PODCAST Series για τον Διαβήτη – 3ο Επεισόδιο

Στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας για την Υγεία (World Health Day 2024), την Κυριακή 7 Απριλίου 2024,  ξεκινησε το πρόγραμμα “Podcasts Series για το ΣΔτ2”.

Η δράση αποτελεί μία πρωτοβουλία της εταιρείας Boehringer Ingelheim Hellas, με την επιστημονική υποστήριξη της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας και την υποστήριξη της Ελληνικής Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη.

 

3ο ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ:
Ψυχολογία και Διατροφή. Δύο σημαντικοί παράγοντες στη διαχείριση του Διαβήτη Τύπου 2 και των επιπλοκών του, που συνδέονται μεταξύ τους.

Στο τρίτο επεισόδιο του podcast «Η Σιωπηλή Νόσος. Ένα podcast για το Διαβήτη Τύπου 2», η Δρ. Βαΐα Λαμπαδιάρη, Καθηγήτρια Παθολογίας – Ενδοκρινολογίας, και η Δρ. Άννα Χατζηδημητρίου, Ψυχολόγος Υγείας, απαντούν σε όλες τις ερωτήσεις του Μιχάλη Κεφαλογιάννη και ρίχνουν φως στους μύθους γύρω από την ψυχολογία και τη διατροφή των ατόμων με Διαβήτη Τύπου 2.

Μεταξύ άλλων, αναλύουν τα πέντε στάδια στην ψυχολογία των ατόμων με Διαβήτη Τύπου 2, περιγράφουν τα βήματα που απαιτούνται για την προσαρμογή της συμπεριφοράς τους στα νέα δεδομένα, εξηγούν τι είναι η διαβητική δυσφορία και πώς αντιμετωπίζεται, και αναλύουν τη σωστή διατροφική προσέγγιση για την ενίσχυση της υγείας και τη βελτίωση της καθημερινότητας των ατόμων με διαβήτη.

Ακούστε το τρίτο επεισόδιο εδώ.

Spotify: https://open.spotify.com/show/3RPo5iwqTa0aQPRaFv9Gxh

Apple podcasts: https://podcasts.apple.com/us/podcast/%CE%B7-%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%AE-%CE%BD%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%85-2/id1735316158

Ο ρόλος της διατροφής στην υπογονιμότητα των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη

Θηρεσία Χονδρού1, Ειρήνη Λυμπεροπούλου1
Επιβλέποντας Διαιτολόγος: Χάρης Δημοσθενόπουλος1
1 Διαιτολογικό Τμήμα, ΓΝΑ Λαϊκό

 

Η υπογονιμότητα είναι μια ιατρική κατάσταση που αφορά το αναπαραγωγικό  σύστημα του άνδρα ή της γυναίκας και ορίζεται ως η αποτυχία επίτευξης εγκυμοσύνης μετά από 12 ή περισσότερους μήνες τακτικής απροστάτευτης σεξουαλικής επαφής, επηρεάζοντας τη ψυχοκοινωνική ευημερία των ανθρώπων. Περίπου το 17,5% του ενήλικου πληθυσμού – περίπου 1 στους 6 παγκοσμίως – παρουσιάζει υπογονιμότητα [1], με τα υψηλότερα ποσοστά επιπολασμού  να απαντώνται σε ορισμένες περιοχές όπως η Αμερική, η Αφρική και η Ευρώπη [2].

Πιο συγκεκριμένα, ένας σημαντικός παράγοντας που εντείνει το πρόβλημα της υπογονιμότητας είναι και ο σακχαρώδης διαβήτης. Όσον αφορά τις γυναίκες με ΣΔτ1 έχουν παρατηρηθεί διαταραχές εμμήνους ρύσεως που οδηγούν στον περιορισμό του διαστήματος αναπαραγωγικής ηλικίας, ενώ η υπερ-χορήγηση ινσουλίνης φαίνεται να οδηγεί σε αυξημένα ανδρογόνα και σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Συμπληρωματικά στο ΣΔτ2 η στειρότητα, οι αλλαγές στη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου και η πρώιμη έναρξης της εμμηνόπαυσης  συνδέονται με ΣΠΩ, απαιτώντας μεγαλύτερο χρόνο για μία επιτυχή σύλληψη[3]. Στους άνδρες με ΣΔτ1 η υπογονιμότητα οφείλεται στην μειωμένη κινητικότητα και διαταραγμένη μορφολογία σπερματοζωαρίων, χωρίς να επηρεάζεται ο αριθμός τους [4], ενώ στο ΣΔτ2 επηρεάζεται αρνητικά η σπερματογένεση.[5]

Αδιαμφισβήτητα η διατροφή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην γονιμότητα των ζευγαριών. Πιο συγκεκριμένα, μία διατροφή που κρατάει σταθερά τα επίπεδα σακχάρου αλλά και ένα φυσιολογικό εύρος βάρους, αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες ενίσχυσής της. Όπως δείχνουν οι τρέχουσες μελέτες, μια δίαιτα που βασίζεται στις συστάσεις της μεσογειακής διατροφής (MD) επηρεάζει θετικά την ψυχική και σωματική υγεία. Η MD έχει επίσης συσχετιστεί με ευνοϊκές αλλαγές στην αντίσταση στην ινσουλίνη, μεταβολικές διαταραχές και τον κίνδυνο παχυσαρκίας, ο οποίος είναι κρίσιμος στο πλαίσιο της γονιμότητας. Πρόκειται για μία διατροφή πλούσια σε διαιτητικές ίνες, ɷ-3 λιπαρά οξέα, φυτικές πρωτεΐνες, βιταμίνες και μέταλλα, τα οποία έχουν αποδεδειγμένα έχει θετική επίδραση στη  γυναικεία γονιμότητα και την ποιότητα του σπέρματος. Παράλληλα, έχει επιβεβαιωθεί ότι η κατανάλωση trans λιπαρών, επεξεργασμένων υδατανθράκων και πρόσθετων σακχάρων, τα οποία δεν ανήκουν στη MeD, επηρεάζουν αρνητικά.[6]

Συμπερασματικά φαίνεται ότι οι δύο βασικοί πυλώνες αντιμετώπισης της υπογονιμότητας είναι ο έλεγχος του σακχαρώδη διαβήτη και η τήρηση της μεσογειακής διατροφής. Συνοπτικά λοιπόν η υιοθέτηση πιο υγιεινών επιλογών καθώς και η αποχή/μείωση της κατανάλωσης τόσο του αλκοόλ όσο και του καπνίσματος, αυξάνουν τελικά τις πιθανότητες σύλληψης.[7]

  1. World Health Organization. (2023). 1 in 6 people globally affected by infertility: WHO. Www.who.int. https://www.who.int/news/item/04-04-2023-1-in-6-people-globally-affected-by-infertility
  2. Cox, C. M., Thoma, M. E., Tchangalova, N., Mburu, G., Bornstein, M. J., Johnson, C. L., & Kiarie, J. (2022). Infertility prevalence and the methods of estimation from 1990 to 2021: a systematic review and meta-analysis. Human reproduction open, 2022(4), hoac051. https://doi.org/10.1093/hropen/hoac051
  3. Livshits, A., & Seidman, D. S. (2009). Fertility Issues in Women with Diabetes. Women’s Health, 5(6), 701–707. https://doi.org/10.2217/whe.09.47
  4. Lotti, F., & Maggi, M. (2022). Effects of diabetes mellitus on sperm quality and fertility outcomes: Clinical evidence. Andrology, 11(2), 399–416. https://doi.org/10.1111/andr.13342
  5. Huang, R., Chen, J., Guo, B., Jiang, C., & Sun, W. (2024). Diabetes-induced male infertility: potential mechanisms and treatment options. Molecular Medicine (Cambridge, Mass.), 30(1), 11. https://doi.org/10.1186/s10020-023-00771-x
  6. Skoracka, K., Ratajczak, A. E., Rychter, A. M., Dobrowolska, A., & Krela-Kaźmierczak, I. (2021). Female Fertility and the Nutritional Approach: The Most Essential Aspects. Advances in Nutrition, 12(6). https://doi.org/10.1093/advances/nmab068
  7. O’Flynn, N. (2013). Assessment and treatment for people with fertility problems: NICE guideline. British Journal of General Practice, 64(618), 50–51. https://doi.org/10.3399/bjgp14x676609

PODCAST Series για τον Διαβήτη – 2ο Επεισόδιο

Στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας για την Υγεία (World Health Day 2024), την Κυριακή 7 Απριλίου 2024,  ξεκινησε το πρόγραμμα “Podcasts Series για το ΣΔτ2”.

Η δράση αποτελεί μία πρωτοβουλία της εταιρείας Boehringer Ingelheim Hellas, με την επιστημονική υποστήριξη της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας και την υποστήριξη της Ελληνικής Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη.

2ο ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ: https://open.spotify.com/show/3RPo5iwqTa0aQPRaFv9Gxh

Πως είναι η ζωή όταν πρέπει να αντιμετωπίσεις το Διαβήτη τύπου 2;

Συντονιστείτε στο 2ο επεισόδιο του Podcast “Η Σιωπηλή Νόσος” με τον δημοσιογράφο υγείας Μιχάλη Κεφαλογιάννη σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τη Δρ. Αναστασία Μαυρογιαννάκη, πρόεδρο της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας και τον κ. Αναστάσιο Λασκαράτο, πρόεδρο του Συλλόγου ατόμων με διαβήτη Κεφαλονιάς – Ιθάκης, με θέμα: “Η ζωή μου με το Διαβήτη τύπου 2“.

Μεταξύ άλλων, μέσα από τη συζήτησή τους συνειδητοποιούμε γιατί (και) στον Διαβήτη Τύπου 2 η γνώση είναι δύναμη, σπάμε τους μύθους που γεμίζουν τους ασθενείς με ενοχικότητα και μαθαίνουμε ποιες είναι οι σωστές στρατηγικές για τη ρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη και την αποτροπή των πιθανών επιπλοκών.

Ακούστε το δεύτερο επεισόδιο:

Spotify: https://open.spotify.com/show/3RPo5iwqTa0aQPRaFv9Gxh
Apple Podcast: https://podcasts.apple.com/us/podcast/%CE%B7-%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%AE-%CE%BD%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%8D%CF%80%CE%BF%CF%85-2/id1735316158

Μοτίβα αρχικής χρήσης και πρώτης εντατικοποίησης αντιδιαβητικών φαρμάκων μεταξύ ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 στη Σκωτία, 2010-2020: Μια αναδρομική μελέτη κοορτής

Mahmoud F, Mueller T, Mullen A, Sainsbury C, Rushworth GF, Kurdi A. Patterns of initial and first-intensifying antidiabetic drug utilization among patients with type 2 diabetes mellitus in Scotland, 2010-2020: A retrospective population-based cohort study. Diabetes Obes Metab. 2024 Apr 1. doi: 10.1111/dom.15584. Epub ahead of print. PMID: 38558305.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2) προτείνουν τη μετφορμίνη ως θεραπεία πρώτης γραμμής για άτομα που διαγνώστηκαν πρόσφατα και δεν έχουν εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, χρόνια νεφρική νόσο ή καρδιακή ανεπάρκεια [1, 2, 3]. Ωστόσο, υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός ασθενών που μπορεί να ξεκινήσουν με διαφορετική κατηγορία αντιδιαβητικών φαρμάκων για πολλούς λόγους (π.χ. αντενδείξεις). Δεν υπάρχει σαφής σύσταση σχετικά με την επιλογή της αρχικής εναλλακτικής αγωγής στη μετφορμίνη ή της αρχικής συνδυαστικής θεραπείας για ασθενείς με πιο σοβαρή νόσο.

Σκοπός της παρούσας αναδρομικής μελέτης ήταν να αξιολογήσει τα πρότυπα χρήσης και συνταγογράφησης αντιδιαβητικών φαρμάκων σε άτομα με ΣΔΤ2 κατά την έναρξη και κατά την πρώτη εντατικοποίηση της αγωγής.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Πραγματοποιήθηκε μια αναδρομική μελέτη κοορτής χρησιμοποιώντας δεδομένα ασθενών με ΣΔΤ2 που έλαβαν αντιδιαβητικά φάρμακα μεταξύ του 2010 και του 2020 στη Σκωτία. Τα πρότυπα συνταγογράφησης ποσοτικοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας δοκιμές συχνότητας/ποσοστών, απόλυτης/σχετικής μεταβολής και τάσεων.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Συνολικά εντοπίστηκαν 145.909 νέοι χρήστες αντιδιαβητικών φαρμάκων. Το 91% (n = 132.382) των ατόμων έλαβαν ένα μόνο φάρμακο κατά την πρώτη έναρξη της θεραπείας. Η μετφορμίνη ήταν η πιο συχνά συνταγογραφούμενη μονοθεραπεία (n = 118.737, 89,69%). Συνολικά σε 50.731 άτομα (39,40%) που ξεκίνησαν με μετφορμίνη (n = 46.730/118.737, 39,36%) ή με σουλφονυλουρία (n = 4001/10 029, 39,89%) εντατικοποιήθηκε η αγωγή τους με μία ή περισσότερες προσθήκες φαρμάκων. Στα περισσότερα άτομα που έλαβαν αρχικά μετφορμίνη (45.963/46.730, 98,36%) και σε αυτά που έλαβαν σουλφονυλουρία (3894/4001, 97,33%) προστέθηκε περαιτέρω ένας νέος παράγοντας. Οι σουλφονυλουρίες (22.197/45.963; 48,29%) ήταν η πιο κοινή πρώτη εντατικοποιημένη μονοθεραπεία μετά την αρχική χρήση μετφορμίνης, αλλά αυτές αντικαταστάθηκαν από τους αναστολείς συμμεταφορέα νατρίου-γλυκόζης-2 (SGLT2) το 2019 (αναστολείς SGLT2: 2019: 2039/6065, 33.62% έναντι σουλφονυλουριών: 1924/6065, 31,72%). Η μετφορμίνη ήταν η πιο συχνά προστιθέμενη μονοθεραπεία στην αρχική χρήση σουλφονυλουρίας (2924/3894, 75,09%). Αν και η πλειονότητα των ασθενών έλαβε έναν αντιδιαβητικό παράγοντα, η χρήση συνδυαστικής θεραπείας αυξήθηκε σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, υπήρξε μια αυξανόμενη τάση για συνταγογράφηση των νεότερων κατηγοριών (SGLT2 αναστολείς, DPP4 αναστολείς) ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό σε σύγκριση με τις παλαιότερες αγωγές (σουλφονυλουρίες, ινσουλίνη, πιογλιταζόνη) τόσο στην έναρξη όσο και στην πρώτη εντατικοποίηση της αγωγής.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Παρατηρήθηκε μια αυξητική τάση στη συνταγογράφηση των νεότερων κατηγοριών αντιδιαβητικής αγωγής σε σύγκριση με παλαιότερες αγωγές. Ωστόσο, η μετφορμίνη παρέμεινε το πιο συχνά συνταγογραφούμενο φάρμακο πρώτης γραμμής, ενώ οι SGLT2 αναστολείς αντικατέστησαν τις σουλφονυλουρίες ως την πιο κοινή συμπληρωματική αγωγή στη χρήση μετφορμίνης το 2019.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. American Diabetes Association (ADA).  Pharmacologic approaches to glycemic treatment: standards of medical care in diabetes-2020. Diabetes Care. 2020; 43(Suppl 1): S98-S110.
  2. Ελληνική Διαβητολογική Εταιρεία. Κατυθυντήριες Οδηγίες, 2024. https://drive.google.com/file/d/1L-zjpv1cYIWlItTDvlW_ljZR4q7esZkx/view
  3. National Institute of Health and Care Excellence (NICE). Type 2 Diabetes in Adults: Management 2021. 2021Accessed January 30, 2022. https://www.nice.org.uk/guidance/gid-ng10160/documents/draft-guideline

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Η μελέτη φυσικής πορείας του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 στη μελέτη INNODIA 1: μια ευρωπαϊκή κοορτή νεοδιαγνωσθέντων παιδιών, εφήβων και ενηλίκων

Marcovecchio ML, Hendriks AEJ, Delfin C, Battelino T, Danne T, Evans ML, Johannesen J, Kaur S, Knip M, Overbergh L, Pociot F, Todd JA, Van der Schueren B, Wicker LS, Peakman M, Mathieu C; INNODIA consortium. The INNODIA Type 1 Diabetes Natural History Study: a European cohort of newly diagnosed children, adolescents and adults. Diabetologia. 2024 Mar 22. doi: 10.1007/s00125-024-06124-5. Epub ahead of print. PMID: 38517484.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 (ΣΔΤ1) είναι μια ετερογενής κατάσταση [1, 2]. Οι παράγοντες που εξηγούν τις διαφορές στην κλινική πορεία και την ανταπόκριση στη θεραπεία ενός ατόμου θα έχουν σημαντικές κλινικές και ερευνητικές επιπτώσεις [1, 2, 3]. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της ετερογένειας του ΣΔΤ1, όπως αξιολογείται από τα κλινικά χαρακτηριστικά, τα αυτοαντισώματα, τη λειτουργία των β κυττάρων, τη γλυκαιμική ρύθμιση κατά τους πρώτους 12 μήνες από τη διάγνωση, και πώς σχετίζεται με την ηλικία κατά τη διάγνωση.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από τη κοορτή INNODIA στην οποία συμπεριλαμβάνονται άτομα ηλικίας 1-45 ετών που διαγνώστηκαν πρόσφατα με ΣΔΤ1. Τα άτομα αυτά παρακολουθούνταν κάθε 3 μήνες, για την αξιολόγηση των κλινικών χαρακτηριστικών, του C-πεπτιδίου, της HbA1c και των σχετιζόμενων με τον διαβήτη αντισωμάτων καθώς και των αλλαγών τους κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών από τη διάγνωση, σε τρεις ηλικιακές ομάδες: <10 ετών, 10-17 ετών και ≥18 ετών.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν 649 άτομα (57,3% άνδρες, ηλικία 12,1±8,3 ετών). Από αυτούς το 96,9% είχαν ένα ή περισσότερα αντισώματα που σχετίζονται με το διαβήτη. Το C-πεπτίδιο νηστείας ήταν 242,0 (139.0-382.0) pmol/l (AUC 749,3 [466,2-1106,1] pmol/l × min), με τα επίπεδα να αυξάνονται με την ηλικία (p<0,001). Με την πάροδο του χρόνου, το C-πεπτίδιο παρέμεινε χαμηλότερο σε άτομα ηλικίας <10 ετών, αλλά μειώθηκε σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Παράλληλα, τα επίπεδα γλυκόζης αυξήθηκαν προοδευτικά. Το χαμηλότερο αρχικό C-πεπτίδιο νηστείας, ο δείκτης μάζας σώματος και η παρουσία διαβητικής κετοξέωσης κατά τη διάγνωση συσχετίστηκαν με χαμηλότερο C-πεπτίδιο με την πάροδο του χρόνου. Η τιμή HbA1c μειώθηκε κατά τους πρώτους 3 μήνες (p<0,001), ενώ οι ανάγκες σε ινσουλίνη αυξήθηκαν 3 μήνες μετά τη διάγνωση (p<0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σε αυτή τη μεγάλη κοορτή ατόμων με πρόσφατα διαγνωσμένο ΣΔΤ1, βρέθηκαν διαφορές που σχετίζονται με την ηλικία στις κλινικές και βιοχημικές μεταβλητές. Το C-πεπτίδιο ήταν χαμηλότερο στα πιο νέα παιδιά, αλλά δεν υπήρχαν σημαντικές ηλικιακές διαφορές στο ρυθμό μείωσης του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. den Hollander NHM, Roep BO (2022) From disease and patient heterogeneity to precision medicine in type 1 diabetes. Front Med (Lausanne) 9:932086.
  2. Quattrin T, Mastrandrea LD, Walker LSK (2023) Type 1 diabetes. Lancet 401(10394):2149–2162.
  3. Battaglia M, Ahmed S, Anderson MS et al (2020) Introducing the endotype concept to address the challenge of disease heterogeneity in type 1 diabetes. Diabetes Care 43(1):5–12.

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας με βάση την ομάδα τυχαιοποίησης στη μελέτη Diabetes Prevention Program (DPP), την κατάσταση και τη διάρκεια του διαβήτη και την αθροιστική γλυκαιμική έκθεση

Lee CG, Ciarleglio A, Edelstein SL, Crandall JP, Dabelea D, Goldberg RB, Kahn SE, Knowler WC, Ma MT, White NH, Herman WH; Diabetes Prevention Program Research Group. Prevalence of Distal Symmetrical Polyneuropathy by Diabetes Prevention Program Treatment Group, Diabetes Status, Duration of Diabetes, and Cumulative Glycemic Exposure. Diabetes Care. 2024 Mar 19:dc232009. doi: 10.2337/dc23-2009. Epub ahead of print. PMID: 38502874.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Η μελέτη Diabetes Prevention Program (DPP) ήταν μια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 1996 – 2001 και συνέκρινε την εντατική παρέμβαση στον τρόπο ζωής με τη χορήγηση μετφορμίνης και τη χορήγηση εικονικού φαρμάκου σε μια ομάδα 3.234 ατόμων που εμφάνιζε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη [1]. Η αλλαγή στον τρόπο ζωής περιελάμβανε σαφώς καθορισμένους στόχους απώλειας βάρους και σωματικής δραστηριότητας, προπονητές του τρόπου ζωής (lifestyle coaches) και εντατική παρακολούθηση [1]. Με την ολοκλήρωση της μελέτης DPP, οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν στη μη παρεμβατική μελέτη του προγράμματος πρόληψης διαβήτη (Diabetes Prevention Program Outcomes Study, DPPOS) [2].

Σκοπός της παρούσας ανάλυσης ήταν η αξιολόγηση των συσχετίσεων μεταξύ της περιφερικής νευροπάθειας και  της αγωγής κατά την τυχαιοποίηση στη μελέτη DPP, της κατάστασης και της διάρκειας του διαβήτη και της αθροιστικής γλυκαιμικής έκθεσης περίπου 21 χρόνια μετά την τυχαιοποίηση της μελέτης DPP.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Στη μελέτη DPP, άτομα με υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη τυχαιοποιήθηκαν σε εντατικοποιημένο τρόπο ζωής, μετφορμίνη ή εικονικό φάρμακο με στόχο την πρόληψη του διαβήτη. Μετά το πέρας της μελέτης, η χορήγηση μετφορμίνης συνεχίστηκε, το εικονικό φάρμακο διακόπηκε και ο εντατικοποιημένος τρόπος ζωής παρέχονταν με τη μορφή εξαμηνιαίων ομαδικών μαθημάτων σε όλους τους συμμετέχοντες. Τα συμπτώματα και τα σημεία της περιφερικής νευροπάθειας αξιολογήθηκαν σε 1.792 συμμετέχοντες κατά τον 17ο χρόνο της μελέτη DPPOS. Χρησιμοποιήθηκαν μοντέλα πολυπαραγονικτής ανάλυσης για την αξιολόγηση των συσχετίσεων της περιφερικής νευροπάθειας με την ομάδα θεραπείας, την κατάσταση και τη διάρκεια του διαβήτη και τη αθροιστική γλυκαιμική έκθεση.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στα 21 χρόνια μετά την τυχαιοποίηση της μελέτης DPP, το 66% των ατόμων είχαν διαβήτη. Ο επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας δεν διέφερε ανάλογα με την αρχική τυχαιοποίηση (21,5%, 21,5%, 21,9%, για τον εντατικοποιημένο τρόπο ζωής, τη μετφορμίνη και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα). Επίσης, ο επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας ήταν ελαφρώς χαμηλότερος για όσους διατρέχουν κίνδυνο διαβήτη (19,6%) έναντι εκείνων με διαβήτη (22,7%) και συσχετίστηκε με μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη και τη HbA1c (τιμές P <0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η πιθανότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας ήταν παρόμοια σε όλες τις ομάδες θεραπείας στη μελέτη DPP. Επίσης, η  πιθανότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας ήταν υψηλότερη στα άτομα με διαβήτη, με μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη και υψηλότερη αθροιστική γλυκαιμική έκθεση. Η παρέμβαση στον τρόπο ζωής μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα οφέλη στην εμφάνιση περιφερικής νευροπάθειας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Diabetes Prevention Program Research, G., The Diabetes Prevention Program (DPP): description of lifestyle intervention. Diabetes Care, 2002. 25(12): p. 2165-71.
  2. Diabetes Prevention Program Research, G., Long-term effects of lifestyle intervention or metformin on diabetes development and microvascular complications over 15-year follow-up: the Diabetes Prevention Program Outcomes Study. Lancet Diabetes Endocrinol, 2015. 3(11): p. 866-75.

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Συνοπτικός ενημερωτικός οδηγός διατροφής για τα άτομα με Δυσλιπιδαιμία

Συντάκτες κειμένου:

Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc(MedSci) Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία.

Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, MSc, PhD, Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά ‘’Τζάνειο’’

 

Η ύπαρξη δυσλιπιδαιμίας αποτελεί τον πλέον βασικό παράγοντα εμφάνισης αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακών νοσημάτων, ενώ, φαίνεται πως η διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκίας και ινσουλινοαντίστασης. Η διάγνωση της δυσλιπιδαιμίας γίνεται με εργαστηριακό έλεγχο, καθώς, δεν προκαλεί συμπτώματα ή αντίστοιχες ενδείξεις. Κοινά χαρακτηριστικά των εργαστηριακών εξετάσεων αποτελούν οι αυξημένες τιμές: ολικής χοληστερόλης, ‘’κακής’’ (LDL) χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων ορού και οι χαμηλές τιμές: ‘’καλής’’ (HDL) χοληστερόλης. Κύριο μέλημα της φαρμακοθεραπείας αλλά και της διατροφικής παρέμβασης αποτελεί ο έλεγχος των τιμών των λιπιδίων με σκοπό την εξασφάλιση βέλτιστης καρδιομεταβολικής υγείας.

Σωματικό Βάρος

Ενθαρρύνεται η σταδιακή απώλεια σωματικού βάρους πάντα σε συνδυασμό με φυσική δραστηριότητα. Μάλιστα, επιστημονικές μελέτες δείχνουν πως η μείωση του βάρους (~10kg), μπορεί να βελτιώσει αισθητά την ινσουλινοευαισθησία, τον μεταβολισμό των λιπιδίων και να επιβραδύνει το ρυθμό εμφάνισης αθηροσκλήρωσης. Στην περίπτωση όμως που δεν είναι εφικτή η απώλεια σωματικού βάρους, συστήνεται η κατανάλωση τροφίμων που εξασφαλίζουν κορεσμό και ενισχύουν το μεταβολισμό, αυξάνοντας την ενεργειακή δαπάνη. Για τον έλεγχο του σωματικού σας βάρους απευθυνθείτε στη θεραπευτική ομάδα που σας παρακολουθεί ώστε να σας καθοδηγήσει ανάλογα με τις ανάγκες σας. Σημειώνεται πως ο περιορισμός των θερμίδων δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 300-500kcal/ημέρα.

Υδατάνθρακες

Οι υδατάνθρακες θα πρέπει να αποτελούν το 45-55% της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης. Ενθαρρύνεται η κατανάλωση σύμπλοκων υδατανθράκων, προϊόντων ολικής άλεσης (βρώμη, κριθάρι, πίτουρο, δημητριακά, ζυμαρικά, αρτοσκευάσματα), χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη και πλούσια σε διαλυτές φυτικές ίνες (όσπρια, φρούτα, λαχανικά). Σημειώνεται πως κάθε μεγάλο γεύμα θα πρέπει να συνοδεύεται από σαλάτα. Η πρόσληψη διαλυτών φυτικών ινών μπορεί, επίσης, να ενισχυθεί και από συμπληρώματα διατροφής ή εμπλουτισμένα τρόφιμα σε ψύλλιο. Η κατανάλωση πρόσθετων σακχάρων αντενδείκνυται, καθώς, σάκχαρα ήδη απαντώνται φυσικά σε υγιεινά τρόφιμα όπως τα φρούτα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Παρότι ο ρόλος των υδατανθράκων στη ρύθμιση των λιπιδίων είναι σχετικά ουδέτερος, η αλόγιστη κατανάλωσή τους μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. Ειδικότερα, για την παρασκευή γλυκών δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως στα υλικά συμπεριλαμβάνονται εκτός από υδατάνθρακες και αυγά, βούτυρο, κακάο, φοινικέλαιο, λάδι καρύδας κ.α.

Πρωτεΐνες

Οι πρωτεΐνες θα πρέπει να αποτελούν το 15-25% των ημερήσιων ενεργειακών αναγκών. Σε κάθε περίπτωση έχει νόημα να προσέξουμε την πηγή πρωτεΐνης που θα επιλέξουμε. Συγκεκριμένα, ενθαρρύνεται η κατανάλωση τροφών όπως ξηροί καρποί, ψάρια, light τυριά και γιαούρτι, έναντι της συστηματικής κατανάλωσης κόκκινου κρέατος. Μάλιστα η ελεγχόμενη πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης, μπορεί τελικά να έχει προστατευτική δράση σε ό,τι αφορά την αγγειακή ευθραυστότητα μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικού επεισοδίου. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν και οι πρωτεΐνες φυτικής προέλευσης όπως είναι για παράδειγμα τα προϊόντα σόγιας (γάλα, γιαούρτι, τόφου, ξηροί καρποί, φασόλια, αλεύρι, tempeh, miso), τα οποία φαίνεται να έχουν καρδιοπροστατευτική δράση.

Λιπαρά

Η συστηματική πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αύξηση των επιπέδων της ‘’κακής’’ (LDL) χοληστερόλης. Μάλιστα, φαίνεται πως για κάθε 1% των θερμίδων που προσλαμβάνουμε από κορεσμένα λιπαρά παρατηρείται αύξηση στις τιμές της LDL χοληστερόλης περίπου 2%. Για τους παραπάνω λόγους τα κορεσμένα λιπαρά θα πρέπει να αποτελούν λιγότερο από 7% της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης. Ο καλύτερος τρόπος να μειώσουμε το ρυθμό αύξησης της LDL χοληστερόλης είναι επιλέγοντας προϊόντα χαμηλά σε λιπαρά, άπαχα κρέατα, πουλερικά, ψάρια και αποφεύγοντας τα φυτικά έλαια (φοινικέλαιο, λάδι καρύδας). Εξίσου επιβλαβής είναι και η παρουσία των trans λιπαρών στη διατροφή, καθώς, δρουν μειώνοντας την HDL χοληστερόλη και αυξάνοντας την LDL χοληστερόλη. Η ύπαρξη των trans λιπαρών οξέων προκύπτει από τη μερική υδρογόνωση ενός τυπικού φυτικού ελαίου (καλαμποκέλαιο, σογιέλαιο) για την παραγωγή μαργαρίνης και ‘’ανθεκτικών’’ λιπαρών που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή επεξεργασμένων τροφίμων και snack. Trans λιπαρά οξέα ανευρίσκονται σε τρόφιμα όπως το βούτυρο, η μαργαρίνη, τα μπισκότα, τα τηγανιτά κ.α. Η αντικατάσταση κορεσμένων και trans λιπαρών οξέων από μονοακόρεστα (ελαιόλαδο, αβοκάντο, ξηροί καρποί) και πολυακόρεστα (Ω3, Ω6) λιπαρά μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων, ενώ, μπορεί να αυξήσει την ινσουλινοευαισθησία.

Σε ό,τι αφορά τη διαιτητική χοληστερόλη, είναι πλέον γνωστό πως η κατανάλωσή της σε λογικά πλαίσια δεν προκαλεί αύξηση της χοληστερόλης αίματος. Ο πιο διαδεδομένος εκπρόσωπος διαιτητικής χοληστερόλης είναι το αυγό το οποίο αποτελεί κύρια πηγή πρωτεΐνης & λιποδιαλυτών βιταμινών και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εναλλακτική επιλογή έναντι της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος, τηγανιτών και επεξεργασμένων υδατανθράκων. Για υγιείς ενήλικες συστήνεται η κατανάλωση 1 ολόκληρου αυγού/ημέρα. Άλλα συστατικά της τροφής που βοηθούν στον έλεγχο των λιπιδίων είναι οι φυτοστερόλες (φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, όσπρια), καθώς, παρεμβαίνουν στην απορρόφηση της χοληστερόλης από το έντερο, με αποτέλεσμα τη μείωσή της. Μάλιστα η ταυτόχρονη κατανάλωση φυτικών στερολών από άτομα που λαμβάνουν στατίνη θα μπορούσε να συμβάλλει στην περαιτέρω μείωση της LDL χοληστερόλης.

Αλκοόλ

Η ήπια έως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το γλυκαιμικό προφίλ, την ινσουλινοευαισθησία και τον έλεγχο των λιπιδίων στο άτομο. Μάλιστα μικρή ποσότητα αιθανόλης (~1gr), θα μπορούσε να αυξήσει ελαφρώς την HDL χοληστερόλη. Συγκριτικά με τα υπόλοιπα αλκοολούχα ποτά, κυρίως λόγος γίνεται για τις ευεργετικές ιδιότητες του κόκκινου κρασιού, καθώς, είναι πλούσιο σε φλαβονοειδή (αντιοξειδωτικά) που έχουν συσχετιστεί με αντιφλεγμονώδη δράση και μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Σε κάθε περίπτωση η ημερήσια κατανάλωση αλκοόλ δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 15-30gr (1-2 ποτήρια). Ειδικότερα για τα άτομα με υπερτριγλυκεριδαιμία η πρόσληψη αλκοόλ εκτός των παραπάνω ορίων μπορεί να επιφέρει εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα.

Αλάτι

Η κατανάλωση αλατιού συνδέεται με αύξηση τριγλυκεριδίων, αυξημένη περίμετρο μέσης, υψηλό δείκτη μάζας σώματος, κοιλιακή παχυσαρκία, αρτηριακή υπέρταση και αυξημένο ποσοστό λίπους στο σώμα. Αυτό συμβαίνει γιατί τα αλμυρά τρόφιμα φαίνεται να ενισχύουν το αίσθημα ανταμοιβής στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα το άτομο να καταφεύγει στην ανεξέλεγκτη κατανάλωση θερμίδων λόγω της ευχάριστης γεύσης. Η μείωση πρόληψης αλατιού μπορεί να επιτευχθεί αντικαθιστώντας το επιτραπέζιο αλάτι από μυρωδικά, μπαχαρικά ή στημένο λεμόνι, ελέγχοντας τις ετικέτες τροφίμων και αποφεύγοντας τυποποιημένα προϊόντα (κονσέρβες, αλλαντικά).

 

Βιβλιογραφία

  • Carson JA. Nutrition therapy for dyslipidemia. Curr Diab Rep. 2003 Oct;3(5):397-403.
  • Chopra AK. Dietary management of dyslipidemia. Indian Heart J. 2023 Dec 18:S0019-4832(23)00474-1.
  • Kang YJ, Wang HW, Cheon SY, Lee HJ, Hwang KM, Yoon HS. Associations of Obesity and Dyslipidemia with Intake of Sodium, Fat, and Sugar among Koreans: a Qualitative Systematic Review. Clin Nutr Res. 2016 Oct;5(4):290-304.
  • Mehmet Celik, Isa Ardahanli, Mehmet Serdar Cengizhan,” Dyslipidemia and Nutrition”, Research Journal of Food and Nutrition, vol. 2, no. 4, pp. 1-3 2018.
  • Mooradian AD. Dyslipidemia in type 2 diabetes mellitus. Nat Clin Pract Endocrinol Metab. 2009 Mar;5(3):150-9.
  • Sucato, V., Sanfilippo, G., Triolo, F. et al.Dietary strategy for prevention and management of dyslipidemia: international guidelines. Mediterr J Nutr Metab 5, 187–193 (2012).

PODCAST Series για τον Διαβήτη – 1ο Επεισόδιο

Στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας για την Υγεία (World Health Day 2024), την Κυριακή 7 Απριλίου 2024,  ξεκινησε το πρόγραμμα “Podcasts Series για το ΣΔτ2”.

Η δράση αποτελεί μία πρωτοβουλία της εταιρείας Boehringer Ingelheim Hellas, με την επιστημονική υποστήριξη της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας και την υποστήριξη της Ελληνικής Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη.

1ο ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ:

Τι μας κρύβει ο Διαβήτης;

Στο πρώτο επεισόδιο του νέου Podcast «Η Σιωπηλή Νόσος. Ένα Podcast για το Διαβήτη Τύπου 2», που κυκλοφόρησε σήμερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, ο Μιχάλης Κεφαλογιάννης υποδέχεται τη Δρ. Ερυφίλη Χατζηαγγελάκη, Ομότιμη Καθηγήτρια Παθολογίας και Μεταβολικών Νοσημάτων ΕΚΠΑ.

Μαζί συζητούν όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τη νόσο με τα διακριτικά συμπτώματα και τις σοβαρές επιπλοκές, ώστε να την αποφύγουμε, να την αντιμετωπίσουμε και να τη διαχειριστούμε.

Μέσα από τη συζήτησή τους μαθαίνουμε τα πάντα: από το τι είναι το προδιαβητικό στάδιο, το «καμπανάκι» του οργανισμού, μέχρι το «σάκχαρο νηστείας», τους τρόπους αποκατάστασης των βλαβών που προκαλεί ο Διαβήτης στον οργανισμό και τους πιο διαδεδομένους μύθους γύρω από τη νόσο.

Ακούστε το πρώτο επεισόδιο στο Spotify

Spotify: Επεισόδιο 1: Aνακαλύψτε όσα κρύβει ο Διαβήτης τύπου 2 – Η Σιωπηλή Νόσος (Διαβήτης Τύπου 2) | Podcast on Spotify

Apple Podcasts: Η Σιωπηλή Νόσος (Διαβήτης Τύπου 2): Επεισόδιο 1: Aνακαλύψτε όσα κρύβει ο Διαβήτης τύπου 2 on Apple Podcasts

 

Η συχνότητα της Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας και οι συσχετισμοί της με κλινικά χαρακτηριστικά σε παιδιατρικό πληθυσμό με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1. 

Hatle H, et al. Prevalence and associations of impaired awareness of hypoglycemia in a pediatric type 1 diabetes population – The Norwegian Childhood Diabetes Registry. Diabetes Res Clin Pract. 2024;209:111093. doi: 10.1016/j.diabres.2024.111093.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 1329 παιδιά και έφηβοι από το εθνικό μητρώο ασθενών με ΣΔΤ1 της Νορβηγίας (μέση διάρκεια νόσου 4,3 έτη), στα οποία αξιολογήθηκε ο βαθμός επίγνωσης των συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας με τη χρήση του ερωτηματολογίου Clarke. Για τα παιδιά ηλικίας <9 ετών (235 άτομα) το ερωτηματολόγιο συμπληρώθηκε από τους γονείς τους.

Η συχνότητα της Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας στο σύνολο των ασθενών υπολογίστηκε στο 22% και παρουσίασε σταδιακή μείωση από ποσοστό 53% στα παιδιά προσχολικής ηλικίας στο 12% για τους εφήβους >16 ετών. Η παρουσία Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας συσχετίστηκε με ιστορικό επεισοδίων σοβαρής υπογλυκαιμίας και διαβητικής κετοξέωσης κατά το προηγούμενο έτος, με αυξημένο φόβο για την εμφάνιση υπογλυκαιμίας, με το γυναικείο φύλο και με κακό γλυκαιμικό έλεγχο (επίπεδα HBA1c ≥8,5 %). Αντίθετα, δεν εμφάνισε στατιστική συσχέτιση με τη διάρκεια του ΣΔ, τη χρήση αντλίας έγχυσης ινσουλίνης ή συσκευής συνεχόμενης καταγραφής γλυκόζης (CGMS) και με επίπεδα HbA1c <7,5 %.

Συμπερασματικά, στα άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας με ΣΔΤ1 η συχνότητα του συνδρόμου Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας είναι πολύ υψηλή, ειδικά στα μικρότερης ηλικίας παιδιά. Η Ανεπίγνωστη Υπογλυκαιμία συσχετίζεται με ιστορικό σοβαρής υπογλυκαιμίας και με αυξημένο φόβο για την εμφάνιση ενός νέου επεισοδίου υπογλυκαιμίας. Ο καλός γλυκαιμικός έλεγχος φαίνεται ότι είναι εφικτός, χωρίς αύξηση του κινδύνου εμφάνισης του συνδρόμου Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας.

Εορτάζοντας τη συγκέντρωση κλινικών δεδομένων πραγματικού κόσμου τριών ετών από τη χρήση του συστήματος MiniMed™ 780G από 100.000 άτομα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Choudhary P, et al. Celebrating the Data from 100,000 Real-World Users of the MiniMed™ 780G System in Europe, Middle East, and Africa Collected Over 3 Years: From Data to Clinical Evidence. Diabetes Technology & Therapeutics. 2024;26:32-37. doi: 10.1089/dia.2023.0433.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος 

 

H παρούσα αναφορά παρουσιάζει κλινικά δεδομένα πραγματικού κόσμου από τη χρήση του υβριδικού κλειστού συστήματος αντλίας ινσουλίνης MiniMed™ 780G από 101.629 ασθενείς με ΣΔΤ1 για πάνω από 3 χρόνια στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική (34 χώρες στο σύνολο). Παράλληλα συνοψίζει στοιχεία σε σχέση με τη χρηστικότητα και κλινική αποτελεσματικότητα της αντλίας.

Το μέσο ποσοστό του χρόνου όπου η γλυκόζη κυμάνθηκε εντός εύρους στόχου (TIR 70-180 mg/dL) ήταν 72,3%, ο δείκτης διαχείρισης γλυκόζης (Glucose Management Indicator – GMI) 7%, το μέσο ποσοστό του χρόνου με τιμή γλυκόζης <70 mg/dL (TBR70) 2% και αντίστοιχα <54 mg/dL (TBR54) 0,4%. Ποσοστό 59,6% των χρηστών πέτυχαν GMI <7% και αντίστοιχα 62,5% TIR>70%, 88,4% TBR70<4% και 90%  TBR54<1%.

Τα αποτελέσματα ήταν εμφανώς καλύτερα (χωρίς αύξηση της υπογλυκαιμίας) στα άτομα που χρησιμοποίησαν στις ρυθμίσεις της αντλίας στόχο 100mg/dL και χρόνο για την ενεργή ινσουλίνη 2ώρες: μέσος TIR = 78,8% και ποσοστό χρηστών που πέτυχαν TIR>70%  86,3%. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των διαφόρων κρατών όσον αφορά τα κλινικά αποτελέσματα.

Συμπερασματικά, η εφαρμογή του συστήματος MiniMed™ 780G σε περισσότερους από 100.000 ασθενείς με ΣΔΤ1 επέδειξε μεγάλη κλινική αποτελεσματικότητα όσον αφορά τη επίτευξη επαρκούς γλυκαιμικής ρύθμισης.