Χρήση αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1 (GLP-1 RA) έναντι των αναστολέων DDP-4 (DDP-4i) και συσχέτισή τους με καρδιαγγεικά αποτελέσματα στο Σακχαρώδη Διαβήτη σε σχέση με την επίτευξη γλυκαιμικού στόχου. Μία μελέτη σε εθνικό επίπεδο στη Δανία.

Glucagon-like-peptide-1 receptor agonists versus dipeptidyl-peptidase-4 inhibitors and cardiovascular outcomes in diabetes in relation to achieved glycemic control. A Danish nationwide study. Zareini B et al. J Diabetes. 2024 June; 16(6):e13560.

doi: 10.1111/1753-0407.13560.

 

Τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2)  διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου. Για το λόγο αυτό η ιατρική διαχείρισή τους έχει επικεντρωθεί στην πρόληψη ή την καθυστέρηση της εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου μέσω ελέγχου των επιπέδων HbA1c, της αρτηριακής πίεσης και των επιπέδων χοληστερόλης1. Σκοπός της αναδρομικής αυτής μελέτης ήταν η σύγκριση του 5 ετούς κινδύνου εμφάνισης σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων καθώς και οποιασδήποτε άλλης αιτίας θανάτου, σε άτομα που λαμβάνουν θεραπεία με GLP1-RA ή DDP-4i σε σχέση  με το επιτευχθέν επίπεδο γλυκαιμικού στόχου.

 

Συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από το σύστημα εθνικών μητρώων καταχώρησης ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 στη Δανία που ελάμβαναν ήδη μετφορμίνη κι έγινε έναρξη GLA-1 RA ή DPP-4i μεταξύ 2007-2021. Η ένταξή τους στη μελέτη έγινε μετά τη χρήση 6 μηνών των εν λόγω φαρμάκων ενώ έγινε καταγραφή της τελευταίας HbA1c. Τα επίπεδα HbA1c που επιτεύχθηκαν κατηγοριοποιήθηκαν σε δύο ομάδες με τιμές >7% ή <7% αντίστοιχα. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία  ήταν το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο καθώς κι οποιαδήποτε άλλη αιτία θανάτου.

 

Η μελέτη περιέλαβε 13634 χρήστες GLP-1 RA  με μέση ηλικία περί τα 56,9 έτη (IQR: 48.5-65.5) από τους οποίους το 53% ήταν άνδρες και 39839 χρήστες DDP-4i με μέση ηλικία περί τα 63.4 έτη (IQR:54.6-71.8) από τους οποίους το 61% ήταν άνδρες αντίστοιχα. Όσον αφορά τα επίπεδα HbA1c, για την ομάδα των GLAP-1 RA τιμές <7% παρουσίασαν 3026 άτομα (22%), τιμές >7% 6577 άτομα (48%) ενώ δεν υπήρχε καταγραφή για 4031 άτομα (30%). Για την ομάδα των DDP-4i αντίστοιχα, τιμές <7% παρουσίασαν 4824 (12%), > 7% 17508 (44%) ενώ δεν υπήρχε καταγραφή HbA1c για 17507 άτομα (44%). Κατά τη διάρκεια μέσης παρακολούθησης 5 ετών (IQR: 2.6-5.0) 954 GLAP1-RA  χρήστες παρουσίασαν καρδιαγγειακό σύμβαμα ή θάνατο έναντι 7093 ατόμων που ελάμβαναν DDP-4i. O 5ετής κίνδυνος  (95% CI) για τους χρήστες GLP-1 RA και DDP4i για τις τρεις κατηγορίες που περιγράφηκαν παραπάνω ήταν ο εξής: για τιμές HbA1c  < 7% 10,3% (8,2-12,3) έναντι 24,3% (22,7-25,8), για τιμές HbA1c >7% 16% (14,3-17,6) έναντι 21,1% (20,3-21,9) και για την κατηγορία που δεν υπήρχε καταγεγραμμένη HbA1c 17,1% (15,7-18,5) έναντι 25,6% (24,9-26,3). Τα μέγιστα επίπεδα πρόληψης καρδιαγγειακών συμβαμάτων αλλά και θανάτου από κάθε αιτία σχετίστηκαν  με τιμές HbA1c <7% {Hazard ratio (95%CI) 0.65 (0.52-0.80)}, (p value <0.001).

 

Συμπερασματικά, η χρήση των GLPA-1 RA σχετίζεται με χαμηλότερο ποσοστό ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Η συσχέτιση αυτή φάνηκε ισχυρότερη σε άτομα που πέτυχαν καλύτερο γλυκαιμικό στόχο (HbA1c < 7%) υποδηλώνοντας συσχέτιση μεταξύ GLP-1 RA και διακύμανσης HbA1c όσον αφορά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Davies MJ, D’Alessio DA, Fradkin J, et al. Management of hyperglycemia in type 2 diabetes, 2018. A consensus report by the Ameican Diabetes Association (ADA) and the European Association for the Study of Diabetes (EASD). Diabetes Care. 2018;41(12):2669-2701.

 

 

Επιμέλεια: Α. Μερίτση

Συσχέτιση ενδονοσοκομειακών εκβάσεων με τη συνέχιση προϋπάρχουσας αγωγής με SGLT2 αναστολείς σε νοσηλευόμενους ασθενείς με ιστορικό Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2): Μία εθνική μελέτη κοόρτης που διεξάγη στη Βαλτιμόρη των ΗΠΑ

Association of Continued Use of SGLT2 Inhibitors From the Ambulatory to Inpatient Setting With Hospital Outcomes in Patients With Diabetes: A Nationwide Cohort Study. Lakshmi G Singh et al. Diabetes Care. 2024 Jun1;47(6):933-940

 

doi: 10.2337 / dc23-1129

 

Σε επίπεδο εξωτερικού ιατρείου οι αναστολείς SGLT2 σε άτομα με ιστορικό ΣΔΤ2, καρδιακή και / ή χρόνια νεφρική νόσο αποτελούν συχνή θεραπευτική επιλογή, καθώς μελέτες έδειξαν ότι τα φάρμακα αυτά μειώνουν την καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνητότητα καθώς και την εμφάνιση καρδιακής ανεπάρκειας σε άτομα με ΣΔΤ2, ενώ επιπρόσθετα παρατηρήθηκε ευνοϊκή επίδρασή τους στην εξέλιξη της νεφρικής βλάβης (νεφροπροστασία)1-3. Αντιθέτως υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με το όφελος έναρξης των αναστολέων SGLT2 σε νοσηλευόμενους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια με ή χωρίς ιστορικό ΣΔΤ2 4-6 κι ακόμη λιγότερα για το όφελος της συνέχισής τους σε νοσηλευόμενους ασθενείς με γνωστό ιστορικό ΣΔΤ2. Για τον λόγο αυτό, οι πιο πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση του ΣΔΤ2 και της υπεργλυκαιμίας σε νοσηλευόμενους ασθενείς δεν συνιστούν τη συνέχιση χορήγησής τους κατά τη διάρκεια νοσηλείας των ατόμων με ΣΔΤ2 7-8. Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης ήταν να αξιολογήσει τη συσχέτιση της συνέχισης αγωγής με αναστολείς SGLT2 σε νοσηλευόμενους ασθενείς με ΣΔΤ2 με τη θνησιμότητα και άλλες ενδονοσοκομειακές εκβάσεις.

 

Στη μελέτη αυτή χρησιμοποίηθηκαν δεδομένα από τα ηλεκτρονικά αρχεία της Υπηρεσίας Υγείας Βετεράνων ατόμων με ΣΔΤ2 που εισήχθησαν σε 112 νοσοκομεία της Βαλτιμόρης κατά το χρονικό διάστημα 01/04/2013- 31/08/2021 (Ν=270873). Ο διαβήτης ορίστηκε από την παρουσία δύο ή περισσότερων κωδικών ICD-9 ή ICD-10 που καταχωρήθηκαν κατά τη διάρκεια επίσκεψης σε εξωτερικό ιατρείο ή νοσηλείας σε νοσοκομείο κατά το χρονικό διάστημα των δύο προηγούμενων χρόνων ή / και από συνταγές για φάρμακα αντιδιαβητικά εντός του τρέχοντος έτους. Από τη μελέτη αποκλείστηκαν ασθενείς που έλαβαν αναστολείς SGLT2 μετά τη νοσηλεία τους (Ν=133695), ασθενείς που νοσηλεύτηκαν σε ψυχιατρικές μονάδες ή σε κέντρα αποκατάστασης με μακρά νοσηλεία (Ν=95732), όπως επίσης και ασθενείς με διάρκεια νοσηλείας <1 ημέρα ή >30 ημέρες (Ν=1674). Εισαγωγές με λιγότερες από δύο τιμές κρεατινίνης ορού μεταξύ 7 και 730 ημέρες πριν από τη νοσηλεία ή λιγότερες από 1 τιμή αντίστοιχα κατά τη διάρκεια νοσηλείας και eGFR < 15 mL/min/1,73 m2 αποκλείστηκαν από τη μελέτη (Ν=2632). Τέλος, στη μελέτη δεν πήραν μέρος ασθενείς που μεταφέρθηκαν  σε άλλα νοσοκομεία (Ν=546). Με τους παραπάνω περιορισμούς, το σύνολο των ασθενών που πήραν μέρος στη  μελέτη ήταν 36505, από τους οποίους οι 5936 συνέχισαν κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους να λαμβάνουν αναστολείς των SGLT2, ενώ οι 30569 τους διέκοψαν.

 

Για κάθε εισαγωγή έγινε καταγραφή των εξής δεδομένων: ηλικία, φύλο, φυλή, BMI, HbA1c, γλυκόζη καθώς και eGFR εισαγωγής, συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση, χρήση ινσουλίνης, χειρουργικές ή άλλες επεμβατικές πράξεις, καθώς και υπολογισμός του δείκτη συννοσηρότητας Elixhauser. Ως πρωτεύον καταληκτικό σημείο ορίστηκε η ενδονοσοκομειακή θνησιμότητα (θάνατος κατά τη διάρκεια της νοσηλείας) και ως δευτερεύοντα η οξεία νεφρική βλάβη (ΟΝΒ) κατά τη διάρκεια της νοσηλείας και ο χρόνος νοσηλείας. Η ΟΝΒ ορίστηκε ως αύξηση της κρεατινίνης ορού >0,3 mg/dL από την αρχική τιμή εντός 48 ωρών από την εισαγωγή ή αύξηση >50% του baseline. Ο χρόνος νοσηλείας ορίστηκε ως ο αριθμός των ημερών μεταξύ της ημερομηνίας εισαγωγής και εξιτηρίου.

 

Η ομάδα που συνέχισε τους αναστολείς SGLT2 είχε μέση ηλικία περί τα 67.2 έτη, το 97% ήταν άνδρες, το 71.3% Καυκάσιοι και το 20.8% έγχρωμοι. H μέση τιμή του BMI ήταν 32.7 kg/m2. Αντιστοίχως για την ομάδα που δεν συνέχισε τους αναστολείς SGLT2 η μέση ηλικία ήταν περί τα 67.5 έτη, το 96.6% ήταν άνδρες, το 72.1% Καυκάσιοι και το 20.5% έγχρωμοι. Η μέση τιμή του BMI ήταν 32.5 kg/m2. Παρατηρήθηκε υψηλό ποσοστό συννοσηροτήτων μεταξύ της ομάδας που συνέχισε και της ομάδας που διέκοψε τους αναστολείς SGLT2,όπως παρουσία καρδιαγγειακής νόσου (75.3% vs 72.5%), αρρυθμιών (69.5% vs 68.3%), συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας ( 60,0% vs 56.2%), διαβητικής νευροπάθειας (73.1% vs 76.1%), διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (51.8% vs 55.4%), νεφρικής ανεπάρκειας (42.9% vs 45.7%), αρτηριακής υπέρτασης (61.5% vs 60.2%) και παχυσαρκίας (79.9% vs 80.4%). Η εμπαγλιφλοζίνη ήταν ο αναστολέας SGLT2 που χρησιμοποιήθηκε σε ποσοστό 99.9%. Μεταξύ των ασθενών που συνέχισαν τους αναστολείς SGLT2, η διάρκεια λήψης των φαρμάκων κάλυψε το 77% των συνολικών ημερών νοσηλείας από την εισαγωγή έως την έξοδο από το νοσοκομείο. Ως προς τα καταληκτικά σημεία της μελέτης, η ομάδα που συνέχισε τους αναστολείς SGLT2 είχε 45% χαμηλότερο ποσοστό θνησιμότητας (IRR 0.55, 95% CI 0.42-0.73, P<0.01) και μικρότερο χρόνο νοσηλείας (4.7 vs 4.9 ημέρες) (IRR 0.96, 95%CI 0.93-0.98, P<0.01), ενώ δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες της μελέτης όσον αφορά την εμφάνιση οξείας νεφρικής βλάβης (IRR 0.96, 95% CI 0.90-1.01, P=0.17).

 

Συμπερασματικά, η συνέχιση των αναστολέων SGLT2 κατά τη διάρκεια νοσηλείας ασθενών με Σακχαρώδη Διαβήτη σχετίζεται με χαμηλότερη θνησιμότητα, μικρότερο χρόνο νοσηλείας και δεν αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης οξείας νεφρικής βλάβης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Zinman B, Wanner C, Lachin JM, et al.; EMPA-REG OUTCOME Investigators. Empagliflozin, cardiovascular outcomes and mortality in type 2 diabetes. N Engl J Med 2015;373:2117-2128
  2. Neal B, Perkovic V, Mahaffey KW, et al.; CANVAS Program Collaborative Group. Canagliflozin and cardiovascular and renal events in type 2 diabetes. N Engl J Med 2017;377:644-657
  3. Wiviott SD, Raz I, Bonaca MP, et al.; DECLARE-TIMI 58 Investigators. Dapagliflozin and cardiovascular outcomes in type 2 diabetes.N Engl J Med 2019;380:347-357
  4. Bhatt DL, Szarek M, Steg PG, et al.;SOLOIST-WHF Trial Investigators. Sotagliflozin in patients with diabetes and recent worsening heart failure. N Engl J Med 2021;384:117-128
  5. Voors AA, Angermann CE, Teerlink JR, et al. The SGLT2 inhibitor empagliflozin in patients hospitalized for acute heart failure: a multinational randomized trial. Nat Med 2022;28:568-574
  6. Damman K, Beusekamp JC, Boorsma EM, et al. Randomized, double-blind, placebo-controlled, multicenter pilot study on the effects of empagliflozin on clinical outcomes in patients with acute decompensated heart failure (EMPA-RESPONSE-AHF). Eur J Heart Fail 2022;22:713-722
  7. Korytkwowski MT, Muniyappa R, Antinori-Lent K, et al. Management of hyperglycemia in hospitalized adult patients in non-critical care settings: an Endocrine Society clinical practice guideline. J Clin Endocrinol Metab 2022;107:2101-2128
  8. ElSayed NA, Aleppo G, Aroda VR, et al. American Diabetes Association. 16. Diabetes care in the hospital: Standards of Care in Diabetes-2023 . Diabetes Care 2023;46(Supp.1):S267-S278

 

 

Επιμέλεια: Α. Μερίτση

Φυτική διατροφή και Γλυκαιμικός Έλεγχος στον ΣΔ2 : Στοιχεία από Ταϊλανδέζικο Νοσοκομείο.

Adokwe JB, Waeyeng D, Suwan K, Camsanit K, Kaiduong C, Nuanrat P, Pouyfung P, Yimthiang S, Petchoo J, Satarug S, et al. Plant-Based Diet and Glycemic Control in Type 2 Diabetes: Evidence from a Thai Health-Promoting Hospital. Nutrients. 2024; 16(5):619. https://doi.org/10.3390/nu16050619

 

Επιμέλεια: Χρήστος Παξιμαδάς

 

Ο παγκόσμιος αντίκτυπος του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) εξακολουθεί να προκαλεί σημαντική ανησυχία για τη διατροφή της δημόσιας υγείας. Σύμφωνα με εκτίμηση του 2021, εκείνη την εποχή, το 10,5% του παγκόσμιου πληθυσμού ηλικίας 20 ετών και άνω ζούσε με ΣΔ2 (1). Σύμφωνα με την Διεθνή Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF), τα περιστατικά ΣΔ2 στη Νοτιοανατολική Ασία αποτελούν το 74% του πληθυσμού των 90 εκατομμυρίων ανθρώπων (2). Το NHES V του 2014 στην Ταϊλάνδη αποκάλυψε ποσοστά επιπολασμού του διαβήτη 9,9%, 8,9% και 10,8% στο σύνολο των ενηλίκων, ανδρών και γυναικών (3). Ο διαβήτης είναι μια επίμονη ιατρική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα σακχάρου στο αίμα λόγω αντίστασης στην ινσουλίνη, μειωμένη ευαισθησία των κυττάρων στην ινσουλίνη και διαταραχές του μεταβολισμού των υδατανθράκων (4). Η τροποποίηση της διατροφής μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση του σακχάρου στο αίμα και της HbA1c σε φυσιολογικά επίπεδα των 100 mg/dL. και λιγότερο από 5,7%, αντίστοιχα. Η τροποποίηση της διατροφής μπορεί επίσης να αποτρέψει θέματα υγείας που σχετίζονται με υπεργλυκαιμία (5,6). Υπάρχουν στοιχεία ότι οι φυτικές δίαιτες μπορεί να επηρεάσουν θετικά τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα από μια μελέτη που συνέδεσε τον μειωμένο κίνδυνο ΣΔ2 με την υψηλή πρόσληψη φυτικών τροφών (7).

Η απλούστερη προσέγγιση για τη διερεύνηση της ποιότητας μιας φυτικής διατροφής περιλαμβάνει τη χρήση του Plant Food Score (PFS). Το PFS λαμβάνει υπόψιν τόσο τις ποικιλίες όσο και τις ποσότητες του φυτικού τροφίμου που καταναλώνονται, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν λαχανικά, φρούτα, όσπρια, ξηρούς καρπούς/σπόρους και δημητριακά (8,9). Αρκετές μελέτες έχουν διερευνήσει τη σχέση μεταξύ της φυτικής διατροφής και του ΣΔ2 (10,11), ωστόσο, η συσχέτιση μεταξύ PFS (Plant Food Score) και επιπέδων σακχάρου αίματος νηστείας (FBS) δεν έχει διερευνηθεί διεξοδικά.

Ο πρωταρχικός στόχος αυτής της έρευνας ήταν να εξετάσει τη συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων PFS και FBS, ειδικά μεταξύ των κατοίκων του δήμου Pak Phun, Nakhon Si στην επαρχία Thammarat, όπου ο επιπολασμός του ΣΔ2 είναι υψηλός (12). Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης θα χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη πολιτικών δημόσιας υγείας που επικεντρώνονται στην μείωση και τη διαχείριση του διαβήτη μέσω της προώθησης υγιεινών διατροφικών πρακτικών.

Αυτή η μελέτη χρησιμοποίησε μια καθοδηγούμενη μέθοδο δειγματοληψίας για να συγκεντρώσει άτομα με ΣΔ2 και άτομα ελέγχου που να ταιριάζουν ηλικιακά και με βάση το φύλο. Τα κριτήρια ένταξης ήταν τα εξής: οι συμμετέχοντες έπρεπε να είναι κάτοικοι του δήμου Pak Phun, ηλικίας 50 ετών και άνω που παρακολουθούνται κάθε χρόνο κάνοντας εξετάσεις υγείας, οι οποίοι διαγνώστηκαν με ΣΔ2 και οι οποίοι ήταν φαινομενικά υγιείς. Τα κριτήρια αποκλεισμού περιελάμβαναν το να μην είναι κάτοικοι του συγκεκριμένου δήμου, τις έγκυες ή/και τις θηλάζουσες, να νοσηλεύονταν ή να είχαν διαγνωστεί με χρόνια νοσήματα όπως καρδιακές παθήσεις, εγκεφαλικό επεισόδιο και καρκίνο.

Στους συμμετέχοντες παρουσιάστηκαν οι στόχοι της μελέτης, οι διαδικασίες αυτής, οι κίνδυνοι και τα οφέλη, ενώ έδωσαν και γραπτή συγκατάθεση επίγνωσης  πριν από τη συμμετοχή.  Λήφθησαν κοινωνικοδημογραφικά δεδομένα, μορφωτικό επίπεδο, επάγγελμα, κατάσταση υγείας, οικογενειακό ιστορικό διαβήτη, κατανάλωση αλκοόλ και καπνίσματος, λήψη φαρμάκων και χρήση συμπληρωμάτων διατροφής. Συνολικά 135 άτομα (61 διαβητικοί και 74 μάρτυρες) εντάχθηκαν σε αυτή τη μελέτη. Ένα επικαιροποιημένο ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων (FFQ) χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του PFS (13). Το ερωτηματολόγιο αποτύπωσε τη συχνότητα κατανάλωσης και την ποσότητα για μια καθορισμένη περίοδο.

Η μελέτη υπέδειξε σημαντικές διαφορές μεταξύ συγκεκριμένων φυτικών τροφών και στα επίπεδα σακχάρου αίματος νηστείας σε ασθενείς με ΣΔ2. Η τήρηση μιας φυτικής διατροφής φάνηκε να επηρεάζει τα επίπεδα σακχάρου νηστείας στο αίμα. Οι ασθενείς που κατανάλωναν υψηλότερες ποσότητες ορισμένων λαχανικών και φρούτων έδειξαν χαμηλότερα επίπεδα σακχάρου νηστείας. Οι διαβητικοί ασθενείς κατανάλωναν περισσότερα όσπρια από την ομάδα ελέγχου, αλλά η κατανάλωση δημητριακών και ξηρών καρπών/σπόρων στις δύο ομάδες κυμαινόταν στα ίδια επίπεδα. Η κατανάλωση ξηρών καρπών και σπόρων συσχετίστηκαν επίσης με 76,3% μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔ2. Αυτά τα ευρήματα προτείνουν την πιθανή αποτελεσματικότητα του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με ΣΔ2. Περαιτέρω έρευνα για την εξερεύνηση στρατηγικών για την πρόληψη και τη θεραπεία μεταβολικών διαταραχών μέσω της τροποποίησης της διατροφής κρίνεται αναγκαία.

Αυτές οι πληροφορίες μπορεί να βοηθήσουν γιατρούς και διαιτολόγους στο σχεδιασμό εξατομικευμένων διατροφικών παρεμβάσεων.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Saeedi P, Petersohn I, Salpea P, et al. Global and regional diabetes prevalence estimates for 2019 and projections for 2030 and 2045: Results from the International Diabetes Federation Diabetes Atlas, 9(th) edition. Diabetes Res. Clin. Pract. 2019,157, 107843.
  2. Kaka A.S, Landsteiner A, Ensrud K.E, et al. Risk prediction models for diabetic foot ulcer development or amputation: A review of reviews. J. Foot Ankle Res. 2023, 16, 13.
  3. Aekplakorn W, Chariyalertsak S, Kessomboon P, et al. Prevalence of Diabetes and Relationship with Socioeconomic Status in the Thai Population: National Health Examination Survey, 2004–2014. J.Diabetes Res. 2018, 2018, 1654530.
  4. Russo S, Kwiatkowski M, Govorukhina N, et al. Meta-Inflammation and Metabolic Reprogramming of Macrophages in Diabetes and Obesity: The Importance of Metabolites. Front. Immunol. 2021, 12, 746151.
  5. Toi P.L, Anothaisintawee T, Chaikledkaew U, et al. Preventive Role of Diet Interventions and Dietary Factors in Type 2 Diabetes Mellitus: An Umbrella Review. Nutrients 2020, 12, 2722.
  6. Qi X, Xu J, Chen G, et al. Self-management behavior and fasting plasma glucose control in patients with type 2 diabetes mellitus over 60 years old: Multiple effects of social support on quality of life.Health Qual. Life Outcomes 2021, 19, 254.
  7. Magkos F, Tetens I, Bugel S.G, et al. A Perspective on the Transition to Plant-Based Diets: A Diet Change May Attenuate Climate Change, but Can It Also Attenuate Obesity and Chronic Disease Risk?Adv. Nutr. 2020, 11, 1–9.
  8. Lichtenstein A.H, Appel L.J, Vadiveloo M, et al. Dietary Guidance to Improve Cardiovascular Health: A Scientific Statement from the American Heart Association. Circulation 2021, 144, e472–e487.
  9. Storz M.A. What makes a plant-based diet? A review of current concepts and proposal for a standardized plant-based dietary intervention checklist. Eur. J. Clin. Nutr. 2022, 76, 789–800.
  10. Aschemann-Witzel J, Gantriis R.F, Fraga P, et al. Plant-based food and protein trend from a business perspective: Markets, consumers, and the challenges and opportunities in the future. Crit. Rev. Food Sci. Nutr. 2021, 61, 3119–3128.
  11. Pointke M, Pawelzik E. Plant-Based Alternative Products: Are They Healthy Alternatives? Micro- and Macronutrients and Nutritional Scoring. Nutrients 2022, 14, 601.
  12. Yimthiang S, Pouyfung P, Khamphaya T, et al. Effects of Environmental Exposure to Cadmium and Lead on the Risks of Diabetes and Kidney Dysfunction. Int. J. Environ. Res. Public Health 2022, 19, 2259.
  13. Kittisakmontri K, Lanigan J, Sangcakul A, et al. Comparison of 24-Hour Recall and 3-Day Food Records during the Complementary Feeding Period in Thai Infants and Evaluation of Plasma Amino Acids as Markers of Protein Intake. Nutrients 2021, 13, 653.

Φυτικά Διατροφικά Μοντέλα κι Εμφάνιση Διαβήτη στην Μελέτη ARIC

Valerie K. Sullivan, Hyunju Kim, Laura E. Caulfield, Lyn M. Steffen, Elizabeth Selvin, Casey M. Rebholz; Plant-Based Dietary Patterns and Incident Diabetes in the Atherosclerosis Risk in Communities (ARIC) Study. Diabetes Care 19 April 2024; 47 (5): 803–809. https://doi.org/10.2337/dc23-2013

 

Επιμέλεια: Χαντζαρίδης Πέτρος, Κλινικός Διαιτολόγος, MSc

 

Η κακή διατροφή είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου που συμβάλλει στην εμφάνιση του σακχαρώδους διαβήτη (ΣΔ) (1). Τα άτομα που ακολουθούν χορτοφαγικά διατροφικά πρότυπα, τα οποία αποκλείουν όλα ή μερικά είδη τροφών ζωικής προέλευσης, έχουν χαμηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν ΣΔ (2). Ωστόσο λιγότερο από το 5% των ενήλικων στις Η.Π.Α., είναι χορτοφάγοι, αποδεικνύοντας ότι η απομάκρυνση των ζωικών προϊόντων δεν είναι εύκολη για τους περισσότερους (3). Η μελέτη αυτή που δημοσιεύτηκε μόλις στο Diabetes Care διερεύνησε αν τα «φυτικά» διατροφικά μοντέλα, τα οποία αποτελούνται κυρίως από φυτικές τροφές κι ελαχιστοποιούν (χωρίς να αποκλείουν) τρόφιμα ζωικής προέλευσης, μπορεί να είναι μια εφικτή διατροφική στρατηγική για την πρόληψη του ΣΔ.

Το δείγμα των συμμετεχόντων στη μελέτης ήταν 11965 άτομα και προήλθε από την προοπτική Μελέτη για τον Κίνδυνο Αθηροσκλήρυνσης στην Κοινότητα (ARIC study) (4). Οι διατροφικές συνήθειες τους αξιολογήθηκαν με ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων και βαθμολογήθηκαν ως περισσότερο ή λιγότερο σύμφωνες με έναν δείκτη φυτικής διατροφής (Plant Dietary Index-PDI), με βάση την υψηλότερη πρόσληψη τροφών φυτικής προέλευσης και τη χαμηλότερη πρόσληψη τροφών ζωικής προέλευσης (5). Όλες οι φυτικές τροφές όμως δεν είναι ίδιες. Αναγνωρίζοντας ότι όσες φυτικές τροφές είναι ελάχιστα επεξεργασμένες είναι πλούσιες σε φυτικές ίνες και βιοενεργά συστατικά είναι υγιεινές (π.χ. φρούτα, λαχανικά, ξηροί καρποί, όσπρια και δημητριακά ολικής αλέσεως), ενώ άλλες επεξεργασμένες, φτωχές σε θρεπτικά συστατικά, πλούσιες σε άμυλο και πρόσθετα σάκχαρα φυτικές τροφές δεν είναι τόσο αθώες (π.χ. επεξεργασμένα δημητριακά, πατάτες, γλυκά και αναψυκτικά με ζάχαρη), οι συγγραφείς ερεύνησαν επίσης τις φυτικές δίαιτες με βάση την υψηλότερη κατανάλωση υγιεινών φυτικών τροφών (healthy PDI-hPDI) συγκριτικά με την υψηλότερη πρόσληψη ανθυγιεινών (unhealthy PDI-uPDI) (6).

Σε 22 χρόνια παρακολούθησης, 4.208 συμμετοχές (περισσότεροι από 1 στις 3) ανέπτυξαν ΣΔ. Μετά από στάθμιση για πολλές σωματομετρικές και δημογραφικές παραμέτρους, ένα φυτικό μοτίβο διατροφής συσχετίστηκε με χαμηλότερη εμφάνιση διαβήτη κατά 11%. Ωστόσο, όταν ελήφθησαν υπόψη τύποι φυτικών τροφίμων, μόνο όσοι ακολούθησαν μια υγιεινή φυτική διατροφή (hPDI) εμφάνισαν στατιστικά σημαντικό χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη κατά 15% και όχι όσοι επέλεξαν ανθυγιεινές φυτικές τροφές (uPDI). Μεταξύ των ανθυγιεινών επεξεργασμένων φυτικών τροφίμων, εκείνο με την μεγαλύτερη αρνητική επίδραση ήταν τα αναψυκτικά με ζάχαρη, τα οποία συνδέονταν με 16% αύξηση της πιθανότητας για ΣΔ.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι ο ρόλος της αποφυγής ζωικών τροφών στην συσχέτιση με τον κίνδυνο για ΣΔ. Με άλλα λόγια, η ευεργετική συσχέτιση της πιθανότητας για ΣΔ με τον hPDI προήλθε από την υψηλότερη πρόσληψη υγιεινών τροφίμων φυτικής προέλευσης, της χαμηλότερης πρόσληψης τροφών ζωικής προέλευσης ή και των δύο; Οι ερευνητές μετά από αναλύσεις ευαισθησίας, κατέληξαν σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Μετά τον αποκλεισμό του κόκκινου κρέατος από τη βαθμολογία (δηλαδή αγνοώντας πόσο κόκκινο κρέας έτρωγαν οι άνθρωποι), η προστατευτική συσχέτιση του hPDI μειώθηκε σημαντικά, από 15% σε 8% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔ. Αυτό υποδηλώνει ότι περίπου το ήμισυ του χαμηλότερου κινδύνου διαβήτη που παρατηρείται με μια υγιεινή φυτική διατροφή προκύπτει από την χαμηλότερη πρόσληψη κόκκινου κρέατος. Αντίθετα, αφού εξαιρέθηκαν όλα τα άλλα τρόφιμα ζωικής προέλευσης, εκτός από το κόκκινο κρέας, από τη βαθμολογία (δηλαδή αγνοώντας πόσα γαλακτοκομικά, αυγά, ψάρια, πουλερικά και ζωικό λίπος έτρωγαν), η προστατευτική συσχέτιση ήταν παρόμοια (14% χαμηλότερος κίνδυνος διαβήτη σε σύγκριση με 15% αρχικά).

Συνοπτικά, οι συγγραφείς κατέληξαν ότι ένα πρότυπο διατροφής βασισμένο σε  ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα φυτικής προέλευσης, πλούσια σε φυτικές ίνες και βιοενεργά συστατικά μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο διαβήτη. Τα ροφήματα με ζάχαρη και το κόκκινο κρέας συνδέονται στατιστικώς σημαντικά με τον κίνδυνο για ΣΔ, ενώ τα  υπόλοιπα ζωικής προέλευσης τρόφιμα είναι σχετικά ουδέτερα.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1) GBD 2019 Diabetes in the Americas Collaborators. Burden of diabetes and hyperglycaemia in adults in the Americas, 1990-2019: a systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2019. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022 Sep;10(9):655-667

(2) Chiu THT, Pan WH, Lin MN, Lin CL. Vegetarian diet, change in dietary patterns, and diabetes risk: a prospective study. Nutr Diabetes. 2018 Mar 9;8(1):12

(3) Corrin T, Papadopoulos A. Understanding the attitudes and perceptions of vegetarian and plant-based diets to shape future health promotion programs. Appetite. 2017 Feb 1;109:40-47

(4) Wright JD, Folsom AR, Coresh J, Sharrett AR, Couper D, Wagenknecht LE etal. The ARIC (Atherosclerosis Risk In Communities) Study: JACC Focus Seminar 3/8. J Am Coll Cardiol. 2021 Jun 15;77(23):2939-2959

(5) Willett WC, Sampson L, Stampfer MJ, Rosner B, Bain C, Witschi J etal. Reproducibility and validity of a semiquantitative food frequency questionnaire. Am J Epidemiol. 1985 Jul;122(1):51-65

(6) Satija A, Bhupathiraju SN, Rimm EB, Spiegelman D, Chiuve SE, Borgi L etal. Plant-Based Dietary Patterns and Incidence of Type 2 Diabetes in US Men and Women: Results from Three Prospective Cohort Studies. PLoS Med. 2016 Jun 14;13(6):e1002039

Μοτίβα αρχικής χρήσης και πρώτης εντατικοποίησης αντιδιαβητικών φαρμάκων μεταξύ ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στη Σκωτία, 2010-2020: Μια αναδρομική μελέτη κοορτής

Mahmoud F, Mueller T, Mullen A, Sainsbury C, Rushworth GF, Kurdi A. Patterns of initial and first-intensifying antidiabetic drug utilization among patients with type 2 diabetes mellitus in Scotland, 2010-2020: A retrospective population-based cohort study. Diabetes Obes Metab. 2024 Apr 1. doi: 10.1111/dom.15584. Epub ahead of print. PMID: 38558305.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) προτείνουν τη μετφορμίνη ως θεραπεία πρώτης γραμμής για άτομα που διαγνώστηκαν πρόσφατα και δεν έχουν εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νεφρική νόσο ή καρδιακή ανεπάρκεια [1, 2, 3]. Ωστόσο, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ασθενών που μπορεί να ξεκινήσουν με διαφορετική κατηγορία αντιδιαβητικών φαρμάκων για πολλούς λόγους (π.χ. αντενδείξεις). Δεν υπάρχει σαφής σύσταση σχετικά με την επιλογή της αρχικής εναλλακτικής αγωγής στη μετφορμίνη ή της αρχικής συνδυαστικής θεραπείας για ασθενείς με πιο σοβαρή νόσο.

Σκοπός της παρούσας αναδρομικής μελέτης ήταν να αξιολογήσει τα πρότυπα χρήσης και συνταγογράφησης αντιδιαβητικών φαρμάκων σε άτομα με ΣΔΤ2 κατά την έναρξη και κατά την πρώτη εντατικοποίηση της αγωγής.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Πραγματοποιήθηκε μια αναδρομική μελέτη κοορτής χρησιμοποιώντας δεδομένα ασθενών με ΣΔΤ2 που έλαβαν αντιδιαβητικά φάρμακα μεταξύ του 2010 και του 2020 στη Σκωτία. Τα πρότυπα συνταγογράφησης ποσοτικοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας δοκιμές συχνότητας/ποσοστών, απόλυτης/σχετικής μεταβολής και τάσεων.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά εντοπίστηκαν 145.909 νέοι χρήστες αντιδιαβητικών φαρμάκων. Το 91% (n = 132.382) των ατόμων έλαβαν ένα μόνο φάρμακο κατά την πρώτη έναρξη της θεραπείας. Η μετφορμίνη ήταν η πιο συχνά συνταγογραφούμενη μονοθεραπεία (n = 118.737, 89,69%). Συνολικά σε 50.731 άτομα (39,40%) που ξεκίνησαν με μετφορμίνη (n = 46.730/118.737, 39,36%) ή με σουλφονυλουρία (n = 4001/10 029, 39,89%) εντατικοποιήθηκε η αγωγή τους με μία ή περισσότερες προσθήκες φαρμάκων. Στα περισσότερα άτομα που έλαβαν αρχικά μετφορμίνη (45.963/46.730, 98,36%) και σε αυτά που έλαβαν σουλφονυλουρία (3894/4001, 97,33%) προστέθηκε περαιτέρω ένας νέος παράγοντας. Οι σουλφονυλουρίες (22.197/45.963; 48,29%) ήταν η πιο κοινή πρώτη εντατικοποιημένη μονοθεραπεία μετά την αρχική χρήση μετφορμίνης, αλλά αυτές αντικαταστάθηκαν από τους αναστολείς συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης-2 (SGLT2) το 2019 (αναστολείς SGLT2: 2019: 2039/6065, 33.62% έναντι σουλφονυλουριών: 1924/6065, 31,72%). Η μετφορμίνη ήταν η πιο συχνά προστιθέμενη μονοθεραπεία στην αρχική χρήση σουλφονυλουρίας (2924/3894, 75,09%). Αν και η πλειονότητα των ασθενών έλαβε έναν αντιδιαβητικό παράγοντα, η χρήση συνδυαστικής θεραπείας αυξήθηκε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, υπήρξε μια αυξανόμενη τάση για συνταγογράφηση των νεότερων κατηγοριών (SGLT2 αναστολείς, DPP4 αναστολείς) ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό σε σύγκριση με τις παλαιότερες αγωγές (σουλφονυλουρίες, ινσουλίνη, πιογλιταζόνη) τόσο στην έναρξη όσο και στην πρώτη εντατικοποίηση της αγωγής.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Παρατηρήθηκε μια αυξητική τάση στη συνταγογράφηση των νεότερων κατηγοριών αντιδιαβητικής αγωγής σε σύγκριση με παλαιότερες αγωγές. Ωστόσο, η μετφορμίνη παρέμεινε το πιο συχνά συνταγογραφούμενο φάρμακο πρώτης γραμμής, ενώ οι SGLT2 αναστολείς αντικατέστησαν τις σουλφονυλουρίες ως την πιο κοινή συμπληρωματική αγωγή στη χρήση μετφορμίνης το 2019.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. American Diabetes Association (ADA).  Pharmacologic approaches to glycemic treatment: standards of medical care in diabetes-2020. Diabetes Care. 2020; 43(Suppl 1): S98-S110.
  2. Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία. Κατυθυντήριες Οδηγίες, 2024. https://drive.google.com/file/d/1L-zjpv1cYIWlItTDvlW_ljZR4q7esZkx/view
  3. National Institute of Health and Care Excellence (NICE). Type 2 Diabetes in Adults: Management 2021. 2021Accessed January 30, 2022. https://www.nice.org.uk/guidance/gid-ng10160/documents/draft-guideline

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Η μελέτη φυσικής πορείας του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 στη μελέτη INNODIA 1: μια ευρωπαϊκή κοορτή νεοδιαγνωσθέντων παιδιών, εφήβων και ενηλίκων

Marcovecchio ML, Hendriks AEJ, Delfin C, Battelino T, Danne T, Evans ML, Johannesen J, Kaur S, Knip M, Overbergh L, Pociot F, Todd JA, Van der Schueren B, Wicker LS, Peakman M, Mathieu C; INNODIA consortium. The INNODIA Type 1 Diabetes Natural History Study: a European cohort of newly diagnosed children, adolescents and adults. Diabetologia. 2024 Mar 22. doi: 10.1007/s00125-024-06124-5. Epub ahead of print. PMID: 38517484.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 (ΣΔΤ1) είναι μια ετερογενής κατάσταση [1, 2]. Οι παράγοντες που εξηγούν τις διαφορές στην κλινική πορεία και την ανταπόκριση στη θεραπεία ενός ατόμου θα έχουν σημαντικές κλινικές και ερευνητικές επιπτώσεις [1, 2, 3]. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της ετερογένειας του ΣΔΤ1, όπως αξιολογείται από τα κλινικά χαρακτηριστικά, τα αυτοαντισώματα, τη λειτουργία των β κυττάρων, τη γλυκαιμική ρύθμιση κατά τους πρώτους 12 μήνες από τη διάγνωση, και πώς σχετίζεται με την ηλικία κατά τη διάγνωση.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από τη κοορτή INNODIA στην οποία συμπεριλαμβάνονται άτομα ηλικίας 1-45 ετών που διαγνώστηκαν πρόσφατα με ΣΔΤ1. Τα άτομα αυτά παρακολουθούνταν κάθε 3 μήνες, για την αξιολόγηση των κλινικών χαρακτηριστικών, του C-πεπτιδίου, της HbA1c και των σχετιζόμενων με τον διαβήτη αντισωμάτων καθώς και των αλλαγών τους κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών από τη διάγνωση, σε τρεις ηλικιακές ομάδες: <10 ετών, 10-17 ετών και ≥18 ετών.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν 649 άτομα (57,3% άνδρες, ηλικία 12,1±8,3 ετών). Από αυτούς το 96,9% είχαν ένα ή περισσότερα αντισώματα που σχετίζονται με το διαβήτη. Το C-πεπτίδιο νηστείας ήταν 242,0 (139.0-382.0) pmol/l (AUC 749,3 [466,2-1106,1] pmol/l × min), με τα επίπεδα να αυξάνονται με την ηλικία (p<0,001). Με την πάροδο του χρόνου, το C-πεπτίδιο παρέμεινε χαμηλότερο σε άτομα ηλικίας <10 ετών, αλλά μειώθηκε σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Παράλληλα, τα επίπεδα γλυκόζης αυξήθηκαν προοδευτικά. Το χαμηλότερο αρχικό C-πεπτίδιο νηστείας, ο δείκτης μάζας σώματος και η παρουσία διαβητικής κετοξέωσης κατά τη διάγνωση συσχετίστηκαν με χαμηλότερο C-πεπτίδιο με την πάροδο του χρόνου. Η τιμή HbA1c μειώθηκε κατά τους πρώτους 3 μήνες (p<0,001), ενώ οι ανάγκες σε ινσουλίνη αυξήθηκαν 3 μήνες μετά τη διάγνωση (p<0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σε αυτή τη μεγάλη κοορτή ατόμων με πρόσφατα διαγνωσμένο ΣΔΤ1, βρέθηκαν διαφορές που σχετίζονται με την ηλικία στις κλινικές και βιοχημικές μεταβλητές. Το C-πεπτίδιο ήταν χαμηλότερο στα πιο νέα παιδιά, αλλά δεν υπήρχαν σημαντικές ηλικιακές διαφορές στο ρυθμό μείωσης του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. den Hollander NHM, Roep BO (2022) From disease and patient heterogeneity to precision medicine in type 1 diabetes. Front Med (Lausanne) 9:932086.
  2. Quattrin T, Mastrandrea LD, Walker LSK (2023) Type 1 diabetes. Lancet 401(10394):2149–2162.
  3. Battaglia M, Ahmed S, Anderson MS et al (2020) Introducing the endotype concept to address the challenge of disease heterogeneity in type 1 diabetes. Diabetes Care 43(1):5–12.

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας με βάση την ομάδα τυχαιοποίησης στη μελέτη Diabetes Prevention Program (DPP), την κατάσταση και τη διάρκεια του διαβήτη και την αθροιστική γλυκαιμική έκθεση

Lee CG, Ciarleglio A, Edelstein SL, Crandall JP, Dabelea D, Goldberg RB, Kahn SE, Knowler WC, Ma MT, White NH, Herman WH; Diabetes Prevention Program Research Group. Prevalence of Distal Symmetrical Polyneuropathy by Diabetes Prevention Program Treatment Group, Diabetes Status, Duration of Diabetes, and Cumulative Glycemic Exposure. Diabetes Care. 2024 Mar 19:dc232009. doi: 10.2337/dc23-2009. Epub ahead of print. PMID: 38502874.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Η μελέτη Diabetes Prevention Program (DPP) ήταν μια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 1996 – 2001 και συνέκρινε την εντατική παρέμβαση στον τρόπο ζωής με τη χορήγηση μετφορμίνης και τη χορήγηση εικονικού φαρμάκου σε μια ομάδα 3.234 ατόμων που εμφάνιζε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη [1]. Η αλλαγή στον τρόπο ζωής περιελάμβανε σαφώς καθορισμένους στόχους απώλειας βάρους και σωματικής δραστηριότητας, προπονητές του τρόπου ζωής (lifestyle coaches) και εντατική παρακολούθηση [1]. Με την ολοκλήρωση της μελέτης DPP, οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν στη μη παρεμβατική μελέτη του προγράμματος πρόληψης διαβήτη (Diabetes Prevention Program Outcomes Study, DPPOS) [2].

Σκοπός της παρούσας ανάλυσης ήταν η αξιολόγηση των συσχετίσεων μεταξύ της περιφερικής νευροπάθειας και  της αγωγής κατά την τυχαιοποίηση στη μελέτη DPP, της κατάστασης και της διάρκειας του διαβήτη και της αθροιστικής γλυκαιμικής έκθεσης περίπου 21 χρόνια μετά την τυχαιοποίηση της μελέτης DPP.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Στη μελέτη DPP, άτομα με υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη τυχαιοποιήθηκαν σε εντατικοποιημένο τρόπο ζωής, μετφορμίνη ή εικονικό φάρμακο με στόχο την πρόληψη του διαβήτη. Μετά το πέρας της μελέτης, η χορήγηση μετφορμίνης συνεχίστηκε, το εικονικό φάρμακο διακόπηκε και ο εντατικοποιημένος τρόπος ζωής παρέχονταν με τη μορφή εξαμηνιαίων ομαδικών μαθημάτων σε όλους τους συμμετέχοντες. Τα συμπτώματα και τα σημεία της περιφερικής νευροπάθειας αξιολογήθηκαν σε 1.792 συμμετέχοντες κατά τον 17ο χρόνο της μελέτη DPPOS. Χρησιμοποιήθηκαν μοντέλα πολυπαραγονικτής ανάλυσης για την αξιολόγηση των συσχετίσεων της περιφερικής νευροπάθειας με την ομάδα θεραπείας, την κατάσταση και τη διάρκεια του διαβήτη και τη αθροιστική γλυκαιμική έκθεση.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στα 21 χρόνια μετά την τυχαιοποίηση της μελέτης DPP, το 66% των ατόμων είχαν διαβήτη. Ο επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας δεν διέφερε ανάλογα με την αρχική τυχαιοποίηση (21,5%, 21,5%, 21,9%, για τον εντατικοποιημένο τρόπο ζωής, τη μετφορμίνη και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα). Επίσης, ο επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας ήταν ελαφρώς χαμηλότερος για όσους διατρέχουν κίνδυνο διαβήτη (19,6%) έναντι εκείνων με διαβήτη (22,7%) και συσχετίστηκε με μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη και τη HbA1c (τιμές P <0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η πιθανότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας ήταν παρόμοια σε όλες τις ομάδες θεραπείας στη μελέτη DPP. Επίσης, η  πιθανότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας ήταν υψηλότερη στα άτομα με διαβήτη, με μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη και υψηλότερη αθροιστική γλυκαιμική έκθεση. Η παρέμβαση στον τρόπο ζωής μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα οφέλη στην εμφάνιση περιφερικής νευροπάθειας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Diabetes Prevention Program Research, G., The Diabetes Prevention Program (DPP): description of lifestyle intervention. Diabetes Care, 2002. 25(12): p. 2165-71.
  2. Diabetes Prevention Program Research, G., Long-term effects of lifestyle intervention or metformin on diabetes development and microvascular complications over 15-year follow-up: the Diabetes Prevention Program Outcomes Study. Lancet Diabetes Endocrinol, 2015. 3(11): p. 866-75.

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Η συχνότητα της Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας και οι συσχετισμοί της με κλινικά χαρακτηριστικά σε παιδιατρικό πληθυσμό με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1. 

Hatle H, et al. Prevalence and associations of impaired awareness of hypoglycemia in a pediatric type 1 diabetes population – The Norwegian Childhood Diabetes Registry. Diabetes Res Clin Pract. 2024;209:111093. doi: 10.1016/j.diabres.2024.111093.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 1329 παιδιά και έφηβοι από το εθνικό μητρώο ασθενών με ΣΔΤ1 της Νορβηγίας (μέση διάρκεια νόσου 4,3 έτη), στα οποία αξιολογήθηκε ο βαθμός επίγνωσης των συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας με τη χρήση του ερωτηματολογίου Clarke. Για τα παιδιά ηλικίας <9 ετών (235 άτομα) το ερωτηματολόγιο συμπληρώθηκε από τους γονείς τους.

Η συχνότητα της Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας στο σύνολο των ασθενών υπολογίστηκε στο 22% και παρουσίασε σταδιακή μείωση από ποσοστό 53% στα παιδιά προσχολικής ηλικίας στο 12% για τους εφήβους >16 ετών. Η παρουσία Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας συσχετίστηκε με ιστορικό επεισοδίων σοβαρής υπογλυκαιμίας και διαβητικής κετοξέωσης κατά το προηγούμενο έτος, με αυξημένο φόβο για την εμφάνιση υπογλυκαιμίας, με το γυναικείο φύλο και με κακό γλυκαιμικό έλεγχο (επίπεδα HBA1c ≥8,5 %). Αντίθετα, δεν εμφάνισε στατιστική συσχέτιση με τη διάρκεια του ΣΔ, τη χρήση αντλίας έγχυσης ινσουλίνης ή συσκευής συνεχόμενης καταγραφής γλυκόζης (CGMS) και με επίπεδα HbA1c <7,5 %.

Συμπερασματικά, στα άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας με ΣΔΤ1 η συχνότητα του συνδρόμου Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας είναι πολύ υψηλή, ειδικά στα μικρότερης ηλικίας παιδιά. Η Ανεπίγνωστη Υπογλυκαιμία συσχετίζεται με ιστορικό σοβαρής υπογλυκαιμίας και με αυξημένο φόβο για την εμφάνιση ενός νέου επεισοδίου υπογλυκαιμίας. Ο καλός γλυκαιμικός έλεγχος φαίνεται ότι είναι εφικτός, χωρίς αύξηση του κινδύνου εμφάνισης του συνδρόμου Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας.

Εορτάζοντας τη συγκέντρωση κλινικών δεδομένων πραγματικού κόσμου τριών ετών από τη χρήση του συστήματος MiniMed™ 780G από 100.000 άτομα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Choudhary P, et al. Celebrating the Data from 100,000 Real-World Users of the MiniMed™ 780G System in Europe, Middle East, and Africa Collected Over 3 Years: From Data to Clinical Evidence. Diabetes Technology & Therapeutics. 2024;26:32-37. doi: 10.1089/dia.2023.0433.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος 

 

H παρούσα αναφορά παρουσιάζει κλινικά δεδομένα πραγματικού κόσμου από τη χρήση του υβριδικού κλειστού συστήματος αντλίας ινσουλίνης MiniMed™ 780G από 101.629 ασθενείς με ΣΔΤ1 για πάνω από 3 χρόνια στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική (34 χώρες στο σύνολο). Παράλληλα συνοψίζει στοιχεία σε σχέση με τη χρηστικότητα και κλινική αποτελεσματικότητα της αντλίας.

Το μέσο ποσοστό του χρόνου όπου η γλυκόζη κυμάνθηκε εντός εύρους στόχου (TIR 70-180 mg/dL) ήταν 72,3%, ο δείκτης διαχείρισης γλυκόζης (Glucose Management Indicator – GMI) 7%, το μέσο ποσοστό του χρόνου με τιμή γλυκόζης <70 mg/dL (TBR70) 2% και αντίστοιχα <54 mg/dL (TBR54) 0,4%. Ποσοστό 59,6% των χρηστών πέτυχαν GMI <7% και αντίστοιχα 62,5% TIR>70%, 88,4% TBR70<4% και 90%  TBR54<1%.

Τα αποτελέσματα ήταν εμφανώς καλύτερα (χωρίς αύξηση της υπογλυκαιμίας) στα άτομα που χρησιμοποίησαν στις ρυθμίσεις της αντλίας στόχο 100mg/dL και χρόνο για την ενεργή ινσουλίνη 2ώρες: μέσος TIR = 78,8% και ποσοστό χρηστών που πέτυχαν TIR>70%  86,3%. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των διαφόρων κρατών όσον αφορά τα κλινικά αποτελέσματα.

Συμπερασματικά, η εφαρμογή του συστήματος MiniMed™ 780G σε περισσότερους από 100.000 ασθενείς με ΣΔΤ1 επέδειξε μεγάλη κλινική αποτελεσματικότητα όσον αφορά τη επίτευξη επαρκούς γλυκαιμικής ρύθμισης.

 

 

Η διαχείριση ενός επερχόμενου επεισοδίου μη σοβαρής υπογλυκαιμίας με λήψη υδατανθράκων από το στόμα στα άτομα με  Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1.

Cheng R, et al. Managing Impending Nonsevere Hypoglycemia With Oral Carbohydrates in Type 1 Diabetes: The REVERSIBLE Trial. Diabetes Care. 2024;47(3):476-482. doi: 10.2337/dc23-1328.  

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

 

H αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας με βάση τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες συνίσταται στην κατανάλωση 15 γραμμαρίων απλών υδατανθράκων ανά χρονικά διαστήματα 15 λεπτών, μέχρι την επιτυχή ανάταξή της, όταν η τιμή του σακχάρου βρίσκεται σε επίπεδα <70 mg/dL. Όμως είναι γνωστό, ότι η διαχείριση των υπογλυκαιμιών παραμένει πολύ δύσκολη για τα άτομα με ΣΔΤ1. Στην παρούσα μελέτη διασταυρούμενης μετάβασης (cross-over) συμμετείχαν 29 άτομα με ΣΔΤ1, στα οποία προκλήθηκε υπογλυκαιμία μέσω χορήγησης υποδορίως ινσουλίνης σε νοσοκομειακό περιβάλλον σε 3 περιπτώσεις. Σε κάθε ένα από τα επεισόδια τεχνητής υπογλυκαιμίας εκτιμήθηκε η αντιμετώπισή της (με λήψη 16 γρ. υδατανθράκων από το στόμα) σε 3 διαφορετικά επίπεδα γλυκόζης:  ≤90, είτε ≤80, είτε <70 mg/dL.

Όταν η αντιμετώπιση του επερχόμενου επεισοδίου υπογλυκαιμίας έγινε στα 90 mg/dL, μόλις το 34% των ατόμων έφτασε σε επίπεδα σακχάρου <70mg/dL (έναντι ποσοστού 86% και 100%). Αντίστοιχα, τα επεισόδια υπογλυκαιμίας είχαν διάρκεια 7,1±11,8 λεπτά έναντι 17,9±14,7 και 26±12,6 λεπτών (P=0,002 και 0,026). Τα κατώτερα επίπεδα γλυκόζης στις 3 περιπτώσεις ήταν  73,51±9,37 έναντι 63,6±7,93 και 56,57±9,91 mg/dL (P=0,002 και 0,008). Για την επίτευξη ευγλυκαιμίας, αντίστοιχα για την κάθε ομάδα, ποσοστό 31% έναντι 52% και 69% των ασθενών χρειάστηκαν περισσότερες από μια διορθώσεις με λήψη υδατανθράκων από το στόμα. Επίσης, δεν σημειώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές όσον αφορά τα επεισόδια αντιρροπιστικής υπεργλυκαιμίας (>180 mg/dL) μεταξύ των τριών ομάδων.

Συμπερασματικά, για την αντιμετώπιση ενός επερχόμενου υπογλυκαιμικού επεισοδίου τα άτομα με ΣΔΤ1 μπορεί να επωφεληθούν από τη λήψη υδατανθράκων πριν η τιμή της γλυκόζης κατέλθει <70 mg/dL.