Ταυτοποίηση και χαρακτηρισμός της «μεταβολικά καλοήθους» παχυσαρκίας στον άνθρωπο.

Identification and characterization of metabolically benign obesity in humans.

Stefan N, Kantartzis K, Machann J, Schick F, Thamer C, Rittig K, Balletshofer B, Machicao F, Fritsche A, Häring HU.
Arch Intern Med 2008;168:1609-1616

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παχυσαρκία αποτελεί παράγοντα κινδύνου εμφάνισης αντίστασης στη δράση της ινσουλίνης, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και αθηρωμάτωσης. Η συσσώρευση λίπους στο ήπαρ και το μυϊκό ιστό ή η περίσσεια σπλαχνικού λίπους επαυξάνουν τον κίνδυνο. Αντίθετα, μπορεί να υπάρχει «μεταβολικά καλοήθης» κατανομή του λίπους, ακόμα και σε περιπτώσεις παχυσαρκίας. ΜΕΘΟΔΟΙ: Μετρήθηκε το συνολικό λίπος του σώματος, το σπλαχνικό και το υποδόριο λίπος με μαγνητική τομογραφία και η περιεκτικότητα του ήπατος και των σκελετικών μυών σε λίπος με μαγνητική φασματοσκοπία σε 314 άτομα. Η ευαισθησία στην ινσουλίνη εκτιμήθηκε με βάση τα αποτελέσματα από του στόματος δοκιμασίας ανοχής στη γλυκόζη. Τα άτομα κατανεμήθηκαν σε 4 ομάδες: φυσιολογικού σωματικού βάρους (BMI < 25.0), υπέρβαρα (BMI, 25.0-29.9), παχύσαρκα-ινσουλινοευαίσθητα (insulin sensitive, IS) (BMI >= 30.0 και να ανήκουν στο ανώτερο τεταρτημόριο ευαισθησίας στη δράση της ινσουλίνης) και παχύσαρκα-με αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης (insulin resistant, IR) (BMI >= 30.0 και να ανήκουν στα κατώτερα 3 τεταρτημόρια ευαισθησίας στη δράση της ινσουλίνης). ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: το συνολικό και το σπλαχνικό λίπος ήταν υψηλότερα στις ομάδες των υπέρβαρων και των παχύσαρκων ατόμων σε σύγκριση με την ομάδα των φυσιολογικού σωματικού βάρους ατόμων (P < .05), παρόλα αυτά, δεν βρέθηκε διαφορά μεταξύ των ομάδων που απαρτίζονταν από παχύσαρκα άτομα. Αντίθετα, το έκτοπο λίπος στους σκελετικούς μύες (P < .001) και ιδίως το λίπος στο ήπαρ (4.3% +/- 0.6% έναντι 9.5% +/- 0.8%) και το πάχος του έσω-μέσου χιτώνα στην κοινή καρωτίδα (0.54 +/- 0.02 έναντι 0.59 +/- 0.01 mm) ήταν χαμηλότερα και η ευαισθησία στη δράση της ινσουλίνης ήταν υψηλότερη (17.4 +/- 0.9 έναντι 7.3 +/- 0.3 αυθαίρετες μονάδες) στην ομάδα παχυσαρκία-IS έναντι της ομάδας παχυσαρκία-IR (P < .05). Παραδόξως, η ομάδα παχυσαρκία -IS είχε σχεδόν την ίδια ευαισθησία στη δράση της ινσουλίνης και το πάχος του έσω-μέσου χιτώνα στην κοινή καρωτίδα δεν διέφερε στατιστικά σημαντικά σε σύγκριση με την ομάδα των φυσιολογικού βάρους ατόμων (18.2 +/- 0.9 αυθαίρετες μονάδες και 0.51 +/- 0.02 mm, αντίστοιχα). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Η «μεταβολικά καλοήθης» παχυσαρκία, η οποία δεν συνοδεύεται από αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης και πρώιμη αθηρωμάτωση είναι υπαρκτή στους ανθρώπους. Επιπλέον, η ύπαρξη συσσωρευμένου λίπους στο ήπαρ μπορεί να είναι πιο σημαντική από το σπλαχνικό λίπος για τον καθορισμού αυτού του ευνοϊκού φαινοτύπου στην παχυσαρκία.

Σχόλιο μεταφραστή: Δεν υπάρχουν στοιχεία για πιθανή αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης μεταξύ των φυσιολογικών ατόμων. Παρόλα αυτά η μελέτη είναι σημαντική και ρίχνει φως στην κλινική παρατήρηση ότι όλοι οι παχύσαρκοι δεν συμπεριφέρονται κατά τον ίδιο τρόπο όσον αφορά τον κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, λοιπών προδιαθεσικών παραγόντων και τελικά αθηρωμάτωσης.a

Ο σφυροβραχιόνιος δείκτης σε συνδυασμό με το Framingham Risk Score για την πρόγνωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων και της θνησιμότητας: μία μεταανάλυση.

Ankle Brachial Index Collaboration, Fowkes FG, Murray GD, Butcher I, Heald CL, Lee RJ, Chambless LE, Folsom AR, Hirsch AT, Dramaix M, deBacker G, Wautrecht JC, Kornitzer M, Newman AB, Cushman M, Sutton-Tyrrell K, Fowkes FG, Lee AJ, Price JF, d’Agostino RB, Murabito JM, Norman PE, Jamrozik K, Curb JD, Masaki KH, Rodríguez BL, Dekker JM, Bouter LM, Heine RJ, Nijpels G, Stehouwer CD, Ferrucci L, McDermott MM, Stoffers HE, Hooi JD, Knottnerus JA, Ogren M, Hedblad B, Witteman JC, Breteler MM, Hunink MG, Hofman A, Criqui MH, Langer RD, Fronek A, Hiatt WR, Hamman R, Resnick HE, Guralnik J, McDermott MM. 

Ankle brachial index combined with Framingham Risk Score to predict cardiovascular events and mortality: a meta-analysis. JAMA. 2008; 300:197-208

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Τα προγνωστικά μοντέλα για την ανίχνευση υγιών ατόμων τα οποία βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο να υποστούν καρδιαγγειακό σύμβαμα έχουν περιορισμένη ακρίβεια. Ο χαμηλός σφυροβραχιόνιος δείκτης (ankle brachial index, ABI) είναι ένας δείκτης αθηρωμάτωσης και έχει τη δυνατότητα να βελτιώσει την προγνωστική ικανότητα των μοντέλων. Σκοπός της μελέτης ήταν να διευκρινιστεί αν ο ABI δίνει περισσότερες πληροφορίες για τον κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακού συμβάματος ή για τη θνησιμότητα, ανεξάρτητες από αυτές που δίνει το Framingham risk score (FRS) και αν μπορεί να βελτιώσει την πρόβλεψη του κινδύνου. Μελετήθηκαν οι σχετικές μελέτες μέσω του MEDLINE (1950 έως Φεβρουάριο 2008) και του EMBASE (1980 έως Φεβρουάριο 2008). Έγινε επίσης εξέταση των βιβλιογραφικών αναφορών των μελετών καθώς και επαφή με ειδικούς στο θέμα για ανίχνευση επιπρόσθετων δημοσιευμένων ή μη μελετών. Συμπεριελήφθησαν οι μελέτες εφόσον: α) αφορούσαν το γενικό πληθυσμό, β) είχε γίνει εκτίμηση του ABI κατά την ένταξη και γ) τα άτομα παρακολουθούνταν με σκοπό την ανίχνευση της καρδιαγγειακής και γενικής θνησιμότητας. Συμπεριελήφθησαν 16 μελέτες που πληρούσαν τα κριτήρια ένταξης. Κατά τη διάρκεια 480.325 ανθρωπο-ετών παρακολούθησης 24.955 ανδρών και 23.339 γυναικών, ο κίνδυνος θανάτου κατά ABI είχε μια ανάστροφη κατανομή μορφολογίας J με φυσιολογικό (σχετιζόμενο με χαμηλό κίνδυνο) ABI 1,11 έως 1,40. Η 10-ετής καρδιαγγειακή θνησιμότητα σε άνδρες με χαμηλό ABI (< = 0.90) ήταν 18,7% (95% confidence interval [CI], 13,3%-24,1%) και με φυσιολογικό ABI (1,11-1,40) ήταν 4,4% (95% CI, 3,2%-5,7%) (hazard ratio [HR], 4,2; 95% CI, 3.3-5.4). Η αντίστοιχη θνησιμότητα στις γυναίκες ήταν 12,6% (95% CI, 6,2%-19,0%) και 4,1% (95% CI, 2,2%-6,1%) (HR, 3,5; 95% CI, 2,4-5,1). Tα HRs παρέμεναν υψηλά και μετά εξομοίωση για FRS (2,9 [95% CI, 2,3-3,7] για τους άνδρες vs 3,0 [95% CI, 2,0-4,4] για τις γυναίκες). Χαμηλό ABI (<= 0.90) σχετιζόταν με περίπου διπλάσια 10-ετή γενική και καρδιαγγειακή θνησιμότητα και ρυθμό συμβαμάτων σε σύγκριση με τον συνολικό ρυθμό σε κάθε FRS κατηγορία. Το να συμπεριληφθεί ο ABI στην κατάταξη του καρδιαγγειακού κινδύνου με βάση το FRS θα είχε ως αποτέλεσμα την επαναταξινόμηση των κατηγοριών κινδύνου και την τροποποίηση των θεραπευτικών οδηγιών σε περίπου 19% των ανδρών και 36% των γυναικών. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η μέτρηση του ABI θα μπορούσε να βελτιώσει την ακρίβεια της πρόβλεψης του καρδιαγγειακού κινδύνου πέραν του FRS.


Σχόλιο μεταφραστή: Γνωστός χρήσιμος δείκτης για την περιφερική αγγειακή νόσο, φαίνεται πως αποκτά σημασία και για τη γενικότερη εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Είναι εύκολα μετρήσιμος και αξίζει να ενταχθεί στην τακτική κλινική εκτίμηση των ασθενών μας.

Η επίδραση της exendin-4 επί νησιδίων προερχομένων από ασθενείς με διαβήτη τύπου2.

R. Lupi, R. Mancarella, S. Del Guerra, M. Bugliani, S. Del Prato, U. Boggi, F. Mosca, F. Filipponi and P. Marchetti. Effects of exendin-4 on islets from type 2 diabetes patients.


Diabetes, Obesity and Metabolism 2008; 10: 514–52


Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Η εξενατίδη ευνοϊκή επίδραση στην απόπτωση και ίσως και στη νεογένεση των β-κυττάρων σε πειραματόζωα. Στην παρούσα μελέτη εκτέθηκαν παγκρεατικά νησίδια ανθρώπων πασχόντων και μη πασχόντων από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε exendin-4 για 48 ώρες και παρατηρήθηκαν διάφορες ευνοϊκές επιδράσεις επί της έκκρισης της ινσουλίνης και της έκφρασης γονιδίων σχετικών με τη λειτουργικότητα και τη διαφοροποίηση των β-κυττάρων.

Μελετήθηκαν τα παρακάτω γονίδια: ινσουλίνης, GLUT-2, γλυκοκινάσης, PDX-1, Ki67, E2F1, E2F2, CyclinD2, cyclic adenosine monophosphate (cAMP)-response element-binding protein (CREB), cAMP-regulated guanine nucleotide exchange factor 2 (Epac2) και protein kinase cAMP-dependent regulatory protein (PRKAR).

Η έκκριση ινσουλίνης σε απάντηση μικρών συγκεντρώσεων γλυκόζης δεν διέφερε μεταξύ φυσιολογικών και διαβητικών ατόμων. Αντίθετα, στις υψηλές συγκεντρώσεις γλυκόζης τα προερχόμενα από μη διαβητικά άτομα νησίδια αύξησαν σημαντικά την παραγωγή γλυκόζης ενώ τα νησίδια τα προερχόμενα από άτομα με διαβήτη υπολείπονταν σε απάντηση. Μετά 48-ωρη έκθεση σε exendin-4, η απάντηση των προερχομένων από μη διαβητικά άτομα νησιδίων αυξήθηκε περαιτέρω, αλλά αυξήθηκε και η παραγωγή ινσουλίνης από νησίδια προερχόμενα από άτομα με διαβήτη, όταν τα νησίδια καλλιεργήθηκαν σε υψηλές συγκεντρώσεις γλυκόζης. Βεβαίως η εκκριτική ικανότητα των προερχομένων από άτομα με διαβήτη νησιδίων υπολειπόταν σε σχέση με αυτή των φυσιολογικών νησιδίων.

Σχόλιο μεταφραστή: Πολλά υποσχόμενη μελέτη υπό την προϋπόθεση ότι τα επίπεδα εξενατίδης που χρησιμοποιήθηκαν είναι παρόμοια με αυτά που επιτυγχάνονται με τη θεραπευτική χορήγηση φαρμάκου. Αναμένονται κλινικές μελέτες που να καταδείξουν ότι η πρώιμη χορήγηση του φαρμάκου βοηθά στη διατήρηση της λειτουργικότητας του β-κυττάρου.

 

Η επίδραση της εντατικοποιημένης θεραπείας με ινσουλίνη επί της λειτουργικότητας του β-κυττάρου και επί του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα διαβήτη τύπου 2: μια πολυκεντρική τυχαιοποιημένη μελέτη παραλλήλων ομάδων.

Jianping Weng, Yanbing Li, Wen Xu, Lixin Shi, Qiao Zhang, Dalong Zhu, Yun Hu, Zhiguang Zhou, Xiang Yan, Haoming Tian, Xingwu Ran, Zuojie Luo, Jing Xian, Li Yan, Fangping Li, Longyi Zeng, Yanming Chen, Liyong Yang, Sunjie Yan, Juan Liu, Ming Li, Zuzhi Fu, Hua Cheng. Effect of intensive insulin therapy on β-cell function and glycaemic control in patients with newly diagnosed type 2 diabetes: a multicentre randomised parallel-group trial

Lancet 2008; 371: 1753–60

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι η πρώιμη έναρξη εντατικοποιημένης ινσουλινοθεραπείας σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 μπορεί να βελτιώσει τη λειτουργικότητα των β-κυττάρων και να έχει ως αποτέλεσμα την παρατεταμένη γλυκαιμική ύφεση.

Κατέστρωσαν λοιπόν, μία πολυκεντρική τυχαιοποιημένη μελέτη, για να συγκρίνουν τα αποτελέσματα της παροδικής εντατικοποιημένης ινσουλινοθεραπείας (συνεχής υποδόρια έγχυση ινσουλίνης, continuous subcutaneous insulin infusion [CSII] ή πολλαπλές ημερήσιες ενέσεις ινσουλίνης, multiple daily insulin injections [MDI]) έναντι της χορήγησης από του στόματος αντιδιαβητικών δισκίων, επί της λειτουργικότητας των β-κυττάρων και επί του ρυθμού ύφεσης του διαβήτη.

Μελετήθηκαν 382 ασθενείς, 25–70 ετών, οι οποίοι στρατολογήθηκαν από 9 κέντρα στην Κίνα μεταξύ Σεπτεμβρίου 2004 και Οκτωβρίου 2006. Οι ασθενείς με γλυκόζη νηστείας (fasting plasma glucose, FBG) μεταξύ 7·0–16·7 mmol/L (δηλαδή 126 και 300 mg%), τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν ινσουλίνη (CSII ή MDI) ή από του στόματος αντιδιαβητικά δισκία για επίτευξη αρχικής ταχείας διόρθωσης της υπεργλυκαιμίας. Η αγωγή διεκόπη μετά επίτευξη και διατήρηση ευγλυκαιμίας επί δύο εβδομάδες και οι ασθενείς ετέθησαν σε αγωγή με δίαιτα και άσκηση και παρακολούθηση. Πραγματοποιήθηκαν ενδοφλέβιες δοκιμασίες ανοχής στη γλυκόζη και μετρήθηκαν η γλυκόζη, η ινσουλίνη και η προινσουλίνη πριν και μετά τη διακοπή της φαρμακολογικής θεραπείας και μετά 1-έτος παρακολούθησης. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο ήταν ο χρόνος και ο ρυθμός επίτευξης γλυκαιμικής ύφεσης στο 1 έτος μετά τη βραχείας διάρκειας εντατικοποιημένης ινσουλινοθεραπείας.

Αποτελέσματα: Περισσότεροι ασθενείς που ανήκαν σε ομάδα ινσουλινοθεραπείας πέτυχαν τον στόχο για το γλυκαιμικό έλεγχο (97·1% [133 από τους 137] στην ομάδα CSII και 95·2% [118 από τους 124] στην ομάδα MDI), σε λιγότερο χρόνο (4·0 ημέρες [SD 2·5] στην ομάδα CSII και 5·6 ημέρες [SD 3·8] στην ομάδα MDI) συγκρινόμενοι με τους ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος αντιδιαβητικά δισκία (83·5% [101 από τους 121] και 9·3 ημέρες [SD 5·3]). Ο ρυθμός υποστροφής μετά 1 χρόνο ήταν σημαντικά υψηλότερος στις ομάδες που λάμβαναν ινσουλίνη (51·1% στην ομάδα CSII και 44·9% στην ομάδα MDI) συγκριτικά με την ομάδα που λάμβανε από του στόματος αντιδιαβητικά δισκία (26·7%; p=0.0012). Η λειτουργικότητα των β-κυττάρων εκπεφρασμένη με την εξίσωση HOMA B και η οξεία έκκριση της ινσουλίνης βελτιώθηκαν σημαντικά μετά την εντατικοποιημένη ινσουλινοθεραπεία. Η αύξηση στην οξεία έκκριση της ινσουλίνης διατηρήθηκε στις ομάδες που έλαβαν ινσουλίνη, ενώ μειώθηκε σημαντικά στην ομάδα των από του στόματος αντιδιαβητικών δισκίων στο 1 έτος σε όλα τα άτομα που πέτυχαν ύφεση.

Ερμηνεία των αποτελεσμάτων: Η πρώιμη ινσουλινοθεραπεία σε ασθενείς με νεοδιαγνωσθέντα διαβήτη τύπου 2 έχει ευνοϊκά αποτελέσματα στην ανάρρωση και τη διατήρηση της λειτουργικότητας των β-κυττάρων και την παρατεταμένη γλυκαιμική ύφεση σε σύγκριση με την αγωγή με από του στόματος αντιδιαβητικά δισκία.

Σχόλιο μεταφραστή: Η μελέτη αυτή αποτελεί επιστημονική τεκμηρίωση της πρακτικής πρώιμης χορήγησης ινσουλινοθεραπείας που γινόταν, ούτως ή άλλως, εμπειρικά με καλά αποτελέσματα.

Η μακροχρόνια επίδραση της υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης στον τρόπο ζωής με στόχο την πρόληψη του διαβήτη στην Κινεζική μελέτη Da Qing Diabetes Prevention Study: η 20-ετής παρακολούθηση.

Guangwei Li, Ping Zhang, Jinping Wang, Edward W Gregg, Wenying Yang, Qiuhong Gong, Hui Li, Hongliang Li, Yayun Jiang, Yali An, Ying Shuai,Bo Zhang, Jingling Zhang, Theodore J Thompson, Robert B Gerzoff , Gojka Roglic, Yinghua Hu, Peter H Bennett. The long-term effect of lifestyle interventions to prevent diabetes in the China Da Qing Diabetes Prevention Study: a 20-year follow-up study

Lancet 2008; 371: 1783–89

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι η εντατικοποιημένη υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση στον τρόπο ζωής μπορεί μα μειώσει την επίπτωση του διαβήτη τύπου 2 σε ασθενείς με διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη (IGT), αλλά δεν είναι γνωστό το πόσο διαρκεί αυτή η ευνοϊκή επίδραση μετά τη διακοπή της παρέμβασης και το κατά πόσο τέτοιες παρεμβάσεις μπορούν να μειώσουν επίσης τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου (CVD) και τη θνησιμότητα.

Σκοπός της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί το κατά πόσον η εντατικοποιημένη υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση στον τρόπο ζωής έχει μακροχρόνιες επιδράσεις στον κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη, στον κίνδυνο εμφάνισης των σχετιζόμενων με τον διαβήτη μακρο- και μικρ-αγγειοπαθητικών επιπλοκών καθώς και στη θνησιμότητα.

Το 1986, 577 ενήλικοι με IGT από 33 κλινικές στην Κίνα τυχαιοποιήθηκαν σε μία από τις παρακάτω ομάδες: 1) Ομάδα ελέγχου, 2) Ομάδες παρέμβασης (ομάδα παρέμβασης μόνο με δίαιτα, ομάδα παρέμβασης μόνο με άσκηση ή ομάδα παρέμβασης με συνδυασμό δίαιτας και άσκησης). Η παρέμβαση διήρκησε 6 χρόνια, μέχρι το 1992. Το 2006, οι συμμετέχοντες στη μελέτη εξετάστηκαν προκειμένου να εκτιμηθεί η μακροχρόνια επίδραση της παρέμβασης. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η επίπτωση του διαβήτη, η επίπτωση CVD και η καρδιαγγειακή και γενική θνησιμότητα.

Αποτελέσματα: Συγκρινόμενοι με την ομάδα ελέγχου, τα άτομα της ομάδας παρέμβασης με συνδυασμό δίαιτας και άσκησης εμφάνισαν κατά 51% μικρότερη επίπτωση διαβήτη (hazard rate ratio [HRR] 0∙49; 95% CI 0∙33−0∙73) κατά τη διάρκεια της ενεργού παρεμβάσεως και 43% μικρότερη επίπτωση (0∙57; 0∙41−0∙81) κατά τη διάρκεια της 20-ετούς παρακολούθησης, μετά από εξομοίωση για ηλικία. Η μέση ετήσια επίπτωση διαβήτη ήταν 7% για τους συμμετέχοντες στη ενεργό παρέμβαση σε σύγκριση με 11% για την ομάδα ελέγχου, με 20-ετή αθροιστική επίπτωση 80% στις ομάδες της ενεργού παρέμβασης και 93% στην ομάδα ελέγχου. Οι συμμετέχοντες στην ομάδα παρέμβασης είχαν κατά μέσο όρο 3∙6 χρόνια μικρότερη διάρκεια διαβήτη από την ομάδα ελέγχου. Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά μεταξύ των ομάδων στο ποσοστό του πρώτου CVD επεισοδίου (HRR 0∙98; 95% CI 0∙71−1∙37), στη CVD θνησιμότητα (0∙83; 0∙48−1∙40), και στη γενική θνησιμότητα (0∙96; 0∙65−1∙41), αλλά η μελέτη αυτή δεν είχε την στατιστική δύναμη να διακρίνει διαφορές σε τέτοιου είδους εκβάσεις.

Ερμηνεία αποτελεσμάτων: Η εντατικοποιημένη υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση στον τρόπο ζωής κατά τη διάρκεια 6 ετών μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση διαβήτη μέχρι και 14 χρόνια μετά την ενεργό παρέμβαση. Παρόλα αυτά, δεν είναι σαφές το κατά πόσον η υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση στον τρόπο ζωής οδηγεί επίσης σε μείωση της CVD νόσου και της θνησιμότητας.

Σχόλιο μεταφραστή:  Η μικρότερη επίπτωση διαβήτη για 20 χρόνια, χωρίς να είναι βέβαιο ότι οι συμμετέχοντες διατήρησαν στο έπακρο τις υγιεινοδιαιτητικές συνήθειες που είχαν αποκτήσει, αλλά ακόμα και η καθυστέρηση στην εμφάνιση του διαβήτη, σε άτομα ούτως ή άλλως ευρισκόμενα σε υψηλό κίνδυνο να εμφανίσουν τη νόσο, είναι με βεβαιότητα κέρδος για τα άτομα αυτά. Μακάρι να είχε δειχθεί και μείωση στην εμφάνιση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων και στη θνησιμότητα, που αποτελεί και το ζητούμενο των ενεργειών όλων μας, αλλά πραγματικά η μελέτη δεν είχε τη στατιστική δύναμη να δείξει κάτι τέτοιο και ας ελπίσουμε ότι το γεγονός αυτό αποτελεί το μόνο λόγο.   

 

Ο τύπος της αντικαταθλιπτικής αγωγής και ο κίνδυνος ανάπτυξης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε άτομα με υπέρταση.

Type of antidepressant therapy and risk of type 2 diabetes in people with depression

Lauren C. Brown, Sumit R. Majumdar, Jeffrey A. Johnson

Diabete Research and Clinical Practice 2008; 79: 61– 67

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

 

Σκοπός της μελέτης ήταν η εκτίμηση του κινδύνου ανάπτυξης διαβήτη που διατρέχουν τα άτομα με κατάθλιψη ανάλογα με την αντικαταθλιπτική αγωγή που λαμβάνουν. Πρόκειται περί μελέτης ασθενών – μαρτύρων που διενεργήθηκε στη επαρχία του Καναδά Saskatchewan μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1991 και Δεκεμβρίου 2001. Η μέση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 4.07 έτη. Ο διαβήτης και η κατάθλιψη καθορίστηκαν με βάση τους διαγνωστικούς κωδικούς ICD-9 και τη λήψη αντίστοιχης αγωγής. Χρησιμοποιήθηκε η ανάλυση πολλαπλής εξάρτησης για την εκτίμηση των odds ratio (OR) και των διαστημάτων εμπιστοσύνης (95% confidence intervals, CI). Βρέθηκαν 2391 άτομα με κατάθλιψη υπό αγωγή. Η μέση ηλικία ήταν 53.6 (S.D.: 16.4) και 68% ήταν γυναίκες. Μετά πολλαπλές εξομοιώσεις, η σύγχρονη χρήση εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (selective serotonin reuptake inhibitors, SSRI) και τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (TCA) σχετιζόταν με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (εξομοιωμένο OR: 1.89; 95% CI: 1.35–2.65).

Συμπεράσματα: Η σύγχρονη χρήση TCA και SSRI σχετιζόταν με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με τη χρήση μόνο TCA. Τα άτομα που λαμβάνουν συνδυασμό TCA και SSRI πρέπει να παρακολουθούνται στενά για πιθανή ανάπτυξη διαβήτη.


Οι επιδράσεις των διαφόρων συνδυασμών αναστολέων του ΜΕΑ στη λευκωματινουρία: τα αποτελέσματα της μελέτης GUARD.

Effects of different ACE inhibitor combinations on albuminuria: results of the GUARD study.

Bakris GL, Toto RD, McCullough PA, Rocha R, Purkayastha D, Davis P.

Kidney International advance online publication, 19 March 2008; doi:10.1038/ki.2008.102.

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Οι κατευθυντήριες οδηγίες για την κλινική πράξη συνιστούν αποκλειστές του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης μόνους ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες με σκοπό τη μείωση της αρτηριακής πίεσης και της λευκωματινουρίας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Οι διυδροπυριδινικοί αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου μπορεί να μειώνουν την αρτηριακή πίεση αλλά όχι τη λευκωματινουρία σε αυτούς τους ασθενείς. Στη μελέτη αυτή εξετάστηκε η υπόθεση ότι αν συνδυαστεί ένας αποκλειστής του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης είτε με ένα θειαζιδικό διουρητικό είτε με έναν αποκλειστή των διαύλων ασβεστίου θα προκληθεί παρόμοια μείωση της αρτηριακής πίεσης και της λευκωματινουρίας σε υπερτασικούς ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η μελέτη ήταν διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη και αφορούσε 332 ασθενείς με υπέρταση, λευκωματινουρία και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που λάμβαναν benazepril σε συνδυασμό είτε με amlodipine ή με hydrochlorothiazide για 1 χρόνο. Η μελέτη είχε σχεδιασμό απόδειξης της ισοδύναμης αποτελεσματικότητας. Αμφότεροι οι συνδυασμοί μείωσαν σημαντικά το λόγο λευκωματίνης προς κρεατινίνη ούρων και την αρτηριακή πίεση σε καθιστή θέση στο σύνολο των ατόμων. Το ποσοστό των ασθενών που προχώρησαν προς έκδηλη λευκωματουρία ήταν παρόμοιο και στις 2 ομάδες. Στη συνέχεια εξετάστηκαν οι ασθενείς που είχαν μόνο μικρολευκωματινουρία και υπέρταση και βρέθηκε ότι μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων από αυτά που λάμβαναν το συνδυασμό αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου με το διουρητικό ομαλοποίησαν τη λευκωματινουρία. Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η θεραπεία με benzaepril σε συνδυασμό με διουρητικό είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη μείωση της λευκωματινουρίας σε σύγκριση με το συνδυασμό του αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου με έναν αποκλειστή των διαύλων ασβεστίου. Αντιθέτως, η μείωση της αρτηριακής πίεσης, ιδίως της διαστολικής, ήταν μεγαλύτερη με το συνδυασμό με την amilodipine. Αυτή η διαφορά μεταξύ μείωσης της αρτηριακής πίεσης και της λευκωματινουρίας μπορεί να σχετίζεται με παράγοντες άλλους εκτός από την αρτηριακή πίεση.

Ο αυξητικός παράγων του συνδετικού ιστού και η επιρρέπεια για νεφρική και αγγειακή νόσο σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1.

 Connective Tissue Growth Factor and Susceptibility to Renal and Vascular Disease Risk in Type 1 Diabetes

Ayad A. Jaffa, William R. Usinger, M. Brent McHenry, Miran A. Jaffa, Stuart R. Lipstiz, Daniel Lackland, Maria Lopes-Virella, Louis M. Luttrell, Peter WF. Wilson, and The DCCT/EDIC Study Group

Δημοσιεύτηκε online στις 11 Μαρτίου 2008
Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism, doi:10.1210/jc.2007-2544

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Σκοπός: Να εκτιμηθεί η σημασία του αυξητικού παράγοντα του συνδετικού ιστού (connective tissue growth factor, CTGF) ως καθοριστικού παράγοντα ανάπτυξης νεφρικών και αγγειακών επιπλοκών σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 (ΣΔΤ1). Μέθοδοι και Αποτελέσματα: Μετρήθηκαν τα επίπεδα πλάσματος και ούρων του CTGF και του CTGF N κλάσματος σε 1050 άτομα με ΣΔΤ1 που συμμετείχαν στη μελέτη DCCT/EDIC. Βρέθηκε ότι οι ασθενείς με υπέρταση είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα του CTGF N κλάσματος στο πλάσμα συγκριτικά με τους ασθενείς χωρίς υπέρταση (P=0.0005). Με μέθοδο πολλαπλής εξάρτησης δείχτηκε θετική και ανεξάρτητη συσχέτιση μεταξύ επιπέδων CTGF N κλάσματος και του ρυθμού απέκκρισης λευκωματίνης (P<0.0001). Οι ασθενείς με λευκωματουρία είχαν υψηλότερα επίπεδα CTGF N κλάσματος από ότι οι ασθενείς με διαβήτη με ή χωρίς μικρολευκωματινουρία (P<0.0001). Σε μονοπαραγοντική και πολυπαραγοντική ανάλυση δείχτηκε ανεξάρτητη και ισχυρή συσχέτιση μεταξύ επιπέδων CTGF N κλάσματος και πάχους έσω-μέσου χιτώνα (intima-media thickness, IMT) της κοινής και έσω καρωτίδας. Ο σχετικός κίνδυνος (RR) για αυξημένο IMT ήταν υψηλότερος σε ασθενείς που είχαν τόσο υψηλά επίπεδα CTGF N κλάσματος όσο και λευκωματουρία σε σύγκριση με ασθενείς φυσιολογικά επίπεδα CTGF N κλάσματος και φυσιολογική αποβολή λευκωματίνης (RR=4.76; 95% confidence interval, 2.21–10.25, P<0.0001). Συμπέρασμα: Τα ευρήματα δείχνουν ότι τα επίπεδα πλάσματος του CTGF αποτελούν δείκτη κινδύνου για διαβητική αγγειακή και νεφρική νόσο.

 

Οι τίτλοι αυτοαντισωμάτων σχετικών με το διαβήτη: η κλινική τους συνάφεια για τον διαβήτη τύπου LADA και την ταξινόμηση του διαβήτη.

The islet autoantibody titres: their clinical relevance in latent autoimmune diabetes in adults (LADA) and the classification of diabetes mellitus

A. W. van Deutekom, R. J. Heine and S. Simsek

Diabet Med 2008; 25: 117–125

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Ο διαβήτης τύπου LADA είναι μία μορφή αυτοανόσου διαβήτη, η οποία εξελίσσεται βραδέως και χαρακτηρίζεται από θετικότητα των σχετικών με το διαβήτη αντισωμάτων. Σύμφωνα με μια πρόσφατη υπόθεση ο διαβήτης τύπου LADA απαρτίζεται από ένα ετερογενή πληθυσμό πασχόντων, μέσα στον οποίο μπορεί να ταυτοποιηθούν διάφορες υποομάδες με βάση την κατάσταση της αυτοανοσίας. Έγινε μια συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, με σκοπό την εκτίμηση του κατά πόσον τα κλινικά χαρακτηριστικά των ασθενών με διαβήτη τύπου LADA συσχετίζονται με τον τίτλο και των αριθμό των σχετικών με το διαβήτη αντισωμάτων. Βρέθηκε ότι η ταυτόχρονη συνύπαρξη πολλαπλών αυτοαντισωμάτων και/ή οι υψηλοί τίτλοι των αντι-acid decarboxylase (GAD) αυτοαντισωμάτων — σε σύγκριση με την ύπαρξη ενός και σε χαμηλούς τίτλους αυτοαντισώματος — σχετιζόταν με: νεαρότερη ηλικία κατά τη διάγνωση της νόσου, χαμηλότερη τιμή C-πεπτιδίου νηστείας (δείκτη μειωμένης λειτουργικότητας των β-κυττάρων, μεγαλύτερη πιθανότητα μελλοντικής ανάγκης για ινσουλινοθεραπεία, την παρουσία άλλης αυτάνοσης διαταραχής, μικρό επιπολασμό των χαρακτηριστικών του μεταβολικού συνδρόμου (συμπεριλαμβανομένων του υψηλού δείκτη μάζας σώματος, της υπέρτασης και της δυσλιπιδαιμίας) και με υψηλό επιπολασμό γονοτύπων από αυτούς που θεωρείται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 1. Με βάση τα παραπάνω οι συγγραφείς προτείνουν μία ταξινόμηση του διαβήτη με λιγότερο διακριτά όρια, που να βασίζεται στο εύρημα ότι τα κλινικά χαρακτηριστικά κυμαίνονται από τον κλασικό διαβήτη τύπου 1 στον διαβήτη τύπου LADA και τέλος στον διαβήτη τύπου 2. Μελλοντικές μελέτες θα πρέπει να εστιαστούν στον καθορισμό τον βέλτιστων ορίων για τα anti-GAD για τη διαφορική διάγνωση μεταξύ των κλινικών υποτύπων του διαβήτη.

Σχόλιο του μεταφραστή: Στο τέλος του άρθρου οι συγγραφείς καταλήγουν με μία πρόταση ιδιαίτερης σημασίας. Οι υπότυποι διαβήτη θα πρέπει πρωτίστως να έχουν κλινική σημασία, γιατί για το ασθενή και το γιατρό είναι μικρότερης σημασίας να δοθεί ένα όνομα στον συγκεκριμένο τύπο διαβήτη από το να αντιμετωπίζεται η νόσος θεραπευτικά με επιτυχία.

Σχέση μεταξύ γλυκόζης νηστείας και αμφιβληστροειδοπάθειας για τη διάγνωση του διαβήτη: τρεις πληθυσμιακές συγχρονικές μελέτες.

Relation between fasting glucose and retinopathy for diagnosis of diabetes: three population-based cross-sectional studies

Tien Y Wong, Gerald Liew, Robyn J Tapp, Maria Inκs Schmidt, Jie Jin Wang, Paul Mitchell, Ronald Klein, Barbara E K Klein, Paul Zimmet,Jonathan Shaw

Lancet 2008; 371: 736–43

Yπεύθυνη επιλογής και προώθησης: Αναστασία Θανοπούλου

Στην εισαγωγή οι συγγραφείς αναφέρουν ότι τα κριτήρια που έχουν θεσπίσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία για τη διάγνωση του διαβήτη προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός γλυκαιμικού «ουδού» με υψηλή ευαισθησία για τη αναγνώριση της αμφιβληστροειδοπάαθειας. Παρ’ όλα αυτά η υπόθεση βασίζεται σε δεδομένα τριών παλαιότερων μελετών, οι οποίες είχαν σημαντικούς περιορισμούς όσον αφορά στη διάγνωση της αμφιβληστροειδοπάθειας. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν: α) η παροχή νέων δεδομένων για τη σχέση μεταξύ γλυκόζης πλάσματος νηστείας (Fasting plasma glucose FPG) και αμφιβληστροειδοπάθειας και β) η εκτίμηση της διαγνωστικής ακρίβειας των τρεχόντων ορίων για τις τιμές FPG όσον αφορά στην ικανότητά τους να identifying τον επιπολασμό και την επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας. Για το σκοπό αυτό οι συγγραφείς εξέτασαν τα δεδομένα από τρεις συγχρονικές μελέτες που αφορούσαν τρεις πληθυσμούς ενηλίκων: τα δεδομένα από τη μελέτη Blue Mountains Eye Study (BMES, n=3162), από τη μελέτη Australian Diabetes, Obesity and Lifestyle Study (AusDiab, n=2182) και από τη μελέτη Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis (MESA, n=6079). Οι δύο πρώτες μελέτες διεξήχθησαν στην Αυστραλία και η Τρίτη στις ΗΠΑ. Η αμφιβληστροειδοπάθεια διαγνώστηκε με βάση πολλαπλές φωτογραφίες βυθού για κάθε μάτι, οι οποίες βαθμολογήθηκαν με βάση το τροποποιημένο Airlie House Classification system. Οι συγκεντρώσεις γλυκόζης πλάσματος μετρήθηκαν από δείγματα φλεβικού αίματος νηστείας.
Αποτελέσματα: Ο συνολικός επιπολασμός αμφιβληστροειδοπάθειας ήταν 11•5% στη μελέτη BMES (95% CI 10•4–12•6%), 9•6% στην AusDiab (8•4–10•9), και 15•8% στη MESA (14•9–16•7). Παρ’ όλα αυτά δεν βρέθηκαν ενδείξεις ύπαρξης ενιαίου ορίου για τις τιμές γλυκόζης που να ανιχνεύει τον επιπολασμό και την επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας. Αντίθετα οι αναλύσεις ανέδειξαν μία συνεχή-γραμμική συσχέτιση.  Τα ευρύτατα χρησιμοποιούμενα όρια των >126 mg% είχαν ευαισθησία 40% (όρια 14•8–39•1) για την ανίχνευση της αμφιβληστροειδοπάθειας με ειδικότητα μεταξύ 80•8% και 95•8%. Η επιφάνεια υπό τις καμπύλες ROC για FPG και αμφιβληστροειδοπάθεια ήταν χαμηλή και κυμαινόταν από 0•56 έως 0•61.
Οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα  ότι δεν βρέθηκαν ενδείξεις ύπαρξης ενός διακριτού και σταθερά επαναλαμβανομένου-εμφανιζόμενου ενιαίου ορίου για τις τιμές γλυκόζης που να ανιχνεύει τον επιπολασμό και την επίπτωση της αμφιβληστροειδοπάθειας σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Το όριο των 126mg% που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση του διαβήτη δεν ξεχώριζε με ακρίβεια τα άτομα που εμφάνιζαν αμφιβληστροειδοπάθεια από αυτά που δεν εμφάνιζαν. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι τα κριτήρια για τη διάγνωση του διαβήτη μπορεί να χρειάζονται επανεκτίμηση.


Σχόλιο του μεταφραστή: Η μελέτη δεν προτείνει νέα, χαμηλότερα όρια για τη διάγνωση του διαβήτη. Παραθέτει απλώς ότι μια, ακριβέστερης της απλής φωτογράφησης του βυθού, διαγνωστική μέθοδος της αμφιβληστροειδοπάθειας ανέδειξε την επιπλοκή αυτή σε άτομα με τιμές γλυκόζης νηστείας μικρότερες των 126mg%. Το εύρημα αυτό χρειάζεται επιβεβαίωση και με άλλες μελέτες, καθώς και με μελέτες που να αφορούν και άλλες επιπλοκές του διαβήτη με έμφαση στις ειδικές του διαβήτη επιπλοκές (πχ διαβητική νεφροπάθεια).