Ο χρόνος εντός στόχου με βάση τη συνεχή καταγραφή της γλυκόζης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, που λαμβάνουν βασική ινσουλίνη glargine 300 units/ml έναντι ινσουλίνης Degludec 100 units/ml. Η τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη INRANGE

Tadej Battelino MD, Thomas Danne MD, Steve V. Edelman MD,

Pratik Choudhary MD, Eric Renard MD, Jukka Westerbacka MD,

Bhaswati Mukherjee MD,Valerie Pilorget MD, Mathieu Coudert MSc,

Richard M. Bergenstal MD

Diabetes Obes Metab. 2022;1–11

 

ΣΚΟΠΟΣ: H χρήση του χρόνου εντός εύρους στόχου (time-in-range, TIR) με βάση τη συνεχή καταγραφή της γλυκόζης ως πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας, προκειμένου να συγκριθούν τα ανάλογα βασικής ινσουλίνης δεύτερης γενιάς insulin Glargine 300 U/ml (Gla-300) και insulin Degludec 100 U/ml (IDeg-100) σε ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1(ΣΔ1).

ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ: H μελέτη INRANGE ήταν μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, ανοιχτή, παράλληλων ομάδων μελέτη διάρκειας 12 εβδομάδων, στην οποία συγκρίθηκε ο χρόνος εντός εύρους στόχου (TIR) και η γλυκαιμική μεταβλητότητα σε ασθενείς με ΣΔ1, που ελάμβαναν  βασική ινσουλίνη Gla-300 έναντι της ινσουλίνης IDeg-100 και έκαναν χρήση τυφλού συστήματος συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης για 20 ημέρες. Στη μελέτη εντάχθηκαν ασθενείς με ΣΔ1, που αντιμετωπίζονταν με σχήμα πολλαπλών ενέσεων, ελάμβαναν ανάλογα βασικής ινσουλίνης μία φορά ημερησίως και ινσουλίνη ταχείας διάρκειας δράσης για τουλάχιστον ένα έτος και είχαν HbA1c στο screening 7%-10%.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Συνολικά, τυχαιοποίηθηκαν 343 συμμετέχοντες.172 έλαβαν Gla-300 και 171 IDeg-100. H μη-κατωτερότητα της Gla-300 έναντι της IDeg-100 διαπιστώθηκε για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο (%ΤΙR 70-180): μέσος όρος ελαχίστων τετραγώνων (95% διάστημα εμπιστοσύνης) 52,74% (51,06%, 54,42%) για την ινσουλίνη Gla-300 και 55,09% (53,34%, 56,84%) για την ινσουλίνη  IDeg-100. Μέση διαφορά ελαχίστων τετραγώνων (μη-κατωτερότητα) 3,16% (0,88%, 5,44%) (μη-κατωτερότητα P= 0,0067). Η μη-κατωτερότητα της ινσουλίνης Gla-300 έναντι της ινσουλίνης IDeg-100 διαπιστώθηκε και για τον συντελεστή διακύμανσης (coefficient of variation δευτερεύον καταληκτικό σημείο): μέσος όρος ελαχίστων τετραγώνων 39,91% (39,20%, 40,61%) και 41,22% (40,49%, 41,95%), αντιστοίχως. Μέση διαφορά ελαχίστων τετραγώνων (μη-κατωτερότητα) -5,44% (-6,50%, -4,38%) (μη-κατωτερότητα P < 0,0001). Δε διαπιστώθηκε ανωτερότητα της ινσουλίνης Gla-300 έναντι της ινσουλίης IDeg-100 για το χρόνο εντός εύρους στόχου (TIR). Oι υπογλυκαιμίες είτε από μέτρηση στο τριχοειδικό αίμα είτε από τις μετρήσεις του αισθητήρα ήταν παρόμοιες μεταξύ των δύο ομάδων. Όσον αφορά την ασφάλεια, δε διαπιστώθηκαν απροσδόκητα ευρήματα.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Στη μελέτη INRANGE η χρήση κλινικά σχετικών μετρήσεων από σύστημα συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης έδειξε ότι η ινσουλίνη Gla-300 είναι μη-κατώτερη της ινσουλίνης IDeg-100 σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, με συγκρίσιμες υπογλυκαιμίες και προφίλ ασφάλειας.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Η εμπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο

EMPA-KIDNEY Collaborative Group, Herrington WG, Staplin N, et al. Empagliflozin in Patients with Chronic Kidney Disease [published online ahead of print, 2022 Nov 4]. N Engl J Med. 2022;10.1056/NEJMoa2204233. doi:10.1056/NEJMoa2204233

 

Οι δράσεις της εμπαγλιφλοζίνης  σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο οι οποίοι είναι σε κίνδυνο επιδείνωσης της νόσου δεν έχουν επαρκώς κατανοηθεί. Η μελέτη EMPA-KIDNEY σχεδιάστηκε για να αξιολογήσει τις δράσεις της θεραπείας με εμπαγλιφλοζίνη σε ένα μεγάλο εύρος τέτοιων ασθενών.

Μέθοδοι: Στρατολογήθηκαν ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο οι οποίοι είχαν ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR)  τουλάχιστον 20 αλλά λιγότερο από 45 ml/min/1.73m2 , ή οι οποίοι είχαν eGFR τουλάχιστον 45 αλλά λιγότερο από 90 ml/min/1.73m2 με λόγο αλβουμίνης/κρεατινίνης μιας ούρησης  τουλάχιστον 200 mg/g. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν εμπαγλιφλοζίνη (10 mg άπαξ ημερησίως) ή εικονικό φάρμακο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν το σύνθετο προόδου της νεφρικής νόσου (οριζόμενη ως τελικού σταδίου νεφρική νόσος, εμμένουσα μείωση του eGFR <10 ml/min/1.73m2, εμμένουσα μείωση του eGFR ≥40% συγκριτικά με το baseline, ή θάνατος από νεφρικά αίτια), ή ο θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια.

Αποτελέσματα: Συνολικά 6609 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν. Κατά τη διάρκεια μια διάμεσης περιόδου παρακολούθησης 2 ετών, επιδείνωση της νεφρικής νόσου ή θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια παρατηρήθηκαν σε 432 από τους 3304 ασθενείς (13.1%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και σε 558 από τους 3305 ασθενείς  (16.9%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0.72; 95% confidence interval [CI], 0.64 to 0.82; P<0.001). Τα αποτελέσματα ήταν σταθερά ανεξάρτητα της παρουσίας διαβήτη και σε όλες τις υπο-ομάδες βάσει εύρους eGFR. Η συχνότητα της νοσηλείας οποιασδήποτε αιτιολογίας ήταν χαμηλότερη στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου  (hazard ratio, 0.86; 95% CI, 0.78 to 0.95; P=0.003), αλλά δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το σύνθετο καταληκτικό σημείο νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια (4.0% στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και 4.6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου) ή στο θάνατο οποιασδήποτε αιτιολογίας (4.5% και 5.1%, αντίστοιχα). Η συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια στις δύο ομάδες.

Συμπεράσματα: Σε ένα μεγάλο εύρος ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο σε κίνδυνο για επιδείνωση της νόσου, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη οδήγησε σε μικρότερο κίνδυνο όσον αφορά στο σύνθετο καταληκτικό σημείο επιδείνωσης της νεφρικής νόσου ή θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

 

Επιμέλεια: Κ.Μαρκάκης

 

 

 

Η θεραπεία με προηγμένο σύστημα κλειστού κυκλώματος έναντι της κλασικής αγωγής σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 1 (ADAPT): μία τυχαιοποιημένη μελέτη

Choudhary P, Kolassa R, Keuthage W, et al. Advanced hybrid closed loop therapy versus conventional treatment in adults with type 1 diabetes (ADAPT): a randomised controlled study. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022;10(10):720-731. doi:10.1016/S2213-8587(22)00212-1

 

Οι ενήλικες με διαβήτη τύπου 1 οι οποίοι αντιμετωπίζονται με σχήμα πολλαπλών ενέσεων ινσουλίνης (MDI) σε συνδυασμό με διαλείπουσα συνεχή καταγραφή γλυκόζης (isCGM) μπορεί να παρουσιάζουν υποβέλτιστο γλυκαιμικό έλεγχο. Στόχος της μελέτης ήταν να συγκρίνει τη χρήση ενός προηγμένου υβριδικού συστήματος κλειστού κυκλώματος (advanced hybrid closed loop, AHCL)  έναντι MDI σε συνδυασμό με isCGM σε αυτόν τον πληθυσμό.

Μέθοδοι: Η μελέτη Advanced Hybrid Closed Loop Study in Adult Population with Type 1 Diabetes (ADAPT) είναι μια προοπτική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη σε 14 κέντρα σε 3 ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο). Στρατολογήθηκαν ασθενείς τουλάχιστον 18 ετών, με διάγνωση ΣΔ1 τουλάχιστον από 2ετίας, HbA1C τουλάχιστον 8%, οι  οποίοι χρησιμοποιούσαν πολλαπλό σχήμα ενέσεων ινσουλίνης μαζί με isCGM (ομάδα Α) ή συνεχή καταγραφή γλυκόζης σε πραγματικό χρόνο (ομάδα Β) για τουλάχιστον 3 μήνες. Εδώ αναφέρονται τα αποτελέσματα μόνο για την ομάδα Α. Οι συμμετέχοντες κατανεμήθηκαν σε αναλογία 1:1 σε AHCL ή σε MDI+isCGM για 6 μήνες, με την κατανομή να είναι τυφλή για τους ερευνητές ενώ δεν ήταν δυνατόν να είναι τυφλή για τους συμμετέχοντες και τους θεράποντες ιατρούς. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μέση διαφορά στην τιμή της HbA1C στους 6 μήνες συγκριτικά με το baseline μεταξύ των δύο ομάδων. Τα καταληκτικά σημεία όσον αφορά την ασφάλεια περιελάμβαναν τον αριθμό δυσλειτουργιών των συσκευών, τα επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας, τη διαβητική κετοξέωση, και σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Αποτελέσματα: Μεταξύ 13/7/2020-12/3/2021 στρατολογήθηκαν 105 ασθενείς και τελικά 82 τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν αγωγή (41 σε κάθε ομάδα). Στους 6 μήνες, η μέση τιμή HbA1C μειώθηκε κατά 1.54% (SD 0.73), από 9.00% σε 7.32% στην ομάδα AHCL και 0.20% (SD 0.80) στην ομάδα MDI+isCGM, από 9.07% σε 8.91% (model based difference −1·42%, 95% CI −1·74 to −1·10; p<0·0001). Δεν παρατηρήθηκαν επεισόδια διαβητικής κετοξέωσης, σοβαρής υπογλυκαιμίας, ή σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τις συσκευές της μελέτης σε καμία ομάδα, εκτός από 2 επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας που παρατηρήθηκαν στη φάση εισαγωγής που αφορούσε στη συμμόρφωση στη χρήση συστήματος συνεχούς καταγραφής γλυκόζης πριν την έναρξη χρήσης AHCL. 15 μη-σοβαρές  ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με τις συσκευές παρατηρήθηκαν στην ομάδα AHCL, συγκριτικά με 3 συμβάματα στην ομάδα MDI+isCGM. Δύο σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα παρατηρήθηκαν (ένα σε κάθε ομάδα), τα οποία ήταν καρκίνος μαστού (ένας ασθενής στην ομάδα AHCL) και ενδοϋαλοειδική αιμορραγία (σε έναν ασθενή στην ομάδα MDI+isCGM).

Συμπεράσματα: Σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 1 σε σχήμα MDI+isCGM  και HbA1C τουλάχιστον 8%, η χρήση AHCL παρουσιάζει οφέλη στον γλυκαιμικό έλεγχο ανώτερα συγκριτικά με αυτά που επιτυγχάνονται με τη χρήση πολλαπλών ενέσεων μαζί με isCGM σύστημα.  Τα δεδομένα αυτά υποστηρίζουν την ευρύτερη πρόσβαση σε συστήματα AHCL των ασθενών με διαβήτη τύπου 1 που δεν επιτυγχάνουν τους γλυκαιμικούς τους στόχους.

 

Επιμέλεια: Κ.Μαρκάκης

Πολυκεντρική τυχαιοποιημένη μελέτη βιονικού παγκρέατος σε τύπο 1 διαβήτη Bionic Pancreas Research Group; Russell S, Beck RW ,  Damiano  ER et al Multicenter, Randomized Trial of a Bionic Pancreas in Type 1 Diabetes. N Engl J Med. 2022 Sep 9;387(13):1161-1172. doi: 10.1056/NEJMoa2205225.

Επιμέλεια: Κ.Μαρκάκης

 

Οι υπάρχουσες υβριδικές αντλίες ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος απαιτούν έναρξη του αυτόματου βασικού ρυθμού που βασίζεται στα δεδομένα που συλλέγονται από την αντλία όταν αρχικά τίθεται για κάποιες ημέρες σε λειτουργία ανοιχτού κυκλώματος  ενώ η κάλυψη των γευμάτων απαιτεί από τον χρήστη μέτρηση και εισαγωγή της ποσότητας υδατανθράκων. Σε αντίθεση στο βιονικό πάγκρεας η έναρξη γίνεται βασιζόμενη μόνο στο σωματικό βάρος και ο αλγόριθμος της αντλίας ελέγχει και χορηγεί αυτόνομα το βασικό ρυθμό, τα διορθωτικά bolus αλλά και τα γευματικά bolus για τα οποία δεν απαιτείται η μέτρηση και η εισαγωγή της ποσότητας των υδατανθράκων παρά μόνο η αναγγελία γεύματος.

Μέθοδοι: Σε αυτήν την διάρκειας 13 εβδομάδων, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη μελέτη, άτομα με διαβήτη τύπου 1 ηλικίας τουλάχιστον 6 ετών τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 2:1 να τεθούν είτε στο βιονικό πάγκρεας (ομάδα bionic-pancreas) με ινσουλίνη aspart ή με ινσουλίνη lispro ή να συνεχίσουν στην προηγούμενη μέθοδο ινσουλινοθεραπείας (σχήμα πολλαπλών ενέσεων ινσουλίνης, αντλία ινσουλίνης ανοιχτού κυκλώματος, υβριδική αντλία ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος) με την προσθήκη συστήματος συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (ομάδα standard-care). Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν το επίπεδο γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στις 13 εβδομάδες. Το κύριο δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν ο χρόνος κάτω από 54 mg/dL όπως εκτιμήθηκε με σύστημα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης. Το προκαθορισμένο όριο για την ανάδειξη μη κατωτερότητας για την έκβαση αυτή ήταν το 1%. Επίσης εκτιμήθηκε η ασφάλεια.

Αποτελέσματα: Συνολικά 219 ασθενείς ηλικίας 6 έως 79 ετών συμμετείχαν στην ομάδα bionic-pancreas και 107 στην ομάδα standard-care. Η τιμή της HbA1c μειώθηκε από 7,9% σε 7,3% στην ομάδα bionic-pancreas ενώ παρέμεινε αμετάβλητη (7,7% και στα δύο χρονικά σημεία) στην ομάδα standard-care (μέση σταθμισμένη διαφορά στις 13 εβδομάδας, -0,5%, 95% διάστημα εμπιστοσύνης -0,6 έως -0,3%, P<0.001).  Το ποσοστό του χρόνου κατά το οποίο το επίπεδο γλυκόζης ήταν κάτω από 54 mg/dL όπως εκτιμήθηκε με σύστημα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων (σταθμισμένη διαφορά 0%, 95% διάστημα εμπιστοσύνης -0,1 έως 0,04%, P<0.001 για μη κατωτερότητα). Η συχνότητα σοβαρής υπογλυκαιμίας ήταν 17,7 συμβάματα ανά 100 συμμετέχοντες-έτη στην ομάδα bionic-pancreas και 10,8 συμβάματα ανά 100 συμμετέχοντες-έτη στην ομάδα standard-care (P=0.39). Δεν  σημειώθηκε κανένα επεισόδιο διαβητικής κετοξέωσης σε καμία από τις δύο ομάδες.

Συμπεράσματα: Σε αυτήν την τυχαιοποιημένη μελέτη διάρκειας 13 εβδομάδων στην οποία συμμετείχαν ενήλικες και παιδιά με διαβήτη τύπου 1, η χρήση του βιονικού παγκρέατος συνοδεύτηκε με μεγαλύτερη μείωση της HbA1c σε σχέση με την ομάδα standard-care ινσουλινοθεραπείας.

 

Τάσεις στη συνταγογράφηση καρδιοπροστατευτικών διαβητικών παραγόντων μετά από επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης μεταξύ των Βετεράνων των Η.Π.Α.

Deo SV, McAllister DA, Al-Kindi S, Elgudin Y, Chu D, Pell J, Sattar N. Trends in Prescriptions of Cardioprotective Diabetic Agents After Coronary Artery Bypass Grafting Among U.S. Veterans. Diabetes Care. 2022 Oct 18:dc220570.

 

Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) που υποβάλλονται σε επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (CABG) διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά συμβάματα. Οι SGLT2 αναστολείς και οι GLP-1 αγωνιστές είναι αποτελεσματικοί καρδιοπροστατευτικοί παράγοντες. Ωστόσο, η συνταγογράφηση τους σε ασθενείς με CABG δεν έχει καταγραφεί. Στις Η.Π.Α. πραγματοποιήθηκε μία μελέτη που είχε ως στόχο την αξιολόγηση της συνολικής χρήσης των SGLT2 αναστολέων και των GLP-1 αναλόγων μετά από CABG και την εξέταση των παραγόντων που σχετίζονται με τη χρήση των αγωγών αυτών. Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δημοσιεύθηκαν στο Diabetes Care στις 18 Οκτωβρίου του 2022.

Πραγματοποιήθηκε ανάλυση της εθνικής βάσης δεδομένων Βετεράνων (VA) (2016–2019) για να βρεθούν οι τάσεις και οι παράγοντες που σχετίζονται με τη συνταγογράφηση των SGLT2 αναστολέων ή των GLP-1 αναλόγων μετά από CABG.

Μεταξύ 5.109 ασθενών που χειρουργήθηκαν σε 40 διαφορετικά ιατρικά κέντρα VA, σε 525 από αυτούς (10,4%), 352 (6,8%) και 91 (1,8%) συνταγογραφήθηκαν SGLT2 αναστολείς, GLP-1 αγωνιστές ή και οι δύο αγωγές, αντίστοιχα. Παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση στα τριμηνιαία ποσοστά συνταγογράφησης των SGLT2 αναστολέων (1,6% το 1ο τρίμηνο του 2016, 33% το 4ο  τρίμηνο του 2019), αλλά ήταν χαμηλότερη για τους GLP-1 αγωνιστές (0,8% το 1ο  τρίμηνο 2016, 11,2% το 4ο  τρίμηνο του 2019). Η χρήση των SGLT2 αναστολέων ήταν λιγότερο πιθανή αν συνυπήρχε περιφερική αρτηριακή νόσος [odds ratio (OR)  (95% CI): 0,75 (0,75-0,94)] ή νεφρική νόσος [OR (95% CI): 0,72 (0,58-0,88)], ενώ η χρήση GLP-1 αγωνιστών συσχετίστηκε με την παρουσία της παχυσαρκίας [OR (95% CI): 1,91 (1,50, 2,46).

Η συνολική χρήση των SGLT2 αναστολέων ή των GLP-1 αγωνιστών σε βετεράνους των ΗΠΑ με ΣΔΤ2 που υποβάλλονται σε CABG είναι χαμηλή, με τους SGLT2 αναστολείς να προτιμάται έναντι των GLP-1 αγωνιστών.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Διαλείπουσα σάρωση συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1

Leelarathna L, Evans ML, Neupane S, Rayman G, Lumley S, Cranston I, Narendran P, Barnard-Kelly K, Sutton CJ, Elliott RA, Taxiarchi VP, Gkountouras G, Burns M, Mubita W, Kanumilli N, Camm M, Thabit H, Wilmot EG; FLASH-UK Trial Study Group. Intermittently Scanned Continuous Glucose Monitoring for Type 1 Diabetes. N Engl J Med. 2022 Oct 5. doi: 10.1056/NEJMoa2205650.

 

Σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1) και υψηλά επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) τα οφέλη της διαλείπουσας παρακολούθησης της γλυκόζης με προαιρετικά μηνύματα – συναγερμούς για τα υψηλά και τα χαμηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα δεν έχουν μελετηθεί. Σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη στην οποία συμμετείχαν άτομα με ΣΔΤ1 με επίπεδα HbA1c μεταξύ 7,5% και 11,0%, αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα της συνεχούς παρακολούθησης της γλυκόζης που ελέγχεται κατά διαστήματα σε σύγκριση με την μέτρηση των επιπέδων γλυκόζης με την κλασσική μέτρηση στο δάχτυλο. Το κύριο καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν τα επίπεδα HbA1c στις 24 εβδομάδες. Τα δευτερογενή καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν δεδομένα αισθητήρων, παραμέτρους αποτελεσμάτων που αναφέρθηκαν από τους συμμετέχοντες και παράμετροι ασφάλειας. Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό New England Journal of Medicine στις 5 Οκτωβρίου του 2022.

Συνολικά 156 συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1, να υποβληθούν σε διαλείπουσα σάρωση συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης (η ομάδα παρέμβασης, 78 συμμετέχοντες) ή να παρακολουθήσουν τα δικά τους επίπεδα γλυκόζης στο αίμα τους με μέτρηση στο δάκτυλο (η ομάδα καθιερωμένης φροντίδας, 78 συμμετέχοντες). Κατά την έναρξη, η μέση (±SD) ηλικία των συμμετεχόντων ήταν 44±15 έτη και η μέση διάρκεια του διαβήτη ήταν 21±13 έτη. Το 44% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες. Το μέσο αρχικό επίπεδο HbA1c ήταν 8,7±0,9% στην ομάδα παρέμβασης και 8,5±0,8% στην ομάδα της καθιερωμένης φροντίδας. Τα επίπεδα αυτά μειώθηκαν σε 7,9±0,8% και 8,3±0,9%, αντίστοιχα, στις 24 εβδομάδες (προσαρμοσμένη μέση διαφορά μεταξύ των ομάδων, -0,5 ποσοστιαίες μονάδες· 95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI], -0,7 έως -0,3, P<0,001). Ο χρόνος ανά ημέρα που το επίπεδο γλυκόζης ήταν στο εύρος – στόχο ήταν 9,0 ποσοστιαίες μονάδες (95% CI, 4,7 έως 13,3) υψηλότερο ή 130 λεπτά (95% CI, 68 έως 192) περισσότερο στην ομάδα παρέμβασης από ό,τι στην ομάδα ελέγχου, και ο χρόνος που δαπανήθηκε σε υπογλυκαιμική κατάσταση (επίπεδο γλυκόζης στο αίμα, <70 mg/dL) ήταν 3,0 ποσοστιαίες μονάδες (95% CI, 1,4 έως 4,5) χαμηλότερος ή 43 λεπτά (95% CI, 20 έως 65) μικρότερος στην ομάδα παρέμβασης. Δύο συμμετέχοντες στην ομάδα της καθιερωμένης φροντίδας είχαν ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας και 1 άτομο στην ομάδα παρέμβασης είχε δερματική αντίδραση στον αισθητήρα.

Συμπερασματικά, μεταξύ των συμμετεχόντων με ΣΔΤ1 και υψηλά επίπεδα HbA1c, η χρήση συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης με διαλείπουσα σάρωση και προαιρετικούς συναγερμούς – μηνύματα για υψηλά και χαμηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα οδήγησε σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα HbA1c από τα επίπεδα που παρακολουθούνται με την κλασσική μέτρηση στο δάχτυλο.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Τάσεις στις συνταγές καρδιοπροστατευτικών διαβητικών παραγόντων μετά από μοσχεύματα παράκαμψης στεφανιαίας αρτηρίας μεταξύ βετεράνων των Η.Π.Α.

Deo SV, McAllister DA, Al-Kindi S, Elgudin Y, Chu D, Pell J, Sattar N. Trends in Prescriptions of Cardioprotective Diabetic Agents After Coronary Artery Bypass Grafting Among U.S. Veterans. Diabetes Care. 2022 Oct 18:dc220570.

 

Σε διάφορα διαβητολογικά κέντρα παγκοσμίως παρατηρήθηκε αυξημένος επιπολασμός της διαβητικής κετοξέωσης κατά τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1) σε παιδιά στη διάρκεια της πανδημίας COVID-19. Για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε μία πολυκεντρική μελέτη που είχε ως στόχο να αξιολογήσει τις τάσεις στον επιπολασμό της διαβητικής κετοξέωσης στη διάγνωση του παιδιατρικού ΣΔΤ1 πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, και να βρεθούν πιθανοί προγνωστικοί παράγοντες των αλλαγών στον επιπολασμό της διαβητικής κετοξέωσης κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό THE LANCET Diabetes &Endocrinology στις 3 Οκτωβρίου του 2022.

Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που υποβάλλονται σε μόσχευμα παράκαμψης στεφανιαίας αρτηρίας (CABG) διατρέχουν κίνδυνο για καρδιαγγειακά επεισόδια. Οι αναστολείς του υποδοχέα συμμεταφορέα 2 νατρίου-γλυκόζης (SGLT2i) και οι αγωνιστές του υποδοχέα πεπτιδίου 1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1RA) είναι αποτελεσματικοί καρδιοπροστατευτικοί παράγοντες. Ωστόσο, η συνταγογράφηση τους στους ασθενείς με CABG είναι αβέβαιη. Οι στόχοι αυτής της μελέτης ήταν 1) η αξιολόγηση της συνολικής χρήσης του SGLT2i/GLP-1RA μετά από CABG και η διερεύνηση των διαχρονικών τάσεων και 2) η εξέταση παραγόντων που σχετίζονται με τον ασθενή που σχετίζονται με τη χρήση του SGLT2i ή του GLP-1RA.

Αναλύσαμε την εθνική βάση δεδομένων Βετεράνων Υποθέσεων (VA) (2016–2019) για να αναφέρουμε τάσεις και παράγοντες που σχετίζονται με τη συνταγογράφηση SGLT2i ή GLP-1RA μετά από CABG.

Μεταξύ 5.109 ασθενών που χειρουργήθηκαν σε 40 διαφορετικά ιατρικά κέντρα VA, 525 από 5.109 (10,4%), 352 από 5.109 (6,8%) και 91 από 5.109 (1,8%) συνταγογραφήθηκαν SGLT2i, GLP-1RA, και τα δύο αντίστοιχα. Σημαντική αύξηση στα τριμηνιαία ποσοστά συνταγογράφησης SGLT2i (1,6% [πρώτο τρίμηνο 2016 (1 τρίμηνο 2016)], 33% [4ο τρίμηνο 2019]) ήταν παρούσα, αλλά ήταν χαμηλότερη για το GLP-1RA (0,8% [Πρώτο τρίμηνο 2016], 11,2% [4 τρίμηνο 2019]) . Η χρήση SGLT2i ήταν λιγότερο πιθανή με προϋπάρχουσα αγγειακή νόσο (περίεργη αναλογία [OR] 0,75, 95% CI 0,75, 0,94) ή νεφρική νόσο (OR 0,72, 95% CI 0,58, 0,88), ενώ η χρήση GLP-1RA συσχετίστηκε με παχυσαρκία (OR 1,91, 95% CI 1,50, 2,46).

Η συνολική χρήση των φαρμάκων SGLT2i ή GLP-1RA σε βετεράνους των ΗΠΑ με διαβήτη τύπου 2 που υποβάλλονται σε CABG είναι χαμηλή, με το SGLT2i να προτιμάται έναντι του GLP-1RA.

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Συμπτώματα και γλυκαιμικός έλεγχος σε νεαρά άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 μετά από SARS-CoV-2 λοίμωξη: μια μελέτη παρατήρησης

Revital Nimri, Marianna Rachmiel, Michal Yackobovitch-Gavan, Avivit Brener, Liat de Vries, Naama Fisch Shvalb, Liora Lazar, Asaf Oren, Talia Jacobi-Polishook, Noa Shefer Averbuch, Ariel Tenenbaum, Eran Mel, Sari Krepel Volsky, Marie Mouler, Sharon Demol, Shlomit Shalitin, Rachel Bello, Moshe Phillip, and Yael Lebenthal

The Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism, 2022, 107, e3264–e3272

https://doi.org/10.1210/clinem/dgac288

 

Εισαγωγή

Είναι σημαντική η ανάλυση δεδομένων για την επίδραση της λοίμωξης με SARS-CoV-19 σε νέους ασθενείς με εγκατεστημένο Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1). Η αναγνώριση των επιπτώσεων της λοίμωξης, τόσο των βραχυπρόθεσμων όσο και των μακροπρόθεσμων, ενδέχεται να βοηθήσει σημαντικά στην εδραίωση μιας κοινής προληπτικής και εκπαιδευτικής πολιτικής με σκοπό τη διαχείριση του ΣΔ1 σε όλη τη διάρκεια της οξείας νόσησης καθώς και την πρόληψη πιθανών σοβαρών επεισοδίων διαβητικής κετοξέωσης.

Σκοπός

Η συγκεκριμένη μελέτη έχει ως στόχο να περιγράψει τις κλινικές εκδηλώσεις της λοίμωξης με SARS-CoV-2 σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες με γνωστό ΣΔ1 και να διερευνήσει τις επιδράσεις του COVID-19 στον γλυκαιμικό έλεγχο και στην πορεία της νόσου.

Μέθοδοι

Σε αυτή τη μελέτη παρατήρησης συμμετείχαν 3 διαβητολογικές κλινικές στο Ισραήλ (Μάρτιος 2020 – Μάρτιος 2021). Συμπεριλήφθηκαν άτομα κάτω των 30 ετών με διαγνωσμένο ΣΔ1 που εξετάστηκαν και βγήκαν θετικοί για λοίμωξη με SARS-CoV-2 (με ποσοτική real-time PCR). Συγκεντρώθηκαν δεδομένα από τους ιατρικούς τους φακέλους, τις συσκευές καταγραφής σακχάρου και ερωτηματολόγια σχετικά με τη νόσο COVID-19. Η ανάλυση των αποτελεσμάτων βασίστηκε στην παρουσία ή απουσία κλινικής συμπτωματολογίας (συμπτωματικοί – ασυμπτωματικοί) και στην ταξινόμηση των συμμετεχόντων σε ηλικιακές ομάδες (παιδιά, έφηβοι < 19 ετών και νεαροί ενήλικες 19-30 ετών).

Αποτελέσματα

Από το σύνολο των 132 ασθενών (μέση ηλικία 16,9 ± 5,3 έτη) με επιβεβαιωμένη COVID-19 λοίμωξη, οι 103 (78%) εμφάνισαν σχετική κλινική συμπτωματολογία με πιο συχνά αναφερόμενα συμπτώματα τον πονοκέφαλο, την κόπωση, τον πυρετό και την απώλεια της αίσθησης της όσφρησης. Όλοι παρουσίασαν ήπια πορεία νόσου, ωστόσο 4 ασθενείς χρειάστηκαν νοσηλεία εκ των οποίων οι 2 εμφάνισαν επιπλοκές άμεσα σχετιζόμενες με τη COVID-19 λοίμωξη (1 περιστατικό πνευμονίας σε ασθενή με σύνδρομο ανοσοανεπάρκειας και 1 περιστατικό διαβητικής κετοξέωσης). Η στατιστική ανάλυση των αποτελεσμάτων έδειξε πως η μεγαλύτερη ηλικία (odds ratio [OR] = 1,11; 95% CI, 1,01-1,23; P = 0,033), τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης ορού (OR = 5,23; 95% CI, 1,12-24,41; P = 0,035) και οι συννοσηρότητες (OR = 8,21; 95% CI, 1,00-67,51; P = 0,050) συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με συμπτωματική λοίμωξη. Επίμονη συμπτωματολογία παρατηρήθηκε στο 16,5% των ασθενών με μέση διάρκεια τους 6,7 μήνες. Πάλι, η μεγαλύτερη ηλικία (OR = 1,14; 95% CI, 1,01-1,29; P = 0,030) και τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης ορού (OR = 3,42; 95% CI, 1,12-10,40; P = 0,031) συσχετίστηκαν με μακρύτερη και επίμονη συμπτωματολογία. Στη πλειοψηφία των ασθενών (64%) δεν καταγράφηκε καμία αλλαγή στα επίπεδα γλυκόζης πέρα από μια προσωρινή επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου κατά τη βραχεία διάρκεια της νόσησης.

Συμπεράσματα

Οι νεαροί ασθενείς με διαγνωσμένο ΣΔ1 γενικά εμφανίζουν ήπια πορεία νόσου σε COVID-19 λοίμωξη. Τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης ορού κατά τη διάρκεια της νόσησης καθώς και η μεγαλύτερη ηλικία συσχετίζονται με μακρύτερη πορεία νόσου.

 

Επιμέλεια: Μάνθου Ελένη

Επίδραση των αντιδιαβητικών φαρμάκων και της γλυκαιμικής ρύθμισης στον κίνδυνο ανάπτυξης ηπατοκυτταρικού καρκίνου (ΗΚΚ) σε ασθενείς με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος

Jennifer R. Kramer, Yamini Natarajan, Jianliang Dai, Xian Yu, Liang Li, Hashem B. El-Serag, Fasiha Kanwal

Hepatology. 2022 June ; 75(6): 1420–1428

doi:10.1002/hep.32244

 

Σκοπός

Μεταξύ των ασθενών με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (non alcoholic fatty liver disease, NAFLD), αυτοί με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο εξέλιξης σε ηπατοκυτταρικό καρκίνο (ΗΚΚ). Ωστόσο, οι παράγοντες κινδύνου για ΗΚΚ σε αυτούς τους ασθενείς δεν έχουν ακόμα διευκρινιστεί πλήρως.

Μέθοδοι

Σε αυτή την αναδρομική μελέτη κοόρτης συγκεντρώθηκαν ασθενείς με NAFLD και ΣΔ2 από 130 κέντρα βετεράνων (1/1/2004 – 31/12/2008). Η παρακολούθηση των ασθενών ξεκίνησε από την πρωτοδιάγνωση τους με NAFLD με καταληκτικά σημεία την εμφάνιση ΗΚΚ, το θάνατο ή τη διακοπή της μελέτης (31/12/2018). Έγινε στατιστική μελέτη με αναλογικά μοντέλα κινδύνου (landmark Cox proportional hazards models) για τον καθορισμό της επίδρασης στον κίνδυνο για ΗΚΚ τόσο της χρήσης κλασικών αντιδιαβητικών φαρμάκων (μετφορμίνη, ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες) όσο και του γλυκαιμικού ελέγχου (μετρούμενου ως ποσοστό του χρόνου παρακολούθησης στον οποίο η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη παρέμεινε < 7%). Ταυτόχρονα, έγινε προσαρμογή με βάση τα σωματομετρικά και τα μεταβολικά χαρακτηριστικά των ασθενών (υπέρταση, παχυσαρκία, δυσλιπιδαιμία).

Αποτελέσματα

Αναγνωρίστηκαν 85.963 ασθενείς με NAFLD και ΣΔ2. Συνολικά, 524 ασθενείς εμφάνισαν ΗΚΚ σε ένα μέσο χρόνο 10,3 ετών παρακολούθησης. Οι πιο συχνά ακολουθούμενες θεραπείες ήταν η μονοθεραπεία με μετφορμίνη (19,7%), ο συνδυασμός μετφορμίνης με σουλφονυλουρίες (19,6%), η ινσουλίνη (9,3%) και η μονοθεραπεία με σουλφονυλουρίες (13,6%). Συγκρινόμενη με απουσία φαρμακευτικής αγωγής η λήψη μετφορμίνης συσχετίστηκε με 20% χαμηλότερο κίνδυνο για ΗΚΚ (HR, 0,80; 95% CI, 0,93–0,98). Η χρήση ινσουλίνης δεν επηρέασε καθόλου τον κίνδυνο για ΗΚΚ (HR, 1,02; 95% CI, 0,85–1,22; p = 0,85). Ωστόσο, η χρήση ινσουλίνης σε συνδυασμό με άλλα αντιδιαβητικά δισκία από του στόματος συσχετίστηκε με 1,6 έως 1,7 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για ΗΚΚ. Ο επαρκής γλυκαιμικός έλεγχος συσχετίστηκε με 31% μικρότερο κίνδυνο για ΗΚΚ (HR, 0,69; 95% CI, 0,62–0,78).

Συμπεράσματα

Στη μεγάλη αυτή μελέτη κοόρτης σε ασθενείς με NAFLD και ΣΔ2, η χρήση μετφορμίνης συσχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο για ανάπτυξη ΗΚΚ, ενώ αντίθετα η χορήγηση συνδυασμένης θεραπείας με ινσουλίνη φάνηκε να αυξάνει τον κίνδυνο. Το επίπεδο γλυκαιμικής ρύθμισης φάνηκε πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης πρόβλεψης για τη σταδιοποίηση του κινδύνου για ανάπτυξη ΗΚΚ σε ασθενείς με NAFLD και ΣΔ2.

 

Επιμέλεια: Μάνθου Ελένη

Διατροφικές πηγές πρωτεΐνης, συμμετέχοντες βιοδείκτες και επίπτωση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2: Ευρήματα από τη μελέτη Women’s Health Initiative (WHI) και την UK Biobank (UKB)

Jie Li, Andrea J. Glenn, Qingling Yang, Ding Ding, Lingling Zheng, Wei Bao, Jeannette Beasley, Erin LeBlanc, Kenneth Lo, JoAnn E. Manson, Lawrence Philips, Lesley Tinker, and Simin Liu

Diabetes Care 2022;45:1742–1753

https://doi.org/10.2337/dc22-0368

 

Σκοπός

Η αιτιολογική σχέση της διατροφικής πρόσληψης πρωτεϊνών με την εμφάνιση του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) δεν έχει διευκρινιστεί. Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης είναι να διερευνήσει την σχέση της πρόσληψης διαφορετικής προέλευσης πρωτεϊνών (ζωικής ή φυτικής) με την εμφάνιση ΣΔ2 και τους πιθανούς ρόλους των εμπλεκόμενων βιοδεικτών.

Μέθοδοι

Στην παρούσα μελέτη αναλύθηκαν τα δεδομένα από την Women’s Health Initiative (WHI) (πρωταρχική μελέτη κοόρτης) και από την UK Biobank (UKB) (πληθυσμός επαλήθευσης). Συγκεκριμένα μελετήθηκαν 108.681 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που συμμετείχαν στην WHI και δεν έπασχαν από ΣΔ2 (κατά την έναρξη της μελέτης) και 34.616 ενήλικες χωρίς ΣΔ2 από την UKB. Εφαρμόστηκαν πολυπαραγοντικά μοντέλα ανάλυσης κινδύνου (Cox proportional hazard models) για τον υπολογισμό των συσχετίσεων πρωτεϊνικής πρόσληψης και ΣΔ2. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε ανάλυση διαμεσολάβησης κινδύνου (mediation analysis) σε υποπληθυσμούς της μελέτης WHI (nested case-control studies) για την εκτίμηση του ρόλου των βιοδεικτών στην εμφάνιση ΣΔ2.

Αποτελέσματα

Στην WHI αναγνωρίστηκαν 15.842 περιστατικά ασθενών με ΣΔ2 σε ένα μέσο χρόνο παρακολούθησης 15,8 ετών. Η πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για ΣΔ2 με αναλογία κινδύνου μεταξύ του υψηλότερου και του χαμηλότερου πεμπτημορίου κατανάλωσης (hazard ratio-HR) 1,31 [95% CI 1,24–1,37]) ενώ η κατανάλωση φυτικής πρωτεΐνης συσχετίστηκε με μειωμένο κίνδυνο (HR 0,82 [0,78–0,86]). Ειδικότερα, η κατανάλωση κόκκινου κρέατος, επεξεργασμένου κρέατος, πουλερικών και αυγών συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για ΣΔ2 ενώ αντίθετα, η συχνή κατανάλωση δημητριακών ολικής άλεσης φάνηκε πως μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο αυτό. Τα ευρήματα από την UKB ήταν παρόμοια. Ωστόσο, αυτές οι συσχετίσεις εξασθένησαν όταν έγινε προσαρμογή για το δείκτη μάζας σώματος. Η αύξηση κατά 5% της προσλαμβανόμενης ενέργειας από φυτική πρωτεΐνη φάνηκε να μειώνει τον κίνδυνο για ΣΔ2 κατά 21% (0,79 [0,74–0,84]), γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στα επίπεδα συγκεκριμένων βιοδεικτών (hs-CRP, interleukin-6, leptin, SHBG).

Συμπεράσματα

Τα ευρήματα αυτών των δύο μεγάλων προοπτικών μελετών κοόρτης υποστηρίζουν πως η υποκατάσταση των ζωικών πηγών πρωτεΐνης με φυτικές πηγές φαίνεται να μειώνει τον κίνδυνο για ανάπτυξη ΣΔ2 κυρίως μέσω περιορισμού της συνδεόμενης με την παχυσαρκία φλεγμονής.

 

 

Επιμέλεια: Μάνθου Ελένη