Θερμιδικό έλλειμμα με ή χωρίς χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων και απώλεια βάρους

Liu D, Huang Y, Huang C, Yang S, Wei X, Zhang P, Guo D, Lin J, Xu B, Li C, He H, He J, Liu S, Shi L, Xue Y, Zhang H. Calorie Restriction with or without Time-Restricted Eating in Weight Loss. N Engl J Med. 2022 Apr 21;386(16):1495-1504. doi: 10.1056/NEJMoa2114833.

 

Το θερμιδικό έλλειμμα αποτελεί την συνιστώμενη στρατηγική απώλειας βάρους σε ασθενείς με παχυσαρκία, ωστόσο είναι δύσκολο να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων συνιστά μία μορφή διαλειμματικής νηστείας κατά την οποία η πρόσληψη φαγητού επιτρέπεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό εύρος κατά την διάρκεια της ημέρας. Στο περιοδικό New England Journal of Medicine δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2022 μία μελέτη που σύγκρινε την επίδραση του θερμιδικού ελλείμματος με ή χωρίς χρονικά περιορισμένη κατανάλωση  τροφίμων στην απώλεια βάρους σε άτομα με παχυσαρκία.

Συνολικά 139 ασθενείς με παχυσαρκία τυχαιοποιήθηκαν σε μία ομάδα με χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων (μόνο μεταξύ των ωρών 08:00 και 16:00) και ταυτόχρονο θερμιδικό έλλειμμα και σε μία ομάδα που εφαρμόστηκε αποκλειστικά και μόνο θερμιδικό έλλειμμα. Για 12 μήνες όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν οδηγίες να ακολουθήσουν μια διατροφή μειωμένων θερμίδων που για τους άνδρες κυμαινόταν μεταξύ 1500 και 1800 θερμίδων, ενώ για τις γυναίκες μεταξύ 1200 και 1500 θερμίδων ημερησίως. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η διαφορά στη μεταβολή του σωματικού βάρους μεταξύ των δύο ομάδων. Τα δευτερογενή καταληκτικά σημεία της μελέτης ήταν μεταβολές στην περίμετρο της μέσης, το δείκτη μάζας σώματος, την ποσότητα σωματικού λίπους και τις μετρήσεις των μεταβολικών παραγόντων κινδύνου. Η συνολική διάρκεια παρακολούθησης της μελέτης ήταν 12 μήνες.

Από τους 139 συμμετέχοντες που τυχαιοποιήθηκαν, 118 (84,9%) ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Η μέση απώλεια βάρους από την έναρξη έως 12 μήνες μετά ήταν -8,0 kg [95% Confidence Intervals (CI): (-9,6 έως -6,4)] στην ομάδα με την χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων και -6,3 kg [95% CI: (-7,8 έως -4,7)] στην ομάδα που εφαρμόστηκε αποκλειστικά θερμιδικό έλλειμμα. Οι μεταβολές στο σωματικό βάρος δεν παρουσίαζαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις δύο ομάδες μετά την πάροδο 12 μηνών [καθαρή διαφορά: -1,8 kg, 95% CI: (-4,0 έως 0,4), P=0,11]. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην περίμετρο μέσης, το δείκτη μάζας σώματος, το σωματικό λίπος, την άλιπη μάζα σώματος, την αρτηριακή πίεση και τους μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου. Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των ομάδων στον αριθμό των ανεπιθύμητων ενεργειών.

Συμπερασματικά, σε άτομα με παχυσαρκία, μία διατροφή με χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων δεν φάνηκε να προσφέρει μεγαλύτερο όφελος στη μείωση του σωματικού βάρους, του σωματικού λίπους ή των μεταβολικών παραγόντων κινδύνου συγκριτικά με την αποκλειστική εφαρμογή θερμιδικού ελλείμματος.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Αλλαγές με την πάροδο του χρόνου στο προφίλ καρδιαγγειακού κινδύνου στο διαβήτη τύπου 2 από το 2007 έως το 2020: Μια μελέτη που βασίζεται στην κοινότητα

Williams BA, Brady JP, Voyce S, Kumar N, Paprocki Y, Rajpura J. Changes over time in the cardiovascular risk profile of type 2 diabetes from 2007 to 2020: A community-based study. Diabetes Obes Metab. 2022 Mar 7. doi: 10.1111/dom.14686.

 

Ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) μειώνεται παγκοσμίως τις τελευταίες δεκαετίες. Τον Απρίλιο του 2022 δημοσιεύθηκε μία μελέτη στο περιοδικό Diabetes, Obesity and Metabolism που είχε ως στόχο την αξιολόγηση των κύριων παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα σε άτομα με ΣΔΤ2 στην πάροδο του χρόνου από το 2007 έως το 2020. Επίσης, καταγράφηκαν οι μικροαγγειοπαθητικές επιπλοκές και η χορήγηση αντιδιαβητικών φαρμάκων στο ίδιο διάστημα.

Τα δεδομένα ηλεκτρονικού μητρώου υγείας (EHR) του Geisinger Health System (Geisinger), ενός ολοκληρωμένου συστήματος παροχής υγειονομικής περίθαλψης που περιλαμβάνει >100 εγκαταστάσεις ασθενών διασκορπισμένες σε όλη την κεντρική και βορειοανατολική Πενσυλβάνια (Ηνωμένες Πολιτείες) χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη. Συνολικά 95.461 ασθενείς με ΣΔΤ2, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο για 6,4 χρόνια καταγράφηκαν στη μελέτη. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν ένας δείκτες ελέγχου “ABCD” που περιελάμβανε: τη  γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη HbA1c (<8%), την αρτηριακή πίεση (Blood pressure) (συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση  < 140/90mmHg), τη χοληστερόλη (Cholesterol) (non-HDL xοληστερόλη < 130mg/dL) και το κάπνισμα (Smoking) (μη κάπνισμα). Παράλληλα, καταγράφηκε η παρουσία μικροαγγειοπαθητικών επιπλοκών και οι κοινώς χρησιμοποιούμενες κατηγορίες αντιδιαβητικών φαρμάκων.

Σύμφωνα με το δείκτη ABCS, ο έλεγχος των παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα δεν άλλαξε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Συγκεκριμένα, το 2020, το 40,9% των ασθενών είχαν ελεγχόμενους και τους τέσσερις παράγοντες κινδύνου. Μεταξύ των επιμέρους παραγόντων κινδύνου, ο έλεγχος της HbA1c (<8%) επιδεινώθηκε με την πάροδο του χρόνου από 8,4% το 2007 σε 7,8% το 2020. Παράλληλα, το 58% των ασθενών είχαν HbA1c <7% το 2007, ενώ 50% είχαν HbA1c <7% το 2020. Το λιπιδαιμικό προφίλ των ασθενών (non-HDL χοληστερόλη <130 mg/dL) βελτιώθηκε από 59% το 2007 σε 72% το 2020. Αντίστοιχα βελτιώθηκε και ο έλεγχος της LDL χοληστερόλης, με το 62% των ασθενών να έχουν επίπεδα LDL χοληστερόλης <100 mg/dL το 2007, ενώ ο αριθμός αυξήθηκε στο 71% το 2020. Το ποσοστό του καπνίσματος ήταν αμετάβλητο, καθώς το 2007, 13%-16% των ασθενών ήταν καπνιστές, ενώ το 2020 το ποσοστό ήταν 14%.

Ο επιπολασμός των μικροαγγειοπαθητικών επιπλοκών αυξήθηκε, με τη χρόνια νεφρική νόσο να αυξάνεται από 24% το 2007 σε 35% το 2020, τη νευροπάθεια από 21% σε 35% και την αμφιβληστροειδοπάθεια από 7% σε 12%, με την αύξηση να ξεκινά το 2017.

Σχετικά με τη χρήση των αντιδιαβητικών φαρμάκων, η χρήση των θειαζολιδινεδιονών και σουλφονυλουριών μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου, ενώ η χρήση μετφορμίνης, ινσουλίνης, DPP4i, GLP-1RA και SGLT2i αυξήθηκε. Το 2020, οι αναστολείς GLP-1RA και SGLT2 χρησιμοποιήθηκαν από το 13% των ασθενών με ΣΔΤ2.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

Κίνδυνος σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων, σοβαρής υπογλυκαιμίας και ολικής θνησιμότητας σε σακχαρώδη διαβήτη μετά από παγκρεατίτιδα έναντι σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2: Μελέτη κοόρτης με βάση τον εθνικό πληθυσμό

Olesen SS, Viggers R, Drewes AM, Vestergaard P, Jensen MH. Risk of Major Adverse Cardiovascular Events, Severe Hypoglycemia, and All-Cause Mortality in Postpancreatitis Diabetes Mellitus Versus Type 2 Diabetes: A Nationwide Population-Based Cohort Study. Diabetes Care. 2022 Mar 21:dc212531. doi: 10.2337/dc21-2531. Epub ahead of print.

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης μετά από παγκρεατίτιδα (postpancreatitis diabetes mellitus, PPDM) αποτελεί συχνή επιπλοκή της παγκρεατίτιδας και έχει ως αποτέλεσμα τον κακό γλυκαιμικό έλεγχο. Στη Δανία πραγματοποιήθηκε μία μελέτη κοόρτης με βάση τον εθνικό πληθυσμό με σκοπό την αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς με PPDM σε σύγκριση με ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Diabetes Care το Μάρτιο του 2022.

 

Ενήλικες (>18 ετών) με ιστορικό PPDM ή ΣΔΤ2 μεταξύ του 1998 και του 2018 καταγράφηκαν στη μελέτη μέσω του εθνικού μητρώου υγείας. Ο PPDM ταξινομήθηκε περαιτέρω στους υπότυπους της οξείας παγκρεατίτιδας (PPDM-A) και της χρόνιας παγκρεατίτιδας (PPDM-C). Αξιολογήθηκε ο κίνδυνος σοβαρών καρδιαγγειακών συμβάντων (MACE), σοβαρής υπογλυκαιμίας και ολικής θνησιμότητας, καθώς και η επίπτωση εμφάνισης σοβαρής υπογλυκαιμίας.

 

Συνολικά 383.325 ασθενείς με ΣΔΤ2, 3.418 με PPDM-A και 2.461 με PPDM-C  ανευρέθηκαν στο εθνικό μητρώο υγείας. Σε σύγκριση με το ΣΔΤ2, ο PPDM-C συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής υπογλυκαιμίας [hazard ratio (HR) (95% CI): 5,27 (4,62-6,00), P <0,001] και αυξημένη ολική θνησιμότητα [HR (95% CI): 1,54 (1,45-1,64), P <0,001]. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και για τα άτομα με PPDM-A. Οι λόγοι του ρυθμού επίπτωσης (Incidence rate ratios, IRRs) για τη σοβαρή υπογλυκαιμία ήταν αυξημένοι στην ομάδα PPDM-C [IRR 95% CI: 7,38 (6,75-8,08), P <0,001] και στην ομάδα PPDM-A [IRR (95% CI): 3,76 (3,36-4,21), P <0,001]. Τα ευρήματα ήταν αντίστοιχα και σε μία ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σε άτομα που ελάμβαναν ινσουλίνη.

Συμπερασματικά, ο σακχαρώδη διαβήτης μετά από παγκρεατίτιδα σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με το ΣΔΤ2.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της δαπαγλιφλοζίνης σε παιδιά και νέους ενήλικες με διαβήτη τύπου 2: μια προοπτική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων, μελέτη φάσης 3.

Tamborlane WV, et al. Efficacy and safety of dapagliflozin in children and young adults with type 2 diabetes: a prospective, multicentre, randomised, parallel group, phase 3 study. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022 Apr 1:S2213-8587(22)00052-3. doi: 10.1016/S2213-8587(22)00052-3.

 

Οι θεραπευτικές επιλογές στα παιδιά και στους νέους με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) είναι περιορισμένες. Σε πρόσφατη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3 που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet Diabetes Endocrinology τον Απρίλιο του 2022 αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια χορήγησης δαπαγλιφλοζίνης ως συμπληρωματική αγωγή σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες με ΣΔΤ2 που ελάμβαναν μετφορμίνη, ινσουλίνη ή συνδυασμό των δύο.

Πρόκειται για μία πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά – τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3 που πραγματοποιήθηκε σε 30 κέντρα από πέντε χώρες (Ουγγαρία, Ισραήλ, Μεξικό, Ρωσία, ΗΠΑ). Οι συμμετέχοντες ήταν ηλικίας 10-24 έτη, με ΣΔΤ2 και τιμή HbA1c 6,5-11%. Τα άτομα τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1 σε δύο ομάδες: από του στόματος δαπαγλιφλοζίνη 10 mg ή σε εικονικό φάρμακο. Η διάρκεια παρακολούθησης ήταν 24 εβδομάδες. Στη συνέχεια ακολούθησε μια ανοικτή επέκταση ασφαλείας της μελέτης διάρκειας 28 εβδομάδων στην οποία όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων στη μεταβολή της τιμής της HbA1c στις 24 εβδομάδες.

Από τον Ιούνιο του 2016 ως το Μάρτιο του 2019, συνολικά 72 συμμετέχοντες εισήχθησαν στη μελέτη (19 [26%] από αυτούς ήταν ηλικίας 18-24 ετών] και τυχαιοποιήθηκαν στις δύο ομάδες (39 σε δαπαγλιφλοζίνη και 33 σε εικονικό φάρμακο). Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 16,1 ± 3,3 έτη. Μετά από 24 εβδομάδες, στην ανάλυση με βάση την πρόθεση θεραπείας (intention to treat analysis) η μέση αλλαγή στη συγκέντρωση της HbA1c ήταν -0,25% [95% CI: (-0,85 έως 0,34)] για την ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και 0,50% [95% CI: (−0,18 έως 1,17)] για την ομάδα με το εικονικό φάρμακο. Η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων ήταν −0,75% [95% CI: (−1,65 έως 0,15), p=0,10]. Στην ανάλυση ευαισθησίας (sensitivity analysis) (34 άτομα στην ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και 26 άτομα στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου) μετά από 24 εβδομάδες, η μέση αλλαγή στη συγκέντρωση της HbA1c ήταν −0,51% [95% CI: (−1,07 έως 0,05)] για την ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και 0,62% [95% CI: (−0,04 έως 1,27)] για την ομάδα με το εικονικό φάρμακο. Η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων ήταν −1,13% [95% CI: (−1,99 έως −0,26), p=0,012)]. Ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάστηκαν σε 27 (69%) συμμετέχοντες στους οποίους χορηγήθηκε δαπαγλιφλοζίνη και σε 19 (58%) συμμετέχοντες στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο σε διάστημα 24 εβδομάδων, καθώς και σε 29 (74%) συμμετέχοντες που έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη για 52 εβδομάδες. Υπογλυκαιμία εμφάνισαν 11 (28%) άτομα που έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη και έξι (18%) συμμετέχοντες που έλαβαν εικονικό φάρμακο στη διάρκεια των 24 εβδομάδων, καθώς και 13 συμμετέχοντες (33%) που έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη κατά τη διάρκεια των 52 εβδομάδων. Καμία  ανεπιθύμητη ενέργεια δεν καταγράφηκε ως σοβαρή. Επίσης, δεν καταγράφηκαν περιστατικά διαβητικής κετοξέωσης.

Συμπερασματικά, το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της μελέτης που ήταν η μεταβολή της συγκέντρωσης της HbA1c δεν παρουσίαζε διαφορά στην ανάλυση με βάση την πρόθεση θεραπείας (intention to treat analysis) στη θεραπεία παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων με ΣΔΤ2 που έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, στην ανάλυση ευαισθησίας (sensitivity analysis) καταγράφηκε σημαντική διαφορά στη μεταβολή της συγκέντρωσης της HbA1c μεταξύ των δύο ομάδων. Σχετικά με την ασφάλεια χορήγησης της δαπαγλιφλοζίνης σε παιδιά και σε νέους, δεν καταγράφηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ή περιστατικά διαβητικής κετοξέωσης, ενώ ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας ήταν χαμηλός.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της Νταπαγλιφλοζίνης στα άτομα με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (Nonalcoholic fatty liver disease – NAFLD)

He K, et al. Dapagliflozin for nonalcoholic fatty liver disease: A systematic review and meta-analysis. Diabetes Res Clin Pract. 2022;185:109791. doi: 10.1016/j.diabres.2022.109791.

Ο επιπολασμός της NAFLD σε παγκόσμιο επίπεδο στο γενικό πληθυσμό είναι πολύ υψηλός και υπολογίζεται στο 20-25%. Η NAFLD απαντάται ιδιαίτερα συχνά σε άτομα με παχυσαρκία, δυσλιπιδαιμία ή/και Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2. Στην πρόσφατη αυτή ανασκόπηση – μετανάλυση 11 μελετών, στην οποία συμπεριλήφθηκαν συνολικά 839 άτομα, εκτιμήθηκε ο ρόλος της χορήγησης του αναστολέα του συμμεταφορέα γλυκόζης-νατρίου 2 (SGLT2) Νταπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς που είχαν διαγνωσθεί με NAFLD. Ως ομάδες ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν άτομα που λάμβαναν εικονικό φάρμακο, είτε άλλες αντιδιαβητικές θεραπείες όπως μετφορμίνη ή πιογλιταζόνη.

Στα άτομα που χορηγήθηκε Νταπαγλιφλοζίνη, έναντι των ομάδων ελέγχου, καταγράφηκε μεγαλύτερη μείωση της Αλανινικής (ALT) και Οξαλοξεικής τρανσαμινάσης (AST), της  γ-γλουταμυλ-τρανσφεράσης (γ-GT), των τριγλυκεριδίων, του σωματικού βάρους, του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), της HbA1c και της γλυκόζης νηστείας. Αντίθετα δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην τιμή της ολικής χοληστερόλης, της LDL, της HDL, του δείκτη ηπατικής ίνωσης-4 (FIB-4), του τύπου IV κολλαγόνου 7S και του δείκτη HOMA-IR (Homeostatic Model Assessment of Insulin Resistance). Επίσης δεν καταγράφηκαν διαφορές όσον αφορά τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Συμπερασματικά, η παρούσα μετανάλυση υποδεικνύει ότι η χορήγηση Νταπαγλιφλοζίνης σε άτομα με NAFLD μπορεί να βελτιώσει τους δείκτες ηπατικής λειτουργίας, των επιπέδων της γλυκόζης και το ΔΜΣ.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Ερευνητική μελέτη αναδεικνύει σημαντικά οφέλη από τη χορήγηση Βεραπαμίλης σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1.

Xu G, et al. Exploratory study reveals far reaching systemic and cellular effects of verapamil treatment in subjects with type 1 diabetes. Nat Commun. 2022;13:1159. doi: 10.1038/s41467-022-28826-3.

Η χορήγηση του αναστολέα διαύλων ασβεστίου Βεραπαμίλη σε πειραματόζωα έχει αποδειχτεί ότι μπορεί να αντιστρέψει την εξέλιξη του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 (ΣΔΤ1). Σε πρόσφατη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 2 σε άτομα με ΣΔΤ1, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο, βρέθηκε ότι η λήψη Βεραπαμίλης για χρονικό διάστημα ενός έτους, επέφερε βελτίωση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων, κατά αντιστοιχία με μείωση των αναγκών σε ινσουλίνη και ελάττωση των επεισοδίων υπογλυκαιμίας. Στην παρούσα μελέτη, που αποτελεί συνέχεια της προαναφερθείσας, εκτιμήθηκαν γονιδιακοί παράγοντες (ανάλυση των μεταγραφών του RNA) σε συνδυασμό με πρωτεομική ανάλυση, προκειμένου να διερευνηθούν πιθανοί μηχανισμοί, μέσω των οποίων ασκείται η ευεργετική δράση του φαρμάκου. Επίσης, εξετάστηκε επίδραση της χορήγησης Βεραπαμίλης για 2 έτη, έναντι της ομάδας ελέγχου που διέκοψε τη λήψη της μετά από διάστημα ενός έτους.

Τα αποτελέσματα της μελέτης πιστοποίησαν ότι η χορήγηση Βεραπαμίλης σε άτομα με ΣΔΤ1 μπορεί να καθυστερήσει την εξέλιξη της νόσου, μειώνοντας τις ανάγκες για χορήγηση ινσουλίνης, τουλάχιστο για 2 έτη μετά τη διάγνωση. Τα οφέλη αυτά δεν διατηρήθηκαν στα άτομα που διέκοψαν το φάρμακο. Η χρωμογρανίνη Α (chromogranin A – CHGA), αποτελεί το κυριότερο αυτοαντιγόνο (πρωτεΐνη που εκφράζεται και στα β-κύτταρα) επί του οποίου ασκεί δράση η Βεραπαμίλη, μειώνοντας τη συγκέντρωσή της στον ορό.

Παράλληλα, η Βεραπαμίλη φαίνεται ότι επηρεάζει την έκκριση προφλεγμονωδών κυτοκινών από τα θυλακιώδη βοηθητικά Τ λεμφοκύτταρα. Επίσης, η ανάλυση του μεταγραφώματος (RNA-sequencing) επιβεβαίωσε ότι η Βεραπαμίλη ρυθμίζει το σύστημα της θειορεδοξίνης (σύστημα πρωτεϊνών που καθορίζει την οξειδοαναγωγική κατάσταση των κυττάρων) ενισχύοντας την αντιοξειδωτική, αντιαποπτωτική και ανοσοτροποποιητική έκφραση των γονιδίων που εκφράζονται στα νησίδια του παγκρέατος.

Συμπερασματικά, η χορήγηση Βεραπαμίλης σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με ΣΔΤ1 συσχετίζεται με καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Οι αναστολείς του συμμεταφορέα γλυκόζης-νατρίου 2 (SGLT2) αυξάνουν τα επίπεδα Γλυκαγόνης νηστείας αλλά δεν αποκαθιστούν την αντιρροπιστική απόκριση των ατόμων με ΣΔ Τύπου 1 στην υπογλυκαιμία

Boeder SC, et al. SGLT2 Inhibition Increases Fasting Glucagon but Does Not Restore the Counterregulatory Hormone Response to Hypoglycemia in Participants With Type 1 Diabetes. Diabetes. 2022;71:511-519. doi: 10.2337/db21-0769.  

Η υπογλυκαιμία αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο στην προσπάθεια των ατόμων με ΣΔ Τύπου 1 (ΣΔΤ1) να επιτύχουν επαρκή έλεγχο των επιπέδων της γλυκόζης. Η πλειονότητα των ατόμων με ΣΔΤ1 βιώνουν πολλαπλά επεισόδια υπογλυκαιμίας την εβδομάδα, ενώ ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρής υπογλυκαιμίας κυμαίνεται μεταξύ 1 και 4,9 επεισοδίων ανά ασθενή/έτος. Τα άτομα με ΣΔΤ1 παρουσιάζουν υπολειπόμενη έκκριση Γλυκαγόνης κατά την αντιρροπιστική απάντηση στην υπογλυκαιμία.

Οι αναστολείς SGLT2 έχει περιγραφεί ότι προκαλούν αύξηση των επιπέδων Γλυκαγόνης στο αίμα, η οποία συνδυάζεται με αύξηση της παραγωγής γλυκόζης από το ήπαρ και μπορεί να μειώσουν τη συχνότητας της υπογλυκαιμίας.

Με τη βοήθεια διασταυρούμενης, τυχαιοποιημένης, διπλής – τυφλής μελέτης σε 22 άτομα με ΣΔΤ1 βρέθηκε, ότι η χορήγηση 5 mg Νταπαγλιφλοζίνης για 4 εβδομάδες, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων της Γλυκαγόνης νηστείας σε ποσοστό 32%, έναντι του εικονικού φαρμάκου, αλλά απέτυχε να μειώσει το χρόνο σε υπογλυκαιμία, όπως υπολογίστηκε με τη βοήθεια συστήματος CGM.

Επίσης, με τη χρήση της τεχνικής υπερινσουλιναιμική υπογλυκαιμική καθήλωση της γλυκόζης, εκτιμήθηκε ότι η Νταπαγλιφλοζίνη, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, δεν αύξησε την έκκριση Γλυκαγόνης ή άλλων αντιρροπιστικών προς την Ινσουλίνη ορμονών (Αδρεναλίνη, Νοραδρεναλίνη, Κορτιζόλη, Αυξητική Ορμόνη). Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της τεχνητής υπογλυκαιμίας, δεν καταγράφηκαν διαφορές στα υπογλυκαιμικά συμπτώματα (αδρενεργικά, γλυκοπενικά) και τη γνωσιακή ικανότητα.

Συμπερασματικά, η χορήγηση αναστολέων SGLT2 σε άτομα με ΣΔΤ1, παρά την αύξηση που προκαλεί στα επίπεδα της Γλυκαγόνης νηστείας, δεν μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης υπογλυκαιμίας και δεν ενισχύει τους μηχανισμούς αντιρρόπησης της υπογλυκαιμίας.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Προδιαβήτη.

Zhang Z. et al.  The Association Between E-Cigarette Use and Prediabetes: Results From the Behavioral Risk Factor Surveillance System, 2016–2018. Am J Prev Med. 2022;62:1−6. doi.org/10.1016/j. amepre.2021.12.009.

Τα τελευταία χρόνια η χρήση του ηλεκτρονικού τσιγάρου αποτελεί μια πολύ διαδεδομένη μορφή εναλλακτικού τρόπου καπνίσματος. Στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι το ηλεκτρονικό τσιγάρο χρησιμοποιείται από το 4,5% του ενήλικου πληθυσμού (περίπου 10,8 εκ. άτομα).

Το κάπνισμα και το παθητικό κάπνισμα προκαλεί αντίσταση των ιστών στη δράση της ινσουλίνης και ΣΔ Τύπου 2, που συνδέεται με τη δράση τοξικών χημικών ουσιών, όπως η νικοτίνη, πολλές εκ των οποίων εμπεριέχονται και στα ηλεκτρονικά τσιγάρα. Επίσης, εκτιμάται ότι η παραγωγή ατμού, μέσω του ηλεκτρονικού τσιγάρου, από τη θέρμανση ουσιών, όπως η προπυλενογλυκόλη, η γλυκερόλη, κ.ά., ενέχεται στην πρόκληση χαμηλού βαθμού φλεγμονής και οξειδωτικού stress.

Ανάμεσα σε 600.046 συμμετέχοντες στη μελέτη (28,6% είχαν ηλικία <35 ετών), η οποία βασίστηκε στη χρήση ερωτηματολογίων, τα άτομα που χρησιμοποιούσαν ηλεκτρονικό τσιγάρο ήταν πιο πιθανό να έχουν διαγνωστεί με Προδιαβήτη σε σχέση τόσο με τους μη καπνιστές [Σχετικός Κίνδυνος: 1,22 (95% ΔΕ=1,10 – 1,37)], όσο και με πρώην χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων [ΣΚ: 1,12 (95% ΔΕ=1,05 – 1,19)]. Ο επιπολασμός του Προδιαβήτη στους πρώην καπνιστές και νυν χρήστες ηλεκτρονικού τσιγάρου εκτιμήθηκε στο 9% (95% ΔΕ=8,6 – 9,4%), ενώ στους αποκλειστικούς χρήστες ηλεκτρονικού τσιγάρου και σε όσους χρησιμοποιούσαν ταυτόχρονα το συμβατικό και το ηλεκτρονικό τσιγάρο τα ποσοστά ήταν 5,9% (95% ΔΕ=5,3 – 6,5%) και 10,2% (95% ΔΕ=9,8 – 10,7%) αντίστοιχα.

Συμπερασματικά, η χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο Προδιαβήτη, σε σχέση με μη καπνιστές, αντίστοιχο με αυτό των καπνιστών συμβατικών τσιγάρων.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η χρήση της εμπαγλιφλοζίνης στην καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης ως επιπρόσθετη αγωγή στις προϋπάρχουσες θεραπείες και θεραπευτικούς συνδυασμούς: Post-hoc ανάλυση της μελέτης EMPEROR-Reduced

Verma S, Dhingra NK, Butler J, et al. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022;10(1):35-45.

 

Είναι πάντα σημαντικό να αξιολογούμε εάν μια νέα θεραπευτική αγωγή για την καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης (HFrEF) προφέρει επιπρόσθετο όφελος στις ήδη λαμβανόμενες θεραπείες. Στόχος της μελέτης αυτής ήταν να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με HFrEF ως επιπρόσθετη αγωγή στις ήδη λαμβανόμενες θεραπείες σε συγκεκριμένες δόσεις και συνδυασμούς.

Για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε μια post-hoc ανάλυση της μελέτης EMPEROR-Reduced, μιας τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλής μελέτης που έλαβε χώρα σε 520 κέντρα σε Ασία, Αυστραλία, Ευρώπη, Βόρεια και Νότια Αμερική. Ασθενείς με ταξινόμηση New York Heart Association (NYHA) σταδίου II–IV με κλάσμα εξώθησης 40% ή λιγότερο τυχαιοποιήθηκαν (1:1) είτε σε εμπαγλιφλοζίνη 10 mg ημερησίως είτε σε εικονικό φάρμακο. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν ο καρδιαγγειακός θάνατος και η νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ το δευτερογενές ήταν ο συνολικός αριθμός προσελεύσεων στο νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας. Εξετάστηκε επίσης ως σύνθετο καταληκτικό σημείο ο αριθμός των συμβαμάτων HFrEF, τόσο ενδονοσοκομειακών όσο και εξωνοσοκομειακών. Οι εκβάσεις αναλύθηκαν με βάση την προηγούμενη χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEis), ανταγωνιστών του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs) ή αναστολέων της αγγειοτενσίνης/νεπριλυσίνης (ARNIs), β-αναστολέων και ανταγωνιστών του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών (MRAs) , σε δόσεις μικρότερες ή μεγαλύτερες από το 50% της δόσης-στόχου και σε διάφορους συνδυασμούς.

Συμπεριλήφθηκαν 3730 ασθενείς με μέση ηλικία τα 66.8 έτη (SD 11.0), 893 (23.9%) γυναίκες, 1863 (49.9%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης, 1867 (50.1%)  στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.in the placebo group), μεταξύ της 6 Μαρτίου του 2017 Και τις 28 Μαΐου του 2020. Η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης μείωσε τον κίνδυνο για το πρωτογενές καταληκτικό σημείο (361/1863 ασθενείς στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και 462/1867 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, HR 0.75 [95% CI: 0.65–0.86]), ανεξάρτητα από την προϋπάρχουσα αγωγή ή τις δόσεις-στόχους της για τους ACEis ή τους ARBs σε δόσεις κάτω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.85 [0.69–1.06]) καθώς και σε δόσεις πάνω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.67 [0.52–0.88], pinteraction=0.18). Παρόμοιο αποτέλεσμα παρατηρήθηκε και για τους β-αναστολείς σε δόσεις κάτω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.66 [0.54–0.80]) και σε δόσεις πάνω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.81 [0.66–1.00], pinteraction=0.15). Η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε επίσης τον κίνδυνο του πρωτογενούς καταληκτικού σημείου ανεξάρτητα από την προηγούμενη τριπλή αγωγή με ACEi, ARB, ή ARNI + β-αναστολέα + MRA (υπό τριπλό συνδυασμό: HR 0.73 [0.61–0.88], άνευ τριπλού συνδυασμού: HR 0.76 [0.62–0.94], pinteraction=0.77). Παρόμοια οφέλη παρατηρήθηκαν και για το δευτερογενές και το σύνθετο καταληκτικό σημείο. Η ανοχή στη χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης ήταν καλή, με την επίπτωση της υπότασης, της της συμπτωματικής υπότασης και της υπερκαλιαιμίας να είναι παρόμοια σε όλες τις υπο-ομάδες.

Συμπερασματικά, η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε τις σοβαρές, σχετιζόμενες με καρδιακή ανεπάρκεια, εκβάσεις, ανεξάρτητα από δόσεις και συνδυασμούς θεραπευτικών παραγόντων για τη θεραπεία της HFrEF. Στην κλινική πράξη, αυτό σημαίνει ότι η εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να θεωρηθεί βασική θεραπεία στους ασθενείς με HFrEF ανεξάρτητα της ήδη λαμβανόμενης αγωγής τους.

Μελέτη της χρήσης αντλίας κλειστού κυκλώματος σε πολύ νεαρά παιδιά με διαβήτη τύπου 1

Ware J, Allen JM, Boughton CK, et al. N Engl J Med. 2022;386(3):209-219.

Τα πιθανά πλεονεκτήματα της χρήσης αντλίας ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος («τεχνητό πάγκρεας») σε σύγκριση με την αντλία ινσουλίνης ενισχυμένης με αισθητήρα (SAP) δεν είναι ακόμα ξεκάθαρα.

Σε αυτή την πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη, εντάχθηκαν παιδιά ηλικίας 1-7 ετών με διαβήτη τύπου 1 τα οποία ελάμβαναν ήδη θεραπεία με αντλία ινσουλίνης σε επτά κέντρα στην Αυστρία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι συμμετέχοντες έλαβαν θεραπεία σε δύο περιόδους των 16 εβδομάδων κατά τυχαία σειρά, όπου έγινε σύγκριση του συστήματος κλειστού κυκλώματος (ομάδα παρέμβασης) με το SAP (ομάδα ελέγχου). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η διαφορά στο ποσοστό του χρόνου εντός του στόχου των 70-180 mg/dl κατά τη διάρκεια καθεμίας εκ των δύο περιόδων. Σημαντικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν το ποσοστό χρόνου > 180 mg/dl, το επίπεδο της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, τα μέσα επίπεδα γλυκόζης, και το ποσοστό του χρόνου < 70 mg/dl. Παράλληλα αξιολογήθηκε και το προφίλ ασφάλειας των δύο θεραπειών.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 74 ασθενείς, με μέση ηλικία τα 5.6±1.6 έτη και μέση γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη 7.3±0.7%. Το ποσοστό του χρόνου εντός στόχου ήταν 8.7%  (95% CI: 7.4-9.9) υψηλότερο κατά την περίοδο χρήσης του συστήματος κλειστού κυκλώματος σε σχέση με την περίοδο με τη χρήση SAP (P<0.001). Η μέση διαφορά στο χρόνο πάνω από το στόχο ήταν -8.5% (95% CI: −9.9 to −7.1), η διαφορά στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ήταν −0.4% (95% CI: −0.5 to −0.3), και η διαφορά στη μέση τιμή γλυκόζης ήταν −12.3 mg/dl (95% CI: −14.8 to −9.8) (P<0.001). Ο χρόνος σε υπογλυκαιμία δε διέφερε μεταξύ των δύο θεραπειών (P=0.74). Ο διάμεσος χρόνος στο σύστημα κλειστού κυκλώματος ήταν 95% (ενδοτεταρτημοριακό εύρος: 92-97%) κατά τη διάρκεια των 16 εβδομάδων θεραπείας. Μόνο ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας αναφέρθηκε κατά την περίοδο του κλειστού κυκλώματος, το οποίο μάλιστα δε θεωρήθηκε πως είχε σχέση με το σύστημα καθαυτό.

Συμπερασματικά, η αντλία ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος φαίνεται πως βελτιώνει σημαντικά τον γλυκαιμικό έλεγχο σε πολύ νεαρά παιδιά με διαβήτη τύπου 1.