Μηχανισμοί που ευθύνονται για την αύξηση της ενδογενούς παραγωγής γλυκόζης και κετονικών σωμάτων στα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2, τα οποία λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή με Εμπαγλιφλοζίνη.

Abdelgani S, et al. Distinct Mechanisms Responsible for the Increase in Glucose Production and Ketone Formation Caused by Empagliflozin in T2DM Patients. Diabetes Care. 2023 Mar 1:dc220885. doi: 10.2337/dc22-0885.

Τα τελευταία χρόνια, για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του ΣΔΤ2 είναι πολύ διαδεδομένη η χρήση αναστολέων του συμμεταφορέα γλυκόζης-νατρίου 2 (SGLT2). Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση των μηχανισμών, μέσω των οποίων ο αναστολέας SGLT2 Εμπαγλιφλοζίνη προκαλεί αύξηση της ενδογενούς παραγωγής γλυκόζης και κετονικών σωμάτων στα άτομα με ΣΔΤ2.

Στη μελέτη, η οποία περιλάμβανε δυο σκέλη, εκτιμήθηκαν 12 άτομα με ΣΔΤ2. Κατά το πρώτο σκέλος της μελέτης υπολογίστηκε η ηπατική παραγωγή γλυκόζης μέσω 8ωρης ενδοφλέβιας έγχυσης ραδιοσημασμένης γλυκόζης (6,6,D2-glucose). Τρεις ώρες μετά την έναρξη χορήγησης της γλυκόζης οι συμμετέχοντες έλαβαν Εμπαγλιφλοζίνη (8 άτομα), είτε εικονικό φάρμακο (4 άτομα). Η ανακύκληση (turnover) της Νοραδρεναλίνης (ΝΕ) εκτιμήθηκε μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης ραδιοσημασμένης ΝΕ (3H-NE). Το δεύτερο σκέλος της μελέτης ήταν πανομοιότυπο με το πρώτο, αλλά πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες καθήλωσης της γλυκόζης (glucose clamp procedure), σε συνδυασμό με ενδοφλέβια έγχυση σωματοστατίνης (pancreatic clamp).

Η χορήγηση Εμπαγλιφλοζίνης, κατά το πρώτο σκέλος της μελέτης, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης κατά 31%, η οποία συνδυάστηκε με μείωση της συγκέντρωσης της γλυκόζης (-34 mg/dL) και της ινσουλίνης (-52%) στο πλάσμα και αντίστοιχα, αύξηση της γλυκαγόνης (+19%), των ελεύθερων λιπαρών οξέων (+29%) και του β-υδροξυβουτυρικού (+48%). Κατά το δεύτερο σκέλος, όπου η  Εμπαγλιφλοζίνη χορηγήθηκε υπό συνθήκες pancreatic clamp, τα επίπεδα της ινσουλίνης, γλυκαγόνης, ελεύθερων λιπαρών οξέων και β-υδροξυβουτυρικού παρέμειναν αμετάβλητα, ενώ παρατηρήθηκε αύξηση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης και της ανακύκλησης (turnover) της ΝΕ (+67% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο).

Συμπερασματικά, η μείωση της ινσουλίνης σε συνδυασμό με την αύξηση της γλυκαγόνης στο πλάσμα, που προκλήθηκε από τη χορήγηση Εμπαγλιφλοζίνης, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων των ελεύθερων λιπαρών οξέων και κετονών. Η αύξηση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης, που προκαλεί η Εμπαγλιφλοζίνη γίνεται ανεξάρτητα από τα επίπεδα ινσουλίνης και γλυκαγόνης και πιθανόν εξηγείται από την αυξημένη ανακύκλησης (turnover) της ΝΕ.

 

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η χαμηλού βαθμού ηπατική στεάτωση σχετίζεται με μακροχρόνια υποστροφή του ΣΔ2 ανεξάρτητα από τον τύπο βαριατρικής-μεταβολικής χειρουργικής

Lautenbach A, Wernecke M, Mann O, et al. Low-Grade Hepatic Steatosis Is Associated with Long-term Remission of Type 2 Diabetes Independent of Type of Bariatric-Metabolic Surgery [published online ahead of print, 2022 Dec 12]. Obes Surg. 2022;10.1007/s11695-022-06406-0.

 

Η βαριατρική-μεταβολική χειρουργική μειώνει το βαθμό της στεάτωσης, της ηπατικής φλεγμονής και της ίνωσης σε ασθενείς με σοβαρή παχυσαρκία και μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (NAFLD). Οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν τη σημαντική απώλεια βάρους, αλλά και ταυτόχρονα αποτελέσματα στην ομοιοστασία της γλυκόζης. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ της NAFLD και της υποστροφής του ΣΔ2 μέχρι και 8 χρόνια μετά από διαφορετικές βαριατρικές επεμβάσεις.

Σε μια αναδρομή μελέτη που συμπεριλήφθηκαν 107 ασθενείς με παχυσαρκία και ΣΔ2 κατά την έναρξη, διερευνήθηκε η συσχέτιση μεταξύ της ιστολογικά αποδεδειγμένης NAFLD, όπως αυτή ορίζεται ως στεάτωση >5% στα ηπατοκύτταρα κατά το χρόνο του χειρουργείου, και της υποστροφής του ΣΔ2 έως και 8 χρόνια μετά από διαφορετικές βαριατρικές επεμβάσεις. Για την ανάλυση αυτή χρησιμοποιήθηκε μονοπαραγοντική μελέτη παλινδρόμησης.

Μακροχρόνια ύφεση του ΣΔ2 παρατηρήθηκε στο 56% των ασθενών (n = 60). Η παρουσία χαμηλού βαθμού στεάτωσης (grade 1) συσχετίστηκε με υποστροφή του ΣΔ2. Οι ασθενείς με σκορ ηπατικής στεάτωσης ≥ 2 είχαν υψηλότερα επίπεδα HbA1c κατά την έναρξη. Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην προεγχειρητική παρουσία λοβώδους φλεγμονής, ηπατοκυτταρικού ballooning, ή ίνωσης μεταξύ των ασθενών που πέτυχαν την υποστροφή του ΣΔ2 συγκριτικά με αυτούς που δεν εμφάνισαν υποστροφή. Ο τύπος του χειρουργείου δεν επηρέασε την υποστροφή του ΣΔ2.

Συμπερασματικά, η παρουσία χαμηλού βαθμού ηπατικής στεάτωσης σχετίζεται με υποστροφή του ΣΔ2 μετά από επιμήκη γαστρεκτομή (SG) ή Roux-en-Y γαστρική παράκαμψη (RYGB). Συνεπώς, η βαριατρική χειρουργική θα πρέπει να συζητηθεί ως δυνατότητα σε πρώιμο στάδιο NAFLD σε ασθενείς με ΣΔ2.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

 

Εβδομαδιαία σεμαγλουτίδη σε εφήβους με παχυσαρκία

Weghuber D, Barrett T, Barrientos-Pérez M, et al. Once-Weekly Semaglutide in Adolescents with Obesity. N Engl J Med. 2022;387(24):2245-2257.

 

Η εβδομαδιαία δόση 2.4-mg υποδόριας σεμαγλουτίδης, ενός αγωνιστή GLP-1 υποδοχέα, χρησιμοποιείται στους ενήλικες για τη θεραπεία της παχυσαρκίας, αλλά δεν έχει αξιολογηθεί η χορήγηση στους εφήβους.

Σε αυτή τη διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, συγκρινόμενη με placebo μελέτη, στρατολογήθηκαν έφηβοι (12-18 ετών) με παχυσαρκία (δείκτη μάζας σώματος-ΒΜΙ στην 95η καμπύλη ή ανώτερο) ή υπέρβαροι (ΒΜΙ στην 85η  καμπύλη ή ανώτερο) και τουλάχιστον μια σχετιζόμενη με το βάρος συννοσηρότητα. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 να λάβουν εβδομαδιαία σεμαγλουτίδη σε δόση 2.4 mg ή εικονικό φάρμακο για 68 εβδομάδες, παράλληλα με παρέμβαση στον τρόπο ζωής. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η ποσοστιαία αλλαγή στο ΒΜΙ από την έναρξη στην εβδομάδα 68, ενώ το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η απώλεια βάρους τουλάχιστον 5% στην εβδομάδα 68.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 201 ασθενείς, και 180 (90%) ολοκλήρωσαν τη θεραπεία. Όλοι πλην ενός ήταν παχύσαρκοι. Η μέση μεταβολή στο ΒΜΙ από την έναρξη έως την εβδομάδα 68 ήταν -16.1% με τη σεμαγλουτίδη και 0.6% με το εικονικό φάρμακο (εκτιμώμενη διαφορά, -16.7%; 95% CI, -20.3 to -13.2; P<0.001). Στην εβδομάδα 68, 95 από τους 131 συμμετέχοντες (73%) στην ομάδα της σεμαγλουτίδης είχαν απώλεια βάρους 5% ή περισσότερο, σε σχέση με 11 στους 62 ασθενείς  (18%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (OR: 14.0; 95% CI, 6.3 to 31.0; P<0.001). Οι μειώσεις στο σωματικό βάρος και η βελτίωση στους παράγοντες καρδιομεταβολικού κινδύνου (περίμετρος μέσης, HbA1c, λιπίδια πλην HDL-C, ALT) ήταν μεγαλύτερες με τη σεμαγλουτίδη συγκριτικά με το placebo. Η επίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό ήταν μεγαλύτερη με τη σεμαγλουτίδη συγκριτικά με το placebo (62% vs. 42%). 5 ασθενείς (4%) στην νομάδα της σεμαγλουτίδης και κανένας από την ομάδα του εικονικού φαρμάκου είχαν χολολιθίαση. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε 15 από τους 133 ασθενείς (11%) στην ομάδα της σεμαγλουτίδης και σε 6 από τους 67 ασθενείς (9%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Συμπερασματικά, σε εφήβους με παχυσαρκία, η εβδομαδιαία χορήγηση σεμαγλουτίδης σε δόση 2.4-mg μαζί με την παρέμβαση στον τρόπο ζωής οδήγησε σε μεγαλύτερη μείωση του ΒΜΙ συγκριτικά με την υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση άνευ αγωγής.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

 

Μελέτη συσχέτισης της λιποπρωτεϊνης (α) με τη διαβητική νεφροπάθεια

Wang A, Zhang S, Li Y, Zhu F, Xie B. Study on the relationship between lipoprotein (a) and diabetic kidney disease. J Diabetes Complications. 2023;37(1):108378.

 

Λίγα πράγματα είναι γνωστά σχετικά με το ρόλο των λιπιδίων στη διαβητική νεφροπάθεια (DKD). Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να διερευνήσει τη συσχέτιση μεταξύ του μεταβολισμού των λιπιδίων και της νεφρικής λειτουργίας καθώς και των νεφρολογικών ιστολογικών σκορ σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Συνολικά 224 ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια ιστολογικά τεκμηριωμένη αναλύθηκαν αναδρομικά, εκ των οποίων οι 74 ασθενείς αξιολογήθηκαν περαιτέρω βάσει ιστολογικών σκορ. Διενεργήθηκε ανάλυση ANOVA για να διερευνηθούν τα επίπεδα της λιποπρωτεϊνης (α) [Lp (a)] στους νεφροπαθείς σε διαφορετικά στάδια χρόνιας νεφρικής νόσου. Χρησιμοποιήθηκε ανάλυση Spearman για να αξιολογηθεί η συσχέτιση μεταξύ Lp (a) και δεικτών νεφρικής λειτουργίας. Τα ιστολογικά σκορ διαβητικής νεφροπάθειας αξιολογήθηκαν επίσης με αυτή τη μέθοδο. Η καμπύλη ROC χρησιμοποιήθηκε για να αξιολογηθεί η αξία της Lp (a) στην αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας και τις ιστολογικές αλλαγές.

Παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στα επίπεδα της Lp (a)  μεταξύ των διαφορετικών σταδίων  χρόνιας νεφρικής νόσου (H = 17.063, p = 0.002) και των διαφορετικών σπειραματικών σταδίων (H = 12.965, p = 0.005). Τα επίπεδα της Lp (a) συσχετίστηκαν με την κρεατινίνη ορού (p = 0.000), το BUN (p = 0.000), το GFR (p = 0.000), το λεύκωμα ούρων 24ωρου (24hUPro, p = 0.000), τη αλβουμίνη ούρων (p = 0.000), το UACR (p = 0.000), το πάχος της σπειραματικής βασικής μεμβράνης (p = 0.003), και το σπειραματικό στάδιο (p = 0.039). Η καμπύλη ROC ανέδειξε σημαντική αξία της Lp (a) ως δείκτη αξιολόγησης των σταδίων  ΧΝΝ 4-5 (AUC = 0.684, p = 0.000), του λευκώματος ούρων 24ωρου > 3.5 g (AUC = 0.720, p = 0.000), και των σπειραματικών σταδίων III-IV (AUC = 0.695, p = 0.012).

Συμπερασματικά, τα αυξημένα επίπεδα Lp (a) σχετίζονται με μειωμένο GFR, αυξημένη πρωτεϊνουρία, και επιδείνωση του ιστολογικού σταδίου της νεφρικής νόσου, κι έτσι θεωρείται ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση των αλλαγών σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

 

Eπίδραση της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο

The EMPA-KIDNEY Collaborative Group

New Engl J Medicine, November 4, 2022

 

EIΣΑΓΩΓΗ

H επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, που είναι υψηλού κινδύνου να εμφανίσουν δυσμενή εξέλιξη της νόσου, δεν έχει επαρκώς αποσαφηνισθεί. Η μελέτη EMPA-KIDNEY σχεδιάστηκε με σκοπό να εκτιμηθεί η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης σε ένα ευρύ φάσμα τέτοιων ασθενών.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Στη μελέτη εντάχθηκαν ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και eGFR: 20-45 ml/min/1,73 m2 ή eGFR: 45-90 ml/min/1,73 m2 και ACR > 200 mg/grCr. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν έτσι ώστε να λάβουν είτε εμπαγλιφλοζίνη (σε δόση 10 mg ημερησίως) είτε εικονικό φάρμακο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε την εξέλιξη της νεφρικής νόσου (νεφρική νόσος τελικού σταδίου, επιδείνωση του eGFR < 10 ml/min/1,73 m2, επιδείνωση του eGFR > 40% συγκριτικά με το baseline, θάνατος από νεφρικά αίτια ) ή τον καρδιοαγγειακό θάνατο.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά τυχαιοποιηθήκαν 6609 ασθενείς και η διάμεση παρακολούθηση ήταν 2 έτη. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο εμφανίσθηκε σε 432 από 3304 ασθενείς (13,1%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και σε 558 από 3305 ασθενείς (16,9%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,72, 95% confidence interval [CI], 0,64 – 0,82, P<0,001). Η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης ήταν ανεξάρτητη από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη και τον eGFR. Oι νοσηλείες από οποιαδήποτε αιτία ήταν λιγότερες στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio 0,86; 95% CI, 0,78 – 0,95, P = 0,003) αλλά δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων, όσον αφορά το σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε τις νοσηλείες λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ή τον καρδιοαγγειακό θάνατο (που εμφανίσθηκε σε 4% των ασθενών στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και σε 4,6% των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου) ή την ολική θνησιμότητα (4,5% και 5,1% αντιστοίχως). Η συχνότητα των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σε ένα ευρύ φάσμα ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο ,που ήταν υψηλού κινδύνου να εμφανίσουν δυσμενή έκβαση της νόσου, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη μείωσε τον κίνδυνο εξέλιξης  της χρόνιας νεφρικής νόσου ή του καρδιοαγγειακού θανάτου συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Eπίδραση της δαπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και ήπια μειωμένο ή διατηρημένο κλάσμα εξώθησης

S.D. Solomon, J.J.V. McMurray, B. Claggett, R.A. de Boer, D. DeMets,

A.F. Hernandez, S.E. Inzucchi, M.N. Kosiborod, C.S.P. Lam, F. Martinez,

S.J. Shah, A.S. Desai, P.S. Jhund, J. Belohlavek, C.-E. Chiang, C.J.W. Borleffs,J. Comin‑Colet, D. Dobreanu, J. Drozdz, J.C. Fang, M.A. Alcocer‑Gamba,W. Al Habeeb, Y. Han, J.W. Cabrera Honorio, S.P. Janssens, T. Katova,M. Kitakaze, B. Merkely, E. O’Meara, J.F.K. Saraiva, S.N. Tereshchenko, J. Thierer,M. Vaduganathan, O. Vardeny, S. Verma, V.N. Pham, U. Wilderang,N. Zaozerska, E. Bachus, D. Lindholm, M. Petersson, and A.M. Langkilde,for the DELIVER Trial Committees and Investigators

N Engl J Med 2022; 387:1089-1098

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Οι αναστολείς SGLT-2 μειώνουν τον κίνδυνο νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας και τον καρδιοαγγειακό θάνατο στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κλάσμα εξώθησης ≤ 40%. Δε γνωρίζουμε αν η δαπαγλιφλοζίνη είναι αποτελεσματική και σε ασθενείς με υψηλότερο κλάσμα εξώθησης.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Συνολικά 6263 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κλάσμα εξώθησης > 40% τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν είτε δαπαγλιφλοζίνη (σε δόση 10 mg ημερησίως) είτε εικονικό φάρμακο, ως προσθήκη στη συνήθη θεραπευτική αγωγή.Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε την επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (η οποία ορίσθηκε είτε ως μη-προγραμματισμένη νοσηλεία λόγω καρδιακής ανεπάρκειας, είτε ως επείγουσα επίσκεψη σε νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας) ή τον καρδιοαγγειακό θάνατο.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Μετά από διάμεση παρακολούθηση 2,3 ετών το πρωτεύον καταληκτικό σημείο εμφανίσθηκε σε 512 από 3131 ασθενείς (16,4%) στην ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και σε 610 από 3132 ασθενείς (19,5%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,82; 95% confidence interval [CI], 0,73 -0,92; P<0,001). Η επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας εμφανίσθηκε σε 368 ασθενείς (11,8%) στην ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και σε 455 ασθενείς (14,5%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,79, 95%CI, 0,69-0,91). Ο καρδιοαγγειακός θάνατος εμφανίσθηκε σε 231 ασθενείς (7,4%) και σε 261 ασθενείς (8,3%), αντιστοίχως (hazard ratio, 0,88, 95% CI, 0,74- 1,05).Τα συνολικά επεισόδια και τα συμπτώματα ήταν λιγότερα στην ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η επίδραση της δαπαγλιφλοζίνης ήταν παρόμοια στους ασθενείς με κλάσμα εξώθησης >60 % και σε αυτούς με κλάσμα εξώθησης < 60% και ήταν ανεξάρτητη από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια στις 2 ομάδες.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η δαπαγλιφλοζίνη οδήγησε σε μείωση του συνδυασμένου κινδύνου επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας ή καρδιοαγγειακού θανάτου σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και ήπια μειωμένο ή διατηρημένο κλάσμα εξώθησης.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

 

Ο χρόνος εντός στόχου με βάση τη συνεχή καταγραφή της γλυκόζης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, που λαμβάνουν βασική ινσουλίνη glargine 300 units/ml έναντι ινσουλίνης Degludec 100 units/ml. Η τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη INRANGE

Tadej Battelino MD, Thomas Danne MD, Steve V. Edelman MD,

Pratik Choudhary MD, Eric Renard MD, Jukka Westerbacka MD,

Bhaswati Mukherjee MD,Valerie Pilorget MD, Mathieu Coudert MSc,

Richard M. Bergenstal MD

Diabetes Obes Metab. 2022;1–11

 

ΣΚΟΠΟΣ: H χρήση του χρόνου εντός εύρους στόχου (time-in-range, TIR) με βάση τη συνεχή καταγραφή της γλυκόζης ως πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας, προκειμένου να συγκριθούν τα ανάλογα βασικής ινσουλίνης δεύτερης γενιάς insulin Glargine 300 U/ml (Gla-300) και insulin Degludec 100 U/ml (IDeg-100) σε ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1(ΣΔ1).

ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ: H μελέτη INRANGE ήταν μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, ανοιχτή, παράλληλων ομάδων μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, στην οποία συγκρίθηκε ο χρόνος εντός εύρους στόχου (TIR) και η γλυκαιμική μεταβλητότητα σε ασθενείς με ΣΔ1, που ελάμβαναν  βασική ινσουλίνη Gla-300 έναντι της ινσουλίνης IDeg-100 και έκαναν χρήση τυφλού συστήματος συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης για 20 ημέρες. Στη μελέτη εντάχθηκαν ασθενείς με ΣΔ1, που αντιμετωπίζονταν με σχήμα πολλαπλών ενέσεων, ελάμβαναν ανάλογα βασικής ινσουλίνης μία φορά ημερησίως και ινσουλίνη ταχείας διάρκειας δράσης για τουλάχιστον ένα έτος και είχαν HbA1c στο screening 7%-10%.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Συνολικά, τυχαιοποίηθηκαν 343 συμμετέχοντες.172 έλαβαν Gla-300 και 171 IDeg-100. H μη-κατωτερότητα της Gla-300 έναντι της IDeg-100 διαπιστώθηκε για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο (%ΤΙR 70-180): μέσος όρος ελαχίστων τετραγώνων (95% διάστημα εμπιστοσύνης) 52,74% (51,06%, 54,42%) για την ινσουλίνη Gla-300 και 55,09% (53,34%, 56,84%) για την ινσουλίνη  IDeg-100. Μέση διαφορά ελαχίστων τετραγώνων (μη-κατωτερότητα) 3,16% (0,88%, 5,44%) (μη-κατωτερότητα P= 0,0067). Η μη-κατωτερότητα της ινσουλίνης Gla-300 έναντι της ινσουλίνης IDeg-100 διαπιστώθηκε και για τον συντελεστή διακύμανσης (coefficient of variation δευτερεύον καταληκτικό σημείο): μέσος όρος ελαχίστων τετραγώνων 39,91% (39,20%, 40,61%) και 41,22% (40,49%, 41,95%), αντιστοίχως. Μέση διαφορά ελαχίστων τετραγώνων (μη-κατωτερότητα) -5,44% (-6,50%, -4,38%) (μη-κατωτερότητα P < 0,0001). Δε διαπιστώθηκε ανωτερότητα της ινσουλίνης Gla-300 έναντι της ινσουλίης IDeg-100 για το χρόνο εντός εύρους στόχου (TIR). Oι υπογλυκαιμίες είτε από μέτρηση στο τριχοειδικό αίμα είτε από τις μετρήσεις του αισθητήρα ήταν παρόμοιες μεταξύ των δύο ομάδων. Όσον αφορά την ασφάλεια, δε διαπιστώθηκαν απροσδόκητα ευρήματα.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στη μελέτη INRANGE η χρήση κλινικά σχετικών μετρήσεων από σύστημα συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης έδειξε ότι η ινσουλίνη Gla-300 είναι μη-κατώτερη της ινσουλίνης IDeg-100 σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, με συγκρίσιμες υπογλυκαιμίες και προφίλ ασφάλειας.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Η εμπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο

EMPA-KIDNEY Collaborative Group, Herrington WG, Staplin N, et al. Empagliflozin in Patients with Chronic Kidney Disease [published online ahead of print, 2022 Nov 4]. N Engl J Med. 2022;10.1056/NEJMoa2204233. doi:10.1056/NEJMoa2204233

 

Οι δράσεις της εμπαγλιφλοζίνης  σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο οι οποίοι είναι σε κίνδυνο επιδείνωσης της νόσου δεν έχουν επαρκώς κατανοηθεί. Η μελέτη EMPA-KIDNEY σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει τις δράσεις της θεραπείας με εμπαγλιφλοζίνη σε ένα μεγάλο εύρος τέτοιων ασθενών.

Μέθοδοι: Στρατολογήθηκαν ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο οι οποίοι είχαν ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR)  τουλάχιστον 20 αλλά λιγότερο από 45 ml/min/1.73m2 , ή οι οποίοι είχαν eGFR τουλάχιστον 45 αλλά λιγότερο από 90 ml/min/1.73m2 με λόγο αλβουμίνης/κρεατινίνης μιας ούρησης  τουλάχιστον 200 mg/g. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εμπαγλιφλοζίνη (10 mg άπαξ ημερησίως) ή εικονικό φάρμακο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το σύνθετο προόδου της νεφρικής νόσου (οριζόμενη ως τελικού σταδίου νεφρική νόσος, εμμένουσα μείωση του eGFR <10 ml/min/1.73m2, εμμένουσα μείωση του eGFR ≥40% συγκριτικά με το baseline, ή θάνατος από νεφρικά αίτια), ή ο θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια.

Αποτελέσματα: Συνολικά 6609 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν. Κατά τη διάρκεια μια διάμεσης περιόδου παρακολούθησης 2 ετών, επιδείνωση της νεφρικής νόσου ή θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια παρατηρήθηκαν σε 432 από τους 3304 ασθενείς (13.1%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και σε 558 από τους 3305 ασθενείς  (16.9%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0.72; 95% confidence interval [CI], 0.64 to 0.82; P<0.001). Τα αποτελέσματα ήταν σταθερά ανεξάρτητα της παρουσίας διαβήτη και σε όλες τις υπο-ομάδες βάσει εύρους eGFR. Η συχνότητα της νοσηλείας οποιασδήποτε αιτιολογίας ήταν χαμηλότερη στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου  (hazard ratio, 0.86; 95% CI, 0.78 to 0.95; P=0.003), αλλά δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το σύνθετο καταληκτικό σημείο νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια (4.0% στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και 4.6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου) ή στο θάνατο οποιασδήποτε αιτιολογίας (4.5% και 5.1%, αντίστοιχα). Η συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια στις δύο ομάδες.

Συμπεράσματα: Σε ένα μεγάλο εύρος ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο σε κίνδυνο για επιδείνωση της νόσου, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη οδήγησε σε μικρότερο κίνδυνο όσον αφορά στο σύνθετο καταληκτικό σημείο επιδείνωσης της νεφρικής νόσου ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

 

Επιμέλεια: Κ.Μαρκάκης

 

 

 

Η θεραπεία με προηγμένο σύστημα κλειστού κυκλώματος έναντι της κλασικής αγωγής σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 1 (ADAPT): μία τυχαιοποιημένη μελέτη

Choudhary P, Kolassa R, Keuthage W, et al. Advanced hybrid closed loop therapy versus conventional treatment in adults with type 1 diabetes (ADAPT): a randomised controlled study. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022;10(10):720-731. doi:10.1016/S2213-8587(22)00212-1

 

Οι ενήλικες με διαβήτη τύπου 1 οι οποίοι αντιμετωπίζονται με σχήμα πολλαπλών ενέσεων ινσουλίνης (MDI) σε συνδυασμό με διαλείπουσα συνεχή καταγραφή γλυκόζης (isCGM) μπορεί να παρουσιάζουν υποβέλτιστο γλυκαιμικό έλεγχο. Στόχος της μελέτης ήταν να συγκρίνει τη χρήση ενός προηγμένου υβριδικού συστήματος κλειστού κυκλώματος (advanced hybrid closed loop, AHCL)  έναντι MDI σε συνδυασμό με isCGM σε αυτόν τον πληθυσμό.

Μέθοδοι: Η μελέτη Advanced Hybrid Closed Loop Study in Adult Population with Type 1 Diabetes (ADAPT) είναι μια προοπτική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη σε 14 κέντρα σε 3 ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο). Στρατολογήθηκαν ασθενείς τουλάχιστον 18 ετών, με διάγνωση ΣΔ1 τουλάχιστον από 2ετίας, HbA1C τουλάχιστον 8%, οι  οποίοι χρησιμοποιούσαν πολλαπλό σχήμα ενέσεων ινσουλίνης μαζί με isCGM (ομάδα Α) ή συνεχή καταγραφή γλυκόζης σε πραγματικό χρόνο (ομάδα Β) για τουλάχιστον 3 μήνες. Εδώ αναφέρονται τα αποτελέσματα μόνο για την ομάδα Α. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν σε αναλογία 1:1 σε AHCL ή σε MDI+isCGM για 6 μήνες, με την κατανομή να είναι τυφλή για τους ερευνητές ενώ δεν ήταν δυνατόν να είναι τυφλή για τους συμμετέχοντες και τους θεράποντες ιατρούς. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μέση διαφορά στην τιμή της HbA1C στους 6 μήνες συγκριτικά με το baseline μεταξύ των δύο ομάδων. Τα καταληκτικά σημεία όσον αφορά την ασφάλεια περιελάμβαναν τον αριθμό δυσλειτουργιών των συσκευών, τα επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας, τη διαβητική κετοξέωση, και σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Αποτελέσματα: Μεταξύ 13/7/2020-12/3/2021 στρατολογήθηκαν 105 ασθενείς και τελικά 82 τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν αγωγή (41 σε κάθε ομάδα). Στους 6 μήνες, η μέση τιμή HbA1C μειώθηκε κατά 1.54% (SD 0.73), από 9.00% σε 7.32% στην ομάδα AHCL και 0.20% (SD 0.80) στην ομάδα MDI+isCGM, από 9.07% σε 8.91% (model based difference −1·42%, 95% CI −1·74 to −1·10; p<0·0001). Δεν παρατηρήθηκαν επεισόδια διαβητικής κετοξέωσης, σοβαρής υπογλυκαιμίας, ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τις συσκευές της μελέτης σε καμία ομάδα, εκτός από 2 επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας που παρατηρήθηκαν στη φάση εισαγωγής που αφορούσε στη συμμόρφωση στη χρήση συστήματος συνεχούς καταγραφής γλυκόζης πριν την έναρξη χρήσης AHCL. 15 μη-σοβαρές  ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τις συσκευές παρατηρήθηκαν στην ομάδα AHCL, συγκριτικά με 3 συμβάματα στην ομάδα MDI+isCGM. Δύο σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα παρατηρήθηκαν (ένα σε κάθε ομάδα), τα οποία ήταν καρκίνος μαστού (ένας ασθενής στην ομάδα AHCL) και ενδοϋαλοειδική αιμορραγία (σε έναν ασθενή στην ομάδα MDI+isCGM).

Συμπεράσματα: Σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 1 σε σχήμα MDI+isCGM  και HbA1C τουλάχιστον 8%, η χρήση AHCL παρουσιάζει οφέλη στον γλυκαιμικό έλεγχο ανώτερα συγκριτικά με αυτά που επιτυγχάνονται με τη χρήση πολλαπλών ενέσεων μαζί με isCGM σύστημα.  Τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν την ευρύτερη πρόσβαση σε συστήματα AHCL των ασθενών με διαβήτη τύπου 1 που δεν επιτυγχάνουν τους γλυκαιμικούς τους στόχους.

 

Επιμέλεια: Κ.Μαρκάκης

Πολυκεντρική τυχαιοποιημένη μελέτη βιονικού παγκρέατος σε τύπο 1 διαβήτη Bionic Pancreas Research Group; Russell S, Beck RW ,  Damiano  ER et al Multicenter, Randomized Trial of a Bionic Pancreas in Type 1 Diabetes. N Engl J Med. 2022 Sep 9;387(13):1161-1172. doi: 10.1056/NEJMoa2205225.

Επιμέλεια: Κ.Μαρκάκης

 

Οι υπάρχουσες υβριδικές αντλίες ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος απαιτούν έναρξη του αυτόματου βασικού ρυθμού που βασίζεται στα δεδομένα που συλλέγονται από την αντλία όταν αρχικά τίθεται για κάποιες ημέρες σε λειτουργία ανοιχτού κυκλώματος  ενώ η κάλυψη των γευμάτων απαιτεί από τον χρήστη μέτρηση και εισαγωγή της ποσότητας υδατανθράκων. Σε αντίθεση στο βιονικό πάγκρεας η έναρξη γίνεται βασιζόμενη μόνο στο σωματικό βάρος και ο αλγόριθμος της αντλίας ελέγχει και χορηγεί αυτόνομα το βασικό ρυθμό, τα διορθωτικά bolus αλλά και τα γευματικά bolus για τα οποία δεν απαιτείται η μέτρηση και η εισαγωγή της ποσότητας των υδατανθράκων παρά μόνο η αναγγελία γεύματος.

Μέθοδοι: Σε αυτήν την διάρκειας 13 εβδομάδων, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη μελέτη, άτομα με διαβήτη τύπου 1 ηλικίας τουλάχιστον 6 ετών τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 2:1 να τεθούν είτε στο βιονικό πάγκρεας (ομάδα bionic-pancreas) με ινσουλίνη aspart ή με ινσουλίνη lispro ή να συνεχίσουν στην προηγούμενη μέθοδο ινσουλινοθεραπείας (σχήμα πολλαπλών ενέσεων ινσουλίνης, αντλία ινσουλίνης ανοιχτού κυκλώματος, υβριδική αντλία ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος) με την προσθήκη συστήματος συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (ομάδα standard-care). Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν το επίπεδο γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στις 13 εβδομάδες. Το κύριο δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν ο χρόνος κάτω από 54 mg/dL όπως εκτιμήθηκε με σύστημα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης. Το προκαθορισμένο όριο για την ανάδειξη μη κατωτερότητας για την έκβαση αυτή ήταν το 1%. Επίσης εκτιμήθηκε η ασφάλεια.

Αποτελέσματα: Συνολικά 219 ασθενείς ηλικίας 6 έως 79 ετών συμμετείχαν στην ομάδα bionic-pancreas και 107 στην ομάδα standard-care. Η τιμή της HbA1c μειώθηκε από 7,9% σε 7,3% στην ομάδα bionic-pancreas ενώ παρέμεινε αμετάβλητη (7,7% και στα δύο χρονικά σημεία) στην ομάδα standard-care (μέση σταθμισμένη διαφορά στις 13 εβδομάδας, -0,5%, 95% διάστημα εμπιστοσύνης -0,6 έως -0,3%, P<0.001).  Το ποσοστό του χρόνου κατά το οποίο το επίπεδο γλυκόζης ήταν κάτω από 54 mg/dL όπως εκτιμήθηκε με σύστημα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων (σταθμισμένη διαφορά 0%, 95% διάστημα εμπιστοσύνης -0,1 έως 0,04%, P<0.001 για μη κατωτερότητα). Η συχνότητα σοβαρής υπογλυκαιμίας ήταν 17,7 συμβάματα ανά 100 συμμετέχοντες-έτη στην ομάδα bionic-pancreas και 10,8 συμβάματα ανά 100 συμμετέχοντες-έτη στην ομάδα standard-care (P=0.39). Δεν  σημειώθηκε κανένα επεισόδιο διαβητικής κετοξέωσης σε καμία από τις δύο ομάδες.

Συμπεράσματα: Σε αυτήν την τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 13 εβδομάδων στην οποία συμμετείχαν ενήλικες και παιδιά με διαβήτη τύπου 1, η χρήση του βιονικού παγκρέατος συνοδεύτηκε με μεγαλύτερη μείωση της HbA1c σε σχέση με την ομάδα standard-care ινσουλινοθεραπείας.