Σύγκριση της καρδιοαγγειακής και νεφρικής αποτελεσματικότητας των αναστολέων SGLT2 και των αγωνιστών GLP-1: Μία Σκανδιναβική μελέτη κοορτής

Peter Ueda MD, Viktor Wintzell PhD, Elisabeth Dahlqwist PhD,Björn Eliasson MD, Ann-Marie Svensson PhD, Stefan Franzén PhD, Soffia Gudbjörnsdottir MD, Kristian Hveem MD, Christian Jonasson PhD, Mads Melbye MD, Anders Hviid DrMedSci, Henrik Svanström PhD, Björn Pasternak MD, Diabetes Obes Metab. 2022; 24: 473-485

 

Σκοπός: Nα συγκριθεί η καρδιοαγγειακή και νεφρική αποτελεσματικότητα των αναστολέων SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 στην καθημερινή κλινική πρακτική.

 

Υλικό και μέθοδος: Πρόκειται για μία μελέτη κοορτής εθνικών μητρώων από τη Σουηδία, τη Δανία και τη Νορβηγία, στην οποία συμπεριλήφθηκαν 87525 νέοι χρήστες αναστολέων SGLT2 και 63921 νέοι χρήστες αγωνιστών GLP-1 και χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από το 2013 έως το 2018. Τα συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν τα μείζονα  καρδιοαγγειακά συμβάματα (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιοαγγειακός θάνατος), η καρδιακή ανεπάρκεια (νοσηλεία ή θάνατος λόγω καρδιακής ανεπάρκειας) και σοβαρά νεφρικά συμβάματα (θεραπεία  υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας, νοσηλεία λόγω νεφρικών συμβαμάτων και θάνατος από νεφρικά αίτια).

 

Αποτελέσματα: H χρήση των αναστολεών SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 σχετίσθηκε με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης μειζόνων καρδιοαγγειακών συμβαμάτων (15,2 έναντι 14,4 επεισοδίων ανά 1000 ανθρωπο-έτη HR:1,07 [95% CI 1,01-1,15]), παρόμοιο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας (6,0 έναντι 6,0 επεισοδίων ανά 1000 ανθρωπο-έτη HR:1,02 [0,92-1,12]) και χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών νεφρικών συμβαμάτων (2,9 έναντι 4,0 επεισοδίων ανά 1000 ανθρωπο-έτη HR:0,76 [0,66-0,87]). Σε αναλύσεις δευτερευόντων καταληκτικών σημείων, η χρήση των αναστολέων SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 δε σχετίσθηκε με στατιστικά σημαντική διαφορά για τον κίνδυνο οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου(HR: 1,09 [95% CI 1,00-1,19]), καρδιοαγγειακού θανάτου (HR:0,97 [95% CI 0,84-1,12]), θανάτου από νεφρικά αίτια HR:0,75 [95% CI 0,41-1,35] ή θανάτου από οποιαδήποτε αιτία (HR:1,01 [95% CI 0,94-1,09]). Ο κίνδυνος αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν υψηλότερος (HR:1,14 [95% CI 1,03-1,26]), ενώ ο κίνδυνος θεραπείας υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας (HR:0,74 [95% CI 0,56-0,97]) και νοσηλείας λόγω νεφρικών συμβαμάτων (HR: 0,75 [95% CI 0,65-0,88]) ήταν χαμηλότερος με τη χρήση αναστολέων SGLT2.

 

Συμπεράσματα: H χρήση των αναστολέων SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 σχετίσθηκε με παρόμοιο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας και χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών νεφρικών συμβαμάτων, ενώ η χρήση αγωνιστών GLP-1 σχετίσθηκε με ελαφρώς χαμηλότερο κίνδυνο μειζόνων καρδιοαγγειακών συμβαμάτων.

 

Eπιμέλεια: Eλευθερία Παπαχριστοφόρου

Εβδομαδιαία χορήγηση της τιρζεπατίδης για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας

Ania M. Jastreboff, M.D., Ph.D., Louis J. Aronne, M.D., Nadia N. Ahmad, M.D., M.P.H., Sean Wharton, M.D., Pharm.D., Lisa Connery, M.D., Breno Alves, M.D., Arihiro Kiyosue, M.D., Ph.D, Shuyu Zhang, M.S., Bing Liu, Ph.D., Mathijs C. Bunck, M.D., Ph.D and Adam Stefanski, M.D., Ph.D. Νew Engl J Med, June 4 2022

 

Εισαγωγή: H παχυσαρκία είναι μία χρόνια νόσος με μεγάλη νοσηρότητα και θνησιμότητα παγκοσμίως. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της τιρζεπατίδης, ενός νέου αγωνιστή των υποδοχέων του γλυκοζοεξαρτώμενου ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP) και του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) σε άτομα με παχυσαρκία, δεν έχει μελετηθεί.

 

Μέθοδος: Πρόκειται για μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη κλινική μελέτη φάσης 3, στην οποία εντάχθηκαν 2539 μη-διαβητικοί ασθενείς με BMI ≥ 30 kg/m² ή ≥ 27 kg/m² με τουλάχιστον μία σχετιζόμενη με την παχυσαρκία συννοσηρότητα. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1:1:1, έτσι ώστε να λάβουν υποδορίως τιρζεπατίδη (5 mg, 10 mg ή 15 mg) μία φορά εβδομαδιαίως ή εικονικό φάρμακο για 72 εβδομάδες, με μία αρχική περίοδο τιτλοποίησης διάρκειας 20 εβδομάδων. Τα συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η % μεταβολή του σωματικού βάρους από το baseline και η απώλεια βάρους ≥ 5%. Η ανάλυση, που έγινε βάσει της θεραπευτικής αγωγής, αφορούσε στην επίδραση της τιρζεπατίδης ανεξαρτήτως διακοπής της θεραπείας, σε όλους τους ασθενείς, που τυχαιοποιήθηκαν κι έλαβαν έστω και μία δόση του φαρμάκου.

 

Αποτελέσματα: Στο baseline το μέσο σωματικό βάρος ήταν 104,8 kg, το μέσο BMI ήταν 38,0 και 94,5 % των ασθενών είχαν BMI ≥ 30 kg/m². Η % μέση μεταβολή του σωματικού βάρους από το baseline έως τις 72 εβδομάδες ήταν −15.0% (95%  [CI], −15.9 ,−14.2) με τη δόση 5 mg της τιρζεπατίδης, −19.5% (95% [CI] −20.4,−18.5) με τη δόση 10 mg, −20.9% (95% [CI], −21.8 , −19.9) με τη δόση 15-mg  και −3.1% (95% [CI],−4.3 to −1.9) με το εικονικό φάρμακο (P<0.001 για όλες τις συγκρίσεις με το εικονικό φάρμακο). Τα ποσοστό των ασθενών, που εμφάνισαν απώλεια βάρους ≥ 5% ήταν 85% (95% [CI], 82 – 89), 89% (95% [CI], 86-92) και 91% (95% [CI], 88 -94) με τη δόση 5 mg, 10 mg και 15 mg της τιρζεπατίδης αντιστοίχως και  35% (95% [CI], 30-39) με το εικονικό φάρμακο. 50% (95% [CI], 46-54) και 57% (95% [CI], 53- 61) των συμμετεχόντων,που έλαβαν τις δόσεις της τιρζεπατίδης 10 mg και 15 mg είχαν απώλεια σωματικού βάρους  ≥ 20%, συγκριτικά με 3% (95% [CI], 1-5) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (P<0.001 για όλες τις συγκρίσεις με το εικονικό φάρμακο). Παρατηρήθηκε βελτίωση όλων των προκαθορισμένων καρδιομεταβολικών παραμέτρων με την τιρζεπατίδη. Οι πιο συνηθισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες με την τιρζεπατίδη ήταν οι γαστρεντερικές διαταραχές και οι περισσότερες εμφανίσθηκαν την περίοδο της τιτλοποίησης και ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας σε 4,3%, 7,1%, 6,2%, και 2,6% των συμμετεχόντων, που έλαβαν τιρζεπατίδη σε δόση 5 mg, 10 mg και 15 mg και εικονικό φάρμακο, αντιστοίχως.

 

Συμπεράσματα: Σε αυτή τη μελέτη διάρκειας 72 εβδομάδων, στην οποία συμμετείχαν παχύσαρκα άτομα, η εβδομαδιαία χορήγηση τιρζεπατίδης οδήγησε σε ουσιαστική και συνεχή μείωση του σωματικού βάρους.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

 

ADA 22nd Scientific Sessions HIGHLIGHTS

ADA 22nd SCIENTIFIC SESSIONS, NEW ORLEANS, USA

HIGHLIGHTS

 

Επιμέλεια: Φουστέρης Ευάγγελος, M.D., Ph.D., Παθολόγος με εξειδίκευση στο ΣΔ

 

  1. Προσχέδιο της Συναινετικής Έκθεσης των ADAEASD 2022 για τη διαχείριση της υπεργλυκαιμίας στον διαβήτη τύπου 2
    1. Η παχυσαρκία έχει γίνει συν-πρωταρχικός στόχος για τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2
    2. Πρώιμη συνδυαστική θεραπεία
    3. Εστίαση στην εκπαίδευση και αλλαγή στον τρόπο ζωής
    4. Ιατρική με ενσυναίσθηση με επίκεντρο τον ασθενή
    5. Πρόληψη των επιπλοκών του διαβήτη

 

  1. Συναινετική Έκθεση της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας για την 1. Καρδιακή ανεπάρκεια: Μια υποτιμημένη επιπλοκή του διαβήτη:
    1. Ο σκοπός αυτής της συναινετικής έκθεσης της Αμερικανικής Ένωσης Διαβήτη σε συνεργασία με το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας είναι να παρέχει σαφή καθοδήγηση στους επαγγελματίες υγείας σχετικά με τις καλύτερες προσεγγίσεις για τον έλεγχο και τη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας σε άτομα με διαβήτη ή προδιαβήτη με στόχο τη διασφάλιση της πρόσβασης στη βέλτιστη τεκμηριωμένη διαχείριση για όλους και για τον μετριασμό των κινδύνων σοβαρών επιπλοκών (ελεύθερο pdf online στο Diabetes Care)

 

  1. H Σεμαγλουτίδη στα 2,4 mg ανά εβδομάδα μειώνει τον 10ετή κίνδυνο εμφάνισης ΣΔτ2 σε άτομα υπέρβαρα ή με παχυσαρκία
    1. Οι ερευνητές υπολόγισαν τον 10ετή κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 μεταξύ των συμμετεχόντων των μελετών STEP 1 & 4 μέσω ειδικού λογιστικού μοντέλου που ονομάζεται Σταδιοποίηση Καρδιομεταβολικής Νόσου (CMDS), η οποία σταδιοποιεί τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο σε 5 επίπεδα από μεταβολικά υγιή (στάδιο 0) έως εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακή νόσο (στάδιο 4)
    2. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σεμαγλουτίδη στην STEP 1 μείωσαν τη μέση βαθμολογία κινδύνου για διαβήτη τύπου 2 από 18,2% σε 7,1% (μείωση κινδύνου 61%), έναντι μείωσης του σκέλους εικονικού φαρμάκου από 17,8% σε 15,6% (μείωση κινδύνου 13%, P <,01)
    3. Στην STEP 4, οι ασθενείς που έλαβαν σεμαγλουτίδη είχαν δείκτη κινδύνου για διαβήτη τύπου 2 20,6%. Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν θεραπεία, ο μέσος κίνδυνος μειώθηκε στο 11,4% την εβδομάδα 20 και μετά στο 7,7% την εβδομάδα 68 (μετά την περίοδο απόσυρσης). Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, ο μέσος κίνδυνος μειώθηκε στο 10,7% την εβδομάδα 20, αλλά στη συνέχεια αυξήθηκε έως και 15,4% μετά την περίοδο απόσυρσης, δείχνοντας συνολική μείωση 32% με τη σεμαγλουτίδη έναντι αύξησης 41% με εικονικό φάρμακο (P <,01)
    4. Η θεραπεία με σεμαγλουτίδη μειώνει τον 10ετή κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 κατά περίπου 60% ανεξάρτητα από την αρχική γλυκαιμική κατάσταση, ενώ απαιτείται συνεχής θεραπεία για τη διατήρηση αυτού του οφέλους

 

  1. Μελέτη AWARDPEDS
    1. Η AWARD-PEDS έδειξε ότι παιδιά και έφηβοι 10-18 ετών με διαβήτη τύπου 2 (με ή χωρίς μετφορμίνη ή βασική ινσουλίνη ) και παχυσαρκία που έλαβαν θεραπεία με εβδομαδιαίες ενέσεις 0,75 mg ή 1,5 mg ντουλαγλουτίδης είχαν χαμηλότερη A1c στις 26 εβδομάδες από τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο
    2. Τα πιο κοινά ανεπιθύμητα συμπτώματα ήταν γαστρεντερικά και το προφίλ ασφάλειας ήταν συνεπές με αυτό στους ενήλικες
    3. Το φάρμακο δεν είχε καμία επίδραση στον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ)
    4. Η Eli Lilly υποβάλλει τώρα αυτά τα αποτελέσματα στον FDA για να λάβει τη σχετική ένδειξη

 

  1. Μελέτη SURPASS-4 και νεφρικό όφελος
    1. Η μία φορά την εβδομάδα υποδορίως χορηγούμενη τιρζεπατίδη σε σύγκριση με θεραπεία με ινσουλίνη glargine οδήγησε σε σημαντική βελτίωση στη μείωση του εκτιμώμενου GFR, μείωσε τον λόγο λευκωματίνης ούρων προς κρεατινίνη UACR και μείωσε τον κίνδυνο νεφρικής νόσου τελικού σταδίου
    2. Η ανάλυση έδειξε επίσης χαμηλό κίνδυνο κλινικά σημαντικής υπογλυκαιμίας στους συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο και διάφορα στάδια χρόνιας νεφρικής νόσου
    3. Αυτά είναι πολύ μεγάλα οφέλη και δείχνουν ξεκάθαρα τη δυνατότητα της τιρζεπατίδης να είναι ένα πολύ ισχυρό προστατευτικό φάρμακο για τα νεφρά

 

  1. Η ύφεση είναι δυνατή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2
    1. Μια νέα προσέγγιση που περιλαμβάνει αισθητήρες, τεχνητή νοημοσύνη και εξατομικευμένη καθοδήγηση στον τρόπο ζωής σε πραγματικό χρόνο από μια εφαρμογή (application) και σύνδεση με εκπαιδευτές οδήγησε σε υψηλό ποσοστό ύφεσης του διαβήτη τύπου 2
    2. Οι 199 ασθενείς μέσης ηλικίας 43 ετών που είχαν διαβήτη τύπου 2 για μέσο όρο 3,7 ετών και έως 8 ετών, έλαβαν οδηγίες/εκπαίδευση για τον τρόπο ζωής και η μέση A1c τους μειώθηκε από 9,0% σε 5,7% στους 6 μήνες
    3. Το 84% των ασθενών παρουσίασαν ύφεση του διαβήτη στους 6 μήνες

 

  1. Μελέτη iLet για το βιονικό πάγκρεας
    1. Η μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη μέχρι σήμερα οποιουδήποτε συστήματος αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης και περιελάμβανε έναν πιο ποικίλο πληθυσμό ατόμων με διαβήτη τύπου 1, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από μειονοτικές ομάδες και εκείνων με υψηλότερα αρχικά επίπεδα A1c από ό,τι σε προηγούμενες μελέτες
    2. Η μελέτη έδειξε μειώσεις της A1c χωρίς αύξηση της υπογλυκαιμίας σε ενήλικες και παιδιά με διαβήτη τύπου 1 με μεγαλύτερη αυτοματοποίηση από τα διαθέσιμα επί του παρόντος υβριδικά συστήματα χορήγησης ινσουλίνης κλειστού βρόχου ή τεχνητού παγκρέατος
    3. Μετά από 13 εβδομάδες, η μέση A1c μειώθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες με το iLet σε σύγκριση με την τυπική θεραπεία και κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των συμμετεχόντων με βασικά επίπεδα A1c > 7,0%
    4. Δεν υπήρξε αύξηση στην υπογλυκαιμία και όσοι χρησιμοποίησαν τη συσκευή πέρασαν κατά μέσο όρο 2,6 ώρες περισσότερο χρόνο εντός εύρους (επίπεδα γλυκόζης 70-180 mg/dL)
    5. Οι βελτιώσεις στην A1c ήταν μεγαλύτερες σε εκείνους με υψηλότερη αρχική τιμή A1c και παρατηρήθηκαν και σε μειονοτικές φυλετικές ομάδες και σε διαφορα κοινωνικοοικονομικά/εκπαιδευτικά επίπεδα
    6. Αυτή η μελέτη δείχνει ότι ανεξαρτήτως εθνικότητας ή κοινωνικής θέσης, υπήρχε όφελος, επομένως αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της ίσης φροντίδας

 

  1. Μελέτη CREATE
    1. Η πρώτη τυχαιοποιημένη πολυκεντρική κλινική μελέτη διάρκειας 24 εβδομάδων για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του πιο συχνά χρησιμοποιούμενου συστήματος αυτοματοποιημένης παροχής ινσουλίνης ανοιχτού κώδικα (AID). Η μελέτη συνέκρινε το AID ανοιχτού κώδικα, χρησιμοποιώντας τον αλγόριθμο OpenAPS από την έκδοση του Android APS και υλοποιήθηκε σε smartphone με την αντλία ινσουλίνης DANA-i™ και το Dexcom G6® CGM
    2. Στρατολογήθκε ένας ποικίλος πληθυσμός ασθενών, πολλοί από τους οποίους είχαν μικρή ή καθόλου εμπειρία με το AIDS: παιδιά (7-15 ετών) και ενήλικες (16-70 ετών), για έλεγχο της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας του AID ανοιχτού κώδικα
    3. Η μελέτη έδειξε ότι τα συστήματα AID είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για άτομα με διαβήτη τύπου 1

 

  1. Το μέλλον της ινσουλίνης: εβδομαδιαίες, από του στόματος, έξυπνες ινσουλίνες
    1. Μελέτη φάσης 2 αξιολόγησε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της εβδομαδιαίας βασικής ινσουλίνης Fc (BIF) σε σύγκριση με την ινσουλίνη degludec σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που είχαν λάβει προηγουμένως από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα και βασική ινσουλίνη και αποκάλυψε ότι η BIF δεν ήταν κατώτερη από την degludec στον γλυκαιμικό έλεγχο, όπως μετρήθηκε με την αλλαγή στο A1C μετά από 32 εβδομάδες
    2. Άλλη μελέτη φάσης 2 εξέτασε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για τη μετάβαση σε εβδομαδιαία βασική ινσουλίνη icodec σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν καθημερινή βασική ινσουλίνη και ένα ή περισσότερα από του στόματος φάρμακα για τη μείωσης της γλυκόζης: Η μελέτη έδειξε ότι η αλλαγή από την καθημερινή βασική ινσουλίνη σε μία φορά την εβδομάδα ινσουλίνη icodec ήταν καλά ανεκτή και παρείχε αποτελεσματικό γλυκαιμικό έλεγχο
    3. Οι μελέτες φάσης 2 έδειξαν ότι η από του στόματος κάψουλα ινσουλίνης ORMD-801 μείωσε σημαντικά τα επίπεδα A1C σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που ελέγχονταν ανεπαρκώς με άλλα φάρμακα ΣΔτ2
    4. Η ευαίσθητη στην γλυκόζη ινσουλίνη ή «έξυπνη ινσουλίνη» μπορεί να ενεργοποιηθεί μέσω της χρήσης ενός συνθετικού «διακόπτη» που μπορεί να ανοίξει ή να κλείσει χρησιμοποιώντας έναν απλό αισθητήρα σακχάρου, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας

 

  1. Η διαχείριση της παχυσαρκίας ως πρωταρχικός στόχος θεραπείας για τον διαβήτη τύπου 2
    1. Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 έχουν οφέλη για την υγεία τους ακόμα και μετά από απώλεια βάρους μόλις 3%
    2. Με σημαντική απώλεια βάρους, ορισμένοι ασθενείς περνούν σε ύφεση. Και δεν έχει σημασία πώς χάνεται το βάρος – είτε μέσω παρέμβασης στον τρόπο ζωής, βαριατρικής χειρουργικής ή φαρμακευτικής αγωγής
    3. Η απώλεια βάρους, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ ή πόσο λίγο, έχει οφέλη για την υγεία για τα παχύσαρκα άτομα με διαβήτη τύπου 2. Και όσο περισσότερα χάνουν, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα

 

  1. Μελέτη SURMOUNT-1
    1. Η θεραπεία ατόμων με παχυσαρκία αλλά χωρίς διαβήτη με τον διπλό αγωνιστή ινκρετίνης τιρζεπατίδη παρήγαγε με ασφάλεια «πρωτοφανή» επίπεδα απώλειας βάρους στη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών στην SURMOUNT-1, μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με περισσότερα από 2500 άτομα με παχυσαρκία ή υπέρβαρα
    2. Η υψηλότερη δόση τιρζεπατίδης, 15 mg/εβδομάδα, σε διάστημα 72 εβδομάδων, προκάλεσε 5% ή μεγαλύτερη απώλεια στο αρχικό βάρος στο 91%-96% των ασθενών, ένα αποτέλεσμα που “δεν είχε παρατηρηθεί προηγουμένως” σε καμία προηγούμενη μελέτη φάσης 3 φαρμάκου απώλειας βάρους, σημείωσε ο Jastreboff, ένας ενδοκρινολόγος και διευθυντής διαχείρισης βάρους και πρόληψης της παχυσαρκίας στο Yale School of Medicine στο New Haven του Κονέκτικατ
    3. Ο μέσος ρυθμός απώλειας βάρους μεταξύ των 630 ατόμων που έλαβαν τιρζεπατίδη 15 mg/εβδομάδα ήταν 22,5% κατά τη θεραπεία
    4. Σε περεταίρω ανάλυση, το 40% των ατόμων που έλαβαν την υψηλότερη δόση τιρζεπατίδης των 15 mg/εβδομάδα είχαν τουλάχιστον 25% απώλεια του βασικού βάρους κατά τη θεραπεία, ένα άλλο παράδειγμα πρωτοφανούς επιτεύγματος απώλειας βάρους

 

  1. Η συμπεριφορική θεραπεία και η αυτοπαρακολούθηση είναι κρίσιμες για την απώλεια βάρους
    1. Οι στρατηγικές συμπεριφορικής θεραπείας περιλαμβάνουν τον εντοπισμό προσωπικών ερεθισμάτων και την αλλαγή του περιβάλλοντος για τον έλεγχο του ερεθίσματος
    2. Το πραγματικό κλειδί της επιτυχίας είναι η αυτοπαρακολούθηση του βάρους, της κατανάλωσης θερμίδων και της φυσικής δραστηριότητας
    3. Η συμπεριφορική θεραπεία θα πρέπει να προάγει τις διαδικασίες αυτορρύθμισης, τις δεξιότητες προσαρμογής στην πρόσληψη τροφής ως απάντηση στην αύξηση βάρους
    4. Επίσης θα πρέπει οι πάσχοντες να μάθουν να ελέγχουν τα επεισόδια υπερφαγίας και να ενδυναμώσουν την αυτοπεποίθηση τους, θέτοντας μικρούς, ρεαλιστικούς στόχους που τους επιτρέπουν να τους επιτύχουν

 

  1. Το οικονομικό κόστος του διαβήτη
    1. Το υψηλό κόστος για τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται από ασθενείς με διαβήτη συνδέεται με μειωμένη χρήση αυτών των φαρμάκων και τελικά χειρότερα κλινικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τα ευρήματα από δύο ξεχωριστές μελέτες:
      1. Μελέτη εξέτασε τα αρχεία ασφάλισης περισσότερων από 70.000 ασθενών στις ΗΠΑ με διαβήτη τύπου 2 και διαπιστωμένη καρδιαγγειακή νόσο που έπαιρναν ήδη μετφορμίνη. Τα ευρήματα έδειξαν ότι, μετά από προσαρμογή για συγχυτικούς παράγοντες, το τεταρτημόριο των ασθενών με την υψηλότερη συμμετοχή στο κόστος φαρμάκων (λήψη SGLT-2 αναστολέων), εκτελούσε τη συνταγή 21 % λιγότερο συχνά από ό,τι οι ασθενείς από το τεταρτημόριο με το χαμηλότερο προσωπικό κόστος
      2. Μια παρόμοια ανάλυση που εξέτασε τους αγωνιστές GLP-1, έδειξε ότι το τεταρτημόριο των ασθενών που έπρεπε να πληρώσουν περισσότερη συμμετοχή για ένα από αυτά τα φάρμακα είχαν προσαρμοσμένο 12% χαμηλότερο ποσοστό εκτέλεσης της συνταγής, σε σύγκριση με εκείνους με χαμηλότερη συμμετοχή στα φάρμακα

Κίνδυνος εμφάνισης Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 μετά από Διαβήτη Κύησης

Mary V. Diaz Santana, Katie M. O’ Brien, Yong- Moon Mark Park, Dale P. Sandler, Clarice R. Weinberg. Persistence of Risk for Type 2 Diabetes After Gestational Diabetes Mellitus. Diabetes Care 2022;45:864-870.

https://doi.org/10.2337/dc21-1430

 

Ο Διαβήτης Κύησης (ΔΚ) θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα δυσλειτουργίας των β-κυττάρων του παγκρέατος σε γυναίκες με προυπάρχουσα αντίσταση στην ινσουλίνη. Υπολογίζεται ότι επιπλέκει το 6% των κυήσεων και σχετίζεται με εμφάνιση Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2).

Στη συγκεκριμένη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ, χρησιμοποιήθηκε ο πληθυσμός μιας προηγούμενης προοπτικής μελέτης παρατήρησης της Sister Study που περιέλαβε μεταξύ 2003-2009 50.884 γυναίκες ηλικίας 35-74 ετών που κατοικούν στις ΗΠΑ και στο Πουέρτο Ρίκο κι είχαν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου μαστού. Έγινε καταγραφή δημογραφικών στοιχείων με χρήση ερωτηματολόγιου σχετικά με ηλικία, επίπεδο εκπαίδευσης, εθνικότητας / φυλής και BMI τη δεκαετία των 30 ετών καθώς και την ημερομηνία ένταξης στη μελέτη. Σκοπός της μελέτης ήταν καταρχήν η συσχέτιση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2 ανάλογα με το BMI και τον αριθμό κυήσεων που παρουσίασαν ως επιπλοκή ΔΚ κι ακολούθως πως μεταβάλλεται ο κίνδυνος αυτός σε σχέση με το χρόνο από τη διάγνωση ΔΚ.

Συνολικά η μελέτη περιέλαβε σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης  47471 γυναίκες με μέση ηλικία περί τα 55 έτη. Από αυτές οι 1414 είχαν τουλάχιστον μία κύηση με εμφάνιση ΔΚ, ήταν λίγο νεότερες με μέση ηλικία περί τα 51 έτη κι είχαν υψηλότερο BMI (28.2+/- 6.6 vs 27.4+/- 6.0). Ο επανέλεγχος στη 10 ετία ανέδειξε ότι 6.9% των γυναικών χωρίς ιστορικό ΔΚ και 13.4% των γυναικών με ιστορικό ΔΚ εμφάνισαν ΣΔΤ2. Τα άτομα με ΔΚ παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο μελλοντικής εμφάνισης ΣΔΤ2 (HR 2.50, 95% CI 2.15 – 2.19). Η παραπάνω συσχέτιση φάνηκε να παρουσιάζει φθίνουσα πορεία με πτώση του HR μετά από κάθε δεκαετία κατά περίπου 24%. Παρόλα αυτά  κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2 παρέμεινε αυξημένος μέχρι και 35 έτη από τη διάγνωση ΔΚ. Επίσης σημαντική ήταν η συσχέτιση εμφάνισης ΣΔΤ2 με τον αριθμό κυήσεων που παρουσίασαν ως επιπλοκή ΔΚ. Συγκεκριμένα γυναίκες με περισσότερες από 3 εγκυμοσύνες είχαν 7 φορές αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2 μέσα στα επόμενα 6-15 έτη από την τελευταία κύηση όπου εμφάνισαν ΔΚ (HR 7.15, 95% CI 3.71-13.78) και αντίστοιχα 3 φορές αυξημένο κίνδυνο μετά από 35 έτη (HR 3.08, 95% CI 1.60-5.94). Τέλος η συσσωρευμένη επίπτωση μέχρι τη ηλικία των 80 σε γυναίκες με ιστορικό ΔΚ που δεν είχαν ΣΔΤ2 μέχρι τα 40 έτη ήταν 67.4% (95% CI 59.0-75.6%) στον παχύσαρκο πληθυσμό, 44.3% (95% CI 32.8-57.8%) στον υπέρβαρο πληθυσμό και μόλις 16.1% (95% CI 9.41-26.8%) σε πληθυσμό φυσιολογικού ή χαμηλού BMI.

Συμπερασματικά, ο ΔΚ αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται σημαντικά με κάθε επιπλέον κύηση που επιπλέκεται με ιστορικό ΔΚ. Παρά το γεγονός ότι ο εκτιμώμενος κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2 μειώνεται με την πάροδο του χρόνου μετά από μία εγκυμοσύνη με ΔΚ, ο κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2 παραμένει υψηλός για > 35 έτη. Για το λόγο αυτό γυναίκες που εμφάνισαν ΔΚ θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

Αναστολείς των συμμεταφορέων γλυκόζης και νατρίου τύπου 2 (SGLT2) και κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ουροδόχου κύστεως και νεφρού : Σκανδιναβική μελέτης κοόρτης

Peter Ueda et al. Sodium – Glucose Cotransporter 2 Inhibitors and Risk of Bladder and Renal Cancer: Scandinavian Cohort Study. Diabetes Care 2022;45(5):e93–e96. doi.org/10.2337/dc21-1917

 

Οι αναστολείς των συμμεταφορέων γλυκόζης και νατρίου τύπου 2 (SGLT2) έχουν ενοχοποιηθεί από πολύ νωρίς όπως φαίνεται τόσο από μετααναλύσεις τυχαιοποιημένων μελετών όσο και από μεμονωμένες αναφορές, ότι μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου ουροδόχου κύστεως  και νεφρού.

Στη συγκεκριμένη μελέτη χρησιμοποίηθηκε η βάση δεδομένων του ηλεκτρονικού μητρώου υγείας τριών Σκανδιναβικών χωρών (Σουηδία, Δανία και Νορβηγία) για την περίοδο 04/2013- 12/2018. Συγκεκριμένα πήραν μέρος 89.799 ασθενείς που συμπλήρωσαν την πρώτη τους συνταγή με SGLT2 (59% νταπαγλιφλοζίνη, 40% εμπαγλιφλοζίνη, 0.8% καναγλιφλοζίνη και < 0.1% ερτουγλιφλοζίνη) και 65.200 ασθενείς  που συμπλήρωσαν αντίστοιχα την πρώτη τους συνταγή με αγωνιστές του υποδοχέα του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) κατά το χρονικό διάστημα της μελέτης. Κριτήρια αποκλεισμού αποτέλεσαν η συμμετοχή σε προηγούμενη μελέτη όπου συμπεριλάμβανε χορήγηση φαρμάκου, ιστορικό καρκίνου ουροποιητικού, κυστεκτομής, αιμοκάθαρσης ή μεταμόσχευσης νεφρού, νόσος τελικού σταδίου, σοβαρή παγκρεατική νόσος ή νοσηλεία 30 ημέρες πριν τη συμμετοχή στη μελέτη. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν περί τα 62 έτη, 64% ήταν άνδρες και 21-22% έκαναν χρήση ινσουλίνης. Ο μέσος χρόνος παρακολούθησης για την ομάδα των αναστολέων SGLT2  ήταν περί τα 2.3 έτη και για την ομάδα των GLP1 αγωνιστών περί τα 3 έτη αντίστοιχα.

Η μελέτη έδειξε ότι η χρήση αναστολέων SGLT2 σε σύγκριση με τη χρήση αγωνιστών GLP1 δεν σχετίζεται με στατιστικά σημαντική αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου ουροδόχου κύστεως (adjusted HR 0.88, 95% CI 0.59 – 1.31) ή  καρκίνου του νεφρού (adjusted HR 1.09, 95% CI 0.73-1.63).Τα ευρήματα αυτά παρέμειναν σταθερά και σε πρόσθετες αναλύσεις προσαρμοσμένες σε επιπλέον μεταβλητές όπως το κάπνισμα ή η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη.Συγκεκριμένα 73 από τους συμμετέχοντες που έπαιρναν για τουλάχιστον ένα χρόνο αναστολείς SGLT2 εμφάνισαν καρκίνο ουροδόχου κύστεως και 64 καρκίνο νεφρού κατά τη διάρκεια μίας μέσης παρακολούθησης περί τα 2.3 έτη με 20% του πληθυσμού να έχει επανακτιμηθεί και μακροπρόθεσμα ( > 3 έτη ) ενώ από την ομάδα που έπαιρνε GLAP1  αγωνιστές 70 συμμετέχοντες παρουσίασαν καρκίνο ουροδόχου κύστεως και 68 νεφρού αντίστοιχα. Τέλος επιπρόσθετες αναλύσεις δεν ανέδειξαν αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης κακοήθειας κύστεως ή νεφρού τόσο τον πρώτο χρόνο από την έναρξη της θεραπείας με αναστολείς των SGLT2 όσο και μετά από 3-5 χρόνια από την έναρξη της θεραπείας  σε σύγκριση με τους GLP1 αγωνιστές.

Συμπερασματικά, στη συγκεκριμένη μελέτη παρατήρησης σε εθνικό επίπεδο τριών Σκανδιναβικών χωρών η χρήση των αναστολέων SGLT2  δεν φάνηκε να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου ουροδόχου κύστεως ή νεφρού.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

 

Συσχέτιση επιπέδων γλυκόζης αίματος κατά την εισαγωγή και καρδιαγγειακών και νεφρικών επιπλοκών σε ασθενείς που νοσηλεύονται με Covid 19.

Norris T et al. Admission Blood Glucose Level and Its Association With Cardiovascular and Renal Complications in Patients Hospitalized With COVID-19. Multicenter Study, Diabetes Care. 2022 May 1;45(5):1132 – 1140. 
doi: 10.2337/dc21-1709.

Από το Δεκέμβρη του 2021 από τον ιό SARS-COV-2 έχουν μολυνθεί πάνω από 267.000.000 άνθρωποι κι έχουν χάσει τη ζωή τους > 5.200.000 παγκοσμίως. Το Μάη του 2022 στο περιοδικό Diabetes Care, δημοσιεύτηκε μια πολυκεντρική μελέτη που έλαβε χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο και σκοπό είχε να διερευνήσει τη συσχέτιση των επιπέδων γλυκόζης κατά την εισαγωγή των νοσηλευμένων με Covid 19 με τον κίνδυνο ενδονοσοκομειακών καρδιαγγειακών (αγγειακά εγκεφαλικά, καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμίες, καρδιακή ισχαιμία, ανακοπή και διαταραχές πήξης) και νεφρικών επιπλοκών.(οξεία νεφρική βλάβη). Επιπλέον μελετήθηκε κατά πόσο οι συσχετίσεις μεταξύ των επιπέδων γλυκόζης και των παραπάνω επιπλοκών διαφοροποιούνταν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την εθνικότητα, την παχυσαρκία και ιστορικό Σακχαρώδη Διαβήτη.

Χρησιμοποιήθηκε η βάση δεδομένων της ISARIC WHO CCP-UK μελέτης που περιέλαβε από τις 06/02/20-16/03/21 143.266 ασθενείς με 140.685 με επιβεβαιωμένη λοίμωξη covid 19. Από αυτούς 35.601 ασθενείς πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη και ταξινομήθηκαν ως έχοντες υπογλυκαιμία (σάκχαρο αίματος < 70.2 mg/dl), φυσιολογικά επίπεδα σακχάρου αίματος (72-198 mg/dl) ή υπεργλυκαιμία (σάκχαρο αίματος > 199.8 mg/dl) κατά την εισαγωγή τους στο εφημερεύον νοσοκομείο. To 56.8% ήταν άντρες με μέση ηλικία περί τα 71 έτη και το 81.6% ήταν Λευκοί. Η διάμεση τιμή της γλυκόζης αίματος εισαγωγής ήταν 120.6 mg/dl. Περισσότερο από το 25% του πληθυσμού παρουσίασε καρδιαγγειακή ή νεφρική επιπλοκή ενώ νοσηλευόταν. Από αυτούς το 55.0% επέζησε και το 45.0% απεβίωσε.

Για όλες τις επιπλοκές εκτός από την καρδιακή ισχαιμία και τα αγγειακά εγκεφαλικά,,δεν υπήρξε γραμμική συσχέτιση με τα επίπεδα γλυκόζης αίματος κατά την εισαγωγή. Συγκεκριμένα, ασθενείς που παρουσίαζαν τιμές γλυκόζης αίματος >115 mg/dl σε σχέση με το αν η τιμή της γλυκόζης ήταν πλησίον των 90 mg/dl, παρουσίαζαν αύξηση των odds για καρδιακή ανεπάρκεια κατά 28%. Ομοίως για τιμές γλυκόζης > 88.2 mg/dl για την ίδια συσχέτιση, οι ασθενείς παρουσίαζαν αύξηση των odds για αρρυθμίες κατά 123%. Αύξηση των odds για διαταραχές πήξης κατά 59% παρουσίαζαν ασθενείς με τιμές γλυκόζης εισαγωγής >84.6 mg/dl σε σχέση πάντα με τιμές γλυκόζης πλησίον των 90 mg/dl. Τέλος ασθενείς με γλυκόζη αίματος κατά την εισαγωγή > 104.4 mg/dl σε σχέση πάντα με το αν η τιμή της γλυκόζης ήταν πλησίον των 90 mg/dl παρουσίαζαν αύξηση των odds κατά 142% για νεφρική βλάβη. Η επίδραση της ηλικίας στην εμφάνιση των επιπλοκών ήταν εμφανέστερη σε ασθενείς ηλικίας < 69 ετών. Παρόμοια επίδραση παρατηρήθηκε και στην περίπτωση προυπάρχοντος ιστορικού ΣΔ.

Συμπερασματικά, τα επίπεδα γλυκόζης αίματος κατά την εισαγωγή ατόμων με covid 19 λοίμωξη θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες ταξινόμισης των ασθενών σε ομάδες υψηλού κινδύνου για την εκδήλωση καρδιαγγειακών ή νεφρικών επιπλοκών.

 

Επιμέλεια : Αγγελική Μερίτση

Θερμιδικό έλλειμμα με ή χωρίς χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων και απώλεια βάρους

Liu D, Huang Y, Huang C, Yang S, Wei X, Zhang P, Guo D, Lin J, Xu B, Li C, He H, He J, Liu S, Shi L, Xue Y, Zhang H. Calorie Restriction with or without Time-Restricted Eating in Weight Loss. N Engl J Med. 2022 Apr 21;386(16):1495-1504. doi: 10.1056/NEJMoa2114833.

 

Το θερμιδικό έλλειμμα αποτελεί την συνιστώμενη στρατηγική απώλειας βάρους σε ασθενείς με παχυσαρκία, ωστόσο είναι δύσκολο να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων συνιστά μία μορφή διαλειμματικής νηστείας κατά την οποία η πρόσληψη φαγητού επιτρέπεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό εύρος κατά την διάρκεια της ημέρας. Στο περιοδικό New England Journal of Medicine δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2022 μία μελέτη που σύγκρινε την επίδραση του θερμιδικού ελλείμματος με ή χωρίς χρονικά περιορισμένη κατανάλωση  τροφίμων στην απώλεια βάρους σε άτομα με παχυσαρκία.

Συνολικά 139 ασθενείς με παχυσαρκία τυχαιοποιήθηκαν σε μία ομάδα με χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων (μόνο μεταξύ των ωρών 08:00 και 16:00) και ταυτόχρονο θερμιδικό έλλειμμα και σε μία ομάδα που εφαρμόστηκε αποκλειστικά και μόνο θερμιδικό έλλειμμα. Για 12 μήνες όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν οδηγίες να ακολουθήσουν μια διατροφή μειωμένων θερμίδων που για τους άνδρες κυμαινόταν μεταξύ 1500 και 1800 θερμίδων, ενώ για τις γυναίκες μεταξύ 1200 και 1500 θερμίδων ημερησίως. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η διαφορά στη μεταβολή του σωματικού βάρους μεταξύ των δύο ομάδων. Τα δευτερογενή καταληκτικά σημεία της μελέτης ήταν μεταβολές στην περίμετρο της μέσης, το δείκτη μάζας σώματος, την ποσότητα σωματικού λίπους και τις μετρήσεις των μεταβολικών παραγόντων κινδύνου. Η συνολική διάρκεια παρακολούθησης της μελέτης ήταν 12 μήνες.

Από τους 139 συμμετέχοντες που τυχαιοποιήθηκαν, 118 (84,9%) ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Η μέση απώλεια βάρους από την έναρξη έως 12 μήνες μετά ήταν -8,0 kg [95% Confidence Intervals (CI): (-9,6 έως -6,4)] στην ομάδα με την χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων και -6,3 kg [95% CI: (-7,8 έως -4,7)] στην ομάδα που εφαρμόστηκε αποκλειστικά θερμιδικό έλλειμμα. Οι μεταβολές στο σωματικό βάρος δεν παρουσίαζαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στις δύο ομάδες μετά την πάροδο 12 μηνών [καθαρή διαφορά: -1,8 kg, 95% CI: (-4,0 έως 0,4), P=0,11]. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην περίμετρο μέσης, το δείκτη μάζας σώματος, το σωματικό λίπος, την άλιπη μάζα σώματος, την αρτηριακή πίεση και τους μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου. Επιπλέον, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των ομάδων στον αριθμό των ανεπιθύμητων ενεργειών.

Συμπερασματικά, σε άτομα με παχυσαρκία, μία διατροφή με χρονικά περιορισμένη κατανάλωση τροφίμων δεν φάνηκε να προσφέρει μεγαλύτερο όφελος στη μείωση του σωματικού βάρους, του σωματικού λίπους ή των μεταβολικών παραγόντων κινδύνου συγκριτικά με την αποκλειστική εφαρμογή θερμιδικού ελλείμματος.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Αλλαγές με την πάροδο του χρόνου στο προφίλ καρδιαγγειακού κινδύνου στο διαβήτη τύπου 2 από το 2007 έως το 2020: Μια μελέτη που βασίζεται στην κοινότητα

Williams BA, Brady JP, Voyce S, Kumar N, Paprocki Y, Rajpura J. Changes over time in the cardiovascular risk profile of type 2 diabetes from 2007 to 2020: A community-based study. Diabetes Obes Metab. 2022 Mar 7. doi: 10.1111/dom.14686.

 

Ο κίνδυνος καρδιαγγειακής νόσου στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) μειώνεται παγκοσμίως τις τελευταίες δεκαετίες. Τον Απρίλιο του 2022 δημοσιεύθηκε μία μελέτη στο περιοδικό Diabetes, Obesity and Metabolism που είχε ως στόχο την αξιολόγηση των κύριων παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα σε άτομα με ΣΔΤ2 στην πάροδο του χρόνου από το 2007 έως το 2020. Επίσης, καταγράφηκαν οι μικροαγγειοπαθητικές επιπλοκές και η χορήγηση αντιδιαβητικών φαρμάκων στο ίδιο διάστημα.

Τα δεδομένα ηλεκτρονικού μητρώου υγείας (EHR) του Geisinger Health System (Geisinger), ενός ολοκληρωμένου συστήματος παροχής υγειονομικής περίθαλψης που περιλαμβάνει >100 εγκαταστάσεις ασθενών διασκορπισμένες σε όλη την κεντρική και βορειοανατολική Πενσυλβάνια (Ηνωμένες Πολιτείες) χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη. Συνολικά 95.461 ασθενείς με ΣΔΤ2, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν κατά μέσο όρο για 6,4 χρόνια καταγράφηκαν στη μελέτη. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν ένας δείκτες ελέγχου “ABCD” που περιελάμβανε: τη  γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη HbA1c (<8%), την αρτηριακή πίεση (Blood pressure) (συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση  < 140/90mmHg), τη χοληστερόλη (Cholesterol) (non-HDL xοληστερόλη < 130mg/dL) και το κάπνισμα (Smoking) (μη κάπνισμα). Παράλληλα, καταγράφηκε η παρουσία μικροαγγειοπαθητικών επιπλοκών και οι κοινώς χρησιμοποιούμενες κατηγορίες αντιδιαβητικών φαρμάκων.

Σύμφωνα με το δείκτη ABCS, ο έλεγχος των παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα δεν άλλαξε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Συγκεκριμένα, το 2020, το 40,9% των ασθενών είχαν ελεγχόμενους και τους τέσσερις παράγοντες κινδύνου. Μεταξύ των επιμέρους παραγόντων κινδύνου, ο έλεγχος της HbA1c (<8%) επιδεινώθηκε με την πάροδο του χρόνου από 8,4% το 2007 σε 7,8% το 2020. Παράλληλα, το 58% των ασθενών είχαν HbA1c <7% το 2007, ενώ 50% είχαν HbA1c <7% το 2020. Το λιπιδαιμικό προφίλ των ασθενών (non-HDL χοληστερόλη <130 mg/dL) βελτιώθηκε από 59% το 2007 σε 72% το 2020. Αντίστοιχα βελτιώθηκε και ο έλεγχος της LDL χοληστερόλης, με το 62% των ασθενών να έχουν επίπεδα LDL χοληστερόλης <100 mg/dL το 2007, ενώ ο αριθμός αυξήθηκε στο 71% το 2020. Το ποσοστό του καπνίσματος ήταν αμετάβλητο, καθώς το 2007, 13%-16% των ασθενών ήταν καπνιστές, ενώ το 2020 το ποσοστό ήταν 14%.

Ο επιπολασμός των μικροαγγειοπαθητικών επιπλοκών αυξήθηκε, με τη χρόνια νεφρική νόσο να αυξάνεται από 24% το 2007 σε 35% το 2020, τη νευροπάθεια από 21% σε 35% και την αμφιβληστροειδοπάθεια από 7% σε 12%, με την αύξηση να ξεκινά το 2017.

Σχετικά με τη χρήση των αντιδιαβητικών φαρμάκων, η χρήση των θειαζολιδινεδιονών και σουλφονυλουριών μειώθηκε με την πάροδο του χρόνου, ενώ η χρήση μετφορμίνης, ινσουλίνης, DPP4i, GLP-1RA και SGLT2i αυξήθηκε. Το 2020, οι αναστολείς GLP-1RA και SGLT2 χρησιμοποιήθηκαν από το 13% των ασθενών με ΣΔΤ2.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

Κίνδυνος σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων, σοβαρής υπογλυκαιμίας και ολικής θνησιμότητας σε σακχαρώδη διαβήτη μετά από παγκρεατίτιδα έναντι σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2: Μελέτη κοόρτης με βάση τον εθνικό πληθυσμό

Olesen SS, Viggers R, Drewes AM, Vestergaard P, Jensen MH. Risk of Major Adverse Cardiovascular Events, Severe Hypoglycemia, and All-Cause Mortality in Postpancreatitis Diabetes Mellitus Versus Type 2 Diabetes: A Nationwide Population-Based Cohort Study. Diabetes Care. 2022 Mar 21:dc212531. doi: 10.2337/dc21-2531. Epub ahead of print.

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης μετά από παγκρεατίτιδα (postpancreatitis diabetes mellitus, PPDM) αποτελεί συχνή επιπλοκή της παγκρεατίτιδας και έχει ως αποτέλεσμα τον κακό γλυκαιμικό έλεγχο. Στη Δανία πραγματοποιήθηκε μία μελέτη κοόρτης με βάση τον εθνικό πληθυσμό με σκοπό την αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς με PPDM σε σύγκριση με ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Diabetes Care το Μάρτιο του 2022.

 

Ενήλικες (>18 ετών) με ιστορικό PPDM ή ΣΔΤ2 μεταξύ του 1998 και του 2018 καταγράφηκαν στη μελέτη μέσω του εθνικού μητρώου υγείας. Ο PPDM ταξινομήθηκε περαιτέρω στους υπότυπους της οξείας παγκρεατίτιδας (PPDM-A) και της χρόνιας παγκρεατίτιδας (PPDM-C). Αξιολογήθηκε ο κίνδυνος σοβαρών καρδιαγγειακών συμβάντων (MACE), σοβαρής υπογλυκαιμίας και ολικής θνησιμότητας, καθώς και η επίπτωση εμφάνισης σοβαρής υπογλυκαιμίας.

 

Συνολικά 383.325 ασθενείς με ΣΔΤ2, 3.418 με PPDM-A και 2.461 με PPDM-C  ανευρέθηκαν στο εθνικό μητρώο υγείας. Σε σύγκριση με το ΣΔΤ2, ο PPDM-C συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής υπογλυκαιμίας [hazard ratio (HR) (95% CI): 5,27 (4,62-6,00), P <0,001] και αυξημένη ολική θνησιμότητα [HR (95% CI): 1,54 (1,45-1,64), P <0,001]. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και για τα άτομα με PPDM-A. Οι λόγοι του ρυθμού επίπτωσης (Incidence rate ratios, IRRs) για τη σοβαρή υπογλυκαιμία ήταν αυξημένοι στην ομάδα PPDM-C [IRR 95% CI: 7,38 (6,75-8,08), P <0,001] και στην ομάδα PPDM-A [IRR (95% CI): 3,76 (3,36-4,21), P <0,001]. Τα ευρήματα ήταν αντίστοιχα και σε μία ανάλυση που πραγματοποιήθηκε σε άτομα που ελάμβαναν ινσουλίνη.

Συμπερασματικά, ο σακχαρώδη διαβήτης μετά από παγκρεατίτιδα σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με το ΣΔΤ2.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της δαπαγλιφλοζίνης σε παιδιά και νέους ενήλικες με διαβήτη τύπου 2: μια προοπτική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων, μελέτη φάσης 3.

Tamborlane WV, et al. Efficacy and safety of dapagliflozin in children and young adults with type 2 diabetes: a prospective, multicentre, randomised, parallel group, phase 3 study. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022 Apr 1:S2213-8587(22)00052-3. doi: 10.1016/S2213-8587(22)00052-3.

 

Οι θεραπευτικές επιλογές στα παιδιά και στους νέους με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) είναι περιορισμένες. Σε πρόσφατη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3 που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet Diabetes Endocrinology τον Απρίλιο του 2022 αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια χορήγησης δαπαγλιφλοζίνης ως συμπληρωματική αγωγή σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες με ΣΔΤ2 που ελάμβαναν μετφορμίνη, ινσουλίνη ή συνδυασμό των δύο.

Πρόκειται για μία πολυκεντρική, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, διπλά – τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3 που πραγματοποιήθηκε σε 30 κέντρα από πέντε χώρες (Ουγγαρία, Ισραήλ, Μεξικό, Ρωσία, ΗΠΑ). Οι συμμετέχοντες ήταν ηλικίας 10-24 έτη, με ΣΔΤ2 και τιμή HbA1c 6,5-11%. Τα άτομα τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1 σε δύο ομάδες: από του στόματος δαπαγλιφλοζίνη 10 mg ή σε εικονικό φάρμακο. Η διάρκεια παρακολούθησης ήταν 24 εβδομάδες. Στη συνέχεια ακολούθησε μια ανοικτή επέκταση ασφαλείας της μελέτης διάρκειας 28 εβδομάδων στην οποία όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων στη μεταβολή της τιμής της HbA1c στις 24 εβδομάδες.

Από τον Ιούνιο του 2016 ως το Μάρτιο του 2019, συνολικά 72 συμμετέχοντες εισήχθησαν στη μελέτη (19 [26%] από αυτούς ήταν ηλικίας 18-24 ετών] και τυχαιοποιήθηκαν στις δύο ομάδες (39 σε δαπαγλιφλοζίνη και 33 σε εικονικό φάρμακο). Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 16,1 ± 3,3 έτη. Μετά από 24 εβδομάδες, στην ανάλυση με βάση την πρόθεση θεραπείας (intention to treat analysis) η μέση αλλαγή στη συγκέντρωση της HbA1c ήταν -0,25% [95% CI: (-0,85 έως 0,34)] για την ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και 0,50% [95% CI: (−0,18 έως 1,17)] για την ομάδα με το εικονικό φάρμακο. Η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων ήταν −0,75% [95% CI: (−1,65 έως 0,15), p=0,10]. Στην ανάλυση ευαισθησίας (sensitivity analysis) (34 άτομα στην ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και 26 άτομα στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου) μετά από 24 εβδομάδες, η μέση αλλαγή στη συγκέντρωση της HbA1c ήταν −0,51% [95% CI: (−1,07 έως 0,05)] για την ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και 0,62% [95% CI: (−0,04 έως 1,27)] για την ομάδα με το εικονικό φάρμακο. Η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων ήταν −1,13% [95% CI: (−1,99 έως −0,26), p=0,012)]. Ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάστηκαν σε 27 (69%) συμμετέχοντες στους οποίους χορηγήθηκε δαπαγλιφλοζίνη και σε 19 (58%) συμμετέχοντες στους οποίους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο σε διάστημα 24 εβδομάδων, καθώς και σε 29 (74%) συμμετέχοντες που έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη για 52 εβδομάδες. Υπογλυκαιμία εμφάνισαν 11 (28%) άτομα που έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη και έξι (18%) συμμετέχοντες που έλαβαν εικονικό φάρμακο στη διάρκεια των 24 εβδομάδων, καθώς και 13 συμμετέχοντες (33%) που έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη κατά τη διάρκεια των 52 εβδομάδων. Καμία  ανεπιθύμητη ενέργεια δεν καταγράφηκε ως σοβαρή. Επίσης, δεν καταγράφηκαν περιστατικά διαβητικής κετοξέωσης.

Συμπερασματικά, το πρωτογενές καταληκτικό σημείο της μελέτης που ήταν η μεταβολή της συγκέντρωσης της HbA1c δεν παρουσίαζε διαφορά στην ανάλυση με βάση την πρόθεση θεραπείας (intention to treat analysis) στη θεραπεία παιδιών, εφήβων και νεαρών ενηλίκων με ΣΔΤ2 που έλαβαν δαπαγλιφλοζίνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ωστόσο, στην ανάλυση ευαισθησίας (sensitivity analysis) καταγράφηκε σημαντική διαφορά στη μεταβολή της συγκέντρωσης της HbA1c μεταξύ των δύο ομάδων. Σχετικά με την ασφάλεια χορήγησης της δαπαγλιφλοζίνης σε παιδιά και σε νέους, δεν καταγράφηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ή περιστατικά διαβητικής κετοξέωσης, ενώ ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας ήταν χαμηλός.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης