Μεταβολικό Σύνδρομο και κίνδυνος καρδιοαγγειακών επεισοδίων και θανάτου: συστηματική ανασκόπηση και μεταανάλυση προοπτικών μελετών.

Gami AS, Witt BJ, Howard DE, Erwin PJ, Gami LA, Somers VK, Montori VM
Division of Cardiovascular Diseases, Mayo Clinic College of Medicine, Rochester, Minnesota 55905, USA

J Am Coll Cardiol 2007 Jan 30;49(4):403-14

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης και μεταανάλυσης είναι η εκτίμηση της πιθανής συσχέτισης του Μεταβολικού Συνδρόμου με τα καρδιοαγγειακά επεισόδια και την καρδιοαγγειακή θνητότητα  για την οποία υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις στην διεθνή βιβλιογραφία.
Το Μάρτιο του 2005 συγκεντρώθηκαν όλες οι μελέτες οι οποίες αναφέρονται στο Μεταβολικό Σύνδρομο και οι οποίες δημοσιεύθηκαν το 2003 και 2004 και υπήρχαν σε ηλεκτρονικές ιατρικές βιβλιοθήκες. Δύο επιμελητές-διορθωτές ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο ανασκόπησαν τις μελέτες αυτές και κράτησαν σε μία προκαθορισμένη φόρμα όλα τα απαραίτητα για την μεταανάλυση στοιχεία. Τελικά από όλες τις μελέτες τις σχετικές με το Μεταβολικό Σύνδρομο βρέθηκαν 37 μελέτες ελέγχου της συσχέτισης του καρδιοαγγειακού κινδύνου με την παρουσία του Μεταβολικού Συνδρόμου, στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 172.573 άτομα.
Η μεταανάλυση των 37 αυτών μελετών κατέδειξε ότι οι ασθενείς με Μεταβολικό Σύνδρομο έχουν 1,78 φορές υψηλότερο σχετικό κίνδυνο (RR=1,78) εμφάνισης καρδιοαγγειακών επεισοδίων ή θανάτου σε σχέση με τους ασθενείς χωρίς Μεταβολικό Σύνδρομο. Η συσχέτιση αυτή ήταν ισχυρότερη στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες ασθενείς (RR=2,63 vs 1,98 p=0.09).  Υψηλός ο σχετικός κίνδυνος καρδιοαγγειακών επεισοδίων και θανάτου όταν για τον καθορισμό του Μεταβολικού Συνδρόμου χρησιμοποιούνται τα κριτήρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (RR=2,68) μικρότερος για τους ασθενείς με Μεταβολικό Σύνδρομο σύμφωνα με τα κριτήρια του NCEP ATP III (RR=1,67) και ακόμα μικρότερος για άλλους ορισμούς του Μεταβολικού Συνδρόμου (RR=1,35) με στατιστικά σημαντική διαφορά για τους διάφορους ορισμούς (p=0,005).
Ο σχετικός κίνδυνος παρέμεινε υψηλός για τους ασθενείς με Μεταβολικό Σύνδρομο ακόμα και μετά από προσαρμογή για τους κλασσικούς παράγοντες καρδιοαγγειακού κινδύνου (RR=1,54 95% CI 1,32-1,79).
Τ ο αποτέλεσμα της μεταανάλυσης καταδυκνύει τον υψηλό σχετικό κίνδυνο καρδιοαγγειακών επεισοδίων και θανάτου των ασθενών με Μεταβολικό Σύνδρομο. Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να βοηθήσει τους ειδικούς να πείσουν τους ασθενείς για την χρησιμότητα των υγιεινοδιαιτητικών παρεμβάσεων οι οποίες μπορούν αποδεδειγμένα να μειώσουν τον κίνδυνο καρδιοαγγειακών επεισοδίων ακόμα και σε ασθενείς με Μεταβολικό Σύνδρομο.
 

Η επίδραση της ολικής ομοκυστεΐνης ορού στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα ασθενών με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο.

1Φούσας Στέφανος, 1Ζαΐρης Μιχάλης, 1Μακρυγιάννης Σταμάτης, 1Μανουσάκης Σταύρος, 1Πατσουράκος Νικόλαος, 1Αδαμοπούλου Ευδοκία, 1Μπελντέκος Δημήτριος, 2Μελιδώνης Ανδρέας, 1Χαντανής Στέλιος, 1Μανώλης Αθανάσιος, 1Χατζησάββας Ιωάννης, 1Αργυράκης Σπύρος 1Καρδιολογική Κλινική, 2Διαβητολογικό Κέντρο,  «Τζάνειο» Νοσοκομείο Πειραιά

International Journal of Cardiology xx (2007)xxx-xxx

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σημαντικά αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης ορού παρατηρούνται σε ασθενείς με ομοκυστεϊνουρία, μια γενετικά καθορισμένη ενζυμική διαταραχή στο μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης. Η διαταραχή αυτή συνδέεται με πρόωρη και γρήγορα εξελίξιμη αγγειακή νόσο. Έτσι έχει δημιουργηθεί η υπόθεση ότι αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης ορού μπορεί να έχουν προγνωστική αξία στο ευρύ φάσμα εκδηλώσεων της στεφανιαίας νόσου.
Σκοπός της μελέτης αυτής είναι η εκτίμηση της πιθανής ανεξάρτητης επίδρασης της ομοκυστεΐνης ορού στην μακροπρόθεσμη αγγειακή θνητότητα τόσο σε ασθενείς με Οξύ Έμφραγμα Μυοκαρδίου (STEMI)  όσο και σε ασθενείς με Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο χωρίς ανάσπαση του ST (NSTE-ACS).
Για την μελέτη αυτή χρησιμοποιηθήκαν στοιχεία από 458 διαδοχικούς ασθενείς με STEMI και 476 με NSTE-ACS οι οποίοι προσήλθαν στο νοσοκομείο τις πρώτες 12 και 24 ώρες από την έναρξη του άλγους. Οι τιμές της ομοκυστεΐνης ορού κατά την προσέλευση των ασθενών χωρίστηκαν σε τριτημόρια και δημιουργήθηκαν, με βάση τα τριτημόρια αυτά υποομάδες ασθενών για κάθε ομάδα αυτών. Η πρώιμη (τις πρώτες 30 ημέρες από το επεισόδιο) και η μακροπρόθεσμη (από την 31η ημέρα έως το τέλος του 5ου έτους παρακολούθησης) καρδιοαγγειακή θνητότητα αποτέλεσε το καταληκτικό σημείο της μελέτης αυτής.
Δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην καρδιοαγγειακή θνητότητα μεταξύ των τριτημορίων ομοκυστεΐνης κατά τις πρώτες 30 ημέρες τόσο στην ομάδα των ασθενών με STEMI (p=0.3) όσο και σε αυτήν των ασθενών με NSTE-ACS (p=0.5). Στατιστικά σημαντική διαφορά στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα υπήρξε μεταξύ των ασθενών του υψηλότερου τριτημορίου επιπέδων ομοκυστεΐνης και των υπολοίπων δύο (πρώτου και δεύτερου τριτημορίου) τόσο για τους ασθενείς με STEMI (p<0.001) όσο και για την ομάδα των ασθενών με NSTE-ACS (p=0.001) χωρίς προσαρμογή ως προς τους άλλους παράγοντες κινδύνου. Οι διαφορές αυτές στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα μεταξύ των τριτημορίων ομοκυστεΐνης εξαλείφονταν όταν γινόταν προσαρμογή ως προς τους άλλους παράγοντες κίνδυνου και στις δύο ομάδες ασθενών. Η ομοκυστεΐνη ορού ως συνεχής μεταβλητή, είχε  στατιστικά σημαντική συσχέτιση (p<0.001) με την μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα στην μονοπαραγοντική ανάλυση κατά Cox και στις δύο ομάδες ασθενών, ενώ δεν υπήρχε ανάλογη σημαντική συσχέτιση στην πολυπαραγοντική κατά Cox ανάλυση (p=0.8 για την ομάδα των ασθενών με STEMI και p=1 για την ομάδα των ασθενών με NSTE-ACS).
Από τα στοιχεία της μελέτης αυτής προκύπτει ότι η ομοκυστεΐνη ορού κατά την εισαγωγή ασθενών με STEMI ή NSTE-ACS δεν αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα της μακροπρόθεσμης καρδιοαγγειακής θνητότητας αλλά παραμένει δείκτης κινδύνου όπως έχει αποδείξει μετααναλύση προοπτικών μελετών (JAMA 2002;288:2015 και BMJ 2002; 325:1202) στην  οποία φάνηκε ότι αύξηση των συγκεντρώσεων ορού της ομοκυστεΐνης κατά 5μmol/lt αυξάνει κατά 16% τον κίνδυνο καρδιοαγγειακών συμβαμάτων και στα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη.