Τάσεις στη συνταγογράφηση καρδιοπροστατευτικών διαβητικών παραγόντων μετά από επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης μεταξύ των Βετεράνων των Η.Π.Α.

Deo SV, McAllister DA, Al-Kindi S, Elgudin Y, Chu D, Pell J, Sattar N. Trends in Prescriptions of Cardioprotective Diabetic Agents After Coronary Artery Bypass Grafting Among U.S. Veterans. Diabetes Care. 2022 Oct 18:dc220570.

 

Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) που υποβάλλονται σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (CABG) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά συμβάματα. Οι SGLT2 αναστολείς και οι GLP-1 αγωνιστές είναι αποτελεσματικοί καρδιοπροστατευτικοί παράγοντες. Ωστόσο, η συνταγογράφηση τους σε ασθενείς με CABG δεν έχει καταγραφεί. Στις Η.Π.Α. πραγματοποιήθηκε μία μελέτη που είχε ως στόχο την αξιολόγηση της συνολικής χρήσης των SGLT2 αναστολέων και των GLP-1 αναλόγων μετά από CABG και την εξέταση των παραγόντων που σχετίζονται με τη χρήση των αγωγών αυτών. Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δημοσιεύθηκαν στο Diabetes Care στις 18 Οκτωβρίου του 2022.

Πραγματοποιήθηκε ανάλυση της εθνικής βάσης δεδομένων Βετεράνων (VA) (2016–2019) για να βρεθούν οι τάσεις και οι παράγοντες που σχετίζονται με τη συνταγογράφηση των SGLT2 αναστολέων ή των GLP-1 αναλόγων μετά από CABG.

Μεταξύ 5.109 ασθενών που χειρουργήθηκαν σε 40 διαφορετικά ιατρικά κέντρα VA, σε 525 από αυτούς (10,4%), 352 (6,8%) και 91 (1,8%) συνταγογραφήθηκαν SGLT2 αναστολείς, GLP-1 αγωνιστές ή και οι δύο αγωγές, αντίστοιχα. Παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στα τριμηνιαία ποσοστά συνταγογράφησης των SGLT2 αναστολέων (1,6% το 1ο τρίμηνο του 2016, 33% το 4ο  τρίμηνο του 2019), αλλά ήταν χαμηλότερη για τους GLP-1 αγωνιστές (0,8% το 1ο  τρίμηνο 2016, 11,2% το 4ο  τρίμηνο του 2019). Η χρήση των SGLT2 αναστολέων ήταν λιγότερο πιθανή αν συνυπήρχε περιφερική αρτηριακή νόσος [odds ratio (OR)  (95% CI): 0,75 (0,75-0,94)] ή νεφρική νόσος [OR (95% CI): 0,72 (0,58-0,88)], ενώ η χρήση GLP-1 αγωνιστών συσχετίστηκε με την παρουσία της παχυσαρκίας [OR (95% CI): 1,91 (1,50, 2,46).

Η συνολική χρήση των SGLT2 αναστολέων ή των GLP-1 αγωνιστών σε βετεράνους των ΗΠΑ με ΣΔΤ2 που υποβάλλονται σε CABG είναι χαμηλή, με τους SGLT2 αναστολείς να προτιμάται έναντι των GLP-1 αγωνιστών.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Διαλείπουσα σάρωση συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1

Leelarathna L, Evans ML, Neupane S, Rayman G, Lumley S, Cranston I, Narendran P, Barnard-Kelly K, Sutton CJ, Elliott RA, Taxiarchi VP, Gkountouras G, Burns M, Mubita W, Kanumilli N, Camm M, Thabit H, Wilmot EG; FLASH-UK Trial Study Group. Intermittently Scanned Continuous Glucose Monitoring for Type 1 Diabetes. N Engl J Med. 2022 Oct 5. doi: 10.1056/NEJMoa2205650.

 

Σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1) και υψηλά επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) τα οφέλη της διαλείπουσας παρακολούθησης της γλυκόζης με προαιρετικά μηνύματα – συναγερμούς για τα υψηλά και τα χαμηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα δεν έχουν μελετηθεί. Σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη στην οποία συμμετείχαν άτομα με ΣΔΤ1 με επίπεδα HbA1c μεταξύ 7,5% και 11,0%, αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα της συνεχούς παρακολούθησης της γλυκόζης που ελέγχεται κατά διαστήματα σε σύγκριση με την μέτρηση των επιπέδων γλυκόζης με την κλασσική μέτρηση στο δάχτυλο. Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν τα επίπεδα HbA1c στις 24 εβδομάδες. Τα δευτερογενή καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν δεδομένα αισθητήρων, παραμέτρους αποτελεσμάτων που αναφέρθηκαν από τους συμμετέχοντες και παράμετροι ασφάλειας. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό New England Journal of Medicine στις 5 Οκτωβρίου του 2022.

Συνολικά 156 συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1, να υποβληθούν σε διαλείπουσα σάρωση συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης (η ομάδα παρέμβασης, 78 συμμετέχοντες) ή να παρακολουθήσουν τα δικά τους επίπεδα γλυκόζης στο αίμα τους με μέτρηση στο δάκτυλο (η ομάδα καθιερωμένης φροντίδας, 78 συμμετέχοντες). Κατά την έναρξη, η μέση (±SD) ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 44±15 έτη και η μέση διάρκεια του διαβήτη ήταν 21±13 έτη. Το 44% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες. Το μέσο αρχικό επίπεδο HbA1c ήταν 8,7±0,9% στην ομάδα παρέμβασης και 8,5±0,8% στην ομάδα της καθιερωμένης φροντίδας. Τα επίπεδα αυτά μειώθηκαν σε 7,9±0,8% και 8,3±0,9%, αντίστοιχα, στις 24 εβδομάδες (προσαρμοσμένη μέση διαφορά μεταξύ των ομάδων, -0,5 ποσοστιαίες μονάδες· 95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI], -0,7 έως -0,3, P<0,001). Ο χρόνος ανά ημέρα που το επίπεδο γλυκόζης ήταν στο εύρος – στόχο ήταν 9,0 ποσοστιαίες μονάδες (95% CI, 4,7 έως 13,3) υψηλότερο ή 130 λεπτά (95% CI, 68 έως 192) περισσότερο στην ομάδα παρέμβασης από ό,τι στην ομάδα ελέγχου, και ο χρόνος που δαπανήθηκε σε υπογλυκαιμική κατάσταση (επίπεδο γλυκόζης στο αίμα, <70 mg/dL) ήταν 3,0 ποσοστιαίες μονάδες (95% CI, 1,4 έως 4,5) χαμηλότερος ή 43 λεπτά (95% CI, 20 έως 65) μικρότερος στην ομάδα παρέμβασης. Δύο συμμετέχοντες στην ομάδα της καθιερωμένης φροντίδας είχαν ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας και 1 άτομο στην ομάδα παρέμβασης είχε δερματική αντίδραση στον αισθητήρα.

Συμπερασματικά, μεταξύ των συμμετεχόντων με ΣΔΤ1 και υψηλά επίπεδα HbA1c, η χρήση συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης με διαλείπουσα σάρωση και προαιρετικούς συναγερμούς – μηνύματα για υψηλά και χαμηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα οδήγησε σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα HbA1c από τα επίπεδα που παρακολουθούνται με την κλασσική μέτρηση στο δάχτυλο.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Τάσεις στις συνταγές καρδιοπροστατευτικών διαβητικών παραγόντων μετά από μοσχεύματα παράκαμψης στεφανιαίας αρτηρίας μεταξύ βετεράνων των Η.Π.Α.

Deo SV, McAllister DA, Al-Kindi S, Elgudin Y, Chu D, Pell J, Sattar N. Trends in Prescriptions of Cardioprotective Diabetic Agents After Coronary Artery Bypass Grafting Among U.S. Veterans. Diabetes Care. 2022 Oct 18:dc220570.

 

Σε διάφορα διαβητολογικά κέντρα παγκοσμίως παρατηρήθηκε αυξημένος επιπολασμός της διαβητικής κετοξέωσης κατά τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1) σε παιδιά στη διάρκεια της πανδημίας COVID-19. Για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε μία πολυκεντρική μελέτη που είχε ως στόχο να αξιολογήσει τις τάσεις στον επιπολασμό της διαβητικής κετοξέωσης στη διάγνωση του παιδιατρικού ΣΔΤ1 πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, και να βρεθούν πιθανοί προγνωστικοί παράγοντες των αλλαγών στον επιπολασμό της διαβητικής κετοξέωσης κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό THE LANCET Diabetes &Endocrinology στις 3 Οκτωβρίου του 2022.

Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που υποβάλλονται σε μόσχευμα παράκαμψης στεφανιαίας αρτηρίας (CABG) διατρέχουν κίνδυνο για καρδιαγγειακά επεισόδια. Οι αναστολείς του υποδοχέα συμμεταφορέα 2 νατρίου-γλυκόζης (SGLT2i) και οι αγωνιστές του υποδοχέα πεπτιδίου 1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1RA) είναι αποτελεσματικοί καρδιοπροστατευτικοί παράγοντες. Ωστόσο, η συνταγογράφηση τους στους ασθενείς με CABG είναι αβέβαιη. Οι στόχοι αυτής της μελέτης ήταν 1) η αξιολόγηση της συνολικής χρήσης του SGLT2i/GLP-1RA μετά από CABG και η διερεύνηση των διαχρονικών τάσεων και 2) η εξέταση παραγόντων που σχετίζονται με τον ασθενή που σχετίζονται με τη χρήση του SGLT2i ή του GLP-1RA.

Αναλύσαμε την εθνική βάση δεδομένων Βετεράνων Υποθέσεων (VA) (2016–2019) για να αναφέρουμε τάσεις και παράγοντες που σχετίζονται με τη συνταγογράφηση SGLT2i ή GLP-1RA μετά από CABG.

Μεταξύ 5.109 ασθενών που χειρουργήθηκαν σε 40 διαφορετικά ιατρικά κέντρα VA, 525 από 5.109 (10,4%), 352 από 5.109 (6,8%) και 91 από 5.109 (1,8%) συνταγογραφήθηκαν SGLT2i, GLP-1RA, και τα δύο αντίστοιχα. Σημαντική αύξηση στα τριμηνιαία ποσοστά συνταγογράφησης SGLT2i (1,6% [πρώτο τρίμηνο 2016 (1 τρίμηνο 2016)], 33% [4ο τρίμηνο 2019]) ήταν παρούσα, αλλά ήταν χαμηλότερη για το GLP-1RA (0,8% [Πρώτο τρίμηνο 2016], 11,2% [4 τρίμηνο 2019]) . Η χρήση SGLT2i ήταν λιγότερο πιθανή με προϋπάρχουσα αγγειακή νόσο (περίεργη αναλογία [OR] 0,75, 95% CI 0,75, 0,94) ή νεφρική νόσο (OR 0,72, 95% CI 0,58, 0,88), ενώ η χρήση GLP-1RA συσχετίστηκε με παχυσαρκία (OR 1,91, 95% CI 1,50, 2,46).

Η συνολική χρήση των φαρμάκων SGLT2i ή GLP-1RA σε βετεράνους των ΗΠΑ με διαβήτη τύπου 2 που υποβάλλονται σε CABG είναι χαμηλή, με το SGLT2i να προτιμάται έναντι του GLP-1RA.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Συμπτώματα και γλυκαιμικός έλεγχος σε νεαρά άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 μετά από SARS-CoV-2 λοίμωξη: μια μελέτη παρατήρησης

Revital Nimri, Marianna Rachmiel, Michal Yackobovitch-Gavan, Avivit Brener, Liat de Vries, Naama Fisch Shvalb, Liora Lazar, Asaf Oren, Talia Jacobi-Polishook, Noa Shefer Averbuch, Ariel Tenenbaum, Eran Mel, Sari Krepel Volsky, Marie Mouler, Sharon Demol, Shlomit Shalitin, Rachel Bello, Moshe Phillip, and Yael Lebenthal

The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism, 2022, 107, e3264–e3272

https://doi.org/10.1210/clinem/dgac288

 

Εισαγωγή

Είναι σημαντική η ανάλυση δεδομένων για την επίδραση της λοίμωξης με SARS-CoV-19 σε νέους ασθενείς με εγκατεστημένο Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1). Η αναγνώριση των επιπτώσεων της λοίμωξης, τόσο των βραχυπρόθεσμων όσο και των μακροπρόθεσμων, ενδέχεται να βοηθήσει σημαντικά στην εδραίωση μιας κοινής προληπτικής και εκπαιδευτικής πολιτικής με σκοπό τη διαχείριση του ΣΔ1 σε όλη τη διάρκεια της οξείας νόσησης καθώς και την πρόληψη πιθανών σοβαρών επεισοδίων διαβητικής κετοξέωσης.

Σκοπός

Η συγκεκριμένη μελέτη έχει ως στόχο να περιγράψει τις κλινικές εκδηλώσεις της λοίμωξης με SARS-CoV-2 σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες με γνωστό ΣΔ1 και να διερευνήσει τις επιδράσεις του COVID-19 στον γλυκαιμικό έλεγχο και στην πορεία της νόσου.

Μέθοδοι

Σε αυτή τη μελέτη παρατήρησης συμμετείχαν 3 διαβητολογικές κλινικές στο Ισραήλ (Μάρτιος 2020 – Μάρτιος 2021). Συμπεριλήφθηκαν άτομα κάτω των 30 ετών με διαγνωσμένο ΣΔ1 που εξετάστηκαν και βγήκαν θετικοί για λοίμωξη με SARS-CoV-2 (με ποσοτική real-time PCR). Συγκεντρώθηκαν δεδομένα από τους ιατρικούς τους φακέλους, τις συσκευές καταγραφής σακχάρου και ερωτηματολόγια σχετικά με τη νόσο COVID-19. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων βασίστηκε στην παρουσία ή απουσία κλινικής συμπτωματολογίας (συμπτωματικοί – ασυμπτωματικοί) και στην ταξινόμηση των συμμετεχόντων σε ηλικιακές ομάδες (παιδιά, έφηβοι < 19 ετών και νεαροί ενήλικες 19-30 ετών).

Αποτελέσματα

Από το σύνολο των 132 ασθενών (μέση ηλικία 16,9 ± 5,3 έτη) με επιβεβαιωμένη COVID-19 λοίμωξη, οι 103 (78%) εμφάνισαν σχετική κλινική συμπτωματολογία με πιο συχνά αναφερόμενα συμπτώματα τον πονοκέφαλο, την κόπωση, τον πυρετό και την απώλεια της αίσθησης της όσφρησης. Όλοι παρουσίασαν ήπια πορεία νόσου, ωστόσο 4 ασθενείς χρειάστηκαν νοσηλεία εκ των οποίων οι 2 εμφάνισαν επιπλοκές άμεσα σχετιζόμενες με τη COVID-19 λοίμωξη (1 περιστατικό πνευμονίας σε ασθενή με σύνδρομο ανοσοανεπάρκειας και 1 περιστατικό διαβητικής κετοξέωσης). Η στατιστική ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε πως η μεγαλύτερη ηλικία (odds ratio [OR] = 1,11; 95% CI, 1,01-1,23; P = 0,033), τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης ορού (OR = 5,23; 95% CI, 1,12-24,41; P = 0,035) και οι συννοσηρότητες (OR = 8,21; 95% CI, 1,00-67,51; P = 0,050) συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με συμπτωματική λοίμωξη. Επίμονη συμπτωματολογία παρατηρήθηκε στο 16,5% των ασθενών με μέση διάρκεια τους 6,7 μήνες. Πάλι, η μεγαλύτερη ηλικία (OR = 1,14; 95% CI, 1,01-1,29; P = 0,030) και τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης ορού (OR = 3,42; 95% CI, 1,12-10,40; P = 0,031) συσχετίστηκαν με μακρύτερη και επίμονη συμπτωματολογία. Στη πλειοψηφία των ασθενών (64%) δεν καταγράφηκε καμία αλλαγή στα επίπεδα γλυκόζης πέρα από μια προσωρινή επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά τη βραχεία διάρκεια της νόσησης.

Συμπεράσματα

Οι νεαροί ασθενείς με διαγνωσμένο ΣΔ1 γενικά εμφανίζουν ήπια πορεία νόσου σε COVID-19 λοίμωξη. Τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης ορού κατά τη διάρκεια της νόσησης καθώς και η μεγαλύτερη ηλικία συσχετίζονται με μακρύτερη πορεία νόσου.

 

Επιμέλεια: Μάνθου Ελένη

Επίδραση των αντιδιαβητικών φαρμάκων και της γλυκαιμικής ρύθμισης στον κίνδυνο ανάπτυξης ηπατοκυτταρικού καρκίνου (ΗΚΚ) σε ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος

Jennifer R. Kramer, Yamini Natarajan, Jianliang Dai, Xian Yu, Liang Li, Hashem B. El-Serag, Fasiha Kanwal

Hepatology. 2022 June ; 75(6): 1420–1428

doi:10.1002/hep.32244

 

Σκοπός

Μεταξύ των ασθενών με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (non alcoholic fatty liver disease, NAFLD), αυτοί με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο εξέλιξης σε ηπατοκυτταρικό καρκίνο (ΗΚΚ). Ωστόσο, οι παράγοντες κινδύνου για ΗΚΚ σε αυτούς τους ασθενείς δεν έχουν ακόμα διευκρινιστεί πλήρως.

Μέθοδοι

Σε αυτή την αναδρομική μελέτη κοόρτης συγκεντρώθηκαν ασθενείς με NAFLD και ΣΔ2 από 130 κέντρα βετεράνων (1/1/2004 – 31/12/2008). Η παρακολούθηση των ασθενών ξεκίνησε από την πρωτοδιάγνωση τους με NAFLD με καταληκτικά σημεία την εμφάνιση ΗΚΚ, το θάνατο ή τη διακοπή της μελέτης (31/12/2018). Έγινε στατιστική μελέτη με αναλογικά μοντέλα κινδύνου (landmark Cox proportional hazards models) για τον καθορισμό της επίδρασης στον κίνδυνο για ΗΚΚ τόσο της χρήσης κλασικών αντιδιαβητικών φαρμάκων (μετφορμίνη, ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες) όσο και του γλυκαιμικού ελέγχου (μετρούμενου ως ποσοστό του χρόνου παρακολούθησης στον οποίο η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη παρέμεινε < 7%). Ταυτόχρονα, έγινε προσαρμογή με βάση τα σωματομετρικά και τα μεταβολικά χαρακτηριστικά των ασθενών (υπέρταση, παχυσαρκία, δυσλιπιδαιμία).

Αποτελέσματα

Αναγνωρίστηκαν 85.963 ασθενείς με NAFLD και ΣΔ2. Συνολικά, 524 ασθενείς εμφάνισαν ΗΚΚ σε ένα μέσο χρόνο 10,3 ετών παρακολούθησης. Οι πιο συχνά ακολουθούμενες θεραπείες ήταν η μονοθεραπεία με μετφορμίνη (19,7%), ο συνδυασμός μετφορμίνης με σουλφονυλουρίες (19,6%), η ινσουλίνη (9,3%) και η μονοθεραπεία με σουλφονυλουρίες (13,6%). Συγκρινόμενη με απουσία φαρμακευτικής αγωγής η λήψη μετφορμίνης συσχετίστηκε με 20% χαμηλότερο κίνδυνο για ΗΚΚ (HR, 0,80; 95% CI, 0,93–0,98). Η χρήση ινσουλίνης δεν επηρέασε καθόλου τον κίνδυνο για ΗΚΚ (HR, 1,02; 95% CI, 0,85–1,22; p = 0,85). Ωστόσο, η χρήση ινσουλίνης σε συνδυασμό με άλλα αντιδιαβητικά δισκία από του στόματος συσχετίστηκε με 1,6 έως 1,7 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για ΗΚΚ. Ο επαρκής γλυκαιμικός έλεγχος συσχετίστηκε με 31% μικρότερο κίνδυνο για ΗΚΚ (HR, 0,69; 95% CI, 0,62–0,78).

Συμπεράσματα

Στη μεγάλη αυτή μελέτη κοόρτης σε ασθενείς με NAFLD και ΣΔ2, η χρήση μετφορμίνης συσχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο για ανάπτυξη ΗΚΚ, ενώ αντίθετα η χορήγηση συνδυασμένης θεραπείας με ινσουλίνη φάνηκε να αυξάνει τον κίνδυνο. Το επίπεδο γλυκαιμικής ρύθμισης φάνηκε πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης πρόβλεψης για τη σταδιοποίηση του κινδύνου για ανάπτυξη ΗΚΚ σε ασθενείς με NAFLD και ΣΔ2.

 

Επιμέλεια: Μάνθου Ελένη

Διατροφικές πηγές πρωτεΐνης, συμμετέχοντες βιοδείκτες και επίπτωση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2: Ευρήματα από τη μελέτη Women’s Health Initiative (WHI) και την UK Biobank (UKB)

Jie Li, Andrea J. Glenn, Qingling Yang, Ding Ding, Lingling Zheng, Wei Bao, Jeannette Beasley, Erin LeBlanc, Kenneth Lo, JoAnn E. Manson, Lawrence Philips, Lesley Tinker, and Simin Liu

Diabetes Care 2022;45:1742–1753

https://doi.org/10.2337/dc22-0368

 

Σκοπός

Η αιτιολογική σχέση της διατροφικής πρόσληψης πρωτεϊνών με την εμφάνιση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) δεν έχει διευκρινιστεί. Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να διερευνήσει την σχέση της πρόσληψης διαφορετικής προέλευσης πρωτεϊνών (ζωικής ή φυτικής) με την εμφάνιση ΣΔ2 και τους πιθανούς ρόλους των εμπλεκόμενων βιοδεικτών.

Μέθοδοι

Στην παρούσα μελέτη αναλύθηκαν τα δεδομένα από την Women’s Health Initiative (WHI) (πρωταρχική μελέτη κοόρτης) και από την UK Biobank (UKB) (πληθυσμός επαλήθευσης). Συγκεκριμένα μελετήθηκαν 108.681 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που συμμετείχαν στην WHI και δεν έπασχαν από ΣΔ2 (κατά την έναρξη της μελέτης) και 34.616 ενήλικες χωρίς ΣΔ2 από την UKB. Εφαρμόστηκαν πολυπαραγοντικά μοντέλα ανάλυσης κινδύνου (Cox proportional hazard models) για τον υπολογισμό των συσχετίσεων πρωτεϊνικής πρόσληψης και ΣΔ2. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε ανάλυση διαμεσολάβησης κινδύνου (mediation analysis) σε υποπληθυσμούς της μελέτης WHI (nested case-control studies) για την εκτίμηση του ρόλου των βιοδεικτών στην εμφάνιση ΣΔ2.

Αποτελέσματα

Στην WHI αναγνωρίστηκαν 15.842 περιστατικά ασθενών με ΣΔ2 σε ένα μέσο χρόνο παρακολούθησης 15,8 ετών. Η πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για ΣΔ2 με αναλογία κινδύνου μεταξύ του υψηλότερου και του χαμηλότερου πεμπτημορίου κατανάλωσης (hazard ratio-HR) 1,31 [95% CI 1,24–1,37]) ενώ η κατανάλωση φυτικής πρωτεΐνης συσχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο (HR 0,82 [0,78–0,86]). Ειδικότερα, η κατανάλωση κόκκινου κρέατος, επεξεργασμένου κρέατος, πουλερικών και αυγών συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για ΣΔ2 ενώ αντίθετα, η συχνή κατανάλωση δημητριακών ολικής άλεσης φάνηκε πως μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο αυτό. Τα ευρήματα από την UKB ήταν παρόμοια. Ωστόσο, αυτές οι συσχετίσεις εξασθένησαν όταν έγινε προσαρμογή για το δείκτη μάζας σώματος. Η αύξηση κατά 5% της προσλαμβανόμενης ενέργειας από φυτική πρωτεΐνη φάνηκε να μειώνει τον κίνδυνο για ΣΔ2 κατά 21% (0,79 [0,74–0,84]), γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στα επίπεδα συγκεκριμένων βιοδεικτών (hs-CRP, interleukin-6, leptin, SHBG).

Συμπεράσματα

Τα ευρήματα αυτών των δύο μεγάλων προοπτικών μελετών κοόρτης υποστηρίζουν πως η υποκατάσταση των ζωικών πηγών πρωτεΐνης με φυτικές πηγές φαίνεται να μειώνει τον κίνδυνο για ανάπτυξη ΣΔ2 κυρίως μέσω περιορισμού της συνδεόμενης με την παχυσαρκία φλεγμονής.

 

 

Επιμέλεια: Μάνθου Ελένη

Εμπαγλιφλοζίνη και μειωμένος κίνδυνος νεφρολιθίασης: ένας πιθανός νέος ρόλος για την SLGT2 αναστολή;

Balasubramanian P, Wanner C, Ferreira JP, et al. Empagliflozin and Decreased Risk of Nephrolithiasis: A Potential New Role for SGLT2 Inhibition? [published correction appears in J Clin Endocrinol Metab. 2022 Jun 09;:]. J Clin Endocrinol Metab. 2022;107(7):e3003-e3007. doi:10.1210/clinem/dgac154

 

Ο διαβήτης αποτελεί γνωστό παράγοντα κινδύνου για νεφρολιθίαση. Σε αυτή τη μελέτη μελετήθηκε η συσχέτιση μεταξύ νεφρολιθίασης και εμπαγλιφλοζίνης, χρησιμοποιώντας δεδομένα από τις υπάρχουσες τυχαιοποιημένες μελέτες.

Συγκεντρώθηκαν δεδομένα από 15 081 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε εμπαγλιφλοζίνη (n = 10 177) ή εικονικό φάρμακο (n = 4904) από 20 μελέτες φάσης I-IV, συμπεριλαμβανομένης της EMPA-REG OUTCOME. Η επίπτωση των συμβαμάτων νεφρολιθίασης εντοπίστηκε βάσει μιας προκαθορισμένης συλλογής MedRA όρων. Πραγματοποιήθηκε επίσης ανάλυση ευαισθησίας χρησιμοποιώντας έναν πιο περιορισμένο προσδιορισμό. Τα ποσοστά επίπτωσης (IRR) και τα όρια αξιοπιστίας (95% CIs) υπολογίστηκαν χρησιμοποιώντας την εκτίμηση σχετικού κινδύνου (relative risk estimate), διαστρωματωμένη ανά μελέτη.

Ο διάμεσος χρόνος έκθεσης στο φάρμακο ήταν 543 ημέρες για το εικονικό φάρμακο και 549 ημέρες για την εμπαγλιφλοζίνη. 183 ασθενείς είχαν ένα επεισόδιο ουρολιθίασης κατά το follow-up (placebo: 79, εμπαγλιφλοζίνη: 104), με την ετήσια επίπτωση να υπολογίζεται σε 1.01 έναντι 0.63 συμβάματα/100 ασθενοέτη στα αντίστοιχα γκρουπ. Ο σχετικός κίνδυνος ήταν 0.64 (95% CI, 0.48-0.86) υπέρ της εμπαγλιφλοζίνης. In the sensitivity analysis, the results were similar (IRR, 0.62 [95% CI, 0.45-0.85]). Παρόμοια ήταν τα αποτελέσματα και στην ανάλυση ευαισθησίας (IRR, 0.62 [95% CI, 0.45-0.85]).

Συμπερασματικά, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η εμπαγλιφλοζίνη σχετίζεται με μείωση κατά 40% περίπου του κινδύνου για συμβάματα νεφρολιθίασης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Οι μηχανισμοί είναι άγνωστοι, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν αλλαγές στο λιθογόνο προφίλ των ούρων. Στοχευμένες, τυχαιοποιημένες, προοπτικές μελέτες απαιτούνται για να επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματα αυτά σε ασθενείς με, αλλά και χωρίς, διαβήτη τύπου

 

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της μονοθεραπείας με εβδομαδιαία χορήγηση εφπεγλενατίδης έναντι εικονικού φαρμάκου στον διαβήτη τύπου 2:  Η μελέτη AMPLITUDE-M

Frias JP, Choi J, Rosenstock J, et al. Efficacy and Safety of Once-Weekly Efpeglenatide Monotherapy Versus Placebo in Type 2 Diabetes: The AMPLITUDE-M Randomized Controlled Trial. Diabetes Care. 2022;45(7):1592-1600. doi:10.2337/dc21-2656

 

Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης ήταν να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της εφπεγλενατίδης, ενός GLP-1 αγωνιστή, έναντι της χορήγησης εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, ανεπαρκώς ρυθμιζόμενο με δίαιτα και άσκηση.

Πρόκειται για διπλα τυφλή, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 3, όπου ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 ανεπαρκώς ελεγχόμενο με δίαιτα και άσκηση μόνο τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν άπαξ εβδομαδιαίως εφπεγλενατίδη (2, 4, ή 6 mg) ή εικονικό φάρμακο για 56 εβδομάδες. Ο πρωταρχικός στόχος ήταν να αποδειχθεί η ανωτερότητα της εφπεγλενατίδης έναντι του εικονικού φαρμάκου για τη μείωση της HbA1c στην εβδομάδα 30. Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν οι μεταβολές σε άλλες παραμέτρους του γλυκαιμικού ελέγχου και στο σωματικό βάρος στις εβδομάδες 30 και 56.

Στην εβδομάδα 30, η HbA1c μειώθηκε από την αρχική τιμή του 8.1% (65 mmol/mol) σε 6.9% (52 mmol/mol), 6.6% (49 mmol/mol), και 6.4% (47 mmol/mol) με τη χορήγηση εφπεγλενατίδης σε δόση 2, 4, και 6 mg, αντιστοίχως. Οι μέσες τιμές μείωσης της HbA1c σε σχέση με το baseline ήταν στατιστικά σημαντικά ανώτερες για κάθε δοσολογία της εφπεγλενατίδης έναντι του placebo (2 mg, -0.5% [95% CI -0.9, -0.2; P = 0.0054]; 4 mg, -0.8% [-1.2, -0.5; P < 0.0001]; 6 mg, -1.0% [-1.4, -0.7; P < 0.0001]). Ένα μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν εφπεγλενατίδη, ανεξαρτήτως δοσολογίας, πέτυχε τιμή HbA1c <7% (53 mmol/mol) έναντι των ασθενών που έλαβαν placebo μέχρι την εβδομάδα 30 (P < 0.0001), ενώ παρατηρήθηκαν επίσης σημαντικές μειώσεις στο σωματικό βάρος και τη γλυκόζη νηστείας με τη χορήγηση εφπεγλενατίδης (4 και 6 mg) έναντι του placebo στην εβδομάδα 30 (P < 0.05). Όπως και με τους υπόλοιπους GLP-1 RAs, οι πιο κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γαστρεντερικές, οι οποίες ήταν γενικά παροδικές και ήπιες έως μέτριες σε επίπεδο βαρύτητας. Λίγοι ασθενείς ανέφεραν υπογλυκαιμία.

Συμπερασματικά, η εβδομαδιαία χορήγηση εφπεγλενατίδης ως μονοθεραπεία σε ασθενείς με διαβήτητ τύπου 2 βελτίωσε τον γλυκαιμικό έλεγχο και το σωματικό βάρος με το προφίλ ασφάλειας να είναι παρόμοιο με αυτό των άλλων GLP-1 αγωνιστών.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

Σύγκριση της αποτελεσματικότητας της εβδομαδιαίας χορήγησης τιρζεπατίδης έναντι της ημερήσιας χορήγησης ινσουλίνης degludec στον γλυκαιμικό έλεγχο με τη χρήση συνεχούς καταγραφής γλυκόζης σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 (SURPASS-3 CGM): μια υπο-μελέτη της τυχαιοποιημένης, φάσης 3 μελέτης SURPASS-3

Battelino T, Bergenstal RM, Rodríguez A, et al. Efficacy of once-weekly tirzepatide versus once-daily insulin degludec on glycaemic control measured by continuous glucose monitoring in adults with type 2 diabetes (SURPASS-3 CGM): a substudy of the randomised, open-label, parallel-group, phase 3 SURPASS-3 trial [published correction appears in Lancet Diabetes Endocrinol. 2022 Jun 22;:]. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022;10(6):407-417. doi:10.1016/S2213-8587(22)00077-8

 

Η τιρζεπατίδη είναι ένας νέος διπλός GIP/GLP-1 αγωνιστής για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2. Σε αυτή τη μελέτη, χρησιμοποιήθηκε συνεχής καταγραφή γλυκόζης (CGM) για να συγκριθεί το ημερήσιο γλυκαιμικό προφίλ σε ασθενείς που έλαβαν τιρζεπατίδη σε σχέση με αυτούς που έλαβαν ινσουλίνη degludec.

Αυτή η υπο-μελέτη της τυχαιοποιημένης, φάσης 3 μελέτης SURPASS-3 έλαβε χώρα σε 45 κέντρα σε 6 χώρες (Ουγγαρία, Πολωνία, Ρουμανία, Ισπανία, Ουκρανία, ΗΠΑ). Κατάλληλοι ασθενείς ήταν ενήλικες με διαβήτη τύπου 2, αρχική τιμή HbA1c 7–10.5%, και BMI τουλάχιστον 25 kg/m2, οι οποίοι δεν ελάμβαναν ινσουλίνη και ελάμβαναν θεραπεία μόνο με μετφορμίνη ή σε συνδυασμό με έναν SGLT2 αναστολέα για τουλάχιστον 3 μήνες πριν τη διαλογή.  Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1:1 να λάβουν εβδομαδιαία υποδόρια τιρζεπατίδη σε δόση των 5 mg, 10 mg, ή 15 mg, ή ημερήσια υποδόρια ινσουλίνη degludec (100 U/mL). Έγινε διαστρωμάτωση των ασθενών βάσει χώρας, τιμής HbA1c και λαμβανόμενης αντιδιαβητικής αγωγής. Ένα υποσύνολο αυτών των ασθενών με φυσιολογικό κύκλο ύπνου-αφύπνισης τελικά εντάχθηκε στη μελέτη, και οι τιμές γλυκόζης βάσει CGM καταγράφηκαν για 7 ημέρες στην έναρξη, 24 εβδομάδες, και 52 εβδομάδες. Ο πρωτεύων στόχος ήταν να συγκριθούν οι ασθενείς που έλαβαν 10 mg και 15 mg τιρζεπατίδης έναντι όσων έλαβαν ινσουλίνη degludec όσον αφορά τη διάρκεια κατά την οποία οι μετρήσεις μέσω CGM ήταν εντός στόχου (71–140 mg/dL) στις 52 εβδομάδες. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν να συγκριθούν οι ασθενείς που έλαβαν (5 mg, 10 mg, και 15 mg) έναντι όσων έλαβαν degludec για τη διάρκεια εντός στενού εύρους στόχου στις 24 και 52 εβδομάδες.

Μεταξύ 1/4/2019 και 27/11/2019, 313 ασθενείς πέρασαν από διαλογή, εκ των οποίων 243 εντάχθηκαν τελικώς (τιρζεπατίδη 5 mg, n=64; τιρζεπατίδη 10 mg, n=51; τιρζεπατίδη 15 mg, n=73; ινσουλίνη degludec, n=55). Οι ασθενείς που έλαβαν τιρζεπατίδη 10 και 15 mg είχαν μεγαλύτερη διάρκεια εντός εύρους στόχου σε σχέση με όσους έλαβαν degludec (υπολογιζόμενη διαφορά 25% [95% CI 16–33]; p<0.0001). Οι ασθενείς οι οποίοι έλαβαν τιρζεπατίδη πέρασαν σημαντικά περισσότερο χρόνο εντός εύρους στόχου στις 52 εβδομάδες συγκριτικά με όσους έλαβαν degludec (5 mg 12% [1–22], p=0.031; 10 mg 24% [13–35], p<0.0001; και 15 mg 25% [14–35], p<0.0001). Οι ασθενείς που έλαβαν τιρζεπατίδη 10 και 15 mg, αλλά όχι αυτοί που έλαβαν 5 mg, πέρασαν σημαντικά περισσότερο χρόνο εντός στόχου στις 24 εβδομάδες συγκριτικά με όσους έλαβαν ινσουλίνη degludec (10 mg 19% [8–30], p=0.0008; 15 mg 21% [11–31], p<0.0001).

Συμπερασματικά, η εβδομαδιαία χορήγηση τιρζεπατίδης προσέφερε ανώτερο γλυκαιμικό έλεγχο όπως αυτός εκτιμήθηκε βάσει CGM συγκριτικά με την ινσουλίνη degludec σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 σε μετφορμίνη, με ή χωρίς συγχορήγηση SGLT2 αναστολέα. Αυτά τα δεδομένα προσθέτουν περισσότερα στοιχεία για τις επιδράσεις της τιρζεπατίδης και τη δυνατότητά της για γλυκαιμική ρύθμιση χωρίς τον κίνδυνο για υπογλυκαιμία που συνεπάγεται η προσθήκη βασικής ινσουλίνης.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

Σύγκριση της τιρζεπατίδης με τη σεμαγλουτίδη εβδομαδιαίας χορήγησης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2- Μελέτη Surpass-2

Juan P. Frias, M.D., Melanie J. Davies, M.D., Julio Rosenstock, M.D.,Federico C. Perez Manghi, M.D., Laura Fernandez Lando, M.D.,Brandon K. Bergman, Pharm.D., Bing Liu, Ph.D., Xuewei Cui, Ph.D.,and Katelyn Brown, Pharm.D. N Engl J Med 2021; 385: 503-15

 

Εισαγωγή: H τιρζεπατίδη αποτελεί ένα διπλό αγωνιστή του γλυκοζοεξαρτώμενου, ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP) και του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1). Στη μελέτη αυτή συγκρίθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της εβδομαδιαίως χορηγούμενης τιρζεπατίδης με τη σεμαγλουτίδη, η οποία αποτελεί έναν εκλεκτικό αγωνιστή των υποδοχέων GLP-1.

 

Mέθοδος: Σε μία ανοιχτή, διάρκειας 40 εβδομάδων μελέτη φάσης 3, τυχαιoποιήθηκαν 1879 ασθενείς με αναλογία 1:1:1:1 ώστε να λάβουν είτε τιρζεπατίδη σε δόση 5mg, 10 mg ή 15 mg, είτε σεμαγλουτίδη σε δόση 1 mg. Στο baseline η μέση τιμή της HbA1c ήταν 8,28%, η μέση ηλικία 56,6 έτη και το μέσο σωματικό βάρος 93,7 kgr. To πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η μεταβολή της HbA1c από το baseline έως τις 40 εβδομάδες.

 

Αποτελέσματα: Η μέση εκτιμώμενη μεταβολή της HbA1c από το baseline ήταν – 2,01%, -2,24% και -2,3% με την τιρζεπατίδη σε δόση 5mg, 10 mg και 15 mg αντιστοίχως και -1,86% με τη σεμαγλουτίδη. Οι εκτιμώμενες διαφορές μεταξύ των δόσεων 5 mg, 10 mg και 15 mg της τιρζεπατίδης και της σεμαγλουτίδης ήταν −0,15% [95% (CI) −0,28, −0,03 P = 0,02], −0,39% [95% (CI) −0,51, −0,26; P<0,001] και −0,45 % [95%(CI) −0,57,−0,32; P<0,001] αντιστοίχως. Η τιρζεπατίδη σε όλες τις δόσεις ήταν μη-κατώτερη και ανώτερη από τη σεμαγλουτίδη. Η μείωση του σωματικού βάρους ήταν μεγαλύτερη με την τιρζεπατίδη συγκριτικά με τη σεμαγλουτίδη (εκτιμώμενη μέση διαφορά ελαχίστων τετραγώνων – 1,9 kgr, – 3,6 kgr και -5,5 kgr, αντιστοίχως, p<0,001 για όλες τις συγκρίσεις). Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν οι γαστρεντερικές διαταραχές και ήταν κυρίως ήπιας έως μέτριας βαρύτητας στην ομάδα της τιρζεπατίδης και της σεμαγλουτίδης (ναυτία 17-22% και 18%, διάρροια 13-16% και 12%, έμετοι 6-10% και 8%, αντιστοίχως). Το ποσοστό των ασθενών, που έλαβαν τιρζεπατίδη κι εμφάνισαν υπογλυκαιμία (γλυκόζη < 54 mg/dl) ήταν 0,6% (δόση 5 mg), 0,2% (δόση 10 mg) και 1,7% (δόση 15 mg), ενώ στην ομάδα της σεμαγλουτίδης ήταν 0,4%. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν σε 5-7% των ασθενών, που έλαβαν τιρζεπατίδη και σε 3% των ασθενών, που έλαβαν σεμαγλουτίδη.

 

Συμπεράσματα: Σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, η τιρζεπατίδη ήταν μη-κατώτερη και ανώτερη της σεμαγλουτίδης όσον αφορά τη μέση μεταβολή της HbA1c από το baseline έως τις 40 εβδομάδες.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου