Η αύξηση σωματικού βάρους συσχετίζεται με επιδείνωση της γλυκαιμικής ρύθμισης και δυσμενείς καρδιαγγειακές και νεφρικές εκβάσεις σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ανεξαρτήτως της χορηγούμενης αντιδιαβητικής αγωγής: Ευρήματα από την τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη GRADE

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

 

Wexler DJ, Garvey WT, Ghosh A, Kazemi EJ, Krause-Steinrauf H, Ahmann AJ, Brown-Friday J, Casula S, Cherrington AL, Elasy TA, Fortmann SP, Krakoff JA, Mudaliar S, Tiktin M, Younes N; GRADE Study Research Group. Weight Gain Was Associated With Worsening Glycemia and Cardiovascular and Kidney Outcomes in Patients With Type 2 Diabetes Independent of Diabetes Medication in the GRADE Randomized Controlled Trial. Diabetes Care. 2025 Apr 23:dc242825. doi: 10.2337/dc24-2825. Epub ahead of print.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Η αύξηση του σωματικού βάρους που παρατηρείται με τη χρήση ορισμένων υπογλυκαιμικών φαρμάκων μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τη μακροχρόνια διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η αξιολόγηση των μεταβολών του σωματικού βάρους και η διερεύνηση της συσχέτισης της αύξησης βάρους με τις γλυκαιμικές, καρδιαγγειακές και νεφρικές εκβάσεις σε διάστημα πέντε ετών, υπό τέσσερα διαφορετικά θεραπευτικά σχήματα.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή GRADE (Glycemia Reduction Approaches in Diabetes: A Comparative Effectiveness Study) αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα της προσθήκης ινσουλίνης glargine, γλιμεπιρίδης, λιραγλουτίδης ή σιταγλιπτίνης στη θεραπεία με μετφορμίνη σε άτομα με ΣΔΤ2. Στην παρούσα ανάλυση, παρουσιάζονται οι μεταβολές του σωματικού βάρους καθώς και τα hazard ratios (HR) ανά κιλό μεταβολής βάρους για τιμή HbA1c >7,5%, και τις επιμέρους εκβάσεις καρδιαγγειακής και νεφρικής νόσου, διαβητικής νευροπάθειας και ικανοποίησης από τη θεραπεία του διαβήτη.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Οι συμμετέχοντες (n = 4.980) είχαν μέση ηλικία 57 ± 10 έτη, ενώ το 44% ανήκε σε μη λευκές φυλετικές ομάδες. Η μέση τιμή HbA1c κατά την ένταξη ήταν 7,5% ± 0,5% και ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (BMI) ήταν 34,3 ± 6,8 kg/m². Η μέση μεταβολή σωματικού βάρους (95% CI) κατά το πρώτο έτος ανήλθε σε -3,5 kg (-3,8 έως -3,2) με λιραγλουτίδη, -1,07 kg (-1,4 έως -0,78) με σιταγλιπτίνη, +0,45 kg (0,16 έως 0,74) με ινσουλίνη glargine και +0,89 kg (0,60 έως 1,2) με γλιμεπιρίδη (P<0,0001). Μετά το πρώτο έτος, παρατηρήθηκε μείωση βάρους σε όλες τις θεραπευτικές ομάδες. Η αύξηση σωματικού βάρους εντός των πρώτων 6 μηνών συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για τιμή HbA1c >7,5%, με περιορισμένες διαφορές μεταξύ των θεραπειών, καθώς και με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου (HR 1,03 [95% CI: 1,005–1,06]). Η αύξηση βάρους στον πρώτο χρόνο συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο ανεπαρκούς γλυκαιμικού ελέγχου (HbA1c >7,5%, HR 1,05 [1,04–1,07]) και εμφάνισης νεφρικής νόσου (HR 1,03 [1,01–1,06]). Το αρχικό σωματικό βάρος, αλλά όχι η μεταγενέστερη αύξησή του, σχετίστηκε με εμφάνιση διαβητικής νευροπάθειας. Επιπλέον, η αύξηση βάρους συνδέθηκε με χαμηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη θεραπεία του διαβήτη.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η λιραγλουτίδη και η σιταγλιπτίνη συσχετίστηκαν με αρχική μείωση του σωματικού βάρους, ενώ η ινσουλίνη glargine και η γλιμεπιρίδη με ήπια αύξηση, η οποία στη συνέχεια ακολουθήθηκε από απώλεια βάρους σε ασθενείς με ΣΔΤ2 υπό θεραπεία με μετφορμίνη. Η αύξηση του σωματικού βάρους συσχετίστηκε με επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου και με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών και νεφρικών επιπλοκών, ανεξαρτήτως της χορηγούμενης αντιδιαβητικής αγωγής.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. GRADE Study Research Group; Nathan DM, Lachin JM, Balasubramanyam A, Burch HB, Buse JB, Butera NM, Cohen RM, Crandall JP, Kahn SE, Krause-Steinrauf H, Larkin ME, Rasouli N, Tiktin M, Wexler DJ, Younes N. Glycemia Reduction in Type 2 Diabetes – Glycemic Outcomes. N Engl J Med. 2022 Sep 22;387(12):1063-1074.
  2. Kirkman MS, Tripputi M, Krause-Steinrauf H, Bebu I, AbouAssi H, Burch H, Duran-Valdez E, Florez H, Garvey WT, Hsia DS, Salam M, Pop-Busui R; GRADE Research Group. Comparative Effects of Randomized Second-line Therapy for Type 2 Diabetes on a Composite Outcome Incorporating Glycemic Control, Body Weight, and Hypoglycemia: An Analysis of the Glycemia Reduction Approaches in Diabetes: A Comparative Effectiveness Study (GRADE). Diabetes Care. 2024 Apr 1;47(4):594-602.
  3. Wexler DJ, de Boer IH, Ghosh A, Younes N, Bebu I, Inzucchi SE, McGill JB, Mudaliar S, Schade D, Steffes MW, Tamborlane WV, Tan MH, Ismail-Beigi F; GRADE Research Group. Comparative Effects of Glucose-Lowering Medications on Kidney Outcomes in Type 2 Diabetes: The GRADE Randomized Clinical Trial. JAMA Intern Med. 2023 Jul 1;183(7):705-714.
  4. Green JB, Everett BM, Ghosh A, Younes N, Krause-Steinrauf H, Barzilay J, Desouza C, Inzucchi SE, Pokharel Y, Schade D, Scrymgeour A, Tan MH, Utzschneider KM, Mudaliar S; GRADE Study Research Group. Cardiovascular Outcomes in GRADE (Glycemia Reduction Approaches in Type 2 Diabetes: A Comparative Effectiveness Study). Circulation. 2024 Mar 26;149(13):993-1003.

 

Κίνδυνος ουρογεννητικών λοιμώξεων σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 κατά την έναρξη θεραπείας με SGLT2i έναντι GLP-1RA στην καθημερινή κλινική πρακτική: Προοπτική μελέτη κοόρτης από τη Δανία

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

 

Ljungberg C, Kristensen FPB, Dalager-Pedersen M, Vandenbroucke-Grauls C, Sørensen HT, Nørgaard M, Thomsen RW. Risk of Urogenital Infections in People With Type 2 Diabetes Initiating SGLT2i Versus GLP-1RA in Routine Clinical Care: A Danish Cohort Study. Diabetes Care. 2025 Apr 2:dc242169. doi: 10.2337/dc24-2169. Epub ahead of print.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Οι δυνητικοί κίνδυνοι εμφάνισης ουρολοιμώξεων (urinary tract infections, UTI) και λοιμώξεων του γεννητικού συστήματος (genital tract infections, GTI), οι οποίοι έχουν συσχετιστεί με τη χορήγηση αναστολέων του συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης τύπου 2 (SGLT2i), ενδέχεται να περιορίζουν την εφαρμογή τους στην κλινική πράξη. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της πιθανής συσχέτισης μεταξύ της έναρξης θεραπείας με SGLT2i, σε σύγκριση με τους αγωνιστές του GLP1 (GLP-1RA), και του κινδύνου εμφάνισης UTI και GTI σε ενήλικους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η παρούσα μελέτη κοόρτης, η οποία προσομοιάζει ένα ιδανικό τυχαιοποιημένο κλινικό δοκιμαστικό πρωτόκολλο (target trial), περιέλαβε όλους τους ενήλικες χρήστες μετφορμίνης στη Δανία που ξεκίνησαν θεραπεία με SGLT2i ή GLP-1RA κατά την περίοδο 2016–2021. Για την εξισορρόπηση πιθανών συγχυτικών παραγόντων, εφαρμόστηκε στάθμιση αντίστροφης πιθανότητας λήψης θεραπείας (inverse-probability of treatment, IPT). Υπολογίστηκαν ο IPT-σταθμισμένος κίνδυνος και οι λόγοι κινδύνου (risk ratio, RR) για την εμφάνιση UTI και GTI, είτε αυτές αντιμετωπίστηκαν στην κοινότητα είτε σε νοσοκομειακό περιβάλλον, μέσω αναλύσεων τόσο βάσει της αρχικής πρόθεσης για θεραπεία (intention-to-treat) όσο και βάσει της πραγματικής έκθεσης στη θεραπεία (on-treatment).

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 52.414 άτομα που ξεκίνησαν θεραπεία με SGLT2i και 27.023 άτομα που έλαβαν GLP-1RA, με διάμεσο χρόνο παρακολούθησης μεταξύ 2,9 και 3,9 ετών. Οι εκτιμώμενοι κίνδυνοι εμφάνισης UTI κατά το πρώτο έτος ήταν σχεδόν όμοιοι μεταξύ των δύο ομάδων: 10,0% στους χρήστες SGLT2i και 10,2% στους χρήστες GLP-1RA, σύμφωνα με τις αναλύσεις βάσει πρόθεσης θεραπείας [RR (95% CI): 0,98 (0,94–1,03)]. Αντιθέτως, ο κίνδυνος εμφάνισης GTI κατά το πρώτο έτος ήταν αυξημένος στην ομάδα των SGLT2i, αγγίζοντας το 2,0% έναντι 0,7% στην ομάδα των GLP-1RA [RR (95% CI): 2,95 (2,52–3,44)]. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πενταετούς παρακολούθησης, ο σχετικός κίνδυνος UTI παρέμεινε σταθερός [0,96 (95% CI: 0,94–0,99)], ενώ ο λόγος κινδύνου (RR) για GTI στην ομάδα των SGLT2i μειώθηκε σε 1,64 (95% CI: 1,49–1,80).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στο πλαίσιο της καθημερινής κλινικής πρακτικής, η έναρξη θεραπείας με SGLT2i δεν φαίνεται να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ουρολοίμωξης σε σύγκριση με τη χορήγηση GLP-1RA. Αντιθέτως, ο κίνδυνος εμφάνισης πρώιμων λοιμώξεων του γεννητικού συστήματος είναι έως και τριπλάσιος στους ασθενείς που λαμβάνουν SGLT2i.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Dave CV, Schneeweiss S, Kim D, Fralick M, Tong A, Patorno E. Sodium-Glucose Cotransporter-2 Inhibitors and the Risk for Severe Urinary Tract Infections: A Population-Based Cohort Study. Ann Intern Med. 2019 Aug 20;171(4):248-256.
  2. Alkabbani W, Zongo A, Minhas-Sandhu JK, Eurich DT, Shah BR, Alsabbagh MW, Gamble JM. Sodium-Glucose Cotransporter-2 Inhibitors and Urinary Tract Infections: A Propensity Score-matched Population-based Cohort Study. Can J Diabetes. 2022 Jun;46(4):392-403.e13.
  3. Alkabbani W, Zongo A, Minhas-Sandhu JK, Eurich DT, Shah BR, Alsabbagh MW, Gamble JM. Five comparative cohorts to assess the risk of genital tract infections associated with sodium-glucose cotransporter-2 inhibitors initiation in type 2 diabetes mellitus. Diabet Med. 2022 Aug;39(8):e14858.

 

Επίδραση της γαστρικής παράκαμψης έναντι της επιμήκους γαστρεκτομής στην ύφεση του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, στην απώλεια σωματικού βάρους και στους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου μετά από 5 έτη (μελέτη Oseberg): δευτερεύοντα αποτελέσματα μονοκεντρικής, τριπλά τυφλής, τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης μελέτης

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

Hauge JW, Borgeraas H, Birkeland KI, Johnson LK, Hertel JK, Hagen M, Gulseth HL, Lindberg M, Lorentzen J, Seip B, Kolotkin RL, Svanevik M, Valderhaug TG, Sandbu R, Hjelmesæth J, Hofsø D. Effect of gastric bypass versus sleeve gastrectomy on the remission of type 2 diabetes, weight loss, and cardiovascular risk factors at 5 years (Oseberg): secondary outcomes of a single-centre, triple-blind, randomised controlled trial. Lancet Diabetes Endocrinol. 2025 Apr 1:S2213-8587(24)00396-6. doi: 10.1016/S2213-8587(24)00396-6.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Σε άτομα με παχυσαρκία και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2), η απώλεια βάρους συμβάλλει στη βελτίωση της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και της λειτουργίας των β-κυττάρων, ενώ ενδέχεται να επιφέρει ύφεση της νόσου. Παρότι και η γαστρική παράκαμψη και η επιμήκης γαστρεκτομή αποτελούν καθιερωμένες βαριατρικές τεχνικές, η μακροπρόθεσμη συγκριτική τους αποτελεσματικότητα ως προς την ύφεση του ΣΔΤ2 παραμένει ασαφής.

Η παρούσα μελέτη αποσκοπούσε στη σύγκριση των επιδράσεων της γαστρικής παράκαμψης και της επιμήκους γαστρεκτομής στην ύφεση του ΣΔΤ2, στην απώλεια σωματικού βάρους και στους καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου, πέντε έτη μετά τη χειρουργική επέμβαση.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Παρουσιάζεται μια δευτερογενής ανάλυση μιας μονοκεντρικής, τριπλά τυφλής, τυχαιοποιημένης ελεγχόμενης μελέτης, η οποία διεξήχθη σε δημόσιο τριτοβάθμιο κέντρο παχυσαρκίας στη Νορβηγία. Ενήλικες (≥18 ετών) με ΣΔΤ2 και παχυσαρκία τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1, είτε σε λαπαροσκοπική γαστρική παράκαμψη είτε σε επιμήκη γαστρεκτομή. Το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, οι συμμετέχοντες και ο αξιολογητής του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου δεν γνώριζαν την κατανομή έως και ένα έτος μετά τη χειρουργική επέμβαση. Στη συνέχεια, η περαιτέρω παρακολούθηση έγινε ανοιχτά (open label). Οι μεταβολές στα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία  – συμπεριλαμβανομένης της ύφεσης του ΣΔΤ2, της απώλειας βάρους και των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου – αξιολογήθηκαν πέντε έτη μετά τη χειρουργική επέμβαση.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Μεταξύ 15 Οκτωβρίου 2012 και 1 Σεπτεμβρίου 2017, συνολικά 319 ασθενείς αξιολογήθηκαν για ένταξη στη μελέτη, εκ των οποίων 109 πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης και τυχαιοποιήθηκαν είτε στην ομάδα γαστρικής παράκαμψης (n=54) είτε στην ομάδα επιμήκους γαστρεκτομής (n=55). Η μέση ηλικία κατά την ένταξη ήταν 47,7 έτη (SD: 9,6), ενώ ο μέσος δείκτης μάζας σώματος (BMI) ήταν 42,3 kg/m² (SD: 5,3). Από το σύνολο των συμμετεχόντων, 72 (66%) ήταν γυναίκες και 37 (34%) άνδρες. Ποσοστό 85% των ασθενών (n=93) ολοκλήρωσε την πενταετή παρακολούθηση (47 [85%] στην ομάδα επιμήκους γαστρεκτομής και 46 [85%] στην ομάδα γαστρικής παράκαμψης).

 

 

Η ύφεση του ΣΔΤ2 ήταν σημαντικά υψηλότερη στην ομάδα γαστρικής παράκαμψης σε σύγκριση με την επιμήκη γαστρεκτομή, με τιμές HbA1c ≤6,0% να επιτυγχάνονται σε 23 από 46 ασθενείς (50%) έναντι 9 από 44 (20%) [διαφορά κινδύνου 29,5%, 95% CI: 10,8 έως 48,3], ενώ HbA1c <6,5% παρατηρήθηκε σε 29 (63%) έναντι 13 (30%) συμμετεχόντων [διαφορά κινδύνου 33,5%, 95% CI: 14,1 έως 52,9].

Επιπλέον, η γαστρική παράκαμψη συσχετίστηκε με μεγαλύτερη μέση απώλεια σωματικού βάρους (22,2% [95% CI: 20,3 έως 24,1]) σε σύγκριση με την επιμήκη γαστρεκτομή (17,2% [95% CI: 15,3 έως 19,1]), με διαφορά θεραπείας 5,0% (95% CI: 2,4 έως 7,7). Παράλληλα, τα επίπεδα LDL-χοληστερόλης ήταν χαμηλότερα στην ομάδα της γαστρικής παράκαμψης.

Η συχνότητα εμφάνισης διαβρωτικής οισοφαγίτιδας και οισοφάγου Barrett ήταν συγκρίσιμη μεταξύ των δύο ομάδων. Ωστόσο, η παθολογική γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση καταγράφηκε σημαντικά συχνότερα στην ομάδα της επιμήκους γαστρεκτομής (διαφορά κινδύνου 51,1%, 95% CI: 28,0 έως 74,2). Αντιθέτως, η συμπτωματική μεταγευματική υπογλυκαιμία παρατηρήθηκε συχνότερα στους ασθενείς της ομάδας γαστρικής παράκαμψης (15 [28%] έναντι 1 [2%]).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η γαστρική παράκαμψη ανέδειξε υπεροχή έναντι της επιμήκους γαστρεκτομής ως προς τη μακροπρόθεσμη ύφεση του ΣΔΤ2, τη μείωση του σωματικού βάρους και τα επίπεδα LDL-χοληστερόλης, συνοδευόμενη, ωστόσο, από υψηλότερη συχνότητα συμπτωματικής μεταγευματικής υπογλυκαιμίας. Τα παρόντα ευρήματα μπορούν να συμβάλουν στην τεκμηριωμένη επιλογή της καταλληλότερης χειρουργικής παρέμβασης για ασθενείς με ΣΔΤ2 και να ενισχύσουν τον σχεδιασμό μελλοντικών κατευθυντήριων οδηγιών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Murphy R, Plank LD, Clarke MG, et al. Effect of banded Roux-en-Y gastric bypass versus sleeve gastrectomy on diabetes remission at 5 years among patients with obesity and type 2 diabetes: a blinded randomized clinical trial. Diabetes Care 2022; 45: 1503–11.
  2. Schauer PR, Bhatt DL, Kirwan JP, et al. Bariatric surgery versus intensive medical therapy for diabetes—5-year outcomes. N Engl J Med 2017; 376: 641–51.
  3. O’Brien PE, Hindle A, Brennan L, et al. Long-term outcomes after bariatric surgery: a systematic review and meta-analysis of weight loss at 10 or more years for all bariatric procedures and a single-centre review of 20-year outcomes after adjustable gastric banding. Obes Surg 2019; 29: 3–14.
  4. Heffron SP, Parikh A, Volodarskiy A, et al. Changes in lipid profile of obese patients following contemporary bariatric surgery: a meta- Am J Med 2016; 129: 952–59.

 

Μακροπρόθεσμα αποτελέσματα μεταμόσχευσης νησιδίων παγκρέατος σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1: Εικοσαετής μονοκεντρική μελέτη στην Ιταλία

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

 

Catarinella D, Melzi R, Mercalli A, Magistretti P, Tentori S, Gremizzi C, Paloschi V, De Cobelli F, Esposto G, Costa S, Secchi A, Caldara R, Maffi P, Nano R, Piemonti L. Long-term outcomes of pancreatic islet transplantation alone in type 1 diabetes: a 20-year single-centre study in Italy. Lancet Diabetes Endocrinol. 2025 Apr;13(4):279-293. doi: 10.1016/S2213-8587(24)00341-3.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Η μεταμόσχευση νησιδίων του παγκρέατος έχει τη δυνατότητα να προσφέρει θεραπεία στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1), μέσω της αποκατάστασης της ενδογενούς παραγωγής ινσουλίνης. Ωστόσο, η επιτυχία της εξαρτάται από την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ επίτευξης καλού γλυκαιμικού ελέγχου και των κινδύνων που ενέχει η ανοσοκατασταλτική αγωγή.      Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στην αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων της μεταμόσχευσης νησιδίων σε ασθενείς με ΣΔΤ1, εστιάζοντας στην επίδραση της μεταμοσχευθείσας μάζας νησιδίων και των ανοσοκατασταλτικών σχημάτων στην επιβίωση του μοσχεύματος και στην ανεξαρτησία από την εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης, καθώς και στην αποτίμηση του οφέλους του γλυκαιμικού ελέγχου σε σχέση με τους δυνητικούς κινδύνους της ανοσοκαταστολής.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Πρόκειται για μελέτη κοόρτης με αναδρομική ανάλυση δεδομένων, η οποία περιέλαβε άτομα ηλικίας 18 έως 67 ετών με ΣΔΤ1 που υποβλήθηκαν σε αυτόνομη ενδοπυλαία μεταμόσχευση παγκρεατικών νησιδίων στο IRCCS Ospedale San Raffaele, στο Μιλάνο της Ιταλίας. Τα κριτήρια ένταξης περιλάμβαναν ενήλικες ασθενείς με διάγνωση ΣΔΤ1 πριν από την ηλικία των 55 ετών, οι οποίοι εμφάνιζαν σοβαρά, επαναλαμβανόμενα υπογλυκαιμικά επεισόδια ή έντονη γλυκαιμική αστάθεια.

Ως κύρια κριτήρια αποκλεισμού ορίστηκαν τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) άνω του 12,5%, δείκτης μάζας σώματος (BMI) μεγαλύτερος των 30 kg/m², ημερήσιες ανάγκες σε ινσουλίνη άνω των 1,2 IU/kg, καθώς και η παρουσία αντενδείξεων για τη χορήγηση ανοσοκατασταλτικής αγωγής. Οι συμμετέχοντες επιλέχθηκαν από το καταγεγραμμένο μητρώο μεταμοσχεύσεων νησιδίων του νοσοκομείου.

Η παρακολούθηση των ασθενών πραγματοποιήθηκε μέσω τακτικών κλινικών επισκέψεων και τα δεδομένα συλλέχθηκαν αναδρομικά. Τα βασικά καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν την επιβίωση των ασθενών, την επιβίωση του μοσχεύματος, την επίτευξη ανεξαρτησίας από την εξωγενή ινσουλίνη, τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου και την καταγραφή ανεπιθύμητων ενεργειών.

Η στατιστική ανάλυση βασίστηκε στην αρχή της πρόθεσης προς θεραπεία (intention-to-treat). Χρησιμοποιήθηκαν μικτά γραμμικά μοντέλα (mixed-effects models) για την αξιολόγηση των μεταβολών με την πάροδο του χρόνου, καμπύλες Kaplan–Meier για την εκτίμηση της επιβίωσης, καθώς και αναλύσεις παλινδρόμησης Cox και λογιστικής παλινδρόμησης για τον προσδιορισμό παραγόντων που σχετίζονται με μεταβολική επιτυχία και μειωμένο κίνδυνο επιπλοκών.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά 79 ασθενείς υποβλήθηκαν σε αυτόνομη ενδοηπατική ή ενδοπυλαία μεταμόσχευση παγκρεατικών νησιδίων μεταξύ 16 Φεβρουαρίου 2001 και 1 Ιουνίου 2023, λαμβάνοντας συνολικά 159 εγχύσεις νησιδίων. Η διάμεση συνολική μεταμοσχευθείσα μάζα ανήλθε σε 9637 ισοδύναμα νησιδίων (IEQ) ανά κιλό σωματικού βάρους. Οι επιπλοκές ήταν σπάνιες και κυρίως ήπιες, με συχνότερη την ήπια αιμορραγία. Μόνο δύο ασθενείς (3%) χρειάστηκαν χειρουργική παρέμβαση.

Η μεταμόσχευση συνοδεύτηκε από σημαντική βελτίωση της γλυκαιμικής ρύθμισης, με μείωση της HbA1c κατά -3.1% (95% CI: -3.4 έως -2.7) και μείωση των ημερήσιων αναγκών σε ινσουλίνη κατά -13,35 μονάδες (95% CI: -17,04 έως -9,65). Στην ανάλυση κατά πρόθεση προς θεραπεία (intention-to-treat), η διάμεση επιβίωση του μοσχεύματος (οριζόμενη ως C-πεπτίδιο νηστείας ≥0,3 ng/mL) ήταν 3,9 έτη (95% CI: 1,6 έως 6,2), ενώ το 44% των ασθενών (35 από 79) πέτυχε ανεξαρτησία από την εξωγενή ινσουλίνη για διάμεσο χρονικό διάστημα 6 ετών (95% CI: 2,88 έως 9,08). Ασθενείς που έλαβαν συνολική δόση άνω των 10.000 IEQ/kg σε συνδυασμό με ανοσοκατασταλτική αγωγή BAS, FK506 και Rapa παρουσίασαν διάμεση επιβίωση μοσχεύματος 9,7 έτη (εύρος: 3,1–16,0), ενώ το 73% αυτών (16 από 22) διατήρησε ανεξαρτησία από την ινσουλίνη.

Οι εκτιμήσεις Kaplan–Meier για την επιβίωση του μοσχεύματος έδειξαν ποσοστά 86% στο 1ο έτος, 65% στα 5 έτη, 47% στα 10 και 15 έτη, και 40% στα 20 έτη. Η συνολική επιβίωση ανήλθε στο 92% (73 από 79 ασθενείς), με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 13,1 έτη και εκτιμώμενη πιθανότητα επιβίωσης στα 20 έτη στο 84%.

Ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με την ανοσοκατασταλτική θεραπεία καταγράφηκαν στο 44% των ασθενών (35 από 79), ενώ το ποσοστό αλλοευαισθητοποίησης αυξήθηκε από 6% κατά την έναρξη στο 42% μετά τη διακοπή της θεραπείας.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η παρούσα ανάλυση μιας μεγάλης κοόρτης μεταμόσχευσης νησιδίων παγκρέατος παρέχει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν την έκβαση της θεραπείας, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τους δυνητικούς κινδύνους. Τα ευρήματα συμβάλλουν στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων κλινικών αποφάσεων και στη βελτιστοποίηση μελλοντικών στρατηγικών αντικατάστασης των β-κυττάρων.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Rickels MR, Robertson RP. Pancreatic Islet Transplantation in Humans: Recent Progress and Future Directions. Endocr Rev. 2019 Apr 1;40(2):631-668. doi: 10.1210/er.2018-00154.
  2. Lablanche S, Borot S, Wojtusciszyn A, Skaare K, Penfornis A, Malvezzi P, Badet L, Thivolet C, Morelon E, Buron F, Renard E, Tauveron I, Villard O, Munch M, Sommacal S, Clouaire L, Jacquet M, Gonsaud L, Camillo-Brault C, Colin C, Bosson JL, Bosco D, Berney T, Kessler L, Benhamou PY; GRAGIL Network. Ten-year outcomes of islet transplantation in patients with type 1 diabetes: Data from the Swiss-French GRAGIL network. Am J Transplant. 2021 Nov;21(11):3725-3733. doi: 10.1111/ajt.16637.
  3. Brennan DC, Kopetskie HA, Sayre PH, Alejandro R, Cagliero E, Shapiro AM, Goldstein JS, DesMarais MR, Booher S, Bianchine PJ. Long-Term Follow-Up of the Edmonton Protocol of Islet Transplantation in the United States. Am J Transplant. 2016 Feb;16(2):509-17. doi: 10.1111/ajt.13458.
  4. Lemos JRN, Baidal DA, Ricordi C, Fuenmayor V, Alvarez A, Alejandro R. Survival After Islet Transplantation in Subjects With Type 1 Diabetes: Twenty-Year Follow-Up. Diabetes Care. 2021 Apr;44(4):e67-e68. doi: 10.2337/dc20-2458.
  5. Piemonti L, Pileggi A. 25 YEARS OF THE RICORDI AUTOMATED METHOD FOR ISLET ISOLATION. CellR4 Repair Replace Regen Reprogram. 2013;1(1):e128.

 

Η χρήση των συναγερμών των συστημάτων συνεχούς παρακολούθησης της γλυκόζης (CGMs) μπορεί να μειώσει την εμφάνιση υπογλυκαιμικών επεισοδίων σε ινσουλινοθεραπευόμενα άτομα με ΣΔ κατά τη διάρκεια της οδήγησης.

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Maeda R, et al. Continuous glucose monitoring with low-glucose alerts in insulin-treated drivers with diabetes: A randomized crossover study. Diabetes Res Clin Pract. 2025 Apr;222:112074. doi: 10.1016/j.diabres.2025.112074.

 

Η εμφάνιση υπογλυκαιμικών επεισοδίων κατά τη διάρκεια της οδήγησης στα άτομα με ΣΔ που λαμβάνουν αγωγή με ινσουλίνη είναι πολύ συχνή και έχει συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο πρόκλησης τροχαίων ατυχημάτων. Στην παρούσα αυτή ανοικτή, τυχαιοποιημένη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 30 συμμετέχοντες με ΣΔ, που λάμβαναν ινσουλίνη και οδηγούσαν αυτοκίνητο τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα. Οι συμμετέχοντες πέρασαν δυο περιόδους μελέτης διάρκειας 4 εβδομάδων: στην πρώτη χρησιμοποιούσαν CGMS με ενεργό συναγερμό ειδοποίησης της χαμηλής γλυκόζης και κατά τη δεύτερη φορούσαν «τυφλό» CGMS. Η ανάλυση των καταγραφών έδειξε ότι το ποσοστό του χρόνου κάτω από τον στόχο ρύθμισης της γλυκόζης (% Time Below Range – TBR) μειώθηκε σημαντικά κατά την περίοδο που χρησιμοποιήθηκε το CGMS με ενεργό συναγερμό σε σύγκριση με την περίοδο χωρίς συναγερμούς, μόνο, όμως, στους συμμετέχοντες με ΣΔΤ1 (-4,4 [95 % CI – 8,7, -0,08]%, p=0,047). Επίσης, η συχνότητα έκθεσης σε χαμηλή τιμή γλυκόζης κατά την οδήγηση ήταν σημαντικά χαμηλότερη κατά την περίοδο χρήσης CGMS με ενεργό συναγερμό (19% έναντι 33%, p=0,041).

Συμπερασματικά, οι συναγερμοί ειδοποίησης της χαμηλής γλυκόζης μπορούν να βελτιώσουν τον TBR στους οδηγούς με ΣΔΤ1 και επίσης, να μειώσουν τη συχνότητα έκθεσης σε χαμηλή τιμή γλυκόζης κατά την οδήγηση σε όλους τους οδηγούς που λαμβάνουν ινσουλίνη. Τα CGMS με ενεργοποιημένους συναγερμούς μπορούν να συμβάλλουν ώστε η οδήγηση να γίνει ασφαλέστερη για τα άτομα με ΣΔ.

Ο κίνδυνος εμφάνισης διαβητικής κετοξέωσης από τη χρήση αντλίας συνεχούς χορήγησης ινσουλίνης στα άτομα με ΣΔΤ1 έχει μειωθεί εντυπωσιακά σε σχέση με το παρελθόν

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Budhram DR, et al. Insulin Pump Use and Diabetic Ketoacidosis Risk in Type 1 Diabetes: Secular Trends over Four Decades. Diabetes Technol Ther. 2025 Feb;27(2):139-143. doi: 10.1089/dia.2024.0272.

 

Είναι γνωστό ότι η χρήση αντλιών συνεχούς χορήγησης ινσουλίνης στα άτομα με ΣΔΤ1 συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβητικής κετοξέωσης (ΔΚΟ). Στόχος της μελέτης ήταν να προσδιοριστεί αναδρομικά η συχνότητα της εμφάνισης επεισοδίων ΔΚΟ από τη δεκαετία του 1980, όταν πρωτοξεκίνησε η εφαρμογή αντλιών ινσουλίνης σε άτομα με ΣΔΤ1. Συγκεκριμένα, εξετάσθηκε η συσχέτιση μεταξύ της χρήσης αντλίας ινσουλίνης και εμφάνισης επεισοδίων ΔΚΟ από το 1983 έως το 2017 και ανά δεκαετία, στα 1441 συμμετέχοντα άτομα με ΣΔΤ1 της μελέτης (Diabetes Control and Complications Trial – DCCT). Εκτιμήθηκε ότι η χρήση αντλίας ινσουλίνης συσχετιζόταν με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ΔΚΟ από τη δεκαετία του 1980 ([HR] 5,81; 95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI] 3,28-10,29; P<0,001) μέχρι και το 2000. Έκτοτε, ο κίνδυνος ΔΚΟ παρουσιάζει σταδιακή μείωση και αντίστοιχα, από τη δεκαετία του 2010, δεν καταγράφεται πλέον στατιστικά σημαντική συσχέτιση (HR 1,24; 95% CI 0,73-2,12; P=0,43).

Συμπερασματικά, ο κίνδυνος ΔΚΟ, που σχετίζεται με τη χρήση αντλίας, έχει παρουσιάσει εντυπωσιακή μείωση από τη δεκαετία του 1980 και δεδομένης της κλινικής αποτελεσματικότητάς τους δεν θα πρέπει να υπάρχει δισταγμός στην εφαρμογή τους στα άτομα με ΣΔΤ1.

 

 

Οι επιπτώσεις των αλλαγών στην ατμοσφαιρική πίεση κατά τη διάρκεια των πτήσεων στη χορήγηση ινσουλίνης και τη γλυκαιμική ρύθμιση ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1, που χρησιμοποιούν αντλίες ινσουλίνης.

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Garden GL, et al. Effects of atmospheric pressure change during flight on insulin pump delivery and glycaemic control of pilots with insulin-treated diabetes: an in vitro simulation and a retrospective observational real-world study. Diabetologia. 2025 Jan;68(1):52-68. doi: 10.1007/s00125-024-06295-1.

 

Οι αλλαγές στην ατμοσφαιρική πίεση κατά τη διάρκεια των πτήσεων μπορεί να επηρεάσουν τη χορήγηση ινσουλίνης από τις αντλίες, με κίνδυνο να διαταραχθεί η γλυκαιμική ρύθμιση. Η παρούσα μελέτη αξιολόγησε τη λειτουργία αντλιών ινσουλίνης (των συστημάτων: Medtronic 780G, Omnipod DASH και Tandem t:slim X2) κατά την προσομοίωση πτήσης με τη βοήθεια υποβαρικού θαλάμου, καθώς και δεδομένα πραγματικού κόσμου πιλότων με ΣΔΤ1, που χρησιμοποιούσαν αντλίες στις πτήσεις τους.

Στη μελέτη προσομοίωσης πτήσης, οι αντλίες χορήγησαν 0,60 περισσότερες μονάδες ινσουλίνης, κατά τη διάρκεια μιας 20λεπτης απογείωσης και αντίστοιχα 0,51 λιγότερες μονάδες κατά την κάθοδο, συγκριτικά με τη χορήγηση στο έδαφος. Κατά τη διάρκεια προσομοίωσης έκτακτης αποσυμπίεσης της καμπίνας, χορηγήθηκαν 5,6 επιπλέον μονάδες ινσουλίνης. Στη μελέτη πραγματικού κόσμου, εκτιμήθηκαν τα δεδομένα μετρήσεων γλυκόζης 7 πιλότων που χρησιμοποιούσαν αντλία ινσουλίνης (2345 ώρες πτήσης – 1081 πτήσεις συνολικά) και 42 πιλότων υπό θεραπεία με MDI (Multiple Daily Injections). Υπολογίστηκε ότι μόνο το 0,7% των τιμών της γλυκόζης ήταν εκτός του αποδεκτού ασφαλούς εύρους, το οποίο ορίστηκε μεταξύ 90 και 270 mg/dL. Δεν καταγράφηκαν τιμές γλυκόζης <72 mg/dL κατά τη διάρκεια των πτήσεων. Σε σύγκριση με τους πιλότους που λάμβαναν θεραπεία με MDI, στους πιλότους που χρησιμοποίησαν CSII καταγράφηκαν περισσότερες τιμές γλυκόζης εντός του αποδεκτού εύρους στόχου (99,3% έναντι 97,5%).

Συμπερασματικά, η μείωση της ατμοσφαιρικής πίεσης κατά τη διάρκεια των προσομοιωμένων πτήσεων μπορεί να οδηγήσει σε σχηματισμό φυσαλίδων εντός των συστημάτων χορήγησης ινσουλίνης, προκαλώντας ακούσια χορήγηση μικρών επιπλέον δόσεων. Ωστόσο, από την αξιολόγηση των δεδομένων πραγματικού κόσμου, προκύπτει ότι οι πιλότοι που χρησιμοποιούσαν αντλίες κατά τη διάρκεια των πτήσεων δεν παρουσίασαν επεισόδια υπογλυκαιμίας, παρά τις αλλαγές της ατμοσφαιρικής πίεσης. Η χρήση αντλιών ινσουλίνης από πιλότους αεροπλάνων μπορεί να υποστηριχθεί λόγω του τεκμηριωμένου κλινικού τους οφέλους.

Η σχέση του ποσοστού του χρόνου κάτω από τον στόχο με την Ανεπίγνωστη Υπογλυκαιμία και την εμφάνιση σοβαρών υπογλυκαιμικών επεισοδίων.

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Abdelgani S, et al. Time Below Range and Its Influence on Hypoglycemia Awareness and Severe Hypoglycemia: Insights From the Association of British Clinical Diabetologists Study. Diabetes Care 2025;48(3):437–443. doi.org/10.2337/dc24-1833.

 

Η μελέτη αυτή διερεύνησε τη συσχέτιση μεταξύ του ποσοστού του χρόνου κάτω από τον στόχο ρύθμισης της γλυκόζης (% Time Below Range – TBR: 70-180mg/dL), της Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας (Impaired Awareness of Hypoglycaemia – IAH) και της σοβαρής υπογλυκαιμίας (Severe Hypoglycaemia – SH), σε άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 (ΣΔΤ1). Χρησιμοποιώντας δεδομένα της Ομοσπονδίας Κλινικών Διαβητολόγων της Βρετανίας (Association of British Clinical Diabetologists), η έρευνα συμπεριέλαβε άτομα που χρησιμοποιούσαν συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (Continuous Glucose Monitoring Systems). Η επίγνωση της υπογλυκαιμίας αξιολογήθηκε μέσω της κλίμακας Gold Score (≥4, υποδεικνύει IAH), ενώ ως SH ορίστηκε η υπογλυκαιμία που απαιτεί βοήθεια από τρίτο άτομο για την ανάταξή της. Εφαρμόστηκε λογιστική παλινδρόμηση για να εξεταστεί η συσχέτιση μεταξύ του ποσοστού του TBR, της παρουσίας IAH και της εμφάνισης SH. Μετά από διόρθωση ως προς το φύλο, την ηλικία και τον Δείκτη Μάζας Σώματος διαπιστώθηκε ότι το ποσοστό του TBR συσχετίστηκε με τη SH (P<0,001) και την IAH (P=0,005). Τα βέλτιστα όρια του ποσοστού TBR για την ανίχνευση της IAH και της SH βρέθηκαν να είναι, αντιστοίχως, 3,35% και 3,95%. Η μελέτη υποστηρίζει τη διεθνώς αποδεκτή πρόταση για διατήρηση του ποσοστού του TBR κάτω από 4% για τον ΣΔΤ1, επισημαίνοντας παράλληλα τη χρησιμότητά του ως εργαλείο ανίχνευσης ατόμων με αυξημένο κίνδυνο παρουσίας ΙΑΗ και εμφάνισης SH.

Συμπερασματικά, για τα άτομα με ΣΔΤ1 κρίνεται αναγκαίος ο στόχος για επίτευξη TBR<4%. Παράλληλα, στα άτομα με TBR>4% πρέπει να γίνεται έλεγχος για παρουσία IAH και ιστορικό SH.

 

Οι επιδράσεις των αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1 στην έκβαση των νεφρικών και καρδιοαγγειακών παθήσεων: μια μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών

Badve, Sunil V et al. “Effects of GLP-1 receptor agonists on kidney and cardiovascular disease outcomes: a meta-analysis of randomised controlled trials.” The lancet. Diabetes & endocrinology vol. 13,1 (2025): 15-28. doi:10.1016/S2213-8587(24)00271-7

 

Εισαγωγή: Οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 μειώνουν τον κίνδυνο σημαντικών καρδιαγγειακών συμβάντων (MACE) και μπορούν επίσης να έχουν νεφρικά οφέλη. Ωστόσο, το κατά πόσο οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 βελτιώνουν τις κλινικά σημαντικές νεφρικές εκβάσεις παραμένει αβέβαιο. Στόχος ήταν να αξιολογηθούν συνολικά οι επιδράσεις των αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1 στις εκβάσεις των νεφρικών και καρδιοαγγειακών παθήσεων, πραγματοποιώντας μια μετα-ανάλυση τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών.

Μέθοδοι: Για αυτή τη μετα-ανάλυση, χρησιμοποιήθηκαν οι βάσεις δεδομένων MEDLINE, Embase και το Κεντρικό Μητρώο Ελεγχόμενων Δοκιμών της Cochrane για τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές που περιλάμβαναν τουλάχιστον 500 συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2, συνέκριναν έναν αγωνιστή υποδοχέα GLP-1 με εικονικό φάρμακο, είχαν τουλάχιστον 12 μήνες παρακολούθησης, και ανέφεραν μια πρωταρχική κλινική νεφρική ή καρδιοαγγειακή έκβαση, από την έναρξη της βάσης δεδομένων έως τις 26 Μαρτίου 2024. Μετά την ανάλυση, συμπεριλήφθηκε η μελέτη SELECT (NCT03574597), η οποία συμπεριέλαβε συμμετέχοντες με καρδιοαγγειακή νόσο και δείκτη μάζας σώματος (BMI) ≥27 kg/m2 χωρίς διαβήτη. Τα δεδομένα μελέτης εξάγονταν ανεξάρτητα από δύο συγγραφείς. Το κύριο νεφρικό καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο αποτέλεσμα, που αποτελούνταν από νεφρική ανεπάρκεια (θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης ή εμμένον eGFR <15 mL/min/1.73 m2), σταθερή μείωση του eGFR τουλάχιστον 50% ή το πλησιέστερο αντίστοιχο, ή θάνατος από νεφρική ανεπάρκεια. Η κύρια καρδιοαγγειακή έκβαση ήταν το MACE, που περιλάμβανε καρδιοαγγειακό θάνατο, μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, ή μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο. Αυτή η μελέτη είναι καταχωρημένη στο PROSPERO, CRD42024528864.

Αποτελέσματα: Από τα 5140 αρχεία που εντοπίστηκαν μέσω της αναζήτησης της βιβλιογραφίας, 11 μελέτες, που περιλάμβαναν 85 373 συμμετέχοντες (29 386 γυναίκες, 55 987 άνδρες), συμπεριλήφθηκαν στη μετα-ανάλυση. Σε συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 (67 769), οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 μείωσαν το σύνθετο νεφρικό καταληκτικό σημείο κατά 18% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (HR 0·82, 95% CI 0.73–0.93; I2 =26.41%), την νεφρική ανεπάρκεια κατά 16% (HR 0.84, 0.72–0.99; I2 =0%), το MACE κατά 13% (HR 0.87, 0.81–0.93; I2 =49.75%), και τον θάνατο κάθε αιτιολογίας κατά 12% (HR 0.88, 0.83–0.93; I2 =0%). Η επίδραση στο σύνθετο νεφρικό σημείο (HR 0.81, 95% CI 0.72–0.92; I2 =23.11%), στην νεφρική ανεπάρκεια (HR 0.84, 0.72–0.98; I2 =0%), στο MACE (HR 0.86, 0.80–0.92; I2 =48.9%), και στον θάνατο κάθε αιτιολογίας (HR 0.87, 0.82–0.91; I2 =0%) ήταν παρόμοια όταν συμπεριλήφθηκε η μελέτη SELECT, χωρίς αποδείξεις ετερογένειας μεταξύ αυτής της δοκιμής και εκείνων που περιλάμβαναν συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 (pheterogeneity >0.05). Δεν υπήρξε διαφορά στον κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων, όπως οξεία παγκρεατίτιδα και σοβαρή υπογλυκαιμία, μεταξύ των ομάδων αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1 και εικονικού φαρμάκου (RR 0.95, 95% CI 0.90–1.01; I2 =88.5%). Ωστόσο, η διακοπή της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν συχνότερη στις ομάδες αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1 (RR 1.51, 95% CI 1.18–1.94; I2 =96.3%).

Ερμηνεία: Οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 μειώνουν σημαντικά τα κλινικά σημαντικά νεφρικά συμβάματα, την νεφρική ανεπάρκεια και τα καρδιοαγγειακά συμβάματα.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

Αυτοματοποιημένη Χορήγηση Ινσουλίνης σε Ηλικιωμένους με Διαβήτη Τύπου 1

Kudva, Yogish C et al. “Automated Insulin Delivery in Older Adults with Type 1 Diabetes.” NEJM evidence vol. 4,1 (2025): EVIDoa2400200. doi:10.1056/EVIDoa2400200

 

Εισαγωγή: Οι ηλικιωμένοι με διαβήτη τύπου 1 διατρέχουν κίνδυνο για σοβαρή υπογλυκαιμία. Η αυτοματοποιημένη χορήγηση ινσουλίνης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο, αλλά δεν έχει αξιολογηθεί επαρκώς σε αυτόν τον πληθυσμό.

Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενης μετάβασης κλινική δοκιμή σε ενήλικες ηλικίας 65 ετών και άνω με διαβήτη τύπου 1. Οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν τρεις περιόδους 12 εβδομάδων χρησιμοποιώντας υβριδικό κλειστό κύκλωμα, σύστημα προβλεπόμενης αναστολής χαμηλής γλυκόζης και αντλία ινσουλίνης ενισχυμένη με αισθητήρα, σε τυχαία σειρά. Το πρωτεύον αποτέλεσμα ήταν το ποσοστό του χρόνου με τιμές γλυκόζης <70 mg/dl μέσω συνεχούς καταγραφής γλυκόζης.

Αποτελέσματα: 82 συμμετέχοντες ηλικίας από 65 έως 86 ετών επιλέχθηκαν τυχαία: Το 45% ήταν γυναίκες, το μέσο επίπεδο γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (±SD) ήταν 7,2±0,9% και το ποσοστό του χρόνου με τιμές γλυκόζης < 70 mg/dl στην αρχή ήταν 2,49±1,78%. Στις περιόδους με αντλία ινσουλίνης ενισχυμένη με αισθητήρα, υβριδικό κλειστό κύκλωμα και σύστημα προβλεπόμενης αναστολής χαμηλής γλυκόζης, τα ποσοστά του χρόνου με γλυκόζη < 70 mg/dl ήταν 2,57±1,54%, 1,58±0,95% και 1,67±0,96%, αντίστοιχα. Σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της αντλίας ενισχυμένη με αισθητήρα, η μέση διαφορά με το σύστημα υβριδικού κλειστού κυκλώματος ήταν −1,05 % (95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI], −1,48 έως −0,73 %; P<0,001) και με το σύστημα προβλεπόμενης αναστολής χαμηλής γλυκόζης ήταν −0,93 % (95% CI, −1,27 έως −0,66 %; P<0,001). Συγκρίνοντας το σύστημα υβριδικού κλειστού κυκλώματος με την αντλία ενισχυμένη με αισθητήρα, ο χρόνος εντός στόχου άλλαξε κατά 8,9 % (95% CI, 7,4 έως 10,4 %) και το επίπεδο της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης άλλαξε κατά 0,2 % (95% CI, −0,3 έως −0,1 %). Σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα ήταν σπάνια. Η σοβαρή υπογλυκαιμία συνέβη σε 4% ή λιγότερους συμμετέχοντες, ενώ καταγράφηκαν δύο νοσηλείες για διαβητική κετοξέωση.

Συμπεράσματα: Σε ηλικιωμένους με διαβήτη τύπου 1, η αυτοματοποιημένη χορήγηση ινσουλίνης μείωσε την υπογλυκαιμία σε σύγκριση με την χορήγηση μέσω αντλίας ινσουλίνης ενισχυμένης με αισθητήρα.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας