Η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της Νταπαγλιφλοζίνης στα άτομα με μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος (Nonalcoholic fatty liver disease – NAFLD)

He K, et al. Dapagliflozin for nonalcoholic fatty liver disease: A systematic review and meta-analysis. Diabetes Res Clin Pract. 2022;185:109791. doi: 10.1016/j.diabres.2022.109791.

Ο επιπολασμός της NAFLD σε παγκόσμιο επίπεδο στο γενικό πληθυσμό είναι πολύ υψηλός και υπολογίζεται στο 20-25%. Η NAFLD απαντάται ιδιαίτερα συχνά σε άτομα με παχυσαρκία, δυσλιπιδαιμία ή/και Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2. Στην πρόσφατη αυτή ανασκόπηση – μετανάλυση 11 μελετών, στην οποία συμπεριλήφθηκαν συνολικά 839 άτομα, εκτιμήθηκε ο ρόλος της χορήγησης του αναστολέα του συμμεταφορέα γλυκόζης-νατρίου 2 (SGLT2) Νταπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς που είχαν διαγνωσθεί με NAFLD. Ως ομάδες ελέγχου χρησιμοποιήθηκαν άτομα που λάμβαναν εικονικό φάρμακο, είτε άλλες αντιδιαβητικές θεραπείες όπως μετφορμίνη ή πιογλιταζόνη.

Στα άτομα που χορηγήθηκε Νταπαγλιφλοζίνη, έναντι των ομάδων ελέγχου, καταγράφηκε μεγαλύτερη μείωση της Αλανινικής (ALT) και Οξαλοξεικής τρανσαμινάσης (AST), της  γ-γλουταμυλ-τρανσφεράσης (γ-GT), των τριγλυκεριδίων, του σωματικού βάρους, του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), της HbA1c και της γλυκόζης νηστείας. Αντίθετα δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην τιμή της ολικής χοληστερόλης, της LDL, της HDL, του δείκτη ηπατικής ίνωσης-4 (FIB-4), του τύπου IV κολλαγόνου 7S και του δείκτη HOMA-IR (Homeostatic Model Assessment of Insulin Resistance). Επίσης δεν καταγράφηκαν διαφορές όσον αφορά τις ανεπιθύμητες ενέργειες.

Συμπερασματικά, η παρούσα μετανάλυση υποδεικνύει ότι η χορήγηση Νταπαγλιφλοζίνης σε άτομα με NAFLD μπορεί να βελτιώσει τους δείκτες ηπατικής λειτουργίας, των επιπέδων της γλυκόζης και το ΔΜΣ.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Ερευνητική μελέτη αναδεικνύει σημαντικά οφέλη από τη χορήγηση Βεραπαμίλης σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1.

Xu G, et al. Exploratory study reveals far reaching systemic and cellular effects of verapamil treatment in subjects with type 1 diabetes. Nat Commun. 2022;13:1159. doi: 10.1038/s41467-022-28826-3.

Η χορήγηση του αναστολέα διαύλων ασβεστίου Βεραπαμίλη σε πειραματόζωα έχει αποδειχτεί ότι μπορεί να αντιστρέψει την εξέλιξη του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 (ΣΔΤ1). Σε πρόσφατη τυχαιοποιημένη μελέτη φάσης 2 σε άτομα με ΣΔΤ1, ελεγχόμενη από εικονικό φάρμακο, βρέθηκε ότι η λήψη Βεραπαμίλης για χρονικό διάστημα ενός έτους, επέφερε βελτίωση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων, κατά αντιστοιχία με μείωση των αναγκών σε ινσουλίνη και ελάττωση των επεισοδίων υπογλυκαιμίας. Στην παρούσα μελέτη, που αποτελεί συνέχεια της προαναφερθείσας, εκτιμήθηκαν γονιδιακοί παράγοντες (ανάλυση των μεταγραφών του RNA) σε συνδυασμό με πρωτεομική ανάλυση, προκειμένου να διερευνηθούν πιθανοί μηχανισμοί, μέσω των οποίων ασκείται η ευεργετική δράση του φαρμάκου. Επίσης, εξετάστηκε επίδραση της χορήγησης Βεραπαμίλης για 2 έτη, έναντι της ομάδας ελέγχου που διέκοψε τη λήψη της μετά από διάστημα ενός έτους.

Τα αποτελέσματα της μελέτης πιστοποίησαν ότι η χορήγηση Βεραπαμίλης σε άτομα με ΣΔΤ1 μπορεί να καθυστερήσει την εξέλιξη της νόσου, μειώνοντας τις ανάγκες για χορήγηση ινσουλίνης, τουλάχιστο για 2 έτη μετά τη διάγνωση. Τα οφέλη αυτά δεν διατηρήθηκαν στα άτομα που διέκοψαν το φάρμακο. Η χρωμογρανίνη Α (chromogranin A – CHGA), αποτελεί το κυριότερο αυτοαντιγόνο (πρωτεΐνη που εκφράζεται και στα β-κύτταρα) επί του οποίου ασκεί δράση η Βεραπαμίλη, μειώνοντας τη συγκέντρωσή της στον ορό.

Παράλληλα, η Βεραπαμίλη φαίνεται ότι επηρεάζει την έκκριση προφλεγμονωδών κυτοκινών από τα θυλακιώδη βοηθητικά Τ λεμφοκύτταρα. Επίσης, η ανάλυση του μεταγραφώματος (RNA-sequencing) επιβεβαίωσε ότι η Βεραπαμίλη ρυθμίζει το σύστημα της θειορεδοξίνης (σύστημα πρωτεϊνών που καθορίζει την οξειδοαναγωγική κατάσταση των κυττάρων) ενισχύοντας την αντιοξειδωτική, αντιαποπτωτική και ανοσοτροποποιητική έκφραση των γονιδίων που εκφράζονται στα νησίδια του παγκρέατος.

Συμπερασματικά, η χορήγηση Βεραπαμίλης σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με ΣΔΤ1 συσχετίζεται με καθυστέρηση της εξέλιξης της νόσου.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Οι αναστολείς του συμμεταφορέα γλυκόζης-νατρίου 2 (SGLT2) αυξάνουν τα επίπεδα Γλυκαγόνης νηστείας αλλά δεν αποκαθιστούν την αντιρροπιστική απόκριση των ατόμων με ΣΔ Τύπου 1 στην υπογλυκαιμία

Boeder SC, et al. SGLT2 Inhibition Increases Fasting Glucagon but Does Not Restore the Counterregulatory Hormone Response to Hypoglycemia in Participants With Type 1 Diabetes. Diabetes. 2022;71:511-519. doi: 10.2337/db21-0769.  

Η υπογλυκαιμία αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο στην προσπάθεια των ατόμων με ΣΔ Τύπου 1 (ΣΔΤ1) να επιτύχουν επαρκή έλεγχο των επιπέδων της γλυκόζης. Η πλειονότητα των ατόμων με ΣΔΤ1 βιώνουν πολλαπλά επεισόδια υπογλυκαιμίας την εβδομάδα, ενώ ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρής υπογλυκαιμίας κυμαίνεται μεταξύ 1 και 4,9 επεισοδίων ανά ασθενή/έτος. Τα άτομα με ΣΔΤ1 παρουσιάζουν υπολειπόμενη έκκριση Γλυκαγόνης κατά την αντιρροπιστική απάντηση στην υπογλυκαιμία.

Οι αναστολείς SGLT2 έχει περιγραφεί ότι προκαλούν αύξηση των επιπέδων Γλυκαγόνης στο αίμα, η οποία συνδυάζεται με αύξηση της παραγωγής γλυκόζης από το ήπαρ και μπορεί να μειώσουν τη συχνότητας της υπογλυκαιμίας.

Με τη βοήθεια διασταυρούμενης, τυχαιοποιημένης, διπλής – τυφλής μελέτης σε 22 άτομα με ΣΔΤ1 βρέθηκε, ότι η χορήγηση 5 mg Νταπαγλιφλοζίνης για 4 εβδομάδες, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των επιπέδων της Γλυκαγόνης νηστείας σε ποσοστό 32%, έναντι του εικονικού φαρμάκου, αλλά απέτυχε να μειώσει το χρόνο σε υπογλυκαιμία, όπως υπολογίστηκε με τη βοήθεια συστήματος CGM.

Επίσης, με τη χρήση της τεχνικής υπερινσουλιναιμική υπογλυκαιμική καθήλωση της γλυκόζης, εκτιμήθηκε ότι η Νταπαγλιφλοζίνη, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, δεν αύξησε την έκκριση Γλυκαγόνης ή άλλων αντιρροπιστικών προς την Ινσουλίνη ορμονών (Αδρεναλίνη, Νοραδρεναλίνη, Κορτιζόλη, Αυξητική Ορμόνη). Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της τεχνητής υπογλυκαιμίας, δεν καταγράφηκαν διαφορές στα υπογλυκαιμικά συμπτώματα (αδρενεργικά, γλυκοπενικά) και τη γνωσιακή ικανότητα.

Συμπερασματικά, η χορήγηση αναστολέων SGLT2 σε άτομα με ΣΔΤ1, παρά την αύξηση που προκαλεί στα επίπεδα της Γλυκαγόνης νηστείας, δεν μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης υπογλυκαιμίας και δεν ενισχύει τους μηχανισμούς αντιρρόπησης της υπογλυκαιμίας.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Προδιαβήτη.

Zhang Z. et al.  The Association Between E-Cigarette Use and Prediabetes: Results From the Behavioral Risk Factor Surveillance System, 2016–2018. Am J Prev Med. 2022;62:1−6. doi.org/10.1016/j. amepre.2021.12.009.

Τα τελευταία χρόνια η χρήση του ηλεκτρονικού τσιγάρου αποτελεί μια πολύ διαδεδομένη μορφή εναλλακτικού τρόπου καπνίσματος. Στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι το ηλεκτρονικό τσιγάρο χρησιμοποιείται από το 4,5% του ενήλικου πληθυσμού (περίπου 10,8 εκ. άτομα).

Το κάπνισμα και το παθητικό κάπνισμα προκαλεί αντίσταση των ιστών στη δράση της ινσουλίνης και ΣΔ Τύπου 2, που συνδέεται με τη δράση τοξικών χημικών ουσιών, όπως η νικοτίνη, πολλές εκ των οποίων εμπεριέχονται και στα ηλεκτρονικά τσιγάρα. Επίσης, εκτιμάται ότι η παραγωγή ατμού, μέσω του ηλεκτρονικού τσιγάρου, από τη θέρμανση ουσιών, όπως η προπυλενογλυκόλη, η γλυκερόλη, κ.ά., ενέχεται στην πρόκληση χαμηλού βαθμού φλεγμονής και οξειδωτικού stress.

Ανάμεσα σε 600.046 συμμετέχοντες στη μελέτη (28,6% είχαν ηλικία <35 ετών), η οποία βασίστηκε στη χρήση ερωτηματολογίων, τα άτομα που χρησιμοποιούσαν ηλεκτρονικό τσιγάρο ήταν πιο πιθανό να έχουν διαγνωστεί με Προδιαβήτη σε σχέση τόσο με τους μη καπνιστές [Σχετικός Κίνδυνος: 1,22 (95% ΔΕ=1,10 – 1,37)], όσο και με πρώην χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων [ΣΚ: 1,12 (95% ΔΕ=1,05 – 1,19)]. Ο επιπολασμός του Προδιαβήτη στους πρώην καπνιστές και νυν χρήστες ηλεκτρονικού τσιγάρου εκτιμήθηκε στο 9% (95% ΔΕ=8,6 – 9,4%), ενώ στους αποκλειστικούς χρήστες ηλεκτρονικού τσιγάρου και σε όσους χρησιμοποιούσαν ταυτόχρονα το συμβατικό και το ηλεκτρονικό τσιγάρο τα ποσοστά ήταν 5,9% (95% ΔΕ=5,3 – 6,5%) και 10,2% (95% ΔΕ=9,8 – 10,7%) αντίστοιχα.

Συμπερασματικά, η χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο Προδιαβήτη, σε σχέση με μη καπνιστές, αντίστοιχο με αυτό των καπνιστών συμβατικών τσιγάρων.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

Η χρήση της εμπαγλιφλοζίνης στην καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης ως επιπρόσθετη αγωγή στις προϋπάρχουσες θεραπείες και θεραπευτικούς συνδυασμούς: Post-hoc ανάλυση της μελέτης EMPEROR-Reduced

Verma S, Dhingra NK, Butler J, et al. Lancet Diabetes Endocrinol. 2022;10(1):35-45.

 

Είναι πάντα σημαντικό να αξιολογούμε εάν μια νέα θεραπευτική αγωγή για την καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης (HFrEF) προφέρει επιπρόσθετο όφελος στις ήδη λαμβανόμενες θεραπείες. Στόχος της μελέτης αυτής ήταν να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με HFrEF ως επιπρόσθετη αγωγή στις ήδη λαμβανόμενες θεραπείες σε συγκεκριμένες δόσεις και συνδυασμούς.

Για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε μια post-hoc ανάλυση της μελέτης EMPEROR-Reduced, μιας τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλής μελέτης που έλαβε χώρα σε 520 κέντρα σε Ασία, Αυστραλία, Ευρώπη, Βόρεια και Νότια Αμερική. Ασθενείς με ταξινόμηση New York Heart Association (NYHA) σταδίου II–IV με κλάσμα εξώθησης 40% ή λιγότερο τυχαιοποιήθηκαν (1:1) είτε σε εμπαγλιφλοζίνη 10 mg ημερησίως είτε σε εικονικό φάρμακο. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν ο καρδιαγγειακός θάνατος και η νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ το δευτερογενές ήταν ο συνολικός αριθμός προσελεύσεων στο νοσοκομείο λόγω καρδιακής ανεπάρκειας. Εξετάστηκε επίσης ως σύνθετο καταληκτικό σημείο ο αριθμός των συμβαμάτων HFrEF, τόσο ενδονοσοκομειακών όσο και εξωνοσοκομειακών. Οι εκβάσεις αναλύθηκαν με βάση την προηγούμενη χρήση αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACEis), ανταγωνιστών του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs) ή αναστολέων της αγγειοτενσίνης/νεπριλυσίνης (ARNIs), β-αναστολέων και ανταγωνιστών του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών (MRAs) , σε δόσεις μικρότερες ή μεγαλύτερες από το 50% της δόσης-στόχου και σε διάφορους συνδυασμούς.

Συμπεριλήφθηκαν 3730 ασθενείς με μέση ηλικία τα 66.8 έτη (SD 11.0), 893 (23.9%) γυναίκες, 1863 (49.9%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης, 1867 (50.1%)  στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου.in the placebo group), μεταξύ της 6 Μαρτίου του 2017 Και τις 28 Μαΐου του 2020. Η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης μείωσε τον κίνδυνο για το πρωτογενές καταληκτικό σημείο (361/1863 ασθενείς στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και 462/1867 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, HR 0.75 [95% CI: 0.65–0.86]), ανεξάρτητα από την προϋπάρχουσα αγωγή ή τις δόσεις-στόχους της για τους ACEis ή τους ARBs σε δόσεις κάτω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.85 [0.69–1.06]) καθώς και σε δόσεις πάνω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.67 [0.52–0.88], pinteraction=0.18). Παρόμοιο αποτέλεσμα παρατηρήθηκε και για τους β-αναστολείς σε δόσεις κάτω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.66 [0.54–0.80]) και σε δόσεις πάνω από το 50% της δόσης-στόχου (HR 0.81 [0.66–1.00], pinteraction=0.15). Η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε επίσης τον κίνδυνο του πρωτογενούς καταληκτικού σημείου ανεξάρτητα από την προηγούμενη τριπλή αγωγή με ACEi, ARB, ή ARNI + β-αναστολέα + MRA (υπό τριπλό συνδυασμό: HR 0.73 [0.61–0.88], άνευ τριπλού συνδυασμού: HR 0.76 [0.62–0.94], pinteraction=0.77). Παρόμοια οφέλη παρατηρήθηκαν και για το δευτερογενές και το σύνθετο καταληκτικό σημείο. Η ανοχή στη χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης ήταν καλή, με την επίπτωση της υπότασης, της της συμπτωματικής υπότασης και της υπερκαλιαιμίας να είναι παρόμοια σε όλες τις υπο-ομάδες.

Συμπερασματικά, η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε τις σοβαρές, σχετιζόμενες με καρδιακή ανεπάρκεια, εκβάσεις, ανεξάρτητα από δόσεις και συνδυασμούς θεραπευτικών παραγόντων για τη θεραπεία της HFrEF. Στην κλινική πράξη, αυτό σημαίνει ότι η εμπαγλιφλοζίνη μπορεί να θεωρηθεί βασική θεραπεία στους ασθενείς με HFrEF ανεξάρτητα της ήδη λαμβανόμενης αγωγής τους.

Μελέτη της χρήσης αντλίας κλειστού κυκλώματος σε πολύ νεαρά παιδιά με διαβήτη τύπου 1

Ware J, Allen JM, Boughton CK, et al. N Engl J Med. 2022;386(3):209-219.

Τα πιθανά πλεονεκτήματα της χρήσης αντλίας ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος («τεχνητό πάγκρεας») σε σύγκριση με την αντλία ινσουλίνης ενισχυμένης με αισθητήρα (SAP) δεν είναι ακόμα ξεκάθαρα.

Σε αυτή την πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διασταυρούμενη μελέτη, εντάχθηκαν παιδιά ηλικίας 1-7 ετών με διαβήτη τύπου 1 τα οποία ελάμβαναν ήδη θεραπεία με αντλία ινσουλίνης σε επτά κέντρα στην Αυστρία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι συμμετέχοντες έλαβαν θεραπεία σε δύο περιόδους των 16 εβδομάδων κατά τυχαία σειρά, όπου έγινε σύγκριση του συστήματος κλειστού κυκλώματος (ομάδα παρέμβασης) με το SAP (ομάδα ελέγχου). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η διαφορά στο ποσοστό του χρόνου εντός του στόχου των 70-180 mg/dl κατά τη διάρκεια καθεμίας εκ των δύο περιόδων. Σημαντικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν το ποσοστό χρόνου > 180 mg/dl, το επίπεδο της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, τα μέσα επίπεδα γλυκόζης, και το ποσοστό του χρόνου < 70 mg/dl. Παράλληλα αξιολογήθηκε και το προφίλ ασφάλειας των δύο θεραπειών.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 74 ασθενείς, με μέση ηλικία τα 5.6±1.6 έτη και μέση γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη 7.3±0.7%. Το ποσοστό του χρόνου εντός στόχου ήταν 8.7%  (95% CI: 7.4-9.9) υψηλότερο κατά την περίοδο χρήσης του συστήματος κλειστού κυκλώματος σε σχέση με την περίοδο με τη χρήση SAP (P<0.001). Η μέση διαφορά στο χρόνο πάνω από το στόχο ήταν -8.5% (95% CI: −9.9 to −7.1), η διαφορά στη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ήταν −0.4% (95% CI: −0.5 to −0.3), και η διαφορά στη μέση τιμή γλυκόζης ήταν −12.3 mg/dl (95% CI: −14.8 to −9.8) (P<0.001). Ο χρόνος σε υπογλυκαιμία δε διέφερε μεταξύ των δύο θεραπειών (P=0.74). Ο διάμεσος χρόνος στο σύστημα κλειστού κυκλώματος ήταν 95% (ενδοτεταρτημοριακό εύρος: 92-97%) κατά τη διάρκεια των 16 εβδομάδων θεραπείας. Μόνο ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας αναφέρθηκε κατά την περίοδο του κλειστού κυκλώματος, το οποίο μάλιστα δε θεωρήθηκε πως είχε σχέση με το σύστημα καθαυτό.

Συμπερασματικά, η αντλία ινσουλίνης κλειστού κυκλώματος φαίνεται πως βελτιώνει σημαντικά τον γλυκαιμικό έλεγχο σε πολύ νεαρά παιδιά με διαβήτη τύπου 1.

Η επίδραση της φινερενόνης στα καρδιαγγειακά συμβάματα σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο και διαβήτη τύπου 2

Pitt B, Filippatos G, Agarwal R, et al. N Engl J Med. 2021;385(24):2252-2263.

 

Η φινερενόνη, ένας εκλεκτικός, μη στεροειδικός ανταγωνιστής του υποδοχέα των αλατοκορτικοειδών, έχει γνωστά καρδιονεφρικά οφέλη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ) σταδίου 3 ή 4 με σοβαρή αλβουμινουρία και διαβήτη τύπου 2. Τα αποτελέσματα της χρήσης της όμως σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και μεγαλύτερο εύρος ΧΝΝ δεν είναι ξεκάθαρα.

Σε αυτή τη διπλά τυφλή μελέτη, ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν φινερενόνη είτε εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς κρίθηκαν κατάλληλοι να συμμετάσχουν εφόσον είχαν λόγο αλβουμίνης-προς-κρεατινίνης μιας ούρησης (UACR) μεταξύ 30-300 mg/g  και εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης (eGFR) μεταξύ 25-90 ml/min/m2 (ΧΝΝ σταδίου 2-4) ή UACR μεταξύ 300-5000 mg/g και eGFR τουλάχιστον 60 ml/min/m2 (ΧΝΝ σταδίου 1 ή 2). Οι ασθενείς ελάμβαναν θεραπεία με αναστολείς του άξονα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης η οποία πριν την τυχαιοποίηση είχε προσαρμοστεί στη μέγιστη δόση η οποία δεν προκαλούσε ανεπιθύμητες ενέργειες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, σε ανάλυση χρόνου-μέχρι -το-σύμβαμα, ήταν ο θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια, το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, το μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, ή η νοσηλεία για καρδιακή ανεπάρκεια. Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η νεφρική ανεπάρκεια, η μείωση του eGFR σε σύγκριση με την έναρξη τουλάχιστον κατά 40%, ή ο θάνατος από νεφρικά αίτια. Η ασφάλεια αξιολογήθηκε μέσω αναφοράς των ανεπιθύμητων ενεργειών από τους ερευνητές.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 7437 ασθενείς. Μετά από διάμεση παρακολούθηση 3.4 ετών, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε σε 458 από τους 3686 ασθενείς (12.4%) στην ομάδα της φινερενόνης και σε 519 από τους 3666 (14.2%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR: 0.87, 95% CI: 0.76-0.98, P=0.03), με το όφελος να οφείλεται κυρίως στη μείωση της νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια (HR: 0.71, 95% CI: 0.56-0.90). Το δευτερεύον καταληκτικό σημείο παρατηρήθηκε σε 350 ασθενείς (9.5%) στην ομάδα της φινερενόνης και σε 395 (10.8%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR: 0.87, 95% CI: 0.76-1.01). Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών δε διέφερε μεταξύ των δύο ομάδων. Η επίπτωση της διακοπής του φαρμάκου λόγω υπερκαλιαιμίας ήταν μεγαλύτερη με τη φινερενόνη (1.2%) σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (0.4%).

Συμπερασματικά, σε ασθενείς με ΣΔ2 και ΧΝΝ σταδίου 2-4 με μέτρια αλβουμινουρία ή σταδίου 1-2 με σοβαρή αλβουμινουρία, η φινερενόνη βελτιώνει σε στατιστικά σημαντικό βαθμό τις καρδιαγγειακές, αλλά όχι και τις νεφρικές, εκβάσεις συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο.

 

H επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στα καρδιοαγγειακά και νεφρικά συμβάματα σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και μειωμένο κλάσμα εξώθησης

Milton Packer, M.D., Stefan D. Anker, M.D., Ph.D., Javed Butler, M.D., Gerasimos Filippatos, M.D.et al. New Engl J Med 2020;383: 1413-1424

 

Έχει διαπιστωθεί ότι οι αναστολείς SGLT2 μειώνουν τον κίνδυνο νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ανεξάρτητα από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Θα ήταν σκόπιμο να εκτιμηθεί η επίδραση των φαρμάκων αυτών σε ασθενείς από το ευρύτερο φάσμα της καρδιακής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένων αυτών με σημαντικά μειωμένο κλάσμα εξώθησης.

Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη τυχαιοποιήθηκαν 3730 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου II, III ή IV κατά NYHA και κλάσμα εξώθησης ≤40%, έτσι ώστε να λάβουν είτε εμπαγλιφλοζίνη 10 mg, είτε εικονικό φάρμακο, επιπλέον της ενδεδειγμένης θεραπείας για την καρδιακή ανεπάρκεια. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν οι νοσηλείες λόγω επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας ή ο καρδιοαγγειακός θάνατος.

Μετά από διάμεση παρακολούθηση 16 μηνών, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο εμφανίσθηκε σε  361 από 1863 ασθενείς (19,4%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και σε 462 από 1867 ασθενείς (24,7%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (HR:0,75; 95% [CI], 0,65-0,86; P<0,001). Η ευνοϊκή επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης στο πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ανεξάρτητη από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Παρατηρήθηκε επίσης σημαντική μείωση των συνολικών νοσηλειών λόγω καρδιακής ανεπάρκειας (ΗR:0,70; 95% CI, 0,58-0,85; P<0,001) και σημαντική επιβράδυνση της επιδείνωσης του eGFR στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης έναντι της ομάδας του εικονικού φαρμάκου (–0.55 έναντι –2.28 ml/min/1.73 m2 , P<0,001). Επιπρόσθετα, στους ασθενείς που έλαβαν εμπαγλιφλοζίνη, μειώθηκε σημαντικά και ο κίνδυνος εμφάνισης του σύνθετου νεφρικού καταληκτικού σημείου (επιδείνωση eGFR>40%, νεφρική νόσος τελικού σταδίου και θάνατος λόγω νεφρικής νόσου). Οι μη-επιπλεγμένες λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος ήταν συχνότερες στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης.

Συμπερασματικά, σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και μειωμένο κλάσμα εξώθησης, που ελάμβαναν την ενδεδειγμένη θεραπεία για καρδιακή ανεπάρκεια, η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης οδήγησε σε σημαντική μείωση του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου (νοσηλείες λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ή καρδιαγγειακός θάνατος), ανεξαρτήτως ιστορικού σακχαρώδους διαβήτη.

 

Χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο κλάσμα εξώθησης

Stefan D. Anker, M.D., Ph.D., Javed Butler, M.D., Gerasimos Filippatos, M.D., Ph.D., et al. N Engl J Med 2021; 385: 1451-1461

 

Οι αναστολείς SGLT2 μειώνουν τον κίνδυνο νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και μειωμένο κλάσμα εξώθησης, αλλά η επίδρασή τους σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο κλάσμα εξώθησης δεν έχει μελετηθεί.

Σε αυτή την τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, 5988 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου ΙΙ, ΙΙΙ ή ΙV κατά NYHA και κλάσμα εξώθησης ≥ 40%, τυχαιοποιήθηκαν έτσι ώστε να λάβουν είτε εμπαγλιφλοζίνη 10 mg, είτε εικονικό φάρμακο, επιπλέον της συνήθους αγωγής. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν οι νοσηλείες λόγω επιδείνωσης της καρδιακής ανεπάρκειας ή ο καρδιοαγγειακός θάνατος.

Μετά από διάμεση παρακολούθηση 26,2 μηνών, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο εμφανίσθηκε σε 415 από 2997 ασθενείς (13,8%) στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και 511 από 2991 ασθενείς (17,1%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (ΗR:0,79; 95% [CI], 0,69 – 0,90; P<0.001). Το όφελος σχετίσθηκε με μείωση των νοσηλειών λόγω καρδιακής ανεπάρκειας στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης και ήταν ανεξάρτητο από το ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Επίσης, η ευνοϊκή επίδραση της εμπαγλιφλοζίνης ήταν μικρότερη  σε ασθενείς με κλάσμα εξώθησης ≥60%. Οι συνολικές νοσηλείες λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ήταν λιγότερες στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (407 με την εμπαγλιφλοζίνη και 541 με το εικονικό φάρμακο) ΗR: 0,73; 95% [CI] 0,61- 0,88; P<0,001). Επίσης οι μη-επιπλεγμένες λοιμώξεις του γεννητικού συστήματος, οι ουρολοιμώξεις και η υπόταση ήταν συχνότερες με την εμπαγλιφλοζίνη.

Συμπερασματικά, η εμπαγλιφλοζίνη μείωσε σημαντικά το πρωτεύον καταληκτικό σημείο (νοσηλείες λόγω καρδιακής ανεπάρκειας ή καρδιοαγγειακός θάνατος) σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και διατηρημένο κλάσμα εξώθησης, ανεξαρτήτως ιστορικού σακχαρώδους διαβήτη.

 

Σύγκριση της συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης με εμφάνιση των δεδομένων σε πραγματικό χρόνο (rtCGM) με τη συνεχή καταγραφή της γλυκόζης με εμφάνιση των δεδομένων κατ’ επίκληση του χρήστη (isCGM), σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1. Μία προοπτική, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη (ALERTT1), διάρκειας 6 μηνών

Margaretha M Visser, Sara Charleer, Steffen Fieuw et al. Lancet 2021;397: 2275-83

Τα συστήματα συνεχούς καταγραφής της γλυκόζης μετρούν συνεχώς τα επίπεδα της γλυκόζης και εμφανίζουν τα δεδομένα είτε σε πραγματικό χρόνο (real-time continuous glucose monitoring [rtCGM]), είτε κατ’ επίκληση του χρήστη (intermittently scanned continuous glucose monitoring [isCGM]). Εντούτοις, δεν είναι σαφές κατά πόσο η αλλαγή από isCGM σε rtCGM προσφέρει περαιτέρω όφελος. Στη συγκεκριμένη μελέτη έγινε σύγκριση του rtCGM με isCGM σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 1.

Πρόκειται για μία προοπτική, παράλληλων ομάδων, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη κλινική μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 6 νοσοκομεία στο Βέλγιο. Στη μελέτη εντάχθηκαν ενήλικες με ΣΔ τύπου 1, που έκαναν ήδη χρήση isCGM και τυχαιοποιήθηκαν (1:1), είτε σε rtCGM (ομάδα παρέμβασης), είτε σε isCGM (ομάδα control). Οι ασθενείς και οι ερευνητές γνώριζαν την κατανομή των ομάδων. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η μέση διαφορά μεταξύ των ομάδων στο χρόνο εντός στόχου (70-180 mg/dl) μετά από 6 μήνες.

Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 254 ασθενείς σε rt CGM (n=127) ή σε isCGM (n=127). Από αυτούς, 124 και 122 ασθενείς ολοκλήρωσαν τη μελέτη, αντιστοίχως. Μετά από 6 μήνες, ο χρόνος εντός στόχου αυξήθηκε σημαντικά με το rtCGM έναντι του isCGM (59,6% έναντι 51,9%; μέση διαφορά 6,85 εκατοστιαίες μονάδες [95% CI 4,36–9,34]; p<0,0001). Επίσης, μετά από 6 μήνες η HbA1c ήταν χαμηλότερη (7,1% έναντι 7,4%; p<0,0001), ενώ μειώθηκε και ο χρόνος σε κλινικά σημαντική υπογλυκαιμία (<54 mg/dl) (0,47% έναντι 0,84%; p=0,0070) με το rtCGM έναντι του isCGM. Παρατηρήθηκε επίσης σημαντική μείωση και του φόβου της υπογλυκαιμίας, όπως εκτιμήθηκε από ένα επικυρωμένο ερωτηματολόγιο (Hypoglycaemia Fear Survey version II worry subscale score) (15,4 έναντι 18,0; p=0,0071). Οι δερματικές αντιδράσεις ήταν συχνότερες με το isCGM, ενώ η αιμορραγία μετά την εισαγωγή του αισθητήρα αναφέρθηκε συχνότερα με το rtCGM.

Συμπερασματικά, σε ένα μη-επιλεγμένο ενήλικο πληθυσμό με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, η αλλαγή από isCGM σε rtCGM οδήγησε σε σημαντική βελτίωση του χρόνου εντός στόχου μετά από 6 μήνες αλλά και σε μείωση του χρόνου σε κλινικά σημαντική υπογλυκαιμία, ενώ παράλληλα βελτίωσε και την ποιότητα ζωής των ασθενών.