Η σχέση κόστους-οφέλους του αυτοελέγχου της γλυκόζης αίματος σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά χωρίς ινσουλίνη.

Cost-effectiveness of self-monitoring of blood glucose in patients with type 2 diabetes mellitus managed without insulin.

Cameron C, Coyle D, Ur E, Klarenbach S.

CMAJ 2010; 182: 28-34

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα οφέλη του αυτοελέγχου της γλυκόζης αίματος δεν είναι σαφή για ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά χωρίς ινσουλίνη, παρ’ ότι ο αυτοέλεγχος κοστίζει αρκετά.

Σκοπός της μελέτης ήταν να καθορίσει τη σχέση κόστους-οφέλους του αυτοελέγχου της γλυκόζης αίματος για τους ασθενείς αυτούς. Χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο της μελέτης United Kingdom Prospective Diabetes Study (UKPDS) για να προβλεφθούν οι σχετιζόμενες με το διαβήτη επιπλοκές και τα αντίστοιχα έτη ζωής και κόστη. Τα κλινικά δεδομένα προήλθαν από μελέτες που συνέκριναν τον αυτοέλεγχο σε σχέση με την αντιμετώπιση χωρίς αυτοέλεγχο. Οι δαπάνες και οι μειώσεις χρησιμότητας παρήχθησαν από τις δημοσιευμένες πηγές. Η ακρίβεια των αποτελεσμάτων εξετάστηκε με αναλύσεις ευαισθησίας.

Αποτελέσματα: Με βάση μια μέτριας κλινικής σημασίας μείωση της A1C κατά 0.25% (95% confidence interval 0.15–0.36) που προέκυψε από τις μελέτες, το μοντέλο της μελέτης UKPDS προέβλεπε ότι αυτοέλεγχος που γινόταν 7 φορές την εβδομάδα ή περισσότερο μείωνε την επίπτωση των σχετιζόμενων με το διαβήτη επιπλοκών αν και είχε υψηλό κόστος Τα αποτελέσματα παρέμειναν κατά ένα μεγάλο μέρος αμετάβλητα στην ανάλυση ευαισθησίας, παρ’ ότι το κόστος μειωνόταν σε αποδεκτά όρια όταν μειωνόταν η συχνότητα των μετρήσεων ή το κόστος των ταινιών. Ερμηνεία των ευρημάτων: Για τους περισσότερους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 που αντιμετωπίζονται χωρίς ινσουλίνη, η χρήση ταινιών για συχνό αυτοέλεγχο (≥ 7 φορές την εβδομάδα) είναι απίθανο να αντιπροσωπεύει αποδοτική χρήση των πεπερασμένων πόρων για υγειονομική περίθαλψη, αν και περιοδικός αυτοέλεγχος (π.χ., 1 ή 2 φορές την εβδομάδα) μπορεί να είναι οικονομικώς αποδοτικός.

Τεύχος 39

[issuu layout=http%3A%2F%2Fskin.issuu.com%2Fv%2Fcolor%2Flayout.xml backgroundcolor=f6f6e9 showflipbtn=true proshowmenu=true documentid=100115115120-ada1c0884fa74c3a9eb2c0ca4ddfb8f2 docname=teyx39 username=SAN-PUBLICATIONS loadinginfotext=%CE%94%CE%99%CE%91%CE%92%CE%97%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%9A%CE%91%20%CE%9D%CE%95%CE%91%20-%20%CE%A4%CE%95%CE%A5%CE%A7%CE%9F%CE%A3%2039%20-%20%CE%95%CE%94%CE%95 width=600 height=400 unit=px]

Η συνοσηρότητα επηρεάζει τη σχέση μεταξύ γλυκαιμικού ελέγχου και καρδιαγγειακών συμβαμάτων στο διαβήτη: Μια μελέτη κοόρτης.

Comorbidity Affects the Relationship Between Glycemic Control and Cardiovascular Outcomes in Diabetes: A Cohort Study.

Greenfield S, Billimek J, Pellegrini F, Franciosi M, De Berardis G, Nicolucci A, Kaplan S.

Annals of Internal Med 2009; 151: 854-860.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει μικτά αποτελέσματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εντατικοποιημένης αντιδιαβητικής αγωγής στη μείωση του κινδύνου για τα καρδιαγγειακά συμβάματα. Σκοπός της μελέτης ήταν να καθορίσει εάν επιτυγχάνοντας στόχους HbA1c 6,5% ή λιγότερο σε σύγκριση με στόχους HbA1c 7,0% ή λιγότερο παρέχει διαφορικά οφέλη για ασθενείς με υψηλά έναντι χαμηλών-έως-μέτριων επιπέδων συνοδού νοσηρότητας. Πρόκειται περί πενταετούς διάρκειας μελέτης παρατήρησης ασθενών με διαβήτη τύπου 2. Οι ασθενείς ταξινομήθηκαν σε υποομάδες υψηλού και χαμηλού έως μετρίου επιπέδου συνοσηρότητας με τη χρήση του δείκτη συνολικού φορτίου νόσου Total Illness Burden Index (TIBI), που αποτελεί ένα επιβεβαιωμένης αξιοπιστίας μέτρο συνοδού νοσηρότητας. Η μελέτη διεξείχθη σε 101 εξωτερικά διαβητολογικά ιατρεία και 103 εξωτερικά ιατρεία γενικών ιατρών στην Ιταλία. Συμμετείχαν 2613 (83%) των 3074 ασθενών με τύπου 2 διαβήτη, που επιλέγησαν τυχαία από τους καταλόγους των εξωτερικών ασθενών με διαβήτη. Μετρήθηκαν το αποτέλεσμα του δείκτη TIBI, η συνολική θνησιμότητα και η επίπτωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Οι αναλογίες κινδύνου (HRs) εξομοιώθηκαν για ηλικία και φύλο. Αποτελέσματα: Επίτευξη HbA1c 6,5% ή λιγότερο σχετιζόταν με μικρότερη πενταετή επίπτωση καρδιαγγειακών συμβαμάτων στην υποομάδα των ασθενών χαμηλού έως μετρίου επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,60 [95% CI, 0,42 έως 0,85], P = 0,005) αλλά όχι και στην υποομάδα υψηλού επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,92 [CI, 0,68 έως 1,25], P = 0,61). Ομοίως, επίτευξη HbA1c7,0% ή λιγότερο προέβλεπε λιγότερα καρδιαγγειακά συμβάματα στην υποομάδα των ασθενών χαμηλού έως μετρίου επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,61 (CI, 0,44 έως 0,83, P = 0,001) αλλά όχι στην υποομάδα υψηλού επιπέδου συνοσηρότητας (εξομοιωμένο HR, 0,88 [CI, 0,66 έως 1,17], P = 0,38). Περιορισμοί της μελέτης:  Η φύση της μελέτης (μελέτη παρατήρησης) δεν επιτρέπει να εξαχθεί συμπέρασμα σχέσης αιτίου-αιτιατού. Το διάστημα της περιόδου συλλογής δεδομένων ήταν περιορισμένο και  δεν ήταν διαθέσιμες πληροφορίες για την κλινική διαχείριση των ασθενών. Συμπέρασμα:  Οι ασθενείς με υψηλά επίπεδα συνοσηρότητας μπορούν να έχουν μειωμένο καρδιαγγειακό όφελος από τον εντατικό έλεγχο της γλυκόζης αίματος. Η συνοσηρότητα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν σχεδιάζεται η αντιδιαβητική θεραπεία ασθενών με διαβήτη τύπου 2.

Σχόλιο μεταφραστή: Η μελέτη παρέχει χρήσιμες πληροφορίες που ίσως μας βοηθούν να «μεταφράσουμε» τα ευρήματα των πολυσυζητημένων μελετών ΑCCORD και ADVANCE και καταδεικνύει την απόλυτη ανάγκη εξατομίκευσης των γλυκαιμικών στόχων, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες ασθενούς και τα συνυπάρχοντα προβλήματά του.

07.11.09 – Εκπαιδευτικό Σεμινάριο, Λαμία

Εκπαιδευτικό Σεμινάριο

Σακχαρώδης Διαβήτης.
Νεότερα δεδομένα στην αντιμετώπιση του Σακχαρώδους Διαβήτη.

σε συνεργασία με τον Ιατρικό Σύλλογο Φθιώτιδας
Εργατικό Κέντρο Φθιώτιδας – Πλατεία Διάκου 2

Γραμματεία – Πληροφορίες:
ΚΕΓΜ- Τουριστικές & Συνεδριακές Επιχειρήσεις Α.Ε.
Μιχαλακοπούλου 27, 11528, Αθήνα
Τηλ. 2107210052, 2107210001, Fax. 210 7210051

[readon1 url=”http://www.congressworld.gr”]Congress World[/readon1]

19.12.09 – Εκπαιδευτικό Σεμινάριο, Ιωάννινα

Εκπαιδευτικό Σεμινάριο

Από τη διάγνωση στη σύγχρονη θεραπευτική αντιμετώπιση του Σακχαρώδους Διαβήτη Τύπου 2

Ξενοδοχείο “Du Lac”, Ιωάννινα

Γραμματεία – Πληροφορίες:
ΚΕΓΜ- Τουριστικές & Συνεδριακές Επιχειρήσεις Α.Ε.
Μιχαλακοπούλου 27, 11528, Αθήνα
Τηλ. 2107210052, 2107210001, Fax. 210 7210051

[readon1 url=”http://www.congressworld.gr”]Congress World[/readon1]

Η διατήρηση της λειτουργίας των β-κυττάρων σε θετικά για ύπαρξη αυτοαντισωμάτων νεαρά άτομα με διαβήτη.

Preservation ofβ-Cell Function in Autoantibody-Positive Youth With Diabetes.

Greenbaum C, Anderson A, Dolan L, Mayer-Davis E, Dabelea D, Imperatore G, Marcovina S, Pihoker C, for The Search Study Group.

Diabetes Care 2009; 32:1839–1844.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπός της μελέτης ήταν να καθορίσει την έκταση της διατήρησης της λειτουργικότητας των β-κυττάρων σε νεαρά άτομα με διαβήτη και GAD65 ή/και IA2 αυτοαντισώματα.
Ερευνητικός σχεδιασμός και μέθοδοι: Χρησιμοποιήθηκε το C-πεπτίδιο νηστείας 2.789 θετικών για GAD65- ή/και IA2 αυτοαντίσωμα νεαρών ατόμων, ηλικίας 1–23 ετών από την μελέτη Diabetes in Youth. Η διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων ορίστηκε με βάση τα προερχόμενα από τη μελέτη Diabetes Control and Complications Trial (DCCT) όρια για το C-πεπτίδιο νηστείας (0,23 ng/ml) και από το 5ο εκατοστημόριο για το C-πεπτίδιο νηστείας που παρατηρήθηκε σε Αμερικανούς εφήβους στη μελέτη National Health and Nutrition Examination Survey (NHANES), που ήταν 1,0 ng/ml. Συγκρίθηκαν τα κλινικά χαρακτηριστικά μεταξύ των ατόμων που διατηρούσαν και αυτών που δεν διατηρούσαν τη λειτουργικότητα των β-κυττάρων.

Αποτελέσματα: Μέσα στο πρώτο έτος από τη διάγνωση,  82,9% των ατόμων είχαν C-πεπτίδιο νηστείας 0,23 ng/ml και 31,2% είχαν τιμές 1,0 ng/ml. Μεταξύ εκείνων με 5 έτη διάρκειας διαβήτη, το 10,7% είχε διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων βάσει του ορίου της DCCT και 1,0% βρισκόταν άνω του 5ου εκατοστημορίου του πληθυσμού της NHANES.

Συμπεράσματα: Μέσα στο πρώτο έτος από τη διάγνωση, 4 από τα 5 νεαρά άτομα με θετικό για αυτοαντισώματα διαβήτη έχουν κλινικά σημαντική διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων και περί το 1/3 των ατόμων αυτών έχουν επίπεδα C-πεπτίδιο νηστείας άνω του 5ου εκατοστημορίου του πληθυσμού των υγειών Αμερικανών εφήβων. Ακόμα και 5 έτη μετά από τη διάγνωση, 1 στους 10 έχει C-πεπτίδιο νηστείας άνω ενός κλινικά σημαντικού ορίου. Αυτά τα συμπεράσματα έχουν τις επιπτώσεις στην κλινική ταξινόμηση των νεαρών ατόμων με διαβήτη καθώς και για το σχεδιασμό κλινικών μελετών που θα έχουν σκοπό τη διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων μετά την έναρξη του διαβήτη.