Μελέτη φάσης 3 για τη χορήγηση της σεμαγλουτίδης σε  στεατοηπατίτιδα, που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία.

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου


Arun J. Sanyal, M.D., Philip N. Newsome, M.B., Ch.B., Ph.D., Iris Kliers, M.D., Laura Harms Østergaard, M.Sc., Michelle T. Long, M.D., Mette Skalshøi Kjær, M.D., Ph.D., Anna M.G. Cali, M.D., Elisabetta Bugianesi, M.D., Ph.D., Mary E. Rinella, M.D., Michael Roden, M.D., and Vlad Ratziu, M.D., Ph.D., for the ESSENCE Study Group

N Engl J Med 2025;392:2089-2099

 

Εισαγωγή

Η σεμαγλουτίδη είναι υποψήφια για τη θεραπεία της στεατοηπατίτιδας, που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία (MASH).

Μέθοδοι

Η συγκεκριμένη  κλινική μελέτη ήταν μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, στην οποία εντάχθηκαν 1197 ασθενείς με στεατοηπατίτιδα, επιβεβαιωμένη με βιοψία και ίνωση σταδίου 2 ή 3. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 ώστε να λάβουν εβδομαδιαίως σεμαγλουτίδη σε δόση 2,4 mg ή εικονικό φάρμακο για 240 εβδομάδες. Τα αποτελέσματα μιας προγραμματισμένης ενδιάμεσης ανάλυσης που διεξήχθη την εβδομάδα 72 και στην οποία συμμετείχαν οι πρώτοι 800 ασθενείς αναφέρονται εδώ (μέρος 1). Τα πρωτογενή καταληκτικά σημεία για το πρώτο μέρος ήταν η βελτίωση της στεατοηπατίτιδας χωρίς επιδείνωση της ηπατικής ίνωσης και η μείωση της ηπατικής ίνωσης χωρίς επιδείνωση της στεατοηπατίτιδας.

Αποτελέσματα

Μεταξύ των συμμετεχόντων, 62,9% στην ομάδα της σεμαγλουτίδης εμφάνισαν βελτίωση της στεατοηπατίτιδας χωρίς επιδείνωση της ίνωσης έναντι 34,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (εκτιμώμενη διαφορά, 28,7 %, 95%  [CI], 21,1 – 36,2, P<0,001). Μείωση της ηπατικής ίνωσης χωρίς επιδείνωση της στεατοηπατίτιδας αναφέρθηκε σε 36,8% των ασθενών στην ομάδα της σεμαγλουτίδης έναντι 22,4% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (εκτιμώμενη διαφορά, 14,4%, 95% [CI], 7,5-21,3, p<0,001). Τα αποτελέσματα για τα τρία δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία, που συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση ήταν τα εξής: η συνδυασμένη υποχώρηση της στεατοηπατίτιδας και μείωση της ηπατικής ίνωσης αναφέρθηκε σε 32,7% των ασθενών στην ομάδα της σεμαγλουτίδης έναντι 16,1% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (εκτιμώμενη διαφορά, 16,5%, 95% [CI], 10,2- 22,8, P<0,001). Η μέση μεταβολή του σωματικού βάρους ήταν −10,5% στην ομάδα της σεμαγλουτίδης  έναντι −2,0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (εκτιμώμενη διαφορά, −8.5 %, 95% [CI], −9,6 έως −7,4, P<0,001).  Οι γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συχνότερες στην ομάδα της σεμαγλουτίδης.

Συμπεράσματα

Σε ασθενείς με στεατοηπατίτιδα, που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία και μέτρια ή προχωρημένη ηπατική ίνωση, η εβδομαδιαία χορήγηση σεμαγλουτίδης σε δόση 2,4 mg βελτίωσε την ηπατική ιστολογία.

Εβδομαδιαία χορήγηση σεμαγλουτίδης σε δόση 7,2 mg σε ενήλικες με παχυσαρκία (STEP UP): μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη κλινική μελέτη φάσης 3β

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου


Sean Wharton, MD,  Paula Freitas, PhDJοran Hjelmesæth, MD,  Maria Kabisch, PhD, Kristian Kandler, MD,  Prof Ildiko Lingvay, MD, et al.

Lancet Diabetes &Endocrinology, Volume 13, Issue 11, p949-963, November 2025

 

Εισαγωγή

Η εβδομαδιαία υποδόρια χορήγηση σεμαγλουτίδης σε δόση 2,4 mg έχει λάβει έγκριση για τη διαχείριση του σωματικού βάρους σε άτομα με παχυσαρκία και σχετιζόμενες επιπλοκές. Εντούτοις, ορισμένα άτομα δεν επιτυγχάνουν τους επιθυμητούς θεραπευτικούς  στόχους με τη συγκεκριμένη δοσολογία. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας μιας υψηλότερης δόσης σεμαγλουτίδης (7·2 mg) σε άτομα με παχυσαρκία.

Μέθοδοι

Η STEP UP ήταν μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη φάσης 3β, που διεξήχθη σε 95 νοσοκομεία, εξειδικευμένες κλινικές και ιατρικά κέντρα σε 11 χώρες. Στη μελέτη εντάχθηκαν ενήλικες με ΔΜΣ ≥ 30 kg/m2 , χωρίς σακχαρώδη διαβήτη. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν  (5:1:1) έτσι ώστε να λάβουν εβδομαδιαίως σεμαγλουτίδη 7·2 mg, 2·4 mg ή εικονικό φάρμακο, σε συνδυασμό με υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση  για 72 εβδομάδες. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η ποσοστιαία μεταβολή του σωματικού βάρους και το ποσοστό των συμμετεχόντων με μείωση σωματικού βάρους ≥ 5% για τη σεμαγλουτίδη 7·2 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου από το baseline έως την εβδομάδα 72. Τα επιβεβαιωτικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η ποσοστιαία μεταβολή του σωματικού βάρους με σεμαγλουτίδη σε δόση 7·2 mg έναντι 2·4 mg, μεταβολή στην περίμετρο της μέσης (cm) και ποσοστό των συμμετεχόντων με μειώσεις σωματικού βάρους ≥ 10%, ≥ 15%, ≥ 20% και ≥ 25%  έναντι του εικονικού φαρμάκου, και ≥ 20%, ≥ 25%  έναντι της δόσης 2.4 mg. Η ασφάλεια αξιολογήθηκε σε όλους τους συμμετέχοντες που έλαβαν τουλάχιστον μία δόση του φαρμάκου.

Ευρήματα

Στη μελέτη συνόλικα εντάχθηκαν 1407 συμμετέχοντες, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν σεμαλουτίδη 7.2 mg (n=1005), σεμαγλουτίδη 2.4 mg (n=201), ή εικονικό φάρμακο (n=201). Μεταξύ των συμμετεχόντων, 1037 (73.7%) ήταν γυναίκες, η μέση ηλικία ήταν 47 (12) έτη, το μέσο σωματικό βάρος ήταν 113.0 (24.1) kg και ο μέσος ΔΜΣ ήταν 39.9 (7.1) kg/m2. Η μέση μεταβολή του σωματικού βάρους ήταν μεγαλύτερη με τη σεμαγλουτίδη 7·2 mg έναντι της δόσης 2.4 mg (–18·7% [ 0.4] έναντι -15.6% [0.7], εκτιμώμενη διαφορά θεραπείας -3.1% (95% [CI] –4.7 έως –1.6); p<0.0001 και με σεμαγλουτίδη 7.2 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου(–18.7% [0.4] έναντι –3.9% [0.6]; εκτιμώμενη διαφορά θεραπείας –14.8% (95% [CI] –16.2 έως –13·4]; p<0.0001)  Οι συμμετέχοντες στην ομάδα της σεμαγλουτίδης 7·2 mg είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να πετύχουν απώλεια σωματικού βάρους ≥ 5% (λόγος πιθανοτήτων 12.1 (95% [CI] 8.3 -17.6]; p<0.0001), ≥10% (14.5 [9.6 – 21.9]; p<0.0001), ≥ 15% (20.3 [11.2- 36.8]; p<0.0001), ≥ 20% (27.3 [10.9 – 68.0]; p<0.0001), και ≥ 25%  (127.4 [36.8 – 441.4]; p<0.0001) συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο; Είχαν επίσης μεγαλύτερη πιθανότητα να πετύχουν μείωση σωματικού βάρους ≥ 20%  (1.8 [1.3 – 2.4]; p=0.0006) και ≥ 25% (2.4 [1.6-3.5]; p<0.0001) συγκριτικά με τη δόση 2.4 mg. Βελτίωση στην περίμετρο μέσης παρατηρήθηκε με τη σεμαγλουτίδη 7.2 mg έναντι του εικονικού φαρμάκου (εκτιμώμενη διαφορά θεραπείας –11.7 cm (95% [CI] –13.0 έως –10.4]; p<0.0001).

Ερμηνεία

Η σεμαγλουτίδη 7·2 mg ήταν ανώτερη από το εικονικό φάρμακο και τη δόση 2·4 mg για τη μείωση του σωματικού βάρους σε ενήλικες με παχυσαρκία, διατηρώντας παράλληλα ευνοϊκό προφίλ κινδύνου-οφέλους.

Χορήγηση τιρζεπατίδης σε ενήλικες ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1: Μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικο φάρμακο κλινική μελέτη φάσης 2 (μελέτη TIRTLE1).

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου.


Jennifer R. Snaith, Ruth Frampton, Dorit Samocha-Bonet, and Jerry R. Greenfield
Diabetes Care 2026;49(1):161–170

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο επιπολασμός της παχυσαρκίας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 παρουσιάζει σημαντική αύξηση. Η επίδραση της τιρζεπατίδης, η οποία είναι διπλός αγωνιστής του προσομοιάζοντος με τη γλυκαγόνη πεπτιδίου 1 (GLP-1) και του γλυκοζο-εξαρτώμενου ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP) σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, δεν έχει μελετηθεί επαρκώς.

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ

Η παρούσα μελέτη αποτελεί μία διπλά – τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη φάσης 2, διάρκειας 12 εβδομάδων. Στη μελέτη εντάχθηκαν ενήλικες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και ΔΜΣ >30 kg/m2. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν έτσι ώστε να λάβουν τιρζεπατίδη εβδομαδιαίως (2.5 mg για 4 εβδομάδες, 5,0 mg για 8 εβδομάδες) ή εικονικό φάρμακο. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μεταβολή του σωματικού βάρους στις 12 εβδομάδες.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά εντάχθηκαν στη μελέτη 24 άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, εκ των οποίων 22 ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Μετά από 12 εβδομάδες, η μέση μεταβολή του σωματικού βάρους ήταν −10,3 kg (95% [CI] −12,8 έως −7,7 kg) στην ομάδα της τιρζεπατίδης και −0,7 kg (95% [CI] − 1,4 έως 2,8 kg) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, με εκτιμώμενη διαφορά θεραπείας −8,7 kg (95% [CI] −12,0 έως −5,5 kg, p< 0,0001), που αντιπροσωπεύει 8,8% απώλεια βάρους. Στην ομάδα της τιρζεπατίδης, 100% και 45% των συμμετεχόντων παρουσίασαν απώλεια βάρους ≥5% και ≥ 10% αντιστοίχως, σε σύγκριση με 9% και 0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η τριζεπατίδη οδήγησε σε βελτίωση της  HbA1c (μέση διαφορά −0,4% (95% [CI] −0,7 έως 0,0%) έναντι του εικονικού φαρμάκου, p = 0,05) και μείωση της συνολικής ημερήσιας δόσης ινσουλίνης (− ­24,2 μονάδες/ημέρα στην ομάδα της τιρζεπατίδης και −0,3 μονάδες/ημέρα στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η διαφορά από την έναρξη έναντι του εικονικού φαρμάκου −35,1% (95% [CI] −46,5 έως −21,3%, p=0,0002). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε καμία από τις δύο ομάδες.

ΣΥΜΠΕΡAΣΜΑΤΑ

Μεταξύ  ενηλίκων ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και παχυσαρκία, η τιρζεπατίδη αποδείχθηκε ανώτερη από το εικονικό φάρμακο για την απώλεια σωματικού  βάρους σε διάστημα 12 εβδομάδων.

 

Συσχέτιση μεταξύ μεταβολικού συνδρόμου και έναρξη άνοιας σε νεαρή ηλικία: Μια πανεθνική πληθυσμιακή μελέτη

Επιμέλεια

Κωνσταντίνος Μαρκάκης

Παθολόγος με εξειδίκευση στο Σακχαρώδη Διαβήτη, Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας Πανεπιστημίου Πατρών, Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών.

 


Jeong-Yoon Lee, Kyungdo Han, Jonguk Kim, Jae-Sung Lim, Dae Young Cheon, Minwoo Lee

Neurology. 2025 May 27;104(10):e213599. doi: 10.1212/WNL.0000000000213599

 

Εισαγωγή και στόχοι: Η άνοια με έναρξη σε νεαρή ηλικία (Young-onset dementia, YOD) θέτει σημαντικά κοινωνικά και υγειονομικά βάρη. Παρόλο που το μεταβολικό σύνδρομο (MetS) αναγνωρίζεται ως παράγοντας που συμβάλλει στην άνοια όψιμης έναρξης, η επίδρασή του στην YOD παραμένει ασαφής. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν να προσδιοριστεί εάν το MetS και τα μεμονωμένα συστατικά του αυξάνουν τον κίνδυνο YOD, συμπεριλαμβανομένης της άνοιας κάθε αιτιολογίας, της νόσου Αλτσχάιμερ (Alzheimer disease, AD) και της αγγειακής άνοιας (vascular dementia, VaD).

Μέθοδοι: Πρόκειται για μια πανεθνική πληθυσμιακή μελέτη κοόρτης χρησιμοποιώντας δεδομένα από την Εθνική Υπηρεσία Ασφάλισης της Κορέας. Συμπεριλήφθηκαν άτομα ηλικίας 40-60 ετών που υποβλήθηκαν σε εθνικούς ελέγχους υγείας το 2009 και παρακολουθήθηκαν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020 ή την ηλικία των 65 ετών, όποιο από τα δύο συνέβη πρώτο. Το MetS ορίστηκε σύμφωνα με τις καθιερωμένες οδηγίες, ενσωματώνοντας μετρήσεις της περιφέρειας μέσης, της αρτηριακής πίεσης, της γλυκόζης νηστείας, των τριγλυκεριδίων και της HDL. Οι συμμεταβλητές περιελάμβαναν την ηλικία, το φύλο, το επίπεδο εισοδήματος, το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ και συννοσηρότητες όπως η υπέρταση, ο διαβήτης, η δυσλιπιδαιμία και η κατάθλιψη. Το πρωτεύον αποτέλεσμα ήταν η επίπτωση της YOD κάθε αιτιολογίας, που ορίζεται ως η διάγνωση άνοιας πριν από την ηλικία των 65 ετών. Τα δευτερεύοντα αποτελέσματα περιελάμβαναν την AD σε νεαρή ηλικία και την VaD. Χρησιμοποιήθηκαν πολυπαραγοντικά μοντέλα αναλογικού κινδύνου του Cox για την εκτίμηση των λόγων κινδύνου (HRs) με 95% διαστήματα εμπιστοσύνης (CI).

Αποτελέσματα: Συμπεριλήφθηκαν συνολικά 1.979.509 συμμετέχοντες (μέση ηλικία, 49,0 έτη, 51,3% άνδρες, 50,7% με μεταβολικό σύνδρομο). Κατά τη διάρκεια μιας μέσης παρακολούθησης 7,75 ετών, 8.921 άτομα (0,45%) ανέπτυξαν YOD. Το μεταβολικό σύνδρομο συσχετίστηκε με 24% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης YOD από κάθε αιτία (προσαρμοσμένο HR 1,24, 95% CI 1,19-1,30), 12,4% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Alzheimer (HR 1,12, 95% CI 1,03-1,22) και 20,9% αυξημένο κίνδυνο VaD (HR 1,21, 95% CI 1,08-1,35). Σημαντικές αλληλεπιδράσεις παρατηρήθηκαν με νεότερη ηλικία (40-49 έναντι 50-59), γυναικείο φύλο, κατάσταση κατανάλωσης αλκοόλ, παχυσαρκία και κατάθλιψη.

Συζήτηση: Σε αυτή τη μεγάλη κορεατική κοόρτη, το μεταβολικό σύνδρομο και τα μεμονωμένα συστατικά του συσχετίστηκαν σημαντικά με αυξημένο κίνδυνο YOD. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι παρεμβάσεις που στοχεύουν το μεταβολικό σύνδρομο μπορούν να βοηθήσουν στον μετριασμό του κινδύνου YOD. Ωστόσο, καθώς πρόκειται για μελέτη παρατήρησης δεν μπορούν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα για αιτιώδη συσχέτιση και η εξάρτηση από δεδομένα δηλώσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε λάθη ταξινόμησης. Απαιτείται μελλοντική έρευνα με διαχρονικό σχεδιασμό (longitudinal design) και ολοκληρωμένη συλλογή δεδομένων για την επικύρωση και την επέκταση αυτών των συσχετίσεων.

Μελέτη CRISTAL: Σύγκριση θεραπείας με αντλία ινσουλίνης υβριδικού κλειστού κυκλώματος και συνήθους ινσουλινοθεραπείας σε έγκυες γυναίκες με διαβήτη τύπου 1 (CRISTAL): μια ανοιχτή, παράλληλων ομάδων, τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη

Επιμέλεια

Κωνσταντίνος Μαρκάκης

Παθολόγος με εξειδίκευση στο Σακχαρώδη Διαβήτη, Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας Πανεπιστημίου Πατρών, Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών.

 


Katrien Benhalima, Kaat Beunen, Nancy Van Wilder, Dominique Ballaux, Gerd Vanhaverbeke, Youri Taes, Xavier-Philippe Aers, Frank Nobels, Joke Marlier, Dahae Lee, Joke Cuypers, Vanessa Preumont, Sarah E Siegelaar, Rebecca C Painter, Annouschka Laenen, Pieter Gillard, Chantal Mathieu

Lancet Diabetes Endocrinol. 2024 Jun;12(6):390-403.

doi: 10.1016/S2213-8587(24)00089-5

 

Εισαγωγή: Η θεραπεία με προηγμένη αντλία ινσουλίνης υβριδικού κλειστού κυκλώματος (Advanced hybrid closed loop, AHCL) μπορεί να βελτιώσει τον γλυκαιμικό έλεγχο σε έγκυες γυναίκες με διαβήτη τύπου 1. Ωστόσο, απαιτούνται δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των συστημάτων AHCL, για χρήση σε έγκυες γυναίκες. Στόχος της μελέτης ήταν να διερευνηθεί εάν το MiniMed 780G μπορεί να βελτιώσει τον γλυκαιμικό έλεγχο με λιγότερη υπογλυκαιμία σε έγκυες γυναίκες με διαβήτη τύπου 1.

Μέθοδοι: Η CRISTAL ήταν μια διπλή, παράλληλης ομάδας, ανοιχτή, τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή που διεξήχθη σε δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εξειδικευμένα ενδοκρινολογικά κέντρα σε 12 νοσοκομεία (11 στο Βέλγιο και ένα στην Ολλανδία). Έγκυες γυναίκες ηλικίας 18-45 ετών με διαβήτη τύπου 1 τυχαιοποιήθηκαν (1:1) σε θεραπεία AHCL (MiniMed 780G) ή σε τυπική ινσουλινοθεραπεία (τυπική φροντίδα). Ο  διάμεσος χρόνος της τυχαιοποίησης ήταν στις 10,1 (IQR 8,6-11,6) εβδομάδες κύησης. Η τυχαιοποίηση έγινε κεντρικά ανάλογα με την αρχική HbA1c, τη μέθοδο χορήγησης ινσουλίνης και το κέντρο. Το πρωτεύον αποτέλεσμα ήταν το ποσοστό του χρόνου εντός του ειδικού για την εγκυμοσύνη στόχου εύρους τιμών σακχάρου (pregnancy-specific target glucose range, 3,5-7,8 mmol/L, 63-140mg/dL), μετρούμενο με συνεχή παρακολούθηση γλυκόζης (CGM) στις 14-17 εβδομάδες, 20-23 εβδομάδες, 26-29 εβδομάδες και 33-36 εβδομάδες. Τα βασικά δευτερεύοντα αποτελέσματα ήταν ο χρόνος εντός του εύρους-στόχου κατά τη διάρκεια της νύχτας και ο χρόνος κάτω από το εύρος στόχου γλυκόζης (<3,5 mmol/L, 63mg/dL) συνολικά και κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι αναλύσεις διεξήχθησαν με βάση την πρόθεση θεραπείας (intention-to-treat basis).

Αποτελέσματα: Μεταξύ 15 Ιανουαρίου 2021 και 30 Σεπτεμβρίου 2022, 101 συμμετέχοντες εξετάστηκαν και 95 τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία AHCL (n=46) ή σε τυπική θεραπεία ινσουλίνης (n=49). 43 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία AHCL και 46 που έλαβαν τυπική ινσουλινοθεραπεία ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Κατά την έναρξη, 91 (95,8%) συμμετέχουσες χρησιμοπoιούσαν αντλίες ινσουλίνης και η μέση τιμή HbA1c ήταν 6,5% (SD 0,6). Το μέσο ποσοστό χρόνου εντός στόχου (κατά μέσο όρο σε τέσσερις χρονικές περιόδους) ήταν 66,5% (SD 10,0) στην ομάδα θεραπείας AHCL σε σύγκριση με 63,2% (12,4) στην ομάδα τυπικής ινσουλινοθεραπείας (προσαρμοσμένη μέση διαφορά 1,88 ποσοστιαίες μονάδες [95% CI -0,82 έως 4,58], p=0,17). Ο χρόνος παραμονής εντός του εύρους-στόχου κατά τη διάρκεια της νύχτας ήταν υψηλότερος (προσαρμοσμένη μέση διαφορά 6,58 ποσοστιαίες μονάδες [95% CI 2,31 έως 10,85], p=0,0026). Ο συνολικός χρόνος κάτω από το στόχο (προσαρμοσμένη μέση διαφορά

-1,34 ποσοστιαίες μονάδες [95% CI, -2,19 έως -0,49], p=0,0020) και κατά τη διάρκεια της νύχτας (προσαρμοσμένη μέση διαφορά -1,86 ποσοστιαίες μονάδες [95% CI -2,90 έως -0,81], p=0,0005) ήταν χαμηλότερος με τη θεραπεία AHCL σε σχέση με την τυπική θεραπεία ινσουλίνης. Οι συμμετέχουσες που έλαβαν θεραπεία AHCL ανέφεραν υψηλότερη ικανοποίηση από τη θεραπεία. Δεν παρατηρήθηκαν απρόβλεπτα συμβάντα ασφάλειας με τη θεραπεία AHCL.

Συμπεράσματα: Σε έγκυες γυναίκες που ξεκίνησαν με αυστηρότερο γλυκαιμικό έλεγχο, η θεραπεία AHCL δεν βελτίωσε τον συνολικό χρόνο στο εύρος-στόχο, αλλά βελτίωσε τον χρόνο παραμονής εντός του εύρους-στόχου κατά τη διάρκεια της νύχτας, μείωσε τον χρόνο κάτω από το στόχο και βελτίωσε την ικανοποίηση από τη θεραπεία. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι το MiniMed 780G μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια κατά την εγκυμοσύνη και παρέχει ορισμένα πρόσθετα οφέλη σε σύγκριση με την τυπική ινσουλινοθεραπεία. Ωστόσο, θα είναι σημαντικό να βελτιωθεί ο αλγόριθμος ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις απαιτήσεις της εγκυμοσύνης.

Σημειώσεις:

1) Η σύσταση στις εγκύους υπό AHCL ήταν να χρησιμοποιούν τις βέλτιστες παραμέτρους (στόχος 100mg/dL και χρόνος ενεργού ινσουλίνης 2h).

Επιπρόσθετα, σχετικά με τα γεύματα υπήρχε η σύσταση να περιορίσουν την πρόσληψη υδατανθράκων με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη και να χορηγούν το bolus 15 λεπτά πριν από τα γεύματα (εάν χρειαζόταν, ο χρόνος από τη δόση bolus έως το γεύμα θα μπορούσε να αυξηθεί σε 30-45 λεπτά αργότερα κατά την εγκυμοσύνη).

Εάν εμφανιζόταν μεταγευματική υπεργλυκαιμία παρά τη βελτιστοποίηση των αναλογιών ινσουλίνης προς υδατάνθρακες (και μετά τη βελτιστοποίηση της διαιτητικής πρόσληψης και του χρόνου της δόσης bolus), στις εγκύους υπό AHCL υπήρχε η σύσταση να προσθέσουν περισσότερους υδατάνθρακες από αυτούς που πραγματικά κατανάλωναν και δίδονταν εξατομικευμένες συμβουλές σχετικά με το ποσοστό  υδατάνθρακων που πρέπει να προστεθεί ανάλογα με τις ανάγκες με τα γεύματα ή μεταξύ των γευμάτων ή, ή και τα δύο.

2) Η αντλία ινσουλίνης υβριδικού κλειστού κυκλώματος MiniMed 780G έλαβε άδεια για χρήση σε εγκύους με ΣΔ1 στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Ιούλιο του 2025.

Μελέτη SOUL: Σεμαγλουτίδη από του στόματος και καρδιαγγειακές εκβάσεις σε υψηλού κινδύνου ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

Επιμέλεια

Κωνσταντίνος Μαρκάκης

Παθολόγος με εξειδίκευση στο Σακχαρώδη Διαβήτη, Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας Πανεπιστημίου Πατρών, Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών.

 


Darren K McGuire, Nikolaus Marx, Sharon L Mulvagh, John E Deanfield, Silvio E Inzucchi, Rodica Pop-Busui, Johannes F E Mann, Scott S Emerson, Neil R Poulter, Mads D M Engelmann, Maria Sejersten Ripa, G Kees Hovingh, Kirstine Brown-Frandsen, Stephen C Bain, Matthew A Cavender, Mette Gislum, Jens-Peter David, John B Buse; SOUL Study Group

N Engl J Med. 2025 May 29;392(20):2001-2012. doi: 10.1056/NEJMoa2501006

 

Εισαγωγή: Η καρδιαγγειακή ασφάλεια της από του στόματος σεμαγλουτίδης έχει τεκμηριωθεί σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 και υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Σκοπός της μελέτης ήταν η αξιολόγηση της καρδιαγγειακής αποτελεσματικότητας της από του στόματος σεμαγλουτίδης σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 και αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νεφρική νόσο ή και τα δύο.

Μέθοδοι: Σε αυτή τη διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, βασιζόμενη σε συμβάντα μελέτη ανωτερότητας, ασθενείς ηλικίας 50 ετών και άνω, που είχαν διαβήτη τύπου 2 με επίπεδο γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης 6,5 έως 10,0% και είχαν γνωστή αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νεφρική νόσο ή και τα δύο τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν είτε άπαξ ημερησίως από του στόματος σεμαγλουτίδη (μέγιστη δόση, 14 mg) είτε εικονικό φάρμακο, επιπλέον της καθιερωμένης θεραπείας. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν τα μείζονα ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάματα (ένας συνδυασμός θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια, μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή μη θανατηφόρου εγκεφαλικού επεισοδίου), τα οποία αξιολογήθηκαν σε ανάλυση χρόνου έως το πρώτο συμβάν. Τα επιβεβαιωτικά δευτερεύοντα αποτελέσματα περιελάμβαναν μείζονα νεφρικά συμβάματα.

Αποτελέσματα: Μεταξύ των 9650 συμμετεχόντων που είχαν υποβληθεί σε τυχαιοποίηση, η μέση (±SD) παρακολούθηση ήταν 47,5 ± 10,9 μήνες και η διάμεση παρακολούθηση ήταν 49,5 μήνες. Σύμβαμα του περιλαμβάνεται στο κύριο καταληκτικό σημείο εμφανίστηκε σε 579 από τους 4825 συμμετέχοντες (12,0%· συχνότητα εμφάνισης, 3,1 επεισόδια ανά 100 ανθρωποέτη) στην ομάδα που έλαβε από του στόματος σεμαγλουτίδη, σε σύγκριση με 668 από τους 4825 συμμετέχοντες (13,8%· συχνότητα εμφάνισης, 3,7 επεισόδια ανά 100 ανθρωποέτη) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (λόγος κινδύνου, 0,86· διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 0,77 έως 0,96· P = 0,006). Τα αποτελέσματα για τα επιβεβαιωτικά δευτερεύοντα αποτελέσματα δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων. Η συχνότητα εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων ήταν 47,9% στην ομάδα που έλαβε σεμαγλουτίδη από το στόμα και 50,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η συχνότητα εμφάνισης γαστρεντερικών διαταραχών ήταν 5,0% και 4,4% αντίστοιχα.

Συμπεράσματα: Μεταξύ ατόμων με διαβήτη τύπου 2 και αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νεφρική νόσο ή και τα δύο, η χρήση σεμαγλουτίδης από το στόμα συσχετίστηκε με σημαντικά χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε σχέση με το εικονικό φάρμακο, χωρίς αύξηση της συχνότητας εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Μελέτη CONFIDENCE: Φινερενόνη με Εμπαγλιφλοζίνη σε Χρόνια Νεφρική Νόσο και Διαβήτη Τύπου 2

Επιμέλεια

Κωνσταντίνος Μαρκάκης

Παθολόγος με εξειδίκευση στο Σακχαρώδη Διαβήτη, Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας Πανεπιστημίου Πατρών, Παθολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών


 

Rajiv Agarwal, Jennifer B. Green, Hiddo J.L. Heerspink, Johannes F.E. MannJ anet B. McGill, Amy K. Mottl, Julio Rosenstock, Peter Rossing, Muthiah Vaduganathan, Meike Brinker, Robert Edfors, Na Li, Markus F. Scheerer, Charlie Scott and Masaomi Nangaku, for the CONFIDENCE Investigators

N Engl J Med. 2025 Aug 7;393(6):533-543. doi: 10.1056/NEJMoa2410659

 

Εισαγωγή: Τα δεδομένα που υποστηρίζουν την ταυτόχρονη έναρξη αναστολέων του συμμεταφορέα 2 νατρίου-γλυκόζης και της φινερενόνης, ενός μη στεροειδούς ανταγωνιστή των υποδοχέων αλατοκορτικοειδών, σε άτομα με χρόνια νεφρική νόσο και διαβήτη τύπου 2 είναι περιορισμένα.

Μέθοδοι: Ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης [eGFR], 30 έως 90 ml ανά λεπτό ανά 1,73 m2 επιφάνειας σώματος), λευκωματουρία (λόγος λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων 100 έως ≤5000 [με λευκωματίνη μετρούμενη σε χιλιοστόγραμμα και κρεατινίνη μετρούμενη σε γραμμάρια]) και διαβήτη τύπου 2, οι οποίοι ελάμβαναν ήδη αναστολέα του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης, τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 για να λάβουν φινερενόνη (με εικονικό φάρμακο αντίστοιχο με εμπαγλιφλοζίνη) σε δόση 10 ή 20 mg την ημέρα, εμπαγλιφλοζίνη σε δόση 10 mg την ημέρα (με εικονικό φάρμακο αντίστοιχο με φινερενόνη) ή συνδυασμό φινερενόνης και εμπαγλιφλοζίνης. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η σχετική αλλαγή στον λογαριθμικά μετασχηματισμένο μέσο όρο του λόγου λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων από την αρχική τιμή έως τις 180 ημέρες. Αξιολογήθηκε επίσης η ασφάλεια.

Αποτελέσματα: Κατά την έναρξη, η αναλογία λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων ήταν παρόμοια μεταξύ των συμμετεχόντων και στις τρεις ομάδες. Η διάμεση τιμή ήταν 579 (ενδοτεταρτημοριακό εύρος, 292 έως 1092) μεταξύ εκείνων με διαθέσιμα δεδομένα (265 στην ομάδα συνδυαστικής θεραπείας, 258 στην ομάδα φινερενόνης και 261 συμμετέχοντες στην ομάδα εμπαγλιφλοζίνης). Την 180η ημέρα, η μείωση του λόγου λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων με συνδυαστική θεραπεία ήταν 29% μεγαλύτερη από αυτή με τη φινερενόνη μόνο (μέσος λόγος ελαχίστων τετραγώνων της διαφοράς στην αλλαγή από την αρχική τιμή, 0,71 [διάστημα εμπιστοσύνης 95% [CI], 0,61 έως 0,82], P<0,001) και 32% μεγαλύτερη από αυτή με την εμπαγλιφλοζίνη μόνο (μέσος λόγος ελαχίστων τετραγώνων της διαφοράς στην αλλαγή από την αρχική τιμή, 0,68 [95% CI, 0,59 έως 0,79], P<0,001). Κανένας παράγοντας, μόνος του ή σε συνδυασμό, δεν οδήγησε σε απροσδόκητες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η συμπτωματική υπόταση, η οξεία νεφρική βλάβη και η υπερκαλιαιμία που οδήγησαν σε διακοπή του φαρμάκου ήταν ασυνήθεις.

Συμπεράσματα: Μεταξύ ατόμων με χρόνια νεφρική νόσο και διαβήτη τύπου 2, η αρχική θεραπεία με φινερενόνη συν εμπαγλιφλοζίνη οδήγησε σε μεγαλύτερη μείωση του λόγου λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων συγκριτικά με οποιαδήποτε από τις δύο θεραπείες μόνη της.

Κίνδυνος φίμωσης που σχετίζεται με τη χρήση SGLT2i έναντι GLP-1RA: Δανική μελέτη κοόρτης

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης


Ljungberg C, Nørgaard M, Vandenbroucke-Grauls C, Jakobsen JK, Charles MH, Pottegård A, Dalager-Pedersen M, Toft Sørensen H, Thomsen RW. Risk of Phimosis Associated With SGLT2i Versus GLP-1RA: A Danish Cohort Study. Diabetes Care. 2025 Oct 1;48(10):1774-1782. doi: 10.2337/dc25-0693. PMID: 40737110.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Οι αναστολείς του συμμεταφορέα νατρίου–γλυκόζης τύπου 2 (SGLT2i) προκαλούν γλυκοζουρία, που μπορεί να οδηγήσει σε λοίμωξη και φλεγμονή στο μικροπεριβάλλον της πόσθης, αυξάνοντας ενδεχομένως τον κίνδυνο εμφάνισης φίμωσης. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση του κινδύνου φίμωσης σε άνδρες με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) που ξεκινούν θεραπεία με SGLT2i σε σύγκριση με GLP-1 αγωνιστές (GLP-1RA).

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Πραγματοποιήθηκε μελέτη κοόρτης βάσει πληθυσμού η οποία προσομοίωσε μια τυπική τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή. Συμπεριλήφθηκαν ενήλικες άνδρες χρήστες μετφορμίνης στη Δανία που ξεκίνησαν θεραπεία με SGLT2i ή GLP-1RA κατά την περίοδο 2016-2021. Για την εξισορρόπηση πιθανών συγχυτικών παραγόντων εφαρμόστηκε αντίστροφη στάθμιση πιθανότητας θεραπείας (inverse probability of treatment weighting). Οι σταθμισμένοι κίνδυνοι και οι λόγοι κινδύνου (risk ratios) για εμφάνιση φίμωσης εκτιμήθηκαν βάσει εθνικών ιατρικών βάσεων δεδομένων της Δανίας.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά συμπεριλήφθηκαν 32.486 νέοι χρήστες SGLT2i και 14.793 νέοι χρήστες GLP-1RA, με διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 4 έτη (μέγιστη 8 έτη).

Ο κίνδυνος φίμωσης ήταν αυξημένος στους χρήστες SGLT2i. Ο ετήσιος κίνδυνος ήταν:

  • 0,9% για τους νέους χρήστες SGLT2i
  • 0,5% για τους χρήστες GLP-1RA
  • με αναλογία κινδύνου 1,88 (95% CI: 1,43-2,47).

Κατά τη διάρκεια 8 ετών παρακολούθησης, ο συνολικός κίνδυνος έφθασε το 4,8% στους χρήστες

SGLT2i και το 3,6% στους χρήστες GLP-1RA, με αναλογία κινδύνου 8ετίας 1,36 (95% ΔΕ, 1,14 – 1,61).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η χρήση SGLT2i συσχετίστηκε με σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης φίμωσης ένα έτος μετά την έναρξη θεραπείας, σε σύγκριση με τη χρήση GLP-1RA, σε άνδρες με ΣΔT2. Κατά την 8ετή παρακολούθηση, ο κίνδυνος παρέμεινε αυξημένος, γεγονός που υποδηλώνει εμμένουσα, μακροχρόνια συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση SGLT2i και στον αυξημένο κίνδυνο φίμωσης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Morris BJ, Matthews JG, Krieger JN. Prevalence of Phimosis in Males of All Ages: Systematic Review. 2020 Jan;135:124-132. doi: 10.1016/j.urology.2019.10.003. Epub 2019 Oct 23. PMID: 31655079.
  2. Dave CV, Schneeweiss S, Patorno E. Comparative risk of genital infections associated with sodium-glucose co-transporter-2 inhibitors. Diabetes Obes Metab. 2019 Feb;21(2):434-438. doi: 10.1111/dom.13531. Epub 2018 Oct 11. PMID: 30207042; PMCID: PMC6329650.
  3. Ljungberg C, Kristensen FPB, Dalager-Pedersen M, Vandenbroucke-Grauls C, Sørensen HT, Nørgaard M, Thomsen RW. Risk of Urogenital Infections in People With Type 2 Diabetes Initiating SGLT2is Versus GLP-1RAs in Routine Clinical Care: A Danish Cohort Study. Diabetes Care. 2025 Jun 1;48(6):945-954. doi: 10.2337/dc24-2169. PMID: 40173095.
  4. Hirji I, Andersson SW, Guo Z, Hammar N, Gomez-Caminero A. Incidence of genital infection among patients with type 2 diabetes in the UK General Practice Research Database. J Diabetes Complications. 2012 Nov-Dec;26(6):501-5. doi: 10.1016/j.jdiacomp.2012.06.012. Epub 2012 Jul 25. PMID: 22840886.

Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του monlunabant σε ενήλικες με παχυσαρκία και μεταβολικό σύνδρομο: Μία τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, μελέτη φάσης 2a

Επιμέλεια: Αναστάσιος Τεντολούρης


Knop FK, Kunos G, Dicker D, Paquette JS, Aronne L, Frenkel O, Holst-Hansen T, Lalonde K, Lee J, Crater G; trial investigators. Efficacy and safety of monlunabant in adults with obesity and metabolic syndrome: a double-blind, randomised, placebo-controlled, phase 2a trial. Lancet Diabetes Endocrinol. 2025 Sep 29:S2213-8587(25)00216-5. doi: 10.1016/S2213-8587(25)00216-5. Epub ahead of print. PMID: 41038215.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Το monlunabant, ένας νέος αντίστροφος αγωνιστής του υποδοχέα κανναβινοειδών τύπου 1 (CB1R), έχει δείξει ενθαρρυντικά αποτελέσματα όσον αφορά την απώλεια σωματικού βάρους και την ασφάλεια. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της χορήγησης monlunabant σε ενήλικες με παχυσαρκία και μεταβολικό σύνδρομο.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Πρόκειται για μία μελέτη φάσης 2a, διάρκειας 16 εβδομάδων, τυχαιοποιημένη, διπλά – τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, η οποία διεξήχθη σε 25 ερευνητικά κέντρα στον Καναδά. Στη μελέτη εντάχθηκαν ενήλικες με παχυσαρκία και μεταβολικό σύνδρομο, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν (αναλογία 1:1:1:1) να λάβουν μία από τις ακόλουθες θεραπείες:

  • monlunabant 10 mg,
  • monlunabant 20 mg,
  • monlunabant 50 mg,
  • ή εικονικό φάρμακο (placebo),

χορηγούμενα από του στόματος, μία φορά ημερησίως.

Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η μέση μεταβολή του σωματικού βάρους (kg) από την έναρξη έως την 16η εβδομάδα, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, σε όλους τους συμμετέχοντες που τυχαιοποιήθηκαν. Η ανάλυση ασφάλειας περιέλαβε όλους όσοι έλαβαν τουλάχιστον μία δόση του φαρμάκου.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Από τις 8 Σεπτεμβρίου 2023 έως τις 26 Ιανουαρίου 2024, αξιολογήθηκαν 409 άτομα, εκ των οποίων 243 τυχαιοποιήθηκαν ως εξής:

  • monlunabant 10 mg (n=61)
  • monlunabant 20 mg (n=61)
  • monlunabant 50 mg (n=60)
  • εικονικό φάρμακο (n=61).

Συνολικά, 242 συμμετέχοντες έλαβαν θεραπεία, εκ των οποίων 167 (69%) γυναίκες και 75 (31%) άνδρες.

Το ποσοστό ολοκλήρωσης της μελέτης ήταν 76% (183/242), με κατανομή:

  • 50 (82%) στην ομάδα των 10 mg,
  • 42 (70%) στην ομάδα των 20 mg,
  • 34 (57%) στην ομάδα των 50 mg,
  • 57 (93%) στην ομάδα placebo.

Στην 16η εβδομάδα, οι συμμετέχοντες που έλαβαν monlunabant παρουσίασαν στατιστικά σημαντική απώλεια βάρους συγκριτικά με το placebo:

  • –6,4 kg (95% CI –8,0 έως –4,9) για 10 mg,
  • –6,9 kg (–8,5 έως –5,3) για 20 mg,
  • –8,0 kg (–9,7 έως –6,4) για 50 mg.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ήπιες έως μέτριες, κυρίως γαστρεντερικής και ψυχιατρικής φύσεως:

  • 42 (69%) στην ομάδα 10 mg,
  • 47 (78%) στην ομάδα 20 mg,
  • 55 (92%) στην ομάδα 50 mg,
  • 42 (69%) στην ομάδα placebo.

Η απόσυρση λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών παρουσίασε δοσοεξαρτώμενη τάση:

  • 8 (13%) στην ομάδα 10 mg,
  • 16 (27%) στην ομάδα 20 mg,
  • 25 (42%) στην ομάδα 50 mg,
  • καμία στην ομάδα placebo.

Οι πιο συχνές αιτίες διακοπής ήταν ναυτία, άγχος, διάρροια, ευερεθιστότητα και διαταραχές ύπνου. Δεν αναφέρθηκαν θάνατοι κατά τη διάρκεια της μελέτης.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η χορήγηση monlunabant συσχετίστηκε με στατιστικά σημαντική και κλινικά ουσιαστική απώλεια σωματικού βάρους σε σχέση με το εικονικό φάρμακο, σε όλες τις δόσεις. Η περαιτέρω αύξηση της δόσης οδήγησε σε οριακά μεγαλύτερη απώλεια βάρους, συνοδευόμενη όμως από αυξημένη επίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών. Απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας χαμηλότερων δόσεων για την εκτίμηση της πιθανής χρήσης του monlunabant ως θεραπευτική επιλογή για την παχυσαρκία.

 

Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από την Inversago Pharma, εταιρεία του ομίλου Novo Nordisk.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Van Gaal LF, Rissanen AM, Scheen AJ, Ziegler O, Rössner S; RIO-Europe Study Group. Effects of the cannabinoid-1 receptor blocker rimonabant on weight reduction and cardiovascular risk factors in overweight patients: 1-year experience from the RIO-Europe study. Lancet. 2005 Apr 16-22;365(9468):1389-97. doi: 10.1016/S0140-6736(05)66374-X. Erratum in: Lancet. 2005 Jul 30-Aug 5;366(9483):370. PMID: 15836887.
  2. Pi-Sunyer FX, Aronne LJ, Heshmati HM, Devin J, Rosenstock J; RIO-North America Study Group. Effect of rimonabant, a cannabinoid-1 receptor blocker, on weight and cardiometabolic risk factors in overweight or obese patients: RIO-North America: a randomized controlled trial. JAMA. 2006 Feb 15;295(7):761-75. doi: 10.1001/jama.295.7.761. Erratum in: JAMA. 2006 Mar 15;295(11):1252. PMID: 16478899.
  3. Després JP, Golay A, Sjöström L; Rimonabant in Obesity-Lipids Study Group. Effects of rimonabant on metabolic risk factors in overweight patients with dyslipidemia. N Engl J Med. 2005 Nov 17;353(20):2121-34. doi: 10.1056/NEJMoa044537. PMID: 16291982.
  4. Crater GD, Lalonde K, Ravenelle F, Harvey M, Després JP. Effects of CB1R inverse agonist, INV-202, in patients with features of metabolic syndrome. A randomized, placebo-controlled, double-blind phase 1b study. Diabetes Obes Metab. 2024 Feb;26(2):642-649. doi: 10.1111/dom.15353. Epub 2023 Nov 8. PMID: 37941317.

 

Τυχαιοποιημένη μελέτη για την αυτόματη χορήγηση ινσουλίνης σε διαβήτη τύπου 2

Authors: Yogish C KudvaDan RaghinaruJohn W LumTimothy E GrahamDavid LiljenquistElias K SpanakisFrancisco J PasquelAndrew AhmannDavid T AhnGrazia AleppoThomas BlevinsDavida KrugerSue A BrownCarol J LevyRuth S WeinstockDevin W SteenkampTamara SpaicIrl B HirschFrances BroylesMichael R RickelsMichael A TsoukasPhilip RaskinBetul HatipogluDonna DesjardinsAdrienne N TerryLakshmi G SinghGeorgia M DavisCaleb SchmidJelena KravarusicKasey CoyneLuis CasaubonValerie EspinosaJaye K JonesKathleen EstradaSamina AfreenCamilla LevisterGrenye O’MalleySelina L LiuSheryl MarksAmy J PeleckisMelissa-Rosina PasquaVanessa TardioCorey KurekRyan D LukerJade ChurchillFarbod Z TajrishiAriel DeanBrittany DennisEvelyn FronczykJennifer PerezShereen MukhashenJasmeen DhillonAslihan IpekSuzan BzdickAstrid Atakov CastilloMarsha DriscollXenia AverkiouCornelia V Dalton-BakesAdelyn MooreLin F JordanAmanda LesniakJordan E PinskerRavid Sasson-KatchalskiTiffany CamposCharles SpanbauerLauren KanapkaCraig KollmanRoy W Beck2IQP Study Group.

N Engl J Med. 2025 May 8;392(18):1801-1812. doi: 10.1056/NEJMoa2415948. Epub 2025 Mar 19.

 

Επιμέλεια:

Σωκράτης Κατωπόδης, Ειδικός Παθολόγος


Τα συστήματα αυτόματης χορήγησης ινσουλίνης (AID) έχουν δείξει οφέλη για ασθενείς με διαβήτη τύπου 1, αλλά απαιτούνται δεδομένα από τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες σχετικά με τον ρόλο τους στη διαχείριση του ινσουλινοθεραπευόμενου διαβήτη τύπου 2.

ΜΕΘΟΔΟΙ

Σε αυτήν την πολυκεντρική μελέτη διάρκειας 13 εβδομάδων, τυχαιοποιήθηκαν ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 που λαμβάνουν ινσουλίνη σε αναλογία 2:1 ώστε να λάβουν AID ή να συνεχίσουν τη μέθοδο χορήγησης ινσουλίνης που χρησιμοποιούσαν πριν τη μελέτη (ομάδα ελέγχου). Και οι δύο ομάδες χρησιμοποίησαν συνεχή καταγραφή γλυκόζης (CGM). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) τη 13η εβδομάδα.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά 319 ασθενείς υποβλήθηκαν σε τυχαιοποίηση. Στην ομάδα AID, τα επίπεδα της HbA1c μειώθηκαν κατά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες (από 8,2±1,4% στην αρχή σε 7,3±0,9% στη 13η εβδομάδα), ενώ στην ομάδα ελέγχου μειώθηκαν κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες (από 8,1±1,2% σε 7,7±1,1%) (μέση προσαρμοσμένη διαφορά, −0,6 ποσοστιαίες μονάδες· 95% διάστημα αξιοπιστίας [CI], −0,8 έως −0,4 ; P<0,001).

Το μέσο ποσοστό χρόνου που οι ασθενείς βρέθηκαν εντός του γλυκαιμικού στόχου (70–180 mg/dL) αυξήθηκε από 48±24% σε 64±16% στην ομάδα AID και από 51±21% σε 52±21% στην ομάδα ελέγχου (μέση διαφορά, 14 ποσοστιαίες μονάδες; 95% CI, 11 έως 17; P<0,001). Όλα τα υπόλοιπα, ελεγμένα με πολλαπλές συγκρίσεις,  αποτελέσματα CGM που αντικατοπτρίζουν την υπεργλυκαιμία ήταν σημαντικά καλύτερα στην ομάδα AID σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Η συχνότητα της μετρούμενης με CGM υπογλυκαιμίας ήταν χαμηλή και στις δύο ομάδες. Ένα επεισόδιο σοβαρής υπογλυκαιμίας συνέβη σε έναν ασθενή της ομάδας AID.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σε αυτήν την τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη διάρκειας 13 εβδομάδων σε ενήλικες με διαβήτη τύπου 2 που λαμβάνουν ινσουλίνη, η χρήση AID συνδέθηκε με μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων HbA1c σε σχέση με τη χρήση μόνο CGM.

(Funded by: Tandem Diabetes Care; 2IQP ClinicalTrials.gov number, NCT05785832)