Σύγκριση της καρδιοαγγειακής και νεφρικής αποτελεσματικότητας των αναστολέων SGLT2 και των αγωνιστών GLP-1: Μία Σκανδιναβική μελέτη κοορτής

Peter Ueda MD, Viktor Wintzell PhD, Elisabeth Dahlqwist PhD,Björn Eliasson MD, Ann-Marie Svensson PhD, Stefan Franzén PhD, Soffia Gudbjörnsdottir MD, Kristian Hveem MD, Christian Jonasson PhD, Mads Melbye MD, Anders Hviid DrMedSci, Henrik Svanström PhD, Björn Pasternak MD, Diabetes Obes Metab. 2022; 24: 473-485

 

Σκοπός: Nα συγκριθεί η καρδιοαγγειακή και νεφρική αποτελεσματικότητα των αναστολέων SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 στην καθημερινή κλινική πρακτική.

 

Υλικό και μέθοδος: Πρόκειται για μία μελέτη κοορτής εθνικών μητρώων από τη Σουηδία, τη Δανία και τη Νορβηγία, στην οποία συμπεριλήφθηκαν 87525 νέοι χρήστες αναστολέων SGLT2 και 63921 νέοι χρήστες αγωνιστών GLP-1 και χρησιμοποιήθηκαν δεδομένα από το 2013 έως το 2018. Τα συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν τα μείζονα  καρδιοαγγειακά συμβάματα (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και καρδιοαγγειακός θάνατος), η καρδιακή ανεπάρκεια (νοσηλεία ή θάνατος λόγω καρδιακής ανεπάρκειας) και σοβαρά νεφρικά συμβάματα (θεραπεία  υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας, νοσηλεία λόγω νεφρικών συμβαμάτων και θάνατος από νεφρικά αίτια).

 

Αποτελέσματα: H χρήση των αναστολεών SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 σχετίσθηκε με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης μειζόνων καρδιοαγγειακών συμβαμάτων (15,2 έναντι 14,4 επεισοδίων ανά 1000 ανθρωπο-έτη HR:1,07 [95% CI 1,01-1,15]), παρόμοιο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας (6,0 έναντι 6,0 επεισοδίων ανά 1000 ανθρωπο-έτη HR:1,02 [0,92-1,12]) και χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών νεφρικών συμβαμάτων (2,9 έναντι 4,0 επεισοδίων ανά 1000 ανθρωπο-έτη HR:0,76 [0,66-0,87]). Σε αναλύσεις δευτερευόντων καταληκτικών σημείων, η χρήση των αναστολέων SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 δε σχετίσθηκε με στατιστικά σημαντική διαφορά για τον κίνδυνο οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου(HR: 1,09 [95% CI 1,00-1,19]), καρδιοαγγειακού θανάτου (HR:0,97 [95% CI 0,84-1,12]), θανάτου από νεφρικά αίτια HR:0,75 [95% CI 0,41-1,35] ή θανάτου από οποιαδήποτε αιτία (HR:1,01 [95% CI 0,94-1,09]). Ο κίνδυνος αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου ήταν υψηλότερος (HR:1,14 [95% CI 1,03-1,26]), ενώ ο κίνδυνος θεραπείας υποκατάστασης της νεφρικής λειτουργίας (HR:0,74 [95% CI 0,56-0,97]) και νοσηλείας λόγω νεφρικών συμβαμάτων (HR: 0,75 [95% CI 0,65-0,88]) ήταν χαμηλότερος με τη χρήση αναστολέων SGLT2.

 

Συμπεράσματα: H χρήση των αναστολέων SGLT2 έναντι των αγωνιστών GLP-1 σχετίσθηκε με παρόμοιο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας και χαμηλότερο κίνδυνο σοβαρών νεφρικών συμβαμάτων, ενώ η χρήση αγωνιστών GLP-1 σχετίσθηκε με ελαφρώς χαμηλότερο κίνδυνο μειζόνων καρδιοαγγειακών συμβαμάτων.

 

Eπιμέλεια: Eλευθερία Παπαχριστοφόρου

Εβδομαδιαία χορήγηση της τιρζεπατίδης για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας

Ania M. Jastreboff, M.D., Ph.D., Louis J. Aronne, M.D., Nadia N. Ahmad, M.D., M.P.H., Sean Wharton, M.D., Pharm.D., Lisa Connery, M.D., Breno Alves, M.D., Arihiro Kiyosue, M.D., Ph.D, Shuyu Zhang, M.S., Bing Liu, Ph.D., Mathijs C. Bunck, M.D., Ph.D and Adam Stefanski, M.D., Ph.D. Νew Engl J Med, June 4 2022

 

Εισαγωγή: H παχυσαρκία είναι μία χρόνια νόσος με μεγάλη νοσηρότητα και θνησιμότητα παγκοσμίως. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της τιρζεπατίδης, ενός νέου αγωνιστή των υποδοχέων του γλυκοζοεξαρτώμενου ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP) και του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) σε άτομα με παχυσαρκία, δεν έχει μελετηθεί.

 

Μέθοδος: Πρόκειται για μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη κλινική μελέτη φάσης 3, στην οποία εντάχθηκαν 2539 μη-διαβητικοί ασθενείς με BMI ≥ 30 kg/m² ή ≥ 27 kg/m² με τουλάχιστον μία σχετιζόμενη με την παχυσαρκία συννοσηρότητα. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1:1:1, έτσι ώστε να λάβουν υποδορίως τιρζεπατίδη (5 mg, 10 mg ή 15 mg) μία φορά εβδομαδιαίως ή εικονικό φάρμακο για 72 εβδομάδες, με μία αρχική περίοδο τιτλοποίησης διάρκειας 20 εβδομάδων. Τα συν-πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η % μεταβολή του σωματικού βάρους από το baseline και η απώλεια βάρους ≥ 5%. Η ανάλυση, που έγινε βάσει της θεραπευτικής αγωγής, αφορούσε στην επίδραση της τιρζεπατίδης ανεξαρτήτως διακοπής της θεραπείας, σε όλους τους ασθενείς, που τυχαιοποιήθηκαν κι έλαβαν έστω και μία δόση του φαρμάκου.

 

Αποτελέσματα: Στο baseline το μέσο σωματικό βάρος ήταν 104,8 kg, το μέσο BMI ήταν 38,0 και 94,5 % των ασθενών είχαν BMI ≥ 30 kg/m². Η % μέση μεταβολή του σωματικού βάρους από το baseline έως τις 72 εβδομάδες ήταν −15.0% (95%  [CI], −15.9 ,−14.2) με τη δόση 5 mg της τιρζεπατίδης, −19.5% (95% [CI] −20.4,−18.5) με τη δόση 10 mg, −20.9% (95% [CI], −21.8 , −19.9) με τη δόση 15-mg  και −3.1% (95% [CI],−4.3 to −1.9) με το εικονικό φάρμακο (P<0.001 για όλες τις συγκρίσεις με το εικονικό φάρμακο). Τα ποσοστό των ασθενών, που εμφάνισαν απώλεια βάρους ≥ 5% ήταν 85% (95% [CI], 82 – 89), 89% (95% [CI], 86-92) και 91% (95% [CI], 88 -94) με τη δόση 5 mg, 10 mg και 15 mg της τιρζεπατίδης αντιστοίχως και  35% (95% [CI], 30-39) με το εικονικό φάρμακο. 50% (95% [CI], 46-54) και 57% (95% [CI], 53- 61) των συμμετεχόντων,που έλαβαν τις δόσεις της τιρζεπατίδης 10 mg και 15 mg είχαν απώλεια σωματικού βάρους  ≥ 20%, συγκριτικά με 3% (95% [CI], 1-5) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (P<0.001 για όλες τις συγκρίσεις με το εικονικό φάρμακο). Παρατηρήθηκε βελτίωση όλων των προκαθορισμένων καρδιομεταβολικών παραμέτρων με την τιρζεπατίδη. Οι πιο συνηθισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες με την τιρζεπατίδη ήταν οι γαστρεντερικές διαταραχές και οι περισσότερες εμφανίσθηκαν την περίοδο της τιτλοποίησης και ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας σε 4,3%, 7,1%, 6,2%, και 2,6% των συμμετεχόντων, που έλαβαν τιρζεπατίδη σε δόση 5 mg, 10 mg και 15 mg και εικονικό φάρμακο, αντιστοίχως.

 

Συμπεράσματα: Σε αυτή τη μελέτη διάρκειας 72 εβδομάδων, στην οποία συμμετείχαν παχύσαρκα άτομα, η εβδομαδιαία χορήγηση τιρζεπατίδης οδήγησε σε ουσιαστική και συνεχή μείωση του σωματικού βάρους.

 

Επιμέλεια: Ελευθερία Παπαχριστοφόρου

 

Webinar ΕΔΕ: “Λάθη κατά τη χορήγηση ινσουλίνης” (6/7/2022, 20:00)

 

ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ: “Λάθη κατά τη χορήγηση ινσουλίνης”

Συντονιστής:

  • Α. Γκρόζου, Επισκέπτρια Υγείας, τ. Πρόεδρος Π.Σ.Ε.Υ, Διαβητολογικό Κέντρο Γ΄ Παθολογικού Τμήματος, ΓΝ Νίκαιας Πειραιά «ΑΓ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ».

Ομιλητής:

  • Α. Καϊσίδης, Επισκέπτης Υγείας, Διαβητολογικό Κέντρο, ΓΝ Βενιζέλειο – Πανάνειο, Ηράκλειο Κρήτης.

 

Μπορείτε να παρακολουθήσετε το βιντεοσκοπημένο webinar μέσω της διεύθυνσης: https://youtu.be/U5asFB8xJ-c

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

Η Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Υπερτριγλυκεριδαιμία και λοιποί παράγοντες κινδύνου για χρόνια νεφρική νόσο στον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2: Μια σειρά από -νοσοκομειακά εδραζόμενο- κλινικό πληθυσμό

Hypertriglyceridemia and Other Risk Factors of Chronic Kidney Disease in Type 2 Diabetes: A Hospital-Based Clinic Population in Greece Ilias N. Migdalis1,*, Ioannis M. Ioannidis 2, Nikolaos Papanas3, Athanasios E. Raptis4, Alexios E. Sotiropoulos5,George D. Dimitriadis4 and on behalf of the Hellenic Diabetic Nephropathy Study (HDNS) †/. J. Clin.Med. 2022, 11, 3224.

https://doi.org/10.3390/jcm11113224

 

Εισαγωγή: Ο Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔ2)  και η Αρτηριακή Υπέρταση (ΑΥ) συνιστούν τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ) [1]. Προηγούμενες μελέτες αναδεικνύουν αυξημένο επιπολασμό (27.9–63.9%) διαβητικής χρόνιας νεφρικής νόσου (ΔΧΝΝ) στο σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2)[2]. Στην Ελλάδα μάλιστα, πρόσφατα ανακοινώθηκε 45% συνολικός επιπολασμός ΔΧΝΝ (ήπια, μέτρια και σοβαρή) σε νοσοκομειακό πληθυσμό διαβητικών ασθενών, που παρακολουθούνται σε εξωτερικά διαβητολογικά ιατρεία (Μελέτη Redit-2-Diag) [3]. Ο ρυθμός εξέλιξης σε ΔΧΝΝ εμφανίζει βέβαια σημαντική μεταβλητότητα και παρότι γενικά χαρακτηρίζεται από χρόνια προοδευτική πορεία σχετιζόμενη με αρκετούς παράγοντες κινδύνου, σε συγκεκριμένες υποομάδες ασθενών με ΣΔ2, η ΔΧΝΝ εξελίσσεται ιδιαιτέρως γρήγορα. Η υπεργλυκαιμία και η υπέρταση συνιστούν τους κυριότερους παράγοντες για ανάπτυξη και εξέλιξη της ΧΝΝ. Παρά βέβαια την επίτευξη των στόχων που προτείνονται για τα επίπεδα γλυκόζης και αρτηριακής πίεσης (ΑΠ), ο υπολειπόμενος κίνδυνος της ΔΧΝΝ παραμένει σχετικά υψηλός κυρίως εξαιτίας της δυσλιπιδαιμίας, που παρατηρείται, με την υπερτριγλυκεριδαιμία να αποτελεί την πιο συχνά απαντώμενη διαταραχή [4–6].  Σκοπόςτηςπαρούσας μελέτηςυπήρξεναεξετασθείηδυσλιπιδαιμία και λοιποί κύριοι παράγοντες κινδύνου με στόχο την πρόληψη και θεραπεία του υπολειπόμενου κινδύνου για ΧΝΝ.

Υλικό και μέθοδοι: Οι συμμετέχοντες προέρχονται από τη μελέτη Redit-2-Diag, η οποία συμπεριέλαβε 1759 ασθενείς σε μια περίοδο 6 μηνών από τον Ιούνιο του 2015 ως τον Μάρτιο του 2016 [3].Εργαστηριακός έλεγχος (ουρία, κρεατινίνη,  λεύκωμα ούρων, ACR, HbA1c, λιπίδια) ελήφθη σε όλους τους συμμετέχοντες 6 μήνες πριν την έναρξη της μελέτης. Η βαρύτητα της ΧΝΝ κατηγοριοποιήθηκε σύμφωνα με τα KDIGO κριτήρια. Όλοι οι συμμετέχοντες ταξινομήθηκαν ανάλογα με τον eGFR τους (mg/mL/1.73 m2): G1 > 90, G2 60–89, G3a45–59, G3b 30–44, G4 15–29 καιG5 < 15 αλλά και με βάση την τιμή ACR(albumin/creatinine ratio-mg/g Cr): A1 < 30, A2 30–300 και A3 > 300. Οι κατηγορίες G1A1 και G2A1 θεωρήθηκαν εντός φυσιολογικών ορίων. 4 τελικές κατηγορίες οργανώθηκαν ακολούθως: φυσιολογική νεφρική λειτουργία, ήπια, μέτρια και σοβαρή ΧΝΝ.

Αποτελέσματα: Συνολικά, 1372 ασθενείς(77.9%) εμφάνιζαν δυσλιπιδαιμία και 1363 (77%) αρτηριακή υπέρταση. Οι ασθενείς με ΔΧΝΝ συγκρινόμενοι με εκείνους χωρίς ΔΧΝΝ είχαν υψηλότερη μέση τιμή HbA1c (7.2 vs. 7.0%), ΣΑΠ (137.7 vs. 130.7 mmHg) και τριγλυκεριδίων (160.3 vs. 136.1 mg/dL), με            p< 0.01 σε όλα τα παραπάνω. Αύξηση στην τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης HbA1C (κατά 1 μονάδα %) και της συστολικής αρτηριακής πίεσης (ΣΑΠ κατά 1 mmHg) αυξάνει την πιθανότητα να ταξινομηθεί κανείς σε σοβαρότερο στάδιο ΧΝΝ κατά 14% και 26%, αντιστοίχως. Επιπρόσθετα, αύξηση της τιμής των τριγλυκεριδίων κατά 88.5 mg/dLαυξάνει τον κίνδυνο ταξινόμησης σε σοβαρότερο στάδιο ΧΝΝ κατά 24%. Σημειώνεται ότι για τη θεραπεία της δυσλιπιδαιμίας τους, οι περισσότεροι ασθενείς λάμβαναν ήδη στατίνες (1690 ασθενείς ,96%), ενώ ακολουθούσε η χρήση της εζετιμίμπης (181 ασθενείς, 10.2%).

Συζήτηση: Η υπεργλυκαιμία και η υπέρταση συνιστούν παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου για ΧΝΝ σε ασθενείς με ΣΔ2, ενώ  ταυτόχρονα συμμετέχουν ενεργά στην ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου, η οποία μοιράζεται την αντίσταση στην ινσουλίνη με την παραπάνω ως κοινό παθογενετικό μηχανισμό  [7,8]. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες κινδύνου επιτείνουν τη βλάβη του ενδοθηλίου οδηγώντας αναπόφευκτα σε αθηροσκλήρωση τόσο τα μεγάλα όσο και τα μικρά αγγεία του νεφρού [9,10]. Στην παρούσα μελέτη, οι αυξημένες τιμές τριγλυκεριδίων, ΣΑΠ και η πτωχή γλυκαιμική ρύθμιση αυξάνουν τον κίνδυνο για ΧΝΝ στον ΣΔ2 και θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις στρατηγικές θεραπείας.

Η παρουσία ΔΧΝΝ επηρεάζει τον γλυκαιμικό έλεγχο, η ίδια η υπεργλυκαιμία επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία του νεφρού με σπειραματική υπερδιήθηση, αγγειοσύσπαση και αυξημένη παραγωγή προϊόντων τελικής γλυκοζυλίωσης (AGEs), ενώ την ίδια στιγμή η πρόοδος της νεφρικής νόσου επηρεάζει τη νεογλυκογένεση.

Στους ασθενείς με ΔΧΝΝ, η ιδεατή ΑΠ για ελαχιστοποίηση του κινδύνου για εξέλιξη της ΔΧΝΝ και αποφυγή καρδιαγγειακών συμβαμάτων παραμένει ασαφής [11]. Μερικές κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν στόχο ΑΠ< 130/80 mmHg και ΑΠ<140/90 mmHg για τους περισσότερους ασθενείς με ΣΔ2 και ΔΧΝΝ [11,12], με τους περισσότερους διαβητικούς ασθενείς βέβαια να έχουν ήδη υπέρταση στη διάγνωσή τους.

Οι ασθενείς με ΣΔ2 και ΔΧΝΝ παρουσιάζουν χαρακτηριστικό λιπιδαιμικό προφίλ με σημαντική υπερτριγλυκεριδαιμία και χαμηλά επίπεδα HDL-C πλάσματος [13].  Στην παρούσα μελέτη, 77.9% των συμμετεχόντων είχαν δυσλιπιδαιμία.  Αρκετές μελέτες αναγνωρίζουν τη δυσλιπιδαιμία ως παράγοντα κινδύνου ανάπτυξης και εξέλιξης της ΔΧΝΝ στον ΣΔ2, παρότι ο ρόλος της παραμένει ασαφής[14,15]. Εφόσον η υπερτριγλυκεριδαιμία στον ΣΔ2 οφείλεται –τουλάχιστον εν μέρει- στην αντίσταση στην ινσουλίνη[16,17,18], η χρήση αντι-υπεργλυκαιμικών φαρμάκων ενδέχεται να παρεμβαίνει σε κάποιο βαθμό στα κλινικά αποτελέσματα στην παρούσα μελέτη, χωρίς να δύναται να επηρεάσει ωστόσο τα αποτελέσματά της, καθώς τα επίπεδα τριγλυκεριδίων πλάσματος ήταν σημαντικά αυξημένα στην ομάδα των διαβητικών ασθενών με ΔΧΝΝ έναντι της ομάδας χωρίς ΔΧΝΝ  και η υπερτριγλυκεριδαιμία εμπλεκόταν στην εξέλιξη της νεφρικής ανεπάρκειας όπως υπολογίστηκε από τον GFR.

Συμπεράσματα: Η υπερτριγλυκεριδαιμία και η υπέρταση συνιστούν ισχυρούς παραδοσιακούς  παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη και την εξέλιξη της ΔΧΝΝ. Παρά την επίτευξη των προτεινόμενων στόχων γλυκόζης και ΑΠ, ο υπολειπόμενος κίνδυνος ΔΧΝΝ παραμένει σχετικά υψηλός, όπως και η επίπτωση της υπερτριγλυκεριδαιμίας.  Στην παρούσα μελέτη, αυξήσεις στην HbA1C κατά 1%, της ΣΑΠ κατά 1 mmHg και του επιπέδου τριγλυκεριδίων πλάσματος κατά 88.5 mg/dL αύξησε την εξέλιξη της ΔΧΝΝ κατά 14%, 26% και 24%, αντιστοίχως. Επομένως,  μαζί με την υπεργλυκαιμία και την ΑΠ, και τα αυξημένα τριγλυκερίδια θα πρέπει να θεραπεύονται εντατικά, με στόχο την πρόληψη της εξέλιξης της ΔΧΝΝ στον ΣΔ2, παρότι χρειάζονται περαιτέρω μακροχρόνιες προοπτικές μελέτες, που θα επιβεβαιώσουν τα ευρήματά μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Koye, D.N.; Magliano, D.J.; Nelson, R.G.; Pavkov, M.E. The global epidemiology of diabetes and kidney disease. Adv. ChronicKidney Dis. 2018, 25, 121–132.
  2. Griffin, T.P.; O’Shea, P.M.; Smyth, A.; Islam, M.N.; Wall, D.; Ferguson, J.; O’Sullivan, E.; Finucane, F.M.; Dinneen, S.F.;Dunne, F.P.; et al. Burden of chronic kidney disease and rapid decline in renal function among adults attending a hospitalbased diabetes center in Northern Europe. BMJ Open Diab. Res. Care. 2021, 9, e002125.
  3. Migdalis, I.N.; Papanas, N.; Raptis, A.E.; Ioannidis, I.M.; Sotiropoulos, A.E.; Dimitriadis, G.D. The prevalence of diabetic chronickidney disease in adult Greek subjects with type 2 diabetes mellitus: A series from hospital-based diabetes clinics. Diabetes Res.Clin.Pract. 2020, 11, 1–8.
  4. Webster, A.C.; Nagler, E.V.; Morton, R.L.; Masson, P. Chronic Kidney Disease. Lancet 2017, 389, 1238–1252.
  5. Fioretto, P.; Dodson, P.M.; Ziegler, D.; Rosenson, R.S. Residual microvascular risk in diabetes: Unmet needs and future directions.Nat. Rev. Endocrinol. 2010, 6, 19–25.
  6. American Diabetes Association. Microvascular complications and foot care: Standards of medical care in diabetes–2021. Diabetes Care 2021, 44, S151–S167.
  7. Ortiz, A.; Covic, A.; Fliser, D.; Fouque, D.; Goldsmith, D.; Kanbay, M.; Mallamaci, F.; Massy, Z.A.; Rossignol, P.; Vanholder, R.; et al.Board of the EURECA-m Working Group of ERA-EDTA. Epidemiology, contributors to, and clinical trials of mortality risk inchronic kidney failure. Lancet 2014, 383, 1831–1843.
  8. Major, R.W.; Cheng, M.R.I.; Grant, R.A.; Shantikumar, S.; Xu, G.; Oozeerally, I.; Brunskill, N.J.; Gray, L.J. Cardiovascular diseaserisk factors in chronic kidney disease: A systematic review and meta-analysis. PLoS ONE 2018, 13, e0192895.J. Clin. Med. 2022, 11, 3224 8 of 9
  9. Wilson, P.W.; D’Agostino, R.B.; Levy, D.; Belanger, A.M.; Silbershatz, H.; Kannel, W.B. Prediction of coronary heart disease usingrisk factor categories. Circulation 1998, 97, 1837–1847.
  10. Centers for Disease Control and Prevention. National Chronic Kidney Disease Fact Sheet, 2017; Department of Health and HumanServices, Centers for Disease Control and Prevention: Atlanta, GA, USA, 2017.
  11. Cheung, A.K.; Chang, T.I.; Cushman, W.C.; Furth, S.L.; Ix, J.H.; Pecoits-Filho, R.; Perkovic, V.; Sarnak, M.J.; Tobe, S.W.;Tomson, C.R.V.; et al. Blood pressure in chronic kidney disease: Conclusions from a Kidney Disease: Improving Global Outcomes(KDIGO) Controversies Conference. Kidney Int. 2019, 95, 1027–1036.
  12. Whelton, P.K.; Carey, R.M.; Aronow, W.S.; Casey Jr, D.E.; Collins, K.J.; Himmelfarb, C.D.; DePalma, S.M.; Gidding, S.Jamerson, K.A.; Jones, D.W.; et al. 2017ACC/AHA/AAPA/ABC/ACPM/AGS/APhA/ASH/ASPC/NMA/PCNA Guidelinefor the prevention, detection, evaluation, and management of high blood pressure in adults: A report of the American College ofCardiology/American Heart Association Task Force on Clinical Practice Guidelines. J. Am. Coll. Cardiol.2018, 71, e127–e248.
  13. Hu, F.; Zhang, T. Study on risk factors of diabetic nephropathy in obese patients with type 2 diabetes mellitus. Int. J. Gen. Med.2020, 13, 351–360. Iglay, K.; Hannachi, H.; Howie, P.J.; Xu, J.; Li, X.; Engel, S.S.; Moore, L.M.; Rajpathak, S. Prevalence and co-prevalence ofcomorbidities among patients with type 2 diabetes mellitus. Curr.Med. Res. Opin. 2016, 32, 1243–1252.
  14. Muntner, P.; Coresh, J.; Smith, J.C.; Eckfeldt, J.; Klag, M.J. Plasma lipids and risk of developing renal dysfunction: Theatherosclerosis risk in communities study. Kidney Int. 2000, 58, 293–301.
  15. Lin, J.; Hu, F.B.; Rimm, E.B.; Rifai, N.; Curhan, G.C. The association of serum lipids and inflammatory biomarkers with renalfunction in men with type II diabetes mellitus. Kidney Int. 2006, 69, 336–342.
  16. Mitrou, P.; Boutati, E.; Lambadiari, V.; Maratou, E.; Komesidou, V.; Papakonstantinou, A.; Sidossis, L.; Tountas, N.; Kaisilambros,N.; Economopoulos, T.; et al. Rates of lipid fluxes in adipose tissue in vivo after a mixed meal in morbid obesity. Int. J. Obes. 2010,34, 770–774.

17.Dimitriadis, G.; Lambadiari, V.; Mitrou, P.; Maratou, E.; Boutati, E.; Panagiotakos, D.B.; Economopoulos, T.; Raptis, S.A. Impaired postprandial blood flow in adipose tissue may be an early marker of insulin resistance in type 2 diabetes. Diabetes Care 2007, 30,3128–3130.

  1. 18. Mitrou, P.; Boutati, E.; Lambadiari, V.; Maratou, E.; Papakonstantinou, A.; Komesidou, V.; Sidossis, L.; Tountas, N.;Katsilambros, N.; Economopoulos, T.; et al. Rates of glucose uptake in adipose tissue and muscle in vivo after a mixed meal inwomen with morbid obesity. J. Clin. Endocrinol. 2009, 94, 2958–2961.

 

Επιμέλεια: Α. Παπαζαφειροπούλου

ADA 22nd Scientific Sessions HIGHLIGHTS

ADA 22nd SCIENTIFIC SESSIONS, NEW ORLEANS, USA

HIGHLIGHTS

 

Επιμέλεια: Φουστέρης Ευάγγελος, M.D., Ph.D., Παθολόγος με εξειδίκευση στο ΣΔ

 

  1. Προσχέδιο της Συναινετικής Έκθεσης των ADAEASD 2022 για τη διαχείριση της υπεργλυκαιμίας στον διαβήτη τύπου 2
    1. Η παχυσαρκία έχει γίνει συν-πρωταρχικός στόχος για τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 2
    2. Πρώιμη συνδυαστική θεραπεία
    3. Εστίαση στην εκπαίδευση και αλλαγή στον τρόπο ζωής
    4. Ιατρική με ενσυναίσθηση με επίκεντρο τον ασθενή
    5. Πρόληψη των επιπλοκών του διαβήτη

 

  1. Συναινετική Έκθεση της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας για την 1. Καρδιακή ανεπάρκεια: Μια υποτιμημένη επιπλοκή του διαβήτη:
    1. Ο σκοπός αυτής της συναινετικής έκθεσης της Αμερικανικής Ένωσης Διαβήτη σε συνεργασία με το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας είναι να παρέχει σαφή καθοδήγηση στους επαγγελματίες υγείας σχετικά με τις καλύτερες προσεγγίσεις για τον έλεγχο και τη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας σε άτομα με διαβήτη ή προδιαβήτη με στόχο τη διασφάλιση της πρόσβασης στη βέλτιστη τεκμηριωμένη διαχείριση για όλους και για τον μετριασμό των κινδύνων σοβαρών επιπλοκών (ελεύθερο pdf online στο Diabetes Care)

 

  1. H Σεμαγλουτίδη στα 2,4 mg ανά εβδομάδα μειώνει τον 10ετή κίνδυνο εμφάνισης ΣΔτ2 σε άτομα υπέρβαρα ή με παχυσαρκία
    1. Οι ερευνητές υπολόγισαν τον 10ετή κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 μεταξύ των συμμετεχόντων των μελετών STEP 1 & 4 μέσω ειδικού λογιστικού μοντέλου που ονομάζεται Σταδιοποίηση Καρδιομεταβολικής Νόσου (CMDS), η οποία σταδιοποιεί τον καρδιομεταβολικό κίνδυνο σε 5 επίπεδα από μεταβολικά υγιή (στάδιο 0) έως εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακή νόσο (στάδιο 4)
    2. Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σεμαγλουτίδη στην STEP 1 μείωσαν τη μέση βαθμολογία κινδύνου για διαβήτη τύπου 2 από 18,2% σε 7,1% (μείωση κινδύνου 61%), έναντι μείωσης του σκέλους εικονικού φαρμάκου από 17,8% σε 15,6% (μείωση κινδύνου 13%, P <,01)
    3. Στην STEP 4, οι ασθενείς που έλαβαν σεμαγλουτίδη είχαν δείκτη κινδύνου για διαβήτη τύπου 2 20,6%. Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν θεραπεία, ο μέσος κίνδυνος μειώθηκε στο 11,4% την εβδομάδα 20 και μετά στο 7,7% την εβδομάδα 68 (μετά την περίοδο απόσυρσης). Μεταξύ των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο, ο μέσος κίνδυνος μειώθηκε στο 10,7% την εβδομάδα 20, αλλά στη συνέχεια αυξήθηκε έως και 15,4% μετά την περίοδο απόσυρσης, δείχνοντας συνολική μείωση 32% με τη σεμαγλουτίδη έναντι αύξησης 41% με εικονικό φάρμακο (P <,01)
    4. Η θεραπεία με σεμαγλουτίδη μειώνει τον 10ετή κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 κατά περίπου 60% ανεξάρτητα από την αρχική γλυκαιμική κατάσταση, ενώ απαιτείται συνεχής θεραπεία για τη διατήρηση αυτού του οφέλους

 

  1. Μελέτη AWARDPEDS
    1. Η AWARD-PEDS έδειξε ότι παιδιά και έφηβοι 10-18 ετών με διαβήτη τύπου 2 (με ή χωρίς μετφορμίνη ή βασική ινσουλίνη ) και παχυσαρκία που έλαβαν θεραπεία με εβδομαδιαίες ενέσεις 0,75 mg ή 1,5 mg ντουλαγλουτίδης είχαν χαμηλότερη A1c στις 26 εβδομάδες από τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο
    2. Τα πιο κοινά ανεπιθύμητα συμπτώματα ήταν γαστρεντερικά και το προφίλ ασφάλειας ήταν συνεπές με αυτό στους ενήλικες
    3. Το φάρμακο δεν είχε καμία επίδραση στον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ)
    4. Η Eli Lilly υποβάλλει τώρα αυτά τα αποτελέσματα στον FDA για να λάβει τη σχετική ένδειξη

 

  1. Μελέτη SURPASS-4 και νεφρικό όφελος
    1. Η μία φορά την εβδομάδα υποδορίως χορηγούμενη τιρζεπατίδη σε σύγκριση με θεραπεία με ινσουλίνη glargine οδήγησε σε σημαντική βελτίωση στη μείωση του εκτιμώμενου GFR, μείωσε τον λόγο λευκωματίνης ούρων προς κρεατινίνη UACR και μείωσε τον κίνδυνο νεφρικής νόσου τελικού σταδίου
    2. Η ανάλυση έδειξε επίσης χαμηλό κίνδυνο κλινικά σημαντικής υπογλυκαιμίας στους συμμετέχοντες με διαβήτη τύπου 2 με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο και διάφορα στάδια χρόνιας νεφρικής νόσου
    3. Αυτά είναι πολύ μεγάλα οφέλη και δείχνουν ξεκάθαρα τη δυνατότητα της τιρζεπατίδης να είναι ένα πολύ ισχυρό προστατευτικό φάρμακο για τα νεφρά

 

  1. Η ύφεση είναι δυνατή σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2
    1. Μια νέα προσέγγιση που περιλαμβάνει αισθητήρες, τεχνητή νοημοσύνη και εξατομικευμένη καθοδήγηση στον τρόπο ζωής σε πραγματικό χρόνο από μια εφαρμογή (application) και σύνδεση με εκπαιδευτές οδήγησε σε υψηλό ποσοστό ύφεσης του διαβήτη τύπου 2
    2. Οι 199 ασθενείς μέσης ηλικίας 43 ετών που είχαν διαβήτη τύπου 2 για μέσο όρο 3,7 ετών και έως 8 ετών, έλαβαν οδηγίες/εκπαίδευση για τον τρόπο ζωής και η μέση A1c τους μειώθηκε από 9,0% σε 5,7% στους 6 μήνες
    3. Το 84% των ασθενών παρουσίασαν ύφεση του διαβήτη στους 6 μήνες

 

  1. Μελέτη iLet για το βιονικό πάγκρεας
    1. Η μεγαλύτερη τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη μέχρι σήμερα οποιουδήποτε συστήματος αυτοματοποιημένης χορήγησης ινσουλίνης και περιελάμβανε έναν πιο ποικίλο πληθυσμό ατόμων με διαβήτη τύπου 1, συμπεριλαμβανομένων περισσότερων από μειονοτικές ομάδες και εκείνων με υψηλότερα αρχικά επίπεδα A1c από ό,τι σε προηγούμενες μελέτες
    2. Η μελέτη έδειξε μειώσεις της A1c χωρίς αύξηση της υπογλυκαιμίας σε ενήλικες και παιδιά με διαβήτη τύπου 1 με μεγαλύτερη αυτοματοποίηση από τα διαθέσιμα επί του παρόντος υβριδικά συστήματα χορήγησης ινσουλίνης κλειστού βρόχου ή τεχνητού παγκρέατος
    3. Μετά από 13 εβδομάδες, η μέση A1c μειώθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες με το iLet σε σύγκριση με την τυπική θεραπεία και κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των συμμετεχόντων με βασικά επίπεδα A1c > 7,0%
    4. Δεν υπήρξε αύξηση στην υπογλυκαιμία και όσοι χρησιμοποίησαν τη συσκευή πέρασαν κατά μέσο όρο 2,6 ώρες περισσότερο χρόνο εντός εύρους (επίπεδα γλυκόζης 70-180 mg/dL)
    5. Οι βελτιώσεις στην A1c ήταν μεγαλύτερες σε εκείνους με υψηλότερη αρχική τιμή A1c και παρατηρήθηκαν και σε μειονοτικές φυλετικές ομάδες και σε διαφορα κοινωνικοοικονομικά/εκπαιδευτικά επίπεδα
    6. Αυτή η μελέτη δείχνει ότι ανεξαρτήτως εθνικότητας ή κοινωνικής θέσης, υπήρχε όφελος, επομένως αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της ίσης φροντίδας

 

  1. Μελέτη CREATE
    1. Η πρώτη τυχαιοποιημένη πολυκεντρική κλινική μελέτη διάρκειας 24 εβδομάδων για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του πιο συχνά χρησιμοποιούμενου συστήματος αυτοματοποιημένης παροχής ινσουλίνης ανοιχτού κώδικα (AID). Η μελέτη συνέκρινε το AID ανοιχτού κώδικα, χρησιμοποιώντας τον αλγόριθμο OpenAPS από την έκδοση του Android APS και υλοποιήθηκε σε smartphone με την αντλία ινσουλίνης DANA-i™ και το Dexcom G6® CGM
    2. Στρατολογήθκε ένας ποικίλος πληθυσμός ασθενών, πολλοί από τους οποίους είχαν μικρή ή καθόλου εμπειρία με το AIDS: παιδιά (7-15 ετών) και ενήλικες (16-70 ετών), για έλεγχο της αποτελεσματικότητας και ασφάλειας του AID ανοιχτού κώδικα
    3. Η μελέτη έδειξε ότι τα συστήματα AID είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για άτομα με διαβήτη τύπου 1

 

  1. Το μέλλον της ινσουλίνης: εβδομαδιαίες, από του στόματος, έξυπνες ινσουλίνες
    1. Μελέτη φάσης 2 αξιολόγησε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα της εβδομαδιαίας βασικής ινσουλίνης Fc (BIF) σε σύγκριση με την ινσουλίνη degludec σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που είχαν λάβει προηγουμένως από του στόματος αντιδιαβητικά φάρμακα και βασική ινσουλίνη και αποκάλυψε ότι η BIF δεν ήταν κατώτερη από την degludec στον γλυκαιμικό έλεγχο, όπως μετρήθηκε με την αλλαγή στο A1C μετά από 32 εβδομάδες
    2. Άλλη μελέτη φάσης 2 εξέτασε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις για τη μετάβαση σε εβδομαδιαία βασική ινσουλίνη icodec σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν καθημερινή βασική ινσουλίνη και ένα ή περισσότερα από του στόματος φάρμακα για τη μείωσης της γλυκόζης: Η μελέτη έδειξε ότι η αλλαγή από την καθημερινή βασική ινσουλίνη σε μία φορά την εβδομάδα ινσουλίνη icodec ήταν καλά ανεκτή και παρείχε αποτελεσματικό γλυκαιμικό έλεγχο
    3. Οι μελέτες φάσης 2 έδειξαν ότι η από του στόματος κάψουλα ινσουλίνης ORMD-801 μείωσε σημαντικά τα επίπεδα A1C σε άτομα με διαβήτη τύπου 2 που ελέγχονταν ανεπαρκώς με άλλα φάρμακα ΣΔτ2
    4. Η ευαίσθητη στην γλυκόζη ινσουλίνη ή «έξυπνη ινσουλίνη» μπορεί να ενεργοποιηθεί μέσω της χρήσης ενός συνθετικού «διακόπτη» που μπορεί να ανοίξει ή να κλείσει χρησιμοποιώντας έναν απλό αισθητήρα σακχάρου, ελαχιστοποιώντας τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας

 

  1. Η διαχείριση της παχυσαρκίας ως πρωταρχικός στόχος θεραπείας για τον διαβήτη τύπου 2
    1. Οι ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 έχουν οφέλη για την υγεία τους ακόμα και μετά από απώλεια βάρους μόλις 3%
    2. Με σημαντική απώλεια βάρους, ορισμένοι ασθενείς περνούν σε ύφεση. Και δεν έχει σημασία πώς χάνεται το βάρος – είτε μέσω παρέμβασης στον τρόπο ζωής, βαριατρικής χειρουργικής ή φαρμακευτικής αγωγής
    3. Η απώλεια βάρους, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ ή πόσο λίγο, έχει οφέλη για την υγεία για τα παχύσαρκα άτομα με διαβήτη τύπου 2. Και όσο περισσότερα χάνουν, τόσο καλύτερο το αποτέλεσμα

 

  1. Μελέτη SURMOUNT-1
    1. Η θεραπεία ατόμων με παχυσαρκία αλλά χωρίς διαβήτη με τον διπλό αγωνιστή ινκρετίνης τιρζεπατίδη παρήγαγε με ασφάλεια «πρωτοφανή» επίπεδα απώλειας βάρους στη συντριπτική πλειονότητα των ασθενών στην SURMOUNT-1, μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με περισσότερα από 2500 άτομα με παχυσαρκία ή υπέρβαρα
    2. Η υψηλότερη δόση τιρζεπατίδης, 15 mg/εβδομάδα, σε διάστημα 72 εβδομάδων, προκάλεσε 5% ή μεγαλύτερη απώλεια στο αρχικό βάρος στο 91%-96% των ασθενών, ένα αποτέλεσμα που “δεν είχε παρατηρηθεί προηγουμένως” σε καμία προηγούμενη μελέτη φάσης 3 φαρμάκου απώλειας βάρους, σημείωσε ο Jastreboff, ένας ενδοκρινολόγος και διευθυντής διαχείρισης βάρους και πρόληψης της παχυσαρκίας στο Yale School of Medicine στο New Haven του Κονέκτικατ
    3. Ο μέσος ρυθμός απώλειας βάρους μεταξύ των 630 ατόμων που έλαβαν τιρζεπατίδη 15 mg/εβδομάδα ήταν 22,5% κατά τη θεραπεία
    4. Σε περεταίρω ανάλυση, το 40% των ατόμων που έλαβαν την υψηλότερη δόση τιρζεπατίδης των 15 mg/εβδομάδα είχαν τουλάχιστον 25% απώλεια του βασικού βάρους κατά τη θεραπεία, ένα άλλο παράδειγμα πρωτοφανούς επιτεύγματος απώλειας βάρους

 

  1. Η συμπεριφορική θεραπεία και η αυτοπαρακολούθηση είναι κρίσιμες για την απώλεια βάρους
    1. Οι στρατηγικές συμπεριφορικής θεραπείας περιλαμβάνουν τον εντοπισμό προσωπικών ερεθισμάτων και την αλλαγή του περιβάλλοντος για τον έλεγχο του ερεθίσματος
    2. Το πραγματικό κλειδί της επιτυχίας είναι η αυτοπαρακολούθηση του βάρους, της κατανάλωσης θερμίδων και της φυσικής δραστηριότητας
    3. Η συμπεριφορική θεραπεία θα πρέπει να προάγει τις διαδικασίες αυτορρύθμισης, τις δεξιότητες προσαρμογής στην πρόσληψη τροφής ως απάντηση στην αύξηση βάρους
    4. Επίσης θα πρέπει οι πάσχοντες να μάθουν να ελέγχουν τα επεισόδια υπερφαγίας και να ενδυναμώσουν την αυτοπεποίθηση τους, θέτοντας μικρούς, ρεαλιστικούς στόχους που τους επιτρέπουν να τους επιτύχουν

 

  1. Το οικονομικό κόστος του διαβήτη
    1. Το υψηλό κόστος για τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται από ασθενείς με διαβήτη συνδέεται με μειωμένη χρήση αυτών των φαρμάκων και τελικά χειρότερα κλινικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τα ευρήματα από δύο ξεχωριστές μελέτες:
      1. Μελέτη εξέτασε τα αρχεία ασφάλισης περισσότερων από 70.000 ασθενών στις ΗΠΑ με διαβήτη τύπου 2 και διαπιστωμένη καρδιαγγειακή νόσο που έπαιρναν ήδη μετφορμίνη. Τα ευρήματα έδειξαν ότι, μετά από προσαρμογή για συγχυτικούς παράγοντες, το τεταρτημόριο των ασθενών με την υψηλότερη συμμετοχή στο κόστος φαρμάκων (λήψη SGLT-2 αναστολέων), εκτελούσε τη συνταγή 21 % λιγότερο συχνά από ό,τι οι ασθενείς από το τεταρτημόριο με το χαμηλότερο προσωπικό κόστος
      2. Μια παρόμοια ανάλυση που εξέτασε τους αγωνιστές GLP-1, έδειξε ότι το τεταρτημόριο των ασθενών που έπρεπε να πληρώσουν περισσότερη συμμετοχή για ένα από αυτά τα φάρμακα είχαν προσαρμοσμένο 12% χαμηλότερο ποσοστό εκτέλεσης της συνταγής, σε σύγκριση με εκείνους με χαμηλότερη συμμετοχή στα φάρμακα

Κίνδυνος εμφάνισης Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 μετά από Διαβήτη Κύησης

Mary V. Diaz Santana, Katie M. O’ Brien, Yong- Moon Mark Park, Dale P. Sandler, Clarice R. Weinberg. Persistence of Risk for Type 2 Diabetes After Gestational Diabetes Mellitus. Diabetes Care 2022;45:864-870.

https://doi.org/10.2337/dc21-1430

 

Ο Διαβήτης Κύησης (ΔΚ) θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα δυσλειτουργίας των β-κυττάρων του παγκρέατος σε γυναίκες με προυπάρχουσα αντίσταση στην ινσουλίνη. Υπολογίζεται ότι επιπλέκει το 6% των κυήσεων και σχετίζεται με εμφάνιση Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 2 (ΣΔΤ2).

Στη συγκεκριμένη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ, χρησιμοποιήθηκε ο πληθυσμός μιας προηγούμενης προοπτικής μελέτης παρατήρησης της Sister Study που περιέλαβε μεταξύ 2003-2009 50.884 γυναίκες ηλικίας 35-74 ετών που κατοικούν στις ΗΠΑ και στο Πουέρτο Ρίκο κι είχαν οικογενειακό ιστορικό καρκίνου μαστού. Έγινε καταγραφή δημογραφικών στοιχείων με χρήση ερωτηματολόγιου σχετικά με ηλικία, επίπεδο εκπαίδευσης, εθνικότητας / φυλής και BMI τη δεκαετία των 30 ετών καθώς και την ημερομηνία ένταξης στη μελέτη. Σκοπός της μελέτης ήταν καταρχήν η συσχέτιση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2 ανάλογα με το BMI και τον αριθμό κυήσεων που παρουσίασαν ως επιπλοκή ΔΚ κι ακολούθως πως μεταβάλλεται ο κίνδυνος αυτός σε σχέση με το χρόνο από τη διάγνωση ΔΚ.

Συνολικά η μελέτη περιέλαβε σύμφωνα με τα κριτήρια ένταξης  47471 γυναίκες με μέση ηλικία περί τα 55 έτη. Από αυτές οι 1414 είχαν τουλάχιστον μία κύηση με εμφάνιση ΔΚ, ήταν λίγο νεότερες με μέση ηλικία περί τα 51 έτη κι είχαν υψηλότερο BMI (28.2+/- 6.6 vs 27.4+/- 6.0). Ο επανέλεγχος στη 10 ετία ανέδειξε ότι 6.9% των γυναικών χωρίς ιστορικό ΔΚ και 13.4% των γυναικών με ιστορικό ΔΚ εμφάνισαν ΣΔΤ2. Τα άτομα με ΔΚ παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο μελλοντικής εμφάνισης ΣΔΤ2 (HR 2.50, 95% CI 2.15 – 2.19). Η παραπάνω συσχέτιση φάνηκε να παρουσιάζει φθίνουσα πορεία με πτώση του HR μετά από κάθε δεκαετία κατά περίπου 24%. Παρόλα αυτά  κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2 παρέμεινε αυξημένος μέχρι και 35 έτη από τη διάγνωση ΔΚ. Επίσης σημαντική ήταν η συσχέτιση εμφάνισης ΣΔΤ2 με τον αριθμό κυήσεων που παρουσίασαν ως επιπλοκή ΔΚ. Συγκεκριμένα γυναίκες με περισσότερες από 3 εγκυμοσύνες είχαν 7 φορές αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΔΤ2 μέσα στα επόμενα 6-15 έτη από την τελευταία κύηση όπου εμφάνισαν ΔΚ (HR 7.15, 95% CI 3.71-13.78) και αντίστοιχα 3 φορές αυξημένο κίνδυνο μετά από 35 έτη (HR 3.08, 95% CI 1.60-5.94). Τέλος η συσσωρευμένη επίπτωση μέχρι τη ηλικία των 80 σε γυναίκες με ιστορικό ΔΚ που δεν είχαν ΣΔΤ2 μέχρι τα 40 έτη ήταν 67.4% (95% CI 59.0-75.6%) στον παχύσαρκο πληθυσμό, 44.3% (95% CI 32.8-57.8%) στον υπέρβαρο πληθυσμό και μόλις 16.1% (95% CI 9.41-26.8%) σε πληθυσμό φυσιολογικού ή χαμηλού BMI.

Συμπερασματικά, ο ΔΚ αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου εμφάνισης ΣΔΤ2. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται σημαντικά με κάθε επιπλέον κύηση που επιπλέκεται με ιστορικό ΔΚ. Παρά το γεγονός ότι ο εκτιμώμενος κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2 μειώνεται με την πάροδο του χρόνου μετά από μία εγκυμοσύνη με ΔΚ, ο κίνδυνος εμφάνισης ΣΔΤ2 παραμένει υψηλός για > 35 έτη. Για το λόγο αυτό γυναίκες που εμφάνισαν ΔΚ θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

Αναστολείς των συμμεταφορέων γλυκόζης και νατρίου τύπου 2 (SGLT2) και κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ουροδόχου κύστεως και νεφρού : Σκανδιναβική μελέτης κοόρτης

Peter Ueda et al. Sodium – Glucose Cotransporter 2 Inhibitors and Risk of Bladder and Renal Cancer: Scandinavian Cohort Study. Diabetes Care 2022;45(5):e93–e96. doi.org/10.2337/dc21-1917

 

Οι αναστολείς των συμμεταφορέων γλυκόζης και νατρίου τύπου 2 (SGLT2) έχουν ενοχοποιηθεί από πολύ νωρίς όπως φαίνεται τόσο από μετααναλύσεις τυχαιοποιημένων μελετών όσο και από μεμονωμένες αναφορές, ότι μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου ουροδόχου κύστεως  και νεφρού.

Στη συγκεκριμένη μελέτη χρησιμοποίηθηκε η βάση δεδομένων του ηλεκτρονικού μητρώου υγείας τριών Σκανδιναβικών χωρών (Σουηδία, Δανία και Νορβηγία) για την περίοδο 04/2013- 12/2018. Συγκεκριμένα πήραν μέρος 89.799 ασθενείς που συμπλήρωσαν την πρώτη τους συνταγή με SGLT2 (59% νταπαγλιφλοζίνη, 40% εμπαγλιφλοζίνη, 0.8% καναγλιφλοζίνη και < 0.1% ερτουγλιφλοζίνη) και 65.200 ασθενείς  που συμπλήρωσαν αντίστοιχα την πρώτη τους συνταγή με αγωνιστές του υποδοχέα του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) κατά το χρονικό διάστημα της μελέτης. Κριτήρια αποκλεισμού αποτέλεσαν η συμμετοχή σε προηγούμενη μελέτη όπου συμπεριλάμβανε χορήγηση φαρμάκου, ιστορικό καρκίνου ουροποιητικού, κυστεκτομής, αιμοκάθαρσης ή μεταμόσχευσης νεφρού, νόσος τελικού σταδίου, σοβαρή παγκρεατική νόσος ή νοσηλεία 30 ημέρες πριν τη συμμετοχή στη μελέτη. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν περί τα 62 έτη, 64% ήταν άνδρες και 21-22% έκαναν χρήση ινσουλίνης. Ο μέσος χρόνος παρακολούθησης για την ομάδα των αναστολέων SGLT2  ήταν περί τα 2.3 έτη και για την ομάδα των GLP1 αγωνιστών περί τα 3 έτη αντίστοιχα.

Η μελέτη έδειξε ότι η χρήση αναστολέων SGLT2 σε σύγκριση με τη χρήση αγωνιστών GLP1 δεν σχετίζεται με στατιστικά σημαντική αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου ουροδόχου κύστεως (adjusted HR 0.88, 95% CI 0.59 – 1.31) ή  καρκίνου του νεφρού (adjusted HR 1.09, 95% CI 0.73-1.63).Τα ευρήματα αυτά παρέμειναν σταθερά και σε πρόσθετες αναλύσεις προσαρμοσμένες σε επιπλέον μεταβλητές όπως το κάπνισμα ή η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη.Συγκεκριμένα 73 από τους συμμετέχοντες που έπαιρναν για τουλάχιστον ένα χρόνο αναστολείς SGLT2 εμφάνισαν καρκίνο ουροδόχου κύστεως και 64 καρκίνο νεφρού κατά τη διάρκεια μίας μέσης παρακολούθησης περί τα 2.3 έτη με 20% του πληθυσμού να έχει επανακτιμηθεί και μακροπρόθεσμα ( > 3 έτη ) ενώ από την ομάδα που έπαιρνε GLAP1  αγωνιστές 70 συμμετέχοντες παρουσίασαν καρκίνο ουροδόχου κύστεως και 68 νεφρού αντίστοιχα. Τέλος επιπρόσθετες αναλύσεις δεν ανέδειξαν αύξηση του κινδύνου ανάπτυξης κακοήθειας κύστεως ή νεφρού τόσο τον πρώτο χρόνο από την έναρξη της θεραπείας με αναστολείς των SGLT2 όσο και μετά από 3-5 χρόνια από την έναρξη της θεραπείας  σε σύγκριση με τους GLP1 αγωνιστές.

Συμπερασματικά, στη συγκεκριμένη μελέτη παρατήρησης σε εθνικό επίπεδο τριών Σκανδιναβικών χωρών η χρήση των αναστολέων SGLT2  δεν φάνηκε να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου ουροδόχου κύστεως ή νεφρού.

 

Επιμέλεια: Αγγελική Μερίτση

 

Συσχέτιση επιπέδων γλυκόζης αίματος κατά την εισαγωγή και καρδιαγγειακών και νεφρικών επιπλοκών σε ασθενείς που νοσηλεύονται με Covid 19.

Norris T et al. Admission Blood Glucose Level and Its Association With Cardiovascular and Renal Complications in Patients Hospitalized With COVID-19. Multicenter Study, Diabetes Care. 2022 May 1;45(5):1132 – 1140. 
doi: 10.2337/dc21-1709.

Από το Δεκέμβρη του 2021 από τον ιό SARS-COV-2 έχουν μολυνθεί πάνω από 267.000.000 άνθρωποι κι έχουν χάσει τη ζωή τους > 5.200.000 παγκοσμίως. Το Μάη του 2022 στο περιοδικό Diabetes Care, δημοσιεύτηκε μια πολυκεντρική μελέτη που έλαβε χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο και σκοπό είχε να διερευνήσει τη συσχέτιση των επιπέδων γλυκόζης κατά την εισαγωγή των νοσηλευμένων με Covid 19 με τον κίνδυνο ενδονοσοκομειακών καρδιαγγειακών (αγγειακά εγκεφαλικά, καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμίες, καρδιακή ισχαιμία, ανακοπή και διαταραχές πήξης) και νεφρικών επιπλοκών.(οξεία νεφρική βλάβη). Επιπλέον μελετήθηκε κατά πόσο οι συσχετίσεις μεταξύ των επιπέδων γλυκόζης και των παραπάνω επιπλοκών διαφοροποιούνταν ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την εθνικότητα, την παχυσαρκία και ιστορικό Σακχαρώδη Διαβήτη.

Χρησιμοποιήθηκε η βάση δεδομένων της ISARIC WHO CCP-UK μελέτης που περιέλαβε από τις 06/02/20-16/03/21 143.266 ασθενείς με 140.685 με επιβεβαιωμένη λοίμωξη covid 19. Από αυτούς 35.601 ασθενείς πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης στη μελέτη και ταξινομήθηκαν ως έχοντες υπογλυκαιμία (σάκχαρο αίματος < 70.2 mg/dl), φυσιολογικά επίπεδα σακχάρου αίματος (72-198 mg/dl) ή υπεργλυκαιμία (σάκχαρο αίματος > 199.8 mg/dl) κατά την εισαγωγή τους στο εφημερεύον νοσοκομείο. To 56.8% ήταν άντρες με μέση ηλικία περί τα 71 έτη και το 81.6% ήταν Λευκοί. Η διάμεση τιμή της γλυκόζης αίματος εισαγωγής ήταν 120.6 mg/dl. Περισσότερο από το 25% του πληθυσμού παρουσίασε καρδιαγγειακή ή νεφρική επιπλοκή ενώ νοσηλευόταν. Από αυτούς το 55.0% επέζησε και το 45.0% απεβίωσε.

Για όλες τις επιπλοκές εκτός από την καρδιακή ισχαιμία και τα αγγειακά εγκεφαλικά,,δεν υπήρξε γραμμική συσχέτιση με τα επίπεδα γλυκόζης αίματος κατά την εισαγωγή. Συγκεκριμένα, ασθενείς που παρουσίαζαν τιμές γλυκόζης αίματος >115 mg/dl σε σχέση με το αν η τιμή της γλυκόζης ήταν πλησίον των 90 mg/dl, παρουσίαζαν αύξηση των odds για καρδιακή ανεπάρκεια κατά 28%. Ομοίως για τιμές γλυκόζης > 88.2 mg/dl για την ίδια συσχέτιση, οι ασθενείς παρουσίαζαν αύξηση των odds για αρρυθμίες κατά 123%. Αύξηση των odds για διαταραχές πήξης κατά 59% παρουσίαζαν ασθενείς με τιμές γλυκόζης εισαγωγής >84.6 mg/dl σε σχέση πάντα με τιμές γλυκόζης πλησίον των 90 mg/dl. Τέλος ασθενείς με γλυκόζη αίματος κατά την εισαγωγή > 104.4 mg/dl σε σχέση πάντα με το αν η τιμή της γλυκόζης ήταν πλησίον των 90 mg/dl παρουσίαζαν αύξηση των odds κατά 142% για νεφρική βλάβη. Η επίδραση της ηλικίας στην εμφάνιση των επιπλοκών ήταν εμφανέστερη σε ασθενείς ηλικίας < 69 ετών. Παρόμοια επίδραση παρατηρήθηκε και στην περίπτωση προυπάρχοντος ιστορικού ΣΔ.

Συμπερασματικά, τα επίπεδα γλυκόζης αίματος κατά την εισαγωγή ατόμων με covid 19 λοίμωξη θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες ταξινόμισης των ασθενών σε ομάδες υψηλού κινδύνου για την εκδήλωση καρδιαγγειακών ή νεφρικών επιπλοκών.

 

Επιμέλεια : Αγγελική Μερίτση

ΕΔΕ Webinar (Τετάρτη 1/6/2022, 20:00) – Χ. Δημοσθενόπουλος & Ζ. Παφίλη

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Την Τετάρτη 1/6/2022, στις 20:00, πραγματοποιήθηκε το webinar της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας στο πλαίσιο των μετεκπαιδευτικών της μαθημάτων μέσω διαδικτύου.

Θέμα Webinar: “Διατροφή σε άτομα με διαβητική νεφροπάθεια”

Συντονιστής:

  • Χ. Δημοσθενόπουλος, SRD. MΜedSci. PhD, Κλινικός Διαιτολόγος-Προϊστάμενος Διαιτολογικού Τμήματος ΓΝΑ “Λαϊκό”, Μέλος ΔΣ Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας & Αντιπρόεδρος ΕΜΠΑΚΑΝ, Board Member of DNSG.

Ομιλητής:

  • Ζ. Παφίλη, RD, PhD, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Τμήμα Διατροφής, ΓΝΑ «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ».

 

Μπορείτε να παρακολουθήσετε το βιντεοσκοπημένο webinar, μέσω της διεύθυνσης: https://youtu.be/Lp6ULVMKjZM

 

Προσβλέποντας πάντα στην πολύτιμη ενεργό συμμετοχή σας.

 

Η Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας της Ε.Δ.Ε.
Κ. Μακρυλάκης

Ενημέρωση για την ιδιόκτητη στέγη της ΕΔΕ

Αθήνα, 30-05-2022 Αρ. Πρωτ. 1795

Αγαπητά μέλη της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας,

Την 8η Μαρτίου 2022, αγοράστηκε ακίνητο για τη στέγαση της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας (διαμέρισμα 84 τ.μ., κατασκευής 1965, Βολανάκη 5, 2ος όροφος, Αμπελόκηποι, ΤΚ 11526), κατόπιν ενδελεχούς διερεύνησης, σε εκτέλεση της απόφασης του παρόντος ΔΣ στη Συνεδρίαση της 18.10.2021 (7η) και της απόφασης που ελήφθη κατά την 43η Γεν. Συνέλευση της ΕΔΕ (18.03.2017, στο πλαίσιο πρότασης του ΔΣ 2016-2017 με Πρόεδρο τον κ. Ν. Παπάνα), για αγορά ιδιόκτητης στέγης για την ΕΔΕ.

Απόσταση από μετρό Πανόρμου 500μ., κοντά στο νοσοκομείο ΕΕΣ και 50μ από τα γραφεία του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών.

Δείτε εδώ την ακριβή διεύθυνση του ακινήτου στους χάρτες Google

Το διαμέρισμα χρήζει μικρής ανακαίνισης, οι εργασίες της οποίας σε σύντομο χρόνο θα ολοκληρωθούν.

Η μετεγκατάσταση στα νέα γραφεία εκτιμάται ότι θα ολοκληρωθεί εντός του Ιουνίου 2022.

Με ιδιαίτερη εκτίμηση,

Για το ΔΣ της ΕΔΕ

 

Η Πρόεδρος
Α. Μαυρογιαννάκη

Ο Γεν. Γραμματέας
Κ. Μακρυλάκης

 

Δείτε εδώ την πρωτότυπη ανακοίνωση

 

Δείτε πιο κάτω χαρακτηριστικές φωτογραφίες του ακινήτου.