Η επίδραση της εντατικοποιημένης θεραπείας με ινσουλίνη επί της λειτουργικότητας του β-κυττάρου και επί του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα διαβήτη τύπου 2: μια πολυκεντρική τυχαιοποιημένη μελέτη παραλλήλων ομάδων.

Jianping Weng, Yanbing Li, Wen Xu, Lixin Shi, Qiao Zhang, Dalong Zhu, Yun Hu, Zhiguang Zhou, Xiang Yan, Haoming Tian, Xingwu Ran, Zuojie Luo, Jing Xian, Li Yan, Fangping Li, Longyi Zeng, Yanming Chen, Liyong Yang, Sunjie Yan, Juan Liu, Ming Li, Zuzhi Fu, Hua Cheng. Effect of intensive insulin therapy on β-cell function and glycaemic control in patients with newly diagnosed type 2 diabetes: a multicentre randomised parallel-group trial

Lancet 2008; 371: 1753–60

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι η πρώιμη έναρξη εντατικοποιημένης ινσουλινοθεραπείας σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργικότητα των β-κυττάρων και να έχει ως αποτέλεσμα την παρατεταμένη γλυκαιμική ύφεση.

Κατέστρωσαν λοιπόν, μία πολυκεντρική τυχαιοποιημένη μελέτη, για να συγκρίνουν τα αποτελέσματα της παροδικής εντατικοποιημένης ινσουλινοθεραπείας (συνεχής υποδόρια έγχυση ινσουλίνης, continuous subcutaneous insulin infusion [CSII] ή πολλαπλές ημερήσιες ενέσεις ινσουλίνης, multiple daily insulin injections [MDI]) έναντι της χορήγησης από του στόματος αντιδιαβητικών δισκίων, επί της λειτουργικότητας των β-κυττάρων και επί του ρυθμού ύφεσης του διαβήτη.

Μελετήθηκαν 382 ασθενείς, 25–70 ετών, οι οποίοι στρατολογήθηκαν από 9 κέντρα στην Κίνα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2004 και Οκτωβρίου 2006. Οι ασθενείς με γλυκόζη νηστείας (fasting plasma glucose, FBG) μεταξύ 7·0–16·7 mmol/L (δηλαδή 126 και 300 mg%), τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν ινσουλίνη (CSII ή MDI) ή από του στόματος αντιδιαβητικά δισκία για επίτευξη αρχικής ταχείας διόρθωσης της υπεργλυκαιμίας. Η αγωγή διεκόπη μετά επίτευξη και διατήρηση ευγλυκαιμίας επί δύο εβδομάδες και οι ασθενείς ετέθησαν σε αγωγή με δίαιτα και άσκηση και παρακολούθηση. Πραγματοποιήθηκαν ενδοφλέβιες δοκιμασίες ανοχής στη γλυκόζη και μετρήθηκαν η γλυκόζη, η ινσουλίνη και η προινσουλίνη πριν και μετά τη διακοπή της φαρμακολογικής θεραπείας και μετά 1-έτος παρακολούθησης. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν ο χρόνος και ο ρυθμός επίτευξης γλυκαιμικής ύφεσης στο 1 έτος μετά τη βραχείας διάρκειας εντατικοποιημένης ινσουλινοθεραπείας.

Αποτελέσματα: Περισσότεροι ασθενείς που ανήκαν σε ομάδα ινσουλινοθεραπείας πέτυχαν τον στόχο για το γλυκαιμικό έλεγχο (97·1% [133 από τους 137] στην ομάδα CSII και 95·2% [118 από τους 124] στην ομάδα MDI), σε λιγότερο χρόνο (4·0 ημέρες [SD 2·5] στην ομάδα CSII και 5·6 ημέρες [SD 3·8] στην ομάδα MDI) συγκρινόμενοι με τους ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος αντιδιαβητικά δισκία (83·5% [101 από τους 121] και 9·3 ημέρες [SD 5·3]). Ο ρυθμός υποστροφής μετά 1 χρόνο ήταν σημαντικά υψηλότερος στις ομάδες που λάμβαναν ινσουλίνη (51·1% στην ομάδα CSII και 44·9% στην ομάδα MDI) συγκριτικά με την ομάδα που λάμβανε από του στόματος αντιδιαβητικά δισκία (26·7%; p=0.0012). Η λειτουργικότητα των β-κυττάρων εκπεφρασμένη με την εξίσωση HOMA B και η οξεία έκκριση της ινσουλίνης βελτιώθηκαν σημαντικά μετά την εντατικοποιημένη ινσουλινοθεραπεία. Η αύξηση στην οξεία έκκριση της ινσουλίνης διατηρήθηκε στις ομάδες που έλαβαν ινσουλίνη, ενώ μειώθηκε σημαντικά στην ομάδα των από του στόματος αντιδιαβητικών δισκίων στο 1 έτος σε όλα τα άτομα που πέτυχαν ύφεση.

Ερμηνεία των αποτελεσμάτων: Η πρώιμη ινσουλινοθεραπεία σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα διαβήτη τύπου 2 έχει ευνοϊκά αποτελέσματα στην ανάρρωση και τη διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων και την παρατεταμένη γλυκαιμική ύφεση σε σύγκριση με την αγωγή με από του στόματος αντιδιαβητικά δισκία.

Σχόλιο μεταφραστή: Η μελέτη αυτή αποτελεί επιστημονική τεκμηρίωση της πρακτικής πρώιμης χορήγησης ινσουλινοθεραπείας που γινόταν, ούτως ή άλλως, εμπειρικά με καλά αποτελέσματα.

Η μακροχρόνια επίδραση της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης στον τρόπο ζωής με στόχο την πρόληψη του διαβήτη στην Κινεζική μελέτη Da Qing Diabetes Prevention Study: η 20-ετής παρακολούθηση.

Guangwei Li, Ping Zhang, Jinping Wang, Edward W Gregg, Wenying Yang, Qiuhong Gong, Hui Li, Hongliang Li, Yayun Jiang, Yali An, Ying Shuai,Bo Zhang, Jingling Zhang, Theodore J Thompson, Robert B Gerzoff , Gojka Roglic, Yinghua Hu, Peter H Bennett. The long-term effect of lifestyle interventions to prevent diabetes in the China Da Qing Diabetes Prevention Study: a 20-year follow-up study

Lancet 2008; 371: 1783–89

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι η εντατικοποιημένη υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση στον τρόπο ζωής μπορεί μα μειώσει την επίπτωση του διαβήτη τύπου 2 σε ασθενείς με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη (IGT), αλλά δεν είναι γνωστό το πόσο διαρκεί αυτή η ευνοϊκή επίδραση μετά τη διακοπή της παρέμβασης και το κατά πόσο τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να μειώσουν επίσης τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου (CVD) και τη θνησιμότητα.

Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί το κατά πόσον η εντατικοποιημένη υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση στον τρόπο ζωής έχει μακροχρόνιες επιδράσεις στον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, στον κίνδυνο εμφάνισης των σχετιζόμενων με τον διαβήτη μακρο- και μικρ-αγγειοπαθητικών επιπλοκών καθώς και στη θνησιμότητα.

Το 1986, 577 ενήλικοι με IGT από 33 κλινικές στην Κίνα τυχαιοποιήθηκαν σε μία από τις παρακάτω ομάδες: 1) Ομάδα ελέγχου, 2) Ομάδες παρέμβασης (ομάδα παρέμβασης μόνο με δίαιτα, ομάδα παρέμβασης μόνο με άσκηση ή ομάδα παρέμβασης με συνδυασμό δίαιτας και άσκησης). Η παρέμβαση διήρκησε 6 χρόνια, μέχρι το 1992. Το 2006, οι συμμετέχοντες στη μελέτη εξετάστηκαν προκειμένου να εκτιμηθεί η μακροχρόνια επίδραση της παρέμβασης. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η επίπτωση του διαβήτη, η επίπτωση CVD και η καρδιαγγειακή και γενική θνησιμότητα.

Αποτελέσματα: Συγκρινόμενοι με την ομάδα ελέγχου, τα άτομα της ομάδας παρέμβασης με συνδυασμό δίαιτας και άσκησης εμφάνισαν κατά 51% μικρότερη επίπτωση διαβήτη (hazard rate ratio [HRR] 0∙49; 95% CI 0∙33−0∙73) κατά τη διάρκεια της ενεργού παρεμβάσεως και 43% μικρότερη επίπτωση (0∙57; 0∙41−0∙81) κατά τη διάρκεια της 20-ετούς παρακολούθησης, μετά από εξομοίωση για ηλικία. Η μέση ετήσια επίπτωση διαβήτη ήταν 7% για τους συμμετέχοντες στη ενεργό παρέμβαση σε σύγκριση με 11% για την ομάδα ελέγχου, με 20-ετή αθροιστική επίπτωση 80% στις ομάδες της ενεργού παρέμβασης και 93% στην ομάδα ελέγχου. Οι συμμετέχοντες στην ομάδα παρέμβασης είχαν κατά μέσο όρο 3∙6 χρόνια μικρότερη διάρκεια διαβήτη από την ομάδα ελέγχου. Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων στο ποσοστό του πρώτου CVD επεισοδίου (HRR 0∙98; 95% CI 0∙71−1∙37), στη CVD θνησιμότητα (0∙83; 0∙48−1∙40), και στη γενική θνησιμότητα (0∙96; 0∙65−1∙41), αλλά η μελέτη αυτή δεν είχε την στατιστική δύναμη να διακρίνει διαφορές σε τέτοιου είδους εκβάσεις.

Ερμηνεία αποτελεσμάτων: Η εντατικοποιημένη υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση στον τρόπο ζωής κατά τη διάρκεια 6 ετών μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση διαβήτη μέχρι και 14 χρόνια μετά την ενεργό παρέμβαση. Παρόλα αυτά, δεν είναι σαφές το κατά πόσον η υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση στον τρόπο ζωής οδηγεί επίσης σε μείωση της CVD νόσου και της θνησιμότητας.

Σχόλιο μεταφραστή:  Η μικρότερη επίπτωση διαβήτη για 20 χρόνια, χωρίς να είναι βέβαιο ότι οι συμμετέχοντες διατήρησαν στο έπακρο τις υγιεινοδιαιτητικές συνήθειες που είχαν αποκτήσει, αλλά ακόμα και η καθυστέρηση στην εμφάνιση του διαβήτη, σε άτομα ούτως ή άλλως ευρισκόμενα σε υψηλό κίνδυνο να εμφανίσουν τη νόσο, είναι με βεβαιότητα κέρδος για τα άτομα αυτά. Μακάρι να είχε δειχθεί και μείωση στην εμφάνιση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων και στη θνησιμότητα, που αποτελεί και το ζητούμενο των ενεργειών όλων μας, αλλά πραγματικά η μελέτη δεν είχε τη στατιστική δύναμη να δείξει κάτι τέτοιο και ας ελπίσουμε ότι το γεγονός αυτό αποτελεί το μόνο λόγο.   

 

Ο τύπος της αντικαταθλιπτικής αγωγής και ο κίνδυνος ανάπτυξης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε άτομα με υπέρταση.

Type of antidepressant therapy and risk of type 2 diabetes in people with depression

Lauren C. Brown, Sumit R. Majumdar, Jeffrey A. Johnson

Diabete Research and Clinical Practice 2008; 79: 61– 67

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

 

Σκοπός της μελέτης ήταν η εκτίμηση του κινδύνου ανάπτυξης διαβήτη που διατρέχουν τα άτομα με κατάθλιψη ανάλογα με την αντικαταθλιπτική αγωγή που λαμβάνουν. Πρόκειται περί μελέτης ασθενών – μαρτύρων που διενεργήθηκε στη επαρχία του Καναδά Saskatchewan μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και Δεκεμβρίου 2001. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 4.07 έτη. Ο διαβήτης και η κατάθλιψη καθορίστηκαν με βάση τους διαγνωστικούς κωδικούς ICD-9 και τη λήψη αντίστοιχης αγωγής. Χρησιμοποιήθηκε η ανάλυση πολλαπλής εξάρτησης για την εκτίμηση των odds ratio (OR) και των διαστημάτων εμπιστοσύνης (95% confidence intervals, CI). Βρέθηκαν 2391 άτομα με κατάθλιψη υπό αγωγή. Η μέση ηλικία ήταν 53.6 (S.D.: 16.4) και 68% ήταν γυναίκες. Μετά πολλαπλές εξομοιώσεις, η σύγχρονη χρήση εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (selective serotonin reuptake inhibitors, SSRI) και τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (TCA) σχετιζόταν με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (εξομοιωμένο OR: 1.89; 95% CI: 1.35–2.65).

Συμπεράσματα: Η σύγχρονη χρήση TCA και SSRI σχετιζόταν με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με τη χρήση μόνο TCA. Τα άτομα που λαμβάνουν συνδυασμό TCA και SSRI πρέπει να παρακολουθούνται στενά για πιθανή ανάπτυξη διαβήτη.


Οι επιδράσεις των διαφόρων συνδυασμών αναστολέων του ΜΕΑ στη λευκωματινουρία: τα αποτελέσματα της μελέτης GUARD.

Effects of different ACE inhibitor combinations on albuminuria: results of the GUARD study.

Bakris GL, Toto RD, McCullough PA, Rocha R, Purkayastha D, Davis P.

Kidney International advance online publication, 19 March 2008; doi:10.1038/ki.2008.102.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Οι κατευθυντήριες οδηγίες για την κλινική πράξη συνιστούν αποκλειστές του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης μόνους ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες με σκοπό τη μείωση της αρτηριακής πίεσης και της λευκωματινουρίας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Οι διυδροπυριδινικοί αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου μπορεί να μειώνουν την αρτηριακή πίεση αλλά όχι τη λευκωματινουρία σε αυτούς τους ασθενείς. Στη μελέτη αυτή εξετάστηκε η υπόθεση ότι αν συνδυαστεί ένας αποκλειστής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης είτε με ένα θειαζιδικό διουρητικό είτε με έναν αποκλειστή των διαύλων ασβεστίου θα προκληθεί παρόμοια μείωση της αρτηριακής πίεσης και της λευκωματινουρίας σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η μελέτη ήταν διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη και αφορούσε 332 ασθενείς με υπέρταση, λευκωματινουρία και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν benazepril σε συνδυασμό είτε με amlodipine ή με hydrochlorothiazide για 1 χρόνο. Η μελέτη είχε σχεδιασμό απόδειξης της ισοδύναμης αποτελεσματικότητας. Αμφότεροι οι συνδυασμοί μείωσαν σημαντικά το λόγο λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων και την αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση στο σύνολο των ατόμων. Το ποσοστό των ασθενών που προχώρησαν προς έκδηλη λευκωματουρία ήταν παρόμοιο και στις 2 ομάδες. Στη συνέχεια εξετάστηκαν οι ασθενείς που είχαν μόνο μικρολευκωματινουρία και υπέρταση και βρέθηκε ότι μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων από αυτά που λάμβαναν το συνδυασμό αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου με το διουρητικό ομαλοποίησαν τη λευκωματινουρία. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η θεραπεία με benzaepril σε συνδυασμό με διουρητικό είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη μείωση της λευκωματινουρίας σε σύγκριση με το συνδυασμό του αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου με έναν αποκλειστή των διαύλων ασβεστίου. Αντιθέτως, η μείωση της αρτηριακής πίεσης, ιδίως της διαστολικής, ήταν μεγαλύτερη με το συνδυασμό με την amilodipine. Αυτή η διαφορά μεταξύ μείωσης της αρτηριακής πίεσης και της λευκωματινουρίας μπορεί να σχετίζεται με παράγοντες άλλους εκτός από την αρτηριακή πίεση.

Ο αυξητικός παράγων του συνδετικού ιστού και η επιρρέπεια για νεφρική και αγγειακή νόσο σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1.

 Connective Tissue Growth Factor and Susceptibility to Renal and Vascular Disease Risk in Type 1 Diabetes

Ayad A. Jaffa, William R. Usinger, M. Brent McHenry, Miran A. Jaffa, Stuart R. Lipstiz, Daniel Lackland, Maria Lopes-Virella, Louis M. Luttrell, Peter WF. Wilson, and The DCCT/EDIC Study Group

Δημοσιεύτηκε online στις 11 Μαρτίου 2008
Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism, doi:10.1210/jc.2007-2544

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπός: Να εκτιμηθεί η σημασία του αυξητικού παράγοντα του συνδετικού ιστού (connective tissue growth factor, CTGF) ως καθοριστικού παράγοντα ανάπτυξης νεφρικών και αγγειακών επιπλοκών σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1). Μέθοδοι και Αποτελέσματα: Μετρήθηκαν τα επίπεδα πλάσματος και ούρων του CTGF και του CTGF N κλάσματος σε 1050 άτομα με ΣΔΤ1 που συμμετείχαν στη μελέτη DCCT/EDIC. Βρέθηκε ότι οι ασθενείς με υπέρταση είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα του CTGF N κλάσματος στο πλάσμα συγκριτικά με τους ασθενείς χωρίς υπέρταση (P=0.0005). Με μέθοδο πολλαπλής εξάρτησης δείχτηκε θετική και ανεξάρτητη συσχέτιση μεταξύ επιπέδων CTGF N κλάσματος και του ρυθμού απέκκρισης λευκωματίνης (P<0.0001). Οι ασθενείς με λευκωματουρία είχαν υψηλότερα επίπεδα CTGF N κλάσματος από ότι οι ασθενείς με διαβήτη με ή χωρίς μικρολευκωματινουρία (P<0.0001). Σε μονοπαραγοντική και πολυπαραγοντική ανάλυση δείχτηκε ανεξάρτητη και ισχυρή συσχέτιση μεταξύ επιπέδων CTGF N κλάσματος και πάχους έσω-μέσου χιτώνα (intima-media thickness, IMT) της κοινής και έσω καρωτίδας. Ο σχετικός κίνδυνος (RR) για αυξημένο IMT ήταν υψηλότερος σε ασθενείς που είχαν τόσο υψηλά επίπεδα CTGF N κλάσματος όσο και λευκωματουρία σε σύγκριση με ασθενείς φυσιολογικά επίπεδα CTGF N κλάσματος και φυσιολογική αποβολή λευκωματίνης (RR=4.76; 95% confidence interval, 2.21–10.25, P<0.0001). Συμπέρασμα: Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα επίπεδα πλάσματος του CTGF αποτελούν δείκτη κινδύνου για διαβητική αγγειακή και νεφρική νόσο.

 

Οι τίτλοι αυτοαντισωμάτων σχετικών με το διαβήτη: η κλινική τους συνάφεια για τον διαβήτη τύπου LADA και την ταξινόμηση του διαβήτη.

The islet autoantibody titres: their clinical relevance in latent autoimmune diabetes in adults (LADA) and the classification of diabetes mellitus

A. W. van Deutekom, R. J. Heine and S. Simsek

Diabet Med 2008; 25: 117–125

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Ο διαβήτης τύπου LADA είναι μία μορφή αυτοανόσου διαβήτη, η οποία εξελίσσεται βραδέως και χαρακτηρίζεται από θετικότητα των σχετικών με το διαβήτη αντισωμάτων. Σύμφωνα με μια πρόσφατη υπόθεση ο διαβήτης τύπου LADA απαρτίζεται από ένα ετερογενή πληθυσμό πασχόντων, μέσα στον οποίο μπορεί να ταυτοποιηθούν διάφορες υποομάδες με βάση την κατάσταση της αυτοανοσίας. Έγινε μια συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, με σκοπό την εκτίμηση του κατά πόσον τα κλινικά χαρακτηριστικά των ασθενών με διαβήτη τύπου LADA συσχετίζονται με τον τίτλο και των αριθμό των σχετικών με το διαβήτη αντισωμάτων. Βρέθηκε ότι η ταυτόχρονη συνύπαρξη πολλαπλών αυτοαντισωμάτων και/ή οι υψηλοί τίτλοι των αντι-acid decarboxylase (GAD) αυτοαντισωμάτων — σε σύγκριση με την ύπαρξη ενός και σε χαμηλούς τίτλους αυτοαντισώματος — σχετιζόταν με: νεαρότερη ηλικία κατά τη διάγνωση της νόσου, χαμηλότερη τιμή C-πεπτιδίου νηστείας (δείκτη μειωμένης λειτουργικότητας των β-κυττάρων, μεγαλύτερη πιθανότητα μελλοντικής ανάγκης για ινσουλινοθεραπεία, την παρουσία άλλης αυτάνοσης διαταραχής, μικρό επιπολασμό των χαρακτηριστικών του μεταβολικού συνδρόμου (συμπεριλαμβανομένων του υψηλού δείκτη μάζας σώματος, της υπέρτασης και της δυσλιπιδαιμίας) και με υψηλό επιπολασμό γονοτύπων από αυτούς που θεωρείται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 1. Με βάση τα παραπάνω οι συγγραφείς προτείνουν μία ταξινόμηση του διαβήτη με λιγότερο διακριτά όρια, που να βασίζεται στο εύρημα ότι τα κλινικά χαρακτηριστικά κυμαίνονται από τον κλασικό διαβήτη τύπου 1 στον διαβήτη τύπου LADA και τέλος στον διαβήτη τύπου 2. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εστιαστούν στον καθορισμό τον βέλτιστων ορίων για τα anti-GAD για τη διαφορική διάγνωση μεταξύ των κλινικών υποτύπων του διαβήτη.

Σχόλιο του μεταφραστή: Στο τέλος του άρθρου οι συγγραφείς καταλήγουν με μία πρόταση ιδιαίτερης σημασίας. Οι υπότυποι διαβήτη θα πρέπει πρωτίστως να έχουν κλινική σημασία, γιατί για το ασθενή και το γιατρό είναι μικρότερης σημασίας να δοθεί ένα όνομα στον συγκεκριμένο τύπο διαβήτη από το να αντιμετωπίζεται η νόσος θεραπευτικά με επιτυχία.

Σχέση μεταξύ γλυκόζης νηστείας και αμφιβληστροειδοπάθειας για τη διάγνωση του διαβήτη: τρεις πληθυσμιακές συγχρονικές μελέτες.

Relation between fasting glucose and retinopathy for diagnosis of diabetes: three population-based cross-sectional studies

Tien Y Wong, Gerald Liew, Robyn J Tapp, Maria Inκs Schmidt, Jie Jin Wang, Paul Mitchell, Ronald Klein, Barbara E K Klein, Paul Zimmet,Jonathan Shaw

Lancet 2008; 371: 736–43

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι τα κριτήρια που έχουν θεσπίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία για τη διάγνωση του διαβήτη προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός γλυκαιμικού «ουδού» με υψηλή ευαισθησία για τη αναγνώριση της αμφιβληστροειδοπάαθειας. Παρ’ όλα αυτά η υπόθεση βασίζεται σε δεδομένα τριών παλαιότερων μελετών, οι οποίες είχαν σημαντικούς περιορισμούς όσον αφορά στη διάγνωση της αμφιβληστροειδοπάθειας. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν: α) η παροχή νέων δεδομένων για τη σχέση μεταξύ γλυκόζης πλάσματος νηστείας (Fasting plasma glucose FPG) και αμφιβληστροειδοπάθειας και β) η εκτίμηση της διαγνωστικής ακρίβειας των τρεχόντων ορίων για τις τιμές FPG όσον αφορά στην ικανότητά τους να identifying τον επιπολασμό και την επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας. Για το σκοπό αυτό οι συγγραφείς εξέτασαν τα δεδομένα από τρεις συγχρονικές μελέτες που αφορούσαν τρεις πληθυσμούς ενηλίκων: τα δεδομένα από τη μελέτη Blue Mountains Eye Study (BMES, n=3162), από τη μελέτη Australian Diabetes, Obesity and Lifestyle Study (AusDiab, n=2182) και από τη μελέτη Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis (MESA, n=6079). Οι δύο πρώτες μελέτες διεξήχθησαν στην Αυστραλία και η Τρίτη στις ΗΠΑ. Η αμφιβληστροειδοπάθεια διαγνώστηκε με βάση πολλαπλές φωτογραφίες βυθού για κάθε μάτι, οι οποίες βαθμολογήθηκαν με βάση το τροποποιημένο Airlie House Classification system. Οι συγκεντρώσεις γλυκόζης πλάσματος μετρήθηκαν από δείγματα φλεβικού αίματος νηστείας.
Αποτελέσματα: Ο συνολικός επιπολασμός αμφιβληστροειδοπάθειας ήταν 11•5% στη μελέτη BMES (95% CI 10•4–12•6%), 9•6% στην AusDiab (8•4–10•9), και 15•8% στη MESA (14•9–16•7). Παρ’ όλα αυτά δεν βρέθηκαν ενδείξεις ύπαρξης ενιαίου ορίου για τις τιμές γλυκόζης που να ανιχνεύει τον επιπολασμό και την επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας. Αντίθετα οι αναλύσεις ανέδειξαν μία συνεχή-γραμμική συσχέτιση.  Τα ευρύτατα χρησιμοποιούμενα όρια των >126 mg% είχαν ευαισθησία 40% (όρια 14•8–39•1) για την ανίχνευση της αμφιβληστροειδοπάθειας με ειδικότητα μεταξύ 80•8% και 95•8%. Η επιφάνεια υπό τις καμπύλες ROC για FPG και αμφιβληστροειδοπάθεια ήταν χαμηλή και κυμαινόταν από 0•56 έως 0•61.
Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα  ότι δεν βρέθηκαν ενδείξεις ύπαρξης ενός διακριτού και σταθερά επαναλαμβανομένου-εμφανιζόμενου ενιαίου ορίου για τις τιμές γλυκόζης που να ανιχνεύει τον επιπολασμό και την επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Το όριο των 126mg% που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση του διαβήτη δεν ξεχώριζε με ακρίβεια τα άτομα που εμφάνιζαν αμφιβληστροειδοπάθεια από αυτά που δεν εμφάνιζαν. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι τα κριτήρια για τη διάγνωση του διαβήτη μπορεί να χρειάζονται επανεκτίμηση.


Σχόλιο του μεταφραστή: Η μελέτη δεν προτείνει νέα, χαμηλότερα όρια για τη διάγνωση του διαβήτη. Παραθέτει απλώς ότι μια, ακριβέστερης της απλής φωτογράφησης του βυθού, διαγνωστική μέθοδος της αμφιβληστροειδοπάθειας ανέδειξε την επιπλοκή αυτή σε άτομα με τιμές γλυκόζης νηστείας μικρότερες των 126mg%. Το εύρημα αυτό χρειάζεται επιβεβαίωση και με άλλες μελέτες, καθώς και με μελέτες που να αφορούν και άλλες επιπλοκές του διαβήτη με έμφαση στις ειδικές του διαβήτη επιπλοκές (πχ διαβητική νεφροπάθεια).

Η αποτελεσματικότητα της θεραπείας για μείωση της χοληστερόλης σε 18686 ασθενείς με διαβήτη σε 14 τυχαιοποιημένες μελέτες με στατίνες: μία μεταανάλυση.

Efficacy of cholesterol-lowering therapy in 18 686 people with diabetes in 14 randomised trials of statins: a meta-analysis

Cholesterol Treatment Trialists’ (CTT) Collaborators

Lancet 2008; 371: 117–25

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι παρότι η θεραπεία με στατίνες μειώνει τον κίνδυνο αγγειοαποφρακτικών συμβαμάτων σε ασθενείς με διαβήτη, υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τα αποτελέσματα της θεραπείας επί συγκεκριμένων συμβαμάτων και ως προς το κατά πόσον τα αποτελέσματα αυτά εξαρτώνται από τον τύπο του διαβήτη, τη λιπιδαιμική εικόνα και άλλους παράγοντες. Για το λόγο αυτό προέβησαν στη μεταανάλυση αυτή, με σκοπό να βοηθήσουν στη διαλεύκανση αυτών των σημείων. Ανέλυσαν τα δεδομένα από 18.686 ασθενείς με διαβήτη (1466 με τύπο 1 και 17.220 με τύπο 2) και 71.370 ατόμων χωρίς διαβήτη σε 14 τυχαιοποιημένες μελέτες θεραπείας με στατίνες. Αποκτήθηκαν σταθμισμένες εκτιμήσεις της επίδρασης επί των κλινικών συμβαμάτων για κάθε 1.0 mmol/L μείωση της LDL χοληστερόλης. Κατά τη διάρκεια μέσου χρόνου παρακολούθησης 4.3 ετών, συνέβησαν 3247 μείζονα αγγειακά συμβάματα στους ασθενείς με διαβήτη. Παρατηρήθηκε 9% αναλογική μείωση στη γενική θνησιμότητα ανά mmol/L μείωση της LDL χοληστερόλης στους ασθενείς με διαβήτη (rate ratio [RR] 0.91, 99% CI 0.82-1.01; p=0.02), η οποία ήταν παρόμοια με την κατά 13% μείωση στα άτομα χωρίς διαβήτη (0.87, 0.82-0.92; p<0.0001). Το εύρημα αυτό αντικατοπτρίζει μια σημαντική μείωση στην καρδιαγγειακή θνησιμότητα (0.87, 0.76-1.00; p=0.008) και καμία επίδραση στην μη καρδιαγγειακή θνησιμότητα (0.97, 0.82-1.16; p=0.7) στους ασθενείς με διαβήτη. Παρατηρήθηκε μία σημαντική κατά 21% αναλογική μείωση μείζονα αγγειακά συμβάματα ανά mmol/L μείωση της LDL χοληστερόλης στους ασθενείς με διαβήτη (0.79, 0.72-0.86; p<0.0001), η οποία ήταν παρόμοια με το αποτέλεσμα που παρατηρήθηκε στα άτομα χωρίς διαβήτη (0.79, 0.76-0.82; p<0.0001). Στους ασθενείς με διαβήτη παρατηρήθηκαν μειώσεις στα οξέα εμφράγματα του μυοκαρδίου ή το θάνατο από στεφανιαίο σύμβαμα (0.78, 0.69-0.87; p<0.0001), στις επεμβάσεις επαναγγείωσης (0.75, 0.64-0.88; p<0.0001) και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (0.79, 0.67-0.93; p=0.0002). Στους ασθενείς με διαβήτη η επίδραση της θεραπείας με στατίνες ήταν παρόμοια, ανεξάρτητα από το εάν υπήρχε προηγούμενο ιστορικό αγγειακής νόσου και ανεξάρτητα από άλλα χαρακτηριστικά κατά την ένταξη στις μελέτες. Μετά από 5 χρόνια, 42 (95% CI 30-55) λιγότεροι ασθενείς με διαβήτη εμφάνισαν μείζονα αγγειακά συμβάματα ανά 1000 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με στατίνες. Κατά συνέπεια η ομάδα των συγγραφέων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης θεραπείας με στατίνες σε όλους τους στους ασθενείς με διαβήτη που έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακά επεισόδια.

Από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη: ένα αξιόπιστο εργαλείο για την πρώιμη ανίχνευση διαταραχών του μεταβολισμού της γλυκόζης σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου στην κλινική πράξη.

Oral glucose tolerance test: a reliable tool for early detection of glucose abnormalities in patients with acute myocardial infarction in clinical practice: a report on repeated oral glucose tolerance tests from the GAMI study.

Wallander M, Malmberg K, Norhammar A, Rydén L, Tenerz A.

Diabetes Care 2008; 31:36-8.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης που δεν έχουν προηγουμένως ανιχνευτεί είναι συνήθεις σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΟΕΜ). Εκτιμήθηκε το κατά πόσον η πρώιμη κατάταξη των ασθενών με ΟΕΜ με βάση την από του στόματος δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη (OGTT) σε φυσιολογικούς, έχοντες IGT και έχοντες σακχαρώδη διαβήτη είναι αξιόπιστη μακροχρόνια (δηλαδή σε επανειλημμένες δοκιμασίες σε βάθος χρόνου). Εκατόν είκοσι δύο ασθενείς ταξινομήθηκαν με βάση την OGTT. Η ταξινόμηση έγινε τρεις φορές: πριν την έξοδο από το νοσοκομείο, σε 3 και 12 μήνες. Κατά την έξοδο, 34, 31, and 34% ταξινομήθηκαν ως έχοντες φυσιολογική ανοχή στη γλυκόζη, IGT ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 αντίστοιχα. Το 93% όλων των ασθενών που ταξινομήθηκαν ως έχοντες σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 κατά την έξοδο ταξινομήθηκαν πάλι στην κατηγορία του διαβήτη (ν = 27) ή της IGT (ν = 12) και μετά 12 μήνες. Η συμφωνία μεταξύ των OGTT κατά την έξοδο, στους 3 και στους 12 μήνες είχε τιμή kappa = 0.35, P < 0.001 και kappa = 0.43, P < 0.001, αντίστοιχα. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το αποτέλεσμα μίας OGTT που διενεργείται σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου κατά την έξοδο από το νοσοκομείο μας πληροφορεί αξιόπιστα για την μακροχρόνια κατάσταση των ασθενών όσον αφορά στο μεταβολισμό της γλυκόζης.

Σημείωση μεταφραστή: Η σχέση του διαβήτη με το ΟΕΜ, αλλά και του ΟΕΜ με το διαβήτη είναι τεκμηριωμένη. Η μελέτη αυτή είναι η πολλοστή τα τελευταία χρόνια που δείχνει ότι παρότι το ΟΕΜ αφευαυτού προκαλεί υπεργλυκαιμία (άλλωστε η ανεύρεση υψηλής τιμής γλυκόζης αποτελούσε στο παρελθόν διαγνωστικό κριτήριο ΟΕΜ) πιθανώς να είναι σκόπιμη η πρώιμη ανίχνευση ύπαρξης διαταραχών του μεταβολισμού της γλυκόζης σε εμφραγματίες, με σκοπό ταχύτερη ολομέτωπη θεραπευτική τους αντιμετώπιση.

 

Η περιεκτικότητα του ήπατος σε λίπος είναι αυξημένη και υποεκτιμάται από τα επίπεδα της αλανινικής αμινοτρανσφεράσης του ορού σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με ισοδύναμης παχυσαρκίας άτομα χωρίς διαβήτη.

Liver fat is increased in type 2 diabetic patients and underestimated by serum alanine aminotransferase compared with equally obese nondiabetic subjects.

Kotronen A, Juurinen L, Hakkarainen A, Westerbacka J, Cornér A, Bergholm R, Yki-Järvinen H.

Diabetes Care 2008; 31:165-9

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για μελέτη προερχόμενη από το Ελσίνκι, η οποία ως σκοπό έχει να διευκρινίσει το κατά πόσον οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ συγκριτικά με άτομα χωρίς διαβήτη, εξομοιωμένα ως προς ηλικία, φύλο και BMI καθώς επίσης και το κατά πόσο τα ηπατικά ένζυμα (αλανινική αμινοτρανσφεράση του ορού [S-ALT] και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση του ορού [S-AST]) σχετίζονται κατά όμοιο τρόπο με την περιεκτικότητα του ήπατος σε λίπος στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και στα φυσιολογικά άτομα. ΜΕΘΟΔΟΙ: Μελετήθηκαν 70 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και 70 άτομα χωρίς διαβήτη, εξομοιωμένα ως προς ηλικία, φύλο και BMI. Μετρήθηκαν η περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ ((1)H-μαγνητική φασματοσκοπία), η κατανομή λίπους στο σώμα (μαγνητικός συντονισμός) και βιοχημικές παράμετροι αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είχαν, κατά μέσο όρο, 80% περισσότερο λίπος στο ήπαρ και 16% περισσότερο ενδοκοιλιακό λίπος από ότι τα άτομα χωρίς διαβήτη. Η διαφορά στην περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ μεταξύ των δύο ομάδων παρέμενε στατιστικά σημαντική και μετά διόρθωση-εξομοίωση για ενδοκοιλιακό λίπος (P < 0.05). Για κάθε τιμή BMI ή περιμέτρου μέσης, οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 είχαν μεγαλύτερη περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ από τα άτομα χωρίς διαβήτη. Η ινσουλίνη νηστείας (r = 0.55, P < 0.0001), η γλυκόζη νηστείας (r = 0.29, P = 0.0006), η A1C (r = 0.34, P < 0.0001), τα τριγλυκερίδια νηστείας (r = 0.36, P < 0.0001), και η HDL χοληστερόλη νηστείας (r = -0.31, P = 0.0002) συσχετίζονταν με την περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ κατά τον ίδιο τρόπο και στις δύο ομάδες. Η κλίση συσχέτισης μεταξύ S-ALT και περιεκτικότητας λίπους στο ήπαρ διέφερε σημαντικά μεταξύ των ομάδων (P = 0.004). Η περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ δεν διέφερε μεταξύ των ομάδων στις μικρές συγκεντρώσεις S-ALT (10-20 units/l) άλλα ήταν 70-200% μεγαλύτερη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με τα άτομα χωρίς διαβήτη στις συγκεντρώσεις S-ALT μεταξύ 50-200 units/l. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 έχουν 80% περισσότερο λίπος στο ήπαρ από ότι άτομα χωρίς διαβήτη ίδιας ηλικίας, φύλου και βάρους. Η S-ALT υποεκτιμά την περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Σημείωση μεταφραστή: Η σχέση του διαβήτη με τη μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος είναι πια ευρέως γνωστή. Η κατάσταση αυτή είναι πολύ συχνή και δεν είναι τόσο αθώα. Όταν υπάρξει φλεγμονή στο ηπατοκύτταρο, οπότε πρόκειται πλέον περί στεατοηπατίτιτδας, μπορεί η ηπατική νόσος να εξελιχθεί μέχρι τελικού σταδίου ηπατικής κιρρώσεως και ανάπτυξη απ’ αυτής ηπατοκυτταρικού καρκίνου. Θα ήταν λοιπόν πιθανώς σκόπιμο να αναζητούμε τη λίπωση στο ήπαρ και να παρακολουθούμε τα επίπεδα των αμινοτρανσφερασών (έστω και αν, με βάση το άρθρο, υποεκτιμούν την περιεκτικότητα λίπους στο ήπαρ) διότι αντικατοπτρίζουν τη φλεγμονή και υποδεικνύουν τα άτομα στα οποία η επιτήρηση πρέπει να είναι στενότερη για πρώιμη διάγνωση ηπατικής νόσου.