Ασπαρτάμη: Εκτίμηση της ασφάλειάς της με βάση τη χρήση της, τους κανονισμούς καθώς και με βάση τοξικολογικές και επιδημιολογικές μελέτες.

Magnuson BA, Burdock GA, Doull J, Kroes RM, Marsh GM, Pariza MW, Spencer PS, Waddell WJ, Walker R, Williams GM.

Crit Rev Toxicol 37:629-727, 2007

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης των ανωτέρω κειμένων: Αναστασία Θανοπούλου

Η ασπαρτάμη είναι ένας μεθυλ-εστέρας ενός διπεπτιδίου που χρησιμοποιείται σαν συνθετικό, μη θρεπτικό γλυκαντικό σε περισσότερες από 90 χώρες σε όλο τον κόσμο, σε περισσότερα από 6000 προϊόντα. Ο σκοπός της μελέτης που παρουσιάζεται είναι η ανασκόπηση της επιστημονικής βιβλιογραφίας που αφορά την απορρόφηση, το μεταβολισμό, τη συχνότητα χρήσης της ουσίας παγκοσμίως, την τοξικολογία, και τις πρόσφατες επιδημιολογικές μελέτες που αφορούν την ασπαρτάμη. Τα επίπεδα της τρέχουσας χρήσης της ασπαρτάμης, ακόμα και στις ομάδες των ατόμων που τη χρησιμοποιούν πολύ, παραμένουν σημαντικά μικρότερα από το όρια αποδεκτής ημερήσιας πρόσληψης που έχουν θεσπιστεί από την Αμερικανική Food and Drug Administration και την European Food Safety Authority και τα οποία είναι 50 και 40 mg/kg ΒΣ/ημέρα, αντίστοιχα. Κατανάλωση μεγάλων δόσεων ασπαρτάμης υπό τη μορφή της μεμονωμένης bolus δόσης μπορεί να επηρεάσουν κάποιες βιοχημικές παραμέτρους συμπεριλαμβανομένων των επιπέδων αμινοξέων στο πλάσμα και των επιπέδων των νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο. Η αύξηση των επιπέδων φαινυλαλανίνης και ασπαρτικού οξέος στο πλάσμα μετά τη χορήγηση ασπαρτάμης σε δόσεις μικρότερες ή ίσες των 50 mg/kg σωματικού βάρους δεν ξεπερνά τα επίπεδα που παρατηρούνται μεταγευματικά. Όλες οι μελέτες οξείας, υποξείας και χρόνιας τοξικότητας της ασπαρτάμης, και των προϊόντων αποδομής της, που διεξείχθησαν σε τρωκτικά και σκύλους δεν ανέδειξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της ασπαρτάμης σε δόσεις τουλάχιστον 4000 mg/kg σωματικού βάρους/ημέρα. Κριτική ανασκόπηση όλων των μελετών ογκογονικότητας που διεξείχθησαν για την ασπαρτάμη δεν ανέδειξε στοιχεία που να συνηγορούν υπέρ του ότι η ασπαρτάμη είναι καρκινογόνος. Τα δεδομένα της εκτεταμένης έρευνας επί της πιθανότητας να έχει νευροτοξικότητα η ασπαρτάμη γενικώς, δεν υποστηρίζουν την υπόθεση ότι η ασπαρτάμη στην αθρώπινη διατροφή μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία του νευρικού συστήματος, την ικανότητα μάθησης και τη συμπεριφορά. Επιδημιολογικές μελέτες για την ασπαρτάμη περιλαμβάνουν μελέτες ασθενών-μαρτύρων και μία καλά σχεδιασμένη προοπτική επιδημιολογική μελέτη μεγάλου αριθμού ατόμων, στην οποία μετρήθηκε η κατανάλωση ασπαρτάμης. Οι μελέτες δεν παρέχουν ενδείξεις που να υποστηρίζουν συσχέτιση μεταξύ ασπαρτάμης και εμφάνισης καρκίνου σε οποιονδήποτε ιστό. Άρα υπάρχουσες μελέτες υποστηρίζουν ότι η ασπαρτάμη είναι ασφαλής στα τρέχοντα επίπεδα χρήσης ως μη θερμιδογόνο γλυκαντικό.

Σχόλιο μεταφραστή: Πρόκειται για άρθρο προερχόμενο από τις ΗΠΑ, που ασχολείται με την ασφάλεια χρήσης της ασπαρτάμης, η οποία χρησιμοποιείται ως γλυκαντική ουσία από άτομα με διαβήτη, αλλά και από όσα άτομα αποφεύγουν τη ζάχαρη. Κατά καιρούς ανακύπτουν θέματα ασφάλειας της ουσίας αυτής, κυρίως στον μη ιατρικό τύπο, τα οποία προβληματίζουν τα άτομα που χρησιμοποιούν ασπαρτάμη. Είναι βέβαιο ότι ο ιατρικός κόσμος είναι από μακρού πεπεισμένος περί της ασφάλειας της λελογισμένης χρήσης της ουσίας αυτής, αλλά το άρθρο αυτό πιθανώς να ενισχύσει την επιχειρηματολογία των συναδέλφων, στην περίπτωση που τους ζητηθούν από τους ασθενείς ή τους μη ασθενείς πειστικές απαντήσεις περί ασπατάμης.

Η διαταραγμένη αιματική ροή που παρατηρείται στο λιπώδη ιστό μεταγευματικά μπορεί να είναι πρώιμος δείκτης αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2.

George Dimitriadis, Vaia Lambadiari, Panayota Mitrou, Eirini Maratou, Eleni Boutati, Demosthenes B. Panagiotakos, Theofanis Economopoulos and Sotirios A. Raptis

Diabetes Care 30: 3128-3130, 2007

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης των ανωτέρω κειμένων: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για πολύ πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα μελέτη προερχόμενη από το Αττικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο, το ΕΚΕΔΙ και το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, η οποία είχε ως σκοπό τη διερεύνηση των μεταβολών της αιματικής ροής στον υποδόριο λιπώδη ιστό (ATBF) μετά το γεύμα σε ασθενείς με διάφορα στάδια διαβήτη τύπου 2 (ΣΔΤ2). Μελετήθηκαν 5 ομάδες ατόμων: υγιείς μάρτυρες, συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με ΣΔΤ2, άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη (IGT), άτομα με ΣΔΤ2 και μεταγευματική υπεργλυκαιμία αλλά έχοντα φυσιολογικά επίπεδα γλυκόζης νηστείας (diabetes group A [DMA]) και άτομα με ΣΔΤ2 που παρουσίαζαν τόσο μεταγευματική υπεργλυκαιμία όσο και υπεργλυκαιμία νηστείας (diabetes group B [DMB]). Η ATBF μετρήθηκε με τη χρήση 133Xe. Αποτελέσματα:  Η ATBF ήταν υψηλότερη στους υγιείς μάρτυρες (1,507 ± 103 ml/100 cm3 ιστού x min) σε σύγκριση με τους συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με ΣΔΤ2, τα άτομα με IGT, τα άτομα με DMA και τα άτομα με DMB (845 ± 123, 679 ± 69, 765 ± 60, and 757 ± 69 ml/100 cm3 ιστού x min, αντίστοιχα; P < 0.001). Ο δείκτης ευαισθησίας στην ινσουλίνη, Insulin sensitivity index (ISI) στους υγιείς μάρτυρες (82 ± 3 mg x l2/mmol x mU x min) ήταν υψηλότερος σε σύγκριση με αυτόν των συγγενών πρώτου βαθμού ατόμων με ΣΔΤ2, των ατόμων με IGT, των ατόμων με DMA και των ατόμων με DMB (60 ± 3, 45 ± 1, 40 ± 6, and 29 ± 4 mg x l2/mmol x mU x min, αντίστοιχα; P < 0.0001). Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μετά το γεύμα, η διεγειρόμενη από την ινσουλίνη ATBF ήταν μειωμένη τους συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με ΣΔΤ2, τα άτομα με IGT και τα άτομα με ΣΔΤ2. Η διαταραχή αυτή θα μπορούσε να είναι να είναι πρώιμος δείκτης αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης που προηγείται της ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2.
 

 

Μεσογειακού τύπου διατροφή και πρόβλεψη της γενικής θνησιμότητας σε πληθυσμό των ΗΠΑ. Αποτελέσματα από την Μελέτη Διατροφής και Υγείας του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας των ΗΠΑ.

Panagiota N. Mitrou, Victor Kipnis, Anne C. M. Thiébaut, Jill Reedy, Amy F. Subar, Elisabet Wirfält, Andrew Flood, Traci Mouw, Albert R. Hollenbeck, Michael F. Leitzmann, Arthur Schatzkin

Arch Intern Med 167:2461-2468, 2007

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης των ανωτέρω κειμένων: Αναστασία Θανοπούλου

Η Μεσογειακή δίαιτα θεωρείται ότι παίζει σημαντικά ευνοϊκό ρόλο για την υγεία και τη μακροζωία. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει προοπτική μελέτη στις ΗΠΑ που να έχει μελετήσει τη σχέση της Μεσογειακού τύπου διατροφής με τη θνησιμότητα. Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 214.284 άνδρες και 166.012 γυναίκες, που εξετάστηκαν στα πλαίσια της National Institutes of Health (NIH)-AARP (formerly known as the American Association of Retired Persons) Diet and Health Study στις ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης για καταγραφή της γενικής θνησιμότητας (1995-2005), καταγράφηκαν 27.799 θάνατοι. Τα 5 πρώτα χρόνια της παρακολούθησης, σημειώθηκαν 5.985 θάνατοι από καρκίνο και 3.451 θάνατοι από καρδιαγγειακή νόσο (CVD). Χρησιμοποιήθηκε ένα σύστημα βαθμολόγησης 9 σημείων για την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς τη Μεσογειακού τύπου διατροφή (στα συστατικά της διατροφής, που εκτιμήθηκαν ως σημεία βαθμολόγησης, περιλαμβάνονταν τα λαχανικά, τα όσπρια, τα φρούτα, οι ξηροί καρποί, τα προϊόντα ολικής άλεσης, το ψάρι, ο λόγος μονοακόρεστου προς κεκορεσμένο λίπος, το αλκοόλ, και το κρέας). Υπολογίστηκε κίνδυνος θνησιμότητας (HRs με τα 95% διαστήματα εμπιστοσύνης, CIs) με τη χρήση μοντέλων κατά Cox, μετά εξομοίωση για ηλικία ή και για πολλαπλές μεταβλητές. Αποτελέσματα: Η Μεσογειακή δίαιτα σχετιζόταν με μειωμένη γενική και ειδική κατά αιτία θνησιμότητα. Στους άνδρες, μετά από εξομοίωση για πολλαπλές μεταβλητές, ο κίνδυνος της ομάδας των ατόμων που είχαν υψηλή συμμόρφωση προς τον Μεσογειακό τύπο διατροφής σε σύγκριση με τα άτομα που είχαν χαμηλή συμμόρφωση ήταν όσον αφορά τη γενική θνησιμότητα 0.79 (95% CI, 0.76-0.83), τη θνησιμότητα από CVD 0.78 (95% CI, 0.69-0.87), και τη θνησιμότητα από καρκίνο 0.83 (95% CI, 0.76-0.91). Στις γυναίκες παρατηρήθηκε αρνητική συσχέτιση μεταξύ υψηλής συμμόρφωσης θνησιμότητας: μειωμένοι κίνδυνοι που κυμαίνονταν από 12% για θνησιμότητα από καρκίνο έως 20% για τη γενική θνησιμότητα (P = .04 και P < .001, αντίστοιχα, για την τάση). Όταν η ανάλυση περιορίστηκε στα άτομα που δεν κάπνισαν ποτέ, οι συσχετίσεις παρέμειναν αμετάβλητες. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ισχυρά τεκμήρια για τις ευνοϊκές επιδράσεις που έχει η υψηλή συμμόρφωση προς την Μεσογειακού τύπου διατροφή στη γενική θνησιμότητα, τη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα και από καρκίνο στον πληθυσμό των ΗΠΑ.

Σχόλιο μεταφραστή: Μελέτη που αποδεικνύει την αξία της πατρογονικής μας διατροφής, αυτής καθαυτής, και όχι του Ελληνικού τρόπου ζωής γενικά ή των περιβαλλοντικών συνθηκών της χώρας μας, με πρώτη συγγραφέα Ελληνίδα συνάδελφο. Η μελέτη αυτή αποτελεί άλλο ένα τεκμήριο που δείχνει πόσο επιβεβλημένο είναι να επιστρέψουμε τις υγιεινές διατροφικές συνήθειες του παρελθόντος.

Οι HLA γονότυποι που συνδυάζονται με μικρό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 1 σχετίζονται με μικρότερη καταστροφή των παγκρεατικών β-κυττάρων 12 μήνες μετά τη διάγνωση του διαβήτη τύπου 1.

Low-risk HLA genotype in Type 1 diabetes is associated with less destruction of pancreatic B-cells 12 months after diagnosis

Spoletini M, Petrone A, Zampetti S, Capizzi M, Zavarella S, Osborn J, Foffi C, Tuccinardi D, Pozzilli P, Buzzetti R.

Diabetic Medicine 24: 1487-1490, 2007
 
Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης των ανωτέρω κειμένων: Αναστασία Θανοπούλου

Ο ρόλος των HLA αντιγόνων στην προδιάθεση ανάπτυξης διαβήτη τύπου 1 (T1DM) είναι πολύ γνωστός. Παρόλα αυτά, δεν γνωρίζουμε κατά πόσον ο βαθμός της καταστροφής των β-κυττάρων εξαρτάται από τον διαφορετικό κίνδυνο-προδιάθεση που σχετίζεται με τα διάφορα HLA αντιγόνα. Ο σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να αναλύσει την επίδραση των γονιδίων DRB1* and DQB1* επί του ρυθμού της καταστροφής των παγκρεατικών β-κυττάρων, σε μία προοπτικά μελετημένη σειρά 120 διαδοχικά εμφανιζόμενων νεοδιαγνωσμένων ασθενών με T1DM στους πρώτους 12 μήνες μετά τη διάγνωση. Οι ασθενείς τυποποιήθηκαν για τους επίτοπους HLA-DRB1* και DQB1*. Προσδιορίστηκαν το C-πεπτίδιο, οι ανάγκες σε ινσουλίνη και η HbA1c κατά τη διάγνωση και κάθε 3 μήνες επί 12 μήνες. Αναλύθηκε η διακύμανση των επιπέδων του C-πεπτιδίου ως τεκμήριο της απώλειας β-κυττάρων κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης. Αποτελέσματα: Τα επίπεδα νηστείας του C-πεπτιδίου στους ασθενείς με T1DM με μικρό, βάσει των HLA, γενετικό κίνδυνο για εμφάνιση της νόσου (δηλαδή στους ασθενείς που παρότι είχαν, βάσει των HLA, μικρό κίνδυνο εμφάνισης T1DM, εμφάνισαν τη νόσο) ήταν σημαντικά υψηλότερα συγκριτικά με αυτά των ασθενών με μέτριο ή υψηλό, βάσει των HLA, γενετικό κίνδυνο. Αυτό παρατηρείτο από την διάγνωση μέχρι και την ολοκλήρωση της παρακολούθησης των 12 μηνών (P = 0,007 και P = 0,0002, αντίστοιχα). Παρόλα αυτά, οι μεταβολές των επιπέδων του C-πεπτιδίου κατά τη διάρκεια της περιόδου των 12 μηνών δεν διέφεραν σημαντικά μεταξύ των ασθενών με T1DM με διαφορετικό βάσει των HLA, γενετικό κίνδυνο. Ο χαμηλού κινδύνου HLA γονότυπος στον T1DM σχετιζόταν με μικρότερη καταστροφή των παγκρεατικών β-κυττάρων μέχρι 12 μήνες μετά τη διάγνωση. Τα αποτελέσματα αυτά μπορεί να είναι χρήσιμα όταν σχεδιάζονται μελέτες για θεραπείες που σκοπό έχουν την πρόληψη της έκπτωσης των β-κυττάρων σε νεοδιαγνωσμένο T1DM.

Σχόλιο μεταφραστή: Φαίνεται ότι ο χαμηλού κινδύνου HLA γονότυπος ασκεί «ευνοϊκή επίδραση» ακόμα και αν εμφανιστεί ο ΣΔΤ1.

Η φαινοφιμπράτη μειώνει την ανάγκη για θεραπευτική αντιμετώπιση της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας με Laser.

Fenofibrate Reduces Need for Laser Treatment for Diabetic Retinopathy 

Lancet 2007;  Nov 5; [Epub ahead of print]

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Ασθενείς με διαβήτη που λαμβάνουν φαινοφιμπράτη είναι λιγότερο πιθανό να χρειαστούν αγωγή με laser για αμφιβληστροειδοπάθεια, αλλά ο μηχανισμός δράσης του φαρμάκου παραμένει ασαφής. Περίπου 10.000 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που δεν χρειάζονταν υπολιπιδαιμική αγωγή τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν καθημερινά φαινοφιμπράτη ή εικονικό φάρμακο. Μετά από μέση διάρκεια παρακολούθησης περίπου 5 ετών, σημαντικά λιγότερα άτομα από την ομάδα της φαινοφιμπράτης σε σύγκριση με τα άτομα της ομάδας του εικονικού φαρμάκου υπεβλήθησαν σε θεραπεία με laser για αμφιβληστροειδοπάθεια (3.4% έναντι 4.9%). Η διαφορά μεταξύ των ομάδων φάνηκε μέσα στους πρώτους 8 μήνες από την έναρξη της αγωγής. Σε υπομελέτη των ασθενών που υποβλήθηκαν σε συνεχείς φωτογραφίσεις βυθού, η φαινοφιμπράτη φάνηκε να προστατεύει από την πρόοδο της αμφιβληστροειδοπάθειας μόνο τα άτομα που είχαν την επιπλοκή κατά την ένταξη στη μελέτη. Δε διαπιστώθηκε συσχέτιση μεταξύ επιπέδου λιπιδίων πλάσματος και αμφιβληστροειδοπάθειας. Οι συγγραφείς κάνουν την υπόθεση ότι μάλλον η φαινοφιμπράτη μπορεί να έχει «αντιαποπτωτικές, αντιφλεγμονώδεις και αντιοξειδωτικές δράσεις και ότι μπορεί επίσης να βελτιώνει την αγγειακή υπεραντιδραστικότητα και έτσι να καθυστερήσει την πρόοδο της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας και την ανάγκη για θεραπεία με laser».

 

Συναινετική απόφαση της Διεθνούς Ομοσπονδίας για το Διαβήτη σχετικά με την πρόληψη του διαβήτη τύπου 2.

International Diabetes Federation consensus on prevention of type 2 diabetes
Mayor, S.

International Journal of Clinical Practice 2007; 61: 1773-1775

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Οι υπηρεσίες υγείας σε όλο τον κόσμο ενθαρρύνονται να αναπτύξουν συστήματα διαλογής – προσυμπτωματικού ελέγχου για άτομα με αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2 καθώς και να λάβουν μέτρα για τη μείωση της επίπτωσης της νόσου. Στη συναινετική απόφαση (consensus) της Διεθνούς Ομοσπονδίας για το Διαβήτη (International Diabetes Federation) αναφέρεται ότι μετά την αναδίφηση της σχετικής βιβλιογραφίας, η ομάδα διαπίστωσε ολοένα αυξανόμενες ενδείξεις ότι η πρωιμότερη ανίχνευση ατόμων με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη και ατόμων με παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτη, ακολουθούμενη από παρεμβάσεις για καθυστέρηση ή πρόληψη του διαβήτη τύπου 2 και βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου μπορεί να επιφέρει κλινικά σημαντικές μειώσεις στην επίπτωση του διαβήτη, των επιπλοκών του και της συνοσηρότητας. Για να ανιχνευτούν τα άτομα με αυξημένο κίνδυνο προτείνεται ο ευκαιριακός προσυμπτωματικός έλεγχος από υγειονομικό προσωπικό, με τη χρήση μιας απλής λίστας παραγόντων κινδύνου που περιλαμβάνει την ηλικία, την περίμετρο μέσης και το οικογενειακό ιστορικό. Η γλυκόζη του πλάσματος πρέπει να μετριέται σε όσους βρεθούν να έχουν αυξημένο κίνδυνο. Τα άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη και διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας πρέπει να τεθούν κατά προτεραιότητα σε παρέμβαση για αλλαγή του τρόπου διαβίωσης, συμπεριλαμβανομένων των συμβουλών για έλεγχο του σωματικού βάρους, υγιεινό τρόπο διατροφής και τακτική άσκηση για πρόληψη της ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2. Όσον αφορά το πληθυσμιακό επίπεδο, η Διεθνούς Ομοσπονδίας για το Διαβήτη συνιστά ανάπτυξη εθνικών προγραμμάτων για το διαβήτη από τις κυβερνήσεις των χωρών. Τα προγράμματα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν μέτρα που να ενθαρρύνουν τα άτομα να προβαίνουν σε τακτική, μέτριας έντασης άσκηση και να διατηρούν το βάρος τους σε φυσιολογικά όρια. Τα παιδιά πρέπει να ενθαρρύνονται να αποκτήσουν και να διατηρήσουν  φυσιολογικό για το ύψος τους βάρος.

Η επίδραση του διαβήτη στη σοβαρότητα της ηπατικής νόσου.

Impact of diabetes on the severity of liver disease.

Hickman IJ, Macdonald GA.

Am J Med. 2007; 120:829-34

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται περί εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ανασκόπησης από Αυστραλούς συγγραφείς στην οποία αναφέρονται τα εξής: O επιπολασμός του διαβήτη τύπου 2 είναι υψηλότερος σε ασθενείς με ηπατικές νόσους, όπως είναι η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος, οι χρόνιες ηπατίτιδες, η αιμοχρωμάτωση, η αλκοολική ηπατική νόσος και η κίρρωση. Η ανάπτυξη διαβήτη σε ασθενείς με κίρρωση είναι γνωστή, αλλά αναδύονται συνεχώς στοιχεία ότι η ανάπτυξη χρόνιας ηπατικής νόσου και η πρόοδος προς κίρρωση μπορεί να συμβεί μετά τη διάγνωση του διαβήτη και ότι ο διαβήτης παίζει ρόλο στην έναρξη και την εξέλιξη της ηπατικής βλάβης. Το άρθρο προσφέρει επίσης στοιχεία για τους πιθανούς μηχανισμούς μέσω των οποίων ο συνυπάρχων διαβήτης επιδεινώνει την πρόοδο της ηπατικής ίνωσης, καθώς και για την επίδραση της παχυσαρκίας και της αντίστασης στην ινσουλίνη στην τελική έκβαση.

 

Παράδοξο σχετικά με την παχυσαρκία φαινόμενο σε ασθενείς με υπέρταση και στεφανιαία νόσο.

Obesity paradox in patients with hypertension and coronary artery disease.
Uretsky S, Messerli FH, Bangalore S, Champion A, Cooper-Dehoff RM, Zhou Q, Pepine CJ.


Am J Med. 2007 Oct; 120:863-70

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόκειται για μελέτη προερχόμενη από τον Καρδιολογικό Τομέα του Νοσοκομείου St Luke’s-Roosevelt Hospital στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ. Στο σκοπό της μελέτης οι συγγραφείς αναφέρουν ότι έχει δειχθεί παράδοξο φαινόμενο σχετικά με την παχυσαρκία, το οποίο συνίσταται σε «παράδοξη» μείωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας παράλληλα με την αύξηση του ΒΜΙ σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και σε όσους υποβάλλονται σε διαδερμική παρέμβαση επαναγγείωσης στα στεφανιαία. Δεν είναι γνωστό αν υπάρχει τέτοιο φαινόμενο σε ασθενείς με αρτηριακή υπέρταση ή στεφανιαία νόσο. Μελετήθηκαν 22.576 ασθενείς με αρτηριακή υπέρταση και στεφανιαία νόσο (διάρκεια παρακολούθησης 61.835 ανθρωποέτη, μέση ηλικία 66+/-9.8 έτη), οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν βεραπαμίλη βραδείας αποδέσμευσης ή ατενολόλη. Η τιτλοποίηση της δόσης και χρήση πρόσθετων φαρμάκων (τραντολαπρίλης και/ή υδροχλωροθειαζίδη) γίνονταν με σκοπό επίτευξη θεραπευτικών των στόχων για την αρτηριακή πίεση που έχει ορίσει η Sixth Joint National Committee on Prevention, Detection, Evaluation, and Treatment of High Blood Pressure targets. Οι ασθενείς ταξινομήθηκαν σε 5 ομάδες με βάση το BMI κατά την ένταξη: μικρότερο των 20 kg/m2 (αδύνατοι), 20 έως 25 kg/m2 (φυσιολογικού βάρους), 25 έως 30 kg/m2 (υπέρβαροι), 30 έως 35 kg/m2 (παχυσαρκία τάξεως I), και 35 kg/m2 ή περισσότερο (παχυσαρκία τάξεως II-III). Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν ο θάνατος, εμφάνιση μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Λαμβάνοντας υπόψη τους ασθενείς με φυσιολογικό βάρος (BMI 20 to<25 kg/m2) ως ομάδα αναφοράς, ο κίνδυνος εμφάνισης του πρωτογενούς καταληκτικού σημείου ήταν μικρότερος στους υπέρβαρους ασθενείς (adjusted hazard ratio [HR] 0,77, 95% confidence interval [CI], 0,70-0,86, P<0,001), στους ασθενείς με παχυσαρκία τάξεως Ι (adjusted HR 0,68, 95% CI, 0,59-0,78, P<0,001), και παχυσαρκία τάξεως II – III (adjusted HR 0,76, 95% CI, 0,65-0,88, P <0,001). Οι ασθενείς με παχυσαρκία τάξεως Ι είχαν τη μικρότερη συχνότητα εμφάνισης του πρωτογενούς καταληκτικού σημείου και θανάτου, παρότι πέτυχαν μικρότερη μείωση στην αρτηριακή τους πίεση συγκριτικά με τους ασθενείς με φυσιολογικό βάρος στους 12 μήνες (-17,5+/-21,9 mm Hg/-9,8+/-12,4 mm Hg έναντι -20,7+/-23,1 mm Hg /-10,6+/-12,5 mm Hg, P<0,001). Με βάση τα παραπάνω οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σε ένα πληθυσμό με υπέρταση και στεφανιαία νόσο, οι υπέρβαροι και οι παχύσαρκοι ασθενείς είχαν μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης του πρωτογενούς καταληκτικού σημείου σε σύγκριση με ασθενείς φυσιολογικού βάρους, γεγονός που οφειλόταν κυρίως σε μείωση της γενικής θνησιμότητας. Σχολιάζουν ότι τα αποτελέσματά τους παρέχουν επιπλέον ενδείξεις για την προστατευτική επίδραση της παχυσαρκίας σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο και βρίσκονται σε συμφωνία με τα δεδομένα από ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και όσους υποβάλλονται σε διαδερμική παρέμβαση επαναγγείωσης στα στεφανιαία.

Σχόλιο μεταφραστή: Το παράδοξο αυτό έχει παρατηρηθεί σε αρκετές μελέτες και σαφώς χρήζει προσοχής και περεταίρω επιβεβαίωσης. Ομοίως έχει παρατηρηθεί καλλίτερη έκβαση σε πλημμελώς ρυθμισμένους ασθενείς με διαβήτη και καρδιακή ανεπάρκεια σε σχέση με αυτούς που έχουν καλλίτερη γλυκαιμική ρύθμιση. Το φαινόμενο αυτό έχει επίσης περιγραφεί ως παράδοξο, αν και έχουν γίνει προσπάθειες ερμηνείας του με βάση τη γλυκοζουρία που οδηγεί σε αυξημένη διούρηση, ευνοϊκή για την καρδιακή ανεπάρκεια. Τα φαινόμενα αυτά επαναλαμβάνεται ότι πρέπει σαφώς να ληφθούν σοβαρά υπόψη, αλλά για κανένα λόγο δεν πρέπει να οδηγήσουν σε τροποποίηση της θεραπευτικής μας πρακτικής και των μέχρι τώρα ισχυουσών απόψεων περί των βλαπτικών επιδράσεων της παχυσαρκίας. Τα παράδοξα αυτά πιθανώς θα διευκρινιστούν στο μέλλον και θα λάβουν τη θέση που πραγματικά τους ανήκει στην ιατρική λογική και πρακτική.

Η αντίληψη της γλυκόζης από τους νευρώνες της προ-οπιομελανοκορτίνης ρυθμίζει την ομοιόσταση της γλυκόζης και είναι διαταραγμένη στην παχυσαρκία.

Glucose sensing by POMC neurons regulates glucose homeostasis and is impaired in obesity.

Nature 2007; doi: 10.1038/nature06098.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Ο «τρίτος συμπαίκτης», εκτός από τα β-κύτταρα του παγκρέατος και τους ινσουλινοεξαρτώμενους ιστούς της περιφέρειας, στην ανάπτυξη του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 θα μπορούσε να είναι σύμφωνα με τη νέα αυτή μελέτη ένας πληθυσμός νευρώνων στον υποθάλαμο. Οι νευρώνες αυτοί, οι λεγόμενοι νευρώνες της προ-οπιομελανοκορτίνης (Pro-opiomelanocortin, POMC) αισθάνονται και ανταποκρίνονται στο γλυκαιμικό ερέθισμα, παίζοντας έτσι ρόλο στον έλεγχο της ομοιόστασης της γλυκόζης. Μόλις αισθανθούν την αύξηση της γλυκόζης, ξεκινούν «απαντήσεις» που έχουν σκοπό την επαναφορά της γλυκόζης σε φυσιολογικά επίπεδα. Οι νευρώνες αυτοί χάνουν την ικανότητά τους να αισθάνονται τη γλυκόζη στα παχύσαρκα πειραματόζωα στα οποία χορηγείται πλούσια σε λίπος διατροφή. Φαίνεται ότι η δραστηριότητα τους παρεμποδίζεται, όπως συμβαίνει και στα β-κύτταρα, από τη δράση της uncoupling protein 2 (UCP2).

Η καρδιακή στεάτωση στο σακχαρώδη διαβήτη: Μελέτη Μαγνητικής Φασματοσκοπίας.

Cardiac Steatosis in Diabetes Mellitus: A 1H-Magnetic Resonance Spectroscopy Study.

Circulation 2007; 116: 1170-5.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι ο κίνδυνος ανάπτυξης καρδιακής ανεπάρκειας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη είναι μεγαλύτερος από αυτόν που θα μπορούσε να αποδοθεί στην αρτηριακή υπέρταση και τη στεφανιαία νόσο. Μελέτες σε τρωκτικά έχουν δείξει ότι, σε περιπτώσεις παχυσαρκίας και σακχαρώδης διαβήτη, η υπερβολική εναπόθεση λίπους στα καρδιακά μυοκύτταρα παράγει λιποτοξικές διάμεσες ουσίες, οι οποίες προκαλούν απόπτωση και οδηγούν σε καρδιακή ανεπάρκεια. Η καρδιακή στεάτωση έχει δειχθεί σε ανθρώπινες καρδιές διαβητικών ασθενών με τελικού σταδίου μη ισχαιμική καρδιομυοπάθεια. Το κατά πόσο η καρδιακή στεάτωση προηγείται της έναρξης της μυοκαρδιοπάθειας σε ασθενείς με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη ή σακχαρώδη διαβήτη παραμένει άγνωστο. Στη παρούσα μελέτη στρατολογήθηκαν 134 άτομα (ηλικίας 45+12 ετών) που αντιπροσώπευαν όλα τα στάδια της φυσικής πορείας της εξέλιξης του σακχαρώδη διαβήτη. Δηλαδή: 1) Αδύνατα ευγλυκαιμικά άτομα (ομάδα αδυνάτων), 2) Υπέρβαρα και παχύσαρκα ευγλυκαιμικά άτομα (ομάδα παχυσάρκων), 3) Άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη και 4) Άτομα με σακχαρώδη διαβήτη. Χρησιμοποιήθηκαν η εντετοπισμένη μαγνητική φασματοσκοπία και ο καρδιακός μαγνητικός συντονισμός για την ποσοτικοποίηση του περιεχομένου του μυοκαρδίου σε τριγλυκερίδια και την ποσοτικοποίηση της λειτουργικότητας της αριστερής κοιλίας αντίστοιχα. Τα αποτελέσματα της μελέτης ήταν τα εξής: Συγκριτικά με την ομάδα των «αδυνάτων», η περιεκτικότητα των καρδιακών μυοκυττάρων σε τριγλυκερίδια ήταν 2,3 φορές μεγαλύτερη στα άτομα με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη και 2,1 φορές μεγαλύτερη στα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη (p<0,05). Το κλάσμα εξώθησης της αριστεράς κοιλίας ήταν φυσιολογικό και συγκρίσιμο σε όλες τις ομάδες. Με βάση τα ευρήματα αυτά οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι στους ανθρώπους, η διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη συνοδεύεται από καρδιακή στεάτωση, η οποία προηγείται της ενάρξεως του σακχαρώδη διαβήτη και της συστολικής δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας. Άρα η υπερβολική εναπόθεση λιπιδίων στα καρδιακά μυοκύτταρα του ανθρώπου αποτελεί πρώιμη εκδήλωση στη φυσική πορεία της εξέλιξης του σακχαρώδη διαβήτη και υπάρχει παρά την απουσία καρδιακής ανεπάρκειας.
 
Σχόλιο μεταφραστή: Μετά την ηπατική στεάτωση και η καρδιακή στεάτωση έρχεται να προστεθεί στις σχετιζόμενες με τον διαβήτη εκδηλώσεις από τα άλλα όργανα, οι οποίες οδηγούν σε σοβαρή συχνά δυσλειτουργία των οργάνων αυτών και άρα χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής.