Orforglipron, ένας από του στόματος μικρομοριακός αγωνιστής του υποδοχέα GLP-1, στον πρώιμο διαβήτη τύπου 2.

Authors: Julio Rosenstock, M.D, Stanley Hsia, M.D., Luis Nevarez Ruiz, M.D., Sarah Eyde, Ph.D., David Cox, Ph.D., Wen-Shuo Wu, M.D., Rong Liu, Ph.D., Jianghao Li, Ph.D., Laura Fernández Landó, M.D., Max Denning, M.D., Lisa Ludwig, Pharm.D., and Yanyun Chen, Ph.D.

Published June 21, 2025 N Engl J Med 2025;393:1065-1076 DOI: 10.1056/NEJMoa2505669 VOL. 393 NO. 11 Copyright ©202

 

Επιμέλεια: Σωκράτης Κατωπόδης, Ειδικός Παθολόγος


Το orforglipron είναι ένας μικρομοριακός, μη πεπτιδικός αγωνιστής του υποδοχέα του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1), ο οποίος τελεί υπό κλινική ανάπτυξη για τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και τη διαχείριση του σωματικού βάρους. Αναφορικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του orforglipron, απαιτούνται πρόσθετα δεδομένα.

ΜΕΘΟΔΟΙ

Σε αυτήν την τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή φάσης 3, οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν τυχαία σε αναλογία 1:1:1:1 ώστε να λάβουν orforglipron σε μία από τρεις δόσεις (3 mg, 12 mg ή 36 mg) ή εικονικό φάρμακο μία φορά ημερησίως για 40 εβδομάδες. Οι συμμετέχοντες είχαν σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που αντιμετωπιζόταν μόνο με δίαιτα και άσκηση, τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) τουλάχιστον 7,0% αλλά όχι μεγαλύτερη από 9,5% και δείκτη μάζας σώματος τουλάχιστον 23,0 kg/m2. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της τιμής της HbA1c από την αρχή έως την 40ή εβδομάδα. Ένα βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό μεταβολής του σωματικού βάρους από την αρχή έως την 40ή εβδομάδα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά 559 συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε τυχαιοποίηση. Ο μέσος όρος της HbA1c κατά την έναρξη ήταν 8,0%. Στην 40ή εβδομάδα, η εκτιμώμενη μέση μεταβολή από την αρχική τιμή της HbA1c ήταν −1,24 ποσοστιαίες μονάδες με τη δόση των 3 mg, −1,47 ποσοστιαίες μονάδες με τη δόση των 12 mg, −1,48 ποσοστιαίες μονάδες με τη δόση των 36 mg και −0,41 ποσοστιαίες μονάδες με το εικονικό φάρμακο. Και οι τρεις δόσεις του orforglipron ήταν ανώτερες από το εικονικό φάρμακο ως προς το κύριο καταληκτικό σημείο· η εκτιμώμενη μέση διαφορά από το εικονικό φάρμακο ήταν −0,83 ποσοστιαίες μονάδες (95% διάστημα αξιοπιστίας [CI], −1,10 έως −0,56) με τα 3 mg, −1,06 ποσοστιαίες μονάδες (95% CI, −1,33 έως −0,79) με τα 12 mg και −1,07 ποσοστιαίες μονάδες (95% CI, −1,33 έως −0,81) με τα 36 mg (P<0,001 για όλες τις συγκρίσεις). Η μέση HbA1c στην 40ή εβδομάδα ήταν 6,5–6,7% με το orforglipron. Το ποσοστό μεταβολής του σωματικού βάρους από την αρχή έως την 40ή εβδομάδα ήταν −4,5% με τα 3 mg, −5,8% με τα 12 mg, −7,6% με τα 36 mg και −1,7% με το εικονικό φάρμακο. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ήπια έως μέτρια συμβάματα από το γαστρεντερικό σύστημα και εμφανίστηκαν κυρίως κατά την περίοδο τιτλοποίησης της δόσης. Δεν αναφέρθηκαν επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας. Μόνιμη διακοπή του orforglipron ή του εικονικού φαρμάκου λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών συνέβη στο 4,4–7,8% των συμμετεχόντων που έλαβαν orforglipron και στο 1,4% εκείνων που έλαβαν εικονικό φάρμακο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σε ενήλικες με πρώιμο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, το orforglipron μείωσε σημαντικά την HbA1c σε διάστημα 40 εβδομάδων.

(Supported by Eli Lilly; ACHIEVE-1 ClinicalTrials.gov number, NCT05971940.)

Συνεχής καταγραφή γλυκόζης έναντι γλυκόζης νηστείας για τη ρύθμιση της βασικής ινσουλίνης στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2: Αναδρομική ανάλυση

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

 

Thomas W. Martens, Jennal Johnson, Michelle L. Katz, Michael B. Davidson, Karen Schneck, Jie Xue, Xinyue Chang, Eyal Dassau

Diabetes & Metabolic Syndrome: Clinical Research & Reviews 19 (2025) 103266

https://doi.org/10.1016/j.dsx.2025.103266

Η συνεχής παρακολούθηση γλυκόζης (CGM) μπορεί να συμπληρώσει ή ενδεχομένως να αντικαταστήσει τη μέτρηση γλυκόζης νηστείας (FBG) για τη ρύθμιση της δόσης βασικής ινσουλίνης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (T2D). Η παρούσα αναδρομική ανάλυση συνέκρινε τη ρύθμιση δόσης με βάση την CGM έναντι της FBG, χρησιμοποιώντας 7.354 ζεύγη δεδομένων FBG και τυφλής CGM από κλινική μελέτη σε 68 άτομα με T2D.

Βάσει φαρμακοκινητικών/φαρμακοδυναμικών προσομοιώσεων, η διάμεση τιμή των τριών χαμηλότερων τιμών CGM κατά τη διάρκεια μιας ώρας προ του χρονικού σημείου μέτρησης FBG (πρωινό ναδίρ) επιλέχθηκε ως βάση για τη ρύθμιση δόσης. Οι δόσεις βασικής ινσουλίνης καθορίστηκαν με τρεις αλγορίθμους (Canadian INSIGHT, Treat2Target, AT.LANTUS). Υπολογίστηκαν οι διαφορές απόλυτης/σχετικής προσαρμογής δόσης, οι μέσες απόλυτες σχετικές διαφορές και τα σφάλματα σχετικής δόσης μεταξύ των δόσεων με βάση την CGM και την FBG.

Το πρωινό ναδίρ ήταν ουσιαστικά ισοδύναμο με την FBG για τη ρύθμιση της βασικής ινσουλίνης σε όλους τους αλγορίθμους. Υπήρχε >90% πιθανότητα η απόλυτη διαφορά προσαρμογής δόσης να βρίσκεται εντός αποδεκτού εύρους. Οι μέσες απόλυτες σχετικές διαφορές ήταν γενικά χαμηλές, αν και υψηλότερες για τον αλγόριθμο Treat2Target. Τα σφάλματα σχετικής δόσης κυμαίνονταν κυρίως μεταξύ −10% και 10%, υποδεικνύοντας υψηλή συμφωνία μεταξύ των δόσεων CGM- και FBG-βασισμένων και χαμηλό κλινικό κίνδυνο.

Συμπερασματικά, η μελέτη αυτή δείχνει ότι το πρωινό ναδίρ μπορεί δυνητικά να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο της FBG για τη ρύθμιση βασικής ινσουλίνης σε ασθενείς με T2D.

 

Επίδραση των αναστολέων του συστήματος ρενίνης–αγγειοτενσίνης–αλδοστερόνης και των αναστολέων SGLT2 στην τελικού σταδίου νεφρική νόσο και στη θνησιμότητα σε ασθενείς με διαβήτη και υπέρταση: Εθνική μελέτη κοορτής στην Κορέα

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

 

Sangmo Hong, Kyungdo Han, Kyung-Soo Kim, Cheol-Young Park

Cardiovascular Diabetology (2025) 24:288

https://doi.org/10.1186/s12933-025-02846-x

Οι αναστολείς του συστήματος ρενίνης–αγγειοτενσίνης–αλδοστερόνης (RAS) και οι αναστολείς του συμμεταφορέα νατρίου–γλυκόζης 2 (SGLT2) αποτελούν βασικές θεραπείες για τη διαβητική νεφροπάθεια. Παρά τη μελετημένη δράση τους, οι ανεξάρτητες και συνδυασμένες επιδράσεις τους στην τελικού σταδίου νεφρική νόσο (ESKD) και στη θνησιμότητα παραμένουν ασαφείς. Η παρούσα μελέτη αξιολογεί την επίδρασή τους, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό, σε ασθενείς με διαβήτη και υπέρταση, όσον αφορά την εμφάνιση ESKD και τη συνολική θνησιμότητα.

Η ανάλυση βασίστηκε σε δεδομένα εθνικής κοόρτης από τη βάση υγείας της Κορέας, περιλαμβάνοντας 261.783 άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και υπέρταση κατά την περίοδο 2015–2017. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε τέσσερις ομάδες: (1) χωρίς RAS ή SGLT2 αναστολείς, (2) SGLT2 αναστολείς μόνο, (3) RAS αναστολείς μόνο και (4) συνδυαστική θεραπεία. Χρησιμοποιήθηκαν μοντέλα Cox για την εκτίμηση των αναλογικών κινδύνων (HR) για ESKD, θνησιμότητα και τον συνδυασμένο δείκτη αυτών.

Σε μέσο διάστημα 5,38 ετών, 2.674 άτομα (1,02%) ανέπτυξαν ESKD και 20.866 (7,97%) απεβίωσαν. Η συνδυαστική θεραπεία παρουσίασε τη μεγαλύτερη μείωση κινδύνου για τον συνδυασμένο δείκτη [HR 0,68, 95% ΔΕ 0,56–0,82] και τη θνησιμότητα (HR 0,68, 95% ΔΕ 0,56–0,83). Οι SGLT2 αναστολείς μείωσαν επίσης τον συνδυασμένο δείκτη (HR 0,71, 95% ΔΕ 0,61–0,84) και τη θνησιμότητα (HR 0,68, 95% ΔΕ 0,57–0,81). Οι RAS αναστολείς παρουσίασαν μέτριες επιδράσεις στον συνδυασμένο δείκτη (HR 0,96, 95% ΔΕ 0,93–0,98) και στη θνησιμότητα (HR 0,94, 95% ΔΕ 0,91–0,97). Αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο η συνδυαστική θεραπεία σχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο ESKD (HR 0,63, 95% ΔΕ 0,37–1,07), χωρίς όμως στατιστική σημαντικότητα. Οι SGLT2 αναστολείς συνέβαλαν σταθερά στη μείωση ESKD και θνησιμότητας, ενώ οι RAS αναστολείς ήταν ωφέλιμοι κυρίως σε χρήστες που δε λάμβαναν SGLT2 αναστολείς.

Συμπερασματικά, η συνδυαστική θεραπεία φαίνεται να παρέχει το μεγαλύτερο όφελος σε έκπτωση νεφρικής λειτουργίας και επιβίωση σε ασθενείς με ΣΔ και υπέρταση. Οι SGLT2 αναστολείς μεμονωμένα μείωσαν σημαντικά τη θνησιμότητα, ενώ οι RAS αναστολείς αντίστοιχα είχαν μέτρια επίδραση.

Συγχορήγηση Καγριλιντίδης – Σεμαγλουτίδης σε ενήλικες με παχυσαρκία και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

 

Melanie J. Davies, Harpreet S. Bajaj, Christa Broholm, Astrid Eliasen, W. Timothy Garvey, Carel W. le Roux, Ildiko Lingvay, Christian Bøge Lyndgaard, Julio Rosenstock, Sue D. Pedersen

N Engl J Med 2025;393:648-59

DOI: 10.1056/NEJMoa2502082

Η καγριλιντίδη και η σεμαγλουτίδη έχουν τεκμηριωθεί ως αποτελεσματικές θεραπείες για την απώλεια βάρους όταν χορηγούνται μεμονωμένα, ωστόσο τα δεδομένα για τη συγχορήγησή τους (CagriSema) σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 παραμένουν περιορισμένα. Η παρούσα μελέτη διερεύνησε την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του συνδυασμού αυτού σε πληθυσμό ενηλίκων με παχυσαρκία και διαβήτη τύπου 2, περιλαμβάνοντας και υποομάδα με συνεχή καταγραφή γλυκόζης.

Πρόκειται για τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη φάσης 3a, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 12 χώρες. Συμπεριλήφθηκαν ενήλικες με δείκτη μάζας σώματος ≥27 kg/m² και γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη μεταξύ 7% και 10%. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν σε αναλογία 3:1 να λάβουν εβδομαδιαία καγριλιντίδη–σεμαγλουτίδη (2,4 mg η καθεμία) ή εικονικό φάρμακο, σε συνδυασμό με παρέμβαση στον τρόπο ζωής, για συνολική διάρκεια 68 εβδομάδων. Κύρια καταληκτικά σημεία ορίστηκαν η ποσοστιαία μεταβολή του σωματικού βάρους και το ποσοστό ασθενών που πέτυχαν μείωση ≥5%. Δευτερεύοντα σημεία περιλάμβαναν γλυκαιμικούς δείκτες και αξιολογήσεις ασφάλειας.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 1206 ασθενείς (904 στην ομάδα παρέμβασης και 302 στην ομάδα ελέγχου). Στην εβδομάδα 68, η μέση μείωση βάρους στην ομάδα καγριλιντίδης–σεμαγλουτίδης ανήλθε σε −13,7% έναντι −3,4% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ασθενών στην ομάδα παρέμβασης πέτυχε απώλεια ≥5%, ≥10%, ≥15% και ≥20% σωματικού βάρους (P<0,001 για όλες τις συγκρίσεις). Επιπλέον, το 73,5% των ασθενών της ομάδας CagriSema πέτυχε επίπεδα HbA1c ≤6,5% έναντι 15,9% της ομάδας ελέγχου. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γαστρεντερικές, εμφανίστηκαν στο 72,5% έναντι 34,4% αντίστοιχα, και χαρακτηρίστηκαν ως ήπιες έως μέτριες και παροδικές.

Συμπερασματικά, η εβδομαδιαία συγχορήγηση καγριλιντίδης–σεμαγλουτίδης (2,4 mg έκαστη) οδήγησε σε σημαντική απώλεια σωματικού βάρους και βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, με αποδεκτό προφίλ ασφάλειας. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν τη θεραπευτική αξία του συνδυασμού στην αντιμετώπιση ενηλίκων με παχυσαρκία και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Συγχορήγηση Καγριλιντίδης – Σεμαγλουτίδης σε ενήλικες με παχυσαρκία

Επιμέλεια: Ελένη Μάνθου

 

W.T. Garvey, M. Blüher, C.K. Osorto Contreras, M.J. Davies, E. Winning Lehmann, K.H. Pietiläinen, D. Rubino, P. Sbraccia, T. Wadden, N. Zeuthen, J.P.H. Wilding

N Engl J Med 2025;393:635-47

DOI: 10.1056/NEJMoa2502081

Η σεμαγλουτίδη σε εβδομαδιαία δόση 2,4 mg έχει ήδη αποδειχτεί αποτελεσματική στη μείωση του σωματικού βάρους και στη βελτίωση των καρδιαγγειακών δεικτών, ενώ η καγριλιντίδη στην ίδια δοσολογία έχει δείξει ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε πρώιμες κλινικές δοκιμές. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του συνδυασμού των δύο φαρμάκων (CagriSema) στην απώλεια βάρους σε άτομα με υπερβάλλον σωματικό βάρος και συννοσηρότητες ή με παχυσαρκία δεν είχε μέχρι πρόσφατα διερευνηθεί συστηματικά.

Στο πλαίσιο μιας πολυκεντρικής, τυχαιοποιημένης, διπλά-τυφλής μελέτης φάσης 3a διάρκειας 68 εβδομάδων, εντάχθηκαν ενήλικες χωρίς σακχαρώδη διαβήτη που είχαν δείκτη μάζας σώματος ≥30 kg/m² ή ≥27 kg/m² με τουλάχιστον μία επιπλοκή σχετιζόμενη με την παχυσαρκία. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 21:3:3:7 ώστε να λάβουν 1 ένεση εβδομαδιαία με συνδυασμό καγριλιντίδης–σεμαγλουτίδης (2,4 mg έκαστη), μόνο σεμαγλουτίδη (2,4 mg), μόνο καγριλιντίδη (2,4 mg) ή εικονικό φάρμακο. Όλες οι ομάδες έλαβαν επιπρόσθετα παρέμβαση στον τρόπο ζωής. Συνεκτιμήθηκαν δύο κύρια καταληκτικά σημεία: η σχετική μεταβολή σωματικού βάρους και το ποσοστό ασθενών με μείωση ≥5% στην εβδομάδα 68, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ως δευτερεύοντα σημεία αξιολογήθηκαν απώλειες ≥20%, ≥25% και ≥30% σωματικού βάρους. Το προφίλ ασφαλείας καταγράφηκε συστηματικά.

Συνολικά 3417 άτομα τυχαιοποιήθηκαν: 2108 στον συνδυασμό καγριλιντίδης–σεμαγλουτίδης, 302 στη σεμαγλουτίδη, 302 στην καγριλιντίδη και 705 στο εικονικό φάρμακο. Η εκτιμώμενη μέση ποσοστιαία μείωση βάρους έως την εβδομάδα 68 ήταν −20,4% με τον συνδυασμό έναντι −3,0% με το εικονικό φάρμακο (P<0,001), ενώ υπολογίστηκε στο −14.9% στην ομάδα της σεμαγλουτίδης και στο −11,5% στην ομάδα της καγριλιντίδης. Οι συμμετέχοντες που έλαβαν CagriSema είχαν σημαντικά υψηλότερες πιθανότητες να πετύχουν στόχους απώλειας ≥5%, ≥20%, ≥25% και ≥30% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (P<0,001 για όλες τις συγκρίσεις). Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γαστρεντερικές, με συχνότητα 79,6% έναντι 39,9%, και περιλάμβαναν ναυτία, έμετο, διάρροια, δυσκοιλιότητα ή κοιλιακό άλγος· ήταν κυρίως ήπιες έως μέτριες και παροδικές.

Συμπερασματικά, η συγχορήγηση καγριλιντίδης–σεμαγλουτίδης (2,4 mg) σε ενήλικες με υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία οδήγησε σε κλινικά σημαντική και στατιστικά ανώτερη μείωση σωματικού βάρους συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, με αποδεκτό προφίλ ασφάλειας.

Ο συνδυασμός βασικής ινσουλίνης Icodec με υποδόρια σεμαγλουτίδη σε σύγκριση με βασική ινσουλίνη icodec: Αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής COMBINE 1

Επιμέλεια: Θωμάς Καραγιάννης

 

Το IcoSema είναι ένας συνδυασμός βασικής ινσουλίνης icodec και σεμαγλουτίδης (GLP-1 αγωνιστής) με άπαξ εβδομαδιαία χορήγηση, το οποίο βρίσκεται σε στάδιο ανάπτυξης. Η μελέτη COMBINE 1 συνέκρινε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του IcoSema έναντι της εβδομαδιαίας βασικής ινσουλίνης icodec, σε ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που δεν ελέγχονταν επαρκώς παρά τη λήψη ημερήσιας βασικής ινσουλίνης.

Η COMBINE 1 ήταν μια πολυεθνική, ανοιχτή (open label), τυχαιοποιημένη, μελέτη φάσης 3, διάρκειας 52 εβδομάδων, με σχεδιασμό «treat-to-target», η οποία διεξήχθη σε 192 κέντρα. Συμμετείχαν άτομα ≥18 ετών, με ΔΜΣ ≤40 kg/m² και διαβήτη τύπου 2 (HbA1c 7,0–10,0 %) που λάμβαναν καθημερινή βασική ινσουλίνη, με ή χωρίς υπογλυκαιμικά δισκία. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν τυχαία (1:1) στη λήψη IcoSema (700 U/mL + 2 mg/mL) ή icodec (700 U/mL), ως υποδόριες ενέσεις την ίδια ημέρα κάθε εβδομάδας, οποιαδήποτε ώρα. Κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή της HbA1c από την αρχική τιμή έως την εβδομάδα 52.

1291 συμμετέχοντες (μέση ηλικία 60,6 ± 10,3 έτη –  62 % άνδρες) τυχαιοποιήθηκαν σε IcoSema (n = 646) ή icodec (n = 645). Στην εβδομάδα 52, η μέση μεταβολή HbA1c ήταν −1,55% ± 0,03% με το IcoSema και −0,89% ± 0,03% με την icodec, οδηγώντας σε διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων ίση με −0,66 (95 % CI −0,76 έως −0,57). Η επίπτωση κλινικά σημαντικών ή σοβαρών υπογλυκαιμιών έως την εβδομάδα 57 ήταν χαμηλότερη με το IcoSema (0,14 επεισόδια/άτομο-έτος) έναντι της icodec (0,63), με ένα Rate Ratio ίσο με 0,22 (95 % CI 0,14 έως 0,36). Συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γαστρεντερικές διαταραχές στον βραχίονα IcoSema (47 % των συμμετεχόντων) και λοιμώξεις στον βραχίονα icodec (43 %). Σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια εμφάνισαν 59 (9 %) άτομα στον βραχίονα IcoSema και 69 (11 %) στον βραχίονα icodec. Δεν αναφέρθηκαν θάνατοι σχετιζόμενοι με τη θεραπεία.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Σε ενήλικες με ανεπαρκώς ρυθμιζόμενο διαβήτη τύπου 2 υπό ημερήσια βασική ινσουλίνη, η χορήγηση IcoSema άπαξ εβδομαδιαίως υπερτερεί της άπαξ εβδομαδιαίας χορήγησης icodec ως προς την ελάττωση της HbA1c και τη μείωση των κλινικά σημαντικών ή σοβαρών υπογλυκαιμιών. Το IcoSema θα μπορούσε να αποτελέσει επιλογή για εντατικοποίηση της ινσουλινοθεραπείας σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2.

 

Βιβλιογραφική πηγή: Mathieu C, Giorgino F, Kim SG, et al. Once-weekly IcoSema versus once-weekly insulin icodec in type 2 diabetes management (COMBINE 1): an open-label, multicentre, treat-to-target, randomised, phase 3a trial. Lancet Diabetes Endocrinol. 2025 Jul;13(7):568-579. doi: 10.1016/S2213-8587(25)00096-8. Epub 2025 Jun 4.

Επιπολασμός Καρδιαγγειακών και Νεφρικών Συννοσηροτήτων σε Ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας: Ευρήματα της Μελέτης RECARDIA

Επιμέλεια: Στέλλα Παπαχρήστου

 

Η μελέτη RECARDIA είναι επιδημιολογική, πολυκεντρική, μη παρεμβατική μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε 198 μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ) στην Ελλάδα, με σκοπό την καταγραφή της επικράτησης της αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου (ASCVD – Atherosclerotic Cardiovascular Disease), της καρδιακής ανεπάρκειας (HF – Heart Failure) και της χρόνιας νεφρικής νόσου (CKD – Chronic Kidney Disease) σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2).

Στη μελέτη συμμετείχαν συνολικά 2.000 εξωνοσοκομειακοί ασθενείς, προσφέροντας μια σαφή εικόνα του επιπολασμού των καρδιονεφρικών συννοσηροτήτων στον διαβητικό πληθυσμό της χώρας. Τα ευρήματα της μελέτης αναδεικνύουν τη σημαντική ανάγκη για πρώιμη διάγνωση και αντιμετώπιση των συννοσηροτήτων αυτών, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής πρόληψης και παρέμβασης.

Η συλλογή των δεδομένων έγινε αναδρομικά από ιατρικούς φακέλους ασθενών με διάγνωση ΣΔτ2, οι οποίοι προσήλθαν για τακτική παρακολούθηση μεταξύ Νοεμβρίου 2020 και Φεβρουαρίου 2022. Καταγράφηκαν επιδημιολογικά, δημογραφικά και κλινικά χαρακτηριστικά, με ιδιαίτερη έμφαση στην παρουσία των ASCVD, HF και CKD.

Ο επιπολασμός της αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου ανήλθε στο 20,4% (95% CI: 18,67%-22,25%), της καρδιακής ανεπάρκειας στο 8,03% (95% CI: 6,67%-9,63%) και της χρόνιας νεφρικής νόσου στο 49,55% (95% CI: 47,36%-51,74%).

Αναλύοντας τους παράγοντες κινδύνου, διαπιστώθηκε ότι η υπέρταση σχετιζόταν σημαντικά με την εμφάνιση και των τριών συννοσηροτήτων. Η δυσλιπιδαιμία εμφάνισε συσχέτιση με ASCVD και CKD, ενώ η παχυσαρκία σχετιζόταν περισσότερο με την καρδιακή ανεπάρκεια. Το κάπνισμα βρέθηκε να αυξάνει τον κίνδυνο για ASCVD, ενώ η ηλικία άνω των 65 ετών σχετιζόταν με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης ASCVD, HF και CKD. Επιπλέον, η μακρά διάρκεια του διαβήτη (≥10 έτη) συσχετίστηκε με αυξημένο επιπολασμό ASCVD και HF. Οι άνδρες ασθενείς παρουσίασαν υψηλότερη πιθανότητα εμφάνισης αθηροσκληρωτικής νόσου σε σύγκριση με τις γυναίκες.

Τα αποτελέσματα της μελέτης υπογραμμίζουν το σημαντικό φορτίο των καρδιονεφρικών συννοσηροτήτων στους ασθενείς με ΣΔτ2 στην Ελλάδα και καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ενσωμάτωσης της καρδιονεφροπροστασίας στη θεραπευτική στρατηγική. Η έγκαιρη ταυτοποίηση των παραγόντων κινδύνου και η εφαρμογή εξατομικευμένων θεραπευτικών παρεμβάσεων, με τη χρήση φαρμάκων όπως οι αναστολείς SGLT2 και οι αγωνιστές GLP-1, μπορεί να οδηγήσει σε βελτιωμένες κλινικές εκβάσεις.

Συμπερασματικά, η μελέτη RECARDIA παρέχει σημαντικά επιδημιολογικά δεδομένα που μπορούν να ενισχύσουν τη διαχείριση του ΣΔτ2 στην ελληνική πρωτοβάθμια φροντίδα. Η υψηλή συχνότητα εμφάνισης ASCVD και CKD ενισχύει την ανάγκη για πρώιμη παρέμβαση, εντατική παρακολούθηση και εφαρμογή σύγχρονων θεραπευτικών προσεγγίσεων για την πρόληψη των επιπλοκών σε αυτόν τον πληθυσμό υψηλού κινδύνου.

 

Papanas N, Tsimihodimos V, Katsiki N, Doupis J, Pagkalos E, Nikas N, Papakonstantopoulos N, Karpouzos G, Tentolouris N. Prevalence of cardiovascular and renal comorbidities among patients with type 2 diabetes routinely treated in the primary care setting in Greece: An epidemiological study (the RECARDIA study). J Diabetes Complications 2025;39(8):109087.

Η τιρζεπατίδη σε σύγκριση με τη σεμαγλουτίδη για τη θεραπεία της παχυσαρκίας: αποτελέσματα της μελέτης SURMOUNT-5

Επιμέλεια: Στέλλα Παπαχρήστου

 

Η τιρζεπατίδη και η σεμαγλουτίδη αποτελούν δύο από τις πλέον αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές για τη διαχείριση της παχυσαρκίας. Ωστόσο, η συγκριτική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της τιρζεπατίδης έναντι της σεμαγλουτίδης σε ενήλικες με παχυσαρκία χωρίς σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 παραμένει αδιευκρίνιστη.

Στη φάση 3b κλινική δοκιμή SURMOUNT-5, ενήλικες ασθενείς με παχυσαρκία αλλά χωρίς διαβήτη τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 για να λάβουν τη μέγιστη ανεκτή δόση τιρζεπατίδης (10 ή 15 mg) ή σεμαγλουτίδης (1,7 ή 2,4 mg) μέσω υποδόριας ένεσης μία φορά την εβδομάδα, επί 72 εβδομάδες. Το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν η ποσοστιαία μεταβολή του σωματικού βάρους από την έναρξη έως την 72η εβδομάδα. Δευτερεύοντα τελικά σημεία περιελάμβαναν τα ποσοστά συμμετεχόντων με απώλεια βάρους ≥10%, ≥15%, ≥20% και ≥25% καθώς και τη μεταβολή στην περιφέρεια μέσης.

Συνολικά, 751 συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν. Η μέση ποσοστιαία μείωση βάρους στη 72η εβδομάδα ήταν σημαντικά μεγαλύτερη στην ομάδα της τιρζεπατίδης (-20,2%, 95% CI: -21,4 έως -19,1) σε σύγκριση με την ομάδα της σεμαγλουτίδης (-13,7%, 95% CI: -14,9 έως -12,6), με στατιστικά σημαντική διαφορά (p<0,001). Παρόμοια, η μέση μείωση της περιφέρειας μέσης ήταν σημαντικά μεγαλύτερη με την τιρζεπατίδη (-18,4 cm, 95% CI: -19,6 έως -17,2) σε σχέση με τη σεμαγλουτίδη (-13,0 cm, 95% CI: -14,3 έως -11,7, p<0,001). Οι ασθενείς που έλαβαν τιρζεπατίδη εμφάνισαν μεγαλύτερες πιθανότητες επίτευξης σημαντικών ποσοστών απώλειας βάρους (≥10%, ≥15%, ≥20% και ≥25%). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες και στις δύο ομάδες ήταν γαστρεντερικές, με ήπια έως μέτρια ένταση, κυρίως κατά την περίοδο κλιμάκωσης της δόσης.

Συμπεράσματα: Η τιρζεπατίδη υπερέχει της σεμαγλουτίδης όσον αφορά τη μείωση του σωματικού βάρους και της περιφέρειας μέσης σε ενήλικες με παχυσαρκία χωρίς σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, προσφέροντας μία νέα, αποτελεσματική επιλογή για τη θεραπεία της παχυσαρκίας.

 

 

Aronne LJ, Horn DB, le Roux CW, Ho W, Falcon BL, Gomez Valderas E, Das S, Lee CJ, Glass LC, Senyucel C, Dunn JP; SURMOUNT-5 Trial Investigators. Tirzepatide as compared with semaglutide for the treatment of obesity. N Engl J Med 2025 May 11. doi: 10.1056/NEJMoa2416394. Epub ahead of print.

Κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και κίνδυνος διαβήτη: αποτελέσματα από μια πληθυσμιακή μελέτη

Επιμέλεια: Παξιμαδάς Χρήστος, Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc, ΓΝΑ ΝΙΜΤΣ


Shutong Du, Valerie K. Sullivan, Michael Fang, Lawrence J. Appel, Elizabeth Selvin, Casey M. Rebholz. Ultra-processed food consumption and risk of diabetes: results from a population-based prospective cohort. https://doi:10.1007/s00125-024-06221-5.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο διαβήτης είναι μια από τις κύριες αιτίες θανάτου και αναπηρίας παγκοσμίως και η διατροφική πρόσληψη αποτελεί έναν βασικό τροποποιήσιμο παράγοντα κινδύνου για τον διαβήτη. Οι εκτεταμένες παρεμβάσεις που επικεντρώνονται σε διατροφικούς παράγοντες που συμβάλλουν στον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη θα μπορούσαν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε επίπεδο πληθυσμού στο μέλλον. Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα είναι μια ομάδα τροφίμων που υφίστανται εκτεταμένη βιομηχανική επεξεργασία για να αποκτήσουν την τελική τους μορφή. Συνήθως είναι πλούσια ενεργειακά, εύκολα στην πέψη και απορρόφηση και συχνά περιέχουν υψηλά επίπεδα αλατιού, προστιθέμενης ζάχαρης, επεξεργασμένων υδατανθράκων και ανθυγιεινών λιπαρών [1]. Εκτός από αυτά τα συστατικά, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα περιέχουν επίσης τεχνητά πρόσθετα, όπως χρωστικές τροφίμων, γαλακτωματοποιητές και συντηρητικά [2]. Οι ανησυχίες για την πιθανή επίδραση στην υγεία των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων αυξάνονται, με την υψηλότερη κατανάλωση να σχετίζεται με μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων, όπως αύξηση βάρους, το μεταβολικό σύνδρομο και καρδιοαγγειακές παθήσεις, όπως αποδεικνύεται τόσο από μακροχρόνιες μελέτες όσο και από τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές [3-5]. Παρόλα αυτά, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα δεν περιλαμβάνονται στις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες[6]. Υπάρχει σαφής ανάγκη για περισσότερα στοιχεία ώστε να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ των επιδημιολογικών ευρημάτων και της εφαρμογής τους στην κλινική πράξη και τις στρατηγικές δημόσιας υγείας. Επιπλέον, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα καλύπτουν μια ευρεία γκάμα προϊόντων, καθιστώντας την πλήρη αποφυγή τους ανέφικτη. Η διαφοροποίηση συγκεκριμένων ομάδων τροφίμων εντός της κατηγορίας των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και η κατανόηση των ατομικών τους σχέσεων με τον διαβήτη μπορεί να βοηθήσει στη διαμόρφωση πιο στοχευμένων και αποτελεσματικών πολιτικών και στρατηγικών. Η έλλειψη στοιχείων για υποομάδες υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων απαιτεί περαιτέρω έρευνα. Οι περισσότερες από τις προηγούμενες μελέτες για τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και τον κίνδυνο διαβήτη έχουν πραγματοποιηθεί σε ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, οι οποίοι έχουν διαφορετικά επίπεδα κατανάλωσης και προτιμήσεις τροφίμων σε σχέση με τον πληθυσμό των ΗΠΑ [7–10]. Οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν εντός των ΗΠΑ είναι περιορισμένες σε αριθμό και επικεντρώνονται κυρίως σε πληθυσμούς λευκών με σχετικά υψηλά επίπεδα εισοδήματος και εκπαίδευσης [11]. Επιπλέον, λίγες μελέτες έχουν εξετάσει τη συσχέτιση μεταξύ των επιμέρους υποομάδων υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και του κινδύνου διαβήτη. Δεδομένου ότι τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα συμβάλλουν σε πάνω από το ήμισυ των συνολικών θερμίδων που καταναλώνονται στις ΗΠΑ [12], η κατανόηση της επίδρασης των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και των υποομάδων αυτών των τροφίμων στην ανάπτυξη του διαβήτη σε ένα πιο ποικιλόμορφο και γενικεύσιμο δείγμα του πληθυσμού των ΗΠΑ είναι απαραίτητη για την οικοδόμηση πιο αξιόπιστων στοιχείων που θα ενημερώσουν τις μελλοντικές πολιτικές. Εξαιτίας των κενών αυτών, εξετάστηκαν οι συσχετίσεις μεταξύ της κατανάλωσης υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και συγκεκριμένων ομάδων τροφίμων με τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη σε μια κοινοτική ομάδα ενηλίκων των ΗΠΑ.

 

ΣΚΟΠΟΣ

Η κατανόηση της επίδρασης του συνόλου των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων στον κίνδυνο διαβήτη μπορεί να δώσει πληροφορίες σχετικά με τις διατροφικές προσεγγίσεις για την πρόληψη του διαβήτη. Στη μελέτη αυτή, σκοπός ήταν να αξιολογηθεί η συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και του κινδύνου διαβήτη σε μια κοινοτική ομάδα μέσης ηλικίας ενηλίκων στις ΗΠΑ. Η υπόθεση των ερευνητών βασίστηκε στο ότι η υψηλότερη κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Η μελέτη περιλάμβανε 13.172 συμμετέχοντες χωρίς διαβήτη κατά την έναρξη της μελέτης (1987–1989) στη μελέτη που αφορούσε τον κίνδυνο εμφάνισης Αθηροσκλήρωσης (ARIC). Η διατροφική πρόσληψη εκτιμήθηκε με ένα ερωτηματολόγιο συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων 66 ειδών, και τα τρόφιμα κατηγοριοποιήθηκαν ανά επίπεδο επεξεργασίας χρησιμοποιώντας το σύστημα ταξινόμησης Nova. Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα κατηγοριοποιήθηκαν σε τεταρτημόρια με βάση την πρόσληψη τους. Χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος Cox για να αξιολογηθεί η συσχέτιση της πρόσληψης υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων με τον κίνδυνο διαβήτη, με βάση τα κοινωνικοδημογραφικά χαρακτηριστικά, τη συνολική ενεργειακή πρόσληψη, τις υγιεινοδιαιτητικές συνήθειες και διάφορους κλινικούς παράγοντες.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Κατά τη διάρκεια της μελέτης με μέσο χρόνο παρακολούθησης 21 ετών, καταγράφηκαν 4539 περιστατικά διαβήτη. Οι συμμετέχοντες στο υψηλότερο τεταρτημόριο της πρόσληψης υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων (8,4 μερίδες/ημέρα κατά μέσο όρο) είχαν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη (HR 1,13; 95% CI 1,03, 1,23) σε σύγκριση με τους συμμετέχοντες στο χαμηλότερο τεταρτημόριο της πρόσληψης, μετά την προσαρμογή για κοινωνικοδημογραφικούς, τρόπους ζωής και κλινικούς παράγοντες. Κάθε επιπλέον μερίδα υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων που καταναλώθηκε καθημερινά σχετίζεται με αύξηση κατά 2% στον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη (HR 1,02; 95% CI 1,00, 1,04). Η κατανάλωση στο υψηλότερο τεταρτημόριο ορισμένων ομάδων υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων, όπως τα ροφήματα με ζάχαρη και τεχνητά γλυκαντικά, τα υπερ-επεξεργασμένα κρέατα και τα γλυκίσματα, σχετίστηκε με αύξηση του κινδύνου διαβήτη κατά 29%, 21% και 16% αντίστοιχα, σε σύγκριση με το χαμηλότερο τεταρτημόριο.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Διαπιστώθηκε ότι η μεγαλύτερη κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, ιδιαίτερα με τα ροφήματα με ζάχαρη και τεχνητά γλυκαντικά, τα υπερ-επεξεργασμένα κρέατα και τα γλυκίσματα. Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι παρεμβάσεις που μειώνουν την κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και συγκεκριμένων ομάδων τροφίμων μπορεί να αποτελούν μια αποτελεσματική στρατηγική για την πρόληψη του διαβήτη.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Martini D, Godos J, Bonaccio M, et al. Ultra-processed foods and nutritional dietary profile: a meta-analysis of nationally representative samples. Nutrients 13(10):3390. 10.3390/nu13103390.
  2. Monteiro CA, Cannon G, Levy RB et al. (2019) Ultra-processed foods: what they are and how to identify them. Public Health Nutr 22(5):936–941. 10.1017/S1368980018003762.
  3. Hall KD, Ayuketah A, Brychta R et al. (2019). Ultra-processed diets cause excess calorie intake and weight gain: an inpatient randomized controlled trial of ad libitum food intake. Cell Metab 30(1):67-77.e3.10.1016/j.cmet.2019.05.008.
  4. Canhada SL, Vigo Á, Luft VC et al. (2023). Ultra-processed food consumption and increased risk of metabolic syndrome in adults: The ELSA-Brasil. Diabetes Care 46(2):369–376. 10.2337/dc22-1505.
  5. Du S, Kim H, Rebholz CM (2021). Higher Ultra-processed food consumption is associated with increased risk of incident coronary artery disease in the atherosclerosis risk in communities study. J Nutr 151(12):3746–3754. 10.1093/jn/nxab285.
  6. American Diabetes Association Professional Practice Committee (2024) 3. Prevention or delay of diabetes and associated comorbidities: Standards of care in diabetes-2024. Diabetes Care 47(Suppl 1):S43–S51. 10.2337/dc24-S003.
  7. Llavero-Valero M, Escalada-San Martín J, Martínez-González MA, et al (2021). Ultra-processed foods and type-2 diabetes risk in the SUN project: a prospective cohort study. Clin Nutr 40(5):2817–2824. 10.1016/j.clnu.2021.03.039.
  8. Srour B, Fezeu LK, Kesse-Guyot E et al. (2020). Ultraprocessed food consumption and risk of type 2 diabetes among participants of the NutriNet-Santé Prospective Cohort. JAMA Intern Med 180(2):283–291. 10.1001/jamainternmed.2019.5942.
  9. Levy RB, Rauber F, Chang K et al. (2021). Ultra-processed food consumption and type 2 diabetes incidence: a prospective cohort study. Clin Nutr 40(5):3608–3614. 10.1016/j.clnu.2020.12.018.
  10. Duan MJ, Vinke PC, Navis G, et al (2022). Ultra-processed food and incident type 2 diabetes: studying the underlying consumption patterns to unravel the health effects of this heterogeneous food category in the prospective Lifelines cohort. BMC Med 20(1):7. 10.1186/s12916-021-02200-4.
  11. Chen Z, Khandpur N, Desjardins C et al. (2023). Ultra-processed food consumption and risk of type 2 diabetes: three large prospective U.S. cohort studies. Diabetes Care 46(7):1335–1344. 10.2337/dc22-1993.
  12. Martínez Steele E, Baraldi LG, Louzada ML, et al (2016). Ultra-processed foods and added sugars in the US diet: evidence from a nationally representative cross-sectional study. BMJ Open 6(3):e009892. 10.1136/bmjopen-2015-009892.

Διαταραχές λειτουργικότητας πνευμόνων και κίνδυνος καρδιαγγειακών νοσημάτων και θνησιμότητας σε άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2: Προοπτική μελέτη κοόρτης.

Επιμέλεια: Α. Μερίτση


Lung Function Impairment and Risks of Incident Cardiovascular Diseases and Mortality Among People With Type 2 Diabetes: A Prospective Cohort Study.Chaolei Chen et al. Diabetes Care 2025;48(5):728-736

doi: 10.2337/dc24-2188

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 2 (ΣΔτ2) αποτελεί χρόνια μεταβολική διαταραχή με συνεχώς αυξανόμενη παγκόσμια επίπτωση (1). Η καρδιαγγειακή νόσος παραμένει η πρώτη αιτία θνητότητας και θνησιμότητας για τα άτομα με ΣΔτ2 (2). Ενώ επιπλοκές όπως η νεφροπάθεια, η αμφιβληστροειδοπάθεια και η νευροπάθεια είναι ευρέως αναγνωρισμένες, από την τρέχουσα βιβλιογραφία προκύπτει ότι ο πνεύμονας μπορεί επίσης να αποτελεί  όργανο-στόχο που επηρεάζεται από τον διαβήτη (3-4). Μηχανισμοί όπως η μικραγγειακή βλάβη, η χρόνια φλεγμονή και η γλυκοζυλίωση των πνευμονικών ιστών μπορούν να συμβάλλουν σε έκπτωση της πνευμονικής λειτουργικότητας αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης περιοριστικών και αποφρακτικών πνευμονοπαθειών στον συγκεκριμένο πληθυσμό (5). Τόσο η βεβιασμένη εκπνοή που εκφράζεται ως ο ταχέως εκπνεόμενος όγκος αέρα σε λίτρα σε ένα δευτερόλεπτο ( FEV1), όσο και η βεβιασμένη ζωτική χωρητικότητα  ( FVC) συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου και θνησιμότητας (6-9). Σκοπός της προοπτικής αυτής μελέτης κοόρτης ήταν να αναδείξει εάν η έκπτωση της πνευμονικής λειτουργικότητας αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα καρδιαγγειακής νόσου και θνησιμότητας σε άτομα με ΣΔτ2. Επίσης μελετήθηκε το κατά πόσο η ενσωμάτωση της πνευμονικής λειτουργικότητας στο μοντέλο αξιολόγησης καρδιαγγειακού κινδύνου για τον διαβητικό πληθυσμό SCORE-2, μπορεί να βελτιώσει περαιτέρω την αξιοπιστία του στην πρόβλεψη του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου.

 

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ:

Στη μελέτη αυτή πήραν μέρος 16242 άτομα με ΣΔτ2 από μία μεγάλη βάση δεδομένων του Ηνωμένου Βασιλείου (UK Biobank) από 22 κέντρα της Αγγλίας, Σκωτίας και Ουαλίας, κατά το χρονικό διάστημα 2006-2010. Ως διάστημα επανεκτίμησης των συμμετεχόντων ορίστηκε το διάστημα από την είσοδό τους στη μελέτη μέχρι την καταγραφή καρδιαγγειακού συμβάματος, θανάτου οποιασδήποτε αιτιολογίας ή η ημερομηνία ολοκλήρωσης της μελέτης 30/06/2023, αναλόγως ποιο συνέβη πρώτο. Έγινε καταγραφή της ηλικίας, του φύλου, της οικογενειακής κατάστασης, του μορφωτικού επιπέδου, του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ, της σωματικής δραστηριότητας, των διατροφικών συνηθειών, της διάρκειας του ύπνου, ιστορικού χρόνιας πνευμονοπάθειας, συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης, λιπιδαιμικού profile, HbA1c, CRP, eGFR, BMI, ηλικία διάγνωσης ΣΔτ2, ιστορικό υπέρτασης και φαρμακευτική αγωγή για ΣΔτ2, υπέρταση, δυσλιπιδαιμία και πνευμονοπάθειες. Για την πνευμονική λειτουργικότητα υπολογίστηκαν δεδομένης της ηλικίας, του φύλου, του ύψους και της εθνικότητας η προβλεπόμενη FEV1 (FEV1 %)  και FVC (FVC %) καθώς επίσης και τα κατώτερα φυσιολογικά τους όρια (Lower Limit of Normal-LLN). Οι συμμετέχοντες στη μελέτη χωρίστηκαν με βάση των δεικτών πνευμονικής λειτουργικότητας σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη εντάχθηκαν άτομα με διατηρημένη πνευμονική λειτουργικότητα που ορίστηκε ως FEV1/FVC ≥ LLN και FVC ≥ LLN, με ιστορικό αποφρακτικής πνευμονοπάθειας (OP)  που ορίστηκε ως FEV1/FVC < LLN και περιοριστικής πνευμονοπάθειας (RP) που ορίστηκε ως  FEV1/FVC ≥ LLN με FVC < LLN. Επίσης υπολογίστηκαν τα αντίστοιχα όρια σπιρομέτρησης διατηρημένης αναλογίας (Preserved Ratio Impaired Spirometry-PRISm, FEV1/FVC ≥ LLN and FEV1 < LLN) με βάση τα οποία οι συμμετέχοντες εντάχθηκαν στη δεύτερη κατηγορία. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ:

Η μέση ηλικία των ατόμων με ΣΔτ2 που πήραν μέρος στη μελέτη ήταν περί τα 61 έτη και το 40.1% ήταν γυναίκες. Το 76.6% είχαν διατηρημένη πνευμονική λειτουργικότητα, το 8.5% αποφρακτική πνευμονοπάθεια και το 14.9% πνευμονοπάθεια περιοριστικού τύπου.Οι συμμετέχοντες με διαταραχή της πνευμονικής λειτουργικότητας έτειναν να είναι άντρες ανύπαντροι, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, καπνιστές και παρουσίαζαν υψηλότερες τιμές CRP και ιστορικό υπνικής άπνοιας.  Κατά τη διάρκεια μιας μέσης παρακολούθησης περί τα 13.9 έτη, τεκμηριώθηκαν 2825 περιστατικά καρδιαγγειακής νόσου και 2811 θάνατοι. Τα ποσοστά επίπτωσης της καρδιαγγειακής νόσου συγκεκριμένα ήταν 120.85 (95% CI 115.52-126.35), 185.26 (95% CI 165.24-207.03) και 196.97 (95% CI 181.26-213.67)  για 10.000 ανθρωπο-έτη αντίστοιχα για άτομα με διατηρημένη πνευμονική λειτουργικότητα, αποφρακτική πνευμονοπάθεια και περιοριστικού τύπου πνευμονοπάθεια. Άτομα που παρουσίαζαν χαμηλότερες τιμές FEV1, FVC, FEV1/FVC ratio, FEV1% και FVC% παρουσίαζαν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου και θνησιμότητα από κάθε αιτία. Συγκεκριμένα κάθε τυπική απόκλιση των FEV1, FVC, FEV1/FVC ratio , FEV1% και FVC% σχετίζονταν με 26%, 30%, 5%, 18%, 21% αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου και 32%, 32%, 8%, 24%, 24% αύξηση της θνησιμότητας από κάθε αιτία. Σε σύγκριση με άτομα με διατηρημένη πνευμονική λειτουργικότητα  ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου και θνησιμότητας από οποιαδήποτε αιτία (HRs)  ήταν 1.19 (95% CI 1.05-1.35) και 1.41 (95% CI 1.24-1.58) για τα άτομα με αποφρακτικού τύπου πνευμονοπάθεια και 1.47 (95% CI 1.33-1.65) και 1.578 (95% CI 1.43-1.73) για άτομα με περιοριστικού τύπου πνευμονοπάθεια. Τέλος, η προσθήκη των FEV1, FVC, FEV1% και FVC% στο μοντέλο αξιολόγησης του καρδιαγγειακού κινδύνου για το διαβητικό πληθυσμό SCORE-2 βελτίωσε την αξιοπιστία του (C-Statistic από 0.672 σε 0.687, 0.687, 0.686 και 0.686 αντίστοιχα).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:

Η διαταραχή της πνευμονικής λειτουργικότητας σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου και θνησιμότητας από οποιαδήποτε αιτία στα άτομα με ΣΔτ2. Τέλος, η ενσωμάτωση των μετρήσεων της πνευμονικής λειτουργικότητας στο μοντέλο αξιολόγησης καρδιαγγειακού κινδύνου για τον διαβητικό πληθυσμό SCORE-2, μπορεί να βελτιώσει περαιτέρω την αξιοπιστία του στην πρόβλεψη του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  1. Sun H, Saeedi P, Karuranga S et al. IDF Diabetes Atlas: global, regional and country-level diabetes prevalence estimates for 2021 and projections for 2045. Diabetes Res Clin Pract 2022;183:109119
  2. American Diabetes Association. 10. Cardiovascular disease and risk management: Standards of Care in Diabetes-2024. Diabetes Care 2024;47(Suppl. 1):S179-S218
  3. Lecube A, Simo R, Pallayova M, et al. Pulmonary function and sleep breathing: two new targets for type 2 diabetes care. Endocr Rev 2017;38:550-573
  4. Diez-Manglano J, Asin Samper U. Pulmonary function tests in type 2 diabetes: a meta-analysis. ERJ Open Res 2021;7:00371-2020
  5. Kolahian S, Leiss V, Nurnberg B. Diabetic lung disease: fact or fiction? Rev Endocr Metab Disord 2019;20:303-319
  6. Collaro AJ, Chang AB, Marchant JM, et al. Associations between lung function and future cardiovascular morbidity and overall mortality in a predominantly First Nations population: a cohort study. Lancet Reg Health West Pac 2021;13:100188
  7. Sarycheva T, Capkova N, Pajak A, et al. Impaired lung function and mortality in Eastern Europe: results from multi-centre cohort study. Respir Res 2022;23:140
  8. Duong M, Islam S, Rangarajan S, et al; PURE Investigators. Mortality and cardiovascular and respiratory morbidity in individuals with impaired FEV1 (PURE): an international, community-based cohort study. Lancet Glob Health 2019;7:e613-e23
  9. Rydell A, Janson C, Lisspers K, et al. FEV1 and FVC as robust risk factors for cardiovascular disease and mortality: insights from a large population study. Respir Med 2024;227:107614