Η συνοσηρότητα επηρεάζει τη σχέση μεταξύ γλυκαιμικού ελέγχου και καρδιαγγειακών συμβαμάτων στο διαβήτη: Μια μελέτη κοόρτης.

Comorbidity Affects the Relationship Between Glycemic Control and Cardiovascular Outcomes in Diabetes: A Cohort Study.

Greenfield S, Billimek J, Pellegrini F, Franciosi M, De Berardis G, Nicolucci A, Kaplan S.

Annals of Internal Med 2009; 151: 854-860.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει μικτά αποτελέσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εντατικοποιημένης αντιδιαβητικής αγωγής στη μείωση του κινδύνου για τα καρδιαγγειακά συμβάματα. Σκοπός της μελέτης ήταν να καθορίσει εάν επιτυγχάνοντας στόχους HbA1c 6,5% ή λιγότερο σε σύγκριση με στόχους HbA1c 7,0% ή λιγότερο παρέχει διαφορικά οφέλη για ασθενείς με υψηλά έναντι χαμηλών-έως-μέτριων επιπέδων συνοδού νοσηρότητας. Πρόκειται περί πενταετούς διάρκειας μελέτης παρατήρησης ασθενών με διαβήτη τύπου 2. Οι ασθενείς ταξινομήθηκαν σε υποομάδες υψηλού και χαμηλού έως μετρίου επιπέδου συνοσηρότητας με τη χρήση του δείκτη συνολικού φορτίου νόσου Total Illness Burden Index (TIBI), που αποτελεί ένα επιβεβαιωμένης αξιοπιστίας μέτρο συνοδού νοσηρότητας. Η μελέτη διεξείχθη σε 101 εξωτερικά διαβητολογικά ιατρεία και 103 εξωτερικά ιατρεία γενικών ιατρών στην Ιταλία. Συμμετείχαν 2613 (83%) των 3074 ασθενών με τύπου 2 διαβήτη, που επιλέγησαν τυχαία από τους καταλόγους των εξωτερικών ασθενών με διαβήτη. Μετρήθηκαν το αποτέλεσμα του δείκτη TIBI, η συνολική θνησιμότητα και η επίπτωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Οι αναλογίες κινδύνου (HRs) εξομοιώθηκαν για ηλικία και φύλο. Αποτελέσματα: Επίτευξη HbA1c 6,5% ή λιγότερο σχετιζόταν με μικρότερη πενταετή επίπτωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων στην υποομάδα των ασθενών χαμηλού έως μετρίου επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,60 [95% CI, 0,42 έως 0,85], P = 0,005) αλλά όχι και στην υποομάδα υψηλού επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,92 [CI, 0,68 έως 1,25], P = 0,61). Ομοίως, επίτευξη HbA1c7,0% ή λιγότερο προέβλεπε λιγότερα καρδιαγγειακά συμβάματα στην υποομάδα των ασθενών χαμηλού έως μετρίου επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,61 (CI, 0,44 έως 0,83, P = 0,001) αλλά όχι στην υποομάδα υψηλού επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,88 [CI, 0,66 έως 1,17], P = 0,38). Περιορισμοί της μελέτης:  Η φύση της μελέτης (μελέτη παρατήρησης) δεν επιτρέπει να εξαχθεί συμπέρασμα σχέσης αιτίου-αιτιατού. Το διάστημα της περιόδου συλλογής δεδομένων ήταν περιορισμένο και  δεν ήταν διαθέσιμες πληροφορίες για την κλινική διαχείριση των ασθενών. Συμπέρασμα:  Οι ασθενείς με υψηλά επίπεδα συνοσηρότητας μπορούν να έχουν μειωμένο καρδιαγγειακό όφελος από τον εντατικό έλεγχο της γλυκόζης αίματος. Η συνοσηρότητα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν σχεδιάζεται η αντιδιαβητική θεραπεία ασθενών με διαβήτη τύπου 2.

Σχόλιο μεταφραστή: Η μελέτη παρέχει χρήσιμες πληροφορίες που ίσως μας βοηθούν να «μεταφράσουμε» τα ευρήματα των πολυσυζητημένων μελετών ΑCCORD και ADVANCE και καταδεικνύει την απόλυτη ανάγκη εξατομίκευσης των γλυκαιμικών στόχων, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες ασθενούς και τα συνυπάρχοντα προβλήματά του.

07.11.09 – Εκπαιδευτικό Σεμινάριο, Λαμία

Εκπαιδευτικό Σεμινάριο

Σακχαρώδης Διαβήτης.
Νεότερα δεδομένα στην αντιμετώπιση του Σακχαρώδους Διαβήτη.

σε συνεργασία με τον Ιατρικό Σύλλογο Φθιώτιδας
Εργατικό Κέντρο Φθιώτιδας – Πλατεία Διάκου 2

Γραμματεία – Πληροφορίες:
ΚΕΓΜ- Τουριστικές & Συνεδριακές Επιχειρήσεις Α.Ε.
Μιχαλακοπούλου 27, 11528, Αθήνα
Τηλ. 2107210052, 2107210001, Fax. 210 7210051

[readon1 url=”http://www.congressworld.gr”]Congress World[/readon1]

19.12.09 – Εκπαιδευτικό Σεμινάριο, Ιωάννινα

Εκπαιδευτικό Σεμινάριο

Από τη διάγνωση στη σύγχρονη θεραπευτική αντιμετώπιση του Σακχαρώδους Διαβήτη Τύπου 2

Ξενοδοχείο “Du Lac”, Ιωάννινα

Γραμματεία – Πληροφορίες:
ΚΕΓΜ- Τουριστικές & Συνεδριακές Επιχειρήσεις Α.Ε.
Μιχαλακοπούλου 27, 11528, Αθήνα
Τηλ. 2107210052, 2107210001, Fax. 210 7210051

[readon1 url=”http://www.congressworld.gr”]Congress World[/readon1]

Η διατήρηση της λειτουργίας των β-κυττάρων σε θετικά για ύπαρξη αυτοαντισωμάτων νεαρά άτομα με διαβήτη.

Preservation ofβ-Cell Function in Autoantibody-Positive Youth With Diabetes.

Greenbaum C, Anderson A, Dolan L, Mayer-Davis E, Dabelea D, Imperatore G, Marcovina S, Pihoker C, for The Search Study Group.

Diabetes Care 2009; 32:1839–1844.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπός της μελέτης ήταν να καθορίσει την έκταση της διατήρησης της λειτουργικότητας των β-κυττάρων σε νεαρά άτομα με διαβήτη και GAD65 ή/και IA2 αυτοαντισώματα.
Ερευνητικός σχεδιασμός και μέθοδοι: Χρησιμοποιήθηκε το C-πεπτίδιο νηστείας 2.789 θετικών για GAD65- ή/και IA2 αυτοαντίσωμα νεαρών ατόμων, ηλικίας 1–23 ετών από την μελέτη Diabetes in Youth. Η διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων ορίστηκε με βάση τα προερχόμενα από τη μελέτη Diabetes Control and Complications Trial (DCCT) όρια για το C-πεπτίδιο νηστείας (0,23 ng/ml) και από το 5ο εκατοστημόριο για το C-πεπτίδιο νηστείας που παρατηρήθηκε σε Αμερικανούς εφήβους στη μελέτη National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES), που ήταν 1,0 ng/ml. Συγκρίθηκαν τα κλινικά χαρακτηριστικά μεταξύ των ατόμων που διατηρούσαν και αυτών που δεν διατηρούσαν τη λειτουργικότητα των β-κυττάρων.

Αποτελέσματα: Μέσα στο πρώτο έτος από τη διάγνωση,  82,9% των ατόμων είχαν C-πεπτίδιο νηστείας 0,23 ng/ml και 31,2% είχαν τιμές 1,0 ng/ml. Μεταξύ εκείνων με 5 έτη διάρκειας διαβήτη, το 10,7% είχε διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων βάσει του ορίου της DCCT και 1,0% βρισκόταν άνω του 5ου εκατοστημορίου του πληθυσμού της NHANES.

Συμπεράσματα: Μέσα στο πρώτο έτος από τη διάγνωση, 4 από τα 5 νεαρά άτομα με θετικό για αυτοαντισώματα διαβήτη έχουν κλινικά σημαντική διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων και περί το 1/3 των ατόμων αυτών έχουν επίπεδα C-πεπτίδιο νηστείας άνω του 5ου εκατοστημορίου του πληθυσμού των υγειών Αμερικανών εφήβων. Ακόμα και 5 έτη μετά από τη διάγνωση, 1 στους 10 έχει C-πεπτίδιο νηστείας άνω ενός κλινικά σημαντικού ορίου. Αυτά τα συμπεράσματα έχουν τις επιπτώσεις στην κλινική ταξινόμηση των νεαρών ατόμων με διαβήτη καθώς και για το σχεδιασμό κλινικών μελετών που θα έχουν σκοπό τη διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων μετά την έναρξη του διαβήτη.

Δεκαετής παρακολούθηση της επίπτωσης του διαβήτη και της απώλειας βάρους στη μελέτη Diabetes Prevention Program Outcomes Study.

Diabetes Prevention Program Research Group. 10-year follow-up of diabetes incidence and weight loss in the Diabetes Prevention Program Outcomes Study.

Lancet 2009; DOI:10.1016/S0140-6736(09)61457-4

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Κατά τη διάρκεια των 2,8 ετών της τυχαιοποιημένης μελέτης Diabetes Prevention Program (DPP), η επίπτωση του διαβήτη στους υψηλού κινδύνου ενηλίκους μειώθηκε κατά 58% με την εντατικοποιημένη παρέμβαση στον τρόπο ζωής και κατά 31% με τη μετφορμίνη, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Στην παρούσα μελέτη, οι ερευνητές ήθελαν να ερευνήσουν το κατά πόσον τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν κατά τη διάρκεια της ενεργού παρέμβασης διατηρούνται μακροπρόθεσμα. Όλοι οι ενεργώς συμμετάσχαντες στη μελέτη DPP μπορούσαν να συνεχίσουν την παρακολούθηση.  Από τους 3150 οι 2766 (88%) εντάχθηκαν για μια διάμεση πρόσθετη παρακολούθηση 5,7 ετών.  Οι 910 εξ αυτών προέρχονταν από την προηγούμενη ομάδα της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης, 924 από την προηγούμενη ομάδα της μετφορμίνης και 932 προέρχονταν από την προηγούμενη ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Βάσει των ευνοϊκών επιδράσεων που προήλθαν από την εντατικοποιημένη παρέμβαση στον τρόπο ζωής που παρατηρήθηκαν στη μελέτη DPP, προσφέρθηκε και στις τρεις ομάδες επιπλέον υγιεινοδιαιτητική καθοδήγηση. Η θεραπεία με μετφορμίνη συνεχίστηκε στην αρχική ομάδα της μετφορμίνης (850 mg δύο φορές την ημέρα) και στην αρχική ομάδα της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης προσφέρθηκε πρόσθετη υποστήριξη για τη διατήρηση του νέου τρόπου ζωής. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η ανάπτυξη του διαβήτη σύμφωνα με τα κριτήρια της American Diabetes Association. Κατά τη διάρκεια των 10,0 ετών της παρακολούθησης μετά την τυχαιοποίηση για τη μελέτη DPP, η αρχική ομάδα της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης έχασε και μετά ανέκτησε μέρος του απωλεσθέντος σωματικού βάρους. Η μέτρια απώλεια βάρους που επιτεύχθηκε αρχικά με τη μετφορμίνη διατηρήθηκε. Η επίπτωση του διαβήτη κατά τη διάρκεια της DPP ήταν 4,8 περιπτώσεις ανά 100 ανθρωποέτη (95% CI 4,1–5,7) στην ομάδα εντατικοποιημένης παρέμβασης στον τρόπο ζωής, 7,8 (6,8–8,8) στην ομάδα της μετφορμίνης και 11,0 (9,8–12,3) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η επίπτωση του διαβήτη στη μελέτη αυτή της παρακολούθησης ήταν παραπλήσια μεταξύ των αρχικών ομάδων: 5,9 ανά 100 ανθρωποέτη (5,1–6,8) για την αρχική ομάδα της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης, 4,9 (4,2–5,7) για την αρχική ομάδα της μετφορμίνης και 5,6 (4,8–6,5) για την αρχική ομάδα του εικονικού φαρμάκου.  Η επίπτωση του διαβήτη στο σύνολο των 10 ετών από την τυχαιοποίηση στη μελέτη DPP μειώθηκε κατά 34% (24–42) στην ομάδα του τρόπου ζωής και 18% (7–28) στην ομάδα της μετφορμίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Συμπεράσματα: Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης μετά το τέλος της μελέτης DPP, η επίπτωση του διαβήτη στις αρχικές ομάδες του εικονικού φαρμάκου και της μετφορμίνης μειώθηκε ώστε να εξισωθεί μ’ αυτή της αρχικής ομάδας της εντατικοποιημένης παρέμβασης στον τρόπο ζωής, αλλά η αθροιστική επίπτωση του διαβήτη στην ομάδα της εντατικοποιημένης παρέμβασης στον τρόπο ζωής παρέμεινε μικρότερη. Η πρόληψη ή η καθυστέρηση της εμφάνισης του διαβήτη με την παρέμβαση στον τρόπο ζωής ή με μετφορμίνη μπορεί να συνεχιστεί για τουλάχιστον 10 έτη.

Σχόλιο μεταφραστή:
Είναι εξαιρετικά σημαντικό και ελπιδοφόρο να γνωρίζεις ότι η μακροχρόνια πρόληψη μιας νόσου εξαρτάται από τις προσπάθειες γιατρών και «ασθενών», άρα είναι στο χέρι μας!