Η εβδομαδιαία χορήγηση Icodec έναντι της γλαργινικής ινσουλίνης U100 σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 χωρίς προηγούμενη ινσουλινοθεραπεία

Rosenstock J, Bain SC, Gowda A, et al. Weekly Icodec versus Daily Glargine U100 in Type 2 Diabetes without Previous Insulin. N Engl J Med. 2023;389(4):297-308. doi:10.1056/NEJMoa2303208

 

Η ινσουλίνη icodec είναι ένα ανάλογο ινσουλίνης χορηγούμενο άπαξ εβδομαδιαίως για την αντιμετώπιση του διαβήτη.

Διεξήχθη μια ανοιχτή, treat-to-target μελέτη φάσης 3α, διάρκειας 78 εβδομάδων (συμπεριλαμβανομένης μιας κύριας φάσης 52 εβδομάδων και μιας φάσης παράτασης 26 εβδομάδων, όπως επίσης και μιας περιόδου παρακολούθησης 5 εβδομάδων) στην οποία συμμετείχαν ενήλικες ασθενείς με ΣΔ2 (Hba1c: 7-11%) οι οποίοι δεν είχαν λάβει στο παρελθόν ινσουλίνη. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν είτε ισνουλίνη icodec άπαξ εβδομαδιαίως είτε ημερήσια γλαργινική U100. Το πρωγογενές καταλητικό σημείο ήταν η μεταβολή στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη από την έναρξη ως την εβδομάδα 52, ενώ το επιβεβαιωτικό δευτερογενές καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό χρόνου σε τιμές γλυκόζης 70-180 mg/dl τις εβδομάδες 48 ως 52.

Σε κάθε ομάδα εντάχθηκαν 492 ασθενείς. Τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη ήταν παρόμοια και στις 2 ομάδες. Η μέση μείωση στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη στις 52 εβδομάδες με την icodec ήταν μεγαλύτερη συγκριτικά με τη γλαργινική U100 (άπό 8.50% σε 6.93% με την icodec [μέση μείωση, −1.55%] και από 8.44% σε 7.12% με τη γλαργίνη U100 [μέση μείωση, −1.35%]). Η υπολογιζόμενη μεταξύ των ομάδων διαφορά (−0.19%; 95% [CI], −0.36 με −0.03) επιβεβαίωση τη μη-κατωτερότητα (P<0.001) και την ανωτερότητα (P=0.02) της icodec. Το ποσοστό χρόνου στο εύρος 70-180 mg/dl ήταν σημαντικά ανώτερο με την icodec έναντι της γλαργινικής U100 (71.9% vs. 66.9%; υπολογιζόμενη διαφορά μεταξύ των ομάδων, 4.27% [95% CI, 1.92-6.62]; P<0.001), το οποίο επιβεβαίωσε την ανωτερότητα. Κλινικά σημαντική ή σοβαρή υπογλυκαιμία παρατηρήθηκε σε βαθμό 0.30 συμβάματα/ανθρωποέτος στην ομάδα της icodec και 0.16 συμβάματα/ανθρωποέτος στην ομάδα της γλαργινικής U100 στην εβδομάδα 52 (RR:1.64, 95% CI, 0.98-2.75) και ακριβώς η ίδια επίπτωση παρατηρήθηκε στην εβδομάδα 83 (RR: 1.63, 95% CI, 1.02-2.61). Δε διαπιστώθηκαν νέα ζητήματα ασφάλειας, και η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν ίδια μεταξύ των 2 ομάδων.

Συμπερασματικά, ο γλυκαιμικός έλεγχος ήταν σημαντικά ανώτερος με την εβδομαδιαία icodec έναντι της ημερήσιας γλαργινικής U100.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

Ο τριπλός ορμονικός αγωνιστής ρετατρουτίδη στην παχυσαρκία – Μια μελέτη φάσης 2

Jastreboff AM, Kaplan LM, Frías JP, et al. Triple-Hormone-Receptor Agonist Retatrutide for Obesity – A Phase 2 Trial. N Engl J Med. 2023;389(6):514-526. doi:10.1056/NEJMoa2301972

 

Η ρετατρουτίδη (LY3437943) είναι ένας αγωνιστής των υποδοχέων GIP, GLP-1 και γλυκαγόνης. Η δοσοεξαρτώμενη δράση της, οι ανεπιθύμητες ενέργειες, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά της για τη θεραπεία της παχυσαρκίας δεν είναι γνωστά.

Σε αυτή τη φάσης 2, διπλή τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη συμμετείχαν ασθενείς με δείκτη μάζας σώματος (BMI) 30 ή περισσότερο ή ασθενείς με ΒΜΙ 27-30 και μία σχετιζόμενη με το βάρος συννοσηρότητα. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1:1:1:1:2:2για να λάβουν υποδόρια ρετατρουτίδη (1 mg, 4 mg [αρχική δόση, 2 mg], 4 mg [αρχική δόση, 4 mg], 8 mg [αρχική δόση, 2 mg], 8 mg [αρχική δόση, 4 mg], or 12 mg [αρχική δόση, 2 mg]) ή εικονικό φάρμακο για 48 εβδομάδες. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν η ποσοστιαία μεταβολή του βάρους σώματος από την έναρξη μέχρι τις 24 εβδομάδες. Τα δευτερογενή καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν την ποσοστιαία μεταβολή του βάρους σώματος από την έναρξη μέχρι τις 48 εβδομάδες και τη μείωση κατά 5% ή περισσότερο, 10% ή περισσότερο, ή 15% ή περισσότερο. Αξιολογήθηκε επίσης η ασφάλεια.

Στρατολογήθηκαν 338 ενήλικες, 51.8% εκ των οποίων άνδρες. Η μέση μεταβολή στο σωματικό βάρος στις 24 εβδομάδες στην ομάδα της ρετατρουτίδης ήταν -7.2% στη δόση του 1 mg, -12.9% στη δόση των 4 mg, -17.3% στη δόση των 8 mg, και -17.5% στη δόση των 12 mg, συγκριτικά με -1.6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στις 48 εβδομάδες, η μέση μεταβολή στο σωματικό βάρος στην ομάδα της τετατρουτίδης ήταν -8.7% στη δόση του 1 mg, -17.1% στη δόση των 4 mg, -22.8% στη δόση των 8 mg, και -24.2% στη δόση των 12 mg, συγκριτικά με -2.1% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στις 48 εβδομάδες, μείωση βάρους 5% ή περισσότερο, 10% ή περισσότερο, και 15% ή περισσότερο παρατηρήθηκε στο 92%, 75% και 60%,αντιστοίχως, στους ασθενείς που έλαβαν 4 mg ρετατρουτίδης, 100%, 91% και 75% στους ασθενείς που έλαβαν 8 mg, 100%, 93% και 83% στους ασθενείς που έλαβαν 12 mg, και 27%, 9% και 2% σε όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι πιο κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες στην ομάδα της ρετατρουτίδης ήταν γαστρεντερικές, δοσοεξαρτώμενες, ήπιας προς μέτριας βαρύτητας, και αμβλύνθηκαν εν μέρει με χαμηλότερη δόση έναρξης (2 mg vs. 4 mg). Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις του καρδιακού ρυθμού κορυφώθηκαν στις 24 εβδομάδες και μειώθηκαν έπειτα.

Συμπερασματικά, σε ενήλικες με παχυσαρκία, η θεραπεία με ρετατρουτίδη για 48 εβδομάδες οδήγησε σε σημαντικές μειώσεις στο σωματικό βάρος.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

Plant-Based Διατροφή και Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2

Ντοά Ευαγγελία1, Παπαμιχάλη Ισιδώρα1, Σημαντηράκη Μαρία1

1Τμήμα Διατροφής, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) αποτελεί μία παγκόσμια επιδημία, η οποία κατά κύριο λόγο οφείλεται στα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας. Ο επιπολασμός του διαβήτη έχει ανέλθει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες λόγω αλλαγών στην διατροφική συμπεριφορά των ανθρώπων. Συγκεκριμένα, η μειωμένη κατανάλωση λαχανικών, φρούτων και οσπρίων, σε συνδυασμό με την αυξημένη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, προϊόντων ζωικής προέλευσης και ζαχαρούχων ποτών, φαίνεται να αποτελούν τα βασικότερα αίτια της ραγδαίας αύξησης των περιστατικών ΣΔτ2 διεθνώς.

Την τελευταία δεκαετία, οι «plant-based» δίαιτες έχουν συσχετιστεί με πολλαπλά οφέλη για την υγεία, όπως είναι η βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης, της δυσλιπιδαιμίας, της υπέρτασης και της παχυσαρκίας. Αυτά οφείλονται στην υψηλή πρόσληψη φρούτων και λαχανικών, διαιτητικών ινών, αντιοξειδωτικών και φυτοχημικών, στην χαμηλή κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών και στην υψηλή πρόσληψη φυτικής πρωτεΐνης.

Όσον αφορά την πρόληψη και αντιμετώπιση του ΣΔτ2, η φυτική διατροφή έχει συσχετιστεί με χαμηλότερο επιπολασμό ΣΔτ2, σε σύγκριση με μη χορτοφαγικές δίαιτες, κυρίως λόγω της αποτελεσματικής διαχείρισης του σωματικού βάρους καθώς χαρακτηρίζεται από μειωμένη θερμιδική πυκνότητα και πρόσληψη χοληστερόλης. Σε μια μελέτη του Χάρβαρντ με περισσότερους από 200.000 συμμετέχοντες, 16.162 άτομα ανέπτυξαν διαβήτη κατά την διάρκεια της παρακολούθησης. Αναφέρθηκε ότι όταν οι συμμετέχοντες υιοθέτησαν ένα φυτικό διατροφικό πρόγραμμα, με βάση τα δημητριακά ολικής άλεσης, τα φρούτα και τα λαχανικά, χαμηλό σε επεξεργασμένα δημητριακά, ζαχαρούχα ποτά και κρέας, ο κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη μειώθηκε κατά 34%.

Επιπρόσθετα, σε μια πρόσφατη μετα-ανάλυση φάνηκε ότι ο κίνδυνος για ΣΔτ2 μειώθηκε έως και 81% έπειτα από υψηλή κατανάλωση φυτικών τροφίμων και ταυτόχρονη αποφυγή τροφίμων ζωικής προέλευσης και επεξεργασμένων τροφίμων. Η κατανάλωση κρέατος αποδεδειγμένα αυξάνει τον κίνδυνο διαβήτη. Σε μία άλλη έρευνα παρατηρήθηκε ότι η κατανάλωση ζωικής πρωτεϊνης οδήγησε σε υψηλότερη επίπτωση του ΣΔτ2. Οι ερευνητές διαπίστωσαν, επίσης, ότι η αντικατάσταση του 5% της ενεργειακής πρόσληψης με φυτικές πρωτεΐνες σχετίζεται με  μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔτ2 κατά 23%.

Στοιχεία από μελέτες παρατήρησης και μελέτες παρέμβασης αναδεικνύουν τα οφέλη της φυτικής διατροφής και στην αντιμετώπιση των βασικών μακροαγγειακών και μικροαγγειακών επιπλοκών του ΣΔτ2. Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, αύξηση της κατανάλωσης φυτικών πρωτεΐνών συσχετίζεται με μείωση του κινδύνου για θνησιμότητα. Ακόμη, η plant-based διατροφή έχει ευεργετική επίδραση στην νευροπάθεια σε διαβητικά άτομα. Η επίδραση μιας φυτικής διατροφής στη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια δεν έχει μελετηθεί ακόμα διεξοδικά.

Ωστόσο, φαίνεται να είναι αποτελεσματική στον έλεγχο των παραγόντων κινδύνου εμφάνισης αμφιβληστροειδοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της γλυκαιμίας, της αρτηριακής πίεσης και των λιπιδίων.

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα είναι μία από τις κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως σε ασθενείς με ΣΔτ2. Μελέτες έχουν δείξει ότι μια χορτοφαγική δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά μπορεί να μειώσει δραστικά την ολική χοληστερόλη και την LDL χοληστερόλη μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων. Από μελέτη που διεξήχθη, το 89% των προσκολλημένων ασθενών σε μια δίαιτα με βάση φυτά (χωρίς κρέας, πουλερικά, ψάρια κτλ), το ποσοστό καρδιαγγειακών συμβάντων ήταν ασυνήθιστα χαμηλό: 0,6% έναντι του 62% μεταξύ της ομάδας των μη συμμορφούμενων ασθενών.

Συμπερασματικά, ο ΣΔτ2 αποτελεί μία παγκόσμια επιδημία και ο επιπολασμός του έχει ανέλθει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες εξαιτίας των διαφόρων αλλαγών στην διατροφική συμπεριφορά των ανθρώπων. Τα τελευταία χρόνια, ένας πολλά υποσχόμενος τρόπος διατροφικής διαχείρισης και αντιμετώπισης του ΣΔτ2 είναι η plant-based διατροφή. Αυτή έχει συσχετιστεί με μειωμένα ποσοστά παχυσαρκίας, υπέρτασης, υπεριλιπιδαιμίας, καρδιαγγειακών νοσημάτων και καρκίνου. Τέλος, δεδομένα υποστηρίζουν ότι η φυτική διατροφή συμβάλλει στη βελτίωση της ινσουλινοαντίστασης και στην μείωση των βασικών μακροαγγειακών και μικροαγγειακών επιπλοκών του ΣΔτ2. Συνεπώς, από τα παραπάνω γίνεται κατανοητή η σημαντική επίδραση της φυτικής διατροφής στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του ΣΔτ2 και των συννοσηροτήτων του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adeva-Andany MM, González-Lucán M, Fernández-Fernández C, Carneiro-Freire N, Seco-Filgueira M, Pedre-Piñeiro AM. Effect of diet composition on insulin sensitivity in humans. Clin Nutr ESPEN. 2019 Oct;33:29-38. doi: 10.1016/j.clnesp.2019.05.014. Epub 2019 Jun 6. PMID: 31451269.

Ivanova S, Delattre C, Karcheva-Bahchevanska D, Benbasat N, Nalbantova V, Ivanov K. Plant-Based Diet as a Strategy for Weight Control. Foods. 2021 Dec 8;10(12):3052. doi: 10.3390/foods10123052. PMID: 34945602; PMCID: PMC8701327.

Jardine MA, Kahleova H, Levin SM, Ali Z, Trapp CB, Barnard ND. Perspective: Plant-Based Eating Pattern for Type 2 Diabetes Prevention and Treatment: Efficacy, Mechanisms, and Practical Considerations. Adv Nutr. 2021 Dec 1;12(6):2045-2055. doi: 10.1093/advances/nmab063. PMID: 34113961; PMCID: PMC8634508.

Kahleova, H., Hill, M., & Pelikánova, T. (2014). Vegetarian vs. conventional diabetic diet – A 1-year follow-up. Cor et Vasa, 56(2), e140–e144. doi:10.1016/j.crvasa.2013.12.004

Kashyap, A., Mackay, A., Carter, B., Fyfe, C. L., Johnstone, A. M., & Myint, P. K. (2022). Investigating the Effectiveness of Very Low-Calorie Diets and Low-Fat Vegan Diets on Weight and Glycemic Markers in Type 2 Diabetes Mellitus: A Systematic Review and Meta-Analysis. Nutrients14(22), 4870. https://doi.org/10.3390/nu14224870

Lee Y, Park K. Adherence to a Vegetarian Diet and Diabetes Risk: A Systematic Review and Meta-Analysis of Observational Studies. Nutrients. 2017; 9(6):603. https://doi.org/10.3390/nu9060603

McMacken M, Shah S. A plant-based diet for the prevention and treatment of type 2 diabetes. J Geriatr Cardiol. 2017 May;14(5):342-354. doi: 10.11909/j.issn.1671-5411.2017.05.009. PMID: 28630614; PMCID: PMC5466941.

Olfert MD, Wattick RA. Vegetarian Diets and the Risk of Diabetes. Curr Diab Rep. 2018 Sep 18;18(11):101. doi: 10.1007/s11892-018-1070-9. PMID: 30229314; PMCID: PMC6153574.

Qian, F., Liu, G., Hu, F. B., Bhupathiraju, S. N., & Sun, Q. (2019). Association Between Plant-Based Dietary Patterns and Risk of Type 2 Diabetes: A Systematic Review and Meta-analysis. JAMA internal medicine179(10), 1335–1344. https://doi.org/10.1001/jamainternmed.2019.2195

Eπίπτωση, σοβαρότητα και εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στους νέους κατά τη διάρκεια του πρώτου και δεύτερου έτους της πανδημίας Covid-19

Sabitha Sasidharan Pillai et al. Diabetes Care 2023;46:953–958

 

ΣΚΟΠΟΣ

Η περιγραφή της επίδρασης της πανδημίας Covid-19 στην επίπτωση και εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στα παιδιά.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

Αναδρομική ανασκόπηση του ιατρικού μητρώου των νέων με νεοεμφανιζόμενο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 για σύγκριση της περιόδου πριν την πανδημία (1 Ιανουαρίου 2017-29 Φεβρουαρίου 2020) με το πρώτο (1 Μαρτίου 2020-31 Δεκεμβρίου 2020) και δεύτερο έτος (1 Iανουαρίου 2021-31 Δεκεμβρίου 2021) της πανδημίας.

AΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η ετήσια επίπτωση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 σχεδόν τριπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενώ παρατηρήθηκε 61% αύξηση το δεύτερο έναντι του πρώτου έτους μετά την πανδημία. Ο ΔΜΣ αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας (129% στο 95ο εκατοστημόριο έναντι 141%, p = 0,02). Kατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της πανδημίας, οι ασθενείς ήταν νεότεροι (12,9 έτη έναντι 14,8, p<0,001) και διαπιστώθηκε υψηλότερη επίπτωση διαβητικής κετοξέωσης και/ή υπεργλυκαιμικού υπερωσμωτικού συνδρόμου (20% έναντι 3,5%, P = 0, 02), συγκριτικά με την περίοδο πριν την πανδημία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να γνωρίζουν την αύξηση της επίπτωσης του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στις νεαρές ηλικίες, προκειμένου να γίνει έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

 

 

Η τιρζεπατίδη μειώνει την όρεξη, την πρόσληψη ενέργειας και τη λιπώδη μάζα σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Tim Heise et al. Diabetes Care 2023;46:998–1004

 

ΣΚΟΠΟΣ

H εκτίμηση της επίδρασης της τιρζεπατίδης στη σωματική σύνθεση και την πρόσληψη ενέργειας προκειμένου να διαπιστωθούν πιθανοί μιχανισμοί, μέσω των οποίων η τιρζεπατίδη οδηγεί στην απώλεια βάρους.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

Σε μία δευτερεύουσα ανάλυση μίας τυχαιοποιημένης, διπλά-τυφλής, παράλληλων ομάδων μελέτης, εκτιμήθηκε η επίδραση της τιρζεπατίδης σε δόση 15 mg (Ν=45), της σεμαγλουτίδης σε δόση 1 mg (Ν=44) και του εικονικού φαρμάκου (Ν=28) στο σωματικό βάρος και τη σύνθεση, την πρόσληψη ενέργειας και την όρεξη, στο baseline και την εβδομάδα 28.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

H τιρζεπατίδη οδήγησε σε στατιστικά σημαντική μείωση του σωματικού βάρους συγκριτικά με τη σεμαγλουτίδη και το εικονικό φάρμακο, οδηγώντας σε μεγαλύτερη μείωση της λιπώδους μάζας. Η τιρζεπατίδη και η σεμαγλουτίδη οδήγησαν σε στατιστικά σημαντική μείωση της όρεξης έναντι του εικονικού φαρμάκου. Δεν υπήρχε διαφορά στη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης μεταξύ της τιρζεπατίδης και της σεμαγλουτίδης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η μεγαλύτερη απώλεια βάρους, που παρατηρήθηκε με την τιρζεπατίδη δε φαίνεται να οφείλεται σε διαφορά στη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης κατά τη διάρκεια ενός προαιρετικού γεύματος. Απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, προκειμένου να εκτιμηθούν μηχανιστικές διαφορές σχετικές με την επίδραση της τιρζεπατίδης στην 24ωρη πρόσληψη ενέργειας, τη χρήση υποστρωμάτων και την ενεργειακή δαπάνη.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Η εβδομαδιαία βασική ινσουλίνη Fc οδήγησε σε παρόμοιο γλυκαιμικό έλεγχο και συγκρίσιμο προφίλ ασφάλειας με την ινσουλίνη Degludec σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1

Christof  M. Kazda et al. Diabetes Care 2023;46:1052–1059

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η βασική ινσουλίνη Fc ((BIF; insulin efsitora alfa; LY3209590) είναι μία πρωτεῒνη σύντηξης, που συνδυάζει ένα νέο ανάλογο ινσουλίνης με μονή αλυσίδα και το τμήμα Fc της ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης IgG και έχει σχεδιαστεί για εβδομαδιαία χορήγηση. Στη συγκεκριμένη μελέτη φάσης 2 εκτιμήθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ινσουλίνης BIF έναντι της ινσουλίνης Degludec σε 265 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1), που αντιμετωπίζονταν με σχήμα πολλαπλών ενέσεων.

 

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ

Πρόκειται για μία τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων, ανοιχτή μελέτη, στην οποία τυχαιοποιηθήκαν ασθενείς με ΣΔ1 έτσι ώστε να λάβουν είτε ινσουλίνη ΒΙF μία φορά την εβδομάδα, είτε ινσουλίνη Degludec 1 φορά ημερησίως για 26 εβδομάδες. Και στις δύο ομάδες γινόταν τιτλοποίηση της βασικής ινσουλίνης με στόχο γλυκόζη νηστείας 80-100 mg/dL. To πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από το baseline έως την 26η εβδομάδα (περιθώριο μη-κατωτερότητας 0,4%). Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν το ποσοστό του χρόνου εντός εύρους στόχου (TIR) (70-180 mg/dL), τα επίπεδα της γλυκόζης νηστείας από το σύστημα συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης (ΣΚΓ) και η συχνότητα των υπογλυκαιμιών.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Διαπιστώθηκε η μη-κατωτερότητα της ινσουλίνης BIF έναντι της ινσουλίνης Degludec, όσον αφορά τη μεταβολή της HbA1c από το baseline με στατιστικά σημαντική διαφορά της θεραπείας 0,17%, υπέρ της ινσουλίνης Degludec (90% CI 0,01, 0,32; p = 0,07). O χρόνος εντός εύρους στόχου (TIR) ήταν παρόμοιος μεταξύ των ασθενών, που έλαβαν την ινσουλίνη BIF (56,1%) και αυτών, που έλαβαν την ινσουλίνη Degludec (58,9%, p=0,112) την 26η εβδομάδα. Οι τιμές της γλυκόζης νηστείας ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερες στους ασθενείς, που έλαβαν την ινσουλίνη BIF (158,8 mg/dL) έναντι αυτών, που έλαβαν την ινσουλίνη Degludec (143,2 mg/dL; P = 0,003). Δε διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στη συχνότητα των υπογλυκαιμιών επιπέδου 1 (p = 0,960) και 2 (p = 0,517) από το σύστημα ΣΚΓ μεταξύ των δύο ομάδων, κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η εμφάνιση σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων της ινσουλίνης BIF και της ινσουλίνης Degludec.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Διαπιστώθηκε η μη-κατωτερότητα της εβδομαδιαίας βασικής ινσουλίνης BIF έναντι της ημερήσιας βασικής ινσουλίνης Degludec, όσον αφορά τον γλυκαιμικό έλεγχο (διαφορά στη θεραπεία 0,17% υπέρ της ινσουλίνης Degludec). Δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων στις υπογλυκαιμίες ή σε άλλα ευρήματα ασφάλειας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

 

Επιμέλεια: Eλευθερία Παπαχριστοφόρου

 

Αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης λοιμώξεων σε άτομα με Προδιαβήτη και Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 διαφορετικών φυλετικών ομάδων: Μία αντιστοιχισμένη μελέτη κοόρτης

Ian M. Carey et al. Evaluating Ethnic Variations in the Risk of Infections in People With Prediabetes and Type 2 Diabetes: A Matched Cohort Study. Diabetes Care 2023;46(6):1209-1217.

 https://doi.org/10.2337/dc22-2394

 

Τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης λοιμώξεων. Παραταύτα παραμένει αρχικά άγνωστο το κατά πόσο ο κίνδυνος αυτός ποικίλει ανάμεσα σε άτομα με ΣΔΤ2  διαφορετικών φυλετικών ομάδων και κατά δεύτερον αν ο κίνδυνος αυτός είναι παρόμοιος στα άτομα με Προδιαβήτη.

Στη μελέτη αυτή χρησιμοποιήθηκε η Αγγλική ηλεκτρονική βάση δεδομένων Clinical Practice Research Datalink  και περιέλαβε όλους τους ασθενείς ηλικίας 18-90 ετών εν ζωή την 01/01/2015 που φαίνονταν ενεργά εγγεγραμμένοι για ένα τουλάχιστον έτος σε μονάδες πρωτοβάθμιας υγείας. Ο πληθυσμός που πληρούσε τα παραπάνω κριτήρια ήταν 8.722.348 από 1447 μονάδες πρωτοβάθμιας υγείας και κατατάχθηκε σε τέσσερις ομάδες με βάση τη φυλετική προέλευση ( Ασιατική φυλή, Μαύρη φυλή, Μιγάδες, Λευκή φυλή, άγνωστης φυλετικής ομάδας) Στη μελέτη εντάχθηκαν 527.151 άτομα με ΣΔΤ2 και 273.216 άτομα με Προδιαβήτη. Για κάθε εθελοντή γίνονταν αντιστοίχιση ως προς την ηλικία, το φύλο και την φυλετική ομάδα με δύο άτομα χωρίς ιστορικό ΣΔΤ2 ή Προδιαβήτη. Έγινε καταγραφή ιστορικού λοιμώξεων για το χρονικό διάστημα 2015-2019 με βάση τη συνταγογράφιση αντιβιωτικών, αντιμυκητιασικών και αντιικών φαρμάκων ή νοσηλείας σε νοσοκομεία. Επίσης καταγράφηκε το ιστορικό καπνίσματος, ο Δείκτης Μάζας Σώματος  (ΒΜΙ) και η παρουσία 12 χρόνιων συννοσηροτήτων: Κολπική Μαρμαρυγή, Κακοήθεια, Χρόνια Νεφρική Νόσος, Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, Στεφανιαία Νόσος, Άνοια, Επιληψία, Καρδιακή Ανεπάρκεια, Υπέρταση, Περφερική Αγγειακή Νόσος, Σοβαρή Ψυχική Νόσος κι Εγκεφαλικό.

Το 70% των εθελοντών ήταν Λευκοί και το 10% Ασιάτες. Τον μεγαλύτερο επιπολασμό όσον αφορά τον ΣΔΤ2 (11.1%) και τον Προδιαβήτη (5.5%) εμφάνιζαν οι Ασιάτες με εντυπωσιακή διαφορά στις νεότερες ηλικίες σε σύγκριση με τις άλλες φυλετικές ομάδες. Η πλειοψηφία των ατόμων με Προδιαβήτη σε όλες τις φυλετικές ομάδες ήταν γυναίκες ενώ με εγκατεστημένο ΣΔΤ2 άνδρες με εξαίρεση τη μαύρη φυλή. Ο μέσος όρος ηλικίας εμφάνισης ΣΔΤ2 και Προδιαβήτη στους Λευκούς ήταν τα 67 έτη, ενώ για τις υπόλοιπες φυλετικές ομάδες ο μέσος όρος ηλικίας ήταν 10-13 λιγότερα για Προδιαβήτη, 5-7 χρόνια λιγότερα για ΣΔΤ2, παρουσίαζαν λιγότερες συννοσηρότητες και ζούσαν σε υποβαθμισμένες κοινωνικο οικονομικά περιοχές. Τα άτομα της μαύρης φυλής με Προδιαβήτη είχαν σε ποσοστό 48.3% ΒΜΙ > 30 kg/m2, ενώ τα άτομα της λευκής φυλής με ΣΔΤ2 είχαν σε ποσοστό 54.3% ΒΜΙ >30 kg/m2. Επίσης ανεξαρτήτως φυλετικής ομάδας η μελέτη ανέδειξε ότι τα άτομα με ΣΔΤ2 και Προδιαβήτη ήταν παχύσαρκα, ήταν καπνιστές, παρουσίαζαν συνοσσηρότητες και ζούσαν σε υποβαθμισμένες κοινωνικο οικονομικά περιοχές σε σχέση με άτομα με ελεύθερο ιστορικό ΣΔΤ2 ή Προδιαβήτη.

Τα άτομα με ΣΔΤ2 παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων τόσο στην κοινότητα ( IRR 1.51, 95% CI 1.51-1.52) όσο και σε επίπεδο νοσοκομειακής νοσηλείας ( IRR 1.91,  95% CI 1.90-1.93). Το συμπέρασμα αυτό αφορούσε όλες τις φυλετικές ομάδες με τις νεαρότερες ηλικίες των λευκών με ΣΔΤ2  (ηλικία <50 έτη) να παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Η μελέτη ανέδειξε πολλαπλούς συσχετισμούς μεταξύ των φυλετικών ομάδων των ατόμων με ΣΔΤ2 με κοινωνικές παραμέτρους, συνήθειες και συννοσηρότητες όμως το IRR παρέμεινε το ίδιο για κάθε φυλετική ομάδα σε σχέση με άτομα με ελεύθερο ιστορικό ΣΔΤ2.Τέλος όσον αφορά τα άτομα με Προδιαβήτη, η μελέτη ανέδειξε σημαντικό αλλά μικρότερο κίνδυνο λοιμώξεων σε επίπεδο κοινότητας (IRR 1.35, 95% CI 1.34-1.36) όσο και σε επίπεδο νοσηλείας (IRR 1.33, 95% CI 1.31-1.35) σε σχέση με τα άτομα με ΣΔΤ2. Τα αποτελέσματα αυτά ήταν παρόμοια όσον αφορά τις λοιμώξεις στην κοινότητα για όλες τις φυλετικές ομάδες ενώ όσον αφορά τον κίνδυνο νοσηλείας μόνο τα άτομα της μαύρης φυλής με Προδιαβήτη δεν παρουσίασαν στατιστικά σημαντική αύξηση του εν λόγω κινδύνου σε σύγκριση με άτομα της ίδιας φυλής χωρίς ιστορικό ΣΔΤ2 ή Προδιαβήτη.

Συμπερασματικά, ο αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων τόσο στα άτομα με ΣΔΤ2 και όσο και στα άτομα με Προδιαβήτη φαίνεται να είναι παρόμοιος ανεξαρτήτου φυλετικής προέλευσης, με τις λοιμώξεις να αποτελούν συχνή αιτία νοσηλείας του εν λόγω πληθυσμού με σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία δεδομένης της ενδημικής αύξησης τόσο του Προδιαβήτη όσο και του ΣΔΤ2.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

 

 

Επίπτωση του Βραδέως Εξελισσόμενου Αυτοάνοσου Σακχαρώδη Διαβήτη  (LADA) και του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2) σε σχέση με τη χρήση καπνού και τη γενετική προδιάθεση στην εμφάνιση ΣΔΤ2 και των συναφών μεταβολικών χαρακτηριστικών: Δεδομένα από μία Σουηδική μελέτη ασθενών- μαρτύρων και της Νορβηγικής μελέτης HUNT

Jessica Edstorp et al. Incident of LADA and Type 2 Diabetes in Relation to Tobacco Use and Genetic Susceptibility to Type 2 Diabetes and Related Traits: Findings From a Swedish Case-Control Study and the Norwegian HUNT Study.Diabetes Care 2023;46(5):1028-1036.

https://doi.org/10.2337/dc22-2284

 

Το κάπνισμα και το Σουηδικό προιόν υγρού καπνού χωρίς καύση (snus) σχετίζονται με την εμφάνιση LADA και ΣΔΤ2. Ο σκοπός της παραπάνω μελέτης ήταν να δείξει εάν η γενετική προδιάθεση εμφάνισης ΣΔΤ2 , η αντίσταση στην ινσουλίνη (IR) κι η έκκριση ινσουλίνης (IS) όπως εκφράζονται μέσω συγκεκριμένων γενετικών συστημάτων βαθμονόμησης ενισχύουν αυτούς τους συσχετισμούς.

Στη μελέτη αυτή χρησιμοποιήθηκαν βάσεις δεδομένων από μία Σουηδική μελέτη (ESTRID Study) και μία Νορβηγική αντίστοιχα (HUNT Study). Συγκεκριμένα στη μελέτη εντάχθηκαν 839 άτομα με LADA, 5771 άτομα με ΣΔΤ2 και 3068 άτομα ως μάρτυρες εξομοίωσης. Τα άτομα με LADA  σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη ήταν ≥ 35 ετών, είχαν θετικά αντιπαγκρεατιδικά αντισώματα (GADA positive ≥ 10U/mL) κι επίπεδα C πεπτιδίου ≥ 0.20 nmol/L (IMMULITE 2000; Siemens Healthcare Diagnostics Product Ltd., Llanberis, U.K.)  ή ≥ 0.30 nmol/L (Cobas e601; Roche Diagnostics, Mannheim, Germany). Τα άτομα με ΣΔΤ2 ήταν εξίσου ≥35 ετών, GADA αρνητικά, με  επίπεδα C-πεπτίδιου >0.60 nmol/L (IMMULITE) ή >0.72 nmol/L (Cobas). Έγινε καταγραφή τόσο του καπνίσματος όσο και της χρήσης   snus ή κλασσικού καπνού ως προς τη διάρκεια (οι εθελοντές σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη έπρεπε να κάνουν χρήση οποιασδήποτε μορφής καπνού τουλάχιστον ένα χρόνο πριν την ένταξη στη μελέτη) και χαρακτηρίστηκε ως σοβαρή χρήση καπνού ή snus η ≥15 pack-/box-years. Ως ένα pack/box-year ορίστηκαν τα 20 τσιγάρα ή τα 7 κουτιά snus εβδομαδιαία το χρόνο. Τέλος δεδομένου ότι η γονιδιακή έκφραση του ΣΔΤ2 παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια, χρησιμοποιήθηκαν γενετικά συστήματα βαθμονόμησης (GRS-Genetic Risk Score, ΣΔΤ2-GRS, IR-GRS, IS-GRS) κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2 συνδυάζοντας πολλαπλούς γενετικούς πολυμορφισμούς (64 πολυμορφισμούς μονονουκλεοτιδίων- SNPs για ΣΔΤ2, 16 SNPs για έκκριση ινσουλίνης και 5 SNPs για αντίσταση στην ινσουλίνη).

Η μελέτη ανέδειξε ότι τα άτομα με LADA είχαν μικρότερη αντίσταση στην ινσουλίνη, ελαττωμένη λειτουργικότητα των β-κυττάρων του παγκρέατος και μειωμένα επίπεδα  C-πεπτιδίου σε σχέση με τα άτομα με ΣΔΤ2. Επίσης παρουσίαζαν υψηλούς τίτλους HLA αντιγόνων και στη θεραπεία τους συμπεραλαμβάνονταν ινσουλίνη.

Ο σχετικός κίνδυνος εμφάνισης LADA ήταν αυξημένος σε βαρείς καπνιστές με υψηλές τιμές IR-GRS (≥15 pack-years; RR 2.01 [CI 1.30, 3.10]) και βαρείς χρήστες καπνού οποιασδήποτε μορφής (≥15 box/pack-years; RR 2.59 [CI 1.54, 4.35]) σε σχέση με άτομα με χαμηλές τιμές IR-GRS που δεν ήταν βαρείς καπνιστές με επιπρόσθετη αλληλεπίδραση AP 0.67 [CI 0.46, 0.89] έναντι AP 0.52 [CI 0.21, 0.83]) και πολλαπλάσια αλληλεπίδραση P = 0.003 έναντι P = 0.034. Στους βαρείς καπνιστές επίσης παρατηρήθηκε επιπρόσθετη αλληλεπίδραση μεταξύ ΣΔΤ2-GRS και καπνίσματος είτε snus είτε κλασσικού καπνού. Επίσης ο κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2  σχετιζόμενος με τη χρήση κλασσικού καπνού δεν διέφερε στα τρία χρησιμοποιούμενα γενετικά συστήματα βαθμονόμησης της μελέτης (ΣΔΤ2-GRS, IR-GRS, IS-GRS).

Συμπερασματικά , η χρήση καπνού μπορεί να επιφέρει αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης LADA σε άτομα με γενετική προδιάθεση εμφάνισης ΣΔΤ2 και αντίστασης στην ινσουλίνη ενώ αντιθέτως η όποια γενετική προδιάθεση  εμφάνισης ΣΔΤ2 δεν φαίνεται να επηρεάζει την αυξημένη επίπτωση ΣΔΤ2 σχετιζόμενου με τη χρήση καπνού.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

Τεκμηριωμένες Ευρωπαϊκές συστάσεις για τη διαχείριση της διατροφής στο σακχαρώδη διαβήτη

Diabetes and Nutrition Study Group (DNSG) of the European Association for the Study of Diabetes (EASD). Evidence-based European recommendations for the dietary management of diabetes. Diabetologia. 2023 Apr 17. doi: 10.1007/s00125-023-05894-8. Epub ahead of print. PMID: 37069434.

 

Τον Απρίλιο του 2023 δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Diabetologia οι Ευρωπαϊκές συστάσεις για τη διατροφή στο σακχαρώδη διαβήτη από την Ομάδα Εργασίας Διαβήτη και Διατροφής (Diabetes and Nutrition Study Group, DNSG) της Ευρωπαϊκής Εταιρείας για τη Μελέτη του Διαβήτη (European Association for the Study of Diabetes, EASD).

Η διαχείριση του διαβήτη, που συμπεριλαμβάνει την πρόληψη και την αντιμετώπιση του, βασίζεται σε τεκμηριωμένες συστάσεις. Εκτός από τους άλλους ακρογωνιαίους λίθους της διαχείρισης του διαβήτη, οι διατροφικές συστάσεις έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τη γλυκαιμική ρύθμιση, να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των ατόμων με διαβήτη. Η ομάδα Εργασίας Διαβήτη και Διατροφής ανανέωσε τις συστάσεις που είχαν δημοσιευθεί το 2004 σχετικά με τη διατροφική διαχείριση των ατόμων με διαβήτη με σκοπό την παροχή στους επαγγελματίες υγείας τεκμηριωμένων κατευθυντήριων οδηγιών.

Για να γίνει αυτή η ενημέρωση των συστάσεων, νέες συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν σε σημαντικά θέματα με σκοπό την διεύρυνση των υπαρχόντων δεδομένων. Οι κατευθυντήριες οδηγίες χρησιμοποίησαν ως βάση τις προηγούμενες οδηγίες που διευρύνθηκαν και συμπεριλαμβάνουν συστάσεις σχετικά με τα διατροφικά πρότυπα, τα επεξεργασμένα τρόφιμα, την υποστήριξη των ασθενών και την ύφεση του διαβήτη τύπου 2. Για τον προσδιορισμό της βαρύτητας των συστάσεων που προκύπτουν από τις συστηματικές ανασκοπήσεις, χρησιμοποιήθηκε η βαθμολογία Συστάσεων, Αξιολόγησης, Προσέγγισης, Ανάπτυξης και Εκτίμησης (Grading of Recommendations, Assessment, Development and Evaluations, GRADE).

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η κατανάλωση τροφίμων και η υιοθέτηση διαιτητικών μοτίβων είναι σημαντικά για τη διαχείριση του διαβήτη. Οι βασικές συστάσεις για τα άτομα με διαβήτη είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοιες με αυτές του γενικού πληθυσμού. Σημαντικά μηνύματα είναι η κατανάλωση ελάχιστα επεξεργασμένων φυτικών τροφών, όπως τα δημητριακά ολικής αλέσεως, φρούτων και λαχανικών, οσπρίων και ξηρών καρπών. Συνίσταται να ελαχιστοποιείται η κατανάλωση κόκκινου ή επεξεργασμένου κρέατος, νατρίου, αναψυκτικών με ζάχαρη και επεξεργασμένων δημητριακών. Οι επικαιροποιημένες συστάσεις αντικατοπτρίζουν τα νεότερα δεδομένα και εάν υιοθετηθούν θα βελτιώσουν την υγεία των ατόμων με διαβήτη.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Ο κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 στα παιδιά δεν αυξάνεται μετά από λοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2: Μια εθνική προοπτική μελέτη στη Δανία

Noorzae R, Junker TG, Hviid AP, Wohlfahrt J, Olsen SF. Risk of Type 1 Diabetes in Children Is Not Increased After SARS-CoV-2 Infection: A Nationwide Prospective Study in Denmark. Diabetes Care. 2023 Apr 14:dc222351. doi: 10.2337/dc22-2351. Epub ahead of print. PMID: 37058353.

 

Μία σειρά από επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η λοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2 στα παιδιά μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1). Στο περιοδικό Diabetes Care τον Απρίλιο του 2023 δημοσιεύθηκε μία προοπτική μελέτη από τη Δανία που είχε ως στόχο την αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ της λοίμωξης με τον ιό SARS-CoV-2 και την εμφάνιση ΣΔΤ1 στα παιδιά. Η Δανία είχε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά πραγματοποίησης τεστ για SARS-CoV-2 κατά τη διάρκεια της COVID-19 πανδημίας (90% των παιδιών είχαν υποβληθεί σε τεστ για SARS-CoV-2). Το θέμα είναι σημαντικό γιατί μία συσχέτιση θα υποστήριζε την πιθανή ιογενή αιτιολογία του ΣΔΤ1 και επίσης θα αυξάνονταν οι ανησυχίες σχετικά με τις σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες της λοίμωξης COVID-19.

Η μελέτη ήταν εθνική και βασίστηκε σε μητρώα που περιλάμβανε όλους τους κάτοικους Δανίας ηλικίας από 0 έως 17 ετών από την 1η Μαρτίου 2020 έως την 25η Αυγούστου 2022 που είχαν υποβληθεί σε τουλάχιστον ένα τεστ για τον ιό SARS-CoV-2. Τα τεστ για SARS-CoV-2 (θετικά και αρνητικά) αναγνωρίστηκαν από το Εθνικό σύστημα επιτήρησης για το SARS-CoV-2. Οι διαγνώσεις ΣΔΤ1 και διαβητικής κετοξέωσης ταυτοποιήθηκαν με τους κωδικούς ICD-10 (E10 και E101, αντίστοιχα) στο Εθνικό Μητρώο Ασθενών.

Συνολικά 1.115.716 παιδιά με (n = 1.593.937 ανθρωπο-έτη) υποβλήθηκαν σε τουλάχιστον ένα τεστ για SARS-CoV-2 κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Από αυτούς, 1.044.727 παιδιά με (n = 1.174.677 ανθρωπο-έτη) είχαν αρνητικό τεστ για SARS-CoV-2, ενώ 720.592 παιδιά με (n = 419.260 ανθρωπο-έτη) είχαν θετικό τεστ για SARS-CoV-2 σε κάποιο σημείο κατά την περίοδο παρακολούθησης. Μεταξύ των παιδιών που εξετάστηκαν, 613 διαγνώστηκαν με ΣΔΤ1 κατά τη διάρκεια 1.593.937 ανθρωπο-ετών, που αντιστοιχεί σε ένα ποσοστό επίπτωσης 38,5 ανά 100.000 ανθρωπο-έτη. Σε σύγκριση με τα παιδιά που είχαν ιστορικό μόνο αρνητικών τεστ για SARS-CoV-2, δεν παρατηρήθηκε υψηλότερος κίνδυνος για εμφάνιση ΣΔΤ1 σε παιδιά σε διάστημα 30 ημερών ή περισσότερο μετά από ένα θετικό τεστ για SARS-CoV-2 [Hazard ratio (95% CI): 0.85 (0.70–1.04)].

Συμπερασματικά, η προοπτική αυτή μελέτη στη Δανία ανέδειξε ότι η λοίμωξη SARS-CoV-2 δεν σχετίζεται με την εμφάνιση ΣΔΤ1 στα παιδιά.

 

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης