερη ή ίση με 3 μερίδες, φαίνεται να έχουν στατιστικά σημαντικότερο κίνδυνο για καρκίνο του ήπατος (18.0 έναντι 10.3 ανά 100.000 άνθρωπο-έτη) (P=0.02) (95% CI, 1.16-2.96) και για θάνατο σε έδαφος χρόνιας ηπατικής νόσου (17.7 έναντι 7.1 ανά 100 000 άνθρωπο-έτη) (P<0.001) (95% CI, 1.03-2.75). Αντιθέτως, στις γυναίκες με ημερήσια πρόσληψη ποτών με τεχνητά γλυκαντικά μεγαλύτερη ή ίση με 1 μερίδα, σε σύγκριση με μηνιαία πρόσληψη μικρότερη ή ίση με 3 μερίδες, δε παρατηρείται αυξημένος κίνδυνος για καρκίνο του ήπατος (11.8 έναντι 10.2 ανά 100.000 άνθρωπο-έτη) (P=0.7) (95% CI, 0.70-1.94) ή για θάνατο λόγω χρόνιας ηπατικής νόσου (7.1 έναντι 5.3 ανά 100.000 άνθρωπο-έτη) (P=0.32) (95% CI, 0.49-1.84).

Συμπεράσματα

Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η κατανάλωση μιας ή περισσότερων μερίδων σακχαρούχων ποτών ημερησίως, σε σύγκριση με την κατανάλωση τριών ή λιγότερων μερίδων το μήνα, συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του ήπατος και θανάτου από χρόνια ηπατική νόσο. Περαιτέρω μελέτες είναι απαραίτητες για να επιβεβαιώσουν τα παραπάνω ευρήματα και να αναγνωρίσουν τα βιολογικά μονοπάτια αυτής της συσχέτισης.

 

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

Ο ημερήσιος αγωνιστής GLP-1 υποδοχέα Orforglipron σε ενήλικες με παχυσαρκία

Wharton S, Blevins T, Connery L, et al. Daily Oral GLP-1 Receptor Agonist Orforglipron for Adults with Obesity [published online ahead of print, 2023 Jun 23]. N Engl J Med. 2023;10.1056/NEJMoa2302392. doi:10.1056/NEJMoa2302392

 

Η παχυσαρκία είναι μείζων παράγοντας κινδύνου νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως. Περισσότερα δεδομένα απαιτούνται για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του μη-πεπτιδικού GLP-1RA orforglipron ως άπαξ ημερησίως θεραπεία για τη μείωση του βάρους σε ασθενείς με παχυσαρκία.

Σε αυτή τη φάσης 2,τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή μελέτη, συμμετείχαν ασθενείς με παχυσαρκία, ή υπέρβαροι με τουλάχιστον μία σχετιζόμενη-με-το-βάρος κατάσταση, χωρίς διαβήτη. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν orforglipron σε μία εκ των τεσσάρων δόσεων (12, 24, 36, ή 45 mg) ή εικονικό φάρμακο άπαξ ημερησίως για τουλάχιστον 36 εβδομάδες. Η ποσοστιαία μεταβολή στο σωματικό βάρος από την έναρξη αξιολογήθηκε στις 26 εβδομάδες (πρωτογενές καταληκτικό σημείο) και στις 36 εβδομάδες (δευτερογενές καταληκτικό σημείο).

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 272 ασθενείς. Κατά την έναρξη, το μέσο σωματικό βάρος ήταν 108.7 κιλά, και ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (ΒΜΙ) ήταν 37.9. Στην εβδομάδα 26, η μέση μεταβολή στο σωματικό βάρος ήταν μεταξύ -8.6% και -12.6% στην ομάδα του orforglipron  και -2.0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στην εβδομάδα 36, η μέση μεταβολή ήταν μεταξύ -9.4% και -14.7% με το orforglipron και -2.3% με το εικονικό φάρμακο. Μείωση βάρους τουλάχιστον κατά 10% στην εβδομάδα 36 παρατηρήθηκε σε 46-75% των ασθενών που έλαβαν orforglipron, συγκριτικά με 9% σε όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η χρήση orforglipron οδήγησε σε βελτίωση σε όλες τις σχετιζόμενες-με-το-βάρος και καρδιομεταβολικές μεταβλητές. Οι πιο κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες στην ομάδα του orforglipron ήταν γαστρεντερικές, οι οποίες ήταν ήπιες προς μέτριες, συνέβησαν κυρίως κατά την τιτλοποίηση της δόσης, και οδήγησαν σε διακοπή του φαρμάκου σε 10-17% των συμμετεχόντων ανάλογα με το δοσολογικό σχήμα. Το προφίλ ασφάλειας του orforglipron ήταν ίδιο με αυτό των GLP-1RAs.

Συμπερασματικά, η ημερήσια από του στόματος χορήγηση orforglipron, ενός μη-πεπτιδικού GLP-1RA, συσχετίστηκε με απώλεια βάρους. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες με αυτές των ενέσιμων GLP-1RAs.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας