Συσχέτιση των δεικτών γλυκαιμικής ρύθμισης με τις εκβάσεις της κύησης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και σύστημα συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης.

Ayodeji A. Sanus et al., Diabetes Care 2024;47:89–96

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η χρήση συστημάτων συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης (ΣΚΓ) οδηγεί σε μεγαλύτερη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου της μητέρας και των νεογνικών εκβάσεων σε κυήσεις γυναικών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, συγκριτικά με τον αυτοέλεγχο της γλυκόζης αίματος. Εντούτοις, οι γλυκαιμικοί στόχοι για την κύηση, σε ασθενείς, που φέρουν σύστημα ΣΚΓ βασίζονται σε συμφωνία ειδικών. Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να εκτιμηθεί η συσχέτιση των γλυκαιμικών δεικτών από το σύστημα ΣΚΓ με τις νεογνικές εκβάσεις και να καθορισθούν, βάσει ενδείξεων οι στόχοι, που μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της νοσηρότητας.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ: Πρόκειται για μία αναδρομική μελέτη κοορτής εγκύων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1) ή τύπου 2 (ΣΔ2), που έφεραν σύστημα ΣΚΓ με καταγραφή των δεδομένων σε πραγματικό χρόνο και γέννησαν σε τριτοβάθμιο κέντρο στις ΗΠΑ (2018-2021). Τα κριτήρια αποκλεισμού περιελάμβαναν τις πολλαπλές κυήσεις, τις ανωμαλίες του εμβρύου και τις παλίνδρομες κυήσεις. Οι γλυκαιμικοί δείκτες, που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη ήταν ο χρόνος εντός εύρους στόχου (TIR:65-140 mg/dL), o χρόνος άνω του στόχου (TAR), ο χρόνος κάτω από τον στόχο (TBR), η γλυκαιμική μεταβλητότητα, η μέση γλυκόζη και ο δείκτης διαχείρισης της γλυκόζης. To πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε την εμβρυϊκή ή νεογνική θνησιμότητα, την εισαγωγή του νεογνού σε μονάδα εντατικής θεραπείας, την υπογλυκαιμία, την δυστοκία των ώμων και την υπερχολερυθριναιμία. Η εκτίμηση της συσχέτισης των γλυκαιμικών δεικτών από το σύστημα ΣΚΓ με τις νεογνικές εκβάσεις και ο υπολογισμός του βέλτιστου TIR έγιναν με τη χρήση λογιστικής παλινδρόμησης.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στη μελέτη εντάχθηκαν 117 ασθενείς, εκ των οποίων 16 (13.7%) έφεραν σύστημα ΣΚΓ πρό κύησης and 68 (58.1%) έπασχαν από ΣΔ1. Συνολικά, 98 ασθενείς (83.8%) εμφάνισαν το σύνθετο πρωτεύον καταληκτικό σημείο. Όλοι οι δείκτες από το σύστημα ΣΚΓ, εκτός του TBR, σχετίσθηκαν με τη νεογνική νοσηρότητα. Για κάθε 5% αύξηση του TIR, παρατηρήθηκε 28% μείωση της πιθανότητας εμφάνισης νεογνικής νοσηρότητας (odds ratio 0,72, 95% CI 0,58–0,89). Το βέλτιστο TIR ήταν 66–71%.  

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Σχεδόν όλοι οι δείκτες από το σύστημα ΣΚΓ σχετίσθηκαν με ανεπιθύμητες νεογνικές εκβάσεις σε έγκυες με προϋπάρχοντα σακχαρώδη διαβήτη. Τα ευρήματα της μελέτης υποστηρίζουν την σύσταση της Αμερικανικής Διαβητολογικής εταιρείας για TIR 70%.

 

Επιμέλεια: Eλευθερία Παπαχριστοφόρου

Σεμαγλουτίδη και καρδιοαγγειακά επεισόδια σε ασθενείς παχύσαρκους χωρίς σακχαρώδη διαβήτη

A.Michael Lincoff et al. N Engl J Med 2023;389:2221-32.

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η σεμαγλουτίδη είναι ένας αγωνιστής των υποδοχέων του GLP-1, που έχει δείξει ότι μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιοαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Η επίδραση της σεμαγλουτίδης στα καρδιοαγγειακά επεισόδια σε ασθενείς υπέρβαρους ή παχύσαρκους, χωρίς σακχαρώδη διαβήτη, δεν έχει διερευνηθεί.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ: Πρόκειται για μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη ανωτερότητας, στην οποία εντάχθηκαν ασθενείς ηλικίας ≥ 45 ετών με εγκατεστημένη καρδιοαγγειακή νόσο και δείκτη μάζας σώματος ≥27 kg/m2, χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1, έτσι ώστε να λάβουν είτε σεμαγλουτίδη μία ένεση εβδομαδιαίως σε δόση 2,4 mg, είτε εικονικό φάρμακο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε τον καρδιοαγγειακό θάνατο, το μη-θανατηφόρο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου ή το μη-θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Εκτιμήθηκε επίσης η ασφάλεια της φαρμακευτικής αγωγής.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Στη μελέτη εντάχθηκαν συνολικά 17604 ασθενείς, 8803 έλαβαν σεμαγλουτίδη και 8801 έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η μέση διάρκεια έκθεσης στη σεμαγλουτίδη ή το εικονικό φάρμακο ήταν 34,2±13,7 μήνες και η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 39.8±9.4 μήνες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης εμφανίσθηκε σε 569 από 8803 ασθενείς (6,5%) στην ομάδα της σεμαγλουτίδης και σε 701 από 8801 (8,0%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,80; 95% confidence interval, 0,72 – 0,90; p<0,001). Ανεπιθύμητες ενέργειες, που οδήγησαν σε προσωρινή διακοπή του φαρμάκου, εμφανίσθηκαν σε 1461 ασθενείς στην ομάδα της σεμαγλουτίδης (16,6%) και σε 718 ασθενείς (8,2%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p<0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:  Η εβδομαδιαία χορήγηση σεμαγλουτίδης σε δόση 2,4 mg σε ασθενείς υπέρβαρους ή παχύσαρκους με εγκατεστημένη καρδιοαγγειακή νόσο, χωρίς ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη, ήταν ανώτερη του εικονικού φαρμάκου στη μείωση της επίπτωσης του καρδιοαγγειακού θανάτου, του μη θανατηφόρου οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου ή του μη-θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.

 

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Συγκριτική αποτελεσματικότητα της δόσης της ασπιρίνης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και εγκατεστημένη καρδιοαγγειακή νόσο. Μία ανάλυση υπο-ομάδων της μελέτης ADAPTABLE.

Dennis I. Narcisse, et al., Diabetes Care 2024;47(1):81–88

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Oι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και εγκατεστημένη αθηροσκληρυντική καρδιοαγγειακή νόσο πρέπει να λαμβάνουν την πιο αποτελεσματική δόση ασπιρίνης, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης μελλοντικών καρδιοαγγειακών επεισοδίων.

ΜΕΘΟΔΟΙ: H μελέτη ADAPTABLE, είναι μία ανοιχτή, τυχαιοποιημένη πραγματική μελέτη, στην οποία εντάχθηκαν ασθενείς με σταθερή, χρόνια αθηροσκληρυντική καρδιοαγγειακή νόσο, έτσι ώστε να λάβουν 81 ή 325 mg ασπιρίνης ημερησίως. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας  ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε την ολική θνησιμότητα και την νοσηλεία λόγω οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ασφάλειας ήταν η νοσηλεία λόγω μείζονος αιμορραγίας. Σε αυτή την προκαθορισμένη ανάλυση συγκρίθηκε η δοσολογία της ασπιρίνης σε ασθενείς με ή χωρίς σακχαρώδη διαβήτη, όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από 15076 ασθενείς, 5676 (39%) έπασχαν από σακχαρώδη διαβήτη, εκ των οποίων 2820 (49,7%) τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν 81 mg ασπιρίνης και 2856 (50,3%) ώστε να λάβουν 325 mg ασπιρίνης. Το ποσοστό εμφάνισης καρδιοαγγειακών και αιμορραγικών επεισοδίων ήταν υψηλότερο στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη έναντι των μη-διαβητικών (9,6% έναντι 5,9%; P < 0,001) και (0,78% έναντι 0,50%; p< 0,001), αντιστοίχως. Όταν συγκρίθηκαν τα δύο δοσολογικά σχήματα της ασπιρίνης (81 mg έναντι 325 mg) στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, δε διαπιστώθηκε διαφορά όσον αφορά την αποτελέσματικότητα (9,3% έναντι 10,0%; hazard ratio [HR] 0,98 [95% CI 0,83–1,16]; p = 0,265) ή την ασφάλεια (0,87% έναντι 0,69%; HR 1,25 [95% CI 0,72–2,16]; p = 0,772).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Αυτή η μελέτη επιβεβαιώνει τον υψηλότερο κίνδυνο των διαβητικών ασθενών, ανεξαρτήτως της δοσολογίας της ασπιρίνης. Δεν παρατηρήθηκε επιπρόσθετο όφελος με τη μεγαλύτερη δόση της ασπιρίνης σε έναν πιο ευάλωτο πληθυσμό.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Retatrutide, ένας αγωνιστής GIP, GLP-1 και υποδοχέων γλυκαγόνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2: τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη φάσης 2 στις ΗΠΑ

Επιμέλεια

  • Κ. Μαρκάκης, Παθολόγος με εξειδίκευση στο σακχαρώδη διαβήτη, Επιμελητής Α΄ , B΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “ΑTTIKON”
  • Δ. Γκοτζιάς, Παθολόγος, Επιστημονικός συνεργάτης, B΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “ΑTTIKON”

 

Julio Rosenstock, Juan Frias, Ania M Jastreboff, Yu Du, Jitong Lou, Sirel Gurbuz, Melissa K Thomas, Mark L Hartman, Axel Haupt, Zvonko Milicevic, Tamer Coskun. Retatrutide, a GIP, GLP-1 and glucagon receptor agonist, for people with type 2 diabetes: a randomised, double-blind, placebo and active-controlled, parallel-group, phase 2 trial conducted in the USA Lancet. 2023 Aug 12;402(10401):529-544. doi: 10.1016/S0140-6736(23)01053-X. Epub 2023 Jun 26.

 

Σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, η διαχείριση του σωματικού βάρους είναι εξίσου σημαντική με την επίτευξη των γλυκαιμικών στόχων. Η ρετατρουτίδη, ένα πεπτίδιο με δράση αγωνιστή του εξαρτώμενου από τη γλυκόζη ινσουλινοτροπικού πολυπεπτίδιο (glucose-dependent insulinotropic polypeptide, GIP), του GLP-1 και στους υποδοχείς γλυκαγόνης, έδειξε κλινικά σημαντική μείωση της γλυκόζης και του σωματικού βάρους σε μια μελέτη φάσης 1. Στόχος ήταν να εξεταστεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της ρετατρουτίδης σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 σε ένα εύρος δόσεων.

 

 

Μέθοδοι: Σε αυτήν την τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη φάσης 2, οι συμμετέχοντες στρατολογήθηκαν από 42 κέντρα έρευνας και υγειονομικής περίθαλψης στις ΗΠΑ. Στη μελέτη συμμετείχαν ενήλικες ηλικίας 18-75 ετών με διαβήτη τύπου 2, με γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) 7,0-10,5% και δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) 25-50 kg/m2. Οι συμμετέχοντες έλαβαν θεραπεία με δίαιτα και άσκηση μόνη ή με σταθερή δόση μετφορμίνης (≥1000 mg μία φορά την ημέρα) για τουλάχιστον 3 μήνες πριν από την επίσκεψη διαλογής. Οι συμμετέχοντες μοιράστηκαν τυχαία (2:2:2:1:1:1:1:2) χρησιμοποιώντας ένα διαδραστικό σύστημα διαδικτυακής απόκρισης, με στρωματοποίηση για την αρχική τιμή HbA1c και ΔΜΣ, για να λάβουν ενέσεις εικονικού φαρμάκου μία φορά την εβδομάδα, 1,5 mg ντουλαγλουτίδη ή ρετατρουτίδη με δόσεις συντήρησης 0,5 mg, 4 mg (δόση έναρξης 2 mg), 4 mg (χωρίς κλιμάκωση), 8 mg (δόση έναρξης 2 mg), 8 mg (δόση έναρξης 4 mg) ή 12 mg ( δόση έναρξης 2 mg). Οι συμμετέχοντες, το προσωπικό της μελέτης και οι ερευνητές παρέμειναν τυφλοί για την κατανομή της θεραπείας μέχρι το τέλος της μελέτης. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η αλλαγή της HbA1c από την έναρξη στις 24 εβδομάδες και τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν την αλλαγή στην HbA1c και το σωματικό βάρος στις 36 εβδομάδες. Επίσης αξιολογήθηκε η ασφάλεια σε όλους τους συμμετέχοντες που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση θεραπείας της μελέτης.

 

Ευρήματα: Μεταξύ 13 Μαΐου 2021 και 13 Ιουνίου 2022, 281 συμμετέχοντες (μέση ηλικία 56,2 έτη [SD 9,7], μέση διάρκεια διαβήτη 8,1 έτη [7,0], 156 [56%] γυναίκες και 235 [84%] λευκοί) κατανεμήθηκαν τυχαία και συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση ασφάλειας (45 στην ομάδα εικονικού φαρμάκου, 46 στην ομάδα 1,5 mg ντουλαγλουτίδης και 47 στην ομάδα ρετατρουτίδης 0,5 mg, 23 στην ομάδα 4 mg ομάδα κλιμάκωσης, 24 στην ομάδα των 4 mg, 26 στην ομάδα βραδείας κλιμάκωσης των 8 mg, 24 στην ομάδα ταχείας κλιμάκωσης των 8 mg και 46 στην ομάδα κλιμάκωσης των 12 mg). 275 συμμετέχοντες συμπεριλήφθηκαν στις αναλύσεις αποτελεσματικότητας. 237 (84%) συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν τη μελέτη. και 222 (79%) ολοκλήρωσαν τη θεραπεία της μελέτης. Στις 24 εβδομάδες, η διαφορά των μέσων τιμών όπως υπολογίστηκε με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων της HbA1c από την αρχική τιμή με ρετατρουτίδη ήταν -0,43% (SE 0,20) για την ομάδα των 0,5 mg, -1 ·39% (0,14) για την ομάδα κλιμάκωσης των  4 mg, -1,30% (0,22) για την ομάδα των 4 mg, – 1,99% (0,15) για την ομάδα βραδείας κλιμάκωσης των 8 mg, -1,88% (0,21) για την ομάδα ταχείας κλιμάκωσης των 8 mg και -2,02% (0,11) για την ομάδα κλιμάκωσης των 12 mg, έναντι -0,01% (0,21) για την ομάδα εικονικού φαρμάκου και -1,41% (0,12) για την ομάδα ντουλαγλουτίδης των 1,5 mg. Οι μειώσεις της HbA1c με ρετατρουτίδη ήταν σημαντικά μεγαλύτερες ((p<0·0001) από το εικονικό φάρμακο σε όλες τις ομάδες εκτός από την ομάδα των 0,5 mg και μεγαλύτερες από αυτές της ομάδας με 1,5 mg ντουλαγλουτίδης στην ομάδα βραδείας κλιμάκωσης των 8 mg (p=0·0019) και 12 mg ομάδα κλιμάκωσης (p=0·0002). Τα ευρήματα ήταν παρόμοια στις 36 εβδομάδες. Το σωματικό βάρος μειώθηκε ανάλογα με τη δόση της ρετατρουτίδης στις 36 εβδομάδες κατά 3,19% (SE 0,61) για την ομάδα των 0,5 mg, 7,92% (1,28) για την ομάδα κλιμάκωσης των 4 mg, 10,37% (1 ·56) για την ομάδα των 4 mg, 16,81% (1,59) για την ομάδα βραδείας κλιμάκωσης των 8 mg, 16,34% (1,65) για την ομάδα ταχείας κλιμάκωσης των 8 mg και 16,94% (1,30) για την ομάδα κλιμάκωσης των 12 mg, έναντι 3,00% (0,86) με εικονικό φάρμακο και 2,02% (0,72) με 1,5 mg ντουλαγλουτίδης. Για δόσεις ρετατρουτίδης 4 mg και άνω, οι μειώσεις στο βάρος ήταν σημαντικά μεγαλύτερες από αυτές με το εικονικό φάρμακο (p=0·0017 για την ομάδα κλιμάκωσης των 4 mg και p<0·0001 για τις άλλες) και από αυτές με 1,5 mg ντουλαγλουτίδης (όλα p<0·0001 σε όλες τις ανωτέρω συγκρίσεις). Ήπιες έως μέτριες ανεπιθύμητες ενέργειες από το γαστρεντερικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ναυτίας, της διάρροιας, του εμέτου και της δυσκοιλιότητας, αναφέρθηκαν σε 67 (35%) από τους 190 συμμετέχοντες στις ομάδες ρεατρουτίδης (από έξι [13%] από τους 47 στην ομάδα των 0,5 mg σε 12 [50%] από 24 στην ομάδα ταχείας κλιμάκωσης των 8 mg), έξι (13%) από 45 συμμετέχοντες στην ομάδα εικονικού φαρμάκου και 16 (35%) από 46 συμμετέχοντες στην ομάδα ντουλαγλουτίδης των 1,5 mg. Δεν υπήρξαν αναφορές σοβαρής υπογλυκαιμίας και κανένας θάνατος κατά τη διάρκεια της μελέτης.

 

Συμπεράσματα: Σε άτομα με διαβήτη τύπου 2, η ρετατρουτίδη έδειξε κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στον γλυκαιμικό έλεγχο και μεγάλες μειώσεις στο σωματικό βάρος, με προφίλ ασφάλειας σύμφωνο με τους αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 και τους αγωνιστές των υποδοχέων GIP και GLP-1. Τα δεδομένα της μελέτης θα χρησιμοποιηθούν στην επιλογή δόσεων για τις μελέτες φάσης 3.

Επίδραση της φινερενόμης στην περιπατητική αρτηριακή πίεσης (ambulatory blood pressure) σε χρόνια νεφρική νόσο με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.  

Επιμέλεια

  • Κ. Μαρκάκης, Παθολόγος με εξειδίκευση στο σακχαρώδη διαβήτη, Επιμελητής Α΄ , B΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “ΑTTIKON”
  • Δ. Γκοτζιάς, Παθολόγος, Επιστημονικός συνεργάτης, B΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “ΑTTIKON”

 

Rajiv Agarwal, Luis M Ruilope, Gema Ruiz-Hurtado, Hermann Haller, Roland E Schmieder, Stefan D Anker, Gerasimos Filippatos, Bertram Pitt, Peter Rossing , Marc Lambelet, Christina Nowack, Peter Kolkhof, Amer Joseph, George L Bakris. Effect of finerenone on ambulatory blood pressure in chronic kidney disease in type 2 diabetes. J Hypertens. 2023 Feb 1;41(2):295-302. doi: 10.1097/HJH.0000000000003330. Epub 2022 Dec 8.

 

Η φινερενόνη είναι ένας ισχυρά εκλεκτικός μη στεροειδικός ανταγωνιστής του υποδοχέα αλατοκορτικοειδών με μικρό χρόνο ημιζωής. Η φινερενόνη αποδείχθηκε ότι καθυστερεί την εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ) και μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με ΧΝΝ και ΣΔ2 με μόνο μέτρια επίδραση στην ΑΠ στο ιατρείο (office BP) στην μελέτη φάσης 3 « η φινερενόνη στη μείωση της νεφρικής ανεπάρκειας και της εξέλιξης της νόσου σε διαβητική νεφρική νόσο» (FIDELIO-DKD). Αυτά τα ευρήματα επιβεβαιώθηκαν επίσης στην μελέτη φάσης 3 «η φινερενόνη στη μείωση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας και νοσηρότητας σε διαβητική νεφρική νόσο» (FIGARO-DKD). Τα δεδομένα σχετικά με την ΑΠ από τις μελέτες FIDELIO-DKD και FIGARO-DKD περιορίστηκαν στις μετρήσεις ιατρείου. Οι επιδράσεις της φινερενόνης στις καρδιονεφρικές εκβάσεις θεωρήθηκε ότι μεσολαβούνται κυρίως μέσω μη αιμοδυναμικών οδών, αλλά οι μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης (ΑΠ) στο ιατρείο ήταν ανεπαρκείς για την πλήρη αξιολόγηση των αιμοδυναμικών επιδράσεων. Στην παρούσα μελέτη αξιολογήθηκε η επίδραση της φινερενόνης στην 24ωρη περιπατητική ΑΠ (24-h ambulatory blood pressure) σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και διαβήτη τύπου 2.

 

Μέθοδοι: Η ARTS-DN ήταν μια μελέτη φάσης 2β που τυχαιοποίησε 823 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και χρόνια νεφρική νόσο, με λόγο αλβουμίνης  προς κρεατινίνη ούρων μεγαλύτερο ή ίσο των 30 mg/g και εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης 30–90 ml/min ανά 1,73 m2, σε εικονικό φάρμακο ή σε φινερενόνη (1,25–20 mg μία φορά την ημέρα το πρωί) που χορηγείται σε διάστημα 90 ημερών. Η παρακολούθηση της 24ωρης περιπατητικής ΑΠ διεξήχθη σε μια υποομάδα 240 ασθενών κατά τον έλεγχο, την ημέρα 60 και την ημέρα 90.

 

Αποτελέσματα: Η προσαρμοσμένη ως προς το εικονικό φάρμακο μεταβολή στη συστολική ΑΠ (ΣΑΠ) της 24ωρης καταγραφής την ημέρα 90 ήταν –8,3 mmHg (95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI], –16,6 έως 0,1) για τη φινερενόνη 10 mg (n=7), –11,2 mmHg (95% CI, –18,8 έως –3,6) για τη φινερενόνη 15 mg (n=34) και –9,9 mmHg (95% CI, –17,7 έως –20). ) για φινερενόνη 20 mg (n=31). Οι μέσες τιμές της ΣΑΠ κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας μειώθηκαν ομοίως και η φινερενόνη δεν αύξησε την πτώση της ΣΑΠ κατά τη διάρκεια της νύχτας (dipping). Η φινερενόνη προκάλεσε μια σταθερή μείωση της ΣΑΠ σε ολόκληρο το διάστημα των 24 ωρών.

 

Συμπεράσματα: Η φινερενόνη μείωσε την 24ωρη ΣΑΠ, μειώνοντας την ΣΑΠ και κατά την διάρκεια της ημέρας και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Παρά το σύντομο χρόνο ημίσειας ζωής, η μεταβολή στην ΑΠ παρέμενε για 24 ώρες με τη χορήγηση μία φορά την ημέρα, το πρωί.

Teplizumab και λειτουργία του β-κυττάρου σε πρόσφατα διαγνωσμένο τύπου 1 διαβήτη.

Επιμέλεια

  • Κ. Μαρκάκης, Παθολόγος με εξειδίκευση στο σακχαρώδη διαβήτη, Επιμελητής Α΄ , B΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “ΑTTIKON”
  • Δ. Γκοτζιάς, Παθολόγος, Επιστημονικός συνεργάτης, B΄ Προπαιδευτική Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο “ΑTTIKON”

 

Eleanor L Ramos, Colin M Dayan, Lucienne Chatenoud, Zdenek Sumnik, Kimber M Simmons, Agnieszka Szypowska, Stephen E Gitelman, Laura A Knecht, Elisabeth Niemoeller, Wei Tian, Kevan C Herold; PROTECT Study Investigators. Teplizumab and β-Cell Function in Newly Diagnosed Type 1 Diabetes. N Engl J Med. 2023 Oct 18.doi: 10.1056/NEJMoa2308743. Online ahead of print.

 

Το teplizumab, ένα ανθρωποποιημένο αντίσωμα έναντι του CD3 των T κυττάρων, έχει εγκριθεί από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (Food and Drug Administration, FDA) για την καθυστέρηση της έναρξης κλινικά έκδηλου τύπου 1 διαβήτη (στάδιο 3) σε ασθενείς ηλικίας 8 ετών και άνω με προκλινική νόσο (στάδιο 2). Παραμένει άγνωστο εάν η ενδοφλέβια χορήγηση teplizumab σε ασθενείς με πρόσφατα διαγνωσμένο τύπου 1 διαβήτη μπορεί να καθυστερήσει την πρόοδο της νόσου.

 

Μέθοδοι: Σε αυτήν την φάσης 3, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη έναντι εικονικού φαρμάκου μελέτη,  εκτιμήθηκε η διατήρηση της λειτουργίας των β-κυττάρων, κλινικά τελικά σημεία και η ασφάλεια σε παιδιά και εφήβους που  έλαβαν teplizumab ή εικονικό φάρμακο για δύο  διάρκειας 12 ημερών κύκλους. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή από τις τιμές βάσης στις 78 εβδομάδες της λειτουργίας των β-κυττάρων, όπως εκτιμήθηκε με τη μέτρηση των επιπέδων C-πεπτιδίου μετά από διέγερση. Τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν οι δόσεις ινσουλίνης που απαιτούνταν για την επίτευξη των γλυκαιμικών στόχων, τα επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, ο χρόνος εντός γλυκαιμικού στόχου, και τα κλινικά σημαντικά υπογλυκαιμικά επεισόδια.

 

Αποτελέσματα: Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με teplizumab (217 ασθενείς) είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα διεγερμένου πεπτιδίου C από τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (111 ασθενείς) την εβδομάδα 78 (διαφορά των μέσων τιμών με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων, 0,13 pmol/ml, 95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI], 0,09 έως 0,17, P<0,001) και το 94,9% (95% CI, 89,5 έως 97,6) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με teplizumab διατήρησαν ένα κλινικά σημαντικό peak C-πεπτιδίου 0,2 pmol/ml ή μεγαλύτερο, σε σύγκριση με 79,2% (95% CI, 67,7 έως 87,4) από αυτούς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι ομάδες δεν διέφεραν σημαντικά όσον αφορά τα βασικά δευτερεύοντα τελικά σημεία. Ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν κυρίως με τη χορήγηση teplizumab συγκριτικά με τη χορήγηση placebo και περιελάμβαναν πονοκέφαλο, γαστρεντερικά συμπτώματα, εξάνθημα, λεμφοπενία και ήπιο σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών.

 

Συμπεράσματα: Δύο κύκλοι 12 ημερών teplizumab σε παιδιά και εφήβους με πρόσφατα διαγνωσμένο διαβήτη τύπου 1 έδειξαν όφελος σε σχέση με το κύριο τελικό σημείο της διατήρησης της λειτουργίας των β-κυττάρων, αλλά δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων σε σχέση με τα δευτερεύοντα τελικά σημεία.

Ο ρόλος της διαλειμματικής νηστείας στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2

Eπιμέλεια1Αλεξανδράκη Φιλοθέη, 1Δήμα Νεφέλη, 1Μπαλή Ιωάννα

1Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μία μεταβολική ασθένεια που χαρακτηρίζεται αδυναμία ρύθμισης των επιπέδων γλυκόζης και υπεργλυκαιμία και συνδέεται με την αντίσταση στην ινσουλίνη και ανωμαλίες στον μεταβολισμό κυρίως των υδατανθράκων. Η πλειοψηφία των ατόμων με ΣΔ2 είναι άτομα με αυξημένο σωματικό βάρος ή άτομα με παχυσαρκία και παρουσιάζουν επίσης αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η διαλείπουσα νηστεία (intermittent fasting – IF) ή αλλιώς διαλειμματικός περιορισμός ενέργειας (IER) είναι μία ευρέως διαδεδομένη διατροφική πρακτική που αποτελείται από εναλλασσόμενες περιόδους ελεύθερης διατροφικής κατανάλωσης και αποχής από θερμιδική πρόσληψη. Πιο συγκεκριμένα, η IF περιορίζει την κατανάλωση φαγητού, σε ένα παράθυρο σίτισης 4 έως 8 ωρών  την ημέρα, με 16 έως 20 ώρες νηστεία. Έχει αποδειχτεί  ότι η IF μπορεί να μειώσει την εμφάνιση ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών εκβάσεων, βελτιώνοντας τις μεταβολικές και φλεγμονώδεις οδούς.

Με τη συνεχή αύξηση του ποσοστού των ατόμων με ΣΔ2 παγκοσμίως, είναι σημαντικό να γίνονται διατροφικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν σε μία ουσιαστική θεραπευτική προσέγγιση για τη διαχείριση της γλυκόζης αίματος, του βάρους και του καρδιαγγειακού παράγοντα κινδύνου. Μία από αυτές είναι η IF, που είναι δυνητικά πολύτιμη θεραπευτική .

Τα αποτελέσματα της INTERFAST-2 μελέτης, που πραγματοποιήθηκε στο University Hospital Graz της Αυστρίας, σε άτομα που ακολούθησαν την IF τρεις φορές την εβδομάδα σε χρονικό διάστημα 12 εβδομάδων, έδειξαν ότι μειώθηκε το βάρος τους και επίσης η ημερήσια χορηγούμενη δόση ινσουλίνης. Επίσης, σε μία διασταυρούμενη  μελέτη  που διεξήχθη από τους Sutton et. al., και συμμετείχαν άνδρες με αυξημένο BMI, Hb1Αc, διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας και μειωμένη ανοχή στη γλυκόζη, που τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες, εκ των οποίων η μία ακολούθησε την IF, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες που την ακολούθησαν είχαν χαμηλότερα επίπεδα ινσουλίνης, αυξημένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, αυξημένη ανταπόκριση των β-κυττάρων του παγκρέατος, μειωμένη αρτηριακή πίεση καθώς επίσης και μειωμένο οξειδωτικό στρες.

Σε μία ακόμη τυχαιοποιημένη  μελέτη, που διεξήγαγαν οι Parvaresh et al. με παχύσαρκους ασθενείς με μεταβολικό σύνδρομο, τα άτομα ακολούθησαν  τροποποιημένη διαλειμματική νηστεία (ADF) ή δίαιτα θερμιδικού περιορισμού, για 8 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικότερη μείωση των επιπέδων νηστείας πλάσματος, του σωματικού βάρους, της περιφέρειας μέσης και της συστολικής πίεσης στην ομάδα ADF.

Επιπροσθέτως, ο Arnanson και οι συνεργάτες του σε μία μελέτη παρατήρησης που πραγματοποίησαν σε άτομα με ΣΔ2, τα οποία λάμβαναν θεραπευτική αγωγή με μετφορμίνη, διαπίστωσαν απώλεια σωματικού βάρους, μείωση των επιπέδων της μεταγευματικής και της γλυκόζης  νηστείας, έπειτα από δύο εβδομάδες IF. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι σε μία άλλη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο Ινστιτούτο υγείας και Ιατρικής υγείας της Νότιας Αυστραλίας, βρέθηκε ότι οι ενήλικες με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔ2 που ακολούθησαν την IF είχαν βελτιωμένο μεταγευματικό μεταβολισμό γλυκόζης.

Συμπερασματικά, η διαλείπουσα νηστεία θα μπορούσε να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων θεραπείας  σε άτομα με προδιαβήτη και με ΣΔ2, σε σχέση με άλλες διαιτολογικές προσεγγίσεις περιορισμού θερμίδων και άρα αποτελούν ακόμα ένα εργαλείο για την απώλεια βάρους. Με βάση τις παραπάνω μελέτες, παρατηρούμε λοιπόν ότι η IF μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην απώλεια βάρους και στη μείωση των επιπέδων ινσουλίνης. Απαιτούνται όμως περισσότερες και πιο καλά σχεδιασμένες μελέτες και για το λόγο αυτό το μοντέλο αυτό διατροφής δεν έχει συμπεριληφθεί ακόμα στις επίσημες οδηγίες της ADA και του DNSG.

Βιβλιογραφία

  1. Anna Obermayer, Norbert J. Tripolt, Peter N. Pferschy, HaraldKojzar, Faisal Aziz, Alexander Muller, Markus Schauer, AbderrahimOulhaj, Felix Aberer, CarenSourij, HansjorgHabisch, Tobias Madl, Thomas Pieber, Barbara Obermayer-Pietsch, Vanessa Stadlbauer and HaraldSourij. Efficacy and Safety of Intermittent Fasting in People With Insulin-Treated Type 2 Diabetes (INTERFAST-2)—A Randomized Controlled Trial. 2022.
  2. Arnason TG, Bowen MW, Mansell KD.  Effects of intermittent fasting on health markers in those with type 2 diabetes: a pilot study. World J Diabetes. 2017;8:154–164.
  3. Parvaresh A, Razavi R, Abbasi B, et al. Modified alternate-day fasting vs. calorie restriction in the treatment of patients with metabolic syndrome: a randomized clinical trial. ComplementTher Med. 2019; 47:102187.
  4. Sutton EF, Beyl R, Early KS, Cefalu WT, Ravussin E, Peterson CM.Early time-restricted feeding improves insulin sensitivity, blood pressure, and oxidative stress even without weight loss in men with prediabetes. 2018; 27:1212–1221.
  5. Τeong XT, Liu K, Vincent AD, Bensalem J, Liu B, Hattersley KJ, Zhao L, Feinle-Bisset C, Sargeant TJ, Wittert GA, Hutchison AT, Heilbronn LK. Intermittent fasting plus early time-restricted eating versus calorie restriction and standard care in adults at risk of type 2 diabetes: a randomized controlled trial. Nat Med. 2023 Apr;29(4):963-972.

 

Θυρεοειδική δυσλειτουργία και Μεταβολικό σύνδρομο. Μια αμφίδρομη σχέση;

Επιμέλεια: Μαρία Δημητρίου, Τμήμα Ανοσολογίας-Ιστοσυμβατότητας, Γ.Ν.Ν.Π. «Άγιος Παντελεήμων», Πειραιάς

 

Η θυρεοειδική δυσλειτουργία και το μεταβολικό σύνδρομο είναι από τις πιο κοινές ενδοκρινικές διαταραχές, ενώ σχετίζονται με σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα. Οι διαταραχές του θυρεοειδούς αδένα επηρεάζουν μεταξύ άλλων, τα λιπίδια, το μεταβολισμό της γλυκόζης, την αρτηριακή πίεση, το σωματικό βάρος. Όλα τα προαναφερθέντα συνδέονται με μεταβολικές παραμέτρους και επομένως οδηγούν σε ανάπτυξη ή επιδείνωση ήδη υπάρχοντος μεταβολικού συνδρόμου. Το μεταβολικό σύνδρομο συνδέεται άρρηκτα με την αντίσταση στην ινσουλίνη και την παχυσαρκία και τα δύο εκ των οποίων επηρεάζονται από τις θυρεοειδικές ορμόνες. Σε αρκετές μελέτες έχει περιγραφεί σύνδεση της παχυσαρκίας και της  δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς.  Η σχέση ωστόσο μεταξύ δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς και μεταβολικού συνδρόμου/αντίστασης στην ινσουλίνη δεν είναι ακόμη σαφώς καθορισμένη. Όμως στους παχύσαρκους ασθενείς, η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού στο λιπώδη ιστό που εκκρίνει κυτταροκίνες έχει προταθεί ως ένας από τους κοινούς μηχανισμούς στις δύο οντότητες γεγονός που ενισχύεται περαιτέρω από την ύπαρξη κοινών βιοδεικτών όπως είναι η αυξημένη hs-CRP, η ΙL-6 και η παρουσία αυτοαντισωμάτων. Μία νέα προσέγγιση που κερδίζει ολοένα έδαφος είναι ότι το μεταβολικό σύνδρομο μπορεί να μην είναι απαραίτητα συνέπεια της δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς, αλλά ότι η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να προκύψει από τις επιπτώσεις του μεταβολικού συνδρόμου. Αυξημένη TSH που σχετίζεται με ελαφρώς αυξημένη Τ3 παρατηρείται συχνά σε παχύσαρκα άτομα, ειδικά σε αυτά με σοβαρή νοσογόνο παχυσαρκία. Η επικάλυψη μεταξύ των δύο διαγνώσεων είναι κοινή, δικαιολογώντας μια υψηλή συσχέτιση μεταξύ τους, ωστόσο η αποσαφήνιση του τι αποτελεί την αιτία και τι την συνέπεια δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ακόμη από την τρέχουσα βιβλιογραφία. Οι θυρεοειδικές ορμόνες, ειδικά η Τ3, εμπλέκονται στον έλεγχο του μεταβολικού ρυθμού με διάφορους μηχανισμούς. Ασκούν άμεση επίδραση στη χρήση του ΑΤP, έχουν ινότροπες και χρονότροπες δράσεις, επίσης ελέγχουν τη θερμοκρασία του πυρήνα του σώματος, την όρεξη, τη συμπαθητική δραστηριότητα και τη μιτοχονδριακή βιογένεση. Επιπλέον άλλοι μεταβολίτες των θυρεοειδικών ορμονών έχει αποδειχτεί ότι αποτρέπουν την επαγόμενη από δίαιτα υψηλή σε λιπαρά παχυσαρκία, μέσω αύξησης της ενεργειακής δαπάνης και της ευόδωσης αντιλιπογόνων μονοπατιών στο λευκό λιπώδη ιστό.

Η λεπτίνη, ορμόνη που παράγεται από το λιπώδη ιστό, δρα κυρίως στους υποθαλαμικούς νευρώνες και προκαλεί κορεσμό ενώ αυξάνει την ενεργειακή δαπάνη. Ωστόσο πολλοί παχύσαρκοι έχουν υπερλεπτιναιμία αλλά είναι ανθεκτικοί στην ανορεξιογόνο κεντρική δράση της. Επίσης η λεπτίνη ρυθμίζει την παραγωγή ορμονών στον υποθάλαμο και φαίνεται να επηρεάζει διεγερτικά τους νευρώνες που είναι υπεύθυνοι για την απελευθέρωση TRH επηρεάζοντας κατ’ επέκταση και όλο τον άξονα. Έτσι η λεπτίνη μπορεί να ρυθμίζει τις δράσεις των θυρεοειδικών ορμονών στους ιστούς στόχους, αλλά και η διατροφική κατάσταση όπως και η κατάσταση του θυρεοειδούς αδένα τροποποιούν τις αποκρίσεις στη λεπτίνη. Περαιτέρω μελέτες απαιτούνται για να αποσαφηνιστεί η σχέση λεπτίνης και θυρεοειδούς. Η TSH έχει αποδειχθεί ότι δρα απευθείας στο λιπώδη ιστό που εκφράζει υποδοχείς της. Σε μελέτη σε διαφοροποιημένα ανθρώπινα λιποκύτταρα, η TSH, φαίνεται να προκαλεί λιπόλυση και να αναστέλλει τη σηματοδότηση της ινσουλίνης μέσω της φωσφορυλίωσης της πρωτεϊνικής κινάσης Β, η οποία μπορεί να συμβάλλει στην αντίσταση στην ινσουλίνη. Ωστόσο σε άλλη μελέτη φάνηκε ότι η TSH διεγείρει τη διαφοροποίηση και τη λιπογένεση των λιποκυττάρων. Σε συμφωνία με αυτό ήρθε και ερευνητική εργασία σε ποντίκια, τα οποία δεν εξέφραζαν υποδοχείς της TSH, ήταν υπό συμπληρώματα θυρεοειδικών ορμονών και ταυτόχρονα σε δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Αυτά εμφάνισαν αντίσταση στη παχυσαρκία. Και εδώ αναμένονται αποτελέσματα περαιτέρω έρευνας. Η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς σε παχύσαρκα άτομα μπορεί να οφείλεται σε ήπια επίκτητη αναστρέψιμη κεντρική αντίσταση στη θυρεοειδική ορμόνη. Σε μελέτη που διερεύνησε την επίδραση της απώλειας βάρους μετά από βαριατρικό χειρουργείο στις θυρεοειδικές ορμόνες φάνηκε ότι η αντίσταση σε αυτές μειώθηκε μετά την επέμβαση όπως επίσης μειώθηκε και η CRP. Σε παχύσαρκες γυναίκες με υποκλινικό υποθυρεοειδισμό και θυρεοειδίτιδα Hashimoto ο επιπολασμός μεταβολικού συνδρόμου  ήταν υψηλότερος σε σχέση με παχύσαρκα άτομα που δεν εμφάνιζαν αυτοαντισώματα anti-TPO.

Ο υποθυρεοειδισμός σχετίζεται με περιφερική αντίσταση στην ινσουλίνη και στον αντίποδα ο υπερθυρεοειδισμός αυξάνει την υπεργλυκαιμία λόγω αύξησης της ηπατικής παραγωγής. Η Τ3 δρα απευθείας στο ήπαρ ρυθμίζοντας γονίδια που εμπλέκονται στην ηπατική γλυκονεογένεση, το μεταβολισμό του γλυκογόνου και τη σηματοδότηση της ινσουλίνης. Επιπλέον δρα κεντρικά στον υποθάλαμο αυξάνοντας τη συμπαθητική ροή στο ήπαρ. Κατά συνέπεια στο ήπαρ υπάρχει μείωση της σύνθεσης γλυκογόνου και αύξηση της γλυκονεογένεσης και της γλυκογονόλυσης που οδηγεί σε αύξηση της παραγωγής γλυκόζης. Η Τ3 αυξάνει τη μετατόπιση του μεταφορέα 4 της γλυκόζης GLUT4 στην πλασματική μεμβράνη, στους σκελετικούς μυς και στον λιπώδη ιστό η οποία σχετίζεται με καλύτερη ανοχή στη γλυκόζη. Ο υπερθυρεοειδισμός φαίνεται να βλάπτει τη διεγειρόμενη από τη γλυκόζη έκκριση ινσουλίνης και να επιταχύνει την αποδόμησή της. Σε πειραματική μελέτη με κυτταροκαλλιέργειες οι υψηλές συγκεντρώσεις Τ3 προκαλούσαν απόπτωση και θάνατο κυτταρικών παγκρεατικών σειρών που παρήγαγαν ινσουλίνη.

Οι θυρεοειδικές ορμόνες δρουν στα αγγεία και στην καρδιά και όπως προαναφέρθηκε έχουν ινότροπη και χρονότροπη δράση. Οι ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό εμφανίζουν ταχυκαρδία, αυξημένη συσταλτικότητα της καρδιάς και μειωμένο καρδιακό μεταφορτίο με αποτέλεσμα αυξημένη καρδιακή παροχή, η οποία οδηγεί σε συστολική υπέρταση. Οι υποθυρεοειδικοί από την άλλη μπορεί να εμφανίσουν διαστολική υπέρταση, που σχετίζεται με διαταραχή της ενδοθηλιακής αγγειοδιαστολής. Επίσης σε αυτούς τους ασθενείς παρατηρούνται αλλαγές στη μικροκυκλοφορία όπως μείωση της ταχύτητας ροής του αίματος και διαταραχή της αγγειοδιαστολής μετά από σύντομη περίοδο ισχαιμίας. Επιπλέον παρατηρείται μείωση του μυϊκού τόνου ως αποτέλεσμα επίδρασης της παραγωγής μονοξειδίου του αζώτου και άλλων ρυθμιστικών παραγόντων. Επιπροσθέτως οι δράσεις των θυρεοειδικών ορμονών στο κεντρικό νευρικό σύστημα επηρεάζουν την αυτόνομη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης.

Το μεταβολικό σύνδρομο σχετίζεται με δυσλιπιδαιμία. Οι θυρεοειδικές ορμόνες και οι υποδοχείς τους έχουν ποικίλες επιδράσεις και στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Είναι γνωστό ότι στον υποθυρεοειδισμό παρατηρείται υπερχοληστερολαιμία που χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα LDL-c. Από μελέτες φάνηκε ότι η έκφραση συγκεκριμένων ισομορφών των ειδικών υποδοχέων των θυρεοειδικών ορμονών εμπλέκεται στο μεταβολισμό των λιπιδίων. Σε μελέτες παρατήρησης αναφέρεται επίσης υψηλή συσχέτιση ακόμη και ήπιου υποκλινικού υποθυρεοειδισμού με υψηλά τριγλυκερίδια, ολική χοληστερόλη και LDL-c.

Aπoμένουν πολλά να μάθουμε ακόμη πριν καταλήξουμε σε πρακτικά συμπεράσματα. Μελέτες κοόρτης βασισμένες σε μεγάλο πληθυσμό με παρακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα απαιτούνται για να προσδιοριστεί η σημασία της δυσλειτουργίας του θυρεοειδούς, ιδιαίτερα σε υποκλινικές μορφές και η συσχέτισή της με το μεταβολικό σύνδρομο καθώς και το κατά πόσο επηρεάζει ή επηρεάζεται από το τελευταίο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Mehran L., Amouzegar A, Azizi F. Thyroid disease and the metabolic syndrome. Curr Opin Endocronol Diabetes Obes 2019; 26: 256-265
  2. Vaitikus JA, Farrar JS, Celi FS. Thyroid hormone mediated modulation of energy expenditure. Eur J Clin Nutr 2019; 73: 166-171
  3. Mullur R, Liu YY, Brent GA. Thyroid hormone regulation of metabolism. Physiol Rev 2014; 94: 355-382.
  4. Münzberg H, Flier JS, Bjørbaek C. Region-specific leptin resistance within the hypothalamus of diet-induced obese mice. Endocrinology 2004; 145: 4880-4899.
  5. Klieverik LP, Janssen SF, van Riel A, et al. Thyroid hormone modulates glucose production via a sympathetic pathway from the hypothalamic paraventricular nucleus to the liver. Proc Natl Acad Sci U S A 2009; 106: 5966.
  6. Ximenes HM, Lortz S, Jörns A, et al. Triiodothyronine (T3)-mediated toxicity and induction of apoptosis in insulin-producing INS-1 cells. Life Sci 2007; 80: 2045-2050.
  7. Samuel S, Zhang K, Tang YD, et al. Triiodothyronine potentiates vasorelaxation via PKG/VASP signaling in vascular smooth muscle cells. Cell Physiol Biochem 2017; 41: 1894-1904.
  8. Li X, Meng Z, Jia Q, Ren X. Effect of L-thyroxine treatment versus a placebo on serum lipid levels in patients with sub-clinical hypothyroidism. Biomed Rep 2016; 5:443-

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1, Οινοπνευματώδη Ποτά & Υπογλυκαιμία

Συντάκτες κειμένου:

  • Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος με ειδίκευση στο Διαβήτη και την Παχυσαρκία, MSc
  • Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, MSc, PhD. Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά ‘’Τζάνειο’’

 

 

Είναι ευρέως γνωστό πως η κατανάλωση αλκοόλ από ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή υπογλυκαιμία, επηρεάζοντας σημαντικά τις γνωστικές λειτουργίες του ατόμου και τον γλυκαιμικό του έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν χρειάζεται να δημιουργείται ανησυχία, καθώς, η σωστή ενημέρωση πάνω στο εν λόγω θέμα βοηθά να αποφευχθούν τέτοια φαινόμενα. Αρχικά, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πλήρως τους λόγους για τους οποίους η υπέρμετρη κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με την εμφάνιση υπογλυκαιμίας και ποιες πρακτικές αυτοδιαχείρισης μπορεί να αναπτύξει το άτομο με διαβήτη ώστε να είναι ασφαλές.

 

Αλκοόλ & Υπογλυκαιμία:

Συγκεκριμένα, φαίνεται πως όταν η λήψη αλκοόλ είναι ελεγχόμενη και συνδυάζεται με κάποιο γεύμα δεν προκαλείται ιδιαίτερη απορρύθμιση του σακχάρου αίματος. Μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, μικρή ποσότητα αλκοόλ θα μπορούσε να αυξήσει την ινσουλινοευαισθησία μειώνοντας τη μεταγευματική υπεργλυκαιμία. Στην περίπτωση όμως που το άτομο είναι νηστικό και δεν υπάρχουν τα απαραίτητα αποθέματα ενέργειας, ο οργανισμός καλείται να εξασφαλίσει στον εγκέφαλο καύσιμο για τη λειτουργία του μέσω διεργασιών που γίνονται στο ήπαρ (γλυκογονόλυση, γλυκονεογένεση). Με αυτό τον τρόπο η ενδογενώς παραγόμενη γλυκόζη κρατά τα επίπεδα του σακχάρου σε ικανοποιητικά επίπεδα. Ουσιαστικά, ο κίνδυνος εμφάνισης υπογλυκαιμίας δημιουργείται επειδή η αλκοόλη του ποτού τείνει να αναστείλει τις παραπάνω διεργασίες και τα αποθέματα γλυκογόνου είναι περιορισμένα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση των επιπέδων γλυκόζης στην αιματική κυκλοφορία και την εμφάνιση υπογλυκαιμίας μερικές ώρες μετά, ιδιαιτέρως εάν σκεφτούμε πως τα άτομα με ΣΔΤ1 κάνουν και χρήση ινσουλίνης. Περαιτέρω μείωση των τιμών σακχάρου προκαλεί και η ενδεχόμενη φυσική δραστηριότητα, όπως είναι ο χορός, που συνήθως συνδυάζεται με την κατανάλωση οινοπνευματώδη ποτών. Δεν θα πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε πως η αλκοόλη του ποτού μπορεί να δράσει μειώνοντας τα επίπεδα γλυκόζης μέχρι και το επόμενο πρωί, λόγω της μειωμένης έκκρισης αυξητικής ορμόνης κατά τη διάρκεια της νύχτας.

 

Συμπτώματα & Διαχείριση:

Συνήθως τα άτομα με διαβήτη, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα αντιληφθούν τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας (εφίδρωση, αδυναμία, νευρικότητα, ταχυκαρδία) λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης όπως είναι η κατανάλωση υδατανθρακούχων τροφίμων και η άμεση διακοπή αλκοολούχων ποτών. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως που τα προειδοποιητικά συμπτώματα δεν γίνονται αντιληπτά και η υπογλυκαιμία χαρακτηρίζεται ως ‘’ανεπίγνωστη’’, υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης σοβαρού υπογλυκαιμικού επεισοδίου και διαβητικής κετοξέωσης. Δεν θα πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε πως η μέθη και η υπογλυκαιμία έχουν κοινή συμπτωματολογία πράγμα που μπορεί να παρασύρει όχι μόνο το άτομο με διαβήτη αλλά και τους οικείους του, αγνοώντας την τακτική αυτομέτρηση σακχάρου αίματος. Όσον αφορά στη διόρθωση της υπογλυκαιμίας και την επαναφορά των τιμών γλυκόζης σε φυσιολογικά επίπεδα, καλό θα είναι να γνωρίζουμε πως ενδέχεται να υπάρξει μία καθυστέρηση διότι η λήψη αλκοόλ επηρεάζει την έκκριση των αντιρροπιστικών ορμονών (κορτιζόλη, αυξητική ορμόνη). Μάλιστα, η χρήση συνταγογραφούμενης γλυκαγόνης φαίνεται να μην έχει καμία επίδραση στη βελτίωση του σακχάρου αίματος διότι στην προκειμένη το ήπαρ είναι ‘’απασχολημένο’’ επειδή επεξεργάζεται την παρουσία αλκοόλ στον οργανισμό.

 

Οινοπνευματώδη ποτά & Υδατάνθρακες:

Σε πολλές περιπτώσεις, τα αλκοολούχα ποτά ενδέχεται να περιέχουν υδατάνθρακες που τείνουν να αυξήσουν τις τιμές σακχάρου αίματος σαν πρώτη αντίδραση. Για το λόγο αυτό συστήνεται η σωστή προσαρμογή της δόσης της ινσουλίνης ανάλογα την περιεκτικότητα του ποτού σε υδατάνθρακες. Είναι βασική προϋπόθεση για το άτομο με διαβήτη να κατανοήσει πως το αλκοόλ επηρεάζει τη γλυκαιμική του ρύθμιση ώστε να μπορεί να επέμβει στη χορήγηση της δόσης της ινσουλίνης και να κάνει τις απαραίτητες αναπροσαρμογές (συνήθως μειώνοντας ελαφρώς τη δόση).

 

Συμπερασματικά:

Στα άτομα με ΣΔΤ1 συστήνεται η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, πάντα σε συνδυασμό με κάποιο γεύμα. Μάλιστα, η ελεγχόμενη πρόσληψη μπορεί να επιφέρει ευεργετικά αποτελέσματα αυξάνοντας την ινσουλινοευαισθησία και μειώνοντας την εμφάνιση αθηροσκλήρωσης. Η υπερβολική ποσότητα αλκοόλ είναι που συνδέεται κυρίως με ινσουλινοαντίσταση, κακό γλυκαιμικό έλεγχο, σοβαρές υπογλυκαιμίες, διαβητική κετοξέωση και μειωμένη ποιότητα ζωής. Είναι σημαντικό να ενημερωθείτε από τη θεραπευτική ομάδα που σας παρακολουθεί: ποιες τιμές γλυκόζης προμηνύουν σοβαρή υπογλυκαιμία, ποιος είναι ο σωστός τρόπος αυτομέτρησης σακχάρου αίματος, πως θα αναπροσαρμόσετε τη δόση ινσουλίνης, ποια υδατανθρακούχα τρόφιμα χρειάζεστε για ώρα ανάγκης, ποια είναι η περιεκτικότητα των αλκοολούχων ποτών σε υδατάνθρακες και ποιες εναλλακτικές υπάρχουν.

 

Βιβλιογραφία:

  • Barnard KD, Dyson P, Sinclair JM, Lawton J, Anthony D, Cranston M, Holt RI. Alcohol health literacy in young adults with type 1 diabetes and its impact on diabetes management. Diabet Med. 2014 Dec;31(12):1625-30.
  • Emanuele NV, Swade TF, Emanuele MA. Consequences of alcohol use in diabetics. Alcohol Health Res World. 1998;22(3):211-9.
  • MacNaught N, Holt P. Type 1 diabetes and alcohol consumption. Nurs Stand. 2015 Aug 12;29(50):41-7.
  • Van de Wiel A. Diabetes mellitus and alcohol. Diabetes Metab Res Rev. 2004 Jul-Aug;20(4):263-7.
  • White ND. Alcohol Use in Young Adults With Type 1 Diabetes Mellitus. Am J Lifestyle Med. 2017 Jul 26;11(6):433-435.

 

 

 

 

Ολική θνησιμότητα, καρδιαγγειακή νόσος και μικροαγγειοπαθητικές επιπλοκές σε άτομα με διαβήτη τύπου LADA

Wei Y, Herzog K, Ahlqvist E, Andersson T, Nyström T, Zhan Y, Tuomi T, Carlsson S. All-Cause Mortality and Cardiovascular and Microvascular Diseases in Latent Autoimmune Diabetes in Adults. Diabetes Care. 2023 Oct 1;46(10):1857-1865. doi: 10.2337/dc23-0739. PMID: 37635682.

 

Ο διαβήτης τύπου LADA είναι ένας ετερογενής, αργά εξελισσόμενος τύπος αυτοάνοσου σακχαρώδη διαβήτη. Στο περιοδικό Diabetes Care τον Οκτώβριο του 2023 δημοσιεύθηκε μία μελέτη που είχε στόχο τη μελέτη της πρόγνωσης του διαβήτη τύπου LADA, σε σύγκριση με το διαβήτη τύπου 2 και τον διαβήτη τύπου 1 σε ενήλικες.

H μελέτη βασίστηκε στον πληθυσμό της Σουηδίας και περιελάμβανε άτομα με πρόσφατα διαγνωσμένο διαβήτη τύπου LADA (n = 550, ταξινομημένοι σε LADAlow και LADAhigh με βάση το μέσο επίπεδο αυτοανοσίας), διαβήτη τύπου 2 (n = 2.001), διαβήτη τύπου 1 σε ενήλικες (n = 1.573) και άτομα ελέγχου χωρίς διαβήτη (n = 2.355) κατά την περίοδο 2007 – 2019. Χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες σχετικά με την θνησιμότητα, τη καρδιαγγειακή νόσο, τη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, τη διαβητική νεφροπάθεια καθώς και τα κλινικά χαρακτηριστικά κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης.

Η ολική θνησιμότητα ήταν υψηλότερη στο διαβήτη τύπου LADA [αναλογία κινδύνου (Hazard Ratio, HR) (95% CI): 1,44 (1,03-2,02)], στο διαβήτη τύπου 1 [HR (95% CI): 2,31 (1,75-3,05]) και στο διαβήτη τύπου 2 [HR (95% CI): 1,31 (1,03-1,67)] σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Η συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου ήταν αυξημένη στο LADAhigh [HR (95% CI): 1,67 (1,04-2,69)] και στο διαβήτη τύπου 2 [HR (95% CI): 1,53 (1,17-2,00)], αλλά όχι στο LADAlow ή στο διαβήτη τύπου 1. Η επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας αλλά όχι της νεφροπάθειας ήταν υψηλότερη στο LADA [HR (95% CI): 2,25 (1,64-3,09)], συμπεριλαμβανομένων των LADAhigh και LADAlow σε σχέση με τον διαβήτη τύπου 2 (μη διαθέσιμο στο διαβήτη τύπου 1). Πιο καλά προφίλ αρτηριακής πίεσης και λιπιδίων, αλλά υψηλότερα επίπεδα HbA1c, παρατηρήθηκαν στο διαβήτη τύπου LADA σε σύγκριση με το διαβήτη τύπου 2 κατά την έναρξη και καθ’ όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης, ειδικά στο LADAhigh, που έμοιαζε με τον διαβήτη τύπου 1 από αυτή την άποψη.

Συμπερασματικά, παρότι ο διαβήτης τύπου LADA έχει λιγότερους μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου σε σύγκριση με το διαβήτη τύπου 2, έχει παρόμοιο ή και μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου, καρδιαγγειακής νόσου και αμφιβληστροειδοπάθειας. Ο μη εντατικός γλυκαιμικός έλεγχος, ιδιαίτερα στο LADAhigh, υπογραμμίζει την ανάγκη για βέλτιστη διαχείριση των ατόμων με διαβήτη τύπου LADA.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης