Η τιρζεπατίδη μειώνει την όρεξη, την πρόσληψη ενέργειας και τη λιπώδη μάζα σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Tim Heise et al. Diabetes Care 2023;46:998–1004

 

ΣΚΟΠΟΣ

H εκτίμηση της επίδρασης της τιρζεπατίδης στη σωματική σύνθεση και την πρόσληψη ενέργειας προκειμένου να διαπιστωθούν πιθανοί μιχανισμοί, μέσω των οποίων η τιρζεπατίδη οδηγεί στην απώλεια βάρους.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

Σε μία δευτερεύουσα ανάλυση μίας τυχαιοποιημένης, διπλά-τυφλής, παράλληλων ομάδων μελέτης, εκτιμήθηκε η επίδραση της τιρζεπατίδης σε δόση 15 mg (Ν=45), της σεμαγλουτίδης σε δόση 1 mg (Ν=44) και του εικονικού φαρμάκου (Ν=28) στο σωματικό βάρος και τη σύνθεση, την πρόσληψη ενέργειας και την όρεξη, στο baseline και την εβδομάδα 28.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

H τιρζεπατίδη οδήγησε σε στατιστικά σημαντική μείωση του σωματικού βάρους συγκριτικά με τη σεμαγλουτίδη και το εικονικό φάρμακο, οδηγώντας σε μεγαλύτερη μείωση της λιπώδους μάζας. Η τιρζεπατίδη και η σεμαγλουτίδη οδήγησαν σε στατιστικά σημαντική μείωση της όρεξης έναντι του εικονικού φαρμάκου. Δεν υπήρχε διαφορά στη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης μεταξύ της τιρζεπατίδης και της σεμαγλουτίδης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η μεγαλύτερη απώλεια βάρους, που παρατηρήθηκε με την τιρζεπατίδη δε φαίνεται να οφείλεται σε διαφορά στη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης κατά τη διάρκεια ενός προαιρετικού γεύματος. Απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, προκειμένου να εκτιμηθούν μηχανιστικές διαφορές σχετικές με την επίδραση της τιρζεπατίδης στην 24ωρη πρόσληψη ενέργειας, τη χρήση υποστρωμάτων και την ενεργειακή δαπάνη.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Η εβδομαδιαία βασική ινσουλίνη Fc οδήγησε σε παρόμοιο γλυκαιμικό έλεγχο και συγκρίσιμο προφίλ ασφάλειας με την ινσουλίνη Degludec σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1

Christof  M. Kazda et al. Diabetes Care 2023;46:1052–1059

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η βασική ινσουλίνη Fc ((BIF; insulin efsitora alfa; LY3209590) είναι μία πρωτεῒνη σύντηξης, που συνδυάζει ένα νέο ανάλογο ινσουλίνης με μονή αλυσίδα και το τμήμα Fc της ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης IgG και έχει σχεδιαστεί για εβδομαδιαία χορήγηση. Στη συγκεκριμένη μελέτη φάσης 2 εκτιμήθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ινσουλίνης BIF έναντι της ινσουλίνης Degludec σε 265 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1), που αντιμετωπίζονταν με σχήμα πολλαπλών ενέσεων.

 

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ

Πρόκειται για μία τυχαιοποιημένη, παράλληλων ομάδων, ανοιχτή μελέτη, στην οποία τυχαιοποιηθήκαν ασθενείς με ΣΔ1 έτσι ώστε να λάβουν είτε ινσουλίνη ΒΙF μία φορά την εβδομάδα, είτε ινσουλίνη Degludec 1 φορά ημερησίως για 26 εβδομάδες. Και στις δύο ομάδες γινόταν τιτλοποίηση της βασικής ινσουλίνης με στόχο γλυκόζη νηστείας 80-100 mg/dL. To πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από το baseline έως την 26η εβδομάδα (περιθώριο μη-κατωτερότητας 0,4%). Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν το ποσοστό του χρόνου εντός εύρους στόχου (TIR) (70-180 mg/dL), τα επίπεδα της γλυκόζης νηστείας από το σύστημα συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης (ΣΚΓ) και η συχνότητα των υπογλυκαιμιών.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Διαπιστώθηκε η μη-κατωτερότητα της ινσουλίνης BIF έναντι της ινσουλίνης Degludec, όσον αφορά τη μεταβολή της HbA1c από το baseline με στατιστικά σημαντική διαφορά της θεραπείας 0,17%, υπέρ της ινσουλίνης Degludec (90% CI 0,01, 0,32; p = 0,07). O χρόνος εντός εύρους στόχου (TIR) ήταν παρόμοιος μεταξύ των ασθενών, που έλαβαν την ινσουλίνη BIF (56,1%) και αυτών, που έλαβαν την ινσουλίνη Degludec (58,9%, p=0,112) την 26η εβδομάδα. Οι τιμές της γλυκόζης νηστείας ήταν στατιστικά σημαντικά υψηλότερες στους ασθενείς, που έλαβαν την ινσουλίνη BIF (158,8 mg/dL) έναντι αυτών, που έλαβαν την ινσουλίνη Degludec (143,2 mg/dL; P = 0,003). Δε διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στη συχνότητα των υπογλυκαιμιών επιπέδου 1 (p = 0,960) και 2 (p = 0,517) από το σύστημα ΣΚΓ μεταξύ των δύο ομάδων, κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Η εμφάνιση σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια μεταξύ των ομάδων της ινσουλίνης BIF και της ινσουλίνης Degludec.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Διαπιστώθηκε η μη-κατωτερότητα της εβδομαδιαίας βασικής ινσουλίνης BIF έναντι της ημερήσιας βασικής ινσουλίνης Degludec, όσον αφορά τον γλυκαιμικό έλεγχο (διαφορά στη θεραπεία 0,17% υπέρ της ινσουλίνης Degludec). Δεν υπήρχε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων στις υπογλυκαιμίες ή σε άλλα ευρήματα ασφάλειας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

 

Επιμέλεια: Eλευθερία Παπαχριστοφόρου

 

Αξιολόγηση του κινδύνου εμφάνισης λοιμώξεων σε άτομα με Προδιαβήτη και Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 διαφορετικών φυλετικών ομάδων: Μία αντιστοιχισμένη μελέτη κοόρτης

Ian M. Carey et al. Evaluating Ethnic Variations in the Risk of Infections in People With Prediabetes and Type 2 Diabetes: A Matched Cohort Study. Diabetes Care 2023;46(6):1209-1217.

 https://doi.org/10.2337/dc22-2394

 

Τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης λοιμώξεων. Παραταύτα παραμένει αρχικά άγνωστο το κατά πόσο ο κίνδυνος αυτός ποικίλει ανάμεσα σε άτομα με ΣΔΤ2  διαφορετικών φυλετικών ομάδων και κατά δεύτερον αν ο κίνδυνος αυτός είναι παρόμοιος στα άτομα με Προδιαβήτη.

Στη μελέτη αυτή χρησιμοποιήθηκε η Αγγλική ηλεκτρονική βάση δεδομένων Clinical Practice Research Datalink  και περιέλαβε όλους τους ασθενείς ηλικίας 18-90 ετών εν ζωή την 01/01/2015 που φαίνονταν ενεργά εγγεγραμμένοι για ένα τουλάχιστον έτος σε μονάδες πρωτοβάθμιας υγείας. Ο πληθυσμός που πληρούσε τα παραπάνω κριτήρια ήταν 8.722.348 από 1447 μονάδες πρωτοβάθμιας υγείας και κατατάχθηκε σε τέσσερις ομάδες με βάση τη φυλετική προέλευση ( Ασιατική φυλή, Μαύρη φυλή, Μιγάδες, Λευκή φυλή, άγνωστης φυλετικής ομάδας) Στη μελέτη εντάχθηκαν 527.151 άτομα με ΣΔΤ2 και 273.216 άτομα με Προδιαβήτη. Για κάθε εθελοντή γίνονταν αντιστοίχιση ως προς την ηλικία, το φύλο και την φυλετική ομάδα με δύο άτομα χωρίς ιστορικό ΣΔΤ2 ή Προδιαβήτη. Έγινε καταγραφή ιστορικού λοιμώξεων για το χρονικό διάστημα 2015-2019 με βάση τη συνταγογράφιση αντιβιωτικών, αντιμυκητιασικών και αντιικών φαρμάκων ή νοσηλείας σε νοσοκομεία. Επίσης καταγράφηκε το ιστορικό καπνίσματος, ο Δείκτης Μάζας Σώματος  (ΒΜΙ) και η παρουσία 12 χρόνιων συννοσηροτήτων: Κολπική Μαρμαρυγή, Κακοήθεια, Χρόνια Νεφρική Νόσος, Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, Στεφανιαία Νόσος, Άνοια, Επιληψία, Καρδιακή Ανεπάρκεια, Υπέρταση, Περφερική Αγγειακή Νόσος, Σοβαρή Ψυχική Νόσος κι Εγκεφαλικό.

Το 70% των εθελοντών ήταν Λευκοί και το 10% Ασιάτες. Τον μεγαλύτερο επιπολασμό όσον αφορά τον ΣΔΤ2 (11.1%) και τον Προδιαβήτη (5.5%) εμφάνιζαν οι Ασιάτες με εντυπωσιακή διαφορά στις νεότερες ηλικίες σε σύγκριση με τις άλλες φυλετικές ομάδες. Η πλειοψηφία των ατόμων με Προδιαβήτη σε όλες τις φυλετικές ομάδες ήταν γυναίκες ενώ με εγκατεστημένο ΣΔΤ2 άνδρες με εξαίρεση τη μαύρη φυλή. Ο μέσος όρος ηλικίας εμφάνισης ΣΔΤ2 και Προδιαβήτη στους Λευκούς ήταν τα 67 έτη, ενώ για τις υπόλοιπες φυλετικές ομάδες ο μέσος όρος ηλικίας ήταν 10-13 λιγότερα για Προδιαβήτη, 5-7 χρόνια λιγότερα για ΣΔΤ2, παρουσίαζαν λιγότερες συννοσηρότητες και ζούσαν σε υποβαθμισμένες κοινωνικο οικονομικά περιοχές. Τα άτομα της μαύρης φυλής με Προδιαβήτη είχαν σε ποσοστό 48.3% ΒΜΙ > 30 kg/m2, ενώ τα άτομα της λευκής φυλής με ΣΔΤ2 είχαν σε ποσοστό 54.3% ΒΜΙ >30 kg/m2. Επίσης ανεξαρτήτως φυλετικής ομάδας η μελέτη ανέδειξε ότι τα άτομα με ΣΔΤ2 και Προδιαβήτη ήταν παχύσαρκα, ήταν καπνιστές, παρουσίαζαν συνοσσηρότητες και ζούσαν σε υποβαθμισμένες κοινωνικο οικονομικά περιοχές σε σχέση με άτομα με ελεύθερο ιστορικό ΣΔΤ2 ή Προδιαβήτη.

Τα άτομα με ΣΔΤ2 παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων τόσο στην κοινότητα ( IRR 1.51, 95% CI 1.51-1.52) όσο και σε επίπεδο νοσοκομειακής νοσηλείας ( IRR 1.91,  95% CI 1.90-1.93). Το συμπέρασμα αυτό αφορούσε όλες τις φυλετικές ομάδες με τις νεαρότερες ηλικίες των λευκών με ΣΔΤ2  (ηλικία <50 έτη) να παρουσιάζουν μεγαλύτερο κίνδυνο. Η μελέτη ανέδειξε πολλαπλούς συσχετισμούς μεταξύ των φυλετικών ομάδων των ατόμων με ΣΔΤ2 με κοινωνικές παραμέτρους, συνήθειες και συννοσηρότητες όμως το IRR παρέμεινε το ίδιο για κάθε φυλετική ομάδα σε σχέση με άτομα με ελεύθερο ιστορικό ΣΔΤ2.Τέλος όσον αφορά τα άτομα με Προδιαβήτη, η μελέτη ανέδειξε σημαντικό αλλά μικρότερο κίνδυνο λοιμώξεων σε επίπεδο κοινότητας (IRR 1.35, 95% CI 1.34-1.36) όσο και σε επίπεδο νοσηλείας (IRR 1.33, 95% CI 1.31-1.35) σε σχέση με τα άτομα με ΣΔΤ2. Τα αποτελέσματα αυτά ήταν παρόμοια όσον αφορά τις λοιμώξεις στην κοινότητα για όλες τις φυλετικές ομάδες ενώ όσον αφορά τον κίνδυνο νοσηλείας μόνο τα άτομα της μαύρης φυλής με Προδιαβήτη δεν παρουσίασαν στατιστικά σημαντική αύξηση του εν λόγω κινδύνου σε σύγκριση με άτομα της ίδιας φυλής χωρίς ιστορικό ΣΔΤ2 ή Προδιαβήτη.

Συμπερασματικά, ο αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων τόσο στα άτομα με ΣΔΤ2 και όσο και στα άτομα με Προδιαβήτη φαίνεται να είναι παρόμοιος ανεξαρτήτου φυλετικής προέλευσης, με τις λοιμώξεις να αποτελούν συχνή αιτία νοσηλείας του εν λόγω πληθυσμού με σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία δεδομένης της ενδημικής αύξησης τόσο του Προδιαβήτη όσο και του ΣΔΤ2.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

 

 

Επίπτωση του Βραδέως Εξελισσόμενου Αυτοάνοσου Σακχαρώδη Διαβήτη  (LADA) και του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2) σε σχέση με τη χρήση καπνού και τη γενετική προδιάθεση στην εμφάνιση ΣΔΤ2 και των συναφών μεταβολικών χαρακτηριστικών: Δεδομένα από μία Σουηδική μελέτη ασθενών- μαρτύρων και της Νορβηγικής μελέτης HUNT

Jessica Edstorp et al. Incident of LADA and Type 2 Diabetes in Relation to Tobacco Use and Genetic Susceptibility to Type 2 Diabetes and Related Traits: Findings From a Swedish Case-Control Study and the Norwegian HUNT Study.Diabetes Care 2023;46(5):1028-1036.

https://doi.org/10.2337/dc22-2284

 

Το κάπνισμα και το Σουηδικό προιόν υγρού καπνού χωρίς καύση (snus) σχετίζονται με την εμφάνιση LADA και ΣΔΤ2. Ο σκοπός της παραπάνω μελέτης ήταν να δείξει εάν η γενετική προδιάθεση εμφάνισης ΣΔΤ2 , η αντίσταση στην ινσουλίνη (IR) κι η έκκριση ινσουλίνης (IS) όπως εκφράζονται μέσω συγκεκριμένων γενετικών συστημάτων βαθμονόμησης ενισχύουν αυτούς τους συσχετισμούς.

Στη μελέτη αυτή χρησιμοποιήθηκαν βάσεις δεδομένων από μία Σουηδική μελέτη (ESTRID Study) και μία Νορβηγική αντίστοιχα (HUNT Study). Συγκεκριμένα στη μελέτη εντάχθηκαν 839 άτομα με LADA, 5771 άτομα με ΣΔΤ2 και 3068 άτομα ως μάρτυρες εξομοίωσης. Τα άτομα με LADA  σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη ήταν ≥ 35 ετών, είχαν θετικά αντιπαγκρεατιδικά αντισώματα (GADA positive ≥ 10U/mL) κι επίπεδα C πεπτιδίου ≥ 0.20 nmol/L (IMMULITE 2000; Siemens Healthcare Diagnostics Product Ltd., Llanberis, U.K.)  ή ≥ 0.30 nmol/L (Cobas e601; Roche Diagnostics, Mannheim, Germany). Τα άτομα με ΣΔΤ2 ήταν εξίσου ≥35 ετών, GADA αρνητικά, με  επίπεδα C-πεπτίδιου >0.60 nmol/L (IMMULITE) ή >0.72 nmol/L (Cobas). Έγινε καταγραφή τόσο του καπνίσματος όσο και της χρήσης   snus ή κλασσικού καπνού ως προς τη διάρκεια (οι εθελοντές σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη έπρεπε να κάνουν χρήση οποιασδήποτε μορφής καπνού τουλάχιστον ένα χρόνο πριν την ένταξη στη μελέτη) και χαρακτηρίστηκε ως σοβαρή χρήση καπνού ή snus η ≥15 pack-/box-years. Ως ένα pack/box-year ορίστηκαν τα 20 τσιγάρα ή τα 7 κουτιά snus εβδομαδιαία το χρόνο. Τέλος δεδομένου ότι η γονιδιακή έκφραση του ΣΔΤ2 παρουσιάζει μεγάλη ετερογένεια, χρησιμοποιήθηκαν γενετικά συστήματα βαθμονόμησης (GRS-Genetic Risk Score, ΣΔΤ2-GRS, IR-GRS, IS-GRS) κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2 συνδυάζοντας πολλαπλούς γενετικούς πολυμορφισμούς (64 πολυμορφισμούς μονονουκλεοτιδίων- SNPs για ΣΔΤ2, 16 SNPs για έκκριση ινσουλίνης και 5 SNPs για αντίσταση στην ινσουλίνη).

Η μελέτη ανέδειξε ότι τα άτομα με LADA είχαν μικρότερη αντίσταση στην ινσουλίνη, ελαττωμένη λειτουργικότητα των β-κυττάρων του παγκρέατος και μειωμένα επίπεδα  C-πεπτιδίου σε σχέση με τα άτομα με ΣΔΤ2. Επίσης παρουσίαζαν υψηλούς τίτλους HLA αντιγόνων και στη θεραπεία τους συμπεραλαμβάνονταν ινσουλίνη.

Ο σχετικός κίνδυνος εμφάνισης LADA ήταν αυξημένος σε βαρείς καπνιστές με υψηλές τιμές IR-GRS (≥15 pack-years; RR 2.01 [CI 1.30, 3.10]) και βαρείς χρήστες καπνού οποιασδήποτε μορφής (≥15 box/pack-years; RR 2.59 [CI 1.54, 4.35]) σε σχέση με άτομα με χαμηλές τιμές IR-GRS που δεν ήταν βαρείς καπνιστές με επιπρόσθετη αλληλεπίδραση AP 0.67 [CI 0.46, 0.89] έναντι AP 0.52 [CI 0.21, 0.83]) και πολλαπλάσια αλληλεπίδραση P = 0.003 έναντι P = 0.034. Στους βαρείς καπνιστές επίσης παρατηρήθηκε επιπρόσθετη αλληλεπίδραση μεταξύ ΣΔΤ2-GRS και καπνίσματος είτε snus είτε κλασσικού καπνού. Επίσης ο κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2  σχετιζόμενος με τη χρήση κλασσικού καπνού δεν διέφερε στα τρία χρησιμοποιούμενα γενετικά συστήματα βαθμονόμησης της μελέτης (ΣΔΤ2-GRS, IR-GRS, IS-GRS).

Συμπερασματικά , η χρήση καπνού μπορεί να επιφέρει αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης LADA σε άτομα με γενετική προδιάθεση εμφάνισης ΣΔΤ2 και αντίστασης στην ινσουλίνη ενώ αντιθέτως η όποια γενετική προδιάθεση  εμφάνισης ΣΔΤ2 δεν φαίνεται να επηρεάζει την αυξημένη επίπτωση ΣΔΤ2 σχετιζόμενου με τη χρήση καπνού.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

Τεκμηριωμένες Ευρωπαϊκές συστάσεις για τη διαχείριση της διατροφής στο σακχαρώδη διαβήτη

Diabetes and Nutrition Study Group (DNSG) of the European Association for the Study of Diabetes (EASD). Evidence-based European recommendations for the dietary management of diabetes. Diabetologia. 2023 Apr 17. doi: 10.1007/s00125-023-05894-8. Epub ahead of print. PMID: 37069434.

 

Τον Απρίλιο του 2023 δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Diabetologia οι Ευρωπαϊκές συστάσεις για τη διατροφή στο σακχαρώδη διαβήτη από την Ομάδα Εργασίας Διαβήτη και Διατροφής (Diabetes and Nutrition Study Group, DNSG) της Ευρωπαϊκής Εταιρείας για τη Μελέτη του Διαβήτη (European Association for the Study of Diabetes, EASD).

Η διαχείριση του διαβήτη, που συμπεριλαμβάνει την πρόληψη και την αντιμετώπιση του, βασίζεται σε τεκμηριωμένες συστάσεις. Εκτός από τους άλλους ακρογωνιαίους λίθους της διαχείρισης του διαβήτη, οι διατροφικές συστάσεις έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν τη γλυκαιμική ρύθμιση, να μειώσουν τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών και να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των ατόμων με διαβήτη. Η ομάδα Εργασίας Διαβήτη και Διατροφής ανανέωσε τις συστάσεις που είχαν δημοσιευθεί το 2004 σχετικά με τη διατροφική διαχείριση των ατόμων με διαβήτη με σκοπό την παροχή στους επαγγελματίες υγείας τεκμηριωμένων κατευθυντήριων οδηγιών.

Για να γίνει αυτή η ενημέρωση των συστάσεων, νέες συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις πραγματοποιήθηκαν σε σημαντικά θέματα με σκοπό την διεύρυνση των υπαρχόντων δεδομένων. Οι κατευθυντήριες οδηγίες χρησιμοποίησαν ως βάση τις προηγούμενες οδηγίες που διευρύνθηκαν και συμπεριλαμβάνουν συστάσεις σχετικά με τα διατροφικά πρότυπα, τα επεξεργασμένα τρόφιμα, την υποστήριξη των ασθενών και την ύφεση του διαβήτη τύπου 2. Για τον προσδιορισμό της βαρύτητας των συστάσεων που προκύπτουν από τις συστηματικές ανασκοπήσεις, χρησιμοποιήθηκε η βαθμολογία Συστάσεων, Αξιολόγησης, Προσέγγισης, Ανάπτυξης και Εκτίμησης (Grading of Recommendations, Assessment, Development and Evaluations, GRADE).

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η κατανάλωση τροφίμων και η υιοθέτηση διαιτητικών μοτίβων είναι σημαντικά για τη διαχείριση του διαβήτη. Οι βασικές συστάσεις για τα άτομα με διαβήτη είναι σε μεγάλο βαθμό παρόμοιες με αυτές του γενικού πληθυσμού. Σημαντικά μηνύματα είναι η κατανάλωση ελάχιστα επεξεργασμένων φυτικών τροφών, όπως τα δημητριακά ολικής αλέσεως, φρούτων και λαχανικών, οσπρίων και ξηρών καρπών. Συνίσταται να ελαχιστοποιείται η κατανάλωση κόκκινου ή επεξεργασμένου κρέατος, νατρίου, αναψυκτικών με ζάχαρη και επεξεργασμένων δημητριακών. Οι επικαιροποιημένες συστάσεις αντικατοπτρίζουν τα νεότερα δεδομένα και εάν υιοθετηθούν θα βελτιώσουν την υγεία των ατόμων με διαβήτη.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Ο κίνδυνος σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 στα παιδιά δεν αυξάνεται μετά από λοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2: Μια εθνική προοπτική μελέτη στη Δανία

Noorzae R, Junker TG, Hviid AP, Wohlfahrt J, Olsen SF. Risk of Type 1 Diabetes in Children Is Not Increased After SARS-CoV-2 Infection: A Nationwide Prospective Study in Denmark. Diabetes Care. 2023 Apr 14:dc222351. doi: 10.2337/dc22-2351. Epub ahead of print. PMID: 37058353.

 

Μία σειρά από επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η λοίμωξη με τον ιό SARS-CoV-2 στα παιδιά μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1). Στο περιοδικό Diabetes Care τον Απρίλιο του 2023 δημοσιεύθηκε μία προοπτική μελέτη από τη Δανία που είχε ως στόχο την αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ της λοίμωξης με τον ιό SARS-CoV-2 και την εμφάνιση ΣΔΤ1 στα παιδιά. Η Δανία είχε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά πραγματοποίησης τεστ για SARS-CoV-2 κατά τη διάρκεια της COVID-19 πανδημίας (90% των παιδιών είχαν υποβληθεί σε τεστ για SARS-CoV-2). Το θέμα είναι σημαντικό γιατί μία συσχέτιση θα υποστήριζε την πιθανή ιογενή αιτιολογία του ΣΔΤ1 και επίσης θα αυξάνονταν οι ανησυχίες σχετικά με τις σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες της λοίμωξης COVID-19.

Η μελέτη ήταν εθνική και βασίστηκε σε μητρώα που περιλάμβανε όλους τους κάτοικους Δανίας ηλικίας από 0 έως 17 ετών από την 1η Μαρτίου 2020 έως την 25η Αυγούστου 2022 που είχαν υποβληθεί σε τουλάχιστον ένα τεστ για τον ιό SARS-CoV-2. Τα τεστ για SARS-CoV-2 (θετικά και αρνητικά) αναγνωρίστηκαν από το Εθνικό σύστημα επιτήρησης για το SARS-CoV-2. Οι διαγνώσεις ΣΔΤ1 και διαβητικής κετοξέωσης ταυτοποιήθηκαν με τους κωδικούς ICD-10 (E10 και E101, αντίστοιχα) στο Εθνικό Μητρώο Ασθενών.

Συνολικά 1.115.716 παιδιά με (n = 1.593.937 ανθρωπο-έτη) υποβλήθηκαν σε τουλάχιστον ένα τεστ για SARS-CoV-2 κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Από αυτούς, 1.044.727 παιδιά με (n = 1.174.677 ανθρωπο-έτη) είχαν αρνητικό τεστ για SARS-CoV-2, ενώ 720.592 παιδιά με (n = 419.260 ανθρωπο-έτη) είχαν θετικό τεστ για SARS-CoV-2 σε κάποιο σημείο κατά την περίοδο παρακολούθησης. Μεταξύ των παιδιών που εξετάστηκαν, 613 διαγνώστηκαν με ΣΔΤ1 κατά τη διάρκεια 1.593.937 ανθρωπο-ετών, που αντιστοιχεί σε ένα ποσοστό επίπτωσης 38,5 ανά 100.000 ανθρωπο-έτη. Σε σύγκριση με τα παιδιά που είχαν ιστορικό μόνο αρνητικών τεστ για SARS-CoV-2, δεν παρατηρήθηκε υψηλότερος κίνδυνος για εμφάνιση ΣΔΤ1 σε παιδιά σε διάστημα 30 ημερών ή περισσότερο μετά από ένα θετικό τεστ για SARS-CoV-2 [Hazard ratio (95% CI): 0.85 (0.70–1.04)].

Συμπερασματικά, η προοπτική αυτή μελέτη στη Δανία ανέδειξε ότι η λοίμωξη SARS-CoV-2 δεν σχετίζεται με την εμφάνιση ΣΔΤ1 στα παιδιά.

 

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Αμφιβληστροειδοπάθεια κατά τα πρώτα 5 έτη από τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και επακόλουθος κίνδυνος προχωρημένης αμφιβληστροειδοπάθειας

Malone JI, Gao X, Lorenzi GM, Raskin P, White NH, Hainsworth DP, Das A, Tamborlane W, Wallia A, Aiello LP, Bebu I; Diabetes Control and Complications Trial (DCCT)-Epidemiology of Diabetes Interventions and Complications (EDIC) Research Group. Retinopathy During the First 5 Years of Type 1 Diabetes and Subsequent Risk of Advanced Retinopathy. Diabetes Care. 2023 Apr 1;46(4):680-686. doi: 10.2337/dc22-1711. PMID: 36511796.

 

Οι κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν ετήσιο έλεγχο για την ύπαρξη αμφιβληστροειδοπάθειας στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1) μετά από τα πρώτα πέντε έτη από τη διάγνωση του διαβήτη. Σε μία ανάλυση των μελετών DCCT/EDIC που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Diabetes Care τον Απρίλιο του 2023 εξετάστηκε εάν τα άτομα με ΣΔΤ1 που αναπτύσσουν οποιοδήποτε βαθμού αμφιβληστροειδοπάθεια στα πρώτα 5 έτη από τη διάγνωση του διαβήτη έχουν αυξημένο κίνδυνο για περαιτέρω εξέλιξη της αμφιβληστροειδοπάθειας ή για εμφάνιση παραγωγικής αμφιβληστροειδοπάθειας, κλινικά σημαντικής ωχροπάθειας, φωτοπηξίας με λέιζερ ή θεραπείας με ενδοφθάλμια ένεση anti-VEGF.

Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια αξιολογήθηκε προοπτικά χρησιμοποιώντας τυποποιημένη φωτογραφία βυθού επτά πεδίων. Η εξέταση βυθού πραγματοποιούνταν κάθε 6 μήνες στη μελέτη DCCT και κάθε 4 χρόνια στη μελέτη EDIC. Η πρώιμη έναρξη διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας ορίστηκε ως η ύπαρξη αμφιβληστροειδοπάθειας εντός των 5 πρώτων ετών από τη διάγνωση του ΣΔΤ1.  Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 6.5 χρόνια στη μελέτη DCCT και >25 έτη στη μελέτη EDIC.

Στην ανάλυση συμμετείχαν 853 άτομα με ΣΔΤ1 που είχαν διάρκεια διαβήτη <5 έτη κατά τη διάρκεια της τυχαιοποίησης στη μελέτη DCCT. Συνολικά 484 (56,7%) άτομα είχαν πρώιμη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Στα μη προσαρμοσμένα μοντέλα, τα άτομα με πρώιμη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια είχαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παραγωγικής αμφιβληστροειδοπάθειας [ΗR (95% CI): 1,51 (1,12-2,02), P = 0,006], κλινικά σημαντικής ωχροπάθειας [HR (95% CI): 1,44 (1,10-1,8), P = 0,008] και πραγματοποίησης φωτοπηξίας με λέιζερ [HR (95% CI): 1,48 (1,12-1,96), P = 0,006] σε σύγκριση με άτομα χωρίς πρώιμη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Αυτές οι συσχετίσεις παρέμειναν σημαντικές όταν έγινε προσαρμογή ως προς τη HbA1c.  Ωστόσο μόνο η συσχέτιση με την παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια παρέμεινε σημαντική έπειτα από προσαρμογή ως προς την ηλικία, τη διάρκεια του διαβήτη, τη HbA1c, το φύλο, τη συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση, τις σφύξεις, τη χρήση αΜΕΑ, τον ρυθμό απέκκρισης λευκωματίνης και την εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης [HR (95% CI): 1,47 (1,04-2,06], P = 0,028].

Συμπερασματικά, τα άτομα με ΣΔΤ1 που αναπτύσσουν αμφιβληστροειδοπάθεια στα πρώτα 5 έτη από τη διάγνωση του διαβήτη μπορεί να έχουν υψηλότερο κίνδυνο μακροπρόθεσμης εμφάνισης προχωρημένης αμφιβληστροειδοπάθειας, ιδιαίτερα παραγωγικής αμφιβληστροειδοπάθειας. Ο εντοπισμός της πρώιμης διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας μπορεί να επηρεάσει την πρόγνωση και να βοηθήσει στην καθοδήγηση της θεραπευτικής διαχείρισης στα άτομα με ΣΔΤ1.

 

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Η χαμηλή πρόσληψη σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στο Σακχαρώδη Διαβήτη της Κύησης είναι ασφαλής σε σχέση με την εμφάνιση περιγεννητικών επιπλοκών

Minschart C, et al. Low Gestational Weight Gain in Women With Gestational Diabetes Is Safe With Better Metabolic Profile Postpartum. J Clin Endocrinol Metab. 2023;108(3):665-679. doi: 10.1210/clinem/dgac599.

Στην παρούσα πολυκεντρική προοπτική μελέτη κοόρτης εξετάστηκε η επίδραση της πρόσληψης σωματικού βάρους (χαμηλή, εντός των ορίων, υψηλή) σε γυναίκες με Σακχαρώδη Διαβήτη της Κύησης (ΣΔΚ) και σε γυναίκες με φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Οι γυναίκες με ΣΔΚ και χαμηλή πρόσληψη σωματικού βάρους επέδειξαν παρόμοια ποσοστά πρόωρων τοκετών, καθώς και γέννησης νεογνών με ανεπαρκή ανάπτυξη για την ηλικία κύησης (SGA – Small For Gestational Age). Επίσης, μετά την εγκυμοσύνη είχαν μικρότερη πιθανότητα να γίνουν υπέρβαρες ή παχύσαρκες σε σύγκριση με τις γυναίκες στις οποίες η πρόσληψη σωματικού βάρους ήταν εντός των ορίων.

Στο ΣΔΚ με υψηλή πρόσληψη σωματικού βάρους καταγράφηκε αυξημένη συχνότητα νεογνικής υπογλυκαιμίας (30,8%) σε σχέση με τις κυήσεις που η πρόσληψη σωματικού βάρους ήταν εντός των ορίων (5,9%). Οι κυήσεις με φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη και υψηλή πρόσληψη σωματικού βάρους, έναντι των κυήσεων με πρόσληψη σωματικού βάρους εντός των ορίων, εμφάνισαν μεγαλύτερη συχνότητα επεμβατικού τοκετού (π.χ. με χρήση εμβρυουλκού) (15,9% έναντι 11,9% P =0,035) και υψηλότερα ποσοστά γέννησης μεγαλόσωμων για την ηλικία κύησης νεογνών (LGA – Large for Gestational Age) (19,3% έναντι 10,4% P =0,012).

Συμπερασματικά, η χαμηλή πρόσληψη σωματικού βάρους στο ΣΔΚ δε συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης περιγεννητικών επιπλοκών και συνδυάζεται με καλύτερο μεταβολικό προφίλ μετά την εγκυμοσύνη. Η αυξημένη πρόσληψη σωματικού βάρους στο ΣΔΚ αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης νεογνικής υπογλυκαιμίας και εμφάνισης παχυσαρκίας μετά την εγκυμοσύνη.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η επίδραση του αυστηρού γλυκαιμικού ελέγχου στη λειτουργία των β-κυττάρων του παγκρέατος σε νεοδιαγνωσθέντα παιδιά με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1

McVean J, et al. Effect of Tight Glycemic Control on Pancreatic Beta Cell Function in Newly Diagnosed Pediatric Type 1 Diabetes. A Randomized Clinical Trial. JAMA. 2023;329(12):980-989. doi:10.1001/jama.2023.2063.

Στα νεοδιαγνωσθέντα άτομα με ΣΔΤ1 η ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα σε επίπεδα που προσεγγίζουν τα φυσιολογικά, εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων του παγκρέατος, μέσω της μείωσης της γλυκοτοξικότητας. Στην παρούσα μελέτη, 113 άτομα ηλικίας 7 έως 17 ετών με πρόσφατη διάγνωση ΣΔΤ1 τυχαιοποιήθηκαν είτε να χρησιμοποιήσουν κλειστό σύστημα χορήγησης ινσουλίνης με αντλία (υβριδικό «τεχνητό πάγκρεας»), προκειμένου να πετύχουν πολύ αυστηρή ρύθμιση του σακχάρου, είτε να λάβουν τη συνήθη θεραπεία στην οποία συμπεριλαμβανόταν η χρήση συστήματος συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης (CGMS). Επιπλέον, τα άτομα με σωματικό βάρος άνω των 30 kg τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν βεραπαμίλη, η χρήση της οποίας έχει συσχετιστεί με βελτίωση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων, ή εικονικό φάρμακο. Μετά από χρονικό διάστημα 52 εβδομάδων από τη διάγνωση του ΣΔ, με τη χρήση της δοκιμασίας μεικτού γεύματος (MMTT) δεν διαπιστώθηκε διαφορά στην έκκριση c-πεπτιδίου μεταξύ των δυο ομάδων. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη για την έκκριση του c-πεπτιδίου μειώθηκε από τα 0,57 pmol/mL στα 0,45 pmol/mL στην ομάδα εντατικοποιημένης παρέμβασης και αντίστοιχα από τα 0,60 στα 0,50 pmol/mL στην ομάδα ελέγχου (P = 0,89). Το μέσο ποσοστό του χρόνου εντός εύρους στόχου για την ομάδα του υβριδικού «τεχνητού παγκρέατος» ήταν 78%, ενώ αντίστοιχα για την ομάδα ελέγχου ήταν 64%. Στην κάθε ομάδα καταγράφηκε 1 επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας και 1 επεισόδιο διαβητικής κετοξέωσης.

Συμπερασματικά, σε νεοδιαγνωσθέντα με ΣΔΤ1 άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας η χρήση του υβριδικού «τεχνητού παγκρέατος» συνέβαλε στην επίτευξη καλύτερης γλυκαιμικής ρύθμισης, αλλά δεν απέτρεψε την πτώση των επιπέδων του c-πεπτιδίου, έναντι της ομάδας που ακολούθησε τη συμβατική θεραπευτική αντιμετώπιση.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η επίδραση των επιπέδων της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της νύχτας στη λειτουργικότητα των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 την επόμενη μέρα

Pyatak EA, et al. Impact of Overnight Glucose on Next-Day Functioning in Adults With Type 1 Diabetes: An Exploratory Intensive Longitudinal Study. Diabetes Care. 2023 Mar 2:dc222008. doi: 10.2337/dc22-2008.  

Είναι γνωστό, ότι η λειτουργικότητα των ατόμων με ΣΔΤ1 και η ικανότητά τους να εκτελέσουν καθημερινές δραστηριότητες είναι δυνατό να επηρεαστεί δυσμενώς από τα επίπεδα της γλυκόζης. Στην παρούσα μελέτη, με τη χρήση μοντέλων δομικών εξισώσεων (dynamic structural equation modeling) εκτιμήθηκε σε άτομα με ΣΔΤ1, κατά πόσο τα επίπεδα της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της νύχτας [ο συντελεστής μεταβλητότητας (coefficient of variation-CV), το ποσοστό χρόνου με τιμή γλυκόζης <70 mg/dL και αντίστοιχα >250 mg/dL], προέβλεψαν τα αποτελέσματα επτά δραστηριοτήτων της επόμενης ημέρας (γνωσιακές δοκιμασίες με κινητό τηλέφωνο, εκτίμηση σωματικής δραστηριότητας με τη βοήθεια επιταχυνσιόμετρου, αυτοαναφερόμενη συμμετοχή σε δραστηριότητες). Η συμπλήρωση των ερωτηματολογίων και οι δοκιμασίες γνωσιακής λειτουργίας πραγματοποιούνταν ανά 3 ώρες, ενώ συλλέχθηκαν συνολικά δεδομένα 14 ημερών.

Η μελέτη κατέδειξε ότι η υψηλή μεταβλητότητα της γλυκόζης και το ποσοστό του χρόνου με τιμή γλυκόζης >250 mg/dL κατά τη διάρκεια της νύχτας, συσχετίστηκαν με μειωμένη δραστηριότητα την επόμενη ημέρα. Τα άτομα με αυξημένη μεταβλητότητα της γλυκόζης παρουσίασαν μειωμένη διάρκεια προσοχής (που διαμεσολαβείται εν μέρη από τον διακεκομμένο ύπνο) και μικρότερη συμμετοχή σε απαιτητικές δραστηριότητες, ενώ αντίστοιχα τα άτομα με υψηλό ποσοστό χρόνου >250 mg/dL είχαν αυξημένη καθιστική συμπεριφορά. Ο αυξημένος χρόνος με τιμή γλυκόζης <70 mg/dL συσχετίστηκε με μειωμένη διάρκεια προσοχής την επόμενη ημέρα. Η επίδραση της βραδινής υπογλυκαιμίας στη διάρκεια προσοχής αποτέλεσε προβλεπτικό παράγοντα παραμέτρων που σχετίζονται με την ποιότητα ζωής των ατόμων με ΣΔ.

Συμπερασματικά, τα επίπεδα της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της νύχτας επηρεάζουν τη λειτουργικότητα των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 την επόμενη μέρα και εν δυνάμει μπορεί να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος