Η μελέτη φυσικής πορείας του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 στη μελέτη INNODIA 1: μια ευρωπαϊκή κοορτή νεοδιαγνωσθέντων παιδιών, εφήβων και ενηλίκων

Marcovecchio ML, Hendriks AEJ, Delfin C, Battelino T, Danne T, Evans ML, Johannesen J, Kaur S, Knip M, Overbergh L, Pociot F, Todd JA, Van der Schueren B, Wicker LS, Peakman M, Mathieu C; INNODIA consortium. The INNODIA Type 1 Diabetes Natural History Study: a European cohort of newly diagnosed children, adolescents and adults. Diabetologia. 2024 Mar 22. doi: 10.1007/s00125-024-06124-5. Epub ahead of print. PMID: 38517484.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 (ΣΔΤ1) είναι μια ετερογενής κατάσταση [1, 2]. Οι παράγοντες που εξηγούν τις διαφορές στην κλινική πορεία και την ανταπόκριση στη θεραπεία ενός ατόμου θα έχουν σημαντικές κλινικές και ερευνητικές επιπτώσεις [1, 2, 3]. Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της ετερογένειας του ΣΔΤ1, όπως αξιολογείται από τα κλινικά χαρακτηριστικά, τα αυτοαντισώματα, τη λειτουργία των β κυττάρων, τη γλυκαιμική ρύθμιση κατά τους πρώτους 12 μήνες από τη διάγνωση, και πώς σχετίζεται με την ηλικία κατά τη διάγνωση.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από τη κοορτή INNODIA στην οποία συμπεριλαμβάνονται άτομα ηλικίας 1-45 ετών που διαγνώστηκαν πρόσφατα με ΣΔΤ1. Τα άτομα αυτά παρακολουθούνταν κάθε 3 μήνες, για την αξιολόγηση των κλινικών χαρακτηριστικών, του C-πεπτιδίου, της HbA1c και των σχετιζόμενων με τον διαβήτη αντισωμάτων καθώς και των αλλαγών τους κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών από τη διάγνωση, σε τρεις ηλικιακές ομάδες: <10 ετών, 10-17 ετών και ≥18 ετών.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στη μελέτη συμπεριελήφθησαν 649 άτομα (57,3% άνδρες, ηλικία 12,1±8,3 ετών). Από αυτούς το 96,9% είχαν ένα ή περισσότερα αντισώματα που σχετίζονται με το διαβήτη. Το C-πεπτίδιο νηστείας ήταν 242,0 (139.0-382.0) pmol/l (AUC 749,3 [466,2-1106,1] pmol/l × min), με τα επίπεδα να αυξάνονται με την ηλικία (p<0,001). Με την πάροδο του χρόνου, το C-πεπτίδιο παρέμεινε χαμηλότερο σε άτομα ηλικίας <10 ετών, αλλά μειώθηκε σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Παράλληλα, τα επίπεδα γλυκόζης αυξήθηκαν προοδευτικά. Το χαμηλότερο αρχικό C-πεπτίδιο νηστείας, ο δείκτης μάζας σώματος και η παρουσία διαβητικής κετοξέωσης κατά τη διάγνωση συσχετίστηκαν με χαμηλότερο C-πεπτίδιο με την πάροδο του χρόνου. Η τιμή HbA1c μειώθηκε κατά τους πρώτους 3 μήνες (p<0,001), ενώ οι ανάγκες σε ινσουλίνη αυξήθηκαν 3 μήνες μετά τη διάγνωση (p<0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Σε αυτή τη μεγάλη κοορτή ατόμων με πρόσφατα διαγνωσμένο ΣΔΤ1, βρέθηκαν διαφορές που σχετίζονται με την ηλικία στις κλινικές και βιοχημικές μεταβλητές. Το C-πεπτίδιο ήταν χαμηλότερο στα πιο νέα παιδιά, αλλά δεν υπήρχαν σημαντικές ηλικιακές διαφορές στο ρυθμό μείωσης του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. den Hollander NHM, Roep BO (2022) From disease and patient heterogeneity to precision medicine in type 1 diabetes. Front Med (Lausanne) 9:932086.
  2. Quattrin T, Mastrandrea LD, Walker LSK (2023) Type 1 diabetes. Lancet 401(10394):2149–2162.
  3. Battaglia M, Ahmed S, Anderson MS et al (2020) Introducing the endotype concept to address the challenge of disease heterogeneity in type 1 diabetes. Diabetes Care 43(1):5–12.

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας με βάση την ομάδα τυχαιοποίησης στη μελέτη Diabetes Prevention Program (DPP), την κατάσταση και τη διάρκεια του διαβήτη και την αθροιστική γλυκαιμική έκθεση

Lee CG, Ciarleglio A, Edelstein SL, Crandall JP, Dabelea D, Goldberg RB, Kahn SE, Knowler WC, Ma MT, White NH, Herman WH; Diabetes Prevention Program Research Group. Prevalence of Distal Symmetrical Polyneuropathy by Diabetes Prevention Program Treatment Group, Diabetes Status, Duration of Diabetes, and Cumulative Glycemic Exposure. Diabetes Care. 2024 Mar 19:dc232009. doi: 10.2337/dc23-2009. Epub ahead of print. PMID: 38502874.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΚΟΠΟΣ

Η μελέτη Diabetes Prevention Program (DPP) ήταν μια τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 1996 – 2001 και συνέκρινε την εντατική παρέμβαση στον τρόπο ζωής με τη χορήγηση μετφορμίνης και τη χορήγηση εικονικού φαρμάκου σε μια ομάδα 3.234 ατόμων που εμφάνιζε υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη [1]. Η αλλαγή στον τρόπο ζωής περιελάμβανε σαφώς καθορισμένους στόχους απώλειας βάρους και σωματικής δραστηριότητας, προπονητές του τρόπου ζωής (lifestyle coaches) και εντατική παρακολούθηση [1]. Με την ολοκλήρωση της μελέτης DPP, οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν στη μη παρεμβατική μελέτη του προγράμματος πρόληψης διαβήτη (Diabetes Prevention Program Outcomes Study, DPPOS) [2].

Σκοπός της παρούσας ανάλυσης ήταν η αξιολόγηση των συσχετίσεων μεταξύ της περιφερικής νευροπάθειας και  της αγωγής κατά την τυχαιοποίηση στη μελέτη DPP, της κατάστασης και της διάρκειας του διαβήτη και της αθροιστικής γλυκαιμικής έκθεσης περίπου 21 χρόνια μετά την τυχαιοποίηση της μελέτης DPP.

 

ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

Στη μελέτη DPP, άτομα με υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση διαβήτη τυχαιοποιήθηκαν σε εντατικοποιημένο τρόπο ζωής, μετφορμίνη ή εικονικό φάρμακο με στόχο την πρόληψη του διαβήτη. Μετά το πέρας της μελέτης, η χορήγηση μετφορμίνης συνεχίστηκε, το εικονικό φάρμακο διακόπηκε και ο εντατικοποιημένος τρόπος ζωής παρέχονταν με τη μορφή εξαμηνιαίων ομαδικών μαθημάτων σε όλους τους συμμετέχοντες. Τα συμπτώματα και τα σημεία της περιφερικής νευροπάθειας αξιολογήθηκαν σε 1.792 συμμετέχοντες κατά τον 17ο χρόνο της μελέτη DPPOS. Χρησιμοποιήθηκαν μοντέλα πολυπαραγονικτής ανάλυσης για την αξιολόγηση των συσχετίσεων της περιφερικής νευροπάθειας με την ομάδα θεραπείας, την κατάσταση και τη διάρκεια του διαβήτη και τη αθροιστική γλυκαιμική έκθεση.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Στα 21 χρόνια μετά την τυχαιοποίηση της μελέτης DPP, το 66% των ατόμων είχαν διαβήτη. Ο επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας δεν διέφερε ανάλογα με την αρχική τυχαιοποίηση (21,5%, 21,5%, 21,9%, για τον εντατικοποιημένο τρόπο ζωής, τη μετφορμίνη και το εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα). Επίσης, ο επιπολασμός της περιφερικής νευροπάθειας ήταν ελαφρώς χαμηλότερος για όσους διατρέχουν κίνδυνο διαβήτη (19,6%) έναντι εκείνων με διαβήτη (22,7%) και συσχετίστηκε με μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη και τη HbA1c (τιμές P <0,001).

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η πιθανότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας ήταν παρόμοια σε όλες τις ομάδες θεραπείας στη μελέτη DPP. Επίσης, η  πιθανότητα εμφάνισης περιφερικής νευροπάθειας ήταν υψηλότερη στα άτομα με διαβήτη, με μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη και υψηλότερη αθροιστική γλυκαιμική έκθεση. Η παρέμβαση στον τρόπο ζωής μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα οφέλη στην εμφάνιση περιφερικής νευροπάθειας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Diabetes Prevention Program Research, G., The Diabetes Prevention Program (DPP): description of lifestyle intervention. Diabetes Care, 2002. 25(12): p. 2165-71.
  2. Diabetes Prevention Program Research, G., Long-term effects of lifestyle intervention or metformin on diabetes development and microvascular complications over 15-year follow-up: the Diabetes Prevention Program Outcomes Study. Lancet Diabetes Endocrinol, 2015. 3(11): p. 866-75.

 

Επιμέλεια: Α. Τεντολούρης

Συνοπτικός ενημερωτικός οδηγός διατροφής για τα άτομα με Δυσλιπιδαιμία

Συντάκτες κειμένου:

Άννα Μωυσίδη, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, MSc(MedSci) Σακχαρώδης Διαβήτης και Παχυσαρκία.

Αθανασία Κ. Παπαζαφειροπούλου, Παθολόγος με εξειδίκευση στο Διαβήτη, MSc, PhD, Επιμελήτρια Α’, Α΄ Παθολογικό & Διαβητολογικό Κέντρο Γενικού Νοσοκομείου Πειραιά ‘’Τζάνειο’’

 

Η ύπαρξη δυσλιπιδαιμίας αποτελεί τον πλέον βασικό παράγοντα εμφάνισης αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακών νοσημάτων, ενώ, φαίνεται πως η διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκίας και ινσουλινοαντίστασης. Η διάγνωση της δυσλιπιδαιμίας γίνεται με εργαστηριακό έλεγχο, καθώς, δεν προκαλεί συμπτώματα ή αντίστοιχες ενδείξεις. Κοινά χαρακτηριστικά των εργαστηριακών εξετάσεων αποτελούν οι αυξημένες τιμές: ολικής χοληστερόλης, ‘’κακής’’ (LDL) χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων ορού και οι χαμηλές τιμές: ‘’καλής’’ (HDL) χοληστερόλης. Κύριο μέλημα της φαρμακοθεραπείας αλλά και της διατροφικής παρέμβασης αποτελεί ο έλεγχος των τιμών των λιπιδίων με σκοπό την εξασφάλιση βέλτιστης καρδιομεταβολικής υγείας.

Σωματικό Βάρος

Ενθαρρύνεται η σταδιακή απώλεια σωματικού βάρους πάντα σε συνδυασμό με φυσική δραστηριότητα. Μάλιστα, επιστημονικές μελέτες δείχνουν πως η μείωση του βάρους (~10kg), μπορεί να βελτιώσει αισθητά την ινσουλινοευαισθησία, τον μεταβολισμό των λιπιδίων και να επιβραδύνει το ρυθμό εμφάνισης αθηροσκλήρωσης. Στην περίπτωση όμως που δεν είναι εφικτή η απώλεια σωματικού βάρους, συστήνεται η κατανάλωση τροφίμων που εξασφαλίζουν κορεσμό και ενισχύουν το μεταβολισμό, αυξάνοντας την ενεργειακή δαπάνη. Για τον έλεγχο του σωματικού σας βάρους απευθυνθείτε στη θεραπευτική ομάδα που σας παρακολουθεί ώστε να σας καθοδηγήσει ανάλογα με τις ανάγκες σας. Σημειώνεται πως ο περιορισμός των θερμίδων δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 300-500kcal/ημέρα.

Υδατάνθρακες

Οι υδατάνθρακες θα πρέπει να αποτελούν το 45-55% της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης. Ενθαρρύνεται η κατανάλωση σύμπλοκων υδατανθράκων, προϊόντων ολικής άλεσης (βρώμη, κριθάρι, πίτουρο, δημητριακά, ζυμαρικά, αρτοσκευάσματα), χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη και πλούσια σε διαλυτές φυτικές ίνες (όσπρια, φρούτα, λαχανικά). Σημειώνεται πως κάθε μεγάλο γεύμα θα πρέπει να συνοδεύεται από σαλάτα. Η πρόσληψη διαλυτών φυτικών ινών μπορεί, επίσης, να ενισχυθεί και από συμπληρώματα διατροφής ή εμπλουτισμένα τρόφιμα σε ψύλλιο. Η κατανάλωση πρόσθετων σακχάρων αντενδείκνυται, καθώς, σάκχαρα ήδη απαντώνται φυσικά σε υγιεινά τρόφιμα όπως τα φρούτα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Παρότι ο ρόλος των υδατανθράκων στη ρύθμιση των λιπιδίων είναι σχετικά ουδέτερος, η αλόγιστη κατανάλωσή τους μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. Ειδικότερα, για την παρασκευή γλυκών δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως στα υλικά συμπεριλαμβάνονται εκτός από υδατάνθρακες και αυγά, βούτυρο, κακάο, φοινικέλαιο, λάδι καρύδας κ.α.

Πρωτεΐνες

Οι πρωτεΐνες θα πρέπει να αποτελούν το 15-25% των ημερήσιων ενεργειακών αναγκών. Σε κάθε περίπτωση έχει νόημα να προσέξουμε την πηγή πρωτεΐνης που θα επιλέξουμε. Συγκεκριμένα, ενθαρρύνεται η κατανάλωση τροφών όπως ξηροί καρποί, ψάρια, light τυριά και γιαούρτι, έναντι της συστηματικής κατανάλωσης κόκκινου κρέατος. Μάλιστα η ελεγχόμενη πρόσληψη ζωικής πρωτεΐνης, μπορεί τελικά να έχει προστατευτική δράση σε ό,τι αφορά την αγγειακή ευθραυστότητα μειώνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικού επεισοδίου. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν και οι πρωτεΐνες φυτικής προέλευσης όπως είναι για παράδειγμα τα προϊόντα σόγιας (γάλα, γιαούρτι, τόφου, ξηροί καρποί, φασόλια, αλεύρι, tempeh, miso), τα οποία φαίνεται να έχουν καρδιοπροστατευτική δράση.

Λιπαρά

Η συστηματική πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αύξηση των επιπέδων της ‘’κακής’’ (LDL) χοληστερόλης. Μάλιστα, φαίνεται πως για κάθε 1% των θερμίδων που προσλαμβάνουμε από κορεσμένα λιπαρά παρατηρείται αύξηση στις τιμές της LDL χοληστερόλης περίπου 2%. Για τους παραπάνω λόγους τα κορεσμένα λιπαρά θα πρέπει να αποτελούν λιγότερο από 7% της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης. Ο καλύτερος τρόπος να μειώσουμε το ρυθμό αύξησης της LDL χοληστερόλης είναι επιλέγοντας προϊόντα χαμηλά σε λιπαρά, άπαχα κρέατα, πουλερικά, ψάρια και αποφεύγοντας τα φυτικά έλαια (φοινικέλαιο, λάδι καρύδας). Εξίσου επιβλαβής είναι και η παρουσία των trans λιπαρών στη διατροφή, καθώς, δρουν μειώνοντας την HDL χοληστερόλη και αυξάνοντας την LDL χοληστερόλη. Η ύπαρξη των trans λιπαρών οξέων προκύπτει από τη μερική υδρογόνωση ενός τυπικού φυτικού ελαίου (καλαμποκέλαιο, σογιέλαιο) για την παραγωγή μαργαρίνης και ‘’ανθεκτικών’’ λιπαρών που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή επεξεργασμένων τροφίμων και snack. Trans λιπαρά οξέα ανευρίσκονται σε τρόφιμα όπως το βούτυρο, η μαργαρίνη, τα μπισκότα, τα τηγανιτά κ.α. Η αντικατάσταση κορεσμένων και trans λιπαρών οξέων από μονοακόρεστα (ελαιόλαδο, αβοκάντο, ξηροί καρποί) και πολυακόρεστα (Ω3, Ω6) λιπαρά μπορεί να μειώσει τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων, ενώ, μπορεί να αυξήσει την ινσουλινοευαισθησία.

Σε ό,τι αφορά τη διαιτητική χοληστερόλη, είναι πλέον γνωστό πως η κατανάλωσή της σε λογικά πλαίσια δεν προκαλεί αύξηση της χοληστερόλης αίματος. Ο πιο διαδεδομένος εκπρόσωπος διαιτητικής χοληστερόλης είναι το αυγό το οποίο αποτελεί κύρια πηγή πρωτεΐνης & λιποδιαλυτών βιταμινών και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν εναλλακτική επιλογή έναντι της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος, τηγανιτών και επεξεργασμένων υδατανθράκων. Για υγιείς ενήλικες συστήνεται η κατανάλωση 1 ολόκληρου αυγού/ημέρα. Άλλα συστατικά της τροφής που βοηθούν στον έλεγχο των λιπιδίων είναι οι φυτοστερόλες (φρούτα, λαχανικά, δημητριακά, όσπρια), καθώς, παρεμβαίνουν στην απορρόφηση της χοληστερόλης από το έντερο, με αποτέλεσμα τη μείωσή της. Μάλιστα η ταυτόχρονη κατανάλωση φυτικών στερολών από άτομα που λαμβάνουν στατίνη θα μπορούσε να συμβάλλει στην περαιτέρω μείωση της LDL χοληστερόλης.

Αλκοόλ

Η ήπια έως μέτρια κατανάλωση αλκοόλ δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το γλυκαιμικό προφίλ, την ινσουλινοευαισθησία και τον έλεγχο των λιπιδίων στο άτομο. Μάλιστα μικρή ποσότητα αιθανόλης (~1gr), θα μπορούσε να αυξήσει ελαφρώς την HDL χοληστερόλη. Συγκριτικά με τα υπόλοιπα αλκοολούχα ποτά, κυρίως λόγος γίνεται για τις ευεργετικές ιδιότητες του κόκκινου κρασιού, καθώς, είναι πλούσιο σε φλαβονοειδή (αντιοξειδωτικά) που έχουν συσχετιστεί με αντιφλεγμονώδη δράση και μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρδιαγγειακών νοσημάτων. Σε κάθε περίπτωση η ημερήσια κατανάλωση αλκοόλ δεν θα πρέπει να ξεπερνά τα 15-30gr (1-2 ποτήρια). Ειδικότερα για τα άτομα με υπερτριγλυκεριδαιμία η πρόσληψη αλκοόλ εκτός των παραπάνω ορίων μπορεί να επιφέρει εξαιρετικά δυσάρεστα αποτελέσματα.

Αλάτι

Η κατανάλωση αλατιού συνδέεται με αύξηση τριγλυκεριδίων, αυξημένη περίμετρο μέσης, υψηλό δείκτη μάζας σώματος, κοιλιακή παχυσαρκία, αρτηριακή υπέρταση και αυξημένο ποσοστό λίπους στο σώμα. Αυτό συμβαίνει γιατί τα αλμυρά τρόφιμα φαίνεται να ενισχύουν το αίσθημα ανταμοιβής στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα το άτομο να καταφεύγει στην ανεξέλεγκτη κατανάλωση θερμίδων λόγω της ευχάριστης γεύσης. Η μείωση πρόληψης αλατιού μπορεί να επιτευχθεί αντικαθιστώντας το επιτραπέζιο αλάτι από μυρωδικά, μπαχαρικά ή στημένο λεμόνι, ελέγχοντας τις ετικέτες τροφίμων και αποφεύγοντας τυποποιημένα προϊόντα (κονσέρβες, αλλαντικά).

 

Βιβλιογραφία

  • Carson JA. Nutrition therapy for dyslipidemia. Curr Diab Rep. 2003 Oct;3(5):397-403.
  • Chopra AK. Dietary management of dyslipidemia. Indian Heart J. 2023 Dec 18:S0019-4832(23)00474-1.
  • Kang YJ, Wang HW, Cheon SY, Lee HJ, Hwang KM, Yoon HS. Associations of Obesity and Dyslipidemia with Intake of Sodium, Fat, and Sugar among Koreans: a Qualitative Systematic Review. Clin Nutr Res. 2016 Oct;5(4):290-304.
  • Mehmet Celik, Isa Ardahanli, Mehmet Serdar Cengizhan,” Dyslipidemia and Nutrition”, Research Journal of Food and Nutrition, vol. 2, no. 4, pp. 1-3 2018.
  • Mooradian AD. Dyslipidemia in type 2 diabetes mellitus. Nat Clin Pract Endocrinol Metab. 2009 Mar;5(3):150-9.
  • Sucato, V., Sanfilippo, G., Triolo, F. et al.Dietary strategy for prevention and management of dyslipidemia: international guidelines. Mediterr J Nutr Metab 5, 187–193 (2012).

PODCAST Series για τον Διαβήτη – 1ο Επεισόδιο

Στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας για την Υγεία (World Health Day 2024), την Κυριακή 7 Απριλίου 2024,  ξεκινησε το πρόγραμμα “Podcasts Series για το ΣΔτ2”.

Η δράση αποτελεί μία πρωτοβουλία της εταιρείας Boehringer Ingelheim Hellas, με την επιστημονική υποστήριξη της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας και την υποστήριξη της Ελληνικής Ομοσπονδίας για τον Διαβήτη.

1ο ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ:

Τι μας κρύβει ο Διαβήτης;

Στο πρώτο επεισόδιο του νέου Podcast «Η Σιωπηλή Νόσος. Ένα Podcast για το Διαβήτη Τύπου 2», που κυκλοφόρησε σήμερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, ο Μιχάλης Κεφαλογιάννης υποδέχεται τη Δρ. Ερυφίλη Χατζηαγγελάκη, Ομότιμη Καθηγήτρια Παθολογίας και Μεταβολικών Νοσημάτων ΕΚΠΑ.

Μαζί συζητούν όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τη νόσο με τα διακριτικά συμπτώματα και τις σοβαρές επιπλοκές, ώστε να την αποφύγουμε, να την αντιμετωπίσουμε και να τη διαχειριστούμε.

Μέσα από τη συζήτησή τους μαθαίνουμε τα πάντα: από το τι είναι το προδιαβητικό στάδιο, το «καμπανάκι» του οργανισμού, μέχρι το «σάκχαρο νηστείας», τους τρόπους αποκατάστασης των βλαβών που προκαλεί ο Διαβήτης στον οργανισμό και τους πιο διαδεδομένους μύθους γύρω από τη νόσο.

Ακούστε το πρώτο επεισόδιο στο Spotify

Spotify: Επεισόδιο 1: Aνακαλύψτε όσα κρύβει ο Διαβήτης τύπου 2 – Η Σιωπηλή Νόσος (Διαβήτης Τύπου 2) | Podcast on Spotify

Apple Podcasts: Η Σιωπηλή Νόσος (Διαβήτης Τύπου 2): Επεισόδιο 1: Aνακαλύψτε όσα κρύβει ο Διαβήτης τύπου 2 on Apple Podcasts

 

Η συχνότητα της Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας και οι συσχετισμοί της με κλινικά χαρακτηριστικά σε παιδιατρικό πληθυσμό με Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1. 

Hatle H, et al. Prevalence and associations of impaired awareness of hypoglycemia in a pediatric type 1 diabetes population – The Norwegian Childhood Diabetes Registry. Diabetes Res Clin Pract. 2024;209:111093. doi: 10.1016/j.diabres.2024.111093.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 1329 παιδιά και έφηβοι από το εθνικό μητρώο ασθενών με ΣΔΤ1 της Νορβηγίας (μέση διάρκεια νόσου 4,3 έτη), στα οποία αξιολογήθηκε ο βαθμός επίγνωσης των συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας με τη χρήση του ερωτηματολογίου Clarke. Για τα παιδιά ηλικίας <9 ετών (235 άτομα) το ερωτηματολόγιο συμπληρώθηκε από τους γονείς τους.

Η συχνότητα της Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας στο σύνολο των ασθενών υπολογίστηκε στο 22% και παρουσίασε σταδιακή μείωση από ποσοστό 53% στα παιδιά προσχολικής ηλικίας στο 12% για τους εφήβους >16 ετών. Η παρουσία Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας συσχετίστηκε με ιστορικό επεισοδίων σοβαρής υπογλυκαιμίας και διαβητικής κετοξέωσης κατά το προηγούμενο έτος, με αυξημένο φόβο για την εμφάνιση υπογλυκαιμίας, με το γυναικείο φύλο και με κακό γλυκαιμικό έλεγχο (επίπεδα HBA1c ≥8,5 %). Αντίθετα, δεν εμφάνισε στατιστική συσχέτιση με τη διάρκεια του ΣΔ, τη χρήση αντλίας έγχυσης ινσουλίνης ή συσκευής συνεχόμενης καταγραφής γλυκόζης (CGMS) και με επίπεδα HbA1c <7,5 %.

Συμπερασματικά, στα άτομα παιδικής και εφηβικής ηλικίας με ΣΔΤ1 η συχνότητα του συνδρόμου Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας είναι πολύ υψηλή, ειδικά στα μικρότερης ηλικίας παιδιά. Η Ανεπίγνωστη Υπογλυκαιμία συσχετίζεται με ιστορικό σοβαρής υπογλυκαιμίας και με αυξημένο φόβο για την εμφάνιση ενός νέου επεισοδίου υπογλυκαιμίας. Ο καλός γλυκαιμικός έλεγχος φαίνεται ότι είναι εφικτός, χωρίς αύξηση του κινδύνου εμφάνισης του συνδρόμου Ανεπίγνωστης Υπογλυκαιμίας.

Εορτάζοντας τη συγκέντρωση κλινικών δεδομένων πραγματικού κόσμου τριών ετών από τη χρήση του συστήματος MiniMed™ 780G από 100.000 άτομα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Choudhary P, et al. Celebrating the Data from 100,000 Real-World Users of the MiniMed™ 780G System in Europe, Middle East, and Africa Collected Over 3 Years: From Data to Clinical Evidence. Diabetes Technology & Therapeutics. 2024;26:32-37. doi: 10.1089/dia.2023.0433.

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος 

 

H παρούσα αναφορά παρουσιάζει κλινικά δεδομένα πραγματικού κόσμου από τη χρήση του υβριδικού κλειστού συστήματος αντλίας ινσουλίνης MiniMed™ 780G από 101.629 ασθενείς με ΣΔΤ1 για πάνω από 3 χρόνια στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική (34 χώρες στο σύνολο). Παράλληλα συνοψίζει στοιχεία σε σχέση με τη χρηστικότητα και κλινική αποτελεσματικότητα της αντλίας.

Το μέσο ποσοστό του χρόνου όπου η γλυκόζη κυμάνθηκε εντός εύρους στόχου (TIR 70-180 mg/dL) ήταν 72,3%, ο δείκτης διαχείρισης γλυκόζης (Glucose Management Indicator – GMI) 7%, το μέσο ποσοστό του χρόνου με τιμή γλυκόζης <70 mg/dL (TBR70) 2% και αντίστοιχα <54 mg/dL (TBR54) 0,4%. Ποσοστό 59,6% των χρηστών πέτυχαν GMI <7% και αντίστοιχα 62,5% TIR>70%, 88,4% TBR70<4% και 90%  TBR54<1%.

Τα αποτελέσματα ήταν εμφανώς καλύτερα (χωρίς αύξηση της υπογλυκαιμίας) στα άτομα που χρησιμοποίησαν στις ρυθμίσεις της αντλίας στόχο 100mg/dL και χρόνο για την ενεργή ινσουλίνη 2ώρες: μέσος TIR = 78,8% και ποσοστό χρηστών που πέτυχαν TIR>70%  86,3%. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των διαφόρων κρατών όσον αφορά τα κλινικά αποτελέσματα.

Συμπερασματικά, η εφαρμογή του συστήματος MiniMed™ 780G σε περισσότερους από 100.000 ασθενείς με ΣΔΤ1 επέδειξε μεγάλη κλινική αποτελεσματικότητα όσον αφορά τη επίτευξη επαρκούς γλυκαιμικής ρύθμισης.

 

 

Η διαχείριση ενός επερχόμενου επεισοδίου μη σοβαρής υπογλυκαιμίας με λήψη υδατανθράκων από το στόμα στα άτομα με  Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1.

Cheng R, et al. Managing Impending Nonsevere Hypoglycemia With Oral Carbohydrates in Type 1 Diabetes: The REVERSIBLE Trial. Diabetes Care. 2024;47(3):476-482. doi: 10.2337/dc23-1328.  

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

 

H αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας με βάση τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες συνίσταται στην κατανάλωση 15 γραμμαρίων απλών υδατανθράκων ανά χρονικά διαστήματα 15 λεπτών, μέχρι την επιτυχή ανάταξή της, όταν η τιμή του σακχάρου βρίσκεται σε επίπεδα <70 mg/dL. Όμως είναι γνωστό, ότι η διαχείριση των υπογλυκαιμιών παραμένει πολύ δύσκολη για τα άτομα με ΣΔΤ1. Στην παρούσα μελέτη διασταυρούμενης μετάβασης (cross-over) συμμετείχαν 29 άτομα με ΣΔΤ1, στα οποία προκλήθηκε υπογλυκαιμία μέσω χορήγησης υποδορίως ινσουλίνης σε νοσοκομειακό περιβάλλον σε 3 περιπτώσεις. Σε κάθε ένα από τα επεισόδια τεχνητής υπογλυκαιμίας εκτιμήθηκε η αντιμετώπισή της (με λήψη 16 γρ. υδατανθράκων από το στόμα) σε 3 διαφορετικά επίπεδα γλυκόζης:  ≤90, είτε ≤80, είτε <70 mg/dL.

Όταν η αντιμετώπιση του επερχόμενου επεισοδίου υπογλυκαιμίας έγινε στα 90 mg/dL, μόλις το 34% των ατόμων έφτασε σε επίπεδα σακχάρου <70mg/dL (έναντι ποσοστού 86% και 100%). Αντίστοιχα, τα επεισόδια υπογλυκαιμίας είχαν διάρκεια 7,1±11,8 λεπτά έναντι 17,9±14,7 και 26±12,6 λεπτών (P=0,002 και 0,026). Τα κατώτερα επίπεδα γλυκόζης στις 3 περιπτώσεις ήταν  73,51±9,37 έναντι 63,6±7,93 και 56,57±9,91 mg/dL (P=0,002 και 0,008). Για την επίτευξη ευγλυκαιμίας, αντίστοιχα για την κάθε ομάδα, ποσοστό 31% έναντι 52% και 69% των ασθενών χρειάστηκαν περισσότερες από μια διορθώσεις με λήψη υδατανθράκων από το στόμα. Επίσης, δεν σημειώθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές όσον αφορά τα επεισόδια αντιρροπιστικής υπεργλυκαιμίας (>180 mg/dL) μεταξύ των τριών ομάδων.

Συμπερασματικά, για την αντιμετώπιση ενός επερχόμενου υπογλυκαιμικού επεισοδίου τα άτομα με ΣΔΤ1 μπορεί να επωφεληθούν από τη λήψη υδατανθράκων πριν η τιμή της γλυκόζης κατέλθει <70 mg/dL.

Η χορήγηση βιταμίνης D ασκεί προστατευτική δράση στα β-κύτταρα του παγκρέατος σε άτομα με νεοδιαγνωσθέντα Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1.

Nwosu BU, et al. Effect of Ergocalciferol on β-Cell Function in New-Onset Type 1 Diabetes: A Secondary Analysis of a Randomized Clinical Trial. JAMA Netw Open. 2024;7(3):e241155. doi:10.1001/jamanetworkopen.2024.1155

 

Επιμέλεια: Πέτρος Θωμάκος

 

Κατά τη διάγνωση του Σακχαρώδη Διαβήτη Τύπου 1 (ΣΔΤ1) εκτιμάται ότι η εναπομένουσα δραστηριότητα των β-κυττάρων του παγκρέατος κυμαίνεται σε ποσοστό 30% με 50% και μπορεί να διατηρηθεί για χρονικό διάστημα πολλών μηνών ή και ετών.  Η μερική ύφεση του ΣΔΤ1 για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη διάγνωση οδηγεί σε επίτευξη καλής γλυκαιμικής ρύθμισης και συμβάλλει στην πρόληψη των επιπλοκών της νόσου μακροπρόθεσμα.

Σε post-hoc ανάλυση τυχαιοποιημένης μελέτης στην οποία συμπεριλήφθηκαν 36 ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔΤ1 εκτιμήθηκε ο ρόλος της χορήγησης Εργοκαλσιφερόλης (βιταμίνη D₂), σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο, στη λειτουργικότητα των β-κυττάρων του παγκρέατος. Τα άτομα που συμμετείχαν έλαβαν 50000 iu βιταμίνης D, είτε εικονικό φάρμακο, 1 φορά την εβδομάδα για χρονικό διάστημα 2 μηνών και στη συνέχεια ανά 2 εβδομάδες για άλλους 10 μήνες.

Οι συμμετέχοντες στη μελέτη υποβλήθηκαν σε δοκιμασία μεικτού γεύματος στους μήνες 0, 3, 6, 9, και 12 της μελέτης και παράλληλα έγιναν αιμοληψίες για προσδιορισμό των επιπέδων C-πεπτιδίου, προϊνσουλίνης και γλυκόζης 30 και 90 λεπτά μετά το τέλος των γευμάτων.

Η χορήγηση βιταμίνης D βελτίωσε την εκκριτική ικανότητα των β-κυττάρων, καθώς παρατηρήθηκε μείωση του λόγου προϊνσουλίνης / C-πεπτιδίου νηστείας σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (−0,0009 vs 0,0011; P = 0,01). Σημειώνεται ότι η αυξημένη έκκριση προϊνσουλίνης σε σχέση με το C-πεπτίδιο αποτελεί δείκτη δυσλειτουργίας του ενδοπλασματικού δικτύου των β-κυττάρων. Επιπλέον η μείωση της έκκρισης C-πεπτιδίου (διαφορά στην % αναλογία του εμβαδού κάτω από την καμπύλη – %ΔAUC) από την αρχή της μελέτης ήταν μικρότερη στην ομάδα που έλαβε βιταμίνη D.

Συμπερασματικά, η χορήγηση βιταμίνης D σε άτομα με νεοδιαγνωσθέντα ΣΔΤ1 μπορεί να καθυστερήσει την απώλεια της εκκριτικής ικανότητας ινσουλίνης των β-κυττάρων και να παρατείνει την «περίοδο μέλιτος», συμβάλλοντας στην πρόληψη των μακροχρόνιων επιπλοκών της νόσου.

Μεσογειακή Διατροφή και Σακχαρώδης Διαβήτης

Αρσένου Ελευθερία1, Κωστούλα Βαρβάρα1, Χόνδρου Θηρεσία1

Επιβλέπων: Χάρης Δημοσθενόπουλος1

1 Διαιτολογικό Τμήμα, Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών

 

Τις τελευταίες 3 δεκαετίες ο επιπολασμός του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) έχει αυξηθεί δραματικά σε χώρες όλων των επιπέδων εισοδήματος.7 Περίπου 540 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από Σακχαρώδη Διαβήτη, η πλειοψηφία των οποίων ζει σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Η Διεθνής Ομοσπονδία Διαβήτη (IDF)  προβλέπει ότι ο επιπολασμός του Σακχαρώδη Διαβήτη (9,2%) και ο αριθμός των ατόμων με τη νόσο (61 εκατομμύρια) στην Ευρώπη θα αυξηθούν κατά 13 % έως το 2045, παράλληλα με την επιδημία της παχυσαρκίας. 2 Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ελλάδα το πλήθος των ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη αγγίζει το 11% του πληθυσμού.1

Το Μεσογειακό πρότυπο διατροφής (ΜΔ) αποτελεί ένα από τα πιο μελετημένα μοντέλα όσον αφορά τα οφέλη για την υγεία και τον μειωμένο κίνδυνο χρόνιων μη μεταδοτικών ασθενειών.3 Πρόκειται για ένα παραδοσιακό μοντέλο διατροφής που περιλαμβάνει συνήθη φαγητά και ποτά των χωρών γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα και χαρακτηρίζεται από υψηλή κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, ελαιόλαδου, οσπρίων, ξηρών καρπών και ψαριών, μέτρια πρόσληψη γαλακτοκομικών χαμηλών λιπαρών και αλκοόλ και χαμηλή πρόσληψη κόκκινου κρέατος.8

Η υψηλή προσκόλληση στη ΜΔ συνδέεται με μείωση του κινδύνου εμφάνισης ΣΔτ2 κατά 23%, γεγονός που οφείλεται στη διατροφική σύνθεση του προτύπου αυτού.4 Ειδικότερα, τα διαιτητικά αντιοξειδωτικά έχουν συσχετιστεί με καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο σε άτομα με ΣΔτ2, μειώνοντας την εντερική απορρόφηση γλυκόζης, με ταυτόχρονη βελτίωση της αντίστασης στην ινσουλίνη. Επιπλέον, η υψηλή περιεκτικότητα του διατροφικού μοντέλου σε διαιτητικές ίνες επιβραδύνει την πέψη και την απορρόφηση της γλυκόζης, μειώνοντας τις συγκεντρώσεις ινσουλίνης στο αίμα. Ένα άλλο όφελος της ΜΔ συνιστά η επίδραση αυτής στη διαχείριση του σωματικού βάρους, αποτελώντας έτσι σύμμαχο στην πρόληψη του ΣΔ.5 Παράλληλα η ευεργετική επίδραση του μεσογειακού διατροφικού προτύπου στον γλυκαιμικό έλεγχο και την ευαισθησία στην ινσουλίνη σε άτομα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, συσχετίστηκε με μειωμένη συχνότητα εμφάνισης μακροχρόνιων επιπλοκών της νόσου, όπως η διαβητική νεφροπάθεια.3 Συμπερασματικά, μια δίαιτα με χαμηλή κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, ζάχαρης αλλά πλούσια σε λαχανικά, φρούτα, όσπρια και προϊόντα ολικής αλέσεως, όπως η Μεσογειακή, φαίνεται να είναι ευεργετική για την πρόληψη και διαχείριση του ΣΔτ2.6

Το Μεσογειακό πρότυπο διατροφής έχει περιγραφεί ως άυλη κληρονομιά προάγοντας την υγεία μέσω διατροφικών συνηθειών και πτυχών του τρόπου ζωής, όπως η κοινωνικοποίηση, η ενίσχυση των οικογενειακών δεσμών, η καθημερινή φυσική δραστηριότητα και η συμμετοχή στην προετοιμασία του γεύματος,3 τονίζοντας για ακόμη μία φορά την ανάγκη για άμεση εφαρμογή ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τον ΣΔ.1

 

Βιβλιογραφία:

  1. ΕΛΣΤΑΤ (2021), Έρευνα Υγείας
  2. Cho, N. H., Shaw, J. E., Karuranga, S., Huang, Y., da Rocha Fernandes, J. D., Ohlrogge, A. W., & Malanda, B. (2018). IDF Diabetes Atlas: Global estimates of diabetes prevalence for 2017 and projections for 2045. Diabetes research and clinical practice138, 271–281.
  3. de Carvalho, G. B., Dias-Vasconcelos, N. L., Santos, R. K. F., Brandão-Lima, P. N., da Silva, D. G., & Pires, L. V. (2020). Effect of different dietary patterns on glycemic control in individuals with type 2 diabetes mellitus: A systematic review. Critical reviews in food science and nutrition60(12), 1999–2010.
  4. Papamichou, D., Panagiotakos, D. B., & Itsiopoulos, C. (2019). Dietary patterns and management of type 2 diabetes: A systematic review of randomised clinical trials. Nutrition, metabolism, and cardiovascular diseases : NMCD29(6), 531–543.
  5. Sarsangi, P., Salehi-Abargouei, A., Ebrahimpour-Koujan, S., & Esmaillzadeh, A. (2022). Association between Adherence to the Mediterranean Diet and Risk of Type 2 Diabetes: An Updated Systematic Review and Dose-Response Meta-Analysis of Prospective Cohort Studies. Advances in nutrition (Bethesda, Md.)13(5), 1787–1798.
  6. Uusitupa M, Khan TA, Viguiliouk E, Kahleova H, Rivellese AA, Hermansen K, Pfeiffer A, Thanopoulou A, Salas-Salvadó J, Schwab U, Sievenpiper JL. Prevention of Type 2 Diabetes by Lifestyle Changes: A Systematic Review and Meta-Analysis. 2019 Nov 1;11(11):2611.
  7. World Health Organization (WHO) The WHO Global Diabetes Compact, April 2021
  8. Zeraattalab-Motlagh, S., Jayedi, A., & Shab-Bidar, S. (2022). Mediterranean dietary pattern and the risk of type 2 diabetes: a systematic review and dose-response meta-analysis of prospective cohort studies. European journal of nutrition61(4), 1735–1748.

4η ημέρα | 22° Πανελλήνιο Διαβητολογικό Συνέδριο, 27 – 30 Μαρτίου 2024, Ξενοδοχείο Divani Caravel, Αθήνα