Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της εβδομαδιαίας σεμαγλουτίδης 2,4 mg σε ασθενείς με παχυσαρκία και προδιαβήτη: μελέτη STEP-101

Επιμέλεια: Ιωάννης Αυγερινός 

 

Ο προδιαβήτης αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα υγείας, επηρεάζοντας το 6-9% των ενηλίκων. Δεδομένης της στενής συσχέτισης της παχυσαρκίας με τον κίνδυνο ανάπτυξης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2), απαιτούνται αποτελεσματικές παρεμβάσεις που αφενός να στοχεύουν στις δύο παραπάνω κλινικές καταστάσεις και αφετέρου να  μειώνουν τον κίνδυνο εξέλιξης του προδιαβήτη σε ΣΔτ2. Η μελέτη STEP 10 είχε ως στόχο την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας της υποδόριας εβδομαδιαίας σεμαγλουτίδης 2,4 mg σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στη ρύθμιση του σωματικού βάρους και τον γλυκαιμικό έλεγχο σε ενήλικες με παχυσαρκία και προδιαβήτη.

Η μελέτη διεξήχθη σε 30 κέντρα στον Καναδά, τη Δανία, τη Φινλανδία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, και περιέλαβε 207 συμμετέχοντες ηλικίας 18 ετών και άνω, με δείκτη μάζας σώματος (BMI) ≥30 kg/m² και προδιαβήτη, όπως ορίστηκε από επίπεδα HbA1c μεταξύ 6,0-6,4% ή επίπεδα γλυκόζης πλάσματος νηστείας (FPG) μεταξύ 5,5-6,9 mmol/L. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 σε θεραπεία με σεμαγλουτίδη 2,4 mg ή εικονικό φάρμακο μία φορά την εβδομάδα για 52 εβδομάδες, ακολουθώντας μια περίοδο 28 εβδομάδων χωρίς θεραπεία.

Πρωτεύοντα τελικά σημεία ορίστηκαν η ποσοστιαία μεταβολή στο σωματικό βάρος και το ποσοστό των συμμετεχόντων στους οποίους επιτεύχθηκε νορμογλυκαιμία (HbA1c < 6,0% και FPG < 5,5 mmol/L), μετά από 52 εβδομάδες θεραπείας. Τα δευτερεύοντα τελικά σημεία περιελάμβαναν μεταβολές σε μεταβολικές παραμέτρους, όπως στη HbA1c, στην περιφέρεια μέσης και στη συστολική αρτηριακή πίεση.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η θεραπεία με σεμαγλουτίδη 2,4 mg οδήγησε σε στατιστικά σημαντική μείωση του σωματικού βάρους σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Μετά από διάρκεια παρέμβασης 52 εβδομάδων, οι συμμετέχοντες που έλαβαν σεμαγλουτίδη παρουσίασαν μέση μείωση βάρους 13,9%, σε σύγκριση με  μείωση κατά 2,7% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, με εκτιμώμενη διαφορά θεραπείας -11,2% (95% CI: -13,0 έως -9,4; p < 0,0001). Η θεραπεία με σεμαγλουτίδη συσχετίστηκε επίσης με στατιστικά μεγαλύτερο ποσοστό συμμετεχόντων στους οποίους επιτεύχθηκε νορμογλυκαιμία (81%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (14%), με λόγο πιθανοτήτων (Odds Ratio, OR) 19,8 (95% CI: 8,7 έως 45,2; p < 0,0001).

Στην περίοδο 28 εβδομάδων χωρίς θεραπεία, παρατηρήθηκε μερική επανάκτηση του σωματικού βάρους και στις δύο ομάδες, με το το συνολικό βάρος ωστόσο να παραμένει  χαμηλότερο από τα αρχικά επίπεδα στην ομάδα της σεμαγλουτίδης. Παρόμοια τάση παρατηρήθηκε και στον γλυκαιμικό έλεγχο, με ορισμένους συμμετέχοντες να επανεμφανίζουν προδιαβήτη μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Το προφίλ ασφάλειας της σεμαγλουτίδης 2,4 mg ήταν παρόμοιο με αυτό  των υπολοίπων αγωνιστών των GLP-1 υποδοχέων, με τις πιο κοινές παρενέργειες να αφορούν γαστρεντερικές διαταραχές (ναυτία, έμετος και διάρροια). Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν στο 9% των συμμετεχόντων τόσο στην ομάδα της σεμαγλουτίδης όσο και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, ενώ διακοπή της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών παρατηρήθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό στην ομάδα της σεμαγλουτίδης (6%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (1%).

Συμπερασματικά, η μελέτη STEP 10 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σεμαγλουτίδη 2,4 mg αποτελεί μια αποτελεσματική και καλά ανεκτή φαρμακευτική επιλογή για τη μείωση του βάρους και την επίτευξη νορμογλυκαιμίας σε ασθενείς με παχυσαρκία και προδιαβήτη.

 

1McGowan BM, Bruun JM, Capehorn M, et al. Efficacy and safety of once-weekly semaglutide 2·4 mg versus placebo in people with obesity and prediabetes (STEP 10): a randomised, double-blind, placebo-controlled, multicentre phase 3 trial. Lancet Diabetes Endocrinol. 2024;12(9):631-642. doi:10.1016/S2213-8587(24)00182-7

Στεατωτική ηπατική νόσος στην παιδιατρική παχυσαρκία και αυξημένος κίνδυνος για διαβήτη τύπου 2

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

 

Putri RR, Casswall T, Danielsson P, Marcus C, Hagman E. Steatotic Liver Disease in Pediatric Obesity and Increased Risk for Youth-Onset Type 2 Diabetes. Diabetes Care. 2024 Oct 7:dc241236. doi: 10.2337/dc24-1236. Epub ahead of print. PMID: 39373987.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Ο αυξανόμενος επιπολασμός της παιδικής παχυσαρκίας έχει οδηγήσει σε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης μεταβολικών διαταραχών, συμπεριλαμβανομένου του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) και της μεταβολικά συσχετιζόμενης στεατωτικής ηπατικής νόσου (MASLD) [1, 2]. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογήσει 1) τη συσχέτιση μεταξύ της MASLD στην παιδιατρική παχυσαρκία και το νεανικό ΣΔΤ2, 2) την κοινή επίδρασης της MASLD και της υπεργλυκαιμίας στον κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2 και 3) την επίδραση της θεραπείας της παχυσαρκίας στον κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2.

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Πραγματοποιήθηκε μια μελέτη κοορτής χρησιμοποιώντας το Σουηδικό Μητρώο Θεραπείας για την Παιδική Παχυσαρκία (Barnobesitas Registret i Sverige, BORIS) (1999–2020). Συμπεριλήφθηκαν 10.346 παιδιά, ηλικίας 9 έως 18 ετών με δείκτη μάζας σώματος >25k/m2 χωρίς ΣΔΤ2 και 59.336 άτομα ελέγχου. Η παρουσία MASLD ορίστηκε με τις τρανσαμινάσες αίματος και τον κωδικό διάγνωσης (ICD-10), ξεχωριστά. Η παρουσία ΣΔΤ2 διαπιστώθηκε από τα εθνικά μητρώα. Οι συμμετέχοντες παρακολουθούνταν μέχρι να εμφανιστεί ΣΔΤ2 ή μέχρι την ηλικία των 30 ετών.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στην κοορτή των ατόμων με δείκτη μάζας σώματος >25k/m2, η διάμεση ηλικία στη διάγνωση του ΣΔΤ2 ήταν 16,9 έτη και η μέση ηλικία παρακολούθησης ήταν 8,1 έτη. Η συσσωρευτική επίπτωση του ΣΔΤ2 στην ηλικία των 30 ετών ήταν 22,7% (παχυσαρκία και MASLD), 9,9% (μόνο η παχυσαρκία) και 0,7% (άτομα ελέγχου). Η MASLD συσχετίστηκε με κίνδυνο για εμφάνιση ΣΔΤ2 [Hazard Ratio (HR) (95% CI): 2,71 (2,14-3,43)], ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο, τον βαθμό παχυσαρκίας, την υπεργλυκαιμία και την παρουσία γονιού με ΣΔΤ2. Η κοινή επίδραση της MASLD και της υπεργλυκαιμίας αύξησε τον κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2 [(HR (95% CI): 9,04 (6,38-12,79)]. Η βέλτιστη ανταπόκριση στη θεραπεία της παχυσαρκίας μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2 (HR 0,23 [0,09-0,57]).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η MASLD στην παιδιατρική παχυσαρκία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2  σε παιδιά. Η MASLD αλληλεπιδρά συνεργιστικά με την υπεργλυκαιμία και αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο. Η βέλτιστη αντιμετώπιση της παχυσαρκίας μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Zhang, X., et al., Increasing prevalence of NAFLD/NASH among children, adolescents and young adults from 1990 to 2017: a population-based observational study. BMJ Open, 2021. 11(5): p. e042843.
  2. Lee, H.S., Nonalcoholic fatty liver disease in children and adolescents. Clin Exp Pediatr, 2024. 67(2): p. 90-91.

Η ινσουλίνη Efsitora έναντι της ινσουλίνης Degludec στο Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, άνευ προηγηθείσας αγωγής με ινσουλίνη

Authors: Carol Wysham, M.D., Harpreet S. Bajaj, M.D., M.P.H., Stefano Del Prato, M.D, Denise Reis Franco, M.D., Arihiro Kiyosue, M.D., Ph.D., Dominik Dahl, M.D., Chunmei Zhou, M.S., Molly C. Carr, M.D., Michael Case, M.S., and Livia Firmino Gonçalves, M.D., for the QWINT-2 Investigators

Published September 10, 2024 DOI: 10.1056/NEJMoa2403953

Επιμέλεια:
Σωκράτης Κατωπόδης, Ειδικός Παθολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης, B΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “ΑTTIKON”

 

Η ινσουλίνη efsitora alfa (efsitora) είναι μια νέα βασική ινσουλίνη, σχεδιασμένη για εβδομαδιαία χορήγηση. Τα δεδομένα,  για την ασφάλεια και  την αποτελεσματικότητά της,  έχουν περιοριστεί σε μικρές μελέτες φάσης 1 ή 2.

ΜΕΘΟΔΟΙ

Η παρούσα μελέτη αποτελεί μία 52 εβδομάδων, φάσης 3, παράλληλου σχεδιασμού, ανοικτής επισήμανσης, μελέτη θεραπείας με προκαθορισμένο στόχο, στην οποία συμμετείχαν ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, που δεν είχαν λάβει, προηγουμένως ινσουλίνη. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν efsitora ή degludec. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή στα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης από την έναρξη της αγωγής ως την εβδομάδα 52, με υπόθεση την μη κατωτερότητα της efsitora έναντι της degludec, με όριο μη κατωτερότητας τις 0,4 ποσοστιαίες μονάδες. Δευτερογενή καταληκτικά σημεία αποτέλεσαν η μεταβολή στα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στις υποομάδες των συμμετεχόντων που είτε χρησιμοποιούσαν αγωνιστές του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου 1 (GLP-1) είτε όχι, το ποσοστό του χρόνου στον οποίο τα επίπεδα γλυκόζης ήταν εντός εύρους στόχου 70-180 mg/dl από την εβδομάδα 48 ως την εβδομάδα 52, καθώς και η ύπαρξη υπογλυκαιμικών επεισοδίων.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Μεταξύ των 928 συμμετεχόντων, οι 466 τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα της efsitora και οι 462 στην ομάδα της degludec. Η μέση τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης μειώθηκε από την αρχική τιμή 8,21% σε 6,97% την εβδομάδα 52 με την efsitora (μέση μεταβολή με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων -1,26 ποσοστιαίες μονάδες) και από 8,24% σε 7,05% με την degludec (μέση μεταβολή με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων -1,17 ποσοστιαίες μονάδες) (υπολογιζόμενη θεραπευτική διαφορά, −0.09 ποσοστιαίες μονάδες; 95% διάστημα αξιοπιστίας [CI], −0.22 ως 0.04), ευρήματα που έδειξαν μη κατωτερότητα.  Η efsitora ήταν μη κατώτερη της degludec αναφορικά με τη μεταβολή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στους συμμετέχοντες, είτε ελάμβαναν αγωνιστές υποδοχέα GLP-1  είτε όχι. Το ποσοστό του χρόνου στον οποίο τα επίπεδα γλυκόζης ήταν εντός εύρους στόχου ήταν 64,3% με την efsitora και 61,2% με την degludec (υπολογιζόμενη θεραπευτική διαφορά, 3,1 ποσοστιαίες μονάδες; 95% CI, 0,1 ως 6,1). Το ποσοστό της συνδυασμένης κλινικά σημαντικής ή βαριάς  υπογλυκαιμίας ήταν 0,58 επεισόδια ανά ανθρωπο-έτος έκθεσης με την efsitora και 0,45 επεισόδια ανά ανθρωπο-έτος έκθεσης με την degludec (υπολογιζόμενη αναλογία, 1,3; 95% CI, 0,94 1,78). Καμία βαριά υπογλυκαιμία δεν καταγράφηκε με την efsitora, ενώ έξι επεισόδια καταγράφηκαν με την degludec. Η επίπτωση των ανεπιθύμητων συμβαμάτων ήταν ίδια και στις δύο ομάδες.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στους ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που δεν είχαν προηγουμένως λάβει ινσουλίνη, η εβδομαδιαία efsitora αποδείχθηκε μη κατώτερη σε σύγκριση με την καθημερινή degludec, αναφορικά με τη μείωση των επιπέδων της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.

(Funded by Eli Lilly; QWINT-2 ClinicalTrials.gov number, NCT05362058.)

Χρονικές τάσεις στη θνησιμότητα που σχετίζεται με ηπατική νόσο σε άτομα με και χωρίς σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ): Αποτελέσματα από μια πληθυσμιακή μελέτη

Επιμέλεια: Μάνθου Ελένη

 

Stefano Ciardullo, Gabriella Morabito, Federico Rea, Laura Savaré

The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism, 2024, 109, 2513–2519
https://doi.org/10.1210/clinem/dgae182

 

Σκοπός

Οι ασθενείς με ΣΔ διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου από συμβάντα που σχετίζονται με το ήπαρ, αλλά τα δεδομένα για το εάν αυτός ο αυξημένος κίνδυνος έχει διαφοροποιηθεί τα τελευταία χρόνια είναι ελάχιστα. Ο στόχος της παρούσας μελέτης είναι να περιγράψει τις χρονικές τάσεις στη θνησιμότητα που σχετίζεται με ηπατική παθολογία σε άτομα με και χωρίς ΣΔ.

 

Μέθοδοι

Τα στοιχεία ανακτήθηκαν από τις βάσεις δεδομένων της υγειονομικής περίθαλψης της Λομβαρδίας, μιας περιοχής της Ιταλίας που αντιπροσωπεύει περίπου το 16% του πληθυσμού της (σχεδόν 10 εκατομμύρια άτομα). Υπολογίστηκαν τα ετήσια ποσοστά θνησιμότητας σχετιζόμενα με συγκεκριμένη αιτία και η αναλογική θνησιμότητα μεταξύ ατόμων με και χωρίς ΣΔ από το 2010 έως το 2019. Οι θάνατοι που σχετίζονται με ηπατική νόσο κατηγοριοποιήθηκαν ως ιογενείς, ως σχετιζόμενοι με το αλκοόλ και ως μη ιογενείς και μη σχετιζόμενοι με το αλκοόλ (NVNA).

 

Αποτελέσματα

Οι παθήσεις του ήπατος ευθύνονται για το 2% και το 1% των θανάτων σε άτομα με και χωρίς ΣΔ αντίστοιχα (2019). Μεταξύ των ασθενών με ΣΔ, το συνολικό ποσοστό θνησιμότητας οφειλόμενο σε παθήσεις του ήπατος μειώθηκε από 1,13 σε 0,64 θανάτους ανά 1000 άτομα-έτη από το 2010 έως το 2019. Το μεγαλύτερο ποσοστό των θανάτων που σχετίζονται με ηπατική νόσο αποδίδεται σε ασθένειες NVNA και αυξήθηκε από 63% το 2010 σε 68% το 2019, με αντίστοιχη σχετική μείωση των ιογενών αιτιών (από 27% σε 23%). Η τυπική αναλογία θνησιμότητας για ασθενείς με ΣΔ ήταν 3,35 (95% CI 2,96-3,76) για το NVNA, 1,66 (95% CI 1,33-2,01) για την ιογενή ηπατίτιδα και 1,61 (95% CI 1,13-2,17) για την αλκοολική νόσο και παρέμεινε σχετικά σταθερή με την πάροδο του χρόνου. Ο κίνδυνος θνησιμότητας σχετιζόμενης με το ήπαρ σε ασθενείς με ΣΔ ήταν υψηλότερος από ό,τι για την καρδιαγγειακή θνησιμότητα και τον καρκίνο.

 

Συμπεράσματα

Ενώ τα ποσοστά θνησιμότητας που σχετίζονται με ηπατική νόσο μειώνονται σημαντικά μεταξύ των ασθενών με ΣΔ, οι αιτίες NVNA αποτελούν την πλειοψηφία των περιπτώσεων. Η αυξημένη θνησιμότητα από αίτια που σχετίζονται με το ήπαρ σε ασθενείς με ΣΔ σε σύγκριση με τους μη πάσχοντες από ΣΔ παρέμεινε σταθερή κατά την υπό μελέτη περίοδο.

Επίδραση της διάρκειας του θηλασμού στην πήξη σε γυναίκες με και χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη κύησης

Επιμέλεια: Μάνθου Ελένη

 

Louise Fritsche, Dorina Löffler, Konstantinos Kantartzis, Gesine Flehmig, Michael Roden, Andreas Fritsche, Andreas L. Birkenfeld, Andreas Peter
The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism, 2024, 109, 2571–2578
https://doi.org/10.1210/clinem/dgae172

 

Σκοπός

Ο θηλασμός σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα (CVD) στη μητέρα. Δεδομένου ότι οι υποκείμενοι μηχανισμοί εξακολουθούν να είναι ελάχιστα κατανοητοί, αντικείμενο της μελέτης ήταν η επίδραση του θηλασμού στο σύστημα παραγόντων πήξης του πλάσματος σε γυναίκες με και χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη κύησης (GDM).

 

Μέθοδοι

Μελετήθηκαν συνολικά 76 συμμετέχοντες στη Γερμανική Μελέτη Διαβήτη Κύησης (PREG; NCT04270578) με δοκιμασία ανοχής γλυκόζης από το στόμα 5 χρονικών στιγμών (0, 30, 60, 90, 120) που πραγματοποιήθηκε 14 μήνες (διατεταρτημόριο εύρος [IQR], 12-26 μήνες) μετά τον τοκετό. Προσδιορίστηκαν: χρόνος πήξης, προθρομβωτικοί παράγοντες πήξης (FII/FVII/FVIII/FIX), αντιθρομβωτικές πρωτεΐνες (αντιθρομβίνη, πρωτεΐνη C/S) και δείκτες ενδοθηλιακής λειτουργίας (παράγοντας von Willebrand και αναστολέας ενεργοποιητή πλασμινογόνου 1). Η κλίμακα κινδύνου Framingham (Framingham Risk Score) χρησιμοποιήθηκε για την εκτίμηση του 10ετούς καρδιαγγειακού κινδύνου. Η επίδραση της διάρκειας του θηλασμού στην πήξη αναλύθηκε με πολυμεταβλητά γραμμικά μοντέλα.

 

Αποτελέσματα

Η μέση διάρκεια του θηλασμού ήταν 11 μήνες (IQR, 7-14 μήνες). Συνολικά, η μεγαλύτερη διάρκεια του θηλασμού συσχετίστηκε με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο (P=0,05) και συσχετίστηκε αρνητικά με τον παράγοντα πήξης FIX (P=0,018). Διαπιστώθηκε μια αλληλεπίδραση μεταξύ GDM και διάρκειας θηλασμού με τη δραστηριότητα του FIX (PI Interaction=0,017). Μόνο σε γυναίκες με ιστορικό GDM η διάρκεια του θηλασμού συσχετίστηκε αρνητικά με τη δραστηριότητα του FIX (P=0,016). Αυτή η συσχέτιση ήταν σταθερή και σε στατιστικά μοντέλα προσαρμοσμένα για την ηλικία, τον δείκτη μάζας σώματος, την ευαισθησία στην ινσουλίνη και την C-αντιδρώσα πρωτεΐνη. Δε διαπιστώθηκε συσχέτιση της διάρκειας του θηλασμού με αντιπηκτικές πρωτεΐνες και ενδοθηλιακούς δείκτες.

 

Συμπεράσματα

Η μεγαλύτερη διάρκεια του θηλασμού σχετίζεται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο και βελτιωμένο προφίλ παραγόντων πήξης. Οι γυναίκες με ιστορικό GDM φαίνεται να ωφελούνται ιδιαίτερα από τον παρατεταμένο θηλασμό.

Συσχέτιση μεταξύ ακανόνιστης διάρκειας ύπνου από μετρήσεις με επιταχυνσιόμετρο και κινδύνου για διαβήτη τύπου 2: Μια προοπτική μελέτη κοόρτης στη Βιοτράπεζα (Biobank) του Ηνωμένου Βασιλείου

Επιμέλεια: Μάνθου Ελένη

 

Sina Kianersi, Heming Wang, Tamar Sofer, Raymond Noordam, Andrew Phillips, Martin K. Rutter, Susan Redline, and Tianyi Huang
Diabetes Care 2024;47(9):1647–1655
https://doi.org/10.2337/dc24-0213 

 

Σκοπός

Στόχος ήταν η εκτίμηση της σχέσης μεταξύ ακανόνιστης διάρκειας ύπνου και εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) σε πληθυσμό του Ηνωμένου Βασιλείου στη διάρκεια 7 χρόνων παρακολούθησης.

 

Μέθοδοι

Στη μελέτη συμμετείχαν 84.421 άτομα χωρίς ΣΔ (μέση ηλικία 62 ετών) από τη Biobank του Ηνωμένου Βασιλείου. Αναλύθηκαν δεδομένα επιταχυνσιόμετρου καρπού αρχικά το 2013-2015 και ακολούθως συνεχόμενα μέχρι τον Μάιο του 2022. Η διακύμανση της διάρκειας ύπνου ποσοτικοποιήθηκε από την εσωτερική τυπική διακύμανση (SD) 7 ημέρων ύπνου μετρημένη με επιταχυνσιόμετρο νύχτας. Χρησιμοποιήθηκαν αναλογικά μοντέλα κινδύνου Cox για την εκτίμηση των αναλογιών κινδύνου (HRs) για περιστατικά ΣΔ (που προσδιορίστηκαν από ιατρικά αρχεία, μητρώο θανάτων και/ή αυτοαναφερόμενη διάγνωση) σύμφωνα με τις κατηγορίες SD της διάρκειας ύπνου.

 

Αποτελέσματα

Καταγράφηκαν 2.058 περιστατικά ΣΔ σε 622.080 ανθρωποέτη παρακολούθησης. Σε σύγκριση με τη διάρκεια ύπνου για SD < 30 λεπτά, το HR (95% CI) ήταν 1,15 (0,99, 1,33) για 31–45 λεπτά, 1,28 (1,10, 1,48) για 46–60 λεπτά, 1,54 (1,32, 1,80) για 61-90 λεπτά, και για >90 λεπτά, 1,59 (1,33, 1,90) μετά από προσαρμογή για την ηλικία, το φύλο και τη φυλή.

Αναδεικνύεται μια μη γραμμική σχέση (μη γραμμικότητα, P=0,0002) με άτομα με SD διάρκειας ύπνου >60 έναντι ≤ 60 λεπτών να έχουν 34% υψηλότερο κίνδυνο για ΣΔ (95% CI 1,22, 1,47). Περαιτέρω προσαρμογή με βάση τον τρόπο ζωής, τις συννοσηρότητες, τους περιβαλλοντικούς παράγοντες και την παχυσαρκία μειώνει τη συσχέτιση (95% CI 1,01, 1,22). Η συσχέτιση είναι ισχυρότερη μεταξύ των ατόμων με χαμηλότερη βαθμολογία πολυγονιδιακού κινδύνου (PRS) για ΣΔ και μεγαλύτερη διάρκεια ύπνου (P=0,0009).

 

Συμπεράσματα

Η ακανόνιστη διάρκεια ύπνου συσχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο ΣΔ, ιδιαίτερα σε άτομα με χαμηλότερο γενετικό κίνδυνο ΣΔ και μεγαλύτερη διάρκεια ύπνου.

Sodium–glucose cotransporter 2 inhibitors reduce the risk of incident type 2 diabetes in people with heart failure without diabetes: An analysis of real-world, cohort data

A.E. Henney, D.R. Riley, M. Heague, T.J. Hydes, M.Anson, U.Alam, D.J. Cuthbertson, Diabetes Obes Metab. 2024;1–9

 

 

Η θεραπεία με αναστολείς του συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης 2 (SGLT2i) συσχετίστηκε με μειωμένη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2, θνησιμότητα από όλες τις αιτίες και ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με καρδιακή ανεπάρκεια.

Μια αναδρομική ανάλυση κοόρτης ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια TriNetX, χωρίς διαβήτη, που έλαβαν αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEI) ή αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης II (ARBs) με ή χωρίς SGLT2i. Συμπεριλήφθησαν 39.168 ασθενείς στην κάθε ομάδα: ACEi/ARB + ​​SGLT2i και ACEI/ARB χωρίς SGLT2i.

Κύρια ευρήματα:

  • Η επίπτωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 μειώθηκε κατά 42% στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που έλαβαν SGLT2i (αναλογία κινδύνου, 0,58, 95% CI, 0,50-0,67) σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν ACEi/ARB μόνο.
  • Επίσης οι ίδιοι ασθενείς εμφάνισαν 44% μικρότερο κίνδυνο κατά:
    • 44% θνησιμότητας από όλες τις αιτίες (0,56; 0,54-0,59)
    • 25% για οξύ πνευμονικό οίδημα (0,75; 0,65-0,87)
    • 29% για νοσηλεία (0,71; 0,69-0,73).

Σε αναλύσεις υποομάδας, οι ασθενείς με προδιαβήτη στους οποίους εδόθησαν SGLT2i + ACEi/ARB είχαν κατά 40% μειωμένη συχνότητα εμφάνισης T2D (0,60; 0,43-0,84) έναντι μόνο των ACEi/ARB και επίσης χαμηλότερη θνησιμότητα από κάθε αιτία (0,55, 0,46-0,65), νοσηλεία (0,77; 0,71-0,85), αλλά όχι πνευμονικό οίδημα (1,26; 0,83-1,91).

Η μείωση του κινδύνου T2D ήταν μεγαλύτερη με τη δαπαγλιφλοζίνη (0,46; 0,36-0,58) παρά με την εμπαγλιφλοζίνη (0,66; 0,55-0,80).

 

https://dom-pubs.onlinelibrary.wiley.com/doi/epdf/10.1111/dom.15833

Η λιπώδης νόσος του ήπατος και ο ΣΔ (Μetabolic dysfunction-associated fatty liver disease – MAFLD)

Μ. Φλωρεντίν
Επίκουρη Καθηγήτρια Παθολογίας
Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Ιατρικής
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

Η λιπώδης νόσος του ήπατος που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία (metabolic dysfunction-associated fatty liver disease; MAFLD) και η στεατική ηπατική νόσος που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία (metabolic dysfunction-associated steatotic liver disease; MASLD) αποτελούν αναθεωρημένους ορισμούς για τη μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (Non-alcoholic fatty liver disease; NAFLD). Σε αντίθεση με την τελευταία, η MAFLD/MASLD έχει μόνο κριτήρια ένταξης (και όχι αποκλεισμού) και μπορεί να συνυπάρχει με άλλα νοσήματα του ήπατος, συμπεριλαμβανομένης της κατάχρησης αλκοόλ. Αποτελεί την ηπατική έκφανση του μεταβολικού συνδρόμου και για τη διάγνωσή του απαιτείται η παρουσία ηπατικής στεάτωσης (εναπόθεσης λίπους στο ήπαρ) και τουλάχιστον 2 μεταβολικοί παράγοντες κινδύνου.

Τόσο η παρουσία NAFLD και μη αλκοολικής στεατοηπατίτιδας (Non-alcoholic steatohepatitis; NASH) όσο και η εμφάνιση κλινικά σημαντικής και προχωρημένης ίνωσης είναι υψηλότερος στα υπέρβαρα και παχύσαρκα άτομα σε σύγκριση με το γενικό πληθυσμό. Τα στοιχεία αυτά είναι αρκετά θορυβώδη δεδομένης της συνεχώς αυξανόμενης επίπτωσης της παχυσαρκίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Μάλιστα, τα άτομα με MAFLD/MASLD κινδυνεύουν περισσότερο από καρδιαγγειακά νοσήματα και λιγότερο από τις επιπλοκές της ηπατικής κίρρωσης.

Υπάρχουν διαφορετικοί φαινότυποι ατόμων με MAFLD με βάση τη σωματοδομή τους. Συγκεκριμένα, έχουν αναγνωριστεί 4 τέτοιοι φαινότυποι: 1. Μεταβολικά υγιείς παχύσαρκοι (metabolically healthy obese; MHO) με MAFLD, 2. Μεταβολικά μη υγιείς παχύσαρκοι (metabolically unhealthy obese; MUO) με MAFLD, 3. Νορμοβαρείς με MAFLD και 4. Σαρκοπενικοί παχύσαρκοι (sarcopenic obese) με MAFLD.

Στην πρώτη κατηγορία οι ασθενείς δεν εμφανίζουν υψηλές τιμές χοληστερόλης και σακχάρου και έχουν περισσότερο υποδόριο (συγκριτικά με το σπλαγχνικό, που είναι πιο επιβλαβές) λίπος. Επομένως, είναι άτομα ήπιου ως μέτριου καρδιαγγειακού κινδύνου. Στη δεύτερη κατηγορία ασθενών κυριαρχεί το σπλαγχνικό λίπος με συνοδό μικρή ελάττωση της μυικής μάζας και οι ασθενείς συχνά εμφανίζουν δυσλιπιδαιμία, αρτηριακή υπέρταση και προδιαβήτη. Επομένως, τα άτομα αυτά διατρέχουν υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Παρόμοια παθοφυσιολογία παρατηρείται και στην τρίτη ομάδα ασθενών, ωστόσο η καρδιαγγειακή νοσηρότητα αφορά κυρίως το ήπαρ. Η τέταρτη ομάδα ασθενών είναι άτομα με σημαντική ελάττωση της μυικής μάζας και εμφανίζουν όχι μόνο αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, αλλά και υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καταγμάτων, ηπατικής κίρρωσης και θνητότητα από όλα τα αίτια. Τέλος, τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) και MAFLD έχουν υπεροχή του σπλαγχνικού λίπους, αντίσταση στην ινσουλίνη και σημαντική φλεγμονή και ο κίνδυνός τους είναι όμοιος με αυτόν της προηγούμενης ομάδας ασθενών.

Η προσέγγιση των ατόμων με MAFLD περιλαμβάνει την αναγνώριση και αντιμετώπιση των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου (παχυσαρκία, ΣΔ2, αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία) και την εκτίμηση του κινδύνου εμφάνισης ηπατικής κίρρωσης. Εφόσον ο τελευταίος είναι ενδιάμεσος ή υψηλός θα πρέπει να γίνει παραπομπή σε ειδικό ηπατολογικό ιατρείο.

Σημειώνεται ότι αρκετές μελέτες με διάφορα μόρια για τη φαρμακευτική αντιμετώπιση της MAFLD βρίσκονται σε εξέλιξη.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Eslam M, Newsome PN, Sarin SK, Anstee QM, Targher G, Romero-Gomez M, et al. A new definition for metabolic dysfunction-associated fatty liver disease: An international expert consensus statement. J Hepatol. 2020 Jul;73(1):202-9.
  2. Ding Y, Deng Q, Yang M, Niu H, Wang Z, Xia S. Clinical Classification of Obesity and Implications for Metabolic Dysfunction-Associated Fatty Liver Disease and Treatment. Diabetes Metab Syndr Obes. 2023;16:3303-29.
  3. 3. Kanwal F, Neuschwander-Tetri BA, Loomba R, Rinella ME. Metabolic dysfunction-associated steatotic liver disease: Update and impact of new nomenclature on the American Association for the Study of Liver Diseases practice guidance on nonalcoholic fatty liver disease. Hepatology. 2024 May 1;79(5):1212-9.

Η σετμελανοτίδη για τη θεραπεία της επίκτητης υποθαλαμικής παχυσαρκίας: μια πολυκεντρική μελέτη φάσης 2

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

 

Roth CL, Scimia C, Shoemaker AH, et al. Setmelanotide for the treatment of acquired hypothalamic obesity: a phase 2, open-label, multicentre trial. Lancet Diabetes Endocrinol. 2024;12(6):380-389. doi:10.1016/S2213-8587(24)00087-1

 

Εισαγωγή: Η υποθαλαμική παχυσαρκία ως αποτέλεσμα βλάβης του υποθαλάμου μπορεί να επηρεάσει τη σηματοδότηση της μελανοκορτίνης. Μελετήθηκε η χορήγηση της σετμελανοτίδης, ενός αγωνιστή του υποδοχέα της μελανοκορτίνης-4, για τη θεραπεία της νόσου.

Μέθοδοι: Αυτή η μελέτη φάσης 2 έλαβε χώρα σε 5 κέντρα των ΗΠΑ. Επιλέξιμοι ασθενείς ήταν αυτοί με ηλικία 6-40 ετών, με παχυσαρκία και ιστορικό υποθαλαμικού τραυματισμού ή μη κακοήθους όγκου που επηρεάζει τον υποθάλαμο και που αντιμετωπίστηκε με χειρουργείο, χημειοθεραπεία, ή ακτινοθεραπεία. Η σετμελανοτίδη τιτλοποιήθηκε μέχρι τη δόση των 3 mg και χορηγήθηκε υποδορίως, άπαξ ημερησίως, για 16 εβδομάδες. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό ασθενών με μείωση του ΒΜΙ κατά τουλάχιστον 5% συγκριτικά με την έναρξη στις 16 εβδομάδες, συγκριτικά με ένα ρυθμό απώλειας <5% εκ του ιστορικού αυτού του πληθυσμού.

Αποτελέσματα: Μεταξύ της 6-6-2021 και της 13-1-2022, 19 ασθενείς εντάχθηκαν στη διαλογή, και τελικά 18 εντάχθηκαν στη μελέτη και έλαβαν τουλάχιστον μια δόση σετμελανοτίδης. Οι ασθενείς ήταν κυρίως λευκοί (n=14 [78%]) και άντρες (n=11 [61%]). Η μέση ηλικία ήταν τα 15 έτη (SD 5.3) και το μέσο ΒΜΙ ήταν 38 kg/m2 (SD 6.5). Οι 16 ασθενείς (89%) ολοκλήρωσαν τη μελέτη και πέτυχαν το κύριο καταληκτικό σημείο (p<0·0001). Η μέση μείωση του ΒΜΙ ήταν 15% (SD 10). Παρατηρήθηκε επίσης μείωση στο BMI Z score  κατά τουλάχιστον 0.2 πόντους στους ασθενείς <18 ετών (92%, 68-100%; p<0·0001) και μείωση στο βάρος σώματος κατά τουλάχιστον 5% στους ασθενείς >18 ετών (80%, 34-99%; p<0·0001). Οι ασθενείς τουλάχιστον 12 ετών είχαν μέση μείωση στο σκορ πείνας κατά 45%. Οι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ναυτία (61%), έμετοι (33%), μελάγχρωση δέρματος (33%), και διάρροια (22%). Εκ των 14 ασθενών που συνέχισαν σε μια επέκταση της μελέτης (NCT03651765), οι 12 συμπλήρωσαν τουλάχιστον 12 μήνες θεραπείας και είχαν μέση μείωση του ΒΜΙ κατά 26% (SD 12).

Συμπεράσματα: Η σετμελανοτίδη θα μπορούσε να είναι μια νέα, αποτελεσματική θεραπεία για την υποθαλαμική παχυσαρκία.

Επίδραση της σεμαγλουτίδης στη χρόνια νεφρική νόσο σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

 

Perkovic V, Tuttle KR, Rossing P, et al. Effects of Semaglutide on Chronic Kidney Disease in Patients with Type 2 Diabetes. N Engl J Med. 2024;391(2):109-121. doi:10.1056/NEJMoa2403347

 

Εισαγωγή: Οι ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ έχουν υψηλό κίνδυνο για νεφρική ανεπάρκεια, καρδιαγγειακά συμβάματα, και θάνατο. Είναι άγνωστο αν η σεμαγλουτίδη μπορεί να μειώσει αυτό τον κίνδυνο.

Μέθοδοι: Τυχαιοποιήθηκαν ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ (eGFR 50-75 ml/min/1.73m2 και λόγο λευκωματίνης-προς-κρεατινίνη ούρων -UACR 300-5000 mg/g ή eGFR 25-50 ml/min/1.73m2 και UACR 100-5000 mg/g) να λάβουν σεμαγλουτίδη σε δόση 1 mg ή εικονικό φάρμακο. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν τα μείζονα νεφρικά συμβάματα, το σύνθετο νέας νεφρικής ανεπάρκειας (αιμοκάθαρση, μεταμόσχευση, ή eGFR <15 ml/min/1.73m2), η μείωση τουλάχιστον κατά 50% του eGFR συγκριτικά με την έναρξη, ή ο θάνατος νεφρικής ή καρδιαγγειακής αιτιολογίας.

Αποτελέσματα: Μεταξύ των 3533 ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν (1767 στο γκρουπ της σεμαγλουτίδης και 1766 στο εικονικό φάρμακο), η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης ήταν τα 3.4 έτη, καθώς η μελέτη διεκόπη πρώιμα μετά από μια προγραμματισμένη ενδιάμεση ανάλυση. Ο κίνδυνος για πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν κατά 24% χαμηλότερος στο γκρουπ της σεμαγλουτίδης σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (331 έναντι 410 συμβαμάτων, hazard ratio, 0.76; 95% confidence interval [CI], 0.66 to 0.88; P = 0.0003). Τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια για το σύνθετο των νεφρικών συμβαμάτων (hazard ratio, 0.79; 95% CI, 0.66 to 0.94) και για τον θάνατο καρδιαγγειακής αιτιολογίας (hazard ratio, 0.71; 95% CI, 0.56 to 0.89). Όλα τα δευτερογενή καταληκτικά σημεία έδειξαν όφελος της σεμαγλουτίδης: η μέση ετήσια πτώση του eGFR ήταν λιγότερο απότομη κατά 1.16 ml/min/1.73m2  στο γκρουπ της σεμαγλουτίδης (P<0.001), ο κίνδυνος για μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα ήταν χαμηλότερος κατά 18%  (hazard ratio, 0.82; 95% CI, 0.68 to 0.98; P = 0.029), και ο κίνδυνος για θάνατο οποιασδήποτε αιτιολογίας ήταν κατά 20% χαμηλότερος (hazard ratio, 0.80; 95% CI, 0.67 to 0.95, P = 0.01). Σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα αναφέρθηκαν σε χαμηλότερο ποσοστό ασθενών στο γκρουπ της σεμαγλουτίδης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (49.6% έναντι 53.8%).

Συμπεράσματα: Η σεμαγλουτίδη μείωσε τον κίνδυνο κλινικά σημαντικών νεφρικών εκβάσεων και του θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια σε ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ (Funded by Novo Nordisk; FLOW ClinicalTrials.gov number, NCT03819153.).