Η σημασία της διατήρησης της μυϊκής μάζας

Επιμέλεια: Γ. Αργυρακοπούλου

Η παχυσαρκία είναι μια παγκόσμια επιδημία, αυξάνοντας σταθερά τον επιπολασμό της τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Η θεραπεία της απαρτίζεται από τη σωστή δίαιτα και άσκηση, οδηγώντας σε αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο, συνθήκη απαραίτητη για την απώλεια βάρους. Συχνά, απαιτείται η προσθήκη φαρμακοθεραπείας για την επίτευξη των στόχων. Τόσο τα υπάρχοντα φάρμακα, όσο και αυτά που μελετώνται, αναδύονται ως πολύ ελπιδοφόρες επιλογές, όχι μόνο για την απώλεια βάρους αυτή καθαυτή αλλά και λόγω των πολλών θετικών επιδράσεων, ορισμένων εξ αυτών, στην καρδιά και στους νεφρούς.

Η απώλεια βάρους συνοδεύεται συχνά από απώλεια μυϊκής μάζας σε συνδυασμό με την επιθυμητή απώλεια λιπώδους μάζας. Απότομες μειώσεις της μυϊκής μάζας μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της μυϊκής δύναμης, καθιστώντας τις ασκήσεις αντίστασης σημαντικό συστατικό των προγραμμάτων απώλειας βάρους για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι μύες διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη μεταβολική υγεία και τη λειτουργία του σώματος.

Επιπρόσθετα, η ενεργειακή δαπάνη (ή απλούστερα οι θερμίδες που ξοδεύουμε καθημερινά) εξαρτάται από τη σύνθεση του σώματος και φαίνεται να επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις μεταβολές του βάρους, ασκώντας σημαντικό ρόλο στην επακόλουθη ανάκτηση βάρους. Έτσι, ο κύριος ιστός που εμπλέκεται στην ενεργειακή δαπάνη είναι η άλιπη μάζα (ή μάζα ελεύθερη λίπους), σε αντίθεση με τη λιπώδη μάζα, η οποία ασκεί σημαντικά μικρότερη επίδραση.

Εκτός της προαναφερόμενης επίδρασης της μυϊκής μάζας στο σωματικό βάρος, φαίνεται να αποτελεί και ένα σημαντικό ρυθμιστή των επιπέδων γλυκόζης. Η μείωση της μυϊκής μάζας  έχει ιδιαίτερη σημασία και στον σακχαρώδη διαβήτη. Η σκελετική μυϊκή μάζα παρουσιάζει αντίστροφη συσχέτιση με την αντίσταση στην ινσουλίνη, τον προδιαβήτη και τον κίνδυνο ανάπτυξη διαβήτη, υποδεικνύοντας αυξημένη προστασία έναντι αυτών των καταστάσεων, ιδιαίτερα σε άτομα χωρίς διαβήτη.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών έχουν δημοσιευθεί πολλές μελέτες σχετικά με την ευεργετική επίδραση των αντιδιαβητικών φαρμάκων που δρουν και κατά της παχυσαρκίας στην αποτελεσματική απώλεια σωματικού βάρους. Αν και υπάρχουν σχετικά περιορισμένα δεδομένα για την επίδρασή τους στη μυϊκή μάζα, τα περισσότερα εξ αυτών δείχνουν προς την κατεύθυνση ενός μάλλον μη σημαντικού ποσοστού απώλειας μυϊκής μάζας στις ιδιότητες απώλειας βάρους τους, είτε πρόκειται για ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 είτε αποκλειστικά με παχυσαρκία. Τα περισσότερα φάρμακα έχουν δείξει σαφώς την ευεργετική τους επίδραση στο ηπατικό και σπλαχνικό λίπος και μένει να δούμε αν τα φάρμακα νεότερης κατηγορίας παρουσιάζουν παρόμοιες ιδιότητες στη διατήρηση της μυϊκής μάζας.

 

  1. Argyrakopoulou G, Gitsi E, Konstantinidou SK, Kokkinos A. The effect of obesity pharmacotherapy on body composition, including muscle mass. Int J Obes (Lond). 2024 May 14.
  2. Argyrakopoulou G, Fountouli N, Dalamaga M, Kokkinos A. Revisiting Resting Metabolic Rate: What is the Relation to Weight Fluctuations? Curr Obes Rep. 2023 Dec;12(4):502-513.

 

Φυτικές Ίνες και Σακχαρώδης Διαβήτης

1Βέρδου Ίλια-Άννα, 1Χόνδρου Θηρεσία
Επιβλέποντας Διαιτολόγος: 1Χάρης Δημοσθενόπουλος
1 Τμήμα Διατροφής, ΓΝΑ Λαϊκό

Η επαρκής πρόσληψη φυτικών ινών είναι ωφέλιμη για την υγεία τόσο του γενικού πληθυσμού, όσο και των ατόμων που πάσχουν από διαβήτη. Τι είναι όμως οι φυτικές ίνες και πού τις συναντάμε;

Οι φυτικές ίνες είναι άπεπτοι υδατάνθρακες που βρίσκονται φυσικά στα φυτά. Ανάλογα με την διαλυτότητα στο νερό διακρίνονται σε διαλυτές και αδιάλυτες. Οι διαλυτές φυτικές ίνες δεσμεύουν νερό, σχηματίζουν μια γέλη και καθυστερούν την πέψη, ενώ η επαρκής πρόσληψή τους είναι απαραίτητη για την σωστή ρύθμιση του σακχάρου, την μείωση της αρτηριακής πίεσης και των επιπέδων χοληστερόλης.  Πηγή διαλυτών ινών αποτελούν τα όσπρια, η βρώμη, το κριθάρι, οι ξηροί καρποί, τα περισσότερα φρούτα και λαχανικά, ο λιναρόσπορος και η σόγια. Παράλληλα, οι αδιάλυτες φυτικές ίνες προσθέτουν όγκο στα κόπρανα, με αποτέλεσμα να καταπολεμούν την δυσκοιλιότητα, καθώς διευκολύνουν την δίοδο της τροφής από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Πηγές αδιάλυτων ινών είναι τα δημητριακά ολικής αλέσεως, το πίτουρο, οι ξηροί καρποί, οι σπόροι και η φλούδα ορισμένων φρούτων και λαχανικών.

Μία διατροφή υψηλή σε φυτικές ίνες αποτελεί σημαντικό στοιχείο της διαχείρισης του διαβήτη, καθώς βελτιώνει το γλυκαιμικό και λιπιδαιμικό προφίλ, το σωματικό βάρος και τη φλεγμονή, ενώ ταυτόχρονα μειώνει τον κίνδυνο πρόωρης θνησιμότητας. Η σύσταση κατανάλωσης για τον γενικό πληθυσμό ανέρχεται στα 25-30 γρ./ημέρα, εκ των οποίων τα 6-8γρ. να προέρχονται από διαλυτές ίνες. Για τα άτομα με διαβήτη συστήνεται η ημερήσια κατανάλωση να ανέρχεται τουλάχιστον στα 35 γρ., με το 1/3 αυτών να προέρχονται από διαλυτές.

Ωστόσο, ένας μέσος ενήλικας φαίνεται να καταναλώνει μόλις 15 γρ. φυτικών ινών την ημέρα. Για να πετύχετε την συνιστώμενη αύξηση των φυτικών ινών, θυμηθείτε να αυξήσετε σταδιακά την κατανάλωσή τους. Μια απότομη αύξηση των φυτικών ινών μπορεί να οδηγήσει σε πεπτικές ενοχλήσεις όπως φούσκωμα, αέρια, δυσκοιλιότητα ή διάρροια. Παράλληλα, θυμηθείτε να πίνετε άφθονο νερό.

Βιβλιογραφία

Reynolds, A. N., Akerman, A. P., & Mann, J. (2020). Dietary fibre and whole grains in diabetes management: Systematic review and meta-analyses. PLOS Medicine17(3), e1003053. https://doi.org/10.1371/journal.pmed.1003053

 

Aas, A.-M., Axelsen, M., Churuangsuk, C., Hermansen, K., Kendall, C. W. C., Kahleova, H., Khan, T., Lean, M. E. J., Mann, J. I., Pedersen, E., Pfeiffer, A., Rahelić, D., Reynolds, A. N., Risérus, U., Rivellese, A. A., Salas-Salvadó, J., Schwab, U., Sievenpiper, J. L., Thanopoulou, A., & Uusitupa, E. M. (2023). Evidence-based European recommendations for the dietary management of diabetes. Diabetologia66(6), 965–985. https://doi.org/10.1007/s00125-023-05894-8

 

UCSF Health. Increasing Fiber Intake. Ucsfhealth.org; UCSF Health. https://www.ucsfhealth.org/education/increasing-fiber-intake

 

 

Τα λαχανικά στην καλοκαιρινή διατροφή του Σακχαρώδη Διαβήτη

Αρσένου Ελευθερία, Κωστούλα Βαρβάρα, Λυμπεροπούλου Ειρήνη

Επιβλέποντας διαιτολόγος: Χάρης Δημοσθενόπουλος

Τμήμα Διατροφής, ΓΝΑ Λαϊκό

Η αποτελεσματική διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη περιλαμβάνει προσεκτικές διατροφικές επιλογές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την ενσωμάτωση λαχανικών που μπορούν να βοηθήσουν στη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα. Τα καλοκαιρινά λαχανικά, με την αφθονία τους σε θρεπτικά συστατικά, τον χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη και την υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη.

Ειδικότερα, εξαιτίας του χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη προκαλούν πιο αργή αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, κάτι που είναι κρίσιμο για τη διαχείριση του διαβήτη. Επιπλέον όσο αφορά την περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες, φαίνεται ότι βοηθούν στην επιβράδυνση της απορρόφησης της ζάχαρης στην κυκλοφορία του αίματος, αποτρέποντας την αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, ενώ παράλληλα προάγουν τον κορεσμό, βοηθώντας στη διαχείριση του βάρους που είναι σημαντικό για τον έλεγχο του Σακχαρώδη Διαβήτη. Ακόμα τα λαχανικά εποχής είναι πλούσια σε θρεπτικά συστατικά όπως βιταμίνες, μέταλλα και αντιοξειδωτικά που βελτιώνουν τη συνολική υγεία και υποστηρίζουν τις σωματικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στην ινσουλίνη και του μεταβολισμού της γλυκόζης. Τέλος, λόγω του χαμηλού θερμιδικού φορτίου και της μειωμένης περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες, καθίστανται ιδανικά για τη διατήρηση ενός υγιούς σωματικού βάρους, που αποτελεί βασικό παράγοντα για τη διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη. Στον Πίνακα 1 συνοψίζονται τα εποχιακά λαχανικά και η περιεκτικότητά τους σε υδατάνθρακες και σάκχαρα.

Τα λαδερά φαγητά, όπως τα φασολάκια, ο αρακάς, οι μπάμιες και το μπριάμ, αποτελούν βασικό μέρος της ελληνικής διατροφής. Για άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη, η κατανάλωση λαδερών μπορεί να είναι ωφέλιμη λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε φυτικές ίνες και των χαμηλών τους θερμίδων. Οι φυτικές ίνες βοηθούν στη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα, ενώ τα λαχανικά προσφέρουν σημαντικά θρεπτικά συστατικά και αντιοξειδωτικά. Ωστόσο, πρέπει να δίνεται προσοχή στην ποσότητα του ελαιολάδου που χρησιμοποιείται, καθώς η υπερβολική κατανάλωση μπορεί να προσθέσει ανεπιθύμητες θερμίδες. Συνολικά, τα λαδερά μπορούν να ενταχθούν με μέτρο σε μια ισορροπημένη διατροφή για άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη, συμβάλλοντας στην καλή ρύθμιση του γλυκαιμικού ελέγχου. Στον Πίνακα 2 συνοψίζονται τα λαδερά γεύματα και η περιεκτικότητά τους σε υδατάνθρακες και σάκχαρα.

Συνοψίζοντας, η κατανάλωση λαχανικών και λαδερών μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση του Σακχαρώδη Διαβήτη. Τα λαχανικά με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη και πλούσια σε φυτικές ίνες βοηθούν στη σταθεροποίηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα, ενώ τα θρεπτικά συστατικά, που προσφέρουν, συμβάλλουν στην ενίσχυση της συνολικής υγείας. Τα λαδερά φαγητά, με τη σωστή χρήση ελαιολάδου και την επιλογή φρέσκων, εποχιακών λαχανικών, μπορούν να ενταχθούν σε μια ισορροπημένη διατροφή, προσφέροντας γεύση και υγεία. Είναι σημαντικό να επιλέγουμε με προσοχή τα συστατικά και τις ποσότητες, ώστε να μεγιστοποιήσουμε τα οφέλη για τον οργανισμό μας και να διατηρήσουμε έναν υγιεινό τρόπο ζωής, προσαρμοσμένο στις ανάγκες του ατόμου με Σακχαρώδη Διαβήτη.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1: ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ ΕΠΟΧΗΣ ΣΕ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ
ΛΑΧΑΝΙΚΑ ΕΠΟΧΗΣ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ

(g/100g προϊόντος)

ΣΑΚΧΑΡΑ

(g/100g προϊόντος)

ΑΓΓΟΥΡΙ 2.16 1.38
ΑΡΑΚΑΣ 14.4 5.67
ΒΛΗΤΑ 4.11
ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ 75.2 6.47
ΚΑΡΟΤΟ (ωμό/βρασμένο) 9.58/8.22 4.74/3.45
ΚΟΛΟΚΥΘΑΚΙΑ (βρασμένα) 2.69 1.71
ΚΡΕΜΜΥΔΙ ΦΡΕΣΚΟ 7.34 2.33
ΜΑΡΟΥΛΙ 2.87 0.78
ΜΕΛΙΤΣΑΝΕΣ 8.73 3.2
ΜΠΑΜΙΕΣ 4.51 2.4
ΝΤΟΜΑΤΑ 3.89 2.63
ΠΑΤΖΑΡΙΑ 10 7
ΠΙΠΕΡΙΕΣ 4.78
ΣΕΛΙΝΟ 3.32
ΣΠΑΝΑΚΙ (ωμό/βρασμένο) 3.63/3.75 0.42/0.43

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 2: ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΛΑΔΕΡΩΝ ΓΕΥΜΑΤΩΝ ΣΕ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ
ΛΑΔΕΡΑ ΓΕΥΜΑΤΑ ΥΔΑΤΑΝΘΡΑΚΕΣ

(g/100g προϊόντος)

ΣΑΚΧΑΡΑ

(g/100g προϊόντος)

ΜΠΡΙΑΜ 9.9 5.3
ΝΤΟΛΜΑΔΑΚΙΑ 20 3.3
ΑΡΑΚΑΣ ΛΑΔΕΡΟΣ 8.4 3.5
ΦΑΣΟΛΑΚΙΑ ΛΑΔΕΡΑ 7.3 2.9
ΓΕΜΙΣΤΑ 15 3.6
ΜΠΑΜΙΕΣ ΚΟΚΚΙΝΙΣΤΕΣ 7.3 3.2
ΜΕΛΙΤΖΑΝΕΣ ΠΑΠΟΥΤΣΑΚΙΑ 5.8 3.5

 

Βιβλιογραφία:

  • S. Department of Agriculture, Agricultural Research Service, Beltsville Human Nutrition Research Center. FoodData Central. Available from https://fdc.nal.usda.gov/
  • Boulous, C., Kanellou, A., & Trichopoulou, A. (1996). Computed and chemically determined nutrient content of foods in Greece. The Foods and Nutrients Working Group. International journal of food sciences and nutrition47(6), 507–511.

 

 

 

Σαρκοπενική παχυσαρκία: Μία αναδυόμενη νοσολογική οντότητα

Θεοχάρης Ι. Κουφάκης
Παθολόγος – Διαβητολόγος, Επίκουρος Καθηγητής Παθολογίας, Τμήμα Ιατρικής ΑΠΘ

 

Με τον όρο σαρκοπενική παχυσαρκία ορίζεται ο συνδυασμός υψηλής ποσότητας λίπους στο ανθρώπινο σώμα και ελαττωμένης μυϊκής μάζας, η οποία συνοδεύεται από έκπτωση της μυϊκής λειτουργικότητας. Η αναγνώριση αυτής της νέας νοσολογικής οντότητας ανατρέπει το κλασικό στερεότυπο πως άνθρωποι με αυξημένο σωματικό βάρος έχουν απαραίτητα και επαρκή μυϊκή μάζα.

Η σαρκοπενική παχυσαρκία είναι κατά κανόνα νόσος της μεγάλης ηλικίας, με πρόσφατα δεδομένα να αναδεικνύουν ότι περίπου 8% των ανθρώπων άνω των 70 ετών εμφανίζουν αυτή τη διαταραχή. Ωστόσο, φαίνεται να αφορά άτομα με παχυσαρκία όλων των ηλικιών, συμπεριλαμβανομένων παιδιών και εφήβων. Από άποψη μηχανισμών που οδηγούν στην ανάπτυξη της, πιστεύεται ότι κομβικό ρόλο διαδραματίζει η συστηματική φλεγμονή που χαρακτηρίζει την παχυσαρκία και η οποία πυροδοτεί την απόπτωση των κυττάρων των μυών. Από την άλλη πλευρά, η μειωμένη φυσική δραστηριότητα σαν συνέπεια της σαρκοπενίας συμβάλλει στην περαιτέρω αύξηση του σωματικού βάρους, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο και μία αμφίδρομη σχέση μεταξύ σαρκοπενίας και παχυσαρκίας. Η κλινική σημασία της σαρκοπενικής παχυσαρκίας είναι ιδαίτερα μεγάλη, καθώς σχετικές μελέτες δείχνουν πως συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακών επιπλοκών, καταγμάτων, νοσηλείας, θνητότητας αλλά και πτωχότερη ποιότητα ζωής συγκριτικά με την παχυσαρκία χωρίς σαρκοπενία.

Δεν υπάρχει ως σήμερα ομοφωνία για τα διαγνωστικά κριτήρια αυτής της διαταραχής. Ωστόσο, η διάγνωση βασίζεται σε έναν συνδυασμό ερωτηματολογίων, λειτουργικών δοκιμασιών και απεικονιστικών μεθόδων που θα τεκμηριώσουν την παθολογική σύσταση του σώματος ως προς την ποσότητα και την κατανομή του λίπους, τη μείωση της μυϊκής μάζας και την έκπτωση της μυϊκής λειτουργικότητας. Τονίζεται ιδαίτερα ο ρόλος των γιατρών στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας οι οποίοι θα πρέπει να έχουν υψηλό βαθμό κλινικής υποψίας για την παραπομπή αυτών των ασθενών σε εξειδικευμένα κέντρα. Από θεραπευτικής άποψης, η εφαρμογή άσκησης αντιστάσεων σε συνδυασμό με υποθερμιδική δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη θεωρείται μέχρι στιγμής η πλέον κατάλληλη προσέγγιση.

Συμπερασματικά, η σαρκοπενική παχυσαρκία αποτελεί αναδυόμενη νοσολογική οντότητα με μεγάλη κλινική σημασία, καθώς ο συνδυασμός σαρκοπενίας και παχυσαρκίας σχετίζεται με χειρότερες εκβάσεις από ότι η κάθε διαταραχή χωριστά. Περαιτέρω μελέτες απαιτούνται για τον καθορισμό της βέλτιστης διαγνωστικής και θεραπευτικής προσέγγισης.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Donini LM, Busetto L, Bischoff SC, Cederholm T, Ballesteros-Pomar MD, Batsis JA, et al. Definition and Diagnostic Criteria for Sarcopenic Obesity: ESPEN and EASO Consensus Statement. Obes Facts. 2022;15(3):321-35.
  2. Prado CM, Batsis JA, Donini LM, Gonzalez MC, Siervo M. Sarcopenic obesity in older adults: a clinical overview. Nat Rev Endocrinol. 2024 May;20(5):261-77.

 

 

 

Καλοκαιρινά Φρούτα και Σακχαρώδης Διαβήτης

1Βέρδου Ιλία-Άννα, 1Χόνδρου Θηρεσία

Επιβλέπων διαιτολόγος: Χάρης Δημοσθενόπουλος

Το καλοκαίρι είναι η ιδανική εποχή για την κατανάλωση φρούτων, καθώς αποτελούν μια δροσιστική και ελαφριά επιλογή, κατάλληλη για οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Η ποικιλία των εποχιακών φρούτων και οι υψηλές θερμοκρασίες συχνά αυξάνουν την όρεξη. Τα φρούτα διαδραματίζουν έναν κρίσιμο ρόλο σε μια ισορροπημένη διατροφή, λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε φυτικές ίνες, βιταμίνες και  ανόργανα στοιχεία. Ειδικά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, η υψηλή περιεκτικότητά τους σε νερό συμβάλλει σημαντικά στην ενυδάτωση του οργανισμού. Ωστόσο, πώς αλληλεπιδρούν τα καλοκαιρινά φρούτα με τον σακχαρώδη διαβήτη;

Τα καλοκαιρινά φρούτα για τα άτομα με διαβήτη έχουν ενοχοποιηθεί ως «απαγορευμένα», κάτι που αποτελεί μύθο! Οι ασθενείς με διαβήτη μπορούν να τα απολαύσουν άφοβα, αρκεί να γνωρίζουν τις σωστές ποσότητες και συνδυασμούς         (βλ. πίνακα μερίδων).

Τα ολόκληρα φρούτα είναι προτιμότερα από τους χυμούς, καθώς περιέχουν φυτικές ίνες που βοηθούν στη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου. Τα αποξηραμένα φρούτα πρέπει να καταναλώνονται με μέτρο, με αυτά χωρίς προσθήκη ζάχαρης να αποτελούν την κατάλληλη επιλογή για τους διαβητικούς. Τα λιγότερο ώριμα φρούτα θεωρούνται εξίσου καλή επιλογή, καθώς ένα ώριμο φρούτο μπορεί να έχει διπλάσιο γλυκαιμικό δείκτη, σε σύγκριση με το αντίστοιχο άγουρο.

Τέλος, ο συνδυασμός φρούτου με κάποια πηγή πρωτεΐνης ή/και λίπους (π.χ. φρούτο με γιαούρτι ή/και ξηρούς  καρπούς) προτιμάται από την κατανάλωση σκέτου φρούτου. Θυμηθείτε να κατανείμετε την κατανάλωση φρούτων κατά τη διάρκεια της ημέρας για να αποφύγετε την κατανάλωση πολλών υδατανθράκων ταυτόχρονα, που θα μπορούσαν να αυξήσουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα σας.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΜΕΡΙΔΩΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΩΝ ΦΡΟΥΤΩΝ

Η κάθε μερίδα αντιστοιχεί σε ένα ισοδύναμο φρούτου που αποδίδει 15γρ. υδατανθράκων.

ΦΡΟΥΤΟ     ΜΕΡΙΔΕΣ
Ανανάς 3/4 φλιτζ. / 115γρ.
Βατόμουρα ¾ φλιτζανιού / 110γρ.
Βερίκοκα φρέσκα 4 μέτρια / 150γρ.
Βερίκοκα ξερά 7 μισά / 30γρ.
Δαμάσκηνα φρέσκα 2 μέτρια / 140γρ.
Δαμάσκηνα ξερά 3 μέτρια / 25γρ.
Καρπούζι 1 φέτα  / 380γρ.
Κεράσια 12 τεμάχια / 85γρ.
Μπανάνα 1 μικρή / 120γρ.
Νεκταρίνι 1 μέτριο / 140γρ.
Πεπόνι 3/4 φλιτζ. / 280γρ.
Ροδάκινο 1 μέτρια  / 110γρ.
Σταφύλι 17 ρώγες  / 85γρ.
Σταφίδες 2 κ.σ.  / 20 γρ.
Σύκο φρέσκο 1 ½ μεγάλο ή 2 μέτρια  / 100γρ.
Σύκο ξερό 1 ½  / 30γρ.
Φράουλα 10 μικρές  / 190γρ.

 

 Βιβλιογραφία

Oδηγός Διατροφής για τη ρύθμιση του ΔΙΑΒΗΤΗ. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΒΗΤΟΛΟΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (2008). https://ede.gr/wp-content/uploads/2011/12/pliris.pdf

Fruit and diabetes. (n.d.). Diabetes UK. https://www.diabetes.org.uk/guide-to-diabetes/enjoy-food/eating-with-diabetes/food-groups/fruit-and-diabetes

ΙΣΟΔΥΝΑΜΑ ΦΡΟΥΤΩΝ. (n.d.). Retrieved June 11, 2024, from https://eclass.hmu.gr/modules/document/file.php/YD177/%CE%99%CF%83%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B1%20%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%BC%CF%89%CE%BD%20%282003-2008%29.pdf

 

Διαβήτης και Απώλεια Βάρους: Η διατήρηση της Μυϊκής μάζας είναι σημαντική!

Υπάρχει ένα θέμα το οποίο συνήθως παραβλέπεται όταν μιλάμε για την απώλεια βάρους και τις στρατηγικές επίτευξής της. Το θέμα αυτό είναι η σημασία της πρόληψης της απώλειας της μυϊκής μάζας και η βελτιστοποίηση της μυϊκής δύναμης.

Η απώλεια μυϊκής μάζας σαν συνέπεια της γήρανσης (γνωστή και σαν σαρκοπενία) επιταχύνεται στο πέρασμα του χρόνου, αλλά μπορεί να επιδεινωθεί περισσότερο από τη γρήγορη απώλεια βάρους, το υψηλό σάκχαρο, ορισμένα φάρμακα και νοσηρές καταστάσεις, την καθιστική ζωή και την έλλειψη επαρκούς διατροφής.

Η διατήρηση της μυϊκής μας μάζας είναι ιδιαίτερα σημαντική. Όταν χάνουμε βάρος χάνουμε και μυϊκή μάζα. Το πόσο μυϊκή μάζα θα χάσουμε έχει σχέση με τη μέθοδο που χρησιμοποιούμε για να χάσουμε βάρος. Η Βαριατρική χειρουργική πχ προκαλεί σε σύντομο χρονικό διάστημα σημαντική και γρήγορη απώλεια βάρους κάτι το οποίο αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας μυϊκής μάζας. Σε αυτό το χρονικό διάστημα είναι σημαντική η αυξημένη πρόσληψη πρωτεΐνης (1-1.2 γρ/χγρ) στα πλαίσια μιας συνολικά ισορροπημένης διατροφής.

Κατά τη διάρκεια της απώλειας του βάρους χάνουμε και λίπος και μυϊκή μάζα η οποία αποτελεί μέχρι και το 25% του βάρους που χάνουμε. Ένας χαμηλότερος ρυθμός απώλειας βάρους, όπως με τη βοήθεια μιας υποθερμιδικής δίαιτας μαζί με άσκηση και με επαρκή διατροφική πρόσληψη, η οποία θα περιλαμβάνει πρωτεΐνη μοιρασμένη στα κύρια γεύματα της ημέρας και η οποία θα είναι υψηλότερη στις φάσεις έντονης απώλειας βάρους, φαίνεται ότι έχει καλύτερα αποτελέσματα.

Όσον αφορά την άσκηση, αυτή με αντιστάσεις φαίνεται ότι είναι η πιο αποτελεσματική για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας.

Η καλή ρύθμιση του σακχάρου είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι όπως γνωρίζουμε ένα σάκχαρο που είναι χρόνια υψηλό επιταχύνει την καταστροφή των μυών προκαλώντας μεταβολικό στρες στο σώμα. Και όταν χαθεί  η μυϊκή μάζα χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να ξανακτιστεί λόγω ανάπτυξης μιας κατάστασης που λέγεται «αναβολική αντίσταση».

Οι μύες είναι κάτι πολύ περισσότερο από εμφάνιση και δύναμη. Οι μύες έχουν σημαντική συμμετοχή στην ενδοκρινική και μεταβολική λειτουργία του οργανισμού βελτιώνοντας την ευαισθησία στην ινσουλίνη, αποθηκεύοντας καύσιμο (γλυκογόνο), βελτιώνοντας το μεταβολικό ρυθμό (όντας πολύ περισσότερο ενεργοί μεταβολικά σε σχέση με το λιπώδη ιστό) και ακόμη δυναμώνοντας τα οστά και ελαττώνοντας τον κίνδυνο καταγμάτων ο οποίος είναι αυξημένος στα άτομα με Διαβήτη. Είναι ένα εκπληκτικά συγχρονισμένο σύστημα και χρειάζεται τη φροντίδα μας.

 

Θανάσης Μιχαλόπουλος FNSCOPE
Παθολόγος- Διαβητολόγος
τ Υπεύθυνος Ιατρείου Παχυσαρκίας Ενδοκρινολογικής Κλινικής Πανεπ. Νοσοκομείου Ιωαννίνων

 

Αναψυκτικά & Παχυσαρκία (ενηλίκων, παιδιών)

Συντάκτες κειμένου:

  • Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc(MedSci) Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία
  • Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, MSc, PhD
    Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά ‘’Τζάνειο’’

 

Ποια τα είδη των αναψυκτικών;

Μιλώντας για αναψυκτικά, ουσιαστικά αναφερόμαστε σε μη αλκοολούχα ποτά τα οποία συνήθως περιέχουν νερό, διοξείδιο του άνθρακα, σάκχαρα ή τεχνητά γλυκαντικά, μέσα οξίνισης, συντηρητικά, χρωστικές, συμπυκνωμένο χυμό φρούτων, ενώ, υπάρχουν και αναψυκτικά που λειτουργούν σαν ενεργειακά ποτά περιέχοντας καφεΐνη, guarana, ταυρίνη ή ginseng, με σκοπό τη βελτίωση της απόδοσης. Ο ουσιαστικός διαχωρισμός μεταξύ των αναψυκτικών γίνεται λόγω της παρουσίας ή της απουσίας ζάχαρης.

Πόση ζάχαρη περιέχουν;

Ένα αναψυκτικό των 350mL, περιέχει περίπου 10 κουταλάκια του γλυκού ζάχαρη (περίπου 40γρ), πράγμα που ξεπερνά κατά πολύ τα επιτρεπόμενα όρια ημερήσιας κατανάλωσης ζάχαρης. Εάν υποθέσουμε ότι κανείς καταναλώνει ένα τέτοιο κουτάκι ημερησίως, αυτό μεταφράζεται στην πρόσληψη περίπου 4 κιλών το μήνα.

Προσφέρουν κάποιο όφελος στην υγεία μας;

Δυστυχώς τα αναψυκτικά δεν έχουν καμία ουσιαστική θρεπτική αξία για τον οργανισμό, πέρα από το να προσδίδουν ενέργεια. Μάλιστα οι διαιτολόγοι όταν αναφέρονται σε αυτά, συνήθως, τα χαρακτηρίζουν ως ‘’κενές’’ θερμίδες.

Mε ποια συχνότητα μπορούμε να τα καταναλώνουμε;

Μπορούμε να τα καταναλώνουμε κατ’ εξαίρεση και όχι σε συστηματική βάση (όπως για παράδειγμα στα πλαίσια μίας εορταστικής εκδήλωσης). Οι συστάσεις αναφέρουν να περιορίσουμε στο ελάχιστο την κατανάλωσή τους ή εάν είναι εφικτό να τα αποκλείσουμε εντελώς από τη διατροφή μας.

Ποια τα ένοχα συστατικά που περιέχουν;

Τα κυριότερα ένοχα συστατικά που περιέχουν είναι σαφώς τα σάκχαρα (γλυκόζη, φρουκτόζη, σουκρόζη), όπου είναι και αυτά που προσδίδουν τελικά την ευχάριστη γεύση. Εάν υποθέσουμε πως η ζάχαρη αποδίδει περίπου 4 θερμίδες ανά γραμμάριο, καταλαβαίνουμε τι αντίκτυπο μπορεί να έχει η κατανάλωση αναψυκτικών στη συνολική ημερήσια θερμιδική πρόσληψη και στον έλεγχο του σωματικού βάρους. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το κιτρικό και το φωσφορικό οξύ, σε συνδυασμό με τα σάκχαρα, δημιουργούν ανεπανόρθωτη ζημιά στα δόντια διότι προκαλούν τερηδόνα. Τέλος, τα συντηρητικά και οι χρωστικές που περιέχουν τα αναψυκτικά είναι εξαιρετικά επιβλαβή για την υγεία καθώς μελέτες δείχνουν ότι μπορεί να έχουν αλλεργιογόνο ή ακόμη και καρκινογόνο δράση.

Ποια τα πλεονεκτήματα κατανάλωσης light αναψυκτικών ή χωρίς καφεΐνη;

Η αυξημένη κατανάλωση αναψυκτικών συνδέεται αυτόματα και με αυξημένη πρόσληψη θερμίδων και σακχάρων, πράγμα που διαταράσσει τον έλεγχο του σωματικού βάρους και τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Στα light αναψυκτικά, η ζάχαρη αντικαθίσταται από μη θερμιδικά γλυκαντικά που έχουν πάρει έγκριση από την ΕΕ όπως είναι η ασπαρτάμη, η ακεσουλφάμη Κ, η σουκραλόζη, η σακχαρίνη και η στέβια. Αυτές οι γλυκαντικές ουσίες (ιδίως η σακχαρίνη) μπορεί να είναι έως και 300 φορές πιο γλυκές από τη ζάχαρη, προσφέροντας ενισχυμένη γεύση και απόλαυση χωρίς να προσλαμβάνουμε περιττές θερμίδες. Σε κάθε περίπτωση, αυτός δεν είναι λόγος να καταφύγουμε στην αλόγιστη κατανάλωση light αναψυκτικών, καθώς, και τα light αναψυκτικά φαίνεται να διεγείρουν την έκκριση της ινσουλίνης από το πάγκρεας, η οποία μη βρίσκοντας διαθέσιμα σάκχαρα να ‘’κάψει’’ προκαλεί υπογλυκαιμία και αίσθημα πείνας άρα πρόσληψη σωματικού βάρους.

Η καφεΐνη είναι ένα συστατικό των αναψυκτικών που προκαλεί άμεση διέγερση του κεντρικού νευρικού συστήματος, πράγμα που μπορεί να συμβάλλει στη μείωση της κόπωσης, στη βελτίωση της συγκέντρωσης, ενώ, είναι γνωστή και για την εργογόνο δράση της. Παρόλα αυτά η συστηματική κατανάλωση καφεΐνης, ακόμη και μέσω των αναψυκτικών, μπορεί να επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα προκαλώντας συμπτώματα όπως: πονοκέφαλος, υπερδιέγερση, στομαχικές διαταραχές ή διαταραχές ύπνου. Επιπλέον, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως η καφεΐνη προκαλεί αυξημένη διούρηση και αποβολή νατρίου, οπότε πίνοντας αναψυκτικά που περιέχουν καφεΐνη μπορεί να οδηγηθούμε σε αφυδάτωση.

Πως η κατανάλωση αναψυκτικών συνδέεται με την εμφάνιση παιδικής παχυσαρκίας;

Μία χρήσιμη συμβουλή για τους γονείς είναι να μην συστήνουν εξαρχής στα παιδιά τους τα αναψυκτικά, διότι η μεν ζάχαρη που περιέχουν οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην παιδική παχυσαρκία και από την άλλη, η ασυναγώνιστη γλυκύτητα στη γεύση λόγω των τεχνιτών γλυκαντικών κάνει δικαίως τα παιδιά να μην ικανοποιούνται από τροφές με φυσικά σάκχαρα όπως είναι το γάλα και τα φρούτα. Τα παιδιά θα πρέπει να πίνουν όσο το δυνατό περισσότερο νερό ή εναλλακτικά (πιο σπάνια) κάποιο χυμό ή smoothie από φρέσκα φρούτα με σκοπό να προσλάβουν βιταμίνες, ιχνοστοιχεία και φυτικές ίνες.

Για ποιες ομάδες ατόμων αντενδείκνυται η κατανάλωση αναψυκτικών;

Η κατανάλωση αναψυκτικών ενοχοποιείται για την εμφάνιση παχυσαρκίας, σακχαρώδη διαβήτη, οστεοπόρωσης, αρτηριακής υπέρτασης, μεταβολικού συνδρόμου, ηπατικών και γαστρεντερολογικών ζητημάτων, ενώ, αντενδείκνυται εντελώς η χρήση τους στην εγκυμοσύνη. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό, πόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού επιβάλλεται να τα αποφεύγει. Σε κάθε περίπτωση η κατανάλωση light αναψυκτικών δεν είναι πανάκεια, καθώς, τα γλυκαντικά θα πρέπει να καταναλώνονται βάση της συνηστώμενης ημερήσιας πρόσληψης όπως ορίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στη χρήση της ασπαρτάμης από άτομα με φαινυλκετονουρία, διότι πρόκειται για πηγή φαινυλαλανίνης την οποία πρέπει να αποφεύγουν.

 

Βιβλιογραφία:

  • Fazeenah A. A Literary Review On Potential Health Risks Of “Soft Drinks”. (2023). Journal of Namibian Studies : History Politics Culture35, 4246-4263.
  • Kregiel D. Health safety of soft drinks: contents, containers, and microorganisms. Biomed Res Int. 2015;2015:128697.
  • Scharf RJ, DeBoer MD. Sugar-Sweetened Beverages and Children’s Health. Annu Rev Public Health. 2016;37:273-93.
  • Tahmassebi JF, BaniHani A. Impact of soft drinks to health and economy: a critical review. Eur Arch Paediatr Dent. 2020 Feb;21(1):109-117.

 

Προκήρυξη ΠΜΣ “Σακχαρώδης διαβήτης και παχυσαρκία” (2024-2025)

Η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, οργανώνει και λειτουργεί το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) με τίτλο: «Σακχαρώδης Διαβήτης  και Παχυσαρκία» από το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017.

Με την παρούσα Προκήρυξη, καλούνται οι ενδιαφερόμενοι που επιθυμούν να παρακολουθήσουν το Π.Μ.Σ κατά το ακαδημαϊκό έτος 2024-2025, να υποβάλλουν την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά.

Το Π.Μ.Σ. οδηγεί στην απονομή Διπλώματος Μεταπτυχιακών Σπουδών της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με τίτλο: «Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία» (M.Sc. – Master’s Degree in Diabetes Mellitus and Obesity), μετά την πλήρη και επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών χρονικής διάρκειας τεσσάρων (4) ακαδημαϊκών εξαμήνων.

Βρείτε περισσότερες πληροφορίες εδώ

ΕΔΕ Webinar (Τετάρτη 5/6/2024, 20:00): “Αντιμετώπιση της παχυσαρκίας στα άτομα με ΣΔτ1”

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Την Τετάρτη 5/6/2024 στις 20:00 πραγματοποιείται το webinar της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας στο πλαίσιο των μετεκπαιδευτικών της μαθημάτων μέσω διαδικτύου.

ΘΕΜΑ: “Αντιμετώπιση της παχυσαρκίας στα άτομα με ΣΔτ1”

ΠΡΟΕΔΡΕΙΟ:

  • Σ. Τίγκας, Αν. Καθηγητής Ενδοκρινολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Σχολή Επιστημών Υγείας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Διευθυντής Ενδοκρινολογικής Κλινικής & Διαβητολογικού Κέντρου Παν. Γεν. Νοσοκομείου Ιωαννίνων.

ΟΜΙΛΗΤΡΙΑ

  • Χ. Κανακά, Καθηγήτρια Παιδιατρικής-Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας, Διευθύντρια Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής και Χωρεμείου Ερευνητικού Εργαστηρίου, Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Επιστημονική Υπεύθυνη του Διαβητολογικού Κέντρου και της Μονάδας Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Διαβήτη της Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής, Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ», Πρόεδρος Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού «Endo-ERN», Aghia Sophia Children’s Hospital representative.

 

Σύνδεσμος βιντεοσκοπημένου webinar: https://youtu.be/Du6gMqK6agE

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

Η Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Χρήση αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1 (GLP-1 RA) έναντι των αναστολέων DDP-4 (DDP-4i) και συσχέτισή τους με καρδιαγγεικά αποτελέσματα στο Σακχαρώδη Διαβήτη σε σχέση με την επίτευξη γλυκαιμικού στόχου. Μία μελέτη σε εθνικό επίπεδο στη Δανία.

Glucagon-like-peptide-1 receptor agonists versus dipeptidyl-peptidase-4 inhibitors and cardiovascular outcomes in diabetes in relation to achieved glycemic control. A Danish nationwide study. Zareini B et al. J Diabetes. 2024 June; 16(6):e13560.

doi: 10.1111/1753-0407.13560.

 

Τα άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2)  διατρέχουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου. Για το λόγο αυτό η ιατρική διαχείρισή τους έχει επικεντρωθεί στην πρόληψη ή την καθυστέρηση της εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου μέσω ελέγχου των επιπέδων HbA1c, της αρτηριακής πίεσης και των επιπέδων χοληστερόλης1. Σκοπός της αναδρομικής αυτής μελέτης ήταν η σύγκριση του 5 ετούς κινδύνου εμφάνισης σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων καθώς και οποιασδήποτε άλλης αιτίας θανάτου, σε άτομα που λαμβάνουν θεραπεία με GLP1-RA ή DDP-4i σε σχέση  με το επιτευχθέν επίπεδο γλυκαιμικού στόχου.

 

Συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από το σύστημα εθνικών μητρώων καταχώρησης ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 στη Δανία που ελάμβαναν ήδη μετφορμίνη κι έγινε έναρξη GLA-1 RA ή DPP-4i μεταξύ 2007-2021. Η ένταξή τους στη μελέτη έγινε μετά τη χρήση 6 μηνών των εν λόγω φαρμάκων ενώ έγινε καταγραφή της τελευταίας HbA1c. Τα επίπεδα HbA1c που επιτεύχθηκαν κατηγοριοποιήθηκαν σε δύο ομάδες με τιμές >7% ή <7% αντίστοιχα. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία  ήταν το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου και αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο καθώς κι οποιαδήποτε άλλη αιτία θανάτου.

 

Η μελέτη περιέλαβε 13634 χρήστες GLP-1 RA  με μέση ηλικία περί τα 56,9 έτη (IQR: 48.5-65.5) από τους οποίους το 53% ήταν άνδρες και 39839 χρήστες DDP-4i με μέση ηλικία περί τα 63.4 έτη (IQR:54.6-71.8) από τους οποίους το 61% ήταν άνδρες αντίστοιχα. Όσον αφορά τα επίπεδα HbA1c, για την ομάδα των GLAP-1 RA τιμές <7% παρουσίασαν 3026 άτομα (22%), τιμές >7% 6577 άτομα (48%) ενώ δεν υπήρχε καταγραφή για 4031 άτομα (30%). Για την ομάδα των DDP-4i αντίστοιχα, τιμές <7% παρουσίασαν 4824 (12%), > 7% 17508 (44%) ενώ δεν υπήρχε καταγραφή HbA1c για 17507 άτομα (44%). Κατά τη διάρκεια μέσης παρακολούθησης 5 ετών (IQR: 2.6-5.0) 954 GLAP1-RA  χρήστες παρουσίασαν καρδιαγγειακό σύμβαμα ή θάνατο έναντι 7093 ατόμων που ελάμβαναν DDP-4i. O 5ετής κίνδυνος  (95% CI) για τους χρήστες GLP-1 RA και DDP4i για τις τρεις κατηγορίες που περιγράφηκαν παραπάνω ήταν ο εξής: για τιμές HbA1c  < 7% 10,3% (8,2-12,3) έναντι 24,3% (22,7-25,8), για τιμές HbA1c >7% 16% (14,3-17,6) έναντι 21,1% (20,3-21,9) και για την κατηγορία που δεν υπήρχε καταγεγραμμένη HbA1c 17,1% (15,7-18,5) έναντι 25,6% (24,9-26,3). Τα μέγιστα επίπεδα πρόληψης καρδιαγγειακών συμβαμάτων αλλά και θανάτου από κάθε αιτία σχετίστηκαν  με τιμές HbA1c <7% {Hazard ratio (95%CI) 0.65 (0.52-0.80)}, (p value <0.001).

 

Συμπερασματικά, η χρήση των GLPA-1 RA σχετίζεται με χαμηλότερο ποσοστό ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Η συσχέτιση αυτή φάνηκε ισχυρότερη σε άτομα που πέτυχαν καλύτερο γλυκαιμικό στόχο (HbA1c < 7%) υποδηλώνοντας συσχέτιση μεταξύ GLP-1 RA και διακύμανσης HbA1c όσον αφορά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Davies MJ, D’Alessio DA, Fradkin J, et al. Management of hyperglycemia in type 2 diabetes, 2018. A consensus report by the Ameican Diabetes Association (ADA) and the European Association for the Study of Diabetes (EASD). Diabetes Care. 2018;41(12):2669-2701.

 

 

Επιμέλεια: Α. Μερίτση