Η επίδραση του σταθερού συνδυασμού περινδοπρίλης και ινδαπαμίδης επί των μακροαγγειακών και των μικροαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (η μελέτη ADVANCE): μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη.

ADVANCE Collaborative Group. Effects of a fixed combination of perindopril and indapamide on macrovascular and microvascular outcomes in patients with type 2 diabetes mellitus (the ADVANCE trial): a randomized controlled trial. Lancet 2007;

DOI:10.1016/50140-6736(07)61303-8.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για μελέτη που διεξήχθει σε 215 συνεργαζόμενα κέντρα σε 20 χώρες. Στην εισαγωγή οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η αρτηριακή υπέρταση αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για μακρο- και μικρο- αγγειακές επιπλοκές στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες από τις διάφορες επιστημονικές εταιρείες συνιστούν επιθετική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και υπέρταση. Για το λόγο αυτό σχεδιάστηκε η παρούσα μελέτη, που σκοπό είχε να εκτιμήσει την επίδραση της χορήγησης ενός σταθερού συνδυασμού ενός αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης με ένα διουρητικό επί των σοβαρών αγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με διαβήτη. Η χορήγηση γινόταν υπό μορφή πρωτοκόλλου ρουτίνας ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ Ή ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΑΛΛΩΝ ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΣΙΚΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ. Τυχαιοποιήθηκαν 11140 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 να λάβουν είτε σταθερό συνδυασμό περινδοπρίλης με ινδαπαμίδη είτε εικονικό φάρμακο, επιπλέον της τρέχουσας αγωγής που λάμβαναν. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η εμφάνιση μείζονος μακρο- και μικρο- αγγειακού συμβάματος. Ως τέτοιο ορίστηκε ο θάνατος από καρδιαγγειακή νόσο, το μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα του μυοκαρδίου, η νεοεμφανιζόμενη ή επιδεινούμενη νεφρική ή οφθαλμική διαβητική νόσος. Η ανάλυση έγινε με βάση τη πρόθεση θεραπείας. Τα μακρο- και μικρο- αγγειακά καταληκτικά σημεία αναλύθηκαν συνδυασμένα και ξεχωριστά. Τα αποτελέσματα της μελέτης ήταν τα εξής: Μετά από μέσο χρόνο παρακολούθησης 4,3 ετών, το 73% όσων έπαιρναν ενεργό θεραπεία και 74% όσων έπαιρναν εικονικό φάρμακο συνέχιζαν την παρακολούθηση. Οι ασθενείς που λάμβαναν ενεργό θεραπεία εμφάνισαν μείωση της μέσης συστολικής αρτηριακής πίεσης κατά 5,6 mmHg και της μέσης διαστολικής αρτηριακής πίεσης κατά 2,2 mmHg περισσότερο από τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Ο σχετικός κίνδυνος εμφάνισης μείζονος μακρο- ή μικρο- αγγειακού συμβάματος μειώθηκε κατά 9% (861 [15,5%] στους ασθενείς που λάμβαναν ενεργό θεραπεία vs 938 [16,8%] στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο, λόγος κινδύνων 0,91, 95% ΔΕ 0,83-1,00, p=0,04). Οι ξεχωριστές μειώσεις εμφάνισης μακρο- και μικρο- αγγειακών συμβαμάτων ήταν παρόμοιες, αλλά δεν άγγιξαν στατιστική σημαντικότητα. Ο σχετικός κίνδυνος θανάτου από καρδιαγγειακή νόσο μειώθηκε κατά 18% (211 [3,8%] στους ασθενείς που λάμβαναν ενεργό θεραπεία vs 257 [4,6%] στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο, λόγος κινδύνων 0,82, 95% ΔΕ 0,68-0,98, p=0,03). Ο σχετικός κίνδυνος θανάτου από οποιαδήποτε αιτία μειώθηκε κατά 14% (408 [7,3%] στους ασθενείς που λάμβαναν ενεργό θεραπεία vs 471 [8,5%] στους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο, λόγος κινδύνων 0,86, 95% ΔΕ 0,75-0,98, p=0,03). Δεν φάνηκε να εξαρτώνται τα αποτελέσματα της μελέτης από την αρτηριακή πίεση του ασθενούς κατά την ένταξη στη μελέτη ή από την πιθανή σύγχρονη λήψη άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων. Με βάση τα ευρήματα αυτά οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση σταθερού συνδυασμού περινδοπρίλης και ινδαπαμίδης σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ήταν καλά ανεκτή και μείωσε τον κίνδυνο μειζόνων αγγειακών συμβαμάτων, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου. Παρ’ ότι τα διαστήματα εμπιστοσύνης ήταν ευρέα, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι σε 5 χρόνια θα μπορούσε να αποφευχθεί 1 θάνατος από οποιαδήποτε αιτία για κάθε 79 ασθενείς που λαμβάνουν ενεργό θεραπεία.

 

 

Μεταβολικό Σύνδρομο και κίνδυνος καρδιοαγγειακών επεισοδίων και θανάτου: συστηματική ανασκόπηση και μεταανάλυση προοπτικών μελετών.

Gami AS, Witt BJ, Howard DE, Erwin PJ, Gami LA, Somers VK, Montori VM
Division of Cardiovascular Diseases, Mayo Clinic College of Medicine, Rochester, Minnesota 55905, USA

J Am Coll Cardiol 2007 Jan 30;49(4):403-14

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπός της παρούσας ανασκόπησης και μεταανάλυσης είναι η εκτίμηση της πιθανής συσχέτισης του Μεταβολικού Συνδρόμου με τα καρδιοαγγειακά επεισόδια και την καρδιοαγγειακή θνητότητα  για την οποία υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις στην διεθνή βιβλιογραφία.
Το Μάρτιο του 2005 συγκεντρώθηκαν όλες οι μελέτες οι οποίες αναφέρονται στο Μεταβολικό Σύνδρομο και οι οποίες δημοσιεύθηκαν το 2003 και 2004 και υπήρχαν σε ηλεκτρονικές ιατρικές βιβλιοθήκες. Δύο επιμελητές-διορθωτές ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο ανασκόπησαν τις μελέτες αυτές και κράτησαν σε μία προκαθορισμένη φόρμα όλα τα απαραίτητα για την μεταανάλυση στοιχεία. Τελικά από όλες τις μελέτες τις σχετικές με το Μεταβολικό Σύνδρομο βρέθηκαν 37 μελέτες ελέγχου της συσχέτισης του καρδιοαγγειακού κινδύνου με την παρουσία του Μεταβολικού Συνδρόμου, στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 172.573 άτομα.
Η μεταανάλυση των 37 αυτών μελετών κατέδειξε ότι οι ασθενείς με Μεταβολικό Σύνδρομο έχουν 1,78 φορές υψηλότερο σχετικό κίνδυνο (RR=1,78) εμφάνισης καρδιοαγγειακών επεισοδίων ή θανάτου σε σχέση με τους ασθενείς χωρίς Μεταβολικό Σύνδρομο. Η συσχέτιση αυτή ήταν ισχυρότερη στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες ασθενείς (RR=2,63 vs 1,98 p=0.09).  Υψηλός ο σχετικός κίνδυνος καρδιοαγγειακών επεισοδίων και θανάτου όταν για τον καθορισμό του Μεταβολικού Συνδρόμου χρησιμοποιούνται τα κριτήρια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (RR=2,68) μικρότερος για τους ασθενείς με Μεταβολικό Σύνδρομο σύμφωνα με τα κριτήρια του NCEP ATP III (RR=1,67) και ακόμα μικρότερος για άλλους ορισμούς του Μεταβολικού Συνδρόμου (RR=1,35) με στατιστικά σημαντική διαφορά για τους διάφορους ορισμούς (p=0,005).
Ο σχετικός κίνδυνος παρέμεινε υψηλός για τους ασθενείς με Μεταβολικό Σύνδρομο ακόμα και μετά από προσαρμογή για τους κλασσικούς παράγοντες καρδιοαγγειακού κινδύνου (RR=1,54 95% CI 1,32-1,79).
Τ ο αποτέλεσμα της μεταανάλυσης καταδυκνύει τον υψηλό σχετικό κίνδυνο καρδιοαγγειακών επεισοδίων και θανάτου των ασθενών με Μεταβολικό Σύνδρομο. Το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να βοηθήσει τους ειδικούς να πείσουν τους ασθενείς για την χρησιμότητα των υγιεινοδιαιτητικών παρεμβάσεων οι οποίες μπορούν αποδεδειγμένα να μειώσουν τον κίνδυνο καρδιοαγγειακών επεισοδίων ακόμα και σε ασθενείς με Μεταβολικό Σύνδρομο.
 

Η επίδραση της ολικής ομοκυστεΐνης ορού στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα ασθενών με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο.

1Φούσας Στέφανος, 1Ζαΐρης Μιχάλης, 1Μακρυγιάννης Σταμάτης, 1Μανουσάκης Σταύρος, 1Πατσουράκος Νικόλαος, 1Αδαμοπούλου Ευδοκία, 1Μπελντέκος Δημήτριος, 2Μελιδώνης Ανδρέας, 1Χαντανής Στέλιος, 1Μανώλης Αθανάσιος, 1Χατζησάββας Ιωάννης, 1Αργυράκης Σπύρος 1Καρδιολογική Κλινική, 2Διαβητολογικό Κέντρο,  «Τζάνειο» Νοσοκομείο Πειραιά

International Journal of Cardiology xx (2007)xxx-xxx

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σημαντικά αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης ορού παρατηρούνται σε ασθενείς με ομοκυστεϊνουρία, μια γενετικά καθορισμένη ενζυμική διαταραχή στο μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης. Η διαταραχή αυτή συνδέεται με πρόωρη και γρήγορα εξελίξιμη αγγειακή νόσο. Έτσι έχει δημιουργηθεί η υπόθεση ότι αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης ορού μπορεί να έχουν προγνωστική αξία στο ευρύ φάσμα εκδηλώσεων της στεφανιαίας νόσου.
Σκοπός της μελέτης αυτής είναι η εκτίμηση της πιθανής ανεξάρτητης επίδρασης της ομοκυστεΐνης ορού στην μακροπρόθεσμη αγγειακή θνητότητα τόσο σε ασθενείς με Οξύ Έμφραγμα Μυοκαρδίου (STEMI)  όσο και σε ασθενείς με Οξύ Στεφανιαίο Σύνδρομο χωρίς ανάσπαση του ST (NSTE-ACS).
Για την μελέτη αυτή χρησιμοποιηθήκαν στοιχεία από 458 διαδοχικούς ασθενείς με STEMI και 476 με NSTE-ACS οι οποίοι προσήλθαν στο νοσοκομείο τις πρώτες 12 και 24 ώρες από την έναρξη του άλγους. Οι τιμές της ομοκυστεΐνης ορού κατά την προσέλευση των ασθενών χωρίστηκαν σε τριτημόρια και δημιουργήθηκαν, με βάση τα τριτημόρια αυτά υποομάδες ασθενών για κάθε ομάδα αυτών. Η πρώιμη (τις πρώτες 30 ημέρες από το επεισόδιο) και η μακροπρόθεσμη (από την 31η ημέρα έως το τέλος του 5ου έτους παρακολούθησης) καρδιοαγγειακή θνητότητα αποτέλεσε το καταληκτικό σημείο της μελέτης αυτής.
Δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην καρδιοαγγειακή θνητότητα μεταξύ των τριτημορίων ομοκυστεΐνης κατά τις πρώτες 30 ημέρες τόσο στην ομάδα των ασθενών με STEMI (p=0.3) όσο και σε αυτήν των ασθενών με NSTE-ACS (p=0.5). Στατιστικά σημαντική διαφορά στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα υπήρξε μεταξύ των ασθενών του υψηλότερου τριτημορίου επιπέδων ομοκυστεΐνης και των υπολοίπων δύο (πρώτου και δεύτερου τριτημορίου) τόσο για τους ασθενείς με STEMI (p<0.001) όσο και για την ομάδα των ασθενών με NSTE-ACS (p=0.001) χωρίς προσαρμογή ως προς τους άλλους παράγοντες κινδύνου. Οι διαφορές αυτές στην μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα μεταξύ των τριτημορίων ομοκυστεΐνης εξαλείφονταν όταν γινόταν προσαρμογή ως προς τους άλλους παράγοντες κίνδυνου και στις δύο ομάδες ασθενών. Η ομοκυστεΐνη ορού ως συνεχής μεταβλητή, είχε  στατιστικά σημαντική συσχέτιση (p<0.001) με την μακροπρόθεσμη καρδιοαγγειακή θνητότητα στην μονοπαραγοντική ανάλυση κατά Cox και στις δύο ομάδες ασθενών, ενώ δεν υπήρχε ανάλογη σημαντική συσχέτιση στην πολυπαραγοντική κατά Cox ανάλυση (p=0.8 για την ομάδα των ασθενών με STEMI και p=1 για την ομάδα των ασθενών με NSTE-ACS).
Από τα στοιχεία της μελέτης αυτής προκύπτει ότι η ομοκυστεΐνη ορού κατά την εισαγωγή ασθενών με STEMI ή NSTE-ACS δεν αποτελεί ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα της μακροπρόθεσμης καρδιοαγγειακής θνητότητας αλλά παραμένει δείκτης κινδύνου όπως έχει αποδείξει μετααναλύση προοπτικών μελετών (JAMA 2002;288:2015 και BMJ 2002; 325:1202) στην  οποία φάνηκε ότι αύξηση των συγκεντρώσεων ορού της ομοκυστεΐνης κατά 5μmol/lt αυξάνει κατά 16% τον κίνδυνο καρδιοαγγειακών συμβαμάτων και στα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη.

20-22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2009 / 6ο ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ / ΠΑΤΡΑ


20-22 Νοεμβρίου 2009 – Πάτρα
Συνεδριακό & Πολιτιστικό Κέντρο Πανεπιστημίου Πατρών

Οργανωτικός Φορέας:
Διαβητολογικό Κέντρο
Πανεπιστημιακής Παθολογικής Κλινικής
Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Πατρών

Γραμματεία – Πληροφορίες:
ΚΕΓΜ- Τουριστικές & Συνεδριακές Επιχειρήσεις Α.Ε.
Μιχαλακοπούλου 27, 11528, Αθήνα
Τηλ. 2107210052, 2107210001, Fax. 210 7210051

[readon1 url=”http://www.congressworld.gr”]Congress World[/readon1]