Μοτίβα αρχικής χρήσης και πρώτης εντατικοποίησης αντιδιαβητικών φαρμάκων μεταξύ ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στη Σκωτία, 2010-2020: Μια αναδρομική μελέτη κοορτής

Mahmoud F, Mueller T, Mullen A, Sainsbury C, Rushworth GF, Kurdi A. Patterns of initial and first-intensifying antidiabetic drug utilization among patients with type 2 diabetes mellitus in Scotland, 2010-2020: A retrospective population-based cohort study. Diabetes Obes Metab. 2024 Apr 1. doi: 10.1111/dom.15584. Epub ahead of print. PMID: 38558305.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) προτείνουν τη μετφορμίνη ως θεραπεία πρώτης γραμμής για άτομα που διαγνώστηκαν πρόσφατα και δεν έχουν εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νεφρική νόσο ή καρδιακή ανεπάρκεια [1, 2, 3]. Ωστόσο, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ασθενών που μπορεί να ξεκινήσουν με διαφορετική κατηγορία αντιδιαβητικών φαρμάκων για πολλούς λόγους (π.χ. αντενδείξεις). Δεν υπάρχει σαφής σύσταση σχετικά με την επιλογή της αρχικής εναλλακτικής αγωγής στη μετφορμίνη ή της αρχικής συνδυαστικής θεραπείας για ασθενείς με πιο σοβαρή νόσο.

Σκοπός της παρούσας αναδρομικής μελέτης ήταν να αξιολογήσει τα πρότυπα χρήσης και συνταγογράφησης αντιδιαβητικών φαρμάκων σε άτομα με ΣΔΤ2 κατά την έναρξη και κατά την πρώτη εντατικοποίηση της αγωγής.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Πραγματοποιήθηκε μια αναδρομική μελέτη κοορτής χρησιμοποιώντας δεδομένα ασθενών με ΣΔΤ2 που έλαβαν αντιδιαβητικά φάρμακα μεταξύ του 2010 και του 2020 στη Σκωτία. Τα πρότυπα συνταγογράφησης ποσοτικοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας δοκιμές συχνότητας/ποσοστών, απόλυτης/σχετικής μεταβολής και τάσεων.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά εντοπίστηκαν 145.909 νέοι χρήστες αντιδιαβητικών φαρμάκων. Το 91% (n = 132.382) των ατόμων έλαβαν ένα μόνο φάρμακο κατά την πρώτη έναρξη της θεραπείας. Η μετφορμίνη ήταν η πιο συχνά συνταγογραφούμενη μονοθεραπεία (n = 118.737, 89,69%). Συνολικά σε 50.731 άτομα (39,40%) που ξεκίνησαν με μετφορμίνη (n = 46.730/118.737, 39,36%) ή με σουλφονυλουρία (n = 4001/10 029, 39,89%) εντατικοποιήθηκε η αγωγή τους με μία ή περισσότερες προσθήκες φαρμάκων. Στα περισσότερα άτομα που έλαβαν αρχικά μετφορμίνη (45.963/46.730, 98,36%) και σε αυτά που έλαβαν σουλφονυλουρία (3894/4001, 97,33%) προστέθηκε περαιτέρω ένας νέος παράγοντας. Οι σουλφονυλουρίες (22.197/45.963; 48,29%) ήταν η πιο κοινή πρώτη εντατικοποιημένη μονοθεραπεία μετά την αρχική χρήση μετφορμίνης, αλλά αυτές αντικαταστάθηκαν από τους αναστολείς συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης-2 (SGLT2) το 2019 (αναστολείς SGLT2: 2019: 2039/6065, 33.62% έναντι σουλφονυλουριών: 1924/6065, 31,72%). Η μετφορμίνη ήταν η πιο συχνά προστιθέμενη μονοθεραπεία στην αρχική χρήση σουλφονυλουρίας (2924/3894, 75,09%). Αν και η πλειονότητα των ασθενών έλαβε έναν αντιδιαβητικό παράγοντα, η χρήση συνδυαστικής θεραπείας αυξήθηκε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, υπήρξε μια αυξανόμενη τάση για συνταγογράφηση των νεότερων κατηγοριών (SGLT2 αναστολείς, DPP4 αναστολείς) ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό σε σύγκριση με τις παλαιότερες αγωγές (σουλφονυλουρίες, ινσουλίνη, πιογλιταζόνη) τόσο στην έναρξη όσο και στην πρώτη εντατικοποίηση της αγωγής.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Παρατηρήθηκε μια αυξητική τάση στη συνταγογράφηση των νεότερων κατηγοριών αντιδιαβητικής αγωγής σε σύγκριση με παλαιότερες αγωγές. Ωστόσο, η μετφορμίνη παρέμεινε το πιο συχνά συνταγογραφούμενο φάρμακο πρώτης γραμμής, ενώ οι SGLT2 αναστολείς αντικατέστησαν τις σουλφονυλουρίες ως την πιο κοινή συμπληρωματική αγωγή στη χρήση μετφορμίνης το 2019.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. American Diabetes Association (ADA).  Pharmacologic approaches to glycemic treatment: standards of medical care in diabetes-2020. Diabetes Care. 2020; 43(Suppl 1): S98-S110.
  2. Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία. Κατυθυντήριες Οδηγίες, 2024. https://drive.google.com/file/d/1L-zjpv1cYIWlItTDvlW_ljZR4q7esZkx/view
  3. National Institute of Health and Care Excellence (NICE). Type 2 Diabetes in Adults: Management 2021. 2021Accessed January 30, 2022. https://www.nice.org.uk/guidance/gid-ng10160/documents/draft-guideline

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Η μελέτη φυσικής πορείας του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 στη μελέτη INNODIA 1: μια ευρωπαϊκή κοορτή νεοδιαγνωσθέντων παιδιών, εφήβων και ενηλίκων

Marcovecchio ML, Hendriks AEJ, Delfin C, Battelino T, Danne T, Evans ML, Johannesen J, Kaur S, Knip M, Overbergh L, Pociot F, Todd JA, Van der Schueren B, Wicker LS, Peakman M, Mathieu C; INNODIA consortium. The INNODIA Type 1 Diabetes Natural History Study: a European cohort of newly diagnosed children, adolescents and adults. Diabetologia. 2024 Mar 22. doi: 10.1007/s00125-024-06124-5. Epub ahead of print. PMID: 38517484.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 (ΣΔΤ1) είναι μια ετερογενής κατάσταση [1, 2]. Οι παράγοντες που εξηγούν τις διαφορές στην κλινική πορεία και την ανταπόκριση στη θεραπεία ενός ατόμου θα έχουν σημαντικές κλινικές και ερευνητικές επιπτώσεις [1, 2, 3]. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της ετερογένειας του ΣΔΤ1, όπως αξιολογείται από τα κλινικά χαρακτηριστικά, τα αυτοαντισώματα, τη λειτουργία των β κυττάρων, τη γλυκαιμική ρύθμιση κατά τους πρώτους 12 μήνες από τη διάγνωση, και πώς σχετίζεται με την ηλικία κατά τη διάγνωση.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από τη κοορτή INNODIA στην οποία συμπεριλαμβάνονται άτομα ηλικίας 1-45 ετών που διαγνώστηκαν πρόσφατα με ΣΔΤ1. Τα άτομα αυτά παρακολουθούνταν κάθε 3 μήνες, για την αξιολόγηση των κλινικών χαρακτηριστικών, του C-πεπτιδίου, της HbA1c και των σχετιζόμενων με τον διαβήτη αντισωμάτων καθώς και των αλλαγών τους κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών από τη διάγνωση, σε τρεις ηλικιακές ομάδες: <10 ετών, 10-17 ετών και ≥18 ετών.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν 649 άτομα (57,3% άνδρες, ηλικία 12,1±8,3 ετών). Από αυτούς το 96,9% είχαν ένα ή περισσότερα αντισώματα που σχετίζονται με το διαβήτη. Το C-πεπτίδιο νηστείας ήταν 242,0 (139.0-382.0) pmol/l (AUC 749,3 [466,2-1106,1] pmol/l × min), με τα επίπεδα να αυξάνονται με την ηλικία (p<0,001). Με την πάροδο του χρόνου, το C-πεπτίδιο παρέμεινε χαμηλότερο σε άτομα ηλικίας <10 ετών, αλλά μειώθηκε σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Παράλληλα, τα επίπεδα γλυκόζης αυξήθηκαν προοδευτικά. Το χαμηλότερο αρχικό C-πεπτίδιο νηστείας, ο δείκτης μάζας σώματος και η παρουσία διαβητικής κετοξέωσης κατά τη διάγνωση συσχετίστηκαν με χαμηλότερο C-πεπτίδιο με την πάροδο του χρόνου. Η τιμή HbA1c μειώθηκε κατά τους πρώτους 3 μήνες (p<0,001), ενώ οι ανάγκες σε ινσουλίνη αυξήθηκαν 3 μήνες μετά τη διάγνωση (p<0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σε αυτή τη μεγάλη κοορτή ατόμων με πρόσφατα διαγνωσμένο ΣΔΤ1, βρέθηκαν διαφορές που σχετίζονται με την ηλικία στις κλινικές και βιοχημικές μεταβλητές. Το C-πεπτίδιο ήταν χαμηλότερο στα πιο νέα παιδιά, αλλά δεν υπήρχαν σημαντικές ηλικιακές διαφορές στο ρυθμό μείωσης του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. den Hollander NHM, Roep BO (2022) From disease and patient heterogeneity to precision medicine in type 1 diabetes. Front Med (Lausanne) 9:932086.
  2. Quattrin T, Mastrandrea LD, Walker LSK (2023) Type 1 diabetes. Lancet 401(10394):2149–2162.
  3. Battaglia M, Ahmed S, Anderson MS et al (2020) Introducing the endotype concept to address the challenge of disease heterogeneity in type 1 diabetes. Diabetes Care 43(1):5–12.

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας με βάση την ομάδα τυχαιοποίησης στη μελέτη Diabetes Prevention Program (DPP), την κατάσταση και τη διάρκεια του διαβήτη και την αθροιστική γλυκαιμική έκθεση

Lee CG, Ciarleglio A, Edelstein SL, Crandall JP, Dabelea D, Goldberg RB, Kahn SE, Knowler WC, Ma MT, White NH, Herman WH; Diabetes Prevention Program Research Group. Prevalence of Distal Symmetrical Polyneuropathy by Diabetes Prevention Program Treatment Group, Diabetes Status, Duration of Diabetes, and Cumulative Glycemic Exposure. Diabetes Care. 2024 Mar 19:dc232009. doi: 10.2337/dc23-2009. Epub ahead of print. PMID: 38502874.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Η μελέτη Diabetes Prevention Program (DPP) ήταν μια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 1996 – 2001 και συνέκρινε την εντατική παρέμβαση στον τρόπο ζωής με τη χορήγηση μετφορμίνης και τη χορήγηση εικονικού φαρμάκου σε μια ομάδα 3.234 ατόμων που εμφάνιζε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη [1]. Η αλλαγή στον τρόπο ζωής περιελάμβανε σαφώς καθορισμένους στόχους απώλειας βάρους και σωματικής δραστηριότητας, προπονητές του τρόπου ζωής (lifestyle coaches) και εντατική παρακολούθηση [1]. Με την ολοκλήρωση της μελέτης DPP, οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν στη μη παρεμβατική μελέτη του προγράμματος πρόληψης διαβήτη (Diabetes Prevention Program Outcomes Study, DPPOS) [2].

Σκοπός της παρούσας ανάλυσης ήταν η αξιολόγηση των συσχετίσεων μεταξύ της περιφερικής νευροπάθειας και  της αγωγής κατά την τυχαιοποίηση στη μελέτη DPP, της κατάστασης και της διάρκειας του διαβήτη και της αθροιστικής γλυκαιμικής έκθεσης περίπου 21 χρόνια μετά την τυχαιοποίηση της μελέτης DPP.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Στη μελέτη DPP, άτομα με υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη τυχαιοποιήθηκαν σε εντατικοποιημένο τρόπο ζωής, μετφορμίνη ή εικονικό φάρμακο με στόχο την πρόληψη του διαβήτη. Μετά το πέρας της μελέτης, η χορήγηση μετφορμίνης συνεχίστηκε, το εικονικό φάρμακο διακόπηκε και ο εντατικοποιημένος τρόπος ζωής παρέχονταν με τη μορφή εξαμηνιαίων ομαδικών μαθημάτων σε όλους τους συμμετέχοντες. Τα συμπτώματα και τα σημεία της περιφερικής νευροπάθειας αξιολογήθηκαν σε 1.792 συμμετέχοντες κατά τον 17ο χρόνο της μελέτη DPPOS. Χρησιμοποιήθηκαν μοντέλα πολυπαραγονικτής ανάλυσης για την αξιολόγηση των συσχετίσεων της περιφερικής νευροπάθειας με την ομάδα θεραπείας, την κατάσταση και τη διάρκεια του διαβήτη και τη αθροιστική γλυκαιμική έκθεση.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στα 21 χρόνια μετά την τυχαιοποίηση της μελέτης DPP, το 66% των ατόμων είχαν διαβήτη. Ο επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας δεν διέφερε ανάλογα με την αρχική τυχαιοποίηση (21,5%, 21,5%, 21,9%, για τον εντατικοποιημένο τρόπο ζωής, τη μετφορμίνη και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα). Επίσης, ο επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας ήταν ελαφρώς χαμηλότερος για όσους διατρέχουν κίνδυνο διαβήτη (19,6%) έναντι εκείνων με διαβήτη (22,7%) και συσχετίστηκε με μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη και τη HbA1c (τιμές P <0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η πιθανότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας ήταν παρόμοια σε όλες τις ομάδες θεραπείας στη μελέτη DPP. Επίσης, η  πιθανότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας ήταν υψηλότερη στα άτομα με διαβήτη, με μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη και υψηλότερη αθροιστική γλυκαιμική έκθεση. Η παρέμβαση στον τρόπο ζωής μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα οφέλη στην εμφάνιση περιφερικής νευροπάθειας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Diabetes Prevention Program Research, G., The Diabetes Prevention Program (DPP): description of lifestyle intervention. Diabetes Care, 2002. 25(12): p. 2165-71.
  2. Diabetes Prevention Program Research, G., Long-term effects of lifestyle intervention or metformin on diabetes development and microvascular complications over 15-year follow-up: the Diabetes Prevention Program Outcomes Study. Lancet Diabetes Endocrinol, 2015. 3(11): p. 866-75.

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Η συχνότητα της Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας και οι συσχετισμοί της με κλινικά χαρακτηριστικά σε παιδιατρικό πληθυσμό με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1. 

Hatle H, et al. Prevalence and associations of impaired awareness of hypoglycemia in a pediatric type 1 diabetes population – The Norwegian Childhood Diabetes Registry. Diabetes Res Clin Pract. 2024;209:111093. doi: 10.1016/j.diabres.2024.111093.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 1329 παιδιά και έφηβοι από το εθνικό μητρώο ασθενών με ΣΔΤ1 της Νορβηγίας (μέση διάρκεια νόσου 4,3 έτη), στα οποία αξιολογήθηκε ο βαθμός επίγνωσης των συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας με τη χρήση του ερωτηματολογίου Clarke. Για τα παιδιά ηλικίας <9 ετών (235 άτομα) το ερωτηματολόγιο συμπληρώθηκε από τους γονείς τους.

Η συχνότητα της Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας στο σύνολο των ασθενών υπολογίστηκε στο 22% και παρουσίασε σταδιακή μείωση από ποσοστό 53% στα παιδιά προσχολικής ηλικίας στο 12% για τους εφήβους >16 ετών. Η παρουσία Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας συσχετίστηκε με ιστορικό επεισοδίων σοβαρής υπογλυκαιμίας και διαβητικής κετοξέωσης κατά το προηγούμενο έτος, με αυξημένο φόβο για την εμφάνιση υπογλυκαιμίας, με το γυναικείο φύλο και με κακό γλυκαιμικό έλεγχο (επίπεδα HBA1c ≥8,5 %). Αντίθετα, δεν εμφάνισε στατιστική συσχέτιση με τη διάρκεια του ΣΔ, τη χρήση αντλίας έγχυσης ινσουλίνης ή συσκευής συνεχόμενης καταγραφής γλυκόζης (CGMS) και με επίπεδα HbA1c <7,5 %.

Συμπερασματικά, στα άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας με ΣΔΤ1 η συχνότητα του συνδρόμου Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας είναι πολύ υψηλή, ειδικά στα μικρότερης ηλικίας παιδιά. Η Ανεπίγνωστη Υπογλυκαιμία συσχετίζεται με ιστορικό σοβαρής υπογλυκαιμίας και με αυξημένο φόβο για την εμφάνιση ενός νέου επεισοδίου υπογλυκαιμίας. Ο καλός γλυκαιμικός έλεγχος φαίνεται ότι είναι εφικτός, χωρίς αύξηση του κινδύνου εμφάνισης του συνδρόμου Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας.

Εορτάζοντας τη συγκέντρωση κλινικών δεδομένων πραγματικού κόσμου τριών ετών από τη χρήση του συστήματος MiniMed™ 780G από 100.000 άτομα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Choudhary P, et al. Celebrating the Data from 100,000 Real-World Users of the MiniMed™ 780G System in Europe, Middle East, and Africa Collected Over 3 Years: From Data to Clinical Evidence. Diabetes Technology & Therapeutics. 2024;26:32-37. doi: 10.1089/dia.2023.0433.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος 

 

H παρούσα αναφορά παρουσιάζει κλινικά δεδομένα πραγματικού κόσμου από τη χρήση του υβριδικού κλειστού συστήματος αντλίας ινσουλίνης MiniMed™ 780G από 101.629 ασθενείς με ΣΔΤ1 για πάνω από 3 χρόνια στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική (34 χώρες στο σύνολο). Παράλληλα συνοψίζει στοιχεία σε σχέση με τη χρηστικότητα και κλινική αποτελεσματικότητα της αντλίας.

Το μέσο ποσοστό του χρόνου όπου η γλυκόζη κυμάνθηκε εντός εύρους στόχου (TIR 70-180 mg/dL) ήταν 72,3%, ο δείκτης διαχείρισης γλυκόζης (Glucose Management Indicator – GMI) 7%, το μέσο ποσοστό του χρόνου με τιμή γλυκόζης <70 mg/dL (TBR70) 2% και αντίστοιχα <54 mg/dL (TBR54) 0,4%. Ποσοστό 59,6% των χρηστών πέτυχαν GMI <7% και αντίστοιχα 62,5% TIR>70%, 88,4% TBR70<4% και 90%  TBR54<1%.

Τα αποτελέσματα ήταν εμφανώς καλύτερα (χωρίς αύξηση της υπογλυκαιμίας) στα άτομα που χρησιμοποίησαν στις ρυθμίσεις της αντλίας στόχο 100mg/dL και χρόνο για την ενεργή ινσουλίνη 2ώρες: μέσος TIR = 78,8% και ποσοστό χρηστών που πέτυχαν TIR>70%  86,3%. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των διαφόρων κρατών όσον αφορά τα κλινικά αποτελέσματα.

Συμπερασματικά, η εφαρμογή του συστήματος MiniMed™ 780G σε περισσότερους από 100.000 ασθενείς με ΣΔΤ1 επέδειξε μεγάλη κλινική αποτελεσματικότητα όσον αφορά τη επίτευξη επαρκούς γλυκαιμικής ρύθμισης.

 

 

Η διαχείριση ενός επερχόμενου επεισοδίου μη σοβαρής υπογλυκαιμίας με λήψη υδατανθράκων από το στόμα στα άτομα με  Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1.

Cheng R, et al. Managing Impending Nonsevere Hypoglycemia With Oral Carbohydrates in Type 1 Diabetes: The REVERSIBLE Trial. Diabetes Care. 2024;47(3):476-482. doi: 10.2337/dc23-1328.  

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

 

H αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας με βάση τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες συνίσταται στην κατανάλωση 15 γραμμαρίων απλών υδατανθράκων ανά χρονικά διαστήματα 15 λεπτών, μέχρι την επιτυχή ανάταξή της, όταν η τιμή του σακχάρου βρίσκεται σε επίπεδα <70 mg/dL. Όμως είναι γνωστό, ότι η διαχείριση των υπογλυκαιμιών παραμένει πολύ δύσκολη για τα άτομα με ΣΔΤ1. Στην παρούσα μελέτη διασταυρούμενης μετάβασης (cross-over) συμμετείχαν 29 άτομα με ΣΔΤ1, στα οποία προκλήθηκε υπογλυκαιμία μέσω χορήγησης υποδορίως ινσουλίνης σε νοσοκομειακό περιβάλλον σε 3 περιπτώσεις. Σε κάθε ένα από τα επεισόδια τεχνητής υπογλυκαιμίας εκτιμήθηκε η αντιμετώπισή της (με λήψη 16 γρ. υδατανθράκων από το στόμα) σε 3 διαφορετικά επίπεδα γλυκόζης:  ≤90, είτε ≤80, είτε <70 mg/dL.

Όταν η αντιμετώπιση του επερχόμενου επεισοδίου υπογλυκαιμίας έγινε στα 90 mg/dL, μόλις το 34% των ατόμων έφτασε σε επίπεδα σακχάρου <70mg/dL (έναντι ποσοστού 86% και 100%). Αντίστοιχα, τα επεισόδια υπογλυκαιμίας είχαν διάρκεια 7,1±11,8 λεπτά έναντι 17,9±14,7 και 26±12,6 λεπτών (P=0,002 και 0,026). Τα κατώτερα επίπεδα γλυκόζης στις 3 περιπτώσεις ήταν  73,51±9,37 έναντι 63,6±7,93 και 56,57±9,91 mg/dL (P=0,002 και 0,008). Για την επίτευξη ευγλυκαιμίας, αντίστοιχα για την κάθε ομάδα, ποσοστό 31% έναντι 52% και 69% των ασθενών χρειάστηκαν περισσότερες από μια διορθώσεις με λήψη υδατανθράκων από το στόμα. Επίσης, δεν σημειώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές όσον αφορά τα επεισόδια αντιρροπιστικής υπεργλυκαιμίας (>180 mg/dL) μεταξύ των τριών ομάδων.

Συμπερασματικά, για την αντιμετώπιση ενός επερχόμενου υπογλυκαιμικού επεισοδίου τα άτομα με ΣΔΤ1 μπορεί να επωφεληθούν από τη λήψη υδατανθράκων πριν η τιμή της γλυκόζης κατέλθει <70 mg/dL.

Η χορήγηση βιταμίνης D ασκεί προστατευτική δράση στα β-κύτταρα του παγκρέατος σε άτομα με νεοδιαγνωσθέντα Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1.

Nwosu BU, et al. Effect of Ergocalciferol on β-Cell Function in New-Onset Type 1 Diabetes: A Secondary Analysis of a Randomized Clinical Trial. JAMA Netw Open. 2024;7(3):e241155. doi:10.1001/jamanetworkopen.2024.1155

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Κατά τη διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 (ΣΔΤ1) εκτιμάται ότι η εναπομένουσα δραστηριότητα των β-κυττάρων του παγκρέατος κυμαίνεται σε ποσοστό 30% με 50% και μπορεί να διατηρηθεί για χρονικό διάστημα πολλών μηνών ή και ετών.  Η μερική ύφεση του ΣΔΤ1 για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη διάγνωση οδηγεί σε επίτευξη καλής γλυκαιμικής ρύθμισης και συμβάλλει στην πρόληψη των επιπλοκών της νόσου μακροπρόθεσμα.

Σε post-hoc ανάλυση τυχαιοποιημένης μελέτης στην οποία συμπεριλήφθηκαν 36 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔΤ1 εκτιμήθηκε ο ρόλος της χορήγησης Εργοκαλσιφερόλης (βιταμίνη D₂), σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο, στη λειτουργικότητα των β-κυττάρων του παγκρέατος. Τα άτομα που συμμετείχαν έλαβαν 50000 iu βιταμίνης D, είτε εικονικό φάρμακο, 1 φορά την εβδομάδα για χρονικό διάστημα 2 μηνών και στη συνέχεια ανά 2 εβδομάδες για άλλους 10 μήνες.

Οι συμμετέχοντες στη μελέτη υποβλήθηκαν σε δοκιμασία μεικτού γεύματος στους μήνες 0, 3, 6, 9, και 12 της μελέτης και παράλληλα έγιναν αιμοληψίες για προσδιορισμό των επιπέδων C-πεπτιδίου, προϊνσουλίνης και γλυκόζης 30 και 90 λεπτά μετά το τέλος των γευμάτων.

Η χορήγηση βιταμίνης D βελτίωσε την εκκριτική ικανότητα των β-κυττάρων, καθώς παρατηρήθηκε μείωση του λόγου προϊνσουλίνης / C-πεπτιδίου νηστείας σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (−0,0009 vs 0,0011; P = 0,01). Σημειώνεται ότι η αυξημένη έκκριση προϊνσουλίνης σε σχέση με το C-πεπτίδιο αποτελεί δείκτη δυσλειτουργίας του ενδοπλασματικού δικτύου των β-κυττάρων. Επιπλέον η μείωση της έκκρισης C-πεπτιδίου (διαφορά στην % αναλογία του εμβαδού κάτω από την καμπύλη – %ΔAUC) από την αρχή της μελέτης ήταν μικρότερη στην ομάδα που έλαβε βιταμίνη D.

Συμπερασματικά, η χορήγηση βιταμίνης D σε άτομα με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔΤ1 μπορεί να καθυστερήσει την απώλεια της εκκριτικής ικανότητας ινσουλίνης των β-κυττάρων και να παρατείνει την «περίοδο μέλιτος», συμβάλλοντας στην πρόληψη των μακροχρόνιων επιπλοκών της νόσου.

Αυξημένος χρόνος σε HbA1c < 7.0% με την από του στόματος σεμαγλουτίδη έναντι άλλων από του στόματος παραγόντων: Μια ανάλυση των μελετών PIONEER

Rosenstock J, Cariou B, Eliasson J, Frappin G, Kaltoft MS, Montanya E, Knop FK. Greater time spent with HbA1c less than 7.0% with oral semaglutide versus oral comparators: An exploratory analysis of the PIONEER studies. Diabetes Obes Metab. 2024 Feb;26(2):532-539.

 

Σκοπός: Να αξιολογηθεί πόσο χρόνο περνούν οι ασθενείς με ΣΔ2 σε HbA1c < 7.0% και πόσο πιθανό είναι να διατηρηθούν εντός αυτού του στόχου με την από του στόματος σεμαγλουτίδη  7 mg έναντι της σιταγλιπτίνης 100 mg ή με την από του στόματος σεμαγλουτίδη 14 mg έναντι της εμπαγλιφλοζίνης 25 mg, της σιταγλιπτίνης 100 mg ή της υποδόριας λιραγλουτίδης1.8 mg.

Μέθοδοι: Η ανάλυση χρησιμοποίησε δεδομένα καά τη διάρκεια της αγωγής, χωρίς αγωγή διάσωσης (σεμαγλουτίδη, n = 1880, άλλες αγωγές, n = 1412). Η διάρκεια του χρόνου σε HbA1c < 7.0%  υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας μια καμπύλη HbA1c- χρόνου. Αναλύθηκε το διπλό καταληκτικό σημείο  HbA1c < 7.0%  στις 26 εβδομάδες (εβδομάδα 24 για την PIONEER 7) και στις 52 εβδομάδες για κάθε μελέτη (και εβδομάδα 78 για την PIONEER 3).

Αποτελέσματα: Η μέση διάρκεια χρόνου σε HbA1c < 7.0%  ήταν μεγαλύτερη με την από του στόματος σεμαγλουτίδη 7 mg έναντι της σιταγλιπτίνης στην PIONEER 3 (27 έναντι 22 εβδομάδων) και με τη σεμαγλουτίδη 14 mg έναντι της εμπαγλιφλοζίνης και της σιταγλιπτίνης (27-34 έναντι 19 έναντι 22 εβδομάδων, αντίστοιχα), και παρόμοια με την υποδόρια λιραγλουτίδη. Μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών πέτυχε και διατήρησε HbA1c < 7.0%  για περισσότερο από το 75% της διάρκειας της μελέτης με τη σεμαγλουτίδη 14 mg έναντι των από του στόματος λοιπών αγωγών. Η πιθανότητα HbA1c < 7.0%  στις εβδομάδες 24/26 και 52/78 ήταν σημαντικά μεγαλύτερη με τη σεμαγλουτίδη 14 mg έναντι των από του στόματος λοιπών αγωγών ή έναντι της υποδόριας λιραγλουτίδης, και με τη σεμαγλουτίδη 7 mg έναντι της σιταγλπτίνης.

Συμπεράσματα: Η από του στόματος σεμαγλουτίδη σε δόσεις 7 και 14 mg οδήγησε σε αυξημένο χρόνο σε HbA1c < 7.0% , και σε μεγαλύτερη πιθανότητα επίτευξης και διατήρησης αυτού του στόχου συγκριτικά με άλλες από του στόματος αντιδιαβητικές αγωγές.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

Χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς νοσηλευόμενους με COVID-19 (RECOVERY): μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, μη-τυφλή μελέτη

RECOVERY Collaborative Group. Empagliflozin in patients admitted to hospital with COVID-19 (RECOVERY): a randomised, controlled, open-label, platform trial. Lancet Diabetes Endocrinol. 2023 Dec;11(12):905-914.

 

Εισαγωγή: Η εμπαγλιφλοζίνη έχει προταθεί ως θεραπεία για την COVID-19 λόγω των αντιφλεγμονωδών, μεταβολικών, και αιμοδυναμικών της δράσεων. Η μελέτη RECOVERY είχε στόχο να αξιολογήσει την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά της σε ασθενείς νοσηλευόμενους με COVID-19.

Μέθοδοι: Σε αυτή την τυχαιοποιημένη μελέτη, διάφορες πιθανές θεραπείες συγκρίθηκαν με τη συνήθη θεραπεία σε ασθενείς νοσηλευόμενους με COVID-19. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 να λάβουν είτε τη συνήθη θεραπεία μόνο είτε τη συνήθη θεραπεία με την προσθήκη εμπαγλιφλοζίνης σε δόση10 mg άπαξ ημερησίως για 28 ημέρες ή μέχρι το εξιτήριο(όποιο εκ των δύο προηγήθηκε). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η θνητότητα στις 28 ημέρες, ενώ τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η διάρκεια της νοσηλείας και (μεταξύ των ασθενών οι οποίοι δεν ήταν σε μηχανικό αερισμό κατά την έναρξη) το σύνθετο καταληκτικό σημείο του επεμβατικού μηχανικού αερισμού ή του θανάτου.

Αποτελέσματα: Μεταξύ της 28-7-2021 και της 6-3-2023, 4271 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε εμπαγλιφλοζίνη (2113 ασθενείς) είτε τη συνήθη θεραπεία (2158 ασθενείς). Συνολικά, 289 (14%) από τους 2113 ασθενείς που έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη και 307 (14%) από τους 2158 ασθενείς που έλαβαν την συνήθη αγωγή πέθαναν εντός 28 ημερών (RR 0.96, [95% CI 0.82-1.13], p=0.64). Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στη διάρκεια της νοσηλείας ( διάμεση τιμή 8 ημερών και για τις 2 ομάδες) ή στην αναλογία των ασθενών που έλαβαν εξιτήριο ζωντανοί εντός 28 ημερών (1678 [79%] στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης έναντι 1677 [78%] στην ομάδα της συνήθους αγωγής, RR 1.03 [95% CI 0.96-1.10], p=0.44). Μεταξύ των ασθενών που δεν ήταν σε μηχανικό αερισμό κατά την εισαγωγή, δεν υπήρχε διαφορά στο σύνθετο καταληκτικό σημείο του επεμβατικού μηχανικού αερισμού ή του θανάτου μεταξύ των 2 ομάδων (338 [16%] εκ των 2084 έναντι 371 [17%] εκ των 2143, RR 0.95 [95% CI 0.84-1.08], p=0.44). Δύο σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα θεωρήθηκε ότι είχαν σχέση με την εμπαγλιφλοζίνη: και τα δύο ήταν επεισόδια κέτωσης, χωρίς οξείδωση.

Συμπεράσματα: Στους νοσηλευόμενους με COVID-19, η εμπαγλιφλοζίνη δε συσχετίστηκε με μείωση στη θνητότητα στις 28 ημέρες, στη διάρκεια νοσηλείας, ή στον κίνδυνο εξέλιξης σε επεμβατικό μηχανικό αερισμό ή θάνατο. Συνεπώς, δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία αυτών των ασθενών, εκτός κι αν υπάρχει κάποια επίσημη ένδειξη για κάποια άλλη κατάσταση όπως ο διαβήτης.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας

Συσχέτιση του γλυκαιμικού δείκτη και του γλυκαιμικού φορτίου με τον διαβήτη τύπου 2, την καρδιαγγειακή νόσο, τον καρκίνο, και τη θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας: μια μετα-ανάλυση μεγάλων κοορτών με περισσότερους από 100.000 συμμετέχοντες

David J A Jenkins,Walter C Willett,Salim Yusuf,Frank B Hu,Andrea J Glenn, et al. On behalf of Clinical Nutrition & Risk Factor Modification Centre Collaborators. Lancet Diabetes Endocrinol. 2024 Feb;12(2), 107-118.

 

Εισαγωγή: Υπάρχει μια διαμάχη σχετικά με το αν ο γλυκαιμικός δείκτης των τροφών σχετίζεται με τη χρόνια νόσο. Σκοπός ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ του γλυκαιμικού δείκτη (GI) και του γλυκαιμικού φορτίου (GL) και του τύπου 2 Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ2), της καρδιαγγειακής νόσου, των σχετιζόμενων με τον διαβήτη καρκίνων, και της θνησιμότητας κάθε αιτιολογίας.

Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε μια μετα-ανάλυση μεγάλων κοορτών ( ≥100 000 συμμετέχοντες) οι οποίες εξέτασαν προοπτικά τη συσχέτιση μεταξύ των GI και GL και χρόνιων νοσημάτων. Τα πρωτογενή καταληκτικά σημεία ήταν η επίπτωση ΣΔ2, συνολικής καρδιαγγειακής νόσου (συμπεριλαμβανομένης και της θνησιμότητας), σχετιζόμενων με τον διαβήτη καρκίνων (π.χ. ουροδόχου κύστης, μαστού, κολοορθικού, ενδομητρίου, ηπατοκυτταρικού, παγκρεατικού, και λεμφώματος non-Hodgkin) και της θνησιμότητας κάθε αιτιολογίας. Εξετάστηκαν οι συσχετίσεις μεταξύ των χαμηλότερων και των υψηλότερων ποσοστημορίων GI και GL, προσαρμοσμένων για τους διαιτητικούς παράγοντες. Εξετάστηκαν επίσης οι συσχετίσεις μεταξύ των διαιτών με υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες και προϊόντα ολικής άλεσης και των τεσσάρων κύριων καταληκτικών σημείων.

Αποτελέσματα: Από 10 μεγάλες προοπτικές μελέτες κοορτής ( 6 από τις ΗΠΑ, μία από την Ευρώπη, 2 από την Ασία, και μία διεθνή), χρησιμοποιήθηκαν 48 μελέτες οι οποίες ανέδειξαν συσχετίσεις μεταξύ του GI ή του GL και των καταληκτικών σημείων υπό μελέτη:  34 (71%) σε διάφορους καρκίνους, 9 (19%) στην καρδιαγγειακή νόσο, 5 (10%) στον ΣΔ2, και 3 (6%) στην ολική θνησιμότητα. Η κατανάλωση τροφών με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη συσχετίστηκε με αυξημένη επίπτωση ΣΔ2  (RR 1.27 [95% CI 1.21–1·34], p<0.0001),  συνολική καρδιαγγειακή νόσο (1.15 [1.11–1.19], p<0.0001),καρκίνων σχετιζόμενων με τον διαβήτη (1.05 [1.02–1.08], p=0.0010), και θνησιμότητας κάθε αιτιολογίας (1.08 [1.05–1.12], p<0.0001). Παρόμοιες συσχετίσεις αναδείχθηκαν μεταξύ του υψηλού γλυκαιμικού φορτίου και του διαβήτη (RR 1.15 [95% CI 1.09–1.21], p<0.0001) και της συνολικής καρδιαγγειακής νόσου (1.15 [1.10–1.20], p<0.0001). Οι συσχετίσεις μεταξύ των διαιτών πλούσιων σε φυτικές ίνες και προϊόντα ολικής άλεσης και των τεσσάρων κύριων καταληκτικών σημείων ήταν παρόμοιες με αυτές για τις δίαιτες με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη.

Συμπεράσματα: Η μείωση του γλυκαιμικού δείκτη και του γλυκαιμικού φορτίου στη δίαιτα μπορεί να οδηγήσει σε παρόμοια οφέλη με την αύξηση των φυτικών ινών και των προϊόντων ολικής άλεσης.

 

Επιμέλεια: Εμμανουήλ Κόρακας