Επιδημιολογική συσχέτιση μεταξύ A1C και γενικής θνησιμότητας κατά τη διάρκεια μιας διάμεσης παρακολούθησης 3,4 ετών της γλυκαιμικής θεραπείας στην μελέτη ACCORD.

Epidemiologic Relationships Between A1C and All-Cause Mortality During a Median 3.4-Year Follow-up of Glycemic Treatment in the ACCORD Trial.

M. Riddle, W. Ambrosius, D. Brillon, J. Buse, R. Byington, R. Cohen, D. Goff, S. Malozowski, K. Margolis, J. Probstfield, A. Schnall, E. Seaquist, for the Action to Control Cardiovascular Risk in Diabetes (ACCORD) investigators.

Diabetes Care 2010; 33:983–990.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η τυχαιοποιημένη σύγκριση εντατικοποιημένης γλυκαιμικής ρύθμισης με την κλασική στρατηγική θεραπευτικής αντιμετώπισης της γλυκαιμίας στη μελέτη ACCORD (Action to Control Cardiovascular Risk in Diabetes) διεκόπη νωρίς λόγω της απροσδόκητης αυξημένης θνησιμότητας στο σκέλος της εντατικοποιημένης ρύθμισης. Εκτιμήθηκε το κατά πόσον η A1C κατά τη διάρκεια της μελέτης είχε ανεξάρτητη συσχέτιση με τη θνησιμότητα, στα πλαίσια της εκ των υστέρων διερεύνησης των πιθανών μηχανισμών που ευθύνονται για την αυξημένη θνησιμότητα. Στη μελέτη συμμετείχαν 10.251 ασθενείς με τύπο 2 διαβήτη, μέσης ηλικίας 62 ετών, διάμεσης διάρκεια του διαβήτη 10 ετών και διάμεσης A1C 8.1%, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν είτε σε εντατικοποιημένη ρύθμιση με στόχο A1C < 6.0% είτε σε συμβατική ρύθμιση με στόχο A1C 7.0–7.9%. Αναλύθηκαν με μοντέλα πολυπαραγοντικής ανάλυσης τα στοιχεία που λαμβάνονταν κατά τη διάρκεια των ετών της παρακολούθησης. Διάφορα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων και τα κέντρα της μελέτης κατά την ένταξη είχαν σημαντική συσχέτιση με τον κίνδυνο θνησιμότητας. Μια υψηλότερη μέση A1C κατά τη διάρκεια της μελέτης ήταν ισχυρότερος προγνωστικός παράγων θνησιμότητας απ΄ ότι η A1C του τελευταίου διαστήματος της παρακολούθησης ή απ΄ ότι η μείωση της A1C τον πρώτο χρόνο της μελέτης. Το εύρημα αυτό παρατηρήθηκε τόσο προ όσο και μετά εξομοίωση για διάφορα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων και για τα κέντρα της μελέτης. Η υψηλότερο μέση A1C συσχετιζόταν με μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου. Ο κίνδυνος θανάτου με την εντατικοποιημένη ρύθμιση αυξήθηκε περίπου γραμμικά από A1C 6–9% και φάνηκε να είναι μεγαλύτερος με την εντατικοποιημένη ρύθμιση απ’ ό,τι με την συμβατική μόνο όταν η μέση A1C ήταν >7%.

Συμπεράσματα: Αυτές οι αναλύσεις δείχνουν ότι μάλλον παράγοντες σχετιζόμενοι με εμμένοντα σταθερά υψηλά επίπεδα A1C παρά η χαμηλή A1C αυτή καθ’ εαυτή είναι οι πιθανοί συνεισφέροντες στην αυξανόμενη θνησιμότητα που παρατηρήθηκε με την εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση στη μελέτη ACCORD.

Σχόλιο μεταφραστή: Τα ευρήματα αυτά συνάδουν με τα προηγούμενα που αθώωναν τα επεισόδια υπογλυκαιμίας για την αυξημένη θνησιμότητα που παρατηρήθηκε με την εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση στη μελέτη ACCORD.

Τεύχος 40

[issuu layout=http%3A%2F%2Fskin.issuu.com%2Fv%2Fcolor%2Flayout.xml backgroundcolor=f9f9e9 showflipbtn=true proshowmenu=true documentid=100323110403-a19c661cbb754689a230e0c08303ef89 docname=diabetesnews_40 username=SAN-PUBLICATIONS loadinginfotext=%CE%94%CE%99%CE%91%CE%92%CE%97%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%9A%CE%91%20%CE%9D%CE%95%CE%91%20-%20%CE%A4%CE%95%CE%A5%CE%A7%CE%9F%CE%A3%2040%20-%20%CE%95%CE%94%CE%95 width=600 height=400 unit=px]

Η επίδραση της συνδυασμένης υπολιπιδαιμικής θεραπείας στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

The ACCORD Study Group. Effects of Combination Lipid Therapy in Type 2 Diabetes Mellitus.

N Engl J Med 2010; 10.1056/nejmoa1001282

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπό της μελέτης ήταν να διερευνηθεί το κατά πόσον θεραπεία συνδυασμού φιμπράτης με στατίνη θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη προστασία από καρδιαγγειακά συμβάματα σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με στατίνη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και μεγάλο κίνδυνο για εμφάνιση καρδιαγγειακού συμβάματος. Τυχαιοποιήθηκαν 5518 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που θεραπεύονταν ήδη με σιμβαστατίνη να λάβουν είτε φαινοφιμπράτη ή εικονικό φάρμακο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η εμφάνιση εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 4,7 έτη. Το ετήσιο ποσοστό του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου ήταν 2,2% στην ομάδα της φαινοφιμπράτης και 2,4% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio 0,92, 95% confidence interval [CI], 0,79 έως 1,08, P = 0,.32). Δεν υπήρξε επίσης καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων μελέτης όσον αφορά οποιαδήποτε δευτερεύον καταληκτικό σημείο. Το ετήσιο ποσοστό θανάτων ήταν 1,5% στην ομάδα της φαινοφιμπράτης και 1,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,91, 95% CI, 0,75 έως 1,10, P = 0,33).  Οι προκαθορισμένες αναλύσεις υποομάδων έδειξαν ετερογένεια στην επίδραση της θεραπείας ανάλογα με τα φύλο, αναδεικνύοντας όφελος για τους άνδρες και πιθανώς ζημιά για τις γυναίκες (P = 0,01 για την αλληλεπίδραση), και ένα πιθανό όφελος για τους ασθενείς τόσο με υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων όσο και με χαμηλά επίπεδα HDL κατά την ένταξη (P = 0,057 για την αλληλεπίδραση).

Συμπεράσματα: Ο συνδυασμός φαινοφιμπράτης και σιμβαστατίνη δεν μείωσε το ποσοστό των θανατηφόρων καρδιαγγειακών συμβαμάτων, εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε σύγκριση με σιμβαστατίνη μόνο. Αυτά τα αποτελέσματα δεν στηρίζουν τη χρήση θεραπείας συνδυασμού φαινοφιμπράτης και σιμβαστατίνης για να μειώσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στην πλειοψηφία των μεγάλου κινδύνου ασθενών με διαβήτη τύπου 2.

Η επίδραση του εντατικοποιημένου ελέγχου της αρτηριακής πίεσης στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

The ACCORD Study Group. Effects of Intensive Blood-Pressure Control in Type 2 Diabetes Mellitus.

N Engl J Med 2010; 10.1056/nejmoa1001286

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από τυχαιοποιημένες μελέτες για να υποστηρίξει μια στρατηγική μείωσης της συστολικής αρτηριακής πίεσης κάτω από 135 έως 140 mm Hg σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Για το σκοπό αυτό διερεύνησαν το κατά πόσον θεραπεία με στόχο φυσιολογική συστολική πίεση (δηλ. <120mm Hg) μειώνει τα μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα σε συμμετέχοντες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και μεγάλο κίνδυνο για εμφάνιση καρδιαγγειακού συμβάματος. Συνολικά 4733 συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 τυχαιοποιήθηκαν σε εντατικοποιημένη θεραπεία, με στόχο συστολική αρτηριακή πίεση κάτω από 120 mm Hg, ή συμβατική θεραπεία, με στόχο συστολική αρτηριακή πίεση κάτω από 140 mm Hg. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η εμφάνιση εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 4,7 έτη. Μετά από 1 έτος, η μέση συστολική αρτηριακή πίεση ήταν 119,3 mm Hg στην ομάδα της εντατικοποιημένης θεραπευτικής αντιμετώπισης και 133,5 mm Hg στην ομάδα της συμβατικής θεραπείας. Το ετήσιο ποσοστό του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου ήταν 1,87% στην ομάδα της εντατικοποιημένης θεραπευτικής αντιμετώπισης και 2,09% στην ομάδα της συμβατικής θεραπείας (hazard ratio, 0,88, 95% confidence interval [CI], 0,73 έως 1,06, P = 0,20). Το ετήσιο ποσοστό θανάτων οποιασδήποτε αιτίας ήταν 1,28% και 1,19% στις δύο ομάδες αντίστοιχα (hazard ratio 1,07, 95% CI 0,85 έως 1,35, P = 0,55). Τα ετήσια ποσοστά αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, που ήταν το δευτερεύον καταληκτικό σημείο, ήταν 0,32% και 0,53% στις δύο ομάδες αντίστοιχα (hazard ratio, 0,59, 95% CI, 0,39 έως 0,89, P = 0,01). Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τη θεραπεία συνέβησαν σε 77 από τους 2362 συμμετέχοντες στην ομάδα της εντατικοποιημένης θεραπευτικής αντιμετώπισης (3,3%) και σε 30 από τους 2371 συμμετέχοντες στην ομάδα της συμβατικής θεραπείας (1,3%) (P<0,001).


Συμπεράσματα: Στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και μεγάλο κίνδυνο για εμφάνιση καρδιαγγειακού συμβάματος, στόχευση συστολικής πίεσης σε επίπεδα κάτω από 120 mm Hg σε σύγκριση με επίπεδα κάτω από 140 mm Hg, δεν μείωσε το ποσοστό εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια.