Το παθητικό κάπνισμα συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη στις γυναίκες

smkΤο παθητικό κάπνισμα στην παιδική ηλικία ή στην ενηλικίωση σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στις γυναίκες, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Ερευνητές από το Εθνικό Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας στο Μεξικό θέλησαν να συσχετίσουν το παθητικό κάπνισμα στην παιδική και στην ενήλικη ζωή με την εμφάνιση του διαβήτη. Ανέλυσαν στοιχεία από 37.343 Γαλλίδες που δεν είχαν καπνίσει ποτέ και δεν είχαν διαβήτη τύπου 2, καρκίνο ή καρδιαγγειακή νόσο στην αρχή της μελέτης. Ως παθητικό κάπνισμα στην παιδική ηλικία χαρακτηρίστηκε η έκθεση στον καπνό τουλάχιστον από έναν γονέα καπνιστή. Στην ενήλικη ζωή το παθητικό κάπνισμα ορίστηκε ως περισσότερες από 4 ώρες την ημέρα έκθεση στον καπνό του τσιγάρου.    

Από το 1992 έως το 2007, περίπου 800 γυναίκες εμφάνισαν διαβήτη τύπου 2. Οι γυναίκες με τουλάχιστον ένα γονέα καπνιστή είχαν 18% μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε σύγκριση με τις γυναίκες των οποίων οι γονείς δεν κάπνιζαν. Το παθητικό κάπνισμα στην ενήλικη ζωή, μετά από προσαρμογή για το οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, την εκπαίδευση, το παθητικό κάπνισμα στην παιδική ηλικία, το δείκτη μάζας σώματος, τη φυσική δραστηριότητα και άλλους συγχυτικούς παράγοντες, σχετίστηκε επίσης με σημαντικά αυξημένο ποσοστό εμφάνισης του διαβήτη σε σύγκριση με την μη έκθεση στον καπνό του τσιγάρου. 

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι ένα περιβάλλον χωρίς καπνό και η συμμόρφωση στην απαγόρευση του καπνίσματος μπορεί να είναι μια σημαντική στρατηγική που θα οδηγούσε στην επιβράδυνση της εξάπλωσης της επιδημίας του διαβήτη τύπου 2. 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουνίου του Diabetes Care.

Childhood and Adult Secondhand Smoke and Type 2 Diabetes in Women.

Lajous M, Tondeur L, Fagherazzi G, de Lauzon-Guillain B, Boutron-Ruaualt MC, Clavel-Chapelon F.

Diabetes Care. 2013 Jun 11. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

 

Ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη μπορεί να μειωθεί με 15 λεπτά περπάτημα μετά τα γεύματα

walkingΣύμφωνα με πρόσφατη μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, 15 λεπτά περπάτημα τρεις φορές την ημέρα μετά τα γεύματα είχε σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη μείωση στα επίπεδα σακχάρου αίματος σε σύγκριση με έναν περίπατο διάρκειας 45 λεπτών το πρωί ή το απόγευμα. 

Στη μελέτη συμμετείχαν 10 παχύσαρκοι ενήλικες μεγαλύτεροι των 60 ετών, που είχαν τιμές γλυκόζης νηστείας μεταξύ 105-125 mg/dl (φυσιολογικές θεωρούνται οι τιμές μικρότερες των 100 mg/dl, ενώ τιμές μεγαλύτερες των 126 mg/dl θεωρούνται ενδεικτικές σακχαρώδους διαβήτη).

Οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν 3 διαφορετικά προγράμματα άσκησης με μεσοδιαστήματα 4 εβδομάδων. Το κάθε πρόγραμμα απαιτούσε οι συμμετέχοντες να διαμείνουν για 2 ημέρες στις εγκαταστάσεις έρευνας. Την πρώτη ημέρα, οι συμμετέχοντες δεν ασκούνταν, ενώ τη δεύτερη ημέρα περπατούσαν σε διάδρομο με ταχύτητα περίπου τρία μίλια την ώρα. Στο πρώτο πρόγραμμα άσκησης περπατούσαν για 15 λεπτά μισή ώρα μετά από κάθε γεύμα, στο δεύτερο πρόγραμμα περπατούσαν 45 λεπτά το πρωί και στο τρίτο πρόγραμμα 45 λεπτά το απόγευμα. Τα επίπεδα γλυκόζης αίματος των συμμετεχόντων παρακολουθούνταν με συνεχή καταγραφή για το σύνολο των 48 ωρών και για προκύψουν τα συμπεράσματα, τα επίπεδα σακχάρου της ημέρας άσκησης συγκρίθηκαν με αυτά της πρώτης ημέρας.

Τόσο το πρωινό όσο και το απογευματινό 45λεπτο περπάτημα μείωσαν τα επίπεδα γλυκόζης αίματος σε σύγκριση με την πρώτη ημέρα. Το 15λεπτο περπάτημα όμως μετά από κάθε γεύμα ήταν το πιο αποτελεσματικό από τα 3 προγράμματα άσκησης στο να μειώσει τη μεταγευματική γλυκόζη αίματος σε σύγκριση με την πρώτη ημέρα.

Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το περπάτημα μετά τα γεύματα είναι πιο αποτελεσματικό στη μείωση των επιπέδων της γλυκόζης αίματος σε σύγκριση με το περπάτημα το πρωί ή το απόγευμα, γιατί μισή ώρα μετά το φαγητό, όταν τα επίπεδα γλυκόζης αρχίζουν να ανεβαίνουν, οι μύες που ασκούνται όταν περπατάμε καταναλώνουν γλυκόζη και καταφέρνουν να μειώσουν τα επίπεδα γλυκόζης αίματος. Επίσης, η σύντομη άσκηση σύμφωνα με τους συγγραφείς, μπορεί να ακούγεται πιο εφικτή σε ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν συνηθίσει στην καθιστική ζωή. 

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Ιουνίου του Diabetes Care.

 

Three 15-min Bouts of Moderate Postmeal Walking Significantly Improves 24-h Glycemic Control in Older People at Risk for Impaired Glucose Tolerance.

Dipietro L, Gribok A, Stevens MS, Hamm LF, Rumpler W.

Diabetes Care. 2013 Jun 11. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

Η υπερβολική κατανάλωση καφέ μπορεί να εμποδίσει την απώλεια βάρους

coffeeΕνώ προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η μέτρια κατανάλωση καφέ μπορεί να βοηθήσει στην απώλεια βάρους και να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, μια πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι η υπερβολική κατανάλωση καφέ μπορεί να εμποδίσει την απώλεια βάρους.

Ερευνητές από το Ινστιτούτο Ιατρικής Έρευνας και το Πανεπιστήμιο Ιατρικής  και Φαρμακολογίας της Δυτικής Αυστραλίας ανακάλυψαν ότι η υπερβολική κατανάλωση ορισμένων πολυφαινολών που βρίσκονται στον καφέ, όπως το χλωρογενικό οξύ, θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στην υγεία. Συγκεκριμένα, μελέτησαν τις επιδράσεις του χλωρογενικού οξέος σε αρσενικά παχύσαρκα ποντίκια για 12 εβδομάδες. Τα ποντίκια χωρίστηκαν σε 3 ομάδες ανάλογα με τη διατροφική παρέμβαση που ακολουθήθηκε. Η πρώτη ομάδα ακολούθησε μια συνήθη δίαιτα, η δεύτερη μια δίαιτα με υψηλά λιπαρά και η τρίτη ομάδα μια δίαιτα με υψηλά λιπαρά μαζί με χλωρογενικό οξύ, σε ποσότητα που αντιστοιχεί στην κατανάλωση 5-6 φλιτζανιών καφέ την ημέρα.

Η χορήγηση χλωρογενικού οξέος στη δίαιτα με υψηλά λιπαρά στην τρίτη ομάδα δε μείωσε το σωματικό βάρος σε σύγκριση με τη δεύτερη ομάδα που έλαβε μόνο δίαιτα με υψηλά λιπαρά. Η χορήγηση χλωρογενικού οξέος μάλιστα φάνηκε να αυξάνει την αντίσταση στην ινσουλίνη σε σύγκριση μόνο με τη χορήγηση δίαιτας με υψηλά λιπαρά.  

Οι ερευνητές υποστηρίζουν οι επιπτώσεις της κατανάλωσης καφέ στην υγεία είναι δοσοεξαρτώμενες και ότι η κατανάλωση 3-4 φλιτζανιών καφέ την ημέρα μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου και διαβήτη τύπου 2, ενώ η κατανάλωση 6 φλιτζανιών καφέ μπορεί να οδηγήσει σε προδιαβητικές καταστάσεις.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαΐου του Journal of Agricultural and Food Chemistry.

 

Supplementation of a high-fat diet with chlorogenic Acid is associated with insulin resistance and hepatic lipid accumulation in mice.

Mubarak A, Hodgson JM, Considine MJ, Croft KD, Matthews VB.

Journal of Agricultural and Food Chemistry. 2013 May 8;61(18):4371-8. doi: 10.1021/jf400920x. Epub 2013 Apr 26.

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης αυξάνει τον κίνδυνο νεφρολιθίασης

nefroΣύμφωνα με πρόσφατη μελέτη από το Πανεπιστήμιο Stanford των ΗΠΑ, οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, και κυρίως αυτοί με κακό γλυκαιμικό έλεγχο, έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης λίθων στα νεφρά. 

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από ενήλικες συμμετέχοντες στην National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES ) από το διάστημα 2007-2010. Οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν για την παρουσία σακχαρώδους διαβήτη και λίθων στα νεφρά. Η αντίσταση στην ινσουλίνη υπολογίσθηκε χρησιμοποιώντας τη γλυκόζη νηστείας και τον ειδικό τύπο του HOMA-IR (homeostasis model assessment of insulin resistance). Η γλυκαιμική ρύθμιση χαρακτηρίστηκε καλή ή όχι με βάση τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και τη γλυκόζη νηστείας.

Ο σακχαρώδης διαβήτης και η χρήση ινσουλίνης συσχετίστηκαν με 2.4 φορές και 3.3 φορές αυξημένο κίνδυνο για νεφρολιθίαση, αντίστοιχα. Οι συμμετέχοντες με γλυκόζη  νηστείας μεγαλύτερη από 126 mg/dl (δηλαδή οι συμμετέχοντες με διαβήτη) είχαν 28% μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης νεφρολιθίασης σε σύγκριση με εκείνους με τιμές γλυκόζης νηστείας μικρότερες των 100 mg/dl. Οι συμμετέχοντες με τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης 5.7% -6.4% και αυτοί με τιμές μεγαλύτερες από 6.5% είχαν 34% και 92% αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση νεφρολιθίασης.

Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι ο σακχαρώδης διαβήτης αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης νεφρολιθίασης και υποστηρίζουν ότι ο γλυκαιμικός έλεγχος πιθανώς να σχετίζεται με την παθογένεση των λίθων.

 

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαρτίου του European Urology.

 

Diabetic Severity and Risk of Kidney Stone Disease.

Weinberg AE, Patel CJ, Chertow GM, Leppert JT

European Urology. 2013 Mar 17. pii: S0302-2838(13)00250-9. doi: 10.1016/j.eururo.2013.03.026. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

Οι γυναίκες που καπνίζουν κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους θέτουν τις κόρες τους σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης και παχυσαρκίας

smokeΟι έγκυες γυναίκες που είχαν μητέρες που κάπνιζαν κατά την εγκυμοσύνη έχουν υψηλότερες πιθανότητες να αναπτύξουν διαβήτη κύησης και παχυσαρκία σε σύγκριση με τις γυναίκες των οποίων οι μητέρες δεν κάπνιζαν κατά την εγκυμοσύνη, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Lund στη Σουηδία διεξήγαγαν μια μελέτη σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με το κάπνισμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Για τη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από το σουηδικό ιατρικό μητρώο γέννησης, η οποία ξεκίνησε να καταγράφει το κάπνισμα των εγκύων μητέρων το 1982. Μέσα στο διάστημα 1982-2010 οι ερευνητές βρήκαν 80.189 κυήσεις με αρκετές πληροφορίες για να περιληφθούν στη μελέτη.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες που κάπνιζαν μέτρια (1-9 τσιγάρα την ημέρα) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους είχαν 1.36 φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν κόρες που θα γίνουν παχύσαρκες. Επίσης οι κόρες τους είχαν 1.62 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη κύησης όταν έμεναν έγκυες σε σύγκριση με τις κόρες των γυναικών που δεν κάπνιζαν. Οι γυναίκες που ήταν βαρείς καπνίστριες (>9 τσιγάρα την ημέρα) κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης τους είχαν 1.58 φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν κόρες που θα γίνουν παχύσαρκες. Οι κόρες τους είχαν 1.52 περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν διαβήτη κύησης σε σύγκριση με τις κόρες των γυναικών που δεν κάπνιζαν.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι οι γυναίκες που εκτίθενται στο κάπνισμα κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής τους ζωής έχουν υψηλότερο κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη κύησης και παχυσαρκία σε σύγκριση με τις γυναίκες που δεν εκτίθενται στο κάπνισμα.
 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Μαΐου του Diabetologia.

 

Maternal smoking during pregnancy and daughters’ risk of gestational diabetes and obesity.

Mattsson K, Källén K, Longnecker MP, Rignell-Hydbom A, Rylander L.

Diabetologia. 2013 May 23. [Epub ahead of print]

 

 

 Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Η κατανάλωση αναψυκτικών σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη

anapsiktikoΗ κατανάλωση ενός σακχαρούχου αναψυκτικού την ημέρα αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κατά 20% περίπου, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από 350.000 άτομα σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες (Βρετανία, Γερμανία, Δανία, Ιταλία, Ισπανία, Σουηδία, Γαλλία, Ολλανδία). Οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν σχετικά με τη διατροφή τους και ιδιαίτερα για το πόσα αναψυκτικά,  που περιείχαν ζάχαρη ή τεχνητά γλυκαντικά, και πόσους χυμούς έπιναν κάθε μέρα .

Από τα αποτελέσματα προέκυψε ότι η καθημερινή κατανάλωση 340 ml αναψυκτικού που περιέχει ζάχαρη αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κατά 22%, ενώ η κατανάλωση της ίδιας ποσότητας αναψυκτικού που περιέχει τεχνητά γλυκαντικά κατά 52%. Μετά τη διόρθωση ως προς την πρόσληψη ενέργειας και το δείκτη μάζας σώματος, η κατανάλωση σακχαρούχου αναψυκτικού προέκυψε ότι αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κατά 18%, ενώ η συσχέτιση μεταξύ διαβήτη και κατανάλωσης αναψυκτικού με τεχνητά γλυκαντικά δεν παρέμεινε στατιστικά σημαντική. Τα 340 ml αντιστοιχούν σε ένα κανονικού μεγέθους κουτάκι αναψυκτικού. Η κατανάλωση χυμών δε φάνηκε να συνδέεται με τη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι το μήνυμα από τα αποτελέσματα της μελέτης του είναι σαφές. Τα σακχαρούχα αναψυκτικά δεν έχουν καμία θρεπτική αξία και η καθημερινή κατανάλωσή τους μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Απριλίου του Diabetologia.

Consumption of sweet beverages and type 2 diabetes incidence in European adults: results from EPIC-InterAct.

The InterAct consortium.

Diabetologia. 2013 Apr 26. [Epub ahead of print]

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

 

 

Η διάρκεια του ύπνου επηρεάζει τη γλυκαιμική ρύθμιση σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2

Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με μικρή ή μεγάλη διάρκεια ύπνου έχουν χειρότερη γλυκαιμική ρύθμιση σε σύγκριση με ασθενείς με ενδιάμεση διάρκεια ύπνου, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες μπορεί να μην ωφελεί στο διαβήτη κύησης

dietΜια δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες δεν είναι, από μόνη της, αποτελεσματικός τρόπος για να αποφευχθεί η ανάγκη για ινσουλινοθεραπεία μεταξύ των γυναικών με σακχαρώδη διαβήτη κύησης, σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη.

Η τροποποίηση του ποσού και της κατανομή των υδατανθράκων των γευμάτων στη διάρκεια της ημέρας αποτελεί το αρχικό βήμα στην αντιμετώπιση του διαβήτη κύησης, πριν τη χορήγηση ινσουλίνης.

Ερευνητές από Πανεπιστήμιο της Ισπανίας πραγματοποίησαν μια τυχαιοποιημένη μελέτη, στην οποία έλαβαν μέρος περίπου 150 γυναίκες, με μέση ηλικία τα 33 έτη. Οι γυναίκες ακολούθησαν είτε μια χαμηλή σε υδατάνθρακες δίαιτα (40% των θερμίδων προερχόταν από υδατάνθρακες, 20% από πρωτεΐνη και 40% από λίπος) είτε μια συνήθη διατροφή (55% των θερμίδων προερχόταν από υδατάνθρακες, 20% από πρωτεΐνη και 25% από λίπος).

Το ποσοστό των γυναικών που ξεκίνησαν ινσουλίνη ήταν περίπου 55% και στις δύο ομάδες και δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στη δόση της ινσουλίνης ή στο χρόνο έναρξης της ινσουλινοθεραπείας, παρά τη σημαντική διαφορά στην περιεκτικότητα της διατροφής σε υδατάνθρακες. Επίσης δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των ομάδων σε μια σειρά από μαιευτικά και περιγεννητικά αποτελέσματα, όπως η πρόσληψη βάρους από τη μητέρα και η μητρική υπέρταση, η συχνότητα της καισαρικής τομής και η ηλικία του εμβρύου κατά τον τοκετό, η θνησιγένεια και το μέγεθος των νεογέννητων, καθώς και η συχνότητα των υπογλυκαιμιών τους.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι περαιτέρω μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες χρειάζονται για να βρεθεί η βέλτιστη στρατηγική αντιμετώπισης των γυναικών με διαβήτη κύησης.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Απριλίου του Diabetes Care.

 

Low-Carbohydrate Diet for the Treatment of Gestational Diabetes: A randomized controlled trial.

Moreno-Castilla C, Hernandez M, Bergua M, Alvarez MC, Arce MA, Rodriguez K, Martinez-Alonso M, Iglesias M, Mateu M, Santos MD, Pacheco LR, Blasco Y, Martin E, Balsells N, Aranda N, Mauricio D.

Diabetes Care. 2013 Apr 5. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Η κατανάλωση καρυδιών σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη στις γυναίκες

karydiaΠρόσφατη μελέτη από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Harvard έδειξε ότι οι γυναίκες που τρώνε δύο ή περισσότερες μερίδες καρύδια την εβδομάδα έχουν λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Τα καρύδια περιέχουν υψηλότερα επίπεδα αντιοξειδωτικών ουσιών από οποιοδήποτε άλλο ξηρό καρπό και είναι πλούσια σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, τα οποία σε αρκετές μελέτες έχουν σχετιστεί με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2.

Οι ερευνητές εξέτασαν στοιχεία από περίπου 138.000 γυναίκες, ηλικίας 35 ως 77 ετών, που έλαβαν μέρος σε δύο μεγάλες μελέτες κοορτής διάρκειας 10 ετών. Στην αρχή της παρακολούθησης καμία από τις γυναίκες δεν είχε σακχαρώδη διαβήτη, καρδιαγγειακή νόσο ή καρκίνο. Η κατανάλωση καρυδιών και άλλων ξηρών καρπών, καθώς και η εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη εκτιμήθηκε με ειδικά ερωτηματολόγια.

Περίπου 5.900 γυναίκες εμφάνισαν διαβήτη κατά τη διάρκεια παρακολούθησης. Η κατανάλωση 2 ή περισσότερων μερίδων καρυδιών την εβδομάδα (1 μερίδα = 28gr καρύδια) σχετίστηκε με 21% και 15% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη πριν και μετά τη διόρθωση ως προς το δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ, body mass index) αντίστοιχα.

Οι ερευνητές καταλήγουν τονίζοντας τη σημασία της κατανάλωσης ξηρών καρπών, και ιδιαίτερα καρυδιών, στα πλαίσια μιας υγιεινής διατροφής για την πρόληψη του διαβήτη.
 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Απριλίου του Journal of Nutrition.

 

 

Walnut consumption is associated with lower risk of type 2 diabetes in women.

Pan A, Sun Q, Manson JE, Willett WC, Hu FB.

Journal of Nutrition. 2013 Apr;143(4):512-8. doi: 10.3945/jn.112.172171. Epub 2013 Feb 20.

 Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

H κατανάλωση κόκκινου κρέατος αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης

Η υψηλότερη κατανάλωση ζωικής πρωτεΐνης βρέθηκε να σχετίζεται με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης, ενώ υψηλότερη πρόσληψη φυτικών πρωτεϊνών σχετίστηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Οι ερευνητές ανέλυσαν ερωτηματολόγια τροφίμων που είχαν συμπληρώσει περισσότερες από 15000 γυναίκες πριν από την κύησή τους. Η μεγαλύτερη κατανάλωση ζωικής πρωτεΐνης σε σύγκριση με τη μικρότερη κατανάλωση συνοδευόταν από 1.49 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κατά τη διάρκεια της κύησης, ενώ η μεγαλύτερη κατανάλωση φυτικής πρωτεΐνης συνοδευόταν από 0.69 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο. Η κατανάλωση ιredmeatδίως κόκκινου κρέατος εμφανίστηκε πιο επιζήμια. Η μεγαλύτερη κατανάλωση κόκκινου κρέατος σε σύγκριση με τη μικρότερη κατανάλωση συνοδευόταν από 2 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης. Αντιθέτως, η μεγαλύτερη κατανάλωση ξηρών καρπών σε σύγκριση με τη μικρότερη κατανάλωση συνοδευόταν από χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

Η αντικατάσταση  5% της προσλαμβανόμενης ενέργειας από ζωικές πρωτεΐνες με φυτικές πρωτεΐνες σχετίστηκε με 51% χαμηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη κύησης. Η αντικατάσταση μιας μερίδας κόκκινου κρέατος την ημέρα με μια πιο υγιεινή πηγή πρωτεΐνης σχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη και συγκεκριμένα με 29% χαμηλότερο κίνδυνο για τα πουλερικά, 33% χαμηλότερο κίνδυνο για τα ψάρια, 51% για τους ξηρούς καρπούς και 33% για τα όσπρια.

Οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, μεταξύ των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, η αντικατάσταση των ζωικών πρωτεϊνών από φυτικές πρωτεΐνες μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Φεβρουαρίου του Diabetes Care.

 

Prepregnancy Dietary Protein Intake, Major Dietary Protein Sources, and the Risk of Gestational Diabetes Mellitus: A prospective cohort study.

Bao W, Bowers K, Tobias DK, Hu FB, Zhang C.

Diabetes Care. 2013 Feb 12. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου