Ενημερωθείτε για το 7ο Διαβητολογικό Συνέδριο στις 18-20 Νοεμβρίου 2011 – Πρόγραμμα – Πληροφορίες – Εγγραφές. Οργανωτής: Ιατρική Σχολή Παν/μίου Πατρών, Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική, Διαβητολογικό Κέντρο.
Η επίδραση της προσθήκης αντιυπεργλυκαιμικών φαρμάκων σε αγωγή με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία επί του γλυκαιμικού ελέγχου και της αύξησης του σωματικού βάρους σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2
Effect of Antihyperglycemic Agents Added to Metformin and a Sulfonylurea on Glycemic Control and Weight Gain in Type 2 Diabetes: A Network Meta-analysis.
Jorge L. Gross, Caroline K. Kramer, Cristiane B. Leita˜o, Neil Hawkins, Luciana V. Viana, Beatriz D. Schaan, Lana C. Pinto, Ticiana C. Rodrigues, and Mirela J. Azevedo, for the Diabetes and Endocrinology Meta-analysis Group (DEMA).
Ann Intern Med 2011;154:672-679.
Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου
Λίγες μελέτες έχουν εξετάσει την επίδραση της προσθήκης ενός
τρίτου αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου όταν δεν επιτυγχάνεται γλυκαιμικός έλεγχος με τη χρήση μετφορμίνης και σουλφονυλουρίας. Σκοπός της μελέτης ήταν να συγκριθεί η αποτελεσματικότητα της προσθήκης ενός
τρίτου αντιυπεργλυκαιμικού φαρμάκου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν ελέγχεται επιτυχώς με μετφορμίνη και μια σουλφονυλουρία. Πρόκειται για μετα-ανάλυση μελετών που έχουν δημοσιευτεί στις βάσεις δεδομένων MEDLINE, EMBASE, Cochrane Library, LILACS, και ClinicalTrials.gov. Επιλέχτηκαν τυχαιοποιημένες μελέτες με διάρκεια τουλάχιστον 24 εβδομάδων. Οι ασθενείς έπρεπε να είναι ηλικίας 18 ετών και άνω με τύπου 2 διαβήτη και επίπεδο HbA1c μεγαλύτερο από 7,0%. Τα πρωτογενή καταληκτικά σημεία ήταν αλλαγή στο επίπεδο της HbA1c, μεταβολή του βάρους, και η συχνότητα της σοβαρής υπογλυκαιμίας. Στη μετα-ανάλυση συμπεριελήφθησαν 18 μελέτες, που διήρκησαν κατά μέσο όρο 31,3 (24 έως 52) εβδομάδες και αφορούσαν 4535 συμμετέχοντες.Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, οι διάφορες κατηγορίες φαρμάκων δεν διέφεραν ως προς την αποτελεσματικότητα στη μείωση της HbA1c (μείωση κυμαινόμενη από 0.70% για τη ακαρβόζη έως 1.08% για την ινσουλίνη. Παρατηρήθηκε αύξηση του βάρους σχετιζόμενη με τη χρήση ινσουλίνης (2,84 kg) και γλιταζονών (4.25 kg) και μείωση του βάρους σχετιζόμενη με τη χρήση GLP-1 αγωνιστών (-1.63 kg). Η χρήση ινσουλίνης προκάλεσε τουλάχιστον διπλάσια επεισόδια σοβαρής υπογλυκαιμίας σε σχέση με τα άλλα αντιυπεργλυκαιμικά φάρμακα.
Συμπέρασμα: Δεν υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ των κατηγοριών αντιυπεργλυκαιμικών φαρμάκων ως προς το όφελος που προκύπτει από την προσθήκη ενός τρίτου παράγοντα για τη θεραπεία ασθενών με
διαβήτη τύπου 2 οι οποίοι λαμβάνουν ήδη μετφορμίνη και σουλφονυλουρία. Η πιο κατάλληλη επιλογή εξαρτάται από τα κλινικά χαρακτηριστικά κάθε ασθενούς.
Περιορισμοί της μελέτης: Οι περισσότερες από τις μελέτες ήταν βραχυπρόθεσμες, και η ποιότητα των μελετών ήταν ποικίλη, γεγονός που καθιστά τα ευρήματα και συμπεράσματα επισφαλή.
20º Διαπανεπιστημιακό Συνέδριο Ακτινολογίας
10-13.11.2011
Αμφιθέατρο της Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Λάρισα
Τεύχος 44
Η πιογλιταζόνη για την πρόληψη του διαβήτη σε άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη
Pioglitazone for Diabetes Prevention in Impaired Glucose Tolerance.
Ralph A. DeFronzo et al for the ACT NOW Study
N Engl J Med 2011;364:1104-15.
Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου
Η διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη, εκτός από τον κίνδυνο μετάπτωσης σε σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Συνεπώς είναι ιδιαίτερα σημαντική κάθε προσπάθεια πρόληψης ή καθυστέρησης εμφάνισης της νόσου. Η παρούσα μελέτη είναι τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο και έχει σκοπό να εξετάσει το κατά πόσον η πιογλιταζόνη μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 σε ενήλικα άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη. Τυχαιοποιήθηκαν 602 ασθενείς. Η διάμεση περίοδος παρακολούθησης ήταν 2,4 έτη. Η γλυκόζη νηστείας μετριόταν τέσσερεις φορές το χρόνο και κάθε χρόνο γινόταν από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη. Η μετάπτωση σε διαβήτη επιβεβαιωνόταν με βάση επανάληψη των διαγνωστικών ευρημάτων. Η ετήσια επίπτωση διαβήτη τύπου 2 ήταν 2,1% στην ομάδα της πιογλιταζόνης και 7,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Ο σχετικός κίνδυνος μετάπτωσης σε διαβήτη στην ομάδα της πιογλιταζόνης ήταν 0,28 (95% confidence interval, 0,16 έως 0,49, P<0,001). Υποστροφή σε φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη παρατηρήθηκε στο 48% των ασθενών στην ομάδα της πιογλιταζόνης και στο 28% των ασθενών στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (P<0,001). Η αγωγή με πιογλιταζόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο σχετιζόταν με σημαντικά μειωμένα επίπεδα γλυκόζης νηστείας (11.7 mg/dL vs. 8.1 mg/dL, P<0,001), γλυκόζης διώρου κατά την OGTT (μείωση 30,5 mg/dL vs. 15.6 mg/dL, P<0,001), και HbA1c (μείωση κατά 0.04% vs. αύξησης κατά 0.20%, P<0,001). Η αγωγή με πιογλιταζόνη σχετιζόταν με μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης (κατά 2 mm Hg vs. 0 mm Hg, P = 0,03), με μείωση του ρυθμού πάχυνσης του έσω-μέσου χιτώνα (31,5%, P = 0,047) και με μεγαλύτερη αύξηση στα επίπεδα της HDL (κατά 7,35 mg/dL vs. 4,5 mg/dL, P = 0,008). Η αύξηση του βάρους ήταν μεγαλύτερη με την πιογλιταζόνη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (3,9 kg vs. 0,77 kg, P<0,001), όπωςήταν και η εμφάνιση του οιδήματος (12,9% vs. 6,4%, P = 0,007). Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η πιογλιταζόνη μείωσε τον κίνδυνο μετάπτωσης της διαταραγμένης ανοχής στη γλυκόζη σε διαβήτη τύπου 2 κατά 72% αλλά σχετίστηκε με σημαντική αύξηση βάρους και οίδημα.



