Μεταβολικοί φαινότυποι, αγγειακές επιπλοκές και πρώιμοι θάνατοι σε ένα πληθυσμό 4197 ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

Mäkinen VP, Forsblom C, Thorn LM, Wadén J, Gordin D, Heikkilä O, Hietala K, Kyllönen L, Kytö J, Rosengård-Bärlund M, Saraheimo M, Tolonen N, Parkkonen M, Kaski K, Ala-Korpela M, Groop PH; FinnDiane Study Group. Metabolic phenotypes, vascular complications and premature deaths in a population of 4197 patients with type 1 diabetes.

Diabetes 2008; 57(9): 2480-7.


Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

ΣΚΟΠΟΣ: Ο πτωχός γλυκαιμικός έλεγχος, τα αυξημένα τριγλυκερίδια και η λευκωματινουρία συσχετίζονται με αγγειακές επιπλοκές στο διαβήτη. Παρόλα αυτά, υπάρχουν λίγες μελέτες που να εξετάζουν τη συσχέτιση της συνολικής κατάστασης των ασθενών (μεταβολικοί δείκτες, διαβητική νεφρική νόσος, αμφιβληστροειδοπάθεια, παχυσαρκία, υπέρταση) με τη θνησιμότητα. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αποκαλύψει άγνωστες μέχρι τώρα συσχετίσεις μεταξύ κλινικών διαγνώσεων και βιοχημικών εικόνων στη βάση δεδομένων FinnDiane. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ: Κατά την ένταξη συλλέχτηκαν κλινικά στοιχεία από τους φακέλους, οροί και δείγματα 24-h συλλογής ούρων από 2173 άνδρες και 2024 γυναίκες ασθενείς με διαβήτη τύπου 1. Τα στοιχεία συγκρίθηκαν με την ολική θνησιμότητα μετά περίοδο παρακολούθησης 6,5 ετών, κατά τη διάρκεια της οποίας συνέβησαν 295 θάνατοι. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας σχετίζονταν με προχωρημένη διαβητική νεφρική νόσο. Στους άλλους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονταν: 1) μία συνολική κατάσταση χαρακτηριζόμενη από αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης, κοιλιακή παχυσαρκία, υψηλή χοληστερόλη και τριγλυκερίδια και χαμηλή HDL και 2) η υψηλή LDL χοληστερόλη σε γηραιότερους ασθενείς. Ο υψηλότερος σχετικός κίνδυνος θανάτου ήταν 10,1 (95% CI 7,3-13,1) για τους άνδρες και 10,7 (7,9-13,7) για τις γυναίκες. Μη σημαντικός κίνδυνος παρατηρήθηκε όταν συνυπήρχε καλός γλυκαιμικός έλεγχος και υψηλή HDL, ή χαμηλή ολική χοληστερόλη και μικρή διάρκεια διαβήτη. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η ύπαρξη σακχαρώδη διαβήτη δεν αποτελεί από μόνη της παράγοντα κινδύνου για αυξημένη θνησιμότητα όταν δεν υπάρχει δυσμενής μεταβολικός φαινότυπος στους ασθενείς.


ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ: Γνωρίζουμε ότι με την καλή ρύθμιση του ΣΔ Τ 1 μειώνεται ο κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών. Αν θεωρήσουμε, με βάση τα ευρήματα της παραπάνω μελέτης, ότι ο ανεπίπλεκτος ΣΔ Τ1 δεν σχετίζεται με αυξημένη θνησιμότητα, έχουμε κάθε λόγο να προσπαθούμε για την όσο το δυνατόν καλλίτερη ρύθμιση των ασθενών μας και διαθέτουμε επίσης το καλλίτερο επιχείρημα για να τους ενισχύσουμε στην προσωπική τους προσπάθεια για καλλίτερη ρύθμιση.

 

Η πρόληψη της προόδου της αρτηριακής νόσου και ο διαβήτης: Ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη της ασπιρίνης και των αντιοξειδωτικών σε ασθενείς με διαβήτη και ασυμπτωματική περιφερική αγγειακή νόσο (Μελέτη POPADAD).

Jill Belch, Angus MacCuish, Iain Campbell, Stuart Cobbe, Roy Taylor, Robin Prescott, et al. The prevention of progression of arterial disease and diabetes (POPADAD) trial: factorial randomised placebo controlled trial of aspirin and antioxidants in patients with diabetes and asymptomatic peripheral arterial disease

BMJ 2008;337;a1840. doi:10.1136/bmj.a1840


Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

ΣΚΟΠΟΣ της μελέτης ήταν να διευκρινιστεί αν η θεραπεία με αντιοξειδωτικά και ασπιρίνη, μόνα ή σε συνδυασμό είναι πιο αποτελεσματική από το εικονικό φάρμακο στο να μειώνει την εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με διαβήτη και ασυμπτωματική περιφερική αγγειακή νόσο. Πρόκειται για μελέτη  πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, 2Χ2 και ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, που διεξήχθη σε 16 νοσοκομεία. Συμμετείχαν 1276 άτομα άνω των 40 ετών με διαβήτη Τ1 ή Τ2 και σφυρο-βραχιόνιο δείκτη πιέσεως 0,99 ή μικρότερο, αλλά χωρίς συμπτωματική καρδιαγγειακή νόσο. Τριακόσιοι είκοσι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν 100mg ασπιρίνης και κάψουλα με αντιοξειδωτικά, 318 να λάβουν ασπιρίνη και εικονικό φάρμακο, 320 κάψουλα με αντιοξειδωτικά και εικονικό φάρμακο και 318 να λάβουν δισκίο και κάψουλα με εικονικό φάρμακο. Πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν ο θάνατος από στεφανιαία νόσο ή ΑΕΕ, το μη θανατηφόρο ΟΕΜ ή ΑΕΕ ή ο ακρωτηριασμός.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Δεν βρέθηκε αλληλεπίδραση μεταξύ ασπιρίνης και αντιοξειδωτικών. Μετά από 7 έτη παρακολούθησης, συνολικά 116 από τα 638 συμβάματα που ανήκαν στο πρωτογενές καταληκτικό σημείο συνέβησαν στην ομάδα ατόμων που λάμβανε ασπιρίνη, 117 σε όσους δεν ελάμβαναν ασπιρίνη (18,2 έναντι 18,3%, λόγος σχετικών κινδύνων 0,98, 95% confidence interval 0,76 έως 1,26). Σαράντα τρεις θάνατοι εξαιτίας στεφανιαίας νόσου ή ΑΕΕ συνέβησαν στην ομάδα ατόμων που λάμβανε ασπιρίνη και 35 σε όσους δεν ελάμβαναν ασπιρίνη (6,7 έναντι 5,5%, λόγος σχετικών κινδύνων 1,23, 95% confidence interval 0,79 έως 1,93). Επίσης 117 από τα 640 (18,3%) συμβάματα που ανήκαν στο πρωτογενές καταληκτικό σημείο συνέβησαν στην ομάδα ατόμων που λάμβανε ασπιρίνη σε σύγκριση με τα 116 από τα 636 (18,2%) σε όσους δεν ελάμβαναν αντιοξειδωτικά. Σαράντα δύο θάνατοι εξαιτίας στεφανιαίας νόσου ή ΑΕΕ συνέβησαν στην ομάδα ατόμων που λάμβανε αντιοξειδωτικά σε σύγκριση με 36 σε όσους δεν ελάμβαναν αντιοξειδωτικά (6,6 έναντι 5,7%, λόγος σχετικών κινδύνων 1,21, 95% confidence interval 0,78 έως 1,89). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η μελέτη αυτή δεν παρέχει ενδείξεις που να υποστηρίζουν τη χρήση ασπιρίνης ή αντιοξειδωτικών στην πρωτογενή πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων και θνησιμότητας στους ασθενείς με διαβήτη που μελετήθηκαν.


ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΤΕΥΧΟΣ: Οι γιατροί και οι συγγραφείς των κατευθυντηρίων οδηγιών πρέπει να δίνουν σημασία στην ένδειξη ότι η ασπιρίνη πρέπει να συνταγογραφείται μόνο σε ασθενείς με εγκατεστημένη, συμπτωματική καρδιαγγειακή νόσο!!

Μακροχρόνια παρακολούθηση μετά την αυστηρή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης στον ΣΔ Τ2.

Ηolman RR, Paul SK, Bethel MA, Neil HA, Matthews DR. Long-term follow-up after tight control of blood pressure in type 2 diabetes.

N Engl J Med 2008; 359:1565-76.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για 10-ετή παρακολούθηση μετά το τέλος της αρχικής μελέτης UKPDS που εξέτασε το κατά πόσον η μείωση του κινδύνου εμφάνισης μικρο- και μακρο-αγγειοπαθητικών συμβαμάτων που παρατηρήθηκε κατά την αρχική μελέτη διατηρείται μετά το τέλος της ενεργού παρέμβασης. ΜΕΘΟΔΟΙ: Στην αρχική μελέτη, από 5102 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔΤ2, 1148 ασθενείς με υπέρταση τυχαιοποιήθηκαν σε εντατικοποιημένο ή λιγότερο εντατικοποιημένο αντιυπερτασικό έλεγχο. Στον μετά το τέλος της αρχικής μελέτης έλεγχο, 884 ασθενείς παρακολουθήθηκαν επί 5-ετία με ετήσιες επισκέψεις στα κέντρα που συμμετείχαν στη UKPDS, χωρίς να γίνει προσπάθεια να διατηρηθούν οι αγωγές στις οποίες είχαν προηγουμένως τυχαιοποιηθεί, αλλά με προσπάθεια επίτευξης των κατώτερων δυνατών επιπέδων γλυκόζης και ΑΠ. Μετά το πέρας της 5-ετίας, και μέχρι τη συμπλήρωση της 10-ετίας η κατάσταση της υγείας των ασθενών εκτιμάτο με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων. Εκτιμήθηκαν 7 συμβάματα, με βάση την αρχική τυχαιοποίηση των ασθενών. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι διαφορές στην αρτηριακή πίεση μεταξύ των 2 ομάδων (εντατικοποιημένου ή λιγότερο εντατικοποιημένου αντιυπερτασικού ελέγχου) που παρατηρήθηκαν κατά την αρχική μελέτη εξαφανίστηκαν μετά από 2 χρόνια από το τέλος της μελέτης. Τα οφέλη που αποδείχθηκαν στην ομάδα των ασθενών με αυστηρή ρύθμιση της ΑΠ αρχικά (που πέτυχαν ΣΠ<10mmhg και ΔΠ<5mmhg σε σχέση με τα άτομα με λιγότερο αυστηρή ρύθμιση) δεν είχαν διάρκεια γιατί η αρτηριακή πίεση δεν διατηρήθηκε χαμηλή, παρότι δεν ήταν ιδιαιτέρως υψηλή. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η μείωση εμφάνισης επιπλοκών στην ομάδα με τα αυστηρά μέτρα ρύθμισης της ΑΠ δεν παραμένουν στατιστικά σημαντικά όταν οι διαφορές στην ΑΠ δεν διατηρούνται. Γρήγορη, καλή και συνεχής ρύθμιση της ΑΠ σε ασθενείς με ΣΔ2 αποτελεί σημαντικό παράγοντα στη μείωση των μικρο- και μακρο-αγγειακών παθήσεων. Απαιτείται η διατήρηση της καλής ρύθμισης της αρτηριακής πίεσης, προκειμένου να διατηρηθούν τα οφέλη.

10-ετής παρακολούθηση του εντατικοποιημένου γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη Τ2 (ΣΔ Τ2).

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η μελέτη UKPDS (United Kingdom Prospective Diabetes Study) έδειξε ότι η εντατικοποιημένη ρύθμιση του ΣΔ Τ2 συνεπάγεται μικρότερο κίνδυνο μικρο-αγγειοπαθητικών επιπλοκών σε σύγκριση με τη συμβατική (διαιτητική εκείνη την εποχή) ρύθμιση. Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να καθοριστεί αν: 1) παρέμενε η ευνοϊκή επίδραση επί των μικρο-αγγειοπαθητικών συμβαμάτων και 2) η αρχικά εφαρμοσθείσα εντατικοποιημένη θεραπεία έχει επίδραση επί των μακρο-αγγειοπαθητικών συμβαμάτων 10 χρόνια μετά το τέλος της αρχικής μελέτης. Μέθοδοι: Στην αρχική μελέτη, από 5102 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔΤ2, 4209 τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν είτε συμβατική θεραπεία (δίαιτα) ή εντατικοποιημένη θεραπεία (σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη οι μη παχύσαρκοι και μετφορμίνη οι παχύσαρκοι). Στον μετά το τέλος της αρχικής μελέτης έλεγχο, 3277 ασθενείς παρακολουθήθηκαν επί 5-ετία με ετήσιες επισκέψεις στα κέντρα που συμμετείχαν στη UKPDS, χωρίς να γίνει προσπάθεια να διατηρηθούν οι αγωγές στις οποίες είχαν προηγουμένως τυχαιοποιηθεί. Μετά το πέρας της 5-ετίας, και μέχρι τη συμπλήρωση της 10-ετίας η κατάσταση της υγείας των ασθενών εκτιμάτο με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων. Εκτιμήθηκαν 7 συμβάματα, με βάση την αρχική τυχαιοποίηση των ασθενών. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η διαφορά στην A1c χάθηκε μετά το 1ο έτος της παρακολούθησης (μετά το τέλος της αρχικής μελέτης). To σωματικό βάρος δεν διέφερε ούτε κατά την ένταξη στην παρακολούθηση ούτε κατά τη διάρκεια της. Επίσης,  η αρτηριακή πίεση δεν διέφερε ούτε κατά την ένταξη στην παρακολούθηση ούτε κατά τη διάρκεια της. Η ομάδα ατόμων που είχε αρχικά τυχαιοποιηθεί σε εντατικοποιημένη παρέμβαση συνέχιζε μετά 10-ετία να έχει μικρότερο σχετικό κίνδυνο εμφάνισης οποιουδήποτε σχετιζόμενου με το ΣΔ καταληκτικού σημείου (9%, P=0.04) και εμφάνισης μικροαγγειοπάθειας (24%, P=0.001), και παρουσίασε με τον καιρό μείωση του σχετικού κινδύνου εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου (15%, P=0.01) και θανάτου από οποιοδήποτε αίτιο (13%, P=0.007). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Παρά την πρώιμη απώλεια της διαφοράς στα επίπεδα γλυκαιμικού ελέγχου που παρατηρήθηκε μετά το πέρας της αρχικής μελέτης, παρατηρήθηκε συνεχιζόμενη (από την αρχική μελέτη) μείωση του κινδύνου εμφάνισης μικρο-αγγειοπαθητικής επιπλοκής και αναφάνηκε μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΟΕΜ ή θανάτου από οποιαδήποτε αιτία κατά τη διάρκεια των 10 ετών παρακολούθησης.

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ: Όσο και αν είναι δύσκολη η παθοφυσιολογική εξήγηση του φαινομένου, η ευνοϊκή επίδραση του εντατικοποιημένου γλυκαιμικού ελέγχου στους ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔ Τ2 διατηρείται ακόμα και 10 χρόνια μετά την ενεργό παρέμβαση, παρά την γρήγορη εξομοίωση του επιπέδου ρύθμισης μετά την ενεργό παρέμβαση! Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά το 5ο έτος δεν υπήρχε διαφορά στο είδος της αντιδιαβητικής θεραπείας μεταξύ των ατόμων που είχαν αρχικά κατανεμηθεί στις 2 θεραπευτικές ομάδες. Προσοχή, η μελέτη αναφέρεται σε νεοδιαγνωσθέντες ΣΔ Τ2, μερικοί από τους οποίους παρακολουθούνταν για 30 χρόνια. Η ευνοϊκή επίδραση επί της μικρο-αγγειοπάθειας φάνηκε ήδη κατά τη διάρκεια της παρέμβασης. Η επίδραση επί της μακρο-αγγειοπάθειας χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για να φανεί. Άρα φαίνεται ότι απαιτείται εντατικοποιημένη γλυκαιμική ρύθμιση ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΣ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ του ΣΔ Τ2, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών και θανάτου.

Η συμμόρφωση προς τη Μεσογειακή δίαιτα και η κατάσταση της υγείας: μία μετα-ανάλυση.

Sofi F, Cesari F, Abbate R, Gensini GF, Casini A. Adherence to a Mediterranean diet and health status: meta-analysis.

BMJ 2008; 11: 337:a1344. doi: 10.1136/bmj.a1344

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για μετα-ανάλυση προοπτικών μελετών κοόρτης που είχαν ελέγξει την συσχέτιση μεταξύ συμμόρφωσης στην Μεσογειακή δίαιτα, θνητότητας από διάφορα αίτια και εμφάνισης χρονίων νοσημάτων, σε επίπεδο πρωτογενούς πρόληψης. Χρησιμοποιήθηκαν 12 μελέτες, με χρόνος παρακολούθησης 3,7 έως 18 έτη, που διεξήχθησαν μεταξύ των ετών 1966και 2008. Έξι από τις 12 μελέτες διεξήχθησαν σε μεσογειακές χώρες. Αξιολογήθηκαν συνολικά 1.574.299 άτομα. Κατά τη διάρκεια των ετών παρακολούθησης καταγράφηκαν 40.000 συμβάματα (θανατηφόρα και μη). ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Αύξηση 2 βαθμών στο σκορ συμμόρφωσης προς το Μεσογειακό πρότυπο διατροφής συσχετιζόταν σε βαθμό στατιστικά σημαντικό με μείωση στην συνολική θνητότητα (RR 0.91, 95% CI 0.89-0.94; P<0.0001). Ομοίως, η συμμόρφωση προς την Μεσογειακή δίαιτα συσχετιζόταν με μείωση στην θνητότητα από καρδιαγγειακά αίτια κατά 9%, (RR 0.91, 0.87 έως 0.95), με μείωση στην επίπτωση και την θνητότητα από νεοπλάσματα κατά 6%, (RR 0.94, 0.92 έως 0.96) και με μείωση της επίπτωσης της νόσου Alzheimer’s και της νόσου Parkinson’s κατά 13%, (RR 0.87, 0.80 έως 0.96). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα αποτελέσματα αυτά τονίζουν τη σημασία του Μεσογειακού προτύπου διατροφής για την πρωτογενή πρόληψη μείζονος σημασίας χρονίων νοσημάτων, αλλά κυρίως για τη μείωση της συνολικής θνησιμότητας σε πληθυσμιακό επίπεδο.

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ: Η πατρίδα μας βρίσκεται στην ευτυχή θέση να διαθέτει σε αφθονία τα προϊόντα που είναι χαρακτηριστικά της Μεσογειακού προτύπου διατροφής. Άρα, αν διατηρήσουμε τις πατροπαράδοτες διατροφικές μας συνήθειες και δεν παρασυρθούμε από τα αποδεδειγμένα επιβλαβή διατροφικά πρότυπα της «Δύσης» αναμένουμε σημαντικά οφέλη για την υγεία σε πληθυσμιακό επίπεδο.

Σύγκριση της γλικλαζίδης με την ινσουλίνη ως αρχική θεραπευτική παρέμβαση σε νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

Comparison of Gliclazide with Insulin as Initial Treatment Modality in Newly Diagnosed Type 2 Diabetes

Satish T. Chandra, Gagan Priya, Madan L. Khurana, Viveka P. Jyotsna, Sreenivas, Sadanand Dwivedi, Ariachery C. Ammini.

Diabetes Τechnology & Τherapeutics 2008; 10(5): 363-8.
DOI: 10.1089/dia.2008.0045

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

ΣΚΟΠΟΣ: Η σύγκριση της αποτελεσματικότητας και της συχνότητας υποστροφής της νόσου που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα διαβήτη τύπου 2, που δεν είχαν προηγουμένως λάβει φάρμακα. ΜΕΘΟΔΟΙ: Οι ασθενείς, οι οποίοι είχαν μέση γλυκόζη νηστείας 200 mg/dL τυχαιοποιήθηκαν σε μία από τις δύο ομάδες (γλικλαζίδη ή ινσουλίνη). Η πρώτη ομάδα έλαβε γλικλαζίδη τροποποιημένης απελευθέρωσης (gliclazide modified-release, MR) 60 mg την ημέρα, ενώ η ομάδα της ινσουλίνης έλαβε 16 μονάδες μείγματος ινσουλίνης, διηρημένες σε δύο δόσεις και διατροφικές. Ελεγχόταν η προγευματική τιμή γλυκόζης και η δόση τροποποιούνταν ανάλογα. Εκτιμήθηκαν η HbA1c, τα λιπίδια και το μεταγευματικό C-peptide κατά την ένταξη και στους 6 μήνες. Ως «υποστροφή της νόσου» ορίστηκε η επίτευξη ευγλυκαιμίας χωρίς τη χρήση φαρμάκου για τουλάχιστον 1 μήνα. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η γλυκόζη, η HbA1c και τα λιπίδια ήταν συγκρίσιμα μεταξύ των ομάδων κατά την ένταξη και στους 6 μήνες. Τα επίπεδα γλυκόζης ομαλοποιήθηκαν εντός 2–6 εβδομάδων και στις δύο ομάδες. Στους 6 μήνες ένα από τα 30 άτομα που έλαβαν γλικλαζίδη (3.33%) και 24 από τα 30 άτομα που έλαβαν ινσουλίνη  (80%) βρισκόταν σε ύφεση. Δέκα από τα 16 άτομα που έλαβαν ινσουλίνη (62.5%) και ένα από τα 20 άτομα που έλαβαν γλικλαζίδη (.5%) συνέχιζαν να διατηρούν ευγλυκαιμία χωρίς καμμία φαρμακευτική αγωγή στους 12 μήνες. Στους 6 μήνες, το C-peptide αυξήθηκε στα άτομα που έλαβαν ινσουλίνη  (3.21 + 1.61 ng/mL κατά την ένταξη έναντι 5.82 + 2.23 ng/mL στους 6 μήνες), ενώ παρέμεινε χωρίς μεταβολή στα άτομα που έλαβαν γλικλαζίδη (3.4 +1.87 ng/mL κατά την ένταξη έναντι 3.82 + 1.78 ng/mL στους 6 μήνες) (P = 0.0003). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Συγκρίσιμος γλυκαιμικός έλεγχος μπορεί να επιτευχθεί τόσο με ινσουλίνη όσο και με από του στόματος υπογλυκαιμικά δισκία σε νεοδιαγνωσθένεντες ασθνείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η χορήγηση ινσουλίνης υπερτερούσε της γλικλαζίδης στη συχνότητα επίτευξης «υποστροφής της νόσου» δηλαδή επίτευξης ευγλυκαιμίας χωρίς τη χρήση φαρμάκου.


Σχόλιο μεταφραστή: Παρότι πρόκειται για μικρή μελέτη, αξίζει ιδιαίτερης προσοχής. Αν ευρήματα τέτοια συνεχίσουν να αναφύονται στη βιβλιογραφία, θα πρέπει να μας βάλουν σε σημαντικές σκέψεις σχετικά με τον θεραπευτικό χειρισμό των νεοδιαγνωσθέντων ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, σκέψεις που ήδη περνούν συχνά από το μυαλό μας εμπειρικά και έχουν διατυπωθεί στο παρελθόν από «αιρετικούς» της βιβλιογραφίας.  

Η επίδραση της πεντοξυφυλλίνης στην πρωτεΐνουρία της διαβητικής νεφρικής νόσου: Μία μετα-ανάλυση.

The Effect of Pentoxifylline on Proteinuria in Diabetic Kidney Disease: A Meta-analysis

McCormick BB, Sydor A, Akbari A, Fergusson D, Doucette S, Knoll G.

American Journal of Kidney Diseases 2008; 52(3): 454-63.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η πεντοξυφυλλίνη είναι ένας πιθανός θεραπευτικός παράγοντας της διαβητικής νεφρικής νόσου, επειδή έχει αντιφλεγμονώδεις, αντιθρομβωτικές και αιμορεολογικές ιδιότητες. ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ: Ανασκόπηση και μετα-ανάλυση των τυχαιοποιημένων ελεγχομένων μελετών. ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ: Ενήλικες ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια που λάμβαναν πεντοξυφυλλίνη από του στόματος. ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΣ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ: Η επίδραση της πεντοξυφυλλίνης επί της πρωτεΐνουρίας, ανάλογα με το εάν η πεντοξυφυλλίνη συγκρινόταν με το αποκλεισμό του άξονα ρενίνης-αγγειοτενσίνης ή όχι. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Βρέθηκαν 10 μελέτες, με συνολικά 476 συμμετέχοντες και διάμεση διάρκεια παρακολούθησης   6 μηνών. Η πεντοξυφυλλίνη μείωσε σημαντικά την πρωτεΐνουρία (σταθμισμένη μέση διαφορά, −278 mg/d πρωτεΐνης, 95% confidence interval [CI], −398 to −159, P < 0.001) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ή τη συνήθη τακτική αντιμετώπισης. Η μείωση της πρωτεΐνουρίας με πεντοξυφυλλίνη ήταν συγκρίσιμη με αυτή που επιτυγχανόταν με καπτοπρίλη (σταθμισμένη μέση διαφορά, 0 mg/d πρωτεΐνης, 95% CI, −17 έως 18, P = 0.9). Υποανάλυση κατέδειξε ότι οι ασθενείς με μικρολευκωματινουρία δεν παρουσίασαν σημαντική μείωση της έκκρισης πρωτεΐνης, ενώ αυτοί με έκδηλη πρωτεΐνουρία (πρωτεΐνη > 300 mg/d) παρουσίασαν σημαντική μείωση της έκκρισης πρωτεΐνης (σταθμισμένη μέση διαφορά, −502 mg/d, 95% CI, −805 έως −198, P = 0.001). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στην αρτηριακή πίεση και το ρυθμό σπειραματικής διήθησης. ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ: Οι συμπεριληφθείσες μελέτες δεν ήταν ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου και εμφάνιζαν σημαντική ετερογένεια. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η πεντοξυφυλλίνη μπορεί να μειώνει την πρωτεΐνουρία σε ασθενείς με διαβητική νεφροπάθεια. Απαιτούνται μεγάλες, υψηλής ποιότητας μελέτες.

Σχόλιο μεταφραστή: Οι περιορισμοί της μελέτης μειώνουν την αξία της. Δεν πρέπει όμως να είμαστε αρνητικοί σε «αιρετικά» επιστημονικά ευρήματα, αλλά να τα λαμβάνουμε υπόψη με σκεπτικισμό μεν αλλά χωρίς απορριπτική διάθεση μέχρις οριστικής επιβεβαίωσης ή μη των ευρημάτων. Ποτέ όμως δεν δικαιούμαστε να τροποποιούμε την κλινική μας πρακτική στηριζόμενοι στα αποτελέσματα μίας μελέτης όσο σημαντική και αν είναι αυτή.

Ταυτοποίηση και χαρακτηρισμός της «μεταβολικά καλοήθους» παχυσαρκίας στον άνθρωπο.

Identification and characterization of metabolically benign obesity in humans.

Stefan N, Kantartzis K, Machann J, Schick F, Thamer C, Rittig K, Balletshofer B, Machicao F, Fritsche A, Häring HU.
Arch Intern Med 2008;168:1609-1616

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παχυσαρκία αποτελεί παράγοντα κινδύνου εμφάνισης αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και αθηρωμάτωσης. Η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ και το μυϊκό ιστό ή η περίσσεια σπλαχνικού λίπους επαυξάνουν τον κίνδυνο. Αντίθετα, μπορεί να υπάρχει «μεταβολικά καλοήθης» κατανομή του λίπους, ακόμα και σε περιπτώσεις παχυσαρκίας. ΜΕΘΟΔΟΙ: Μετρήθηκε το συνολικό λίπος του σώματος, το σπλαχνικό και το υποδόριο λίπος με μαγνητική τομογραφία και η περιεκτικότητα του ήπατος και των σκελετικών μυών σε λίπος με μαγνητική φασματοσκοπία σε 314 άτομα. Η ευαισθησία στην ινσουλίνη εκτιμήθηκε με βάση τα αποτελέσματα από του στόματος δοκιμασίας ανοχής στη γλυκόζη. Τα άτομα κατανεμήθηκαν σε 4 ομάδες: φυσιολογικού σωματικού βάρους (BMI < 25.0), υπέρβαρα (BMI, 25.0-29.9), παχύσαρκα-ινσουλινοευαίσθητα (insulin sensitive, IS) (BMI >= 30.0 και να ανήκουν στο ανώτερο τεταρτημόριο ευαισθησίας στη δράση της ινσουλίνης) και παχύσαρκα-με αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης (insulin resistant, IR) (BMI >= 30.0 και να ανήκουν στα κατώτερα 3 τεταρτημόρια ευαισθησίας στη δράση της ινσουλίνης). ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: το συνολικό και το σπλαχνικό λίπος ήταν υψηλότερα στις ομάδες των υπέρβαρων και των παχύσαρκων ατόμων σε σύγκριση με την ομάδα των φυσιολογικού σωματικού βάρους ατόμων (P < .05), παρόλα αυτά, δεν βρέθηκε διαφορά μεταξύ των ομάδων που απαρτίζονταν από παχύσαρκα άτομα. Αντίθετα, το έκτοπο λίπος στους σκελετικούς μύες (P < .001) και ιδίως το λίπος στο ήπαρ (4.3% +/- 0.6% έναντι 9.5% +/- 0.8%) και το πάχος του έσω-μέσου χιτώνα στην κοινή καρωτίδα (0.54 +/- 0.02 έναντι 0.59 +/- 0.01 mm) ήταν χαμηλότερα και η ευαισθησία στη δράση της ινσουλίνης ήταν υψηλότερη (17.4 +/- 0.9 έναντι 7.3 +/- 0.3 αυθαίρετες μονάδες) στην ομάδα παχυσαρκία-IS έναντι της ομάδας παχυσαρκία-IR (P < .05). Παραδόξως, η ομάδα παχυσαρκία -IS είχε σχεδόν την ίδια ευαισθησία στη δράση της ινσουλίνης και το πάχος του έσω-μέσου χιτώνα στην κοινή καρωτίδα δεν διέφερε στατιστικά σημαντικά σε σύγκριση με την ομάδα των φυσιολογικού βάρους ατόμων (18.2 +/- 0.9 αυθαίρετες μονάδες και 0.51 +/- 0.02 mm, αντίστοιχα). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η «μεταβολικά καλοήθης» παχυσαρκία, η οποία δεν συνοδεύεται από αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης και πρώιμη αθηρωμάτωση είναι υπαρκτή στους ανθρώπους. Επιπλέον, η ύπαρξη συσσωρευμένου λίπους στο ήπαρ μπορεί να είναι πιο σημαντική από το σπλαχνικό λίπος για τον καθορισμού αυτού του ευνοϊκού φαινοτύπου στην παχυσαρκία.

Σχόλιο μεταφραστή: Δεν υπάρχουν στοιχεία για πιθανή αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης μεταξύ των φυσιολογικών ατόμων. Παρόλα αυτά η μελέτη είναι σημαντική και ρίχνει φως στην κλινική παρατήρηση ότι όλοι οι παχύσαρκοι δεν συμπεριφέρονται κατά τον ίδιο τρόπο όσον αφορά τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, λοιπών προδιαθεσικών παραγόντων και τελικά αθηρωμάτωσης.a

Ο σφυροβραχιόνιος δείκτης σε συνδυασμό με το Framingham Risk Score για την πρόγνωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων και της θνησιμότητας: μία μεταανάλυση.

Ankle Brachial Index Collaboration, Fowkes FG, Murray GD, Butcher I, Heald CL, Lee RJ, Chambless LE, Folsom AR, Hirsch AT, Dramaix M, deBacker G, Wautrecht JC, Kornitzer M, Newman AB, Cushman M, Sutton-Tyrrell K, Fowkes FG, Lee AJ, Price JF, d’Agostino RB, Murabito JM, Norman PE, Jamrozik K, Curb JD, Masaki KH, Rodríguez BL, Dekker JM, Bouter LM, Heine RJ, Nijpels G, Stehouwer CD, Ferrucci L, McDermott MM, Stoffers HE, Hooi JD, Knottnerus JA, Ogren M, Hedblad B, Witteman JC, Breteler MM, Hunink MG, Hofman A, Criqui MH, Langer RD, Fronek A, Hiatt WR, Hamman R, Resnick HE, Guralnik J, McDermott MM. 

Ankle brachial index combined with Framingham Risk Score to predict cardiovascular events and mortality: a meta-analysis. JAMA. 2008; 300:197-208

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα προγνωστικά μοντέλα για την ανίχνευση υγιών ατόμων τα οποία βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο να υποστούν καρδιαγγειακό σύμβαμα έχουν περιορισμένη ακρίβεια. Ο χαμηλός σφυροβραχιόνιος δείκτης (ankle brachial index, ABI) είναι ένας δείκτης αθηρωμάτωσης και έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει την προγνωστική ικανότητα των μοντέλων. Σκοπός της μελέτης ήταν να διευκρινιστεί αν ο ABI δίνει περισσότερες πληροφορίες για τον κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακού συμβάματος ή για τη θνησιμότητα, ανεξάρτητες από αυτές που δίνει το Framingham risk score (FRS) και αν μπορεί να βελτιώσει την πρόβλεψη του κινδύνου. Μελετήθηκαν οι σχετικές μελέτες μέσω του MEDLINE (1950 έως Φεβρουάριο 2008) και του EMBASE (1980 έως Φεβρουάριο 2008). Έγινε επίσης εξέταση των βιβλιογραφικών αναφορών των μελετών καθώς και επαφή με ειδικούς στο θέμα για ανίχνευση επιπρόσθετων δημοσιευμένων ή μη μελετών. Συμπεριελήφθησαν οι μελέτες εφόσον: α) αφορούσαν το γενικό πληθυσμό, β) είχε γίνει εκτίμηση του ABI κατά την ένταξη και γ) τα άτομα παρακολουθούνταν με σκοπό την ανίχνευση της καρδιαγγειακής και γενικής θνησιμότητας. Συμπεριελήφθησαν 16 μελέτες που πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης. Κατά τη διάρκεια 480.325 ανθρωπο-ετών παρακολούθησης 24.955 ανδρών και 23.339 γυναικών, ο κίνδυνος θανάτου κατά ABI είχε μια ανάστροφη κατανομή μορφολογίας J με φυσιολογικό (σχετιζόμενο με χαμηλό κίνδυνο) ABI 1,11 έως 1,40. Η 10-ετής καρδιαγγειακή θνησιμότητα σε άνδρες με χαμηλό ABI (< = 0.90) ήταν 18,7% (95% confidence interval [CI], 13,3%-24,1%) και με φυσιολογικό ABI (1,11-1,40) ήταν 4,4% (95% CI, 3,2%-5,7%) (hazard ratio [HR], 4,2; 95% CI, 3.3-5.4). Η αντίστοιχη θνησιμότητα στις γυναίκες ήταν 12,6% (95% CI, 6,2%-19,0%) και 4,1% (95% CI, 2,2%-6,1%) (HR, 3,5; 95% CI, 2,4-5,1). Tα HRs παρέμεναν υψηλά και μετά εξομοίωση για FRS (2,9 [95% CI, 2,3-3,7] για τους άνδρες vs 3,0 [95% CI, 2,0-4,4] για τις γυναίκες). Χαμηλό ABI (<= 0.90) σχετιζόταν με περίπου διπλάσια 10-ετή γενική και καρδιαγγειακή θνησιμότητα και ρυθμό συμβαμάτων σε σύγκριση με τον συνολικό ρυθμό σε κάθε FRS κατηγορία. Το να συμπεριληφθεί ο ABI στην κατάταξη του καρδιαγγειακού κινδύνου με βάση το FRS θα είχε ως αποτέλεσμα την επαναταξινόμηση των κατηγοριών κινδύνου και την τροποποίηση των θεραπευτικών οδηγιών σε περίπου 19% των ανδρών και 36% των γυναικών. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η μέτρηση του ABI θα μπορούσε να βελτιώσει την ακρίβεια της πρόβλεψης του καρδιαγγειακού κινδύνου πέραν του FRS.


Σχόλιο μεταφραστή: Γνωστός χρήσιμος δείκτης για την περιφερική αγγειακή νόσο, φαίνεται πως αποκτά σημασία και για τη γενικότερη εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Είναι εύκολα μετρήσιμος και αξίζει να ενταχθεί στην τακτική κλινική εκτίμηση των ασθενών μας.

Η επίδραση της exendin-4 επί νησιδίων προερχομένων από ασθενείς με διαβήτη τύπου2.

R. Lupi, R. Mancarella, S. Del Guerra, M. Bugliani, S. Del Prato, U. Boggi, F. Mosca, F. Filipponi and P. Marchetti. Effects of exendin-4 on islets from type 2 diabetes patients.


Diabetes, Obesity and Metabolism 2008; 10: 514–52


Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η εξενατίδη ευνοϊκή επίδραση στην απόπτωση και ίσως και στη νεογένεση των β-κυττάρων σε πειραματόζωα. Στην παρούσα μελέτη εκτέθηκαν παγκρεατικά νησίδια ανθρώπων πασχόντων και μη πασχόντων από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε exendin-4 για 48 ώρες και παρατηρήθηκαν διάφορες ευνοϊκές επιδράσεις επί της έκκρισης της ινσουλίνης και της έκφρασης γονιδίων σχετικών με τη λειτουργικότητα και τη διαφοροποίηση των β-κυττάρων.

Μελετήθηκαν τα παρακάτω γονίδια: ινσουλίνης, GLUT-2, γλυκοκινάσης, PDX-1, Ki67, E2F1, E2F2, CyclinD2, cyclic adenosine monophosphate (cAMP)-response element-binding protein (CREB), cAMP-regulated guanine nucleotide exchange factor 2 (Epac2) και protein kinase cAMP-dependent regulatory protein (PRKAR).

Η έκκριση ινσουλίνης σε απάντηση μικρών συγκεντρώσεων γλυκόζης δεν διέφερε μεταξύ φυσιολογικών και διαβητικών ατόμων. Αντίθετα, στις υψηλές συγκεντρώσεις γλυκόζης τα προερχόμενα από μη διαβητικά άτομα νησίδια αύξησαν σημαντικά την παραγωγή γλυκόζης ενώ τα νησίδια τα προερχόμενα από άτομα με διαβήτη υπολείπονταν σε απάντηση. Μετά 48-ωρη έκθεση σε exendin-4, η απάντηση των προερχομένων από μη διαβητικά άτομα νησιδίων αυξήθηκε περαιτέρω, αλλά αυξήθηκε και η παραγωγή ινσουλίνης από νησίδια προερχόμενα από άτομα με διαβήτη, όταν τα νησίδια καλλιεργήθηκαν σε υψηλές συγκεντρώσεις γλυκόζης. Βεβαίως η εκκριτική ικανότητα των προερχομένων από άτομα με διαβήτη νησιδίων υπολειπόταν σε σχέση με αυτή των φυσιολογικών νησιδίων.

Σχόλιο μεταφραστή: Πολλά υποσχόμενη μελέτη υπό την προϋπόθεση ότι τα επίπεδα εξενατίδης που χρησιμοποιήθηκαν είναι παρόμοια με αυτά που επιτυγχάνονται με τη θεραπευτική χορήγηση φαρμάκου. Αναμένονται κλινικές μελέτες που να καταδείξουν ότι η πρώιμη χορήγηση του φαρμάκου βοηθά στη διατήρηση της λειτουργικότητας του β-κυττάρου.