Οι τίτλοι αυτοαντισωμάτων σχετικών με το διαβήτη: η κλινική τους συνάφεια για τον διαβήτη τύπου LADA και την ταξινόμηση του διαβήτη.

The islet autoantibody titres: their clinical relevance in latent autoimmune diabetes in adults (LADA) and the classification of diabetes mellitus

A. W. van Deutekom, R. J. Heine and S. Simsek

Diabet Med 2008; 25: 117–125

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Ο διαβήτης τύπου LADA είναι μία μορφή αυτοανόσου διαβήτη, η οποία εξελίσσεται βραδέως και χαρακτηρίζεται από θετικότητα των σχετικών με το διαβήτη αντισωμάτων. Σύμφωνα με μια πρόσφατη υπόθεση ο διαβήτης τύπου LADA απαρτίζεται από ένα ετερογενή πληθυσμό πασχόντων, μέσα στον οποίο μπορεί να ταυτοποιηθούν διάφορες υποομάδες με βάση την κατάσταση της αυτοανοσίας. Έγινε μια συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, με σκοπό την εκτίμηση του κατά πόσον τα κλινικά χαρακτηριστικά των ασθενών με διαβήτη τύπου LADA συσχετίζονται με τον τίτλο και των αριθμό των σχετικών με το διαβήτη αντισωμάτων. Βρέθηκε ότι η ταυτόχρονη συνύπαρξη πολλαπλών αυτοαντισωμάτων και/ή οι υψηλοί τίτλοι των αντι-acid decarboxylase (GAD) αυτοαντισωμάτων — σε σύγκριση με την ύπαρξη ενός και σε χαμηλούς τίτλους αυτοαντισώματος — σχετιζόταν με: νεαρότερη ηλικία κατά τη διάγνωση της νόσου, χαμηλότερη τιμή C-πεπτιδίου νηστείας (δείκτη μειωμένης λειτουργικότητας των β-κυττάρων, μεγαλύτερη πιθανότητα μελλοντικής ανάγκης για ινσουλινοθεραπεία, την παρουσία άλλης αυτάνοσης διαταραχής, μικρό επιπολασμό των χαρακτηριστικών του μεταβολικού συνδρόμου (συμπεριλαμβανομένων του υψηλού δείκτη μάζας σώματος, της υπέρτασης και της δυσλιπιδαιμίας) και με υψηλό επιπολασμό γονοτύπων από αυτούς που θεωρείται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 1. Με βάση τα παραπάνω οι συγγραφείς προτείνουν μία ταξινόμηση του διαβήτη με λιγότερο διακριτά όρια, που να βασίζεται στο εύρημα ότι τα κλινικά χαρακτηριστικά κυμαίνονται από τον κλασικό διαβήτη τύπου 1 στον διαβήτη τύπου LADA και τέλος στον διαβήτη τύπου 2. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εστιαστούν στον καθορισμό τον βέλτιστων ορίων για τα anti-GAD για τη διαφορική διάγνωση μεταξύ των κλινικών υποτύπων του διαβήτη.

Σχόλιο του μεταφραστή: Στο τέλος του άρθρου οι συγγραφείς καταλήγουν με μία πρόταση ιδιαίτερης σημασίας. Οι υπότυποι διαβήτη θα πρέπει πρωτίστως να έχουν κλινική σημασία, γιατί για το ασθενή και το γιατρό είναι μικρότερης σημασίας να δοθεί ένα όνομα στον συγκεκριμένο τύπο διαβήτη από το να αντιμετωπίζεται η νόσος θεραπευτικά με επιτυχία.

Σχέση μεταξύ γλυκόζης νηστείας και αμφιβληστροειδοπάθειας για τη διάγνωση του διαβήτη: τρεις πληθυσμιακές συγχρονικές μελέτες.

Relation between fasting glucose and retinopathy for diagnosis of diabetes: three population-based cross-sectional studies

Tien Y Wong, Gerald Liew, Robyn J Tapp, Maria Inκs Schmidt, Jie Jin Wang, Paul Mitchell, Ronald Klein, Barbara E K Klein, Paul Zimmet,Jonathan Shaw

Lancet 2008; 371: 736–43

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι τα κριτήρια που έχουν θεσπίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία για τη διάγνωση του διαβήτη προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός γλυκαιμικού «ουδού» με υψηλή ευαισθησία για τη αναγνώριση της αμφιβληστροειδοπάαθειας. Παρ’ όλα αυτά η υπόθεση βασίζεται σε δεδομένα τριών παλαιότερων μελετών, οι οποίες είχαν σημαντικούς περιορισμούς όσον αφορά στη διάγνωση της αμφιβληστροειδοπάθειας. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν: α) η παροχή νέων δεδομένων για τη σχέση μεταξύ γλυκόζης πλάσματος νηστείας (Fasting plasma glucose FPG) και αμφιβληστροειδοπάθειας και β) η εκτίμηση της διαγνωστικής ακρίβειας των τρεχόντων ορίων για τις τιμές FPG όσον αφορά στην ικανότητά τους να identifying τον επιπολασμό και την επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας. Για το σκοπό αυτό οι συγγραφείς εξέτασαν τα δεδομένα από τρεις συγχρονικές μελέτες που αφορούσαν τρεις πληθυσμούς ενηλίκων: τα δεδομένα από τη μελέτη Blue Mountains Eye Study (BMES, n=3162), από τη μελέτη Australian Diabetes, Obesity and Lifestyle Study (AusDiab, n=2182) και από τη μελέτη Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis (MESA, n=6079). Οι δύο πρώτες μελέτες διεξήχθησαν στην Αυστραλία και η Τρίτη στις ΗΠΑ. Η αμφιβληστροειδοπάθεια διαγνώστηκε με βάση πολλαπλές φωτογραφίες βυθού για κάθε μάτι, οι οποίες βαθμολογήθηκαν με βάση το τροποποιημένο Airlie House Classification system. Οι συγκεντρώσεις γλυκόζης πλάσματος μετρήθηκαν από δείγματα φλεβικού αίματος νηστείας.
Αποτελέσματα: Ο συνολικός επιπολασμός αμφιβληστροειδοπάθειας ήταν 11•5% στη μελέτη BMES (95% CI 10•4–12•6%), 9•6% στην AusDiab (8•4–10•9), και 15•8% στη MESA (14•9–16•7). Παρ’ όλα αυτά δεν βρέθηκαν ενδείξεις ύπαρξης ενιαίου ορίου για τις τιμές γλυκόζης που να ανιχνεύει τον επιπολασμό και την επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας. Αντίθετα οι αναλύσεις ανέδειξαν μία συνεχή-γραμμική συσχέτιση.  Τα ευρύτατα χρησιμοποιούμενα όρια των >126 mg% είχαν ευαισθησία 40% (όρια 14•8–39•1) για την ανίχνευση της αμφιβληστροειδοπάθειας με ειδικότητα μεταξύ 80•8% και 95•8%. Η επιφάνεια υπό τις καμπύλες ROC για FPG και αμφιβληστροειδοπάθεια ήταν χαμηλή και κυμαινόταν από 0•56 έως 0•61.
Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα  ότι δεν βρέθηκαν ενδείξεις ύπαρξης ενός διακριτού και σταθερά επαναλαμβανομένου-εμφανιζόμενου ενιαίου ορίου για τις τιμές γλυκόζης που να ανιχνεύει τον επιπολασμό και την επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Το όριο των 126mg% που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση του διαβήτη δεν ξεχώριζε με ακρίβεια τα άτομα που εμφάνιζαν αμφιβληστροειδοπάθεια από αυτά που δεν εμφάνιζαν. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι τα κριτήρια για τη διάγνωση του διαβήτη μπορεί να χρειάζονται επανεκτίμηση.


Σχόλιο του μεταφραστή: Η μελέτη δεν προτείνει νέα, χαμηλότερα όρια για τη διάγνωση του διαβήτη. Παραθέτει απλώς ότι μια, ακριβέστερης της απλής φωτογράφησης του βυθού, διαγνωστική μέθοδος της αμφιβληστροειδοπάθειας ανέδειξε την επιπλοκή αυτή σε άτομα με τιμές γλυκόζης νηστείας μικρότερες των 126mg%. Το εύρημα αυτό χρειάζεται επιβεβαίωση και με άλλες μελέτες, καθώς και με μελέτες που να αφορούν και άλλες επιπλοκές του διαβήτη με έμφαση στις ειδικές του διαβήτη επιπλοκές (πχ διαβητική νεφροπάθεια).

Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας για μείωση της χοληστερόλης σε 18686 ασθενείς με διαβήτη σε 14 τυχαιοποιημένες μελέτες με στατίνες: μία μεταανάλυση.

Efficacy of cholesterol-lowering therapy in 18 686 people with diabetes in 14 randomised trials of statins: a meta-analysis

Cholesterol Treatment Trialists’ (CTT) Collaborators

Lancet 2008; 371: 117–25

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι παρότι η θεραπεία με στατίνες μειώνει τον κίνδυνο αγγειοαποφρακτικών συμβαμάτων σε ασθενείς με διαβήτη, υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τα αποτελέσματα της θεραπείας επί συγκεκριμένων συμβαμάτων και ως προς το κατά πόσον τα αποτελέσματα αυτά εξαρτώνται από τον τύπο του διαβήτη, τη λιπιδαιμική εικόνα και άλλους παράγοντες. Για το λόγο αυτό προέβησαν στη μεταανάλυση αυτή, με σκοπό να βοηθήσουν στη διαλεύκανση αυτών των σημείων. Ανέλυσαν τα δεδομένα από 18.686 ασθενείς με διαβήτη (1466 με τύπο 1 και 17.220 με τύπο 2) και 71.370 ατόμων χωρίς διαβήτη σε 14 τυχαιοποιημένες μελέτες θεραπείας με στατίνες. Αποκτήθηκαν σταθμισμένες εκτιμήσεις της επίδρασης επί των κλινικών συμβαμάτων για κάθε 1.0 mmol/L μείωση της LDL χοληστερόλης. Κατά τη διάρκεια μέσου χρόνου παρακολούθησης 4.3 ετών, συνέβησαν 3247 μείζονα αγγειακά συμβάματα στους ασθενείς με διαβήτη. Παρατηρήθηκε 9% αναλογική μείωση στη γενική θνησιμότητα ανά mmol/L μείωση της LDL χοληστερόλης στους ασθενείς με διαβήτη (rate ratio [RR] 0.91, 99% CI 0.82-1.01; p=0.02), η οποία ήταν παρόμοια με την κατά 13% μείωση στα άτομα χωρίς διαβήτη (0.87, 0.82-0.92; p<0.0001). Το εύρημα αυτό αντικατοπτρίζει μια σημαντική μείωση στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα (0.87, 0.76-1.00; p=0.008) και καμία επίδραση στην μη καρδιαγγειακή θνησιμότητα (0.97, 0.82-1.16; p=0.7) στους ασθενείς με διαβήτη. Παρατηρήθηκε μία σημαντική κατά 21% αναλογική μείωση μείζονα αγγειακά συμβάματα ανά mmol/L μείωση της LDL χοληστερόλης στους ασθενείς με διαβήτη (0.79, 0.72-0.86; p<0.0001), η οποία ήταν παρόμοια με το αποτέλεσμα που παρατηρήθηκε στα άτομα χωρίς διαβήτη (0.79, 0.76-0.82; p<0.0001). Στους ασθενείς με διαβήτη παρατηρήθηκαν μειώσεις στα οξέα εμφράγματα του μυοκαρδίου ή το θάνατο από στεφανιαίο σύμβαμα (0.78, 0.69-0.87; p<0.0001), στις επεμβάσεις επαναγγείωσης (0.75, 0.64-0.88; p<0.0001) και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (0.79, 0.67-0.93; p=0.0002). Στους ασθενείς με διαβήτη η επίδραση της θεραπείας με στατίνες ήταν παρόμοια, ανεξάρτητα από το εάν υπήρχε προηγούμενο ιστορικό αγγειακής νόσου και ανεξάρτητα από άλλα χαρακτηριστικά κατά την ένταξη στις μελέτες. Μετά από 5 χρόνια, 42 (95% CI 30-55) λιγότεροι ασθενείς με διαβήτη εμφάνισαν μείζονα αγγειακά συμβάματα ανά 1000 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με στατίνες. Κατά συνέπεια η ομάδα των συγγραφέων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης θεραπείας με στατίνες σε όλους τους στους ασθενείς με διαβήτη που έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά επεισόδια.

Από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη: ένα αξιόπιστο εργαλείο για την πρώιμη ανίχνευση διαταραχών του μεταβολισμού της γλυκόζης σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου στην κλινική πράξη.

Oral glucose tolerance test: a reliable tool for early detection of glucose abnormalities in patients with acute myocardial infarction in clinical practice: a report on repeated oral glucose tolerance tests from the GAMI study.

Wallander M, Malmberg K, Norhammar A, Rydén L, Tenerz A.

Diabetes Care 2008; 31:36-8.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης που δεν έχουν προηγουμένως ανιχνευτεί είναι συνήθεις σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΟΕΜ). Εκτιμήθηκε το κατά πόσον η πρώιμη κατάταξη των ασθενών με ΟΕΜ με βάση την από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη (OGTT) σε φυσιολογικούς, έχοντες IGT και έχοντες σακχαρώδη διαβήτη είναι αξιόπιστη μακροχρόνια (δηλαδή σε επανειλημμένες δοκιμασίες σε βάθος χρόνου). Εκατόν είκοσι δύο ασθενείς ταξινομήθηκαν με βάση την OGTT. Η ταξινόμηση έγινε τρεις φορές: πριν την έξοδο από το νοσοκομείο, σε 3 και 12 μήνες. Κατά την έξοδο, 34, 31, and 34% ταξινομήθηκαν ως έχοντες φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη, IGT ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 αντίστοιχα. Το 93% όλων των ασθενών που ταξινομήθηκαν ως έχοντες σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 κατά την έξοδο ταξινομήθηκαν πάλι στην κατηγορία του διαβήτη (ν = 27) ή της IGT (ν = 12) και μετά 12 μήνες. Η συμφωνία μεταξύ των OGTT κατά την έξοδο, στους 3 και στους 12 μήνες είχε τιμή kappa = 0.35, P < 0.001 και kappa = 0.43, P < 0.001, αντίστοιχα. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το αποτέλεσμα μίας OGTT που διενεργείται σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά την έξοδο από το νοσοκομείο μας πληροφορεί αξιόπιστα για την μακροχρόνια κατάσταση των ασθενών όσον αφορά στο μεταβολισμό της γλυκόζης.

Σημείωση μεταφραστή: Η σχέση του διαβήτη με το ΟΕΜ, αλλά και του ΟΕΜ με το διαβήτη είναι τεκμηριωμένη. Η μελέτη αυτή είναι η πολλοστή τα τελευταία χρόνια που δείχνει ότι παρότι το ΟΕΜ αφευαυτού προκαλεί υπεργλυκαιμία (άλλωστε η ανεύρεση υψηλής τιμής γλυκόζης αποτελούσε στο παρελθόν διαγνωστικό κριτήριο ΟΕΜ) πιθανώς να είναι σκόπιμη η πρώιμη ανίχνευση ύπαρξης διαταραχών του μεταβολισμού της γλυκόζης σε εμφραγματίες, με σκοπό ταχύτερη ολομέτωπη θεραπευτική τους αντιμετώπιση.

 

Η περιεκτικότητα του ήπατος σε λίπος είναι αυξημένη και υποεκτιμάται από τα επίπεδα της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης του ορού σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με ισοδύναμης παχυσαρκίας άτομα χωρίς διαβήτη.

Liver fat is increased in type 2 diabetic patients and underestimated by serum alanine aminotransferase compared with equally obese nondiabetic subjects.

Kotronen A, Juurinen L, Hakkarainen A, Westerbacka J, Cornér A, Bergholm R, Yki-Järvinen H.

Diabetes Care 2008; 31:165-9

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για μελέτη προερχόμενη από το Ελσίνκι, η οποία ως σκοπό έχει να διευκρινίσει το κατά πόσον οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ συγκριτικά με άτομα χωρίς διαβήτη, εξομοιωμένα ως προς ηλικία, φύλο και BMI καθώς επίσης και το κατά πόσο τα ηπατικά ένζυμα (αλανινική αμινοτρανσφεράση του ορού [S-ALT] και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση του ορού [S-AST]) σχετίζονται κατά όμοιο τρόπο με την περιεκτικότητα του ήπατος σε λίπος στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και στα φυσιολογικά άτομα. ΜΕΘΟΔΟΙ: Μελετήθηκαν 70 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και 70 άτομα χωρίς διαβήτη, εξομοιωμένα ως προς ηλικία, φύλο και BMI. Μετρήθηκαν η περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ ((1)H-μαγνητική φασματοσκοπία), η κατανομή λίπους στο σώμα (μαγνητικός συντονισμός) και βιοχημικές παράμετροι αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είχαν, κατά μέσο όρο, 80% περισσότερο λίπος στο ήπαρ και 16% περισσότερο ενδοκοιλιακό λίπος από ότι τα άτομα χωρίς διαβήτη. Η διαφορά στην περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ μεταξύ των δύο ομάδων παρέμενε στατιστικά σημαντική και μετά διόρθωση-εξομοίωση για ενδοκοιλιακό λίπος (P < 0.05). Για κάθε τιμή BMI ή περιμέτρου μέσης, οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είχαν μεγαλύτερη περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ από τα άτομα χωρίς διαβήτη. Η ινσουλίνη νηστείας (r = 0.55, P < 0.0001), η γλυκόζη νηστείας (r = 0.29, P = 0.0006), η A1C (r = 0.34, P < 0.0001), τα τριγλυκερίδια νηστείας (r = 0.36, P < 0.0001), και η HDL χοληστερόλη νηστείας (r = -0.31, P = 0.0002) συσχετίζονταν με την περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ κατά τον ίδιο τρόπο και στις δύο ομάδες. Η κλίση συσχέτισης μεταξύ S-ALT και περιεκτικότητας λίπους στο ήπαρ διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων (P = 0.004). Η περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ δεν διέφερε μεταξύ των ομάδων στις μικρές συγκεντρώσεις S-ALT (10-20 units/l) άλλα ήταν 70-200% μεγαλύτερη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς διαβήτη στις συγκεντρώσεις S-ALT μεταξύ 50-200 units/l. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν 80% περισσότερο λίπος στο ήπαρ από ότι άτομα χωρίς διαβήτη ίδιας ηλικίας, φύλου και βάρους. Η S-ALT υποεκτιμά την περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Σημείωση μεταφραστή: Η σχέση του διαβήτη με τη μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος είναι πια ευρέως γνωστή. Η κατάσταση αυτή είναι πολύ συχνή και δεν είναι τόσο αθώα. Όταν υπάρξει φλεγμονή στο ηπατοκύτταρο, οπότε πρόκειται πλέον περί στεατοηπατίτιτδας, μπορεί η ηπατική νόσος να εξελιχθεί μέχρι τελικού σταδίου ηπατικής κιρρώσεως και ανάπτυξη απ’ αυτής ηπατοκυτταρικού καρκίνου. Θα ήταν λοιπόν πιθανώς σκόπιμο να αναζητούμε τη λίπωση στο ήπαρ και να παρακολουθούμε τα επίπεδα των αμινοτρανσφερασών (έστω και αν, με βάση το άρθρο, υποεκτιμούν την περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ) διότι αντικατοπτρίζουν τη φλεγμονή και υποδεικνύουν τα άτομα στα οποία η επιτήρηση πρέπει να είναι στενότερη για πρώιμη διάγνωση ηπατικής νόσου.

Ασπαρτάμη: Εκτίμηση της ασφάλειάς της με βάση τη χρήση της, τους κανονισμούς καθώς και με βάση τοξικολογικές και επιδημιολογικές μελέτες.

Magnuson BA, Burdock GA, Doull J, Kroes RM, Marsh GM, Pariza MW, Spencer PS, Waddell WJ, Walker R, Williams GM.

Crit Rev Toxicol 37:629-727, 2007

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης των ανωτέρω κειμένων: Αναστασία Θανοπούλου

Η ασπαρτάμη είναι ένας μεθυλ-εστέρας ενός διπεπτιδίου που χρησιμοποιείται σαν συνθετικό, μη θρεπτικό γλυκαντικό σε περισσότερες από 90 χώρες σε όλο τον κόσμο, σε περισσότερα από 6000 προϊόντα. Ο σκοπός της μελέτης που παρουσιάζεται είναι η ανασκόπηση της επιστημονικής βιβλιογραφίας που αφορά την απορρόφηση, το μεταβολισμό, τη συχνότητα χρήσης της ουσίας παγκοσμίως, την τοξικολογία, και τις πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες που αφορούν την ασπαρτάμη. Τα επίπεδα της τρέχουσας χρήσης της ασπαρτάμης, ακόμα και στις ομάδες των ατόμων που τη χρησιμοποιούν πολύ, παραμένουν σημαντικά μικρότερα από το όρια αποδεκτής ημερήσιας πρόσληψης που έχουν θεσπιστεί από την Αμερικανική Food and Drug Administration και την European Food Safety Authority και τα οποία είναι 50 και 40 mg/kg ΒΣ/ημέρα, αντίστοιχα. Κατανάλωση μεγάλων δόσεων ασπαρτάμης υπό τη μορφή της μεμονωμένης bolus δόσης μπορεί να επηρεάσουν κάποιες βιοχημικές παραμέτρους συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων αμινοξέων στο πλάσμα και των επιπέδων των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο. Η αύξηση των επιπέδων φαινυλαλανίνης και ασπαρτικού οξέος στο πλάσμα μετά τη χορήγηση ασπαρτάμης σε δόσεις μικρότερες ή ίσες των 50 mg/kg σωματικού βάρους δεν ξεπερνά τα επίπεδα που παρατηρούνται μεταγευματικά. Όλες οι μελέτες οξείας, υποξείας και χρόνιας τοξικότητας της ασπαρτάμης, και των προϊόντων αποδομής της, που διεξείχθησαν σε τρωκτικά και σκύλους δεν ανέδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της ασπαρτάμης σε δόσεις τουλάχιστον 4000 mg/kg σωματικού βάρους/ημέρα. Κριτική ανασκόπηση όλων των μελετών ογκογονικότητας που διεξείχθησαν για την ασπαρτάμη δεν ανέδειξε στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ του ότι η ασπαρτάμη είναι καρκινογόνος. Τα δεδομένα της εκτεταμένης έρευνας επί της πιθανότητας να έχει νευροτοξικότητα η ασπαρτάμη γενικώς, δεν υποστηρίζουν την υπόθεση ότι η ασπαρτάμη στην αθρώπινη διατροφή μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του νευρικού συστήματος, την ικανότητα μάθησης και τη συμπεριφορά. Επιδημιολογικές μελέτες για την ασπαρτάμη περιλαμβάνουν μελέτες ασθενών-μαρτύρων και μία καλά σχεδιασμένη προοπτική επιδημιολογική μελέτη μεγάλου αριθμού ατόμων, στην οποία μετρήθηκε η κατανάλωση ασπαρτάμης. Οι μελέτες δεν παρέχουν ενδείξεις που να υποστηρίζουν συσχέτιση μεταξύ ασπαρτάμης και εμφάνισης καρκίνου σε οποιονδήποτε ιστό. Άρα υπάρχουσες μελέτες υποστηρίζουν ότι η ασπαρτάμη είναι ασφαλής στα τρέχοντα επίπεδα χρήσης ως μη θερμιδογόνο γλυκαντικό.

Σχόλιο μεταφραστή: Πρόκειται για άρθρο προερχόμενο από τις ΗΠΑ, που ασχολείται με την ασφάλεια χρήσης της ασπαρτάμης, η οποία χρησιμοποιείται ως γλυκαντική ουσία από άτομα με διαβήτη, αλλά και από όσα άτομα αποφεύγουν τη ζάχαρη. Κατά καιρούς ανακύπτουν θέματα ασφάλειας της ουσίας αυτής, κυρίως στον μη ιατρικό τύπο, τα οποία προβληματίζουν τα άτομα που χρησιμοποιούν ασπαρτάμη. Είναι βέβαιο ότι ο ιατρικός κόσμος είναι από μακρού πεπεισμένος περί της ασφάλειας της λελογισμένης χρήσης της ουσίας αυτής, αλλά το άρθρο αυτό πιθανώς να ενισχύσει την επιχειρηματολογία των συναδέλφων, στην περίπτωση που τους ζητηθούν από τους ασθενείς ή τους μη ασθενείς πειστικές απαντήσεις περί ασπατάμης.

Η διαταραγμένη αιματική ροή που παρατηρείται στο λιπώδη ιστό μεταγευματικά μπορεί να είναι πρώιμος δείκτης αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

George Dimitriadis, Vaia Lambadiari, Panayota Mitrou, Eirini Maratou, Eleni Boutati, Demosthenes B. Panagiotakos, Theofanis Economopoulos and Sotirios A. Raptis

Diabetes Care 30: 3128-3130, 2007

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης των ανωτέρω κειμένων: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για πολύ πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα μελέτη προερχόμενη από το Αττικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο, το ΕΚΕΔΙ και το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, η οποία είχε ως σκοπό τη διερεύνηση των μεταβολών της αιματικής ροής στον υποδόριο λιπώδη ιστό (ATBF) μετά το γεύμα σε ασθενείς με διάφορα στάδια διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Μελετήθηκαν 5 ομάδες ατόμων: υγιείς μάρτυρες, συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με ΣΔΤ2, άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη (IGT), άτομα με ΣΔΤ2 και μεταγευματική υπεργλυκαιμία αλλά έχοντα φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης νηστείας (diabetes group A [DMA]) και άτομα με ΣΔΤ2 που παρουσίαζαν τόσο μεταγευματική υπεργλυκαιμία όσο και υπεργλυκαιμία νηστείας (diabetes group B [DMB]). Η ATBF μετρήθηκε με τη χρήση 133Xe. Αποτελέσματα:  Η ATBF ήταν υψηλότερη στους υγιείς μάρτυρες (1,507 ± 103 ml/100 cm3 ιστού x min) σε σύγκριση με τους συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με ΣΔΤ2, τα άτομα με IGT, τα άτομα με DMA και τα άτομα με DMB (845 ± 123, 679 ± 69, 765 ± 60, and 757 ± 69 ml/100 cm3 ιστού x min, αντίστοιχα; P < 0.001). Ο δείκτης ευαισθησίας στην ινσουλίνη, Insulin sensitivity index (ISI) στους υγιείς μάρτυρες (82 ± 3 mg x l2/mmol x mU x min) ήταν υψηλότερος σε σύγκριση με αυτόν των συγγενών πρώτου βαθμού ατόμων με ΣΔΤ2, των ατόμων με IGT, των ατόμων με DMA και των ατόμων με DMB (60 ± 3, 45 ± 1, 40 ± 6, and 29 ± 4 mg x l2/mmol x mU x min, αντίστοιχα; P < 0.0001). Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μετά το γεύμα, η διεγειρόμενη από την ινσουλίνη ATBF ήταν μειωμένη τους συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με ΣΔΤ2, τα άτομα με IGT και τα άτομα με ΣΔΤ2. Η διαταραχή αυτή θα μπορούσε να είναι να είναι πρώιμος δείκτης αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης που προηγείται της ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2.
 

 

Μεσογειακού τύπου διατροφή και πρόβλεψη της γενικής θνησιμότητας σε πληθυσμό των ΗΠΑ. Αποτελέσματα από την Μελέτη Διατροφής και Υγείας του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των ΗΠΑ.

Panagiota N. Mitrou, Victor Kipnis, Anne C. M. Thiébaut, Jill Reedy, Amy F. Subar, Elisabet Wirfält, Andrew Flood, Traci Mouw, Albert R. Hollenbeck, Michael F. Leitzmann, Arthur Schatzkin

Arch Intern Med 167:2461-2468, 2007

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης των ανωτέρω κειμένων: Αναστασία Θανοπούλου

Η Μεσογειακή δίαιτα θεωρείται ότι παίζει σημαντικά ευνοϊκό ρόλο για την υγεία και τη μακροζωία. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει προοπτική μελέτη στις ΗΠΑ που να έχει μελετήσει τη σχέση της Μεσογειακού τύπου διατροφής με τη θνησιμότητα. Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 214.284 άνδρες και 166.012 γυναίκες, που εξετάστηκαν στα πλαίσια της National Institutes of Health (NIH)-AARP (formerly known as the American Association of Retired Persons) Diet and Health Study στις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης για καταγραφή της γενικής θνησιμότητας (1995-2005), καταγράφηκαν 27.799 θάνατοι. Τα 5 πρώτα χρόνια της παρακολούθησης, σημειώθηκαν 5.985 θάνατοι από καρκίνο και 3.451 θάνατοι από καρδιαγγειακή νόσο (CVD). Χρησιμοποιήθηκε ένα σύστημα βαθμολόγησης 9 σημείων για την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τη Μεσογειακού τύπου διατροφή (στα συστατικά της διατροφής, που εκτιμήθηκαν ως σημεία βαθμολόγησης, περιλαμβάνονταν τα λαχανικά, τα όσπρια, τα φρούτα, οι ξηροί καρποί, τα προϊόντα ολικής άλεσης, το ψάρι, ο λόγος μονοακόρεστου προς κεκορεσμένο λίπος, το αλκοόλ, και το κρέας). Υπολογίστηκε κίνδυνος θνησιμότητας (HRs με τα 95% διαστήματα εμπιστοσύνης, CIs) με τη χρήση μοντέλων κατά Cox, μετά εξομοίωση για ηλικία ή και για πολλαπλές μεταβλητές. Αποτελέσματα: Η Μεσογειακή δίαιτα σχετιζόταν με μειωμένη γενική και ειδική κατά αιτία θνησιμότητα. Στους άνδρες, μετά από εξομοίωση για πολλαπλές μεταβλητές, ο κίνδυνος της ομάδας των ατόμων που είχαν υψηλή συμμόρφωση προς τον Μεσογειακό τύπο διατροφής σε σύγκριση με τα άτομα που είχαν χαμηλή συμμόρφωση ήταν όσον αφορά τη γενική θνησιμότητα 0.79 (95% CI, 0.76-0.83), τη θνησιμότητα από CVD 0.78 (95% CI, 0.69-0.87), και τη θνησιμότητα από καρκίνο 0.83 (95% CI, 0.76-0.91). Στις γυναίκες παρατηρήθηκε αρνητική συσχέτιση μεταξύ υψηλής συμμόρφωσης θνησιμότητας: μειωμένοι κίνδυνοι που κυμαίνονταν από 12% για θνησιμότητα από καρκίνο έως 20% για τη γενική θνησιμότητα (P = .04 και P < .001, αντίστοιχα, για την τάση). Όταν η ανάλυση περιορίστηκε στα άτομα που δεν κάπνισαν ποτέ, οι συσχετίσεις παρέμειναν αμετάβλητες. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ισχυρά τεκμήρια για τις ευνοϊκές επιδράσεις που έχει η υψηλή συμμόρφωση προς την Μεσογειακού τύπου διατροφή στη γενική θνησιμότητα, τη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα και από καρκίνο στον πληθυσμό των ΗΠΑ.

Σχόλιο μεταφραστή: Μελέτη που αποδεικνύει την αξία της πατρογονικής μας διατροφής, αυτής καθαυτής, και όχι του Ελληνικού τρόπου ζωής γενικά ή των περιβαλλοντικών συνθηκών της χώρας μας, με πρώτη συγγραφέα Ελληνίδα συνάδελφο. Η μελέτη αυτή αποτελεί άλλο ένα τεκμήριο που δείχνει πόσο επιβεβλημένο είναι να επιστρέψουμε τις υγιεινές διατροφικές συνήθειες του παρελθόντος.

Οι HLA γονότυποι που συνδυάζονται με μικρό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 1 σχετίζονται με μικρότερη καταστροφή των παγκρεατικών β-κυττάρων 12 μήνες μετά τη διάγνωση του διαβήτη τύπου 1.

Low-risk HLA genotype in Type 1 diabetes is associated with less destruction of pancreatic B-cells 12 months after diagnosis

Spoletini M, Petrone A, Zampetti S, Capizzi M, Zavarella S, Osborn J, Foffi C, Tuccinardi D, Pozzilli P, Buzzetti R.

Diabetic Medicine 24: 1487-1490, 2007
 
Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης των ανωτέρω κειμένων: Αναστασία Θανοπούλου

Ο ρόλος των HLA αντιγόνων στην προδιάθεση ανάπτυξης διαβήτη τύπου 1 (T1DM) είναι πολύ γνωστός. Παρόλα αυτά, δεν γνωρίζουμε κατά πόσον ο βαθμός της καταστροφής των β-κυττάρων εξαρτάται από τον διαφορετικό κίνδυνο-προδιάθεση που σχετίζεται με τα διάφορα HLA αντιγόνα. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αναλύσει την επίδραση των γονιδίων DRB1* and DQB1* επί του ρυθμού της καταστροφής των παγκρεατικών β-κυττάρων, σε μία προοπτικά μελετημένη σειρά 120 διαδοχικά εμφανιζόμενων νεοδιαγνωσμένων ασθενών με T1DM στους πρώτους 12 μήνες μετά τη διάγνωση. Οι ασθενείς τυποποιήθηκαν για τους επίτοπους HLA-DRB1* και DQB1*. Προσδιορίστηκαν το C-πεπτίδιο, οι ανάγκες σε ινσουλίνη και η HbA1c κατά τη διάγνωση και κάθε 3 μήνες επί 12 μήνες. Αναλύθηκε η διακύμανση των επιπέδων του C-πεπτιδίου ως τεκμήριο της απώλειας β-κυττάρων κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Αποτελέσματα: Τα επίπεδα νηστείας του C-πεπτιδίου στους ασθενείς με T1DM με μικρό, βάσει των HLA, γενετικό κίνδυνο για εμφάνιση της νόσου (δηλαδή στους ασθενείς που παρότι είχαν, βάσει των HLA, μικρό κίνδυνο εμφάνισης T1DM, εμφάνισαν τη νόσο) ήταν σημαντικά υψηλότερα συγκριτικά με αυτά των ασθενών με μέτριο ή υψηλό, βάσει των HLA, γενετικό κίνδυνο. Αυτό παρατηρείτο από την διάγνωση μέχρι και την ολοκλήρωση της παρακολούθησης των 12 μηνών (P = 0,007 και P = 0,0002, αντίστοιχα). Παρόλα αυτά, οι μεταβολές των επιπέδων του C-πεπτιδίου κατά τη διάρκεια της περιόδου των 12 μηνών δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των ασθενών με T1DM με διαφορετικό βάσει των HLA, γενετικό κίνδυνο. Ο χαμηλού κινδύνου HLA γονότυπος στον T1DM σχετιζόταν με μικρότερη καταστροφή των παγκρεατικών β-κυττάρων μέχρι 12 μήνες μετά τη διάγνωση. Τα αποτελέσματα αυτά μπορεί να είναι χρήσιμα όταν σχεδιάζονται μελέτες για θεραπείες που σκοπό έχουν την πρόληψη της έκπτωσης των β-κυττάρων σε νεοδιαγνωσμένο T1DM.

Σχόλιο μεταφραστή: Φαίνεται ότι ο χαμηλού κινδύνου HLA γονότυπος ασκεί «ευνοϊκή επίδραση» ακόμα και αν εμφανιστεί ο ΣΔΤ1.

Η φαινοφιμπράτη μειώνει την ανάγκη για θεραπευτική αντιμετώπιση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας με Laser.

Fenofibrate Reduces Need for Laser Treatment for Diabetic Retinopathy 

Lancet 2007;  Nov 5; [Epub ahead of print]

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Ασθενείς με διαβήτη που λαμβάνουν φαινοφιμπράτη είναι λιγότερο πιθανό να χρειαστούν αγωγή με laser για αμφιβληστροειδοπάθεια, αλλά ο μηχανισμός δράσης του φαρμάκου παραμένει ασαφής. Περίπου 10.000 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν χρειάζονταν υπολιπιδαιμική αγωγή τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν καθημερινά φαινοφιμπράτη ή εικονικό φάρμακο. Μετά από μέση διάρκεια παρακολούθησης περίπου 5 ετών, σημαντικά λιγότερα άτομα από την ομάδα της φαινοφιμπράτης σε σύγκριση με τα άτομα της ομάδας του εικονικού φαρμάκου υπεβλήθησαν σε θεραπεία με laser για αμφιβληστροειδοπάθεια (3.4% έναντι 4.9%). Η διαφορά μεταξύ των ομάδων φάνηκε μέσα στους πρώτους 8 μήνες από την έναρξη της αγωγής. Σε υπομελέτη των ασθενών που υποβλήθηκαν σε συνεχείς φωτογραφίσεις βυθού, η φαινοφιμπράτη φάνηκε να προστατεύει από την πρόοδο της αμφιβληστροειδοπάθειας μόνο τα άτομα που είχαν την επιπλοκή κατά την ένταξη στη μελέτη. Δε διαπιστώθηκε συσχέτιση μεταξύ επιπέδου λιπιδίων πλάσματος και αμφιβληστροειδοπάθειας. Οι συγγραφείς κάνουν την υπόθεση ότι μάλλον η φαινοφιμπράτη μπορεί να έχει «αντιαποπτωτικές, αντιφλεγμονώδεις και αντιοξειδωτικές δράσεις και ότι μπορεί επίσης να βελτιώνει την αγγειακή υπεραντιδραστικότητα και έτσι να καθυστερήσει την πρόοδο της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας και την ανάγκη για θεραπεία με laser».