Αμφιβληστροειδοπάθεια κατά τα πρώτα 5 έτη από τη διάγνωση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και επακόλουθος κίνδυνος προχωρημένης αμφιβληστροειδοπάθειας

Malone JI, Gao X, Lorenzi GM, Raskin P, White NH, Hainsworth DP, Das A, Tamborlane W, Wallia A, Aiello LP, Bebu I; Diabetes Control and Complications Trial (DCCT)-Epidemiology of Diabetes Interventions and Complications (EDIC) Research Group. Retinopathy During the First 5 Years of Type 1 Diabetes and Subsequent Risk of Advanced Retinopathy. Diabetes Care. 2023 Apr 1;46(4):680-686. doi: 10.2337/dc22-1711. PMID: 36511796.

 

Οι κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν ετήσιο έλεγχο για την ύπαρξη αμφιβληστροειδοπάθειας στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1) μετά από τα πρώτα πέντε έτη από τη διάγνωση του διαβήτη. Σε μία ανάλυση των μελετών DCCT/EDIC που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Diabetes Care τον Απρίλιο του 2023 εξετάστηκε εάν τα άτομα με ΣΔΤ1 που αναπτύσσουν οποιοδήποτε βαθμού αμφιβληστροειδοπάθεια στα πρώτα 5 έτη από τη διάγνωση του διαβήτη έχουν αυξημένο κίνδυνο για περαιτέρω εξέλιξη της αμφιβληστροειδοπάθειας ή για εμφάνιση παραγωγικής αμφιβληστροειδοπάθειας, κλινικά σημαντικής ωχροπάθειας, φωτοπηξίας με λέιζερ ή θεραπείας με ενδοφθάλμια ένεση anti-VEGF.

Η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια αξιολογήθηκε προοπτικά χρησιμοποιώντας τυποποιημένη φωτογραφία βυθού επτά πεδίων. Η εξέταση βυθού πραγματοποιούνταν κάθε 6 μήνες στη μελέτη DCCT και κάθε 4 χρόνια στη μελέτη EDIC. Η πρώιμη έναρξη διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας ορίστηκε ως η ύπαρξη αμφιβληστροειδοπάθειας εντός των 5 πρώτων ετών από τη διάγνωση του ΣΔΤ1.  Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 6.5 χρόνια στη μελέτη DCCT και >25 έτη στη μελέτη EDIC.

Στην ανάλυση συμμετείχαν 853 άτομα με ΣΔΤ1 που είχαν διάρκεια διαβήτη <5 έτη κατά τη διάρκεια της τυχαιοποίησης στη μελέτη DCCT. Συνολικά 484 (56,7%) άτομα είχαν πρώιμη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Στα μη προσαρμοσμένα μοντέλα, τα άτομα με πρώιμη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια είχαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παραγωγικής αμφιβληστροειδοπάθειας [ΗR (95% CI): 1,51 (1,12-2,02), P = 0,006], κλινικά σημαντικής ωχροπάθειας [HR (95% CI): 1,44 (1,10-1,8), P = 0,008] και πραγματοποίησης φωτοπηξίας με λέιζερ [HR (95% CI): 1,48 (1,12-1,96), P = 0,006] σε σύγκριση με άτομα χωρίς πρώιμη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Αυτές οι συσχετίσεις παρέμειναν σημαντικές όταν έγινε προσαρμογή ως προς τη HbA1c.  Ωστόσο μόνο η συσχέτιση με την παραγωγική αμφιβληστροειδοπάθεια παρέμεινε σημαντική έπειτα από προσαρμογή ως προς την ηλικία, τη διάρκεια του διαβήτη, τη HbA1c, το φύλο, τη συστολική/διαστολική αρτηριακή πίεση, τις σφύξεις, τη χρήση αΜΕΑ, τον ρυθμό απέκκρισης λευκωματίνης και την εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης [HR (95% CI): 1,47 (1,04-2,06], P = 0,028].

Συμπερασματικά, τα άτομα με ΣΔΤ1 που αναπτύσσουν αμφιβληστροειδοπάθεια στα πρώτα 5 έτη από τη διάγνωση του διαβήτη μπορεί να έχουν υψηλότερο κίνδυνο μακροπρόθεσμης εμφάνισης προχωρημένης αμφιβληστροειδοπάθειας, ιδιαίτερα παραγωγικής αμφιβληστροειδοπάθειας. Ο εντοπισμός της πρώιμης διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας μπορεί να επηρεάσει την πρόγνωση και να βοηθήσει στην καθοδήγηση της θεραπευτικής διαχείρισης στα άτομα με ΣΔΤ1.

 

 

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης

Η χαμηλή πρόσληψη σωματικού βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης στο Σακχαρώδη Διαβήτη της Κύησης είναι ασφαλής σε σχέση με την εμφάνιση περιγεννητικών επιπλοκών

Minschart C, et al. Low Gestational Weight Gain in Women With Gestational Diabetes Is Safe With Better Metabolic Profile Postpartum. J Clin Endocrinol Metab. 2023;108(3):665-679. doi: 10.1210/clinem/dgac599.

Στην παρούσα πολυκεντρική προοπτική μελέτη κοόρτης εξετάστηκε η επίδραση της πρόσληψης σωματικού βάρους (χαμηλή, εντός των ορίων, υψηλή) σε γυναίκες με Σακχαρώδη Διαβήτη της Κύησης (ΣΔΚ) και σε γυναίκες με φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Οι γυναίκες με ΣΔΚ και χαμηλή πρόσληψη σωματικού βάρους επέδειξαν παρόμοια ποσοστά πρόωρων τοκετών, καθώς και γέννησης νεογνών με ανεπαρκή ανάπτυξη για την ηλικία κύησης (SGA – Small For Gestational Age). Επίσης, μετά την εγκυμοσύνη είχαν μικρότερη πιθανότητα να γίνουν υπέρβαρες ή παχύσαρκες σε σύγκριση με τις γυναίκες στις οποίες η πρόσληψη σωματικού βάρους ήταν εντός των ορίων.

Στο ΣΔΚ με υψηλή πρόσληψη σωματικού βάρους καταγράφηκε αυξημένη συχνότητα νεογνικής υπογλυκαιμίας (30,8%) σε σχέση με τις κυήσεις που η πρόσληψη σωματικού βάρους ήταν εντός των ορίων (5,9%). Οι κυήσεις με φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη και υψηλή πρόσληψη σωματικού βάρους, έναντι των κυήσεων με πρόσληψη σωματικού βάρους εντός των ορίων, εμφάνισαν μεγαλύτερη συχνότητα επεμβατικού τοκετού (π.χ. με χρήση εμβρυουλκού) (15,9% έναντι 11,9% P =0,035) και υψηλότερα ποσοστά γέννησης μεγαλόσωμων για την ηλικία κύησης νεογνών (LGA – Large for Gestational Age) (19,3% έναντι 10,4% P =0,012).

Συμπερασματικά, η χαμηλή πρόσληψη σωματικού βάρους στο ΣΔΚ δε συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης περιγεννητικών επιπλοκών και συνδυάζεται με καλύτερο μεταβολικό προφίλ μετά την εγκυμοσύνη. Η αυξημένη πρόσληψη σωματικού βάρους στο ΣΔΚ αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης νεογνικής υπογλυκαιμίας και εμφάνισης παχυσαρκίας μετά την εγκυμοσύνη.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η επίδραση του αυστηρού γλυκαιμικού ελέγχου στη λειτουργία των β-κυττάρων του παγκρέατος σε νεοδιαγνωσθέντα παιδιά με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1

McVean J, et al. Effect of Tight Glycemic Control on Pancreatic Beta Cell Function in Newly Diagnosed Pediatric Type 1 Diabetes. A Randomized Clinical Trial. JAMA. 2023;329(12):980-989. doi:10.1001/jama.2023.2063.

Στα νεοδιαγνωσθέντα άτομα με ΣΔΤ1 η ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα σε επίπεδα που προσεγγίζουν τα φυσιολογικά, εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων του παγκρέατος, μέσω της μείωσης της γλυκοτοξικότητας. Στην παρούσα μελέτη, 113 άτομα ηλικίας 7 έως 17 ετών με πρόσφατη διάγνωση ΣΔΤ1 τυχαιοποιήθηκαν είτε να χρησιμοποιήσουν κλειστό σύστημα χορήγησης ινσουλίνης με αντλία (υβριδικό «τεχνητό πάγκρεας»), προκειμένου να πετύχουν πολύ αυστηρή ρύθμιση του σακχάρου, είτε να λάβουν τη συνήθη θεραπεία στην οποία συμπεριλαμβανόταν η χρήση συστήματος συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης (CGMS). Επιπλέον, τα άτομα με σωματικό βάρος άνω των 30 kg τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν βεραπαμίλη, η χρήση της οποίας έχει συσχετιστεί με βελτίωση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων, ή εικονικό φάρμακο. Μετά από χρονικό διάστημα 52 εβδομάδων από τη διάγνωση του ΣΔ, με τη χρήση της δοκιμασίας μεικτού γεύματος (MMTT) δεν διαπιστώθηκε διαφορά στην έκκριση c-πεπτιδίου μεταξύ των δυο ομάδων. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη για την έκκριση του c-πεπτιδίου μειώθηκε από τα 0,57 pmol/mL στα 0,45 pmol/mL στην ομάδα εντατικοποιημένης παρέμβασης και αντίστοιχα από τα 0,60 στα 0,50 pmol/mL στην ομάδα ελέγχου (P = 0,89). Το μέσο ποσοστό του χρόνου εντός εύρους στόχου για την ομάδα του υβριδικού «τεχνητού παγκρέατος» ήταν 78%, ενώ αντίστοιχα για την ομάδα ελέγχου ήταν 64%. Στην κάθε ομάδα καταγράφηκε 1 επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας και 1 επεισόδιο διαβητικής κετοξέωσης.

Συμπερασματικά, σε νεοδιαγνωσθέντα με ΣΔΤ1 άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας η χρήση του υβριδικού «τεχνητού παγκρέατος» συνέβαλε στην επίτευξη καλύτερης γλυκαιμικής ρύθμισης, αλλά δεν απέτρεψε την πτώση των επιπέδων του c-πεπτιδίου, έναντι της ομάδας που ακολούθησε τη συμβατική θεραπευτική αντιμετώπιση.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η επίδραση των επιπέδων της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της νύχτας στη λειτουργικότητα των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 την επόμενη μέρα

Pyatak EA, et al. Impact of Overnight Glucose on Next-Day Functioning in Adults With Type 1 Diabetes: An Exploratory Intensive Longitudinal Study. Diabetes Care. 2023 Mar 2:dc222008. doi: 10.2337/dc22-2008.  

Είναι γνωστό, ότι η λειτουργικότητα των ατόμων με ΣΔΤ1 και η ικανότητά τους να εκτελέσουν καθημερινές δραστηριότητες είναι δυνατό να επηρεαστεί δυσμενώς από τα επίπεδα της γλυκόζης. Στην παρούσα μελέτη, με τη χρήση μοντέλων δομικών εξισώσεων (dynamic structural equation modeling) εκτιμήθηκε σε άτομα με ΣΔΤ1, κατά πόσο τα επίπεδα της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της νύχτας [ο συντελεστής μεταβλητότητας (coefficient of variation-CV), το ποσοστό χρόνου με τιμή γλυκόζης <70 mg/dL και αντίστοιχα >250 mg/dL], προέβλεψαν τα αποτελέσματα επτά δραστηριοτήτων της επόμενης ημέρας (γνωσιακές δοκιμασίες με κινητό τηλέφωνο, εκτίμηση σωματικής δραστηριότητας με τη βοήθεια επιταχυνσιόμετρου, αυτοαναφερόμενη συμμετοχή σε δραστηριότητες). Η συμπλήρωση των ερωτηματολογίων και οι δοκιμασίες γνωσιακής λειτουργίας πραγματοποιούνταν ανά 3 ώρες, ενώ συλλέχθηκαν συνολικά δεδομένα 14 ημερών.

Η μελέτη κατέδειξε ότι η υψηλή μεταβλητότητα της γλυκόζης και το ποσοστό του χρόνου με τιμή γλυκόζης >250 mg/dL κατά τη διάρκεια της νύχτας, συσχετίστηκαν με μειωμένη δραστηριότητα την επόμενη ημέρα. Τα άτομα με αυξημένη μεταβλητότητα της γλυκόζης παρουσίασαν μειωμένη διάρκεια προσοχής (που διαμεσολαβείται εν μέρη από τον διακεκομμένο ύπνο) και μικρότερη συμμετοχή σε απαιτητικές δραστηριότητες, ενώ αντίστοιχα τα άτομα με υψηλό ποσοστό χρόνου >250 mg/dL είχαν αυξημένη καθιστική συμπεριφορά. Ο αυξημένος χρόνος με τιμή γλυκόζης <70 mg/dL συσχετίστηκε με μειωμένη διάρκεια προσοχής την επόμενη ημέρα. Η επίδραση της βραδινής υπογλυκαιμίας στη διάρκεια προσοχής αποτέλεσε προβλεπτικό παράγοντα παραμέτρων που σχετίζονται με την ποιότητα ζωής των ατόμων με ΣΔ.

Συμπερασματικά, τα επίπεδα της γλυκόζης κατά τη διάρκεια της νύχτας επηρεάζουν τη λειτουργικότητα των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 την επόμενη μέρα και εν δυνάμει μπορεί να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Μηχανισμοί που ευθύνονται για την αύξηση της ενδογενούς παραγωγής γλυκόζης και κετονικών σωμάτων στα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2, τα οποία λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή με Εμπαγλιφλοζίνη.

Abdelgani S, et al. Distinct Mechanisms Responsible for the Increase in Glucose Production and Ketone Formation Caused by Empagliflozin in T2DM Patients. Diabetes Care. 2023 Mar 1:dc220885. doi: 10.2337/dc22-0885.

Τα τελευταία χρόνια, για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του ΣΔΤ2 είναι πολύ διαδεδομένη η χρήση αναστολέων του συμμεταφορέα γλυκόζης-νατρίου 2 (SGLT2). Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση των μηχανισμών, μέσω των οποίων ο αναστολέας SGLT2 Εμπαγλιφλοζίνη προκαλεί αύξηση της ενδογενούς παραγωγής γλυκόζης και κετονικών σωμάτων στα άτομα με ΣΔΤ2.

Στη μελέτη, η οποία περιλάμβανε δυο σκέλη, εκτιμήθηκαν 12 άτομα με ΣΔΤ2. Κατά το πρώτο σκέλος της μελέτης υπολογίστηκε η ηπατική παραγωγή γλυκόζης μέσω 8ωρης ενδοφλέβιας έγχυσης ραδιοσημασμένης γλυκόζης (6,6,D2-glucose). Τρεις ώρες μετά την έναρξη χορήγησης της γλυκόζης οι συμμετέχοντες έλαβαν Εμπαγλιφλοζίνη (8 άτομα), είτε εικονικό φάρμακο (4 άτομα). Η ανακύκληση (turnover) της Νοραδρεναλίνης (ΝΕ) εκτιμήθηκε μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης ραδιοσημασμένης ΝΕ (3H-NE). Το δεύτερο σκέλος της μελέτης ήταν πανομοιότυπο με το πρώτο, αλλά πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες καθήλωσης της γλυκόζης (glucose clamp procedure), σε συνδυασμό με ενδοφλέβια έγχυση σωματοστατίνης (pancreatic clamp).

Η χορήγηση Εμπαγλιφλοζίνης, κατά το πρώτο σκέλος της μελέτης, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης κατά 31%, η οποία συνδυάστηκε με μείωση της συγκέντρωσης της γλυκόζης (-34 mg/dL) και της ινσουλίνης (-52%) στο πλάσμα και αντίστοιχα, αύξηση της γλυκαγόνης (+19%), των ελεύθερων λιπαρών οξέων (+29%) και του β-υδροξυβουτυρικού (+48%). Κατά το δεύτερο σκέλος, όπου η  Εμπαγλιφλοζίνη χορηγήθηκε υπό συνθήκες pancreatic clamp, τα επίπεδα της ινσουλίνης, γλυκαγόνης, ελεύθερων λιπαρών οξέων και β-υδροξυβουτυρικού παρέμειναν αμετάβλητα, ενώ παρατηρήθηκε αύξηση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης και της ανακύκλησης (turnover) της ΝΕ (+67% σε σχέση με το εικονικό φάρμακο).

Συμπερασματικά, η μείωση της ινσουλίνης σε συνδυασμό με την αύξηση της γλυκαγόνης στο πλάσμα, που προκλήθηκε από τη χορήγηση Εμπαγλιφλοζίνης, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων των ελεύθερων λιπαρών οξέων και κετονών. Η αύξηση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης, που προκαλεί η Εμπαγλιφλοζίνη γίνεται ανεξάρτητα από τα επίπεδα ινσουλίνης και γλυκαγόνης και πιθανόν εξηγείται από την αυξημένη ανακύκλησης (turnover) της ΝΕ.

 

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η χαμηλού βαθμού ηπατική στεάτωση σχετίζεται με μακροχρόνια υποστροφή του ΣΔ2 ανεξάρτητα από τον τύπο βαριατρικής-μεταβολικής χειρουργικής

Lautenbach A, Wernecke M, Mann O, et al. Low-Grade Hepatic Steatosis Is Associated with Long-term Remission of Type 2 Diabetes Independent of Type of Bariatric-Metabolic Surgery [published online ahead of print, 2022 Dec 12]. Obes Surg. 2022;10.1007/s11695-022-06406-0.

 

Η βαριατρική-μεταβολική χειρουργική μειώνει το βαθμό της στεάτωσης, της ηπατικής φλεγμονής και της ίνωσης σε ασθενείς με σοβαρή παχυσαρκία και μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (NAFLD). Οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν τη σημαντική απώλεια βάρους, αλλά και ταυτόχρονα αποτελέσματα στην ομοιοστασία της γλυκόζης. Σκοπός της μελέτης ήταν η διερεύνηση της συσχέτισης μεταξύ της NAFLD και της υποστροφής του ΣΔ2 μέχρι και 8 χρόνια μετά από διαφορετικές βαριατρικές επεμβάσεις.

Σε μια αναδρομή μελέτη που συμπεριλήφθηκαν 107 ασθενείς με παχυσαρκία και ΣΔ2 κατά την έναρξη, διερευνήθηκε η συσχέτιση μεταξύ της ιστολογικά αποδεδειγμένης NAFLD, όπως αυτή ορίζεται ως στεάτωση >5% στα ηπατοκύτταρα κατά το χρόνο του χειρουργείου, και της υποστροφής του ΣΔ2 έως και 8 χρόνια μετά από διαφορετικές βαριατρικές επεμβάσεις. Για την ανάλυση αυτή χρησιμοποιήθηκε μονοπαραγοντική μελέτη παλινδρόμησης.

Μακροχρόνια ύφεση του ΣΔ2 παρατηρήθηκε στο 56% των ασθενών (n = 60). Η παρουσία χαμηλού βαθμού στεάτωσης (grade 1) συσχετίστηκε με υποστροφή του ΣΔ2. Οι ασθενείς με σκορ ηπατικής στεάτωσης ≥ 2 είχαν υψηλότερα επίπεδα HbA1c κατά την έναρξη. Δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στην προεγχειρητική παρουσία λοβώδους φλεγμονής, ηπατοκυτταρικού ballooning, ή ίνωσης μεταξύ των ασθενών που πέτυχαν την υποστροφή του ΣΔ2 συγκριτικά με αυτούς που δεν εμφάνισαν υποστροφή. Ο τύπος του χειρουργείου δεν επηρέασε την υποστροφή του ΣΔ2.

Συμπερασματικά, η παρουσία χαμηλού βαθμού ηπατικής στεάτωσης σχετίζεται με υποστροφή του ΣΔ2 μετά από επιμήκη γαστρεκτομή (SG) ή Roux-en-Y γαστρική παράκαμψη (RYGB). Συνεπώς, η βαριατρική χειρουργική θα πρέπει να συζητηθεί ως δυνατότητα σε πρώιμο στάδιο NAFLD σε ασθενείς με ΣΔ2.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

 

Εβδομαδιαία σεμαγλουτίδη σε εφήβους με παχυσαρκία

Weghuber D, Barrett T, Barrientos-Pérez M, et al. Once-Weekly Semaglutide in Adolescents with Obesity. N Engl J Med. 2022;387(24):2245-2257.

 

Η εβδομαδιαία δόση 2.4-mg υποδόριας σεμαγλουτίδης, ενός αγωνιστή GLP-1 υποδοχέα, χρησιμοποιείται στους ενήλικες για τη θεραπεία της παχυσαρκίας, αλλά δεν έχει αξιολογηθεί η χορήγηση στους εφήβους.

Σε αυτή τη διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη, συγκρινόμενη με placebo μελέτη, στρατολογήθηκαν έφηβοι (12-18 ετών) με παχυσαρκία (δείκτη μάζας σώματος-ΒΜΙ στην 95η καμπύλη ή ανώτερο) ή υπέρβαροι (ΒΜΙ στην 85η  καμπύλη ή ανώτερο) και τουλάχιστον μια σχετιζόμενη με το βάρος συννοσηρότητα. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 να λάβουν εβδομαδιαία σεμαγλουτίδη σε δόση 2.4 mg ή εικονικό φάρμακο για 68 εβδομάδες, παράλληλα με παρέμβαση στον τρόπο ζωής. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η ποσοστιαία αλλαγή στο ΒΜΙ από την έναρξη στην εβδομάδα 68, ενώ το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η απώλεια βάρους τουλάχιστον 5% στην εβδομάδα 68.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 201 ασθενείς, και 180 (90%) ολοκλήρωσαν τη θεραπεία. Όλοι πλην ενός ήταν παχύσαρκοι. Η μέση μεταβολή στο ΒΜΙ από την έναρξη έως την εβδομάδα 68 ήταν -16.1% με τη σεμαγλουτίδη και 0.6% με το εικονικό φάρμακο (εκτιμώμενη διαφορά, -16.7%; 95% CI, -20.3 to -13.2; P<0.001). Στην εβδομάδα 68, 95 από τους 131 συμμετέχοντες (73%) στην ομάδα της σεμαγλουτίδης είχαν απώλεια βάρους 5% ή περισσότερο, σε σχέση με 11 στους 62 ασθενείς  (18%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (OR: 14.0; 95% CI, 6.3 to 31.0; P<0.001). Οι μειώσεις στο σωματικό βάρος και η βελτίωση στους παράγοντες καρδιομεταβολικού κινδύνου (περίμετρος μέσης, HbA1c, λιπίδια πλην HDL-C, ALT) ήταν μεγαλύτερες με τη σεμαγλουτίδη συγκριτικά με το placebo. Η επίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών από το γαστρεντερικό ήταν μεγαλύτερη με τη σεμαγλουτίδη συγκριτικά με το placebo (62% vs. 42%). 5 ασθενείς (4%) στην νομάδα της σεμαγλουτίδης και κανένας από την ομάδα του εικονικού φαρμάκου είχαν χολολιθίαση. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε 15 από τους 133 ασθενείς (11%) στην ομάδα της σεμαγλουτίδης και σε 6 από τους 67 ασθενείς (9%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.

Συμπερασματικά, σε εφήβους με παχυσαρκία, η εβδομαδιαία χορήγηση σεμαγλουτίδης σε δόση 2.4-mg μαζί με την παρέμβαση στον τρόπο ζωής οδήγησε σε μεγαλύτερη μείωση του ΒΜΙ συγκριτικά με την υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση άνευ αγωγής.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

 

Μελέτη συσχέτισης της λιποπρωτεϊνης (α) με τη διαβητική νεφροπάθεια

Wang A, Zhang S, Li Y, Zhu F, Xie B. Study on the relationship between lipoprotein (a) and diabetic kidney disease. J Diabetes Complications. 2023;37(1):108378.

 

Λίγα πράγματα είναι γνωστά σχετικά με το ρόλο των λιπιδίων στη διαβητική νεφροπάθεια (DKD). Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να διερευνήσει τη συσχέτιση μεταξύ του μεταβολισμού των λιπιδίων και της νεφρικής λειτουργίας καθώς και των νεφρολογικών ιστολογικών σκορ σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

Συνολικά 224 ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια ιστολογικά τεκμηριωμένη αναλύθηκαν αναδρομικά, εκ των οποίων οι 74 ασθενείς αξιολογήθηκαν περαιτέρω βάσει ιστολογικών σκορ. Διενεργήθηκε ανάλυση ANOVA για να διερευνηθούν τα επίπεδα της λιποπρωτεϊνης (α) [Lp (a)] στους νεφροπαθείς σε διαφορετικά στάδια χρόνιας νεφρικής νόσου. Χρησιμοποιήθηκε ανάλυση Spearman για να αξιολογηθεί η συσχέτιση μεταξύ Lp (a) και δεικτών νεφρικής λειτουργίας. Τα ιστολογικά σκορ διαβητικής νεφροπάθειας αξιολογήθηκαν επίσης με αυτή τη μέθοδο. Η καμπύλη ROC χρησιμοποιήθηκε για να αξιολογηθεί η αξία της Lp (a) στην αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας και τις ιστολογικές αλλαγές.

Παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στα επίπεδα της Lp (a)  μεταξύ των διαφορετικών σταδίων  χρόνιας νεφρικής νόσου (H = 17.063, p = 0.002) και των διαφορετικών σπειραματικών σταδίων (H = 12.965, p = 0.005). Τα επίπεδα της Lp (a) συσχετίστηκαν με την κρεατινίνη ορού (p = 0.000), το BUN (p = 0.000), το GFR (p = 0.000), το λεύκωμα ούρων 24ωρου (24hUPro, p = 0.000), τη αλβουμίνη ούρων (p = 0.000), το UACR (p = 0.000), το πάχος της σπειραματικής βασικής μεμβράνης (p = 0.003), και το σπειραματικό στάδιο (p = 0.039). Η καμπύλη ROC ανέδειξε σημαντική αξία της Lp (a) ως δείκτη αξιολόγησης των σταδίων  ΧΝΝ 4-5 (AUC = 0.684, p = 0.000), του λευκώματος ούρων 24ωρου > 3.5 g (AUC = 0.720, p = 0.000), και των σπειραματικών σταδίων III-IV (AUC = 0.695, p = 0.012).

Συμπερασματικά, τα αυξημένα επίπεδα Lp (a) σχετίζονται με μειωμένο GFR, αυξημένη πρωτεϊνουρία, και επιδείνωση του ιστολογικού σταδίου της νεφρικής νόσου, κι έτσι θεωρείται ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση των αλλαγών σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια.

 

Επιμέλεια: Κόρακας Εμμανουήλ

 

Eπίδραση της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο

The EMPA-KIDNEY Collaborative Group

New Engl J Medicine, November 4, 2022

 

EIΣΑΓΩΓΗ

H επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, που είναι υψηλού κινδύνου να εμφανίσουν δυσμενή εξέλιξη της νόσου, δεν έχει επαρκώς αποσαφηνισθεί. Η μελέτη EMPA-KIDNEY σχεδιάστηκε με σκοπό να εκτιμηθεί η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης σε ένα ευρύ φάσμα τέτοιων ασθενών.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Στη μελέτη εντάχθηκαν ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και eGFR: 20-45 ml/min/1,73 m2 ή eGFR: 45-90 ml/min/1,73 m2 και ACR > 200 mg/grCr. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν έτσι ώστε να λάβουν είτε εμπαγλιφλοζίνη (σε δόση 10 mg ημερησίως) είτε εικονικό φάρμακο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε την εξέλιξη της νεφρικής νόσου (νεφρική νόσος τελικού σταδίου, επιδείνωση του eGFR < 10 ml/min/1,73 m2, επιδείνωση του eGFR > 40% συγκριτικά με το baseline, θάνατος από νεφρικά αίτια ) ή τον καρδιοαγγειακό θάνατο.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά τυχαιοποιηθήκαν 6609 ασθενείς και η διάμεση παρακολούθηση ήταν 2 έτη. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο εμφανίσθηκε σε 432 από 3304 ασθενείς (13,1%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και σε 558 από 3305 ασθενείς (16,9%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,72, 95% confidence interval [CI], 0,64 – 0,82, P<0,001). Η επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης ήταν ανεξάρτητη από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη και τον eGFR. Oι νοσηλείες από οποιαδήποτε αιτία ήταν λιγότερες στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio 0,86; 95% CI, 0,78 – 0,95, P = 0,003) αλλά δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων, όσον αφορά το σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε τις νοσηλείες λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ή τον καρδιοαγγειακό θάνατο (που εμφανίσθηκε σε 4% των ασθενών στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και σε 4,6% των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου) ή την ολική θνησιμότητα (4,5% και 5,1% αντιστοίχως). Η συχνότητα των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια μεταξύ των δύο ομάδων.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σε ένα ευρύ φάσμα ασθενών με χρόνια νεφρική νόσο ,που ήταν υψηλού κινδύνου να εμφανίσουν δυσμενή έκβαση της νόσου, η θεραπεία με εμπαγλιφλοζίνη μείωσε τον κίνδυνο εξέλιξης  της χρόνιας νεφρικής νόσου ή του καρδιοαγγειακού θανάτου συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

Eπίδραση της δαπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και ήπια μειωμένο ή διατηρημένο κλάσμα εξώθησης

S.D. Solomon, J.J.V. McMurray, B. Claggett, R.A. de Boer, D. DeMets,

A.F. Hernandez, S.E. Inzucchi, M.N. Kosiborod, C.S.P. Lam, F. Martinez,

S.J. Shah, A.S. Desai, P.S. Jhund, J. Belohlavek, C.-E. Chiang, C.J.W. Borleffs,J. Comin‑Colet, D. Dobreanu, J. Drozdz, J.C. Fang, M.A. Alcocer‑Gamba,W. Al Habeeb, Y. Han, J.W. Cabrera Honorio, S.P. Janssens, T. Katova,M. Kitakaze, B. Merkely, E. O’Meara, J.F.K. Saraiva, S.N. Tereshchenko, J. Thierer,M. Vaduganathan, O. Vardeny, S. Verma, V.N. Pham, U. Wilderang,N. Zaozerska, E. Bachus, D. Lindholm, M. Petersson, and A.M. Langkilde,for the DELIVER Trial Committees and Investigators

N Engl J Med 2022; 387:1089-1098

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Οι αναστολείς SGLT-2 μειώνουν τον κίνδυνο νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας και τον καρδιοαγγειακό θάνατο στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κλάσμα εξώθησης ≤ 40%. Δε γνωρίζουμε αν η δαπαγλιφλοζίνη είναι αποτελεσματική και σε ασθενείς με υψηλότερο κλάσμα εξώθησης.

 

ΜΕΘΟΔΟΙ

Συνολικά 6263 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και κλάσμα εξώθησης > 40% τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν είτε δαπαγλιφλοζίνη (σε δόση 10 mg ημερησίως) είτε εικονικό φάρμακο, ως προσθήκη στη συνήθη θεραπευτική αγωγή.Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, που περιελάμβανε την επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας (η οποία ορίσθηκε είτε ως μη-προγραμματισμένη νοσηλεία λόγω καρδιακής ανεπάρκειας, είτε ως επείγουσα επίσκεψη σε νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας) ή τον καρδιοαγγειακό θάνατο.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Μετά από διάμεση παρακολούθηση 2,3 ετών το πρωτεύον καταληκτικό σημείο εμφανίσθηκε σε 512 από 3131 ασθενείς (16,4%) στην ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και σε 610 από 3132 ασθενείς (19,5%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,82; 95% confidence interval [CI], 0,73 -0,92; P<0,001). Η επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας εμφανίσθηκε σε 368 ασθενείς (11,8%) στην ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης και σε 455 ασθενείς (14,5%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (hazard ratio, 0,79, 95%CI, 0,69-0,91). Ο καρδιοαγγειακός θάνατος εμφανίσθηκε σε 231 ασθενείς (7,4%) και σε 261 ασθενείς (8,3%), αντιστοίχως (hazard ratio, 0,88, 95% CI, 0,74- 1,05).Τα συνολικά επεισόδια και τα συμπτώματα ήταν λιγότερα στην ομάδα της δαπαγλιφλοζίνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η επίδραση της δαπαγλιφλοζίνης ήταν παρόμοια στους ασθενείς με κλάσμα εξώθησης >60 % και σε αυτούς με κλάσμα εξώθησης < 60% και ήταν ανεξάρτητη από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια στις 2 ομάδες.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η δαπαγλιφλοζίνη οδήγησε σε μείωση του συνδυασμένου κινδύνου επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας ή καρδιοαγγειακού θανάτου σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και ήπια μειωμένο ή διατηρημένο κλάσμα εξώθησης.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου