Διατροφή υψηλής περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες μειώνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου σε ασθενείς με διαβήτη

fytikesΔιατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες, όπως τα φρούτα και τα λαχανικά, σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία από περισσότερους από 1400 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ηλικίας 40 έως 70 ετών, χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου στην αρχή της μελέτης. Η κατανάλωση φυτικών ινών υπολογίσθηκε με ειδικό ερωτηματολόγιο διατροφής. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης  ήταν περίπου 8 χρόνια, κατά τη διάρκεια της οποίας 68 συμμετέχοντες υπέστησαν αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η υψηλότερη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών σχετίστηκε με περίπου 60% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε σύγκριση με την χαμηλότερη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών. Η κατανάλωση φυτικών ινών δε φάνηκε να σχετίζεται με την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου.

Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικών επεισοδίων ήταν πολύ χαμηλή στους συμμετέχοντες που κατανάλωναν περισσότερο από 25 gr φυτικών ινών την ημέρα και ότι η διατροφή πλούσια σε φρούτα και λαχανικά μειώνει τον κίνδυνο εγκεφαλικών επεισοδίων σε ασθενείς με διαβήτη, αλλά δεν φαίνεται να επηρεάζει την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Δεκεμβρίου του Diabetes Care.

Intakes of dietary fiber, vegetables, and fruits and incidence of cardiovascular disease in Japanese patients with type 2 diabetes.

Tanaka S, Yoshimura Y, Kamada C, Tanaka S, Horikawa C, Okumura R, Ito H, Ohashi Y, Akanuma Y, Yamada N, Sone H; Japan Diabetes Complications Study Group.

Diabetes Care. 2013 Dec;36(12):3916-22. doi: 10.2337/dc13-0654. Epub 2013 Oct 29.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

 

Μόλις 2.000 βήματα την ημέρα μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων σε άτομα με προδιαβήτη

stepsΤα άτομα με προδιαβήτη θα μπορούσαν να μειώσουν σημαντικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων με μόνο 20 λεπτά περπάτημα την ημέρα για ένα χρόνο, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Ο προδιαβήτης είναι μια κατάσταση κατά την οποία τα επίπεδα σακχάρου αίματος είναι υψηλότερα από το φυσιολογικό αλλά όχι αρκετά υψηλά ώστε να διαγνωσθεί ο σακχαρώδης διαβήτης.

Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία από περισσότερους από 9.300 ενήλικες, οι οποίοι είχαν παθολογική ανοχή στη γλυκόζη, μια μορφή προδιαβήτη, και καρδιαγγειακή νόσο ή τουλάχιστον έναν παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου. Στους συμμετέχοντες δόθηκε ένα πρόγραμμα αλλαγής του τρόπου ζωής με σκοπό την απώλεια βάρους και την αύξηση της σωματικής δραστηριότητας. Στην αρχή και στο τέλος του πρώτου χρόνου της μελέτης καταγράφηκε η φυσική δραστηριότητα των συμμετεχόντων με τη χρήση ενός βηματόμετρου. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης των ατόμων ήταν 6 χρόνια, κατά τη διάρκεια της οποίας καταγράφηκαν τα καρδιαγγειακά επεισόδια (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και εγκεφαλικά επεισόδια) και η καρδιαγγειακή θνητότητα.

Μετά την προσαρμογή για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του δείκτη μάζας σώματος, του καπνίσματος, της διατροφής και της χρήσης φαρμάκων, οι ερευνητές βρήκαν ότι η φυσική δραστηριότητα στην αρχή της μελέτης, και συγκεκριμένα κάθε 2000 βήματα την ημέρα, σχετιζόταν με 10% μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών επεισοδίων κατά τη διάρκεια παρακολούθησης. Η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας στο τέλος του πρώτου χρόνου της μελέτης μείωσε επιπλέον κατά 8% τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας, αυξάνοντας απλά τον αριθμό των βημάτων, μπορεί να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου, ανεξάρτητα από το σωματικό βάρος ενός ατόμου.

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Δεκεμβρίου του Lancet.

 

Association between change in daily ambulatory activity and cardiovascular events in people with impaired glucose tolerance (NAVIGATOR trial): a cohort analysis.

Yates T1, Haffner SM2, Schulte PJ3, Thomas L3, Huffman KM3, Bales CW4, Califf RM3, Holman RR5, McMurray JJ6, Bethel MA5, Tuomilehto J7, Davies MJ8, Kraus WE3.

Lancet. 2013 Dec 19. pii: S0140-6736(13)62061-9. doi: 10.1016/S0140-6736(13)62061-9. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

 

Εφηβική εγκυμοσύνη και κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη στην εμμηνόπαυση

pregnant-teenΗ μικρή ηλικία κατά τον πρώτο τοκετό αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από περισσότερες από 4.900 μετεμμηνοπαυσικές γυναίκες μέσης ηλικίας 63 ετών. Οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν ειδικά ερωτηματολόγια για την ηλικία τους κατά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού και χωρίστηκαν βάσει αυτού σε 4 ομάδες: πρώτος τοκετός σε ηλικία μικρότερη των 19 ετών, 20-24 ετών, 25-29 ετών και σε ηλικία μεγαλύτερη των 30 ετών. Η συχνότητα εμφάνισης διαβήτη διέφερε σημαντικά μεταξύ των 4 ομάδων. Οι γυναίκες που γέννησαν το πρώτο τους παιδί σε ηλικία μικρότερη των 19 ετών εμφάνισαν διαβήτη σε ποσοστό 23.8%, ενώ αυτές που γέννησαν το πρώτο τους παιδί μετά την ηλικία των 30 ετών εμφάνισαν διαβήτη σε ποσοστό 10.9%. Η μικρή ηλικία κατά τον πρώτο τοκετό σχετίστηκε σημαντικά με τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη μετά από προσαρμογή για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η ηλικία των γυναικών κατά τον πρώτο τους τοκετό σχετίζεται με την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη στην μετεμμηνοπαυσική ηλικία και ότι η εφηβική εγκυμοσύνη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο.

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Νοεμβρίου του Diabetes Care.

 

Impact of Age at First Childbirth on Glucose Tolerance Status in Postmenopausal Women: The 2008-2011 Korean National Health and Nutrition Examination Survey.

Kim JH, Jung Y, Kim SY, Bae HY.

Diabetes Care. 2013 Nov 15. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Η υστερεκτομή με αφαίρεση των ωοθηκών μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη

hysterΠρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή με ταυτόχρονη ωοθηκεκτομή έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη, ανεξάρτητα από παράγοντες που σχετίζονται με το γήρας ή με τον τρόπο ζωής, σε σύγκριση με τις γυναίκες με φυσική εμμηνόπαυση ή με υστερεκτομή χωρίς αφαίρεση των ωοθηκών.  

Στη μελέτη συμμετείχαν περισσότερες από 2500 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες μέσης ηλικίας 60 ετών χωρίς σακχαρώδη διαβήτη στην αρχή της μελέτης. Το 40% των γυναικών είχαν υποβληθεί σε υστερεκτομή, ενώ το 47% αυτών των γυναικών είχε υποβληθεί ταυτόχρονα και σε ωοθηκεκτομή. Η μέση διάρκεια της μελέτης ήταν 8.7 έτη. Στο τέλος της μελέτης 7% των γυναικών είχαν εμφανίσει σακχαρώδη διαβήτη. Μετά από προσαρμογή για όλους τους πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες φάνηκε ότι γυναίκες με υστερεκτομή και ταυτόχρονη αφαίρεση των ωοθηκών είχαν 57% αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη σε σύγκριση με τις γυναίκες με φυσική εμμηνόπαυση. Οι γυναίκες μόνο με υστερεκτομή χωρίς ωοθηκεκτομή δεν είχαν αυξημένο κίνδυνο σε σύγκριση με τις γυναίκες με φυσική εμμηνόπαυση.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στη λήψη της απόφασης για την αφαίρεση ή όχι των ωοθηκών κατά τη διάρκεια μιας υστερεκτομής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Νοεμβρίου του Diabetes Care.

 

Bilateral Oophorectomy and the Risk of Incident Diabetes in Postmenopausal Women.

Appiah D, Winters SJ, Hornung CA.

Diabetes Care. 2013 Nov 5. [Epub ahead of print]

 

 Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

 

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης και τα επίπεδα σακχάρου αίματος σχετίζονται με αυξημένη εμβρυική και βρεφική θνησιμότητα

zaxΣύμφωνα με πρόσφατη μελέτη από τη Μεγάλη Βρετανία, ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 και τύπου 2 και ο κακός γλυκαιμικός έλεγχος σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά θνησιγένειας ή θανάτου του βρέφους μετά τη γέννηση.

Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία από περισσότερες από 1200 έγκυες γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και από 340 έγκυες γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Ως θνησιγένεια ορίστηκε ο θάνατος του εμβρύου μετά από 20 εβδομάδες κύησης, ενώ ως βρεφικός θάνατος ο θάνατος κατά το πρώτο έτος της ζωής του βρέφους. Από τη μελέτη αποκλείστηκαν έμβρυα και βρέφη με συγγενείς ανωμαλίες. Η συχνότητα του εμβρυικού θανάτου ήταν 4.5 φορές μεγαλύτερη και του βρεφικού θανάτου σχεδόν 2 φορές μεγαλύτερη στις γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη, ανεξαρτήτως τύπου, σε σύγκριση με τις γυναίκες χωρίς διαβήτη. Τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) μεγαλύτερες από 6.6% κατά τη σύλληψη, η ύπαρξη αμφιβληστροειδοπάθειας και η μη χορήγηση φυλλικού οξέος πριν την εγκυμοσύνη ήταν παράγοντες που σχετίζονταν ανεξάρτητα με την αυξημένη θνησιγένεια και τη βρεφική θνησιμότητα.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μέση τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στις έγκυες γυναίκες που συμπεριλήφθησαν στη μελέτη ήταν 7.8%, τιμή πολύ υψηλότερη από τις τιμές που συστήνονται από την Αμερικάνικη Εταιρεία Διαβήτη (American Diabetes Association) και το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας της Αγγλίας (National Institute for Health and Care Excellence). Επίσης, τονίζουν ότι τα ποσοστά εμβρυικών και βρεφικών θανάτων ήταν μικρά και επισημαίνουν ότι αν οι έγκυες γυναίκες στη μελέτη είχαν τα συνιστώμενα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, η θνησιγένεια και η βρεφική θνησιμότητα θα μπορούσε να είχε μειωθεί κατά 40%.

Οι συγγραφείς της μελέτης συστήνουν στις γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη που προγραμματίζουν μια εγκυμοσύνη να ζητούν συμβουλές όσο το δυνατόν νωρίτερα από το γιατρό τους, καθώς ακόμη και μια μικρή μείωση στα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα είναι πιθανό να ωφελήσει το μωρό.
Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Νοεμβρίου του Diabetologia.

 

 

Pre-existing diabetes, maternal glycated haemoglobin, and the risks of fetal and infant death: a population-based study.

Tennant PW, Glinianaia SV, Bilous RW, Rankin J, Bell R.

Diabetologia. 2013 Nov 29. [Epub ahead of print]

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

Ασφαλής η ασπαρτάμη σύμφωνα με την πρόσφατη ανακοίνωση της EFSA

Aspartami-570Στις 10 Δεκεμβρίου 2013, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (γνωστή ως EFSA) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ασπαρτάμη είναι ασφαλής προς κατανάλωση από όλες τις ομάδες του πληθυσμού στα σημερινά επίπεδα κατανάλωσης και στο ήδη υπάρχον επίπεδο Αποδεκτής Ημερήσιας Πρόσληψης (ADI = 40mg/ κιλό βάρους/ ημέρα), επιβεβαιώνοντας όλες τις προηγούμενες αξιολογήσεις.

Η Αρχή της EFSA αξιολόγησε όλες τις διαθέσιμες επιστημονικές μελέτες και τα υπάρχοντα βιβλιογραφικά δεδομένα που σχετίζονται με την ασπαρτάμη και τα προϊόντα μεταβολισμού της, συμπεριλαμβανομένων και όλων τωννέων μελετών σε ανθρώπους. Η έκθεση αυτή αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες και διεξοδικές αξιολογήσεις ασφάλειας κινδύνου που έχουν γίνει ποτέ για την ασπαρτάμη, ακριβώς λόγω της υψηλής κατανάλωσης της αλλά και όλης της παραπληροφόρησης που υπάρχει σχετικλά με την επικινδυνότητα της.

Η ασπαρτάμη είναι ένα από τα πιο εκτενώς μελετημένα πρόσθετα τροφίμων που η ασφάλειά της έχει επιβεβαιωθεί από πολυάριθμες μελέτες, κλινικές και εργαστηριακές, τόσο σε πειραματόζωα όσο και σε διάφορους πληθυσμούς. Όλες αυτές οι μελέτες έχουν δείξει ότι η ασπαρτάμη είναι ασφαλής, για το σύνολο του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με διαβήτη, τις γυναίκες που είναι έγκυες ή θηλάζουν και τα παιδιά.

Βέβαια υπάρχει πάντα μία ειδική ομάδα ατόμων που απαγορεύεται να προσλαμβάνουν ασπαρτάμη και είναι αυτή με το σπάνιο γενετικό νόσημα φαινυλκετονουρία (PKU). Τα άτομα αυτά δε μπορούν να μεταβολίσουν το αμινοξύ φαινυλαλανίνη και για αυτό πρέπει να αποφεύγουν τα τρόφιμα που την περιέχουν (π.χ. το κρέας, τα γαλακτοκομικά κ.λπ) αλλά και την ασπαρτάμη.

Η ασπρτάμη έχει αξιολογηθεί πάρα πολλές φορές μετά την αρχική έγκριση της τη δεκαετία του ’80. Από το 2000 και μετά, η Ευρωπαϊκή Επιστημονική Επιτροπή για τα Τρόφιμα (SCF) και η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια Τροφίμων (EFSA), αξιολόγησαν και επιβεβαίωσαν την ασφάλεια της ασπαρτάμης με αναφορές τους το 2002, το 2006, το 2009, το 2011 και μόλις λίγες ημέρες πριν και το 2013 ενώ λόγω της ολοένα και υψηλότερης χρήσης της ασπρτάμης θα επαναξιολογείται μαζί με όλα τα άλλα πρόσθετα τροφίμων από την EFSA έως το 2020.

Δεδομένου ότι τα ολιγοθερμιδικά γλυκαντικά είναι πλέον κομμάτι της διατροφής όλων μας αλλά και ειδικότερα των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη είναι σημαντικό να τονιστεί ότι είναι ένα απόλυτα ασφαλές συστατικό της διατροφής, διεξοδικά μελετημένο από επίσημες Αρχές και μέσα από μεγάλες επιστημονικές μελέτες.

 

Μπορείτε να δείτε το δελτίο τύπου που εξέδωσε η EFSA στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

http://www.efsa.europa.eu/en/press/news/131210.htm http://www.sweeteners.org/en/

Η πρόσληψη φλαβονοειδών και η εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2

flavoΗ κατανάλωση τροφών πλούσιων σε φλαβονοειδή σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Τα φλαβονοειδή είναι ουσίες που υπάρχουν στα φρούτα και στα λαχανικά (μήλα, σταφύλια, πορτοκάλια, μπρόκολα, κρεμμύδια κ.α.) και φαίνεται να είναι ευεργετικά για την υγεία λόγω των αντιοξειδωτικών τους ιδιοτήτων.

Οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από μεγάλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε οχτώ ευρωπαϊκές χώρες προκειμένου να εξετάσουν αν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης φλαβονοειδών και λιγνανών με την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2. Η κατανάλωση φλαβονοειδών και λιγνανών υπολογίσθηκε με ειδικά ερωτηματολόγια διατροφής. Η κατανάλωση φλαβονοειδών και συγκεκριμένα φλαβονολών και φλαβανολών, βρέθηκε να σχετίζεται με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Η κατανάλωση λιγνανών δε φάνηκε να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι μια διατροφή πλούσια σε φλαβονοειδή, δηλαδή ένα διατροφικό πρότυπο που βασίζεται σε φρούτα και λαχανικά, προστατεύει από την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2.
 

Η μελέτη θα εμφανιστεί στο τεύχος Δεκεμβρίου του Diabetes Care.

The Association Between Dietary Flavonoid and Lignan Intakes and Incident Type 2 Diabetes in European Populations: The EPIC-InterAct study.

Zamora-Ros R, Forouhi NG, Sharp SJ, González CA, Buijsse B, Guevara M, van der Schouw YT, Amiano P, Boeing H, Bredsdorff L, Clavel-Chapelon F, Fagherazzi G, Feskens EJ, Franks PW, Grioni S, Katzke V, Key TJ, Khaw KT, Kühn T, Masala G, Mattiello A, Molina-Montes E, Nilsson PM, Overvad K, Perquier F, Quirós JR, Romieu I, Sacerdote C, Scalbert A, Schulze M, Slimani N, Spijkerman AM, Tjonneland A, Tormo MJ, Tumino R, van der A DL, Langenberg C, Riboli E, Wareham NJ.

Diabetes Care. 2013 Dec;36(12):3961-70. doi: 10.2337/dc13-0877. Epub 2013 Oct 15.

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

 

Το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών σχετίζεται με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2

polyΈνα ποσοστό της τάξης του 6-21% των γυναικών εμφανίζουν το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Το σύνδρομο αυτό φαίνεται να σχετίζεται σημαντικά και ανεξάρτητα με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κύησης και διαβήτη τύπου 2, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. 

Ερευνητές από Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας εξέτασαν στοιχεία από περισσότερες από 9.100 γυναίκες ηλικίας 28-33 ετών. Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών εμφάνιζε το 5.8% των συμμετεχόντων. Από τις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, 11.2% αυτών είχαν εμφανίσει διαβήτη κύησης σε προηγούμενη εγκυμοσύνη, ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 5.1% αυτών εμφάνισαν διαβήτη τύπου 2. Τα αντίστοιχα ποσοστά στις γυναίκες χωρίς σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών ήταν 3.8% για το διαβήτη κύησης και 0.3% για το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Μετά από προσαρμογή για την ηλικία, το δείκτη μάζας σώματος (body mass index, BMI), την αρτηριακή υπέρταση, το κάπνισμα και άλλους δημογραφικούς παράγοντες, φάνηκε ότι οι γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είχαν διπλάσιες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη κύησης και 8.8 φορές περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με τις γυναίκες χωρίς σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

Οι ερευνητές καταλήγουν ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη για προληπτικό έλεγχο, πρόληψη και πρώιμη αντιμετώπιση του διαταραγμένου μεταβολισμού της γλυκόζης σε γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Σεπτεμβρίου του Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.

Gestational Diabetes and Type 2 Diabetes in Reproductive-Aged Women with Polycystic Ovary Syndrome.

Ae J, S R, S Z, L M, Hj T.

J Clin Endocrinol Metab. 2013 Sep 30. [Epub ahead of print]

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου 

 

 

 

Η πρώιμη εμμηναρχή μπορεί να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη

girlΤα κορίτσια που έχουν πρώιμη εμμηναρχή είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν διαβήτη τύπου 2 στην ενήλικη ζωή τους, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι τα κορίτσια με πρώιμη εμμηναρχή έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν παχυσαρκία, καρδιακές παθήσεις, καθώς και ορισμένες μορφές καρκίνου.

Ερευνητές από 26 ερευνητικά κέντρα σε όλη την Ευρώπη εξέτασαν ιατρικά αρχεία από περισσότερες από 15.100 γυναίκες. Η μέση ηλικία εμφάνισης της πρώτης έμμηνου ρύσης κυμαινόταν από 12.6 ως 13.6 έτη. Κάθε χρόνος που περνούσε μέχρι την έναρξη της έμμηνου ρύσης σχετιζόταν με 0.32 kg/m2 μικρότερο δείκτη μάζας σώματος (ΒΜΙ, body mass index) στην ενήλικη ζωή. Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι τα κορίτσια που είχαν την πρώτη τους έμμηνο ρύση μεταξύ των ηλικιών 8 και 11 είχαν 70% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στην ενήλικη ζωή τους σε σύγκριση με τα κορίτσια που είχαν την πρώτη τους έμμηνο ρύση σε ηλικία 13 ετών. Μετά από προσαρμογή για να αφαιρεθεί οποιαδήποτε επίδραση της παχυσαρκίας, τα κορίτσια με την πρώιμη εμμηναρχή φάνηκε να έχουν 42% περισσότερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη σε σύγκριση με τα κορίτσια που άρχισαν να έχουν έμμηνο ρύση σε ηλικία 13 ετών. Ωστόσο, έχοντας την πρώτη περίοδο μετά την ηλικία των 15 ετών δεν παρέχει στα κορίτσια προστασία από την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 στην ενήλικο ζωή.

Οι συγγραφείς τονίζουν ότι τα αποτελέσματα της μελέτης δεν επιβεβαιώνουν ότι η πρόωρη εφηβεία προκαλεί διαβήτη, αλλά ότι αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισής του.

 

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Νοεμβρίου του Diabetes Care.

 

Age at Menarche and Type 2 Diabetes Risk: The EPIC-InterAct study.

Elks CE, Ong KK, Scott RA, van der Schouw YT, Brand JS, Wark PA, Amiano P, Balkau B, Barricarte A, Boeing H, Fonseca-Nunes A, Franks PW, Grioni S, Halkjaer J, Kaaks R, Key TJ, Khaw KT, Mattiello A, Nilsson PM, Overvad K, Palli D, Quirós JR, Rinaldi S, Rolandsson O, Romieu I, Sacerdote C, Sánchez MJ, Spijkerman AM, Tjonneland A, Tormo MJ, Tumino R, van der A DL, Forouhi NG, Sharp SJ, Langenberg C, Riboli E, Wareham NJ; InterAct Consortium.

Diabetes Care. 2013 Nov;36(11):3526-34. doi: 10.2337/dc13-0446.

 

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου

 

 

Υψηλότερη πρόσληψη μαγνησίου μπορεί να μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη

MgΗ μεγαλύτερη πρόσληψη μαγνησίου μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη ιδιαίτερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Tufts στη Βοστόνη μελέτησαν στοιχεία από 2.500 άτομα, ηλικίας 26-81 ετών, χωρίς σακχαρώδη διαβήτη. Η πρόσληψη μαγνησίου υπολογίσθηκε με ειδικά ερωτηματολόγια. Οι συμμετέχοντες ανάλογα με τα επίπεδα σακχάρου (νηστείας και 2 ωρών μετά από φόρτιση με 75gr γλυκόζης) και ινσουλίνης αίματος ταξινομήθηκαν στις παρακάτω ομάδες: φυσιολογικού μεταβολισμού γλυκόζης, παθολογικής γλυκόζης νηστείας, παθολογικής ανοχής στη γλυκόζη, ινσουλινοαντίστασης (με βάση τον δείκτη HOMA-IR) και υπερινσουλιναιμίας.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι από τα άτομα με φυσιολογικό μεταβολισμό γλυκόζης στην αρχή της μελέτης, αυτοί με την υψηλότερη πρόσληψη μαγνησίου είχαν 37% χαμηλότερο κίνδυνο να εμφανίσουν οποιαδήποτε διαταραχή στο μεταβολισμό της γλυκόζης μετά από 7 χρόνια παρακολούθησης σε σύγκριση με αυτούς με τη χαμηλότερη πρόσληψη μαγνησίου. Στις 4 ομάδες συμμετεχόντων με παθολογικό μεταβολισμό γλυκόζης στην αρχή της μελέτης, η  υψηλότερη πρόσληψη μαγνησίου σχετίστηκε με 32% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη στο τέλος της μελέτης. Στο συνολικό πληθυσμό ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη για τα άτομα με την υψηλότερη πρόσληψη ήταν 53% χαμηλότερος σε σύγκριση με τα άτομα με τη χαμηλότερη πρόσληψη.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, η πρόσληψη μαγνησίου μπορεί να είναι ευεργετική και να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη, ειδικά σε άτομα που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο.

 

Η μελέτη εμφανίζεται στο τεύχος Οκτωβρίου του Diabetes Care.

 

Higher magnesium intake reduces risk of impaired glucose and insulin metabolism, and progression from prediabetes to diabetes in middle-aged Americans.

Hruby A, Meigs JB, O’Donnell CJ, Jacques PF, McKeown NM.

Diabetes Care. 2013 Oct 2. [Epub ahead of print]

 

Επιμέλεια: Ιωάννα Ελευθεριάδου